Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Κρεσέντσιο Σαντζίλιο, Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

 

 

Κρεσέντσιο Σαντζίλιο

Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

https://tapoiitika.wordpress.com/ 

ΣΑΝΤΖΙΛΙΟ ΚΡΕΣΕΝΤΖΙΟ


Πότε αρχίσατε να ενδιαφέρεστε για την ελληνική λογοτεχνία; Πώς ξεκινήσατε και από ποιους συγγραφείς;

Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την τιμή που μου κάνετε φιλοξενώντας αυτή τη συνέντευξη.

Για να απαντήσω τώρα στην πρώτη σας ερώτηση, αν εξαιρέσουμε το πρώιμο ενδιαφέρον για την ελληνική ποίηση «παντός καιρού», όπως συνηθίζω να αποκαλώ την αρχαία λυρική ποίηση, όταν στο δεύτερο έτος του Λυκείου είχα μεταφράσει στα ιταλικά σχεδόν όλους τους αρχαίους λυρικούς (άλλωστε όλα τα μαθήματα αρχαίων που κάναμε ήταν πάντα από το πρωτότυπο), τη σύγχρονη ελληνική ποίηση την συνάντησα για πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο μελετώντας… Νομικά! Υπήρξε μια ξαφνική ιδέα, μια έμπνευση, και βρέθηκα με τα Ποιήματα του Καβάφη στα χέρια: όπως λέει και ο Δάντης: Galeotto fu il libro e chi lo scrisse. Στην ουσία με την πρώτη έπεσα στα βαθιά νερά.

Εκείνη υπήρξε μια μακρά περίοδος προετοιμασίας. Μετάφραζα τα ποιήματα του Καβάφη και τα ξαναμετάφραζα. Μερικά χρόνια αργότερα, μετά το Πανεπιστήμιο, ήρθε και ο Θέμελης τα ποιήματα του οποίου και αποτέλεσαν το περιεχόμενο του πρώτου βιβλίου ελληνικής ποίησης που δημοσίευσα (1968).

 

Τι ήταν εκείνο που σας κίνησε το ενδιαφέρον και σας συγκίνησε περισσότερο;

Αν ο Καβάφης είναι ο πρώτος Έλληνας ποιητής που γνώρισα και μετέφρασα και που ωστόσο ποτέ ως τώρα δεν αξιώθηκα να δημοσιεύσω σε βιβλίο όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο και ανεξήγητο, ο ίδιος υπήρξε οπωσδήποτε και η αφορμή άλλων πολλών αναγνώσεων: Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Δροσίνη, Γρυπάρη, Βαλαωρίτη, Λασκαράτο, Καρυωτάκη, Σικελιανό, Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη, Αναγνωστάκη, Λειβαδίτη, Σινόπουλο, αλλά και «μικρότερους» όπως Σπάλα, Δημάκη, Γεραλή, Γεράνη και άλλους. Ήταν βέβαια η αναγκαία ανάγνωση για την αναγκαία γνώση.

Τα έτη 1960-1970 διαμόρφωναν και δυνάμωναν την αγάπη και την έλξη για την σύγχρονη ελληνική ποίηση. Πολύ πιθανόν αυτή την αγάπη και έλξη να βοήθησε και η μισή ελληνική καταγωγή μου (η μητέρα μου ήταν Ελληνίδα από τη Πόλη), κάτι το εσωτερικό και αυθόρμητο που ήρθε και έμεινε!

Όλες αυτές οι αναγνώσεις μου φανέρωσαν την ποιότητα, την ποικιλία και την έκταση αυτής της νεοελληνικής ποίησης την οποία -δεν διστάζω καθόλου να το δηλώσω- σίγουρα τοποθετώ μέσα στις 5 καλύτερες ευρωπαϊκές του 20ού αιώνα. Μου είχε κάνει, και μου κάνει ακόμη και τώρα, μεγάλη εντύπωση η πολυφωνία της, η λυρικότητά της, η εκφραστική της δύναμη, ένα απέραντο ποιητικό πανόραμα από το οποίο και τι δεν περνάει: η ιστορία, η φύση, η γεωγραφία, η φιλοσοφία, η παράδοση, ο κόσμος του αίματος και της ψυχής – και όλα αυτά μέσα από μια γλώσσα, προπαντός, όπου η κάθε λέξη, το κάθε μέρος της κάθε λέξης είναι ένας καθρέφτης εννοιών, μια βαθιά νοητική εμπειρία, μια αποκαλυπτική υπόσταση γνώσης: κάτι το μοναδικό στη δημιουργία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Έτσι, υπ’ αυτούς τους όρους και με αυτές τις συνθήκες πιστεύω πως εκείνος που ασχολείται με την ελληνική ποίηση έχοντας κατορθώσει να εισχωρήσει στην ενδόμυχη σημασία των λέξεων της γλώσσας που την παράγει και την οδηγεί, είναι πραγματικά τυχερός γιατί απολαμβάνει ένα απαράμιλλο δώρο: το έτυμο σε όλη του τη διάσταση και βάθος, μια πηγή γλωσσικής ζωής που κάνει την ελληνική γλώσσα μοναδική και νοητικά υπερβατική.

 

Στη πορεία οι πρώτες εντυπώσεις σας άλλαξαν και αν ναι, γιατί;

Γιατί να αλλάξουν; Απεναντίας, οι πρώτες εντυπώσεις άλλο δεν έκαναν παρά να γίνουν βεβαιότητες, να διαμορφώσουν ένα ερμηνευτικό και προσανατολιστικό πλέγμα ποιητικών αξιών που έμελλε να είναι καθοριστικό στη πορεία της επόμενης εξέλιξης του «ελληνικού λογοτεχνικού έρωτά» μου προς συνθετότερες γνωσιολογικές συνδέσεις και διασυνδέσεις.

 

Ποιοι ποιητές και ποιες γενιές σας κίνησαν περισσότερο το ενδιαφέρον;

Τα πρώτα χρόνια, ας πούμε εκείνα της «προετοιμασίας», το ενδιαφέρον κινήθηκε προς μια γενική κατεύθυνση, στην ουσία από την επτανησιακή ποίηση και μετά, με κάποια γρήγορη ματιά στη κρητική άνθιση (τίποτα το σπουδαίο, όμως). Στη συνέχεια, μερικά χρόνια αργότερα πραγματοποιήθηκε η τελική επιλογή ή, αν θέλετε, συγκεκριμενοποιήθηκε η οριστική τάση, έγινε βίωμα, συνειδητή πρόθεση: βρήκα τη ποίηση που με γεμίζει και με βασανίζει, που αναγνωρίζω και με αναγνωρίζει, που της ανήκω και με ανήκει, με και μες στην οποία ουσιαστικά νιώθω μια απόλυτη συγγένεια: είναι κατ’ αρχήν η ποίηση της Γενιάς του ’30 και η ποίηση από το ’60 και μετά – η καθεαυτού σύγχρονη ελληνική ποίηση, όλες αυτές οι γενιές (του ’60, του ’70, του ’80 και τώρα του ’90, σε μια περιοδολόγηση που χρησιμοποιώ απλώς σαν βολικό προσανατολισμό ερμηνείας και ποιητικής διαφοροποίησης) που έδωσαν στην Ελλάδα έναν ασύγκριτο και τεράστιο λογοτεχνικό πλούτο. Είπα για Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη. Να προσθέσω Σαραντάρη, Γκάτσο, Βάρναλη, Σαχτούρη, Καρούζο, Βρεττάκο, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, και μετά βέβαια οι υστερότεροι, γεννηθέντες από το 1950 και μετά – τέλος πάντων, μια πλειάδα ποιητών ποιητικά ανεπανάληπτη. Να μην ξεχάσω όμως και το δημοτικό τραγούδι, αυτόν τον απέραντο θησαυρό, την μοναδική και αξεπέραστη τελειότητα του στίχου.

 

Ποιο είναι κάθε φορά το στοιχείο που σας κινητοποιεί στη μετάφραση του έργου ενός ποιητή;

Μόλις τώρα αναφέρθηκα στη ποίηση στην οποία απευθύνομαι και στις σχετικές «γενιές» που συνθέτουν τα αντικείμενα του ενδιαφέροντος και της αγάπης μου.

Από το 2007 άρχισα να δημοσιεύω σε μεγάλο ιταλικό περιοδικό μεταφράσεις ποιητών ακολουθώντας μια μέθοδο κάπως ανορθόδοξη: αρχίζοντας από τους πιο πρόσφατους και πηγαίνοντας προς τους παλαιότερους! Έτσι άρχισα από την γενιά του ’80, του «ιδιωτικού οράματος» όπως την είπαν, συνέχισα με την γενιά του ’70, τη λεγόμενη «γενιά της αμφισβήτησης» (συνολικά περίπου 50 ποιητές), και τώρα προετοιμάζω το υλικό για τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά του ’60, την οποία θα ακολουθήσει η πρώτη γενιά του ’60 και στη συνέχεια ακόμη πιο πίσω ως τη γενιά του ’30: μια πολύ πλατιά εικόνα όλης της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.
Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν είναι ούτε ένας ούτε δυο, αλλά πολλοί ποιητές, η κάθε ομάδα των οποίων εκφράζει μια ψυχή, μια εποχή, μια ιστορία, μια ηθική, μια γνώση και μια ολόκληρη ζωή. Με όλους αυτούς τους ποιητές δεν θα υπήρχε εδώ αρκετός χώρος για να εκθέσω τα στοιχεία που με κινητοποίησαν στη μετάφρασή τους.

Είναι το σύνθετο ενδιαφέρον για όλη την πολυφωνική θεματολογία και πρωτοτυπία των γενιών που ανέφερα που με κατευθύνει στην επιλογή των ονομάτων και των επιμέρους ποιητικών συνθέσεων. Πάντως, ο μόνος ποιητής στον οποίο σταμάτησα πιο μακροχρόνια και αναλυτικά (1975-1989) υπήρξε ο Γιάννης Ρίτσος, όπως προκύπτει απ’ την εργογραφία μου: ήταν μια περίπτωση ειδικής ιδιοσυγκρασίας. Ωστόσο και άλλοι ποιητές (Σινόπουλος, Λειβαδίτης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Γκόρπας, Νικηφόρου, Ζαφειρίου) μου έδωσαν την ωραία ευκαιρία να ασχοληθώ πιο προσωπικά με τη δημιουργία τους σε μια σειρά από μελέτες και μεταφράσεις δημοσιευμένες σε λογοτεχνικά περιοδικά.

 

Ποιες είναι οι σχέσεις αλλά και οι διαφορές που εντοπίζετε ανάμεσα στην ιταλική και την ελληνική ποίηση;

Είναι τώρα πάνω από 60 χρόνια που Ελλάδα και Ιταλία, ανεξάρτητα από τα ιστορικά δεδομένα του λεγόμενου ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, διατηρούν τόσο πολύ στενές σχέσεις που θα ήταν αδύνατον αυτές να μην επηρεάσουν, συνειδητά και ασυνείδητα, και τον τομέα της λογοτεχνίας, της ποίησης. Διότι η ποίηση όντας η λιγότερο ελιτιστική τέχνη, όντας περισσότερο «λαϊκή», αποτελεί αντικείμενο πιο άμεσης αποδοχής, αντίληψης και αφομοίωσης. Νομίζω πως μια αρκετά ζωηρή πνευματική «αγχιστεία» συνδέει την εκδήλωση της ελληνικής και ιταλικής ποίησης, στηριγμένη πάνω σε πολύ αξιόλογες ομοιότητες στον τρόπο αντιμετώπισης (και λύσης, συχνά) κοινών καταστάσεων που αφορούν αισθήματα και αισθήσεις σχετικά με το ανθρώπινο ον και τον κόσμο που το «περιβάλλει».

Υπάρχει η ίδια «μεσογειακότητα» στον χαρακτήρα του ανθρώπου και στην αξία των πραγμάτων, μια μυθολογία της ζωής περίπου κοινή, άσχετα αν βιώνεται και μετουσιώνεται μέσα σε διαφορετικά οράματα. Βρίσκω πως τελικά στον στοχασμό του Έλληνα και του Ιταλού ίδια είναι η απαισιοδοξία για το μέλλον, ο κόσμος των αναμνήσεων, η πεζή καθημερινότητα και, προπάντων, το αίσθημα και η γνώση του θανάτου: δηλαδή ένα σύμπλεγμα αντιδράσεων που απαντούν στις ίδιες σημασιολογικές και «ευαισθησιακές» αξίες, έστω κι αν η ιταλική ποίηση κινείται μέσα σε πιο εκτεταμένα πλαίσια μεταμοντέρνου ερμητισμού, ενώ η ελληνική ιδιοσυγκρασία ακολουθεί έναν λόγο πιο φυσικά ομιλητικό και άμεσο.
Πέρα από όλα αυτά, μέσα στα δεδομένα των ελληνο-ιταλικών σχέσεων, και αν εξαιρέσουμε δυο-τρεις άξιους ιταλιστές που εργάζονται με μεγάλη αγάπη στον τομέα τους, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω την αρκετά μέτρια ενασχόληση Ελλήνων μελετητών/μεταφραστών με την ιταλική ποίηση, μια ενασχόληση, από ό, τι ξέρω, πολύ υποδεέστερη εκείνης των Ιταλών με την ελληνική ποίηση.

 

Ποια γνώμη έχετε σχηματίσει για την ελληνική ποίηση; Ποιός πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος ενός ελληνιστή;

Δεν είμαι ούτε ο πρώτος ούτε και ο τελευταίος που θεωρεί την ελληνική ποίηση, ειδικά την ποίηση του 20ού αιώνα, εξαιρετικής αξίας και εμβέλειας, μια από τις ανώτερες ποιητικές εκφράσεις, και όχι μόνο στην Ευρώπη. Και βέβαια δεν το λέω pro domo mea, επειδή εγώ ασχολούμαι με αυτή την ποίηση.

Τώρα, όσο για τον ρόλο που θα πρέπει να παίξει ένας ξένος νεοελληνιστής, αυτονόητο είναι ότι αυτός δεν μπορεί να είναι παρά η συνεχής επιδίωξη όσο γίνεται μεγαλύτερης προβολής της ελληνικής λογοτεχνίας στη χώρα του με μεταφράσεις, κριτικές μελέτες, άρθρα, κλπ. Αν έχει έπειτα και την τύχη όχι μόνο να την γνωρίσει στους λίγους ειδήμονες (το ελάχιστο που θα μπορούσε να κάνει!), αλλά και να την τοποθετήσει στις αναγνωστικές συνήθειες ανθρώπων απλώς εραστών της λογοτεχνικής δημιουργίας έτσι ώστε αυτοί να την αγαπήσουν, να νιώσουν ότι αρκετά τους αντιπροσωπεύει ή τουλάχιστον τους ικανοποιεί πνευματικά και αισθητικά, τότε αυτό το αποτέλεσμα θα ήταν το πλέον άξιο επίτευγμα, το nec plus ultra για αυτόν τον νεοελληνιστή. Η αληθινή δικαίωση του ρόλου του.

Και βέβαια μακάρι αυτό να μην είναι ουτοπία αλλά, έστω και ως ένα σημείο, πραγματικότητα.

 

 

 

 

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Κλασικές και νομικές σπουδές και υπηρεσία στο ιταλικό ΥΠΕΞ. Εξέδωσε 40 βιβλία δοκιμίων και μεταφράσεων ελληνικής λογοτεχνίας (ελλαδικής και ελληνοκυπριακής) στα ιταλικά και ιταλικής στα ελληνικά. Επίσης έχει στο ενεργητικό πάνω από 380 συνεργασίες με ιταλικά και ελληνικά περιοδικά και διαδίκτυο σχετικά με ελληνικά θέματα λογοτεχνίας, λαογραφίας, αρχαιολογίας, πολιτικής και επικαιρότητας. Πρώτος στην Ιταλία εξέδωσε βιβλίο για το Ρεμπέτικο Τραγούδι το 2004, με μια δεύτερη έκδοση υπερδιπλάσια (210 σσ.) το 2018. Είναι επίτιμο Μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και Επίτιμο Μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης., αρχαιολογίας, πολιτικής και επικαιρότητας. Πρώτος στην Ιταλία εξέδωσε βιβλίο για το Ρεμπέτικο Τραγούδι το 2004, με μια δεύτερη έκδοση υπερδιπλάσια (210 σσ.) το 2018. Είναι επίτιμο Μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και Επίτιμο Μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ ΤΟ ΑΤΙΘΑΣΟ ΜΕΛΛΟΝ, εκδ. Διαπολιτισμός 2020

 

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ


ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ ΤΟ  ΑΤΙΘΑΣΟ ΜΕΛΛΟΝ


                        εκδ. Διαπολιτισμός, Πάτρα, 2020, σελ. 78


  

  Ο ποιητής Γιάννης Παππάς μας εκπλήσσει με την ευαισθησία του και σε αυτή την ποιητική συλλογή, που ακουμπάει στο παρελθόν και το παρόν για να αναδείξει το ανεξερεύνητο και ατίθασο μέλλον, το μη προβλέψιμο μέλλον. Πράγματι, το μέλλον δεν μπορεί να τεθεί στην απόλυτη πρόβλεψη, ήδη το 2020 μας έδειξε τι μπορεί να συμβεί. Η συλλογή  αυτή είναι αφιερωμένη στην οικογένεια του ποιητή. Προβάλλονται και μνημονεύονται άνθρωποι που πρόσφεραν με τον τρόπο τους στην ανθρωπότητα, αλλά τιμωρήθηκαν από την εκάστοτε εξουσία, που από τα χρόνια του Μπρούνο και της Ιερής Εξέτασης αλλάζει μορφές, αλλά παραμένει εξουσία βίας. Ο ποιητής ανασταίνει ποιητικά ονόματα-ογκολίθους, καθώς πολλοί διώχθηκαν στην εποχή τους, αλλά έγιναν ορόσημα στο μέλλον.

  Πιο αναλυτικά, Το ποίημα στη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου αγγίζει την ευαισθησία κάθε αναγνώστη, καθώς ένα παιδί πέφτει θύμα αστυνομικής βίας και δεν προφθάνει να χαρεί τη ζωή του, μοιάζει με ποίημα- ωδή στον αδικοχαμένο νέο. Στο ίδιο κλίμα ανθρωπισμού και πολιτισμού εντάσσεται και το επόμενο ποίημα με την αυτοπυρπόληση του Φάουστο, όπου ο χορός και το τραγούδι της Ταραντέλα, σημειωτικά, παραπέμπουν σε θάνατο. Δίνονται με συγκλονιστικό ποιητικό τρόπο οι τελευταίες σκέψεις του αυτόχειρα. Είναι ο ήρωας της φτωχολογιάς, που ονειρεύτηκε έναν καλύτερο κόσμο για όλους τους φτωχούς της γης, η απογοήτευσή του τον οδηγεί στη φωτιά: «Κι αμέσως λούστηκε τη φωτιά». Συγκλονιστικό είναι και το ποίημα  για τον μικρό Αϊλάν, το τριών χρονών αγόρι, που πνίγηκε στη θάλασσα στην αναζήτηση ελευθερίας και τόπου για να χτίσει τα όνειρά του. Η ζωγραφιά με το περιστέρι που κλαίει, βγαίνοντας από το σωματάκι του μικρού αγοριού ως ψυχή, είναι δηλωτική της φρίκης του πολέμου, της κατάστασης του άμαχου πληθυσμού και της προσφυγιάς, όπου η θάλασσα από δρόμος ελπίδας γίνεται υγρός τάφος για το μικρό προσφυγόπουλο, όπως γράφει ο Γ. Παππάς, π.χ.

 

                     «Δεν έζησες παρά μόνο τον φόβο

                     Δεν πρόλαβες να παίξεις[ ………]

                      [………………………………………]

                     να μάθεις γράμματα,

                     να μεγαλώσεις,

                     να ερωτευτείς

                     να γίνεις άντρας,

                     […………………………….]

                     Καληνύχτα Αϊλάν» (σελ. 15).

Ο ποιητής με την επανάληψη του μετεωρισμένου, ως ρεφρέν, στίχου επαυξάνει το συγκινησιακό φορτίο και τον προβληματισμό για την τύχη του μικρού αγοριού και του ζητάει συγχώρεση για ό,τι έγινε ως εκπρόσωπος όλων μας. Η ευαισθησία και η πολιτική στάση του ποιητή για την προστασία των προσφύγων της Συρίας για την οποία κωφεύει η διεθνής κοινότητα είναι εμφανής. Σε ανάλογο κλίμα, με εστίαση στην επιστροφή όσων επιβουλεύονται την ελευθερία των άλλων, κινείται και το ποίημα «Επιστροφή», όπου ο ποιητής με τις αρνήσεις του ως άνθρωπος δίκαιος και με τη ρομφαία ως φύλακα και οδηγό είναι αποφασισμένος να παλέψει για τα δικαιώματα των συντρόφων του. Οι εικόνες με την πέτρα- πέτρινα χρόνια- και το νερό είναι ιδιαίτερα πετυχημένες. Δίνεται με ποιητικό λόγο ο κύκλος της ζωής και του θανάτου, αλλά και ο δεσμός του Έλληνα με τη θάλασσά του, ιστορικά, την οποία δεν χαρίζει σε κανέναν διεκδικητή ή αντίζηλο. Αντίθετα, η θάλασσα γίνεται οδηγός της ιστορίας για τις μελλοντικές γενιές, στοιχείο που αναδεικνύεται με εξαιρετικές, σημειωτικά, εικόνες. Στο ποίημα «Δοξολογία του τίποτα» γίνεται σύγκριση ανάμεσα στο τότε, στο «παλιά» με το «τώρα», το οποίο σηματοδοτεί, κατά τον ποιητή, το τίποτα: «Και συ πρωταθλητής του τίποτα/ γερνάς καθηλωμένος/ στις παγωμένες κερκίδες του χρόνου.» (σελ. 19). Ο Γιάννης Παππάς έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα να εικονοποιεί αισθήσεις και αισθήματα, ιδέες και συναισθήματα με έναν τρόπο οικείο, όπου το ποιητικό στοιχείο διαπλέκεται με το ανθρωπιστικό και ιδεολογικό σε μια ποίηση πολύσημη και σε λόγο εξομολογητικό ή ερωτηματικό, άμεσο και κατανοητό στον αναγνώστη- αποδέκτη, με στόχο τον προβληματισμό. Στο ποίημα «Ελλάδα: Μια διαδρομή επαρχία- Αθήνα» αναδεικνύεται η μέλλοντος, π.χ.  

                 «Αθήνα πόλη επική και χαμένη» (σελ. 20).

   Από τα ευρύτερα ποιήματα του υπεύθυνου πολίτη περνάει σε παλίμψηστη ιστορία της Αθήνας με τον εξέχοντα στίχο συνοχής και συνεκτικότητας του τότε, του τώρα και του ποιήματα-ατομικής μνήμης, με την παρουσία φωνών του τότε σε ένα επίπεδο οραματικό όπου η ποίηση χωρίς χάσματα ενώνει με τον τρόπο, που μόνον αυτή γνωρίζει, τους αιώνες και τις γενιές. Αυτό συνάγεται από το ποίημα: «Το σπίτι δίπλα στη θάλασσα», με αφιέρωση σε επώνυμη γενιά. Οι εναλλασσόμενες φωνές δίνονται θεατρικά με το ρήμα «μιλάει» όπου η Ευαγγελία Π. γεννημένη το 1898 παρουσιάζει από το επέκεινα- με τη γραφή και τα συναισθήματα του ποιητή- τον νόστο για το πέτρινο σπίτι της δίπλα στη θάλασσα. Το σπίτι- μνήμη, εξωτερικά και εσωτερικά, ζωντανεύει με τους ανθρώπους του τότε, που σε χρόνια δίσεκτα διασκορπίστηκαν σε ξένα λιμάνια, αλλά αυτό έγινε μνήμη, ιστορία, φωνή ζώσα στην ψυχή τους, «φωνή πετρωμένη» μέσα τους, όπως εύστοχα λέγεται ποιητικά. Ακολουθεί η φωνή της εγγονής προφανώς από το ίδιο μικρό όνομα με γέννηση το 196…, που επιστρέφει στο εγκαταλελειμμένο σπίτι- χάλασμα, στις χαμένες πατρίδες, όπου σε επίπεδο διπλωπίας, όπως θα έλεγε ο Χρ. Μηλιώνης, ή οραματισμού διαπλέκονται μνήμη και πραγματικότητα που ζωντανεύουν χαρές και λύπες στο πέτρινο σπίτι με παιδιά, με γάμους και μοιρολόγια, που ανασταίνονται στην ψυχή της δεύτερης φωνής- μνήμης, καταδεικνύοντας ότι το σπίτι των προγόνων μάς ακολουθεί, διότι συγκροτεί τις ρίζες του κάθε ανθρώπου, που έχασε την πατρίδα του ή που έφυγε για τον κόσμο που δεν έχει γυρισμό. Εδώ ο ποιητής γίνεται η φωνή των ονείρων της Ευαγγελίας, που στέκεται στο πλατύσκαλο, του χαμογελά και τον αναγνωρίζει ως συνεχιστή της φωνής της, π.χ. «στα χέρια κρατώντας διπλό σταυρό. /Μετά ξαπλωμένη ανεβαίνει, ανεβαίνει και χάνεται» και όλα αυτά εμπνεύστηκαν και έγιναν ποίηση στην Κορώνη το καλοκαίρι του 2013.

  Στο ποίημα «Επιστροφή στο λευκό νησί», όπου «νησί» γίνεται το ξενοδοχείο της μνήμης, σκονισμένο και υγρό από τον χρόνο, όμως είναι εκείνο που ως σπηλιά κρατάει μνήμες αγαπημένες. Πολύ τρυφερό είναι και το ποίημα, το αφιερωμένο στη μνήμη του αγαπημένου ποιητή Ν. Βρεττάκου, με τίτλο την πατρώα γη του, την «Πλούμιτσα». Με την τεχνική της αντίθεσης, του διαρρέοντος χρόνου του νυν και του τότε, με τις ρίζες των δέντρων να κρατούν «γερά τα κόκαλα των νεκρών», με τα άψυχα να συνομιλούν με τα έμψυχα και να αλληλοσυμπληρώνουν εικόνες και αισθήματα, ο ποιητής βλέπει, νιώθει, αισθάνεται και γράφει τα αόρατα ως ορατά. Εκεί στο πέτρινο κεφαλόσκαλο ο ποιητής συναντά τον ανθρωποκεντρικό ρυτιδιασμένο από τον χρόνο Βρεττάκο να μιλάει για αγάπη. Η πέτρα του καλοκαιριού γίνεται ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε εκείνες τις εποχές και στο τώρα της γραφής του Γ. Παππά, που ακούει γέλια, κλάματα, φωνές, εποχές και ομιλίες. Βλέπει με τα μάτια της ποίησης και της καρδιάς του τον ποιητή της αγάπης, της φύσης, της Σπάρτης και του Ταΰγετου να κρατάει στα χέρια «άνθη πορτοκαλιάς και σφαγμένα αηδόνια/ μελισσολόι στα μαλλιά του», αλλά με το πρώτο άστρο της μέρας ο ποιητής τού καλωσορίσματος χάνεται «χαμογελώντας», διότι οι αγαπημένοι άνθρωποι και ποιητές επιλέγουν ώρες δειλινές ή νυχτερινές, ώρες σιωπής και ονείρων να μας μιλούν έτσι που μόνον μια άλλη καταγραφή και εσωτερική φωνή μπορεί να τους ακούσει. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό και υποβλητικό ποίημα, τοποθετημένο ως δρώμενο σε χώρο και χρόνο, σε σκηνικό με δρώντα πρόσωπα. Τόπος έμπνευσης η επίσκεψη του ποιητή στον παππού Βρεττάκο, στην Πλούμιτσα το 2012.

 Το ταξίδι στην ιερή Δήλο γεννάει άλλο ένα ποίημα, με κατάδυση στο τότε όπου οι: «ελληνικές χλαμύδες και μεταξωτοί χιτώνες» ανεμίζουν καταργώντας τον χρόνο, όπου μυρίζουν μπαχαρικά εξωτικά και γεμίζουν την ατμόσφαιρα φωνές από πολύγλωσσο πλήθος σαν εκείνες της Αιγύπτου, οπότε εκεί ανάμεσα στο πλήθος «περπατάει σκεφτικός στην προκυμαία» και ένας άλλος αγαπημένος ποιητής, ο Αλεξανδρινός. Με τέτοια ποίηση ζωντανή από αρώματα και φωνές του παρελθόντος μας μιλάει στην ψυχή ο Γιάννης Παππάς. Αυτά και ακόμα λίγα ποιήματα συγκροτούν την ενότητα των ποιητών, από τον κατάλογο των οποίων δεν απουσιάζει ούτε ο Γ. Μαρκόπουλος, όπου, μέσα από παρομοιώσεις και συνειρμούς, σαν αποφθέγματα πέφτουν οι ποιητικές εικόνες, όπως:

 

                 «Το ποίημα πρέπει να είναι δραστικό.

                    Να τρώει σαν το κύμα τον βράχο.

                   Σαν την σπιρτάδα του πορτοκαλιού

                   να τσούζει τα μάτια.» (σελ. 29).

 

 Ακολουθεί  ο ορισμός του ποιήματος στο ποίημα: «Ένα πουλί είναι το ποίημα,», όπου γίνεται σύνδεση της δεύτερης στροφής με την τρίτη, μέσα από λέξεις- πατήματα, όπως: ποίημα, ποίηση, θάλασσα δροσερή και ποιητής, που συνυπάρχουν, διότι το ποίημα δεν είναι μόνον δροσερό σαν τη θάλασσα αλλά είναι και ο απέραντος μπλε χώρος πάνω από τον οποίο ταξιδεύει το πουλί-ποίημα. Έτσι και ο ποιητής δεν είναι παρά «ένας φτωχός εκπαιδευτής πουλιών», όπως γράφει ο Παππάς,  αλλά πουλιών- ποιημάτων πολύ καλών, που πετούν και φωτίζουν θάλασσα και ουρανό. Είναι ένα δυνατό ποίημα δέκα συμπυκνωμένων και δραστικών στίχων. Συγκλονιστικό είναι και το ερώτημα που τίθεται στο επόμενο ποίημα με τις κόρες της Αμφίπολης: «Τι δουλειά έχουμε εμείς στον κόσμο σας;», που μετά από τη σιωπή του διάκενου, έρχεται ένα καταγγελτικό «γιατί» από το παρελθόν και την άφθογγη φωνή των αγαλμάτων που ταυτίζονται με τη φωνή και τη γραφή του ποιητή, π.χ. «Γιατί ενοχλείτε τον ύπνο των αγαλμάτων;». Σε άλλο ποίημα ο «Γενέθλιος τόπος» μετριέται με Ψυχοσάββατα, καθώς όταν φεύγουν οι οικείοι μας γίνονται μνήμη και επισκέψεις επιτόπιες τα Ψυχοσάββατα. Ο νόστος της πατρικής γης του ξενιτεμένου, που συνομιλεί με το δημοτικό τραγούδι,  ο ταχυδρόμος που δεν πάει στον παράδεισο το πολυπόθητο γράμμα του ξενιτεμένου πατέρα στον γιο του, όλα συγκροτούν ψηφίδες ζωής βαθύτατα ανθρώπινες σε άλλο ποίημα. Στους αγαπημένους νεκρούς εντάσσεται και ο Ελπήνωρ, που τον ξέχασε άταφο ο Οδυσσέας μέσα στην πολυπραγμοσύνη του και ζητάει  τα καθιερωμένα στους νεκρούς για να ησυχάσει, με την επιθυμία το κουπί να μπει στον τάφο του, όπου βιβλιακές μνήμες από το παρελθόν και ήθη και έθιμα του παρόντος ταυτίζονται και διαχέουν το αξιακό δυναμικό τους στη σύγχρονη εποχή.

  Ακολουθούν δύο ποιήματα μνήμης στους γλύπτες Γεράσιμο Σκλάβο και Δημήτρη Αρμακόλλα, που έχασαν τη ζωή τους σε ώρα εργασίας, κάτι που καταδεικνύει την ταύτιση με το έργο τους, το οποίο από ζωή, από πάθος και αφοσίωση έγινε θάνατος. Αυτά τα καλλιτεχνικά- εργατικά ατυχήματα, που γίνονται ελάχιστα γνωστά, αναδεικνύει με πολλή ευαισθησία ο ποιητής.

   Ακολουθεί το ποίημα «Η μελαγχολία του Ηράκλειτου», αφιερωμένο στον ποιητή Ηλία Γκρή, όπου παρουσιάζεται ο φιλόσοφος και στοχαστής της αρχαιότητας ως άνθρωπος και πολίτης, που είχε κακό τέλος, μακριά από τους ανθρώπους, αλλά προβάλλεται η έντιμη πολιτική του στάση, καθώς αρνήθηκε την προστασία του Δαρείου, στην οποία πολλοί πολιτικοί κατέφυγαν. Ακολουθεί το ποίημα με τον σημαίνοντα τίτλο ότι διάλογος με τον θάνατο είναι ανύπαρκτος, αφιερωμένο στον ποιητή Αντ. Φωστιέρη, αφού στο τέλος ο θάνατος πάντα νικάει. Ο ποιητής τον περιφρονεί μέσα από τη ρητορική του ερώτηση και τη θέση- στοχασμό, π.χ. «Όμως, εμένα τι με νοιάζει ο θάνατος;/ Όταν θα ’ρθεί δεν θα ’μαι εκεί να τον υποδεχτώ» (σελ. 42). Το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της, όπου το μέλλον παρομοιάζεται με παιδί ατίθασο, ενώ η ζωή τρέχει στη δύση της τόσο γρήγορα. Και συνάγεται το στοχαστικό επιμύθιο στον μετεωρισμένο στίχο ότι «Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος. Κι αν είδες, είδες», με επιστροφή από το τίποτα πριν τη γέννηση στο τίποτα μετά τον θάνατο. Μια αστραπή, λοιπόν η ζωή, ένας κύκλος από την ανυπαρξία στην ανυπαρξία, αυτό το ποίημα λέει τα σύκα σύκα, όπως θα έλεγε και ο ποιητής. 

  Σε μια άλλη άτυπη ενότητα ο ποιητής τιμάει με τα ποιήματά του την αγέρωχη στάση ανθρώπων της επιστήμης και των γραμμάτων, όπως ήταν ο Τζορντάνο Μπρούνο, που αρνήθηκε στους Ιεροεξεταστές την ικανοποίηση της μετάνοιάς του, στάση αγέρωχη για εκείνη την εποχή, που ο μεγάλος Ιεροεξεταστής τον εκδικήθηκε καθιερώνοντας το κάψιμο των βιβλίων του συγγραφέα, τακτική που πολλοί εζήλωσαν και στο πρόσφατο παρελθόν μας. Ακολουθεί το «Κι όμως γυρίζει…» του Γαλιλαίου, που τιμωρήθηκε το 1633, καθώς οι άνθρωποι που προπορεύονται της εποχής τους αναγνωρίζονται στο μέλλον. Έτσι, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β΄ ζήτησε συγγνώμη το 1992 για την πράξη αυτή της καθολικής εκκλησίας αιώνες μετά. Αγέρωχη ήταν και η στάση των Αν. Πολυζωίδη και Γ. Τερτσέτη, οι οποίοι αρνήθηκαν την καταδίκη των αγωνιστών σε θάνατο, του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα, με εστίαση στη μεγάλη καρδιά του Κολοκοτρώνη, που συγχώρησε τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Σχινά, δίνοντας παράδειγμα ανωτερότητας και έχοντας κατά νου πάντα το καλό της πατρίδας. Ανάλογη τύχη είχε και ο αγωνιστής Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, που πέθανε ζητιάνος, ένας στρατηγός ελευθερωτής της πατρίδας του, που, όμως, δεν καταδέχτηκε ούτε σε αυτήν την κατάσταση να κατηγορήσει την πατρίδα του στον ξένο τον Μεγάλων Δυνάμεων, τέτοιες λιονταρίσιες ψυχές ήταν εκείνοι οι αγωνιστές, τους οποίους τιμάει με την ποίησή του ο Γ. Παππάς και απονέμει δικαιοσύνη, ποιητικά, έστω και αργά, που καταδεικνύει όλο το εύρος του ανθρωποκεντρισμού στην ποίησή του. Συγκλονιστικό είναι και το ποίημα με έναν άλλο μεγάλο τον Αουγκούστ Λαντμέσερ, ο οποίος αρνήθηκε να χαιρετήσει ναζιστικά τον Φύρερ, έμεινε ακίνητος, αλλά έχασε τη γυναίκα και τις δύο κόρες του. Παραδείγματα δύναμης και αντίστασης παρουσιάζει ο ποιητής, όπως είναι το επόμενο, αφιερωμένο στον βίο του μεγάλου ποιητή της Ιταλικής Αναγέννησης, τον Δάντη, που καθιέρωσε την ομιλούμενη ιταλική γλώσσα στο σημαντικό έργο του: Θεία Κωμωδία, έργο κλασικό. Ο Δάντης, ο αγαπημένος του Καζαντζάκη, ταπεινώθηκε στη ζωή, διώχτηκε από τη Φλωρεντία που υπεραγαπούσε, αλλά μετά θάνατο τον θυμήθηκαν, διότι ήταν ένδοξος: «μα νεκρό και ένδοξο τον ήθελε στην αγκαλιά της», όπως λέει ο Γ. Παππάς. Από το Πάνθεο των μεγάλων δεν απουσιάζει και ο Σολωμός, που η συνάντησή του με τον Σπ. Τρικούπη υπήρξε μοιραία, καθώς στο εξής θα γράφει την ποίησή του στα ελληνικά, στην ομιλουμένη,  και έτσι έγινε ο Δάντης της Ελλάδας. Ποιητικό μνημόσυνο γίνεται και στον Α. Κάλβο, από τον οποίο δεν έχουμε φωτογραφία, παρά μόνον περιγραφή του πορτρέτου του από το διαβατήριο που δημοσίευσε το Βρετανικό προξενείο το 1826, τα οποία παραθέτει ο ποιητής. Αφιέρωμα έχει και «Το αγόρι με το μαγνάδι», ο Αγγ. Σικελιανός, που το μαγνάδι/ προσωπίδα το έκαμε φυλακτό. Τον παρουσιάζει ο ποιητής ως «εραστή της μάνας γης/ και νυμφίο του πατέρα ουρανού./ Ένας μανιασμένος Απόλλωνας» (σελ. 58), ένας ξεχωριστός ένθεος ποιητής ήταν ο Σικελιανός. Αυτό αποκαλύπτεται και στο επόμενο αφηγηματικό ποίημα του Γ. Παππά, που αναπαριστά με δική του έμπνευση τη συνάντηση Ελύτη και Σικελιανού. Επίσης, με αφορμή τη ρήση του Ηράκλειτου για τον χρόνο, που αποτελεί εδώ προμετωπίδα, αναπτύσσεται η άποψη του ποιητή για τον αειθαλή χρόνο από τον οποίο ως θνητοί ζούμε μόνον στιγμές, π.χ. «Και είμαστε σάρκα ο χρόνος./ Και το ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω», διότι ο ανθρώπινος χρόνος είναι σαν το νερό που φεύγει μέσα από τα δάχτυλα.

  Αξίζει να προστεθεί ότι η ποιητή συλλογή έχει και κάποια γραφιστικά που συνομιλούν, προεκτείνουν ή φωτίζουν τον ποιητικό λόγο. Θα έλεγα, επίσης, ότι η ενότητα με τίτλο «Θα μνημονεύσω» λειτουργεί ως επίλογος, όπου ο ποιητής παραθέτει είκοσι ολιγόστιχα ποιήματα, εμπνευσμένα από ό,τι τον σημάδεψε στη ζωή, ως ψηφίδες ζωής, που γίνονται εικόνες-μνήμες.

  Γενικά, πρόκειται για ποιήματα πολυεπίπεδα, με εξαίρετη ποιητική τέχνη συγκροτημένα. Αξίζει τα συγχαρητήρια και αυτή η εργασία του φίλου ποιητή, που κοσμεί με τα ποιήματά του τα ελληνικά γράμματα.


Η Χριστίνα Αργυροπούλου είναι φιλόλογος, επίτιμη σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Γιάννης Χρυσανθόπουλος, Η μολυσμένη σιωπή στην πόλη. Κώστας Καναβούρης, Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ – μικρή ανθολογία προβλημάτων

 

Η μολυσμένη σιωπή στην πόλη

Γράφει ο Γιάννης Χρυσανθόπουλος //

 

 https://www.fractalart.gr/i-molysmeni-siopi-stin-poli/

 

 

Κώστας Καναβούρης «Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ – μικρή ανθολογία προβλημάτων», εκδ. Πόλις

Κάθε ποιητής έχει διαλέξει το δικό του σύμπαν για να εκφρασθεί. Έχει επιλέξει και τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει. Η θεματολογία και οι λέξεις είναι από τα χαρακτηριστικά που τον ξεχωρίζουν από άλλους ομότεχνους.

Ο Κώστας Καναβούρης είναι ένας από την χαμένη γενιά της μεταπολίτευσης, αφού είδε τις απανωτές διαψεύσεις του οράματος που χτίστηκε μετά την πτώση της χούντας. Οι διαψεύσεις έχουν αφήσει πίσω τους μια εικόνα πλήρους κατάρρευσης και εκφυλισμού θεσμών και αξιών. Η συλλογή ποιημάτων που μας παρουσίασε στην τελευταία δουλειά του σε όλους τους τίτλους φέρουν πρώτη λέξη, τη λέξη πρόβλημα.

Αν δίναμε γενικές επισημάνσεις για την ποιητική συλλογή του Κώστα Καναβούρη Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ – μικρή ανθολογία προβλημάτων θα καταφεύγαμε στις παρακάτω διαπιστώσεις:

1.Τα ποιήματα ή μικρή ανθολογία προβλημάτων της ποιητικής συλλογής του, αποτελούν μια τομογραφία της τέχνης της ποίησης, της κοινωνίας, της πολιτικής, του πολιτισμού, της υπαρξιακής αγωνίας του ανθρώπου και γενικά της σημερινής και της μελλοντικής ανθρώπινης κατάστασης. Αυτό σημαίνει τη σε βάθος ανίχνευση της αθέατης όσμωσης που διαχέεται πάνω από τα κεφάλια μας, αλλά με γυμνό μάτι δεν μπορεί να ειδωθεί. Άλλωστε αυτός είναι ο προορισμός της τέχνης να φέρνει στο φως της μη ορατές πλευρές της ζωής, που βιώνουμε σε όλες τις διαστάσεις της.

2. Κάθε ποίημα αφορμάται από διάφορες ανθρώπινες καταστάσεις ή ακόμη από κάποια ιδέα, εικόνα ή σκέψη, και ξεδιπλώνεται με εύληπτο τρόπο το θέμα που πραγματεύεται, άλλοτε με λυρικό τρόπο και συναίσθημα και άλλοτε με σκληρό τρόπο, ώστε να μας προσγειώνει στην πικρή αλήθεια της μνήμης για τη ζωή.

«Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ» ήταν η εναρκτήρια πυροδότηση και η αφορμή, γιατί στην ταινία του Αντονιόνι, αποτυπώνεται εξέγερση στο κέντρο του Καπιταλισμού: της ΗΠΑ. Η ταινία είναι εμπνευσμένη από τις εξεγέρσεις της νεολαίας του Μάη του ’68 και όσες ακολούθησαν. Στην πρώτη προβολή της δεν είχε τύχη, αργότερα άρχισε να ξαναβλέπεται και να προσέχετε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Η ταινία δίνει καθαρά μια έκρηξη – εξέγερση – η οποία είναι με σύνθεση εικόνων που φανερώνουν την πολυδιάστατη και περίπλοκη Λερναία Ύδρα του κέντρου του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

3. Σε κάθε ποίημα στους δυο ή τρεις τελευταίους στίχους, ανοίγει το θέμα που πραγματεύεται, ώστε ο αναγνώστης να μην μείνει μόνο στην ανάπτυξη, που του δίνει ο ποιητής, αλλά αφήνονται πολλές διαφυγές για σκέψεις και περαιτέρω αναγνώσεις. Θα τολμήσω να τους ονομάσω ακροτελεύτιοι στίχοι που κλείνουν το ποίημα. Είναι σαν μελαγχολικοί χρησμοί.

Αντιγράφω μερικούς στίχους από το ποίημα "Το πρόβλημα της αισθητικής"στη σελίδα  13:

Στο μεταξύ, επιβάτες

ανεβαίνουν και κατεβαίνουν από το ποίημα,

είναι πολύ κουρασμένοι,

γιατί γνωρίζουν πως ο προορισμός

παραμένει διαρκώς μακρινός.

Το τρόλεϊ ξεκινάει για την επόμενη στάση,

μετατρέποντας έτσι το χρόνο

σε καθαρό πρόβλημα αισθητικής,

Ο χρόνος εδώ φορτώνεται προβλήματα και τα μετατρέπει σε αντικείμενα της πόλης. Εδώ για το πρόβλημα της αισθητικής, ουσιαστικής σημασίας για την ανθρώπινη υπόσταση, παίρνει τη μορφή του τρόλεϊ. Έχουμε να κάνουμε με μια απέραντη μελαγχολία, η οποία κατακλύζεται με τον εκφυλισμό της αισθητικής πρώτιστα στην ίδια τη ζωή.

4. Ιδιαίτερη αξία έχουν τα ποιήματα αυτά καθ’ εαυτά, και αφορούν: την ποίηση, το ποίημα και τον ποιητή, δηλαδή, την τέχνη, το δημιούργημα και τον δημιουργό. Αν και στα περισσότερα ποιήματα ενυπάρχουν δίχως να κατονομάζεται η ποίηση, το ποίημα και ο ποιητής.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής είναι απλή, δίχως λεκτικούς εντυπωσιασμούς, με λέξεις σπάνιες και εξεζητημένες. Έχει κατορθώσει με τις απλές καθημερινές λέξεις να εκφραστεί ποιητικά και να αποδώσει σε άριστο βαθμό το θέμα που πραγματεύεται. Η λιτότητα στη χρήση λέξεων στο ποίημα είναι αρετή. Κυριαρχεί συνήθως το εμείς, της χαμένης συλλογικότητας στο κόσμο μας.

Αφηγείται τα ποιήματα σε όλα τα πρόσωπα ενικού και πληθυντικού αριθμού. Στο ίδιο ποίημα έχουμε χρήση και δύο προσώπων.

Ζούμε σε μια μολυσμένη εποχή, καθώς η σιωπή κυριεύει τα πάντα. Και ο ποιητής μας λέγει : μιας μολυσμένης σιωπής που ξεχύνεται αδιάκοπα (σελ.35). Γι’ αυτό Το πρόβλημα αρχίζει στη σιωπή/και στη σιωπή το πρόβλημα τελειώνει.(σελ.32).

Τίθεται το ερώτημα στο ποίημα στη σελ.32: Πόσο ηθικό είναι να σιωπάς;/Πόσο ηθικό είναι να πεθαίνεις στη σιωπή;

Έτσι μετά τη σιωπή ξεπετάγεται δέσμη προβλημάτων, έχουμε μια αέναη ανακύκλωση της σιωπής και της μολυσμένης ζωής. Κι όπως λέγει ο ποιητής στη σελ. 50 « ο πόνος ανακυκλώνεται, δεν μεταγγίζεται,»

Η μνήμη κατακερματίζεται συνεχώς και τα κενά της παραμένουν χάσματα κοινωνικής ασυνέχειας, όπως παρουσιάζεται στο ποίημα «Το πρόβλημα της μνήμης». Ο χρόνος μετρούμενος με αριθμούς ως το δέκα, κατά το δεκαδικό σύστημα της μηχανής που αντικατέστησε τον ανθρώπινο νου, κάτι σαν την μέτρηση στο παιχνίδι του κρυφτού. Εδώ έχουμε την πλήρη κάλυψη των πάντων με τον υπολογιστή, με ότι αυτό σημαίνει, όπως ήδη φαίνεται.

Οι λέξεις πείνα και πεινώ είναι κομβικές, έχουν λάβει θέση σε πολλά ποιήματα του Κώστα Καναβούρη. Παράδειγμα: «πέθαναν από πείνα όλες οι απελπισίες» (σελ.64). Στο ποίημα : «Το πρόβλημα του φόβου» μας λέει γιατί: η πείνα είναι ο φόβος. Ο Αναγνωστάκης στο ποίημα: «Η αγάπη είναι ο φόβος» μας είπε: η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους-Συλλογή Εποχές 3 . Στον Καναβούρη είναι πιο σκληρή η ψυχική κατάσταση του φόβου.

 

 

Κώστας Καναβούρης

 

Αν σκεφτούμε ότι η πείνα είναι πρωταρχική ανάγκη κάλυψης του ανθρώπου για να συνεχίσει η ζωή, αν τούτο το αναγάγουμε στα χρόνια μας, αυτή την ανθρώπινη κατάσταση, δύο εκδοχές έχουν ως ανάγνωση σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης μοίρας. Η μία είναι ότι στη μεγάλη προσφορά αγαθών κάθε είδους για να καλυφτούν ανάγκες επιβίωσης και δημιουργημάτων των γραμμάτων και της τέχνης, αυτό συνιστά πληθωρισμό, που σημαίνει κατάπτωση. Η άλλη είναι ότι το παγκόσμιο σύστημα δημιουργεί ανάγκες για να μεγιστοποιεί το κέρδος μέσω του marketing, το οποίο έχει αναχθεί σε μέγιστο επιστημονικό επίτευγμα, γιατί αυτό βολεύει το παγκόσμιο σύστημα, να μεγιστοποιεί αέναα το κέρδος.

Ζούμε, λοιπόν, το κυνήγι του τίποτα δίχως δισταγμό και φρένο, δίχως να λογαριάζεται ούτε το ποτάμι, αίμα που χύνεται κάθε λεπτό στον κόσμο. Ο εκφυλισμός από την υπερκατανάλωση σε κάθε επίπεδο της ζωής διαχέεται και μολύνει και δεν λύνει προβλήματα, αλλά δημιουργεί στη λύση του κάθε προβλήματος μελλοντική δέσμη προβλημάτων.

Ο Καναβούρης έχει μια εκλεκτική συγγένεια με τον Αναγνωστάκη . Επειδή ήταν ο πρώτος που είδε τη μελαγχολία της εποχής μας, μιας εποχής που στέρεψε από όνειρα και όραμα. Ο κόσμος, τελικά, σχετίζεται άμεσα με την πόλη.

« Ό,τι προλάβεις να δεις στο φως μιας αστραπής:» (σελ 45), μας επισημαίνει ο ποιητής, και τούτο το βλέπεις στιγμιαία. Περιμένεις την επόμενη αστραπή για να δεις την πόλη, αλλά όταν έρθει, θα δεις πιο καθαρά την παρακμή. Γιατί η πόλη καταναλώνει και παράγει σκουπίδια, αίμα και θάνατο.

Τα πρόσωπα της τέχνης και της φιλοσοφίας που έχουν λάβει θέση στα ποιήματα του Κώστα Καναβούρη: Ο Ελύτης με το κορίτσι που περνάει με το ποδήλατο, και γερνάει. Ο Σπινόζα που αιώνες τώρα πεθαίνει. Ο Φελίνι με την ώρα οχτώ και μισή ή εννιά και μισή του Χάϊνριχ Μπελ ώρα για μπιλιάρδο. Ο Στέφαν Τσβάιχ με την ανεπανάληπτη Σκακιστική Νουβέλα, που τη γράφει και μετά αυτοκτονεί. Το κάψιμο του Ιούδα. Η αγωνία του Αλεξανδρινού Καβάφη. Η Φρίντα Κάλο, ο δολοφόνος του Τρότσκι Ραμόν Μερκαντέρ και ο ζωγράφος Ντιέγκο Ριβέρα. Ο ποιητής Τράκλ. Οι Τζιμ Μόρισον, Τζίμι Χέντριξ και Κερτ Κομπέιν .

Και τέλος ο Βάλτερ Μπένγιαμιν που παρά το πρόωρο τέλος του είδε μέσα από τα δοκίμιά του καθαρά να καταφθάνει ένας κόσμος κατακερματισμένος.

Τελικά η μόλυνση έχει εισχωρήσει πολύ βαθιά στον καπιταλιστικό κόσμο, οι τομές που κάνουν τα ποιήματα του Κώστα Καναβούρη φωτίζουν το βάθος της.

 

 

Πάτρα 20 Δεκέμβρη 2025

Γιάννης Χρυσανθόπουλος

 

 

Το κείμενο διαβάστηκε στην 1η Συνάντηση Λογοτεχνών που διοργάνωσε το ηλεκτρονικό περιοδικό Διαπολιτισμός σε συνεργασία με τις εκδόσεις Διαπολιτισμός στο Μηχανουργείο Πολυχώρο πολιτισμού – θεάτρου τέχνης, στις 19-20 Δεκεμβρίου 2025.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου Για τον Ανδρέα Φραγκιά



 Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου

 

Μερικά στιγμιότυπα μνήμης

Για τον Ανδρέα Φραγκιά


Από αριστερά: όρθιος ο Ανδρέας Φραγκιάς. Καθιστοί; Αλεξάνδρα Φραγκιά, Όλγα Αλεξανδροπούλου, Κούλα Φραγκιά, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος.  


 

Όλα ξεκίνησαν με τη νυχτερινή εισβολή του στο σπίτι μας. Εκείνη την ημέρα του Νοέμβρη του 1964 ο Αντρέας έφτασε στη Μόσχα και χτύπησε την πόρτα μας. Τον έφερε ως εκεί ο καλός μας φίλος Δημήτρης Σπάθης. Είμαι σίγουρη πως ο Αντρέας δεν είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο ούτε πριν ούτε μετά. Όλοι μας ξέρουμε πόσο ήταν διακριτικός και συνεσταλμένος. Εμείς, κατάκοποι από τη δουλειά μας και τη φροντίδα την κόρης μας μόλις  7 μηνών, ετοιμαζόμασταν για ύπνο. Πετάξαμε από τη χαρά μας. Έγινε κάτι που σα να ήταν αναμενόμενο και για τον Αντρέα και για το Μήτσο. Η αναγνώριση πως η προαίσθησή τους δεν τους ξεγέλασε, ότι η διάγνωση που έκαναν – του συγγραφέα και του ανθρώπου, διαβάζοντας ο Μήτσος το Άνθρωποι και σπίτια και ο Αντρέας το Νύχτες και αυγές βγήκε σωστή. Ήταν της ίδιας γενιάς, στα εφηβικά τους χρόνια, κρίσιμα για τη χώρα, έκαναν κοινή επιλογή, που και τότε και έπειτα την θεωρούσαν ως μόνη ενδεδειγμένη και έντιμη, χωρίς ποτέ να επικρίνουν άλλους για την απουσία τους. Ήταν φανερό από τότε και επιβεβαιώθηκε μετά πως δε θα εξαργύρωναν ό,τι είχαν προσφέρει, δε θ’ ανακατεύονταν στα πολιτικά δρώμενα, ό,τι είχαν να πουν, θα το έλεγαν μέσα από το έργο τους. Με ελεύθερη κριτική θεώρηση και διαχρονικό ιστορικό και υπαρξιακό αναστοχασμό. Ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά με τον ίδιο στόχο και με συγγενείς αισθητικές αναζητήσεις. Με αμετάθετη προσήλωση στις Θερμοπύλες που τις είχαν διαμορφώσει από τα νιάτα τους οι ίδιοι.

Το άλλο πρωί ήταν πάλι κοντά μας. Μπαίνοντας ρώτησε: «Πού είναι το παιδί;» Τη σκηνή που ακολούθησε την είχε περιγράψει- με τον απαράμιλλο δικό του ύφος όπου το κωμικό ήταν μέσα στο απολύτως σοβαρό,- σε πολλούς φίλους στην Αθήνα, αργότερα έτυχε να το ακούσω κι εγώ. Του δείξαμε προς την πλευρά του μπαλκονιού. Με τους γονείς που έμπλεξε η Όλγα, αντί να την βγάζουν σε κανένα κοντινό πάρκο, έπαιρνε τον οξυγόνο της στο καροτσάκι έξω στο μπαλκόνι του 8ου ορόφου της πολυκατοικίας μας. Κοιμόταν στη γούνινη φόρμα της που άφηνε ακάλυπτο μόνο το πρόσωπό της. Ο καιρός ήταν και για τους μοσχοβίτες χειμωνιάτικος, πόσο μάλλον για έναν Αθηναίο.

Έφευγα εγώ για τη δουλειά μου, τους άφηνα να κάθονται – καθαρά μοσχοβίτικη συνήθεια –στη μικροσκοπική κουζίνα μας, αντικριστά. Εκεί τους έβρισκα, επιστρέφοντας – πίνανε καφέ, ο Αντρέας κάπνιζε ασταμάτητα.  Κάτι τρώγαμε, βγαίναμε βόλτα και οι τέσσερις (η Όλγα στο καρότσι).  Κινούσαμε για μεγάλες διαδρομές – προς την παλιά συνοικία Αρμπάτ, γνωστή για τα όμορφα σπίτια της του 19ου αιώνα. Ύστερα από τρεις και πλέον δεκαετίες, αναπολώντας αυτές τις βόλτες ο Μήτσος έγραψε: «Δε θυμάμαι άλλον τόσο αλληλέγγυον για το παλιό σπίτι. Εκείνοι οι περίπατοι, τραβώντας από κοντά το καρότσι με το παιδί, μου είναι αξέχαστοι, χτυπάνε μες στους σφυγμούς μιας φιλίας που μου ήταν και μένει πάνω από εκτιμήσεις και λόγια…»

*

Έγινε ένα θαύμα και είδα τον Αντρέα μερικούς μήνες μετά στην Αθήνα. Κινήθηκαν κάποιοι συμπατριώτες και φίλοι του Μήτσου (έφτασαν στον Θανάση Κανελλόπουλο) προκειμένου να μου δοθεί η άδεια να έρθω στην Ελλάδα με την Όλγα, να τη δουν οι γονείς του Μήτσου που είχαν χάσει στον εμφύλιο δυο γιους και ο τρίτος,  με τρεις θανατικές καταδίκες,  δεν ήταν δυνατόν να έρθει. Πήγα στο σπίτι του Αντρέα, γνώρισα τη μητέρα του, την κυρία Αλεξάνδρα, που με εντυπωσίασε με την αφοριστική σοφία του λόγου της, τη στοργική Κούλα, σταθερό στύλο της οικογένειας, τα κορίτσια – την Αλεξάνδρα και την Άννα. Θαύμασα τα εικαστικά του Αντρέα και είχα το θράσος να διεκδικήσω τα «Αγκάθια» του. Πριν φύγω για τη Μόσχα έλαβα ένα ακριβέστατο αντίγραφο. Αρκετές φορές είχαμε ειδωθεί στην εφημερίδα και σε ένα καφενείο στην Ομόνοια. Ήταν η εποχή που ο Αντρέας έγραφε την πρώτη μορφή του Λοιμού. Την ημέρα στην εφημερίδα, τη νύχτα στο γράψιμο. Ένας ίσκιος με πονεμένα μάτια που κάθε τόσο έλεγαν να κλείσουν.

Το 1967 είχα στα χέρια μου το διαβατήριο να ξαναπάω στην Ελλάδα. Παρενέβη η δικτατορία.  Οι Φραγκιάδες πήγαν για ένα διάστημα στη Γαλλία, αλλά δεν άντεξαν, γύρισαν πίσω. Θα ξαναϊδωθούμε πια στην μεταπολίτευση – πρώτα ο Μήτσος, το Γενάρη του 1975, το καλοκαίρι - εγώ με την Όλγα, ο παππούς και η γιαγιά είχαν να την δουν 10 χρόνια. Ο Μήτσος δεν μπόρεσε να έρθει μαζί μας. Επιστρέφοντας από την Ελλάδα, κάτω από το βάρος μεγάλης υπερέντασης και πολλών συγκινήσεων, έπεσε με βαριά πνευμονία, οι γιατροί τον κράτησαν όλο το καλοκαίρι σ’ ένα θεραπευτήριο, φοβόντουσαν μη φουντώσει η παλιά φυματίωση. Τον επισκέπτονταν και τον φρόντιζαν οι φίλες μου.

Ακολούθησαν πάρα πολύ δύσκολα μετέωρα χρόνια – μεταξύ Αθήνας και Μόσχας. Χωρίς στέγη στην Αθήνα, χωρίς οικονομικό στήριγμα, εκτός των συγγραφικών δικαιωμάτων στον «Κέδρο» και στη «Σύγχρονη Εποχή», που δεν μπορούσαν να σώσουν την κατάσταση. Με τη βοήθεια της αγαπημένης μας Νανάς Καλλιανέση βρέθηκε ένα δυαράκι στην Κυψέλη – με συμβολικό νοίκι, αφού μας το παραχώρησε η φίλη της η Κατίνα. Το προετοίμασαν για τον ερχομό μας μαζί με τη Νανά η Μάρω Δούκα και η Νινέττα Μακρυνικόλα. Δεν μπορούσαμε όμως να το κρατήσουμε για το διάστημα που θα ήμασταν στη Μόσχα. Κι εδώ, ως deus ex machina, παρουσιάστηκε ο Αντρέας: ξενοικιάστηκε το ισόγειο διαμέρισμα στο σπίτι τους, μετέφεραν εκεί την θεία του Αντρέα, έμεναν ελεύθερα δύο δωμάτια, μπορούσαμε να τα καταλάβουμε. Έτσι μετακομίσαμε κοντά τους, χωρίς να υποψιαζόμαστε τι δοκιμασία μάς ετοίμαζε το άμεσο μέλλον και πόσο σωτήρια θα είναι η δική τους συμπαράσταση.

Το φθινόπωρο του 1978 περιμέναμε να πάρουμε τα διαβατήρια για το ταξίδι στην Ελλάδα. Προέκυψαν δυσκολίες, δεν μας τα έδιναν. Είναι μια άλλη ιστορία που εδώ θα την παραλείψω. Θα σημειώσω μόνο, ότι αν φέρναμε εκείνη την οδυνηρή περιπέτεια σε φως της δημοσιότητας, θα έπαιρνε διαστάσεις πολιτικού σκανδάλου. Ο Μήτσος το απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκείνες τις μέρες πέθανε ο πατέρας του. Δεν μπόρεσε να βρεθεί στην κηδεία του. Και όταν τελικά καταφέραμε και πήραμε τα διαβατήριά μας, φτάνοντας στην Ελλάδα (πρώτος ο Μήτσος – αεροπορικώς, και μετά εγώ κι η Όλγα με το τραίνο) έπεσε πάλι με βαριά πνευμονία. Εν τω μεταξύ λόγω κάποιας παράλειψης  στη βίζα μας μάς κατέβασαν, εμένα και την Όλγα,  από το  τραίνο στην Ειδομένη. Τηλεφώνησα στον Αντρέα, εκείνος στον Γιάννη Κοντό, εκείνος στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο που γνώριζε και εκτιμούσε το έργο του Μήτσου – έτσι απαγκιστρωθήκαμε από την Ειδομένη και φτάσαμε στην Αθήνα όπου μας περίμεναν στον σταθμό ο Αντρέας με την Κούλα. Ο Μήτσος ήταν κατάκοιτος, δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Και όταν σε λίγο πέθανε και η μητέρα του, δεν ήταν σε θέση να κατεβεί στην Αμαλιάδα. Δε θέλω να δραματοποιήσω εκείνα τα γεγονότα, αλλά αν δεν είχαμε δίπλα μας τον Αντρέα και την Κούλα, φοβάμαι πως δεν θα τα βγάζαμε πέρα. Θυμάμαι εκείνα τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά μαζί τους. Την αδελφική στοργή τους. Τις ιδιαίτερα ζεστές σχέσεις του Μήτσου με την εξαιρετική κυρία Αλεξάνδρα, που τον έβλεπε σαν δεύτερο γιο της. Του έλεγε να μείνει μαζί τους, «κι ας είσαι κι εσύ σαν ετούτον και κάνετε τον άνεμο κουβάρι».

Μείναμε μαζί τους περίπου δύο χρόνια, ενώ δεν είχαμε ακόμα ξεκόψει από τη Μόσχα. Η Όλγα έπρεπε να τελειώσει το σχολείο, εγώ συνέχιζα τη δουλειά μου στο Ινστιτούτο σλαβικών και βαλκανικών μελετών της Ακαδημίας επιστημών. Από εκείνη την περίοδο θυμάμαι μια ιστορία που ήταν έμμεσα συνδεδεμένη με τον Αντρέα. Μια μέρα, μέσω του «Κέδρου», ο Μήτσος έλαβε πρόσκληση για συνάντηση με τον πρόεδρο της εταιρίας, που έβγαζε τότε την ελληνική έκδοση της σοβιετικής εγκυκλοπαίδειας, τον κ. Μπόμπολα. Του έγινε η πρόταση να αναλάβει την εποπτεία της σύνταξης. Περιττό να πω πως η αποδοχή της θα έλυνε τα άκρως δύσκολα οικονομικά μας προβλήματα. Ο Μήτσος έβλεπε ένα σοβαρό εμπόδιο: σε υπεύθυνη θέση εργαζόταν εκεί στενός φίλος του Αντρέα και δικός μας εν συνεχεία. Δεν ήθελε να θιγεί με κανέναν τρόπο και το είπε στον συνομιλητή του. Εκείνος απάντησε πως τέτοιο θέμα δεν υφίσταται, η συνεργασία του φίλου μας με την επιχείρηση πήγαινε πολύ καλά. Προέτρεπε τον Μήτσο να σκεφτεί και να δεχτεί την πρόταση και εν τω μεταξύ να συναντηθεί  με τον οργανωτικό υπεύθυνο της έκδοσης  Α. Φιλιππόπουλο. Και εκείνη η συνάντηση εξελίχτηκε σε πολύ θετικό κλίμα,  παράλληλα όμως έγινε αναφορά στη συνεργασία με τον Πατατζή και τον Λεντάκη που δημιουργούσε  στη διεύθυνση προβλήματα. Αυτό έβαλε τον Μήτσο σε σκέψη. Η εντύπωση που του έμεινε ήταν πως η δική του πρόσκληση στη σύνταξη κάποια σχέση πρέπει να είχε με την αναμενόμενη ρήξη.  Αυτό δε μπορούσε να το δεχτεί και το δήλωσε καθαρά.

Φαίνεται πως η απόφασή του είχε συγκινήσει τον Φιλιππόπουλο. Αργότερα, όταν ανέλαβε το «Έθνος», κάμποσες φορές του πρότεινε συνεργασία στην εφημερίδα. Κάποια πράγματα είχαν στο μεταξύ αλλάξει - τον Μήτσο τον είχε συνεπάρει τότε το βιβλίο του για τον Ντοστογέφσκι και το άλλο, οι Αρμένηδες, που έφτανε στο τέλος. Λίγο πριν βγει από τις εκδόσεις «Κέδρος», ο Φιλιππόπουλος παρακάλεσε έναν κοινό γνωστό, τον Θόδωρο Πορφύρη, να του πάρει μερικά κεφάλαια για προδημοσίευση. Τη χειρονομία του Φιλιππόπουλου ο Μήτσος  τη θυμάται σα μια από τις ελάχιστες εκδηλώσεις έμπρακτης συναδελφικής αλληλεγγύης που του έτυχε να δει εκείνα τα δύσκολα χρόνια.

Για την ιστορία με τη σοβιετική εγκυκλοπαίδεια ο Αντρέας έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον, τα λεπτά της σημεία ο Μήτσος δεν του τα αποκάλυπτε. Όταν όλα είχαν πια περάσει, τα είπαν κι αυτά. Ο Αντρέας κουνούσε το κεφάλι: «Έτσι κάπως, είπε στο τέλος, χαμογελώντας με τα ημίκλειστα μα τόσο φωτεινά μάτια του.  Τα σενάρια αυτά έχουν· θα το παίξουμε, δε θα το παίξουμε – θέμα δικό μας».

*

«Όσοι πέρασαν από το σπίτι μας, πήγαν από μας στο δικό τους σπίτι», έλεγε προς ενθάρρυνσή μας η κυρία Αλεξάνδρα. Έτσι ακριβώς έγινε και με μας: πουλήθηκε το άδειο πατρικό του Μήτσου στην Αμαλιάδα και πήραμε ένα τριαράκι στο Γκύζη που με δυσκολία χώρεσε τη βιβλιοθήκη μας - αποκλειστικό περιεχόμενο των κοντέινερς που έφτασαν από τη Μόσχα. Συμπαραστάτες στην εγκατάσταση – η Κούλα και ο Αντρέας. Με δέος αναλογίζομαι (ήμουν δυστυχώς μακριά) πως ο Μήτσος μόνος του συναρμολόγησε τα ειδικά ράφια της βιβλιοθήκης, κάρφωνε και βίδωνε και τοποθέτησε τα βιβλία, ενώ μας το είχαν πει πως έπρεπε να πάει για εγχείρηση καρδιάς.

Το 1983, όταν η Όλγα, τελειώνοντας το σχολείο, μπήκε στο Πανεπιστήμιο, ήρθα πια μόνιμα στην Ελλάδα. Τον Αντρέα και την Κούλα τους βλέπαμε συχνά, πηγαίναμε στη Λαοδάμαντος, αλλά πιο πολύ έρχονταν εκείνοι στην Παράσχου, η Κούλα πάντα με το λαχταριστό παστίτσιο στο ταψί. Υπέροχες οι συζητήσεις γύρω από το τραπέζι, καταπληκτικό το χιούμορ του Αντρέα με τις ανεπάντεχες στροφές της σκέψης του. Πρόλαβαν και ήρθαν και στο καινούργιο σπίτι. Οι συνομιλίες από κοντά γίνονταν πιο δύσκολες: ο Αντρέας δεν άκουγε καλά, ο Μήτσος δεν μπορούσε να του τα λέει πιο δυνατά. Τα λέγανε όμως πολύ καλύτερα, τακτικά και δίχως εμπόδια με το τηλέφωνο – κάποτε επί ώρες. Δεν θυμάμαι να είχαν ποτέ διαφωνήσει, η κουβέντα τους έρεε με πλούσια συμμετοχή και των δύο σε μια διαλογική του θέματος που αγγίζανε, ο καθένας από τη δική του οπτική γωνία, στηριγμένοι σ’ ένα κοινό ουσιώδες – τη στάση απέναντι στη ζωή και τη λογοτεχνία.


__________

Το κείμενο διαβάστηκε στο συνέδριο για τον Αντρέα Φραγκιά που οργανώθηκε στην Αθήνα το 2007 από το λογοτεχνικό περιοδικό Διαπολιτισμός

Κρεσέντσιο Σαντζίλιο, Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

    Κρεσέντσιο Σαντζίλιο Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου https://tapoiitika.wordpress.com/   Πότε αρχίσατε να ενδιαφέρεστε...