Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου Για τον Ανδρέα Φραγκιά



 Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου

 

Μερικά στιγμιότυπα μνήμης

Για τον Ανδρέα Φραγκιά


Από αριστερά: όρθιος ο Ανδρέας Φραγκιάς. Καθιστοί; Αλεξάνδρα Φραγκιά, Όλγα Αλεξανδροπούλου, Κούλα Φραγκιά, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος.  


 

Όλα ξεκίνησαν με τη νυχτερινή εισβολή του στο σπίτι μας. Εκείνη την ημέρα του Νοέμβρη του 1964 ο Αντρέας έφτασε στη Μόσχα και χτύπησε την πόρτα μας. Τον έφερε ως εκεί ο καλός μας φίλος Δημήτρης Σπάθης. Είμαι σίγουρη πως ο Αντρέας δεν είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο ούτε πριν ούτε μετά. Όλοι μας ξέρουμε πόσο ήταν διακριτικός και συνεσταλμένος. Εμείς, κατάκοποι από τη δουλειά μας και τη φροντίδα την κόρης μας μόλις  7 μηνών, ετοιμαζόμασταν για ύπνο. Πετάξαμε από τη χαρά μας. Έγινε κάτι που σα να ήταν αναμενόμενο και για τον Αντρέα και για το Μήτσο. Η αναγνώριση πως η προαίσθησή τους δεν τους ξεγέλασε, ότι η διάγνωση που έκαναν – του συγγραφέα και του ανθρώπου, διαβάζοντας ο Μήτσος το Άνθρωποι και σπίτια και ο Αντρέας το Νύχτες και αυγές βγήκε σωστή. Ήταν της ίδιας γενιάς, στα εφηβικά τους χρόνια, κρίσιμα για τη χώρα, έκαναν κοινή επιλογή, που και τότε και έπειτα την θεωρούσαν ως μόνη ενδεδειγμένη και έντιμη, χωρίς ποτέ να επικρίνουν άλλους για την απουσία τους. Ήταν φανερό από τότε και επιβεβαιώθηκε μετά πως δε θα εξαργύρωναν ό,τι είχαν προσφέρει, δε θ’ ανακατεύονταν στα πολιτικά δρώμενα, ό,τι είχαν να πουν, θα το έλεγαν μέσα από το έργο τους. Με ελεύθερη κριτική θεώρηση και διαχρονικό ιστορικό και υπαρξιακό αναστοχασμό. Ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά με τον ίδιο στόχο και με συγγενείς αισθητικές αναζητήσεις. Με αμετάθετη προσήλωση στις Θερμοπύλες που τις είχαν διαμορφώσει από τα νιάτα τους οι ίδιοι.

Το άλλο πρωί ήταν πάλι κοντά μας. Μπαίνοντας ρώτησε: «Πού είναι το παιδί;» Τη σκηνή που ακολούθησε την είχε περιγράψει- με τον απαράμιλλο δικό του ύφος όπου το κωμικό ήταν μέσα στο απολύτως σοβαρό,- σε πολλούς φίλους στην Αθήνα, αργότερα έτυχε να το ακούσω κι εγώ. Του δείξαμε προς την πλευρά του μπαλκονιού. Με τους γονείς που έμπλεξε η Όλγα, αντί να την βγάζουν σε κανένα κοντινό πάρκο, έπαιρνε τον οξυγόνο της στο καροτσάκι έξω στο μπαλκόνι του 8ου ορόφου της πολυκατοικίας μας. Κοιμόταν στη γούνινη φόρμα της που άφηνε ακάλυπτο μόνο το πρόσωπό της. Ο καιρός ήταν και για τους μοσχοβίτες χειμωνιάτικος, πόσο μάλλον για έναν Αθηναίο.

Έφευγα εγώ για τη δουλειά μου, τους άφηνα να κάθονται – καθαρά μοσχοβίτικη συνήθεια –στη μικροσκοπική κουζίνα μας, αντικριστά. Εκεί τους έβρισκα, επιστρέφοντας – πίνανε καφέ, ο Αντρέας κάπνιζε ασταμάτητα.  Κάτι τρώγαμε, βγαίναμε βόλτα και οι τέσσερις (η Όλγα στο καρότσι).  Κινούσαμε για μεγάλες διαδρομές – προς την παλιά συνοικία Αρμπάτ, γνωστή για τα όμορφα σπίτια της του 19ου αιώνα. Ύστερα από τρεις και πλέον δεκαετίες, αναπολώντας αυτές τις βόλτες ο Μήτσος έγραψε: «Δε θυμάμαι άλλον τόσο αλληλέγγυον για το παλιό σπίτι. Εκείνοι οι περίπατοι, τραβώντας από κοντά το καρότσι με το παιδί, μου είναι αξέχαστοι, χτυπάνε μες στους σφυγμούς μιας φιλίας που μου ήταν και μένει πάνω από εκτιμήσεις και λόγια…»

*

Έγινε ένα θαύμα και είδα τον Αντρέα μερικούς μήνες μετά στην Αθήνα. Κινήθηκαν κάποιοι συμπατριώτες και φίλοι του Μήτσου (έφτασαν στον Θανάση Κανελλόπουλο) προκειμένου να μου δοθεί η άδεια να έρθω στην Ελλάδα με την Όλγα, να τη δουν οι γονείς του Μήτσου που είχαν χάσει στον εμφύλιο δυο γιους και ο τρίτος,  με τρεις θανατικές καταδίκες,  δεν ήταν δυνατόν να έρθει. Πήγα στο σπίτι του Αντρέα, γνώρισα τη μητέρα του, την κυρία Αλεξάνδρα, που με εντυπωσίασε με την αφοριστική σοφία του λόγου της, τη στοργική Κούλα, σταθερό στύλο της οικογένειας, τα κορίτσια – την Αλεξάνδρα και την Άννα. Θαύμασα τα εικαστικά του Αντρέα και είχα το θράσος να διεκδικήσω τα «Αγκάθια» του. Πριν φύγω για τη Μόσχα έλαβα ένα ακριβέστατο αντίγραφο. Αρκετές φορές είχαμε ειδωθεί στην εφημερίδα και σε ένα καφενείο στην Ομόνοια. Ήταν η εποχή που ο Αντρέας έγραφε την πρώτη μορφή του Λοιμού. Την ημέρα στην εφημερίδα, τη νύχτα στο γράψιμο. Ένας ίσκιος με πονεμένα μάτια που κάθε τόσο έλεγαν να κλείσουν.

Το 1967 είχα στα χέρια μου το διαβατήριο να ξαναπάω στην Ελλάδα. Παρενέβη η δικτατορία.  Οι Φραγκιάδες πήγαν για ένα διάστημα στη Γαλλία, αλλά δεν άντεξαν, γύρισαν πίσω. Θα ξαναϊδωθούμε πια στην μεταπολίτευση – πρώτα ο Μήτσος, το Γενάρη του 1975, το καλοκαίρι - εγώ με την Όλγα, ο παππούς και η γιαγιά είχαν να την δουν 10 χρόνια. Ο Μήτσος δεν μπόρεσε να έρθει μαζί μας. Επιστρέφοντας από την Ελλάδα, κάτω από το βάρος μεγάλης υπερέντασης και πολλών συγκινήσεων, έπεσε με βαριά πνευμονία, οι γιατροί τον κράτησαν όλο το καλοκαίρι σ’ ένα θεραπευτήριο, φοβόντουσαν μη φουντώσει η παλιά φυματίωση. Τον επισκέπτονταν και τον φρόντιζαν οι φίλες μου.

Ακολούθησαν πάρα πολύ δύσκολα μετέωρα χρόνια – μεταξύ Αθήνας και Μόσχας. Χωρίς στέγη στην Αθήνα, χωρίς οικονομικό στήριγμα, εκτός των συγγραφικών δικαιωμάτων στον «Κέδρο» και στη «Σύγχρονη Εποχή», που δεν μπορούσαν να σώσουν την κατάσταση. Με τη βοήθεια της αγαπημένης μας Νανάς Καλλιανέση βρέθηκε ένα δυαράκι στην Κυψέλη – με συμβολικό νοίκι, αφού μας το παραχώρησε η φίλη της η Κατίνα. Το προετοίμασαν για τον ερχομό μας μαζί με τη Νανά η Μάρω Δούκα και η Νινέττα Μακρυνικόλα. Δεν μπορούσαμε όμως να το κρατήσουμε για το διάστημα που θα ήμασταν στη Μόσχα. Κι εδώ, ως deus ex machina, παρουσιάστηκε ο Αντρέας: ξενοικιάστηκε το ισόγειο διαμέρισμα στο σπίτι τους, μετέφεραν εκεί την θεία του Αντρέα, έμεναν ελεύθερα δύο δωμάτια, μπορούσαμε να τα καταλάβουμε. Έτσι μετακομίσαμε κοντά τους, χωρίς να υποψιαζόμαστε τι δοκιμασία μάς ετοίμαζε το άμεσο μέλλον και πόσο σωτήρια θα είναι η δική τους συμπαράσταση.

Το φθινόπωρο του 1978 περιμέναμε να πάρουμε τα διαβατήρια για το ταξίδι στην Ελλάδα. Προέκυψαν δυσκολίες, δεν μας τα έδιναν. Είναι μια άλλη ιστορία που εδώ θα την παραλείψω. Θα σημειώσω μόνο, ότι αν φέρναμε εκείνη την οδυνηρή περιπέτεια σε φως της δημοσιότητας, θα έπαιρνε διαστάσεις πολιτικού σκανδάλου. Ο Μήτσος το απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκείνες τις μέρες πέθανε ο πατέρας του. Δεν μπόρεσε να βρεθεί στην κηδεία του. Και όταν τελικά καταφέραμε και πήραμε τα διαβατήριά μας, φτάνοντας στην Ελλάδα (πρώτος ο Μήτσος – αεροπορικώς, και μετά εγώ κι η Όλγα με το τραίνο) έπεσε πάλι με βαριά πνευμονία. Εν τω μεταξύ λόγω κάποιας παράλειψης  στη βίζα μας μάς κατέβασαν, εμένα και την Όλγα,  από το  τραίνο στην Ειδομένη. Τηλεφώνησα στον Αντρέα, εκείνος στον Γιάννη Κοντό, εκείνος στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο που γνώριζε και εκτιμούσε το έργο του Μήτσου – έτσι απαγκιστρωθήκαμε από την Ειδομένη και φτάσαμε στην Αθήνα όπου μας περίμεναν στον σταθμό ο Αντρέας με την Κούλα. Ο Μήτσος ήταν κατάκοιτος, δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Και όταν σε λίγο πέθανε και η μητέρα του, δεν ήταν σε θέση να κατεβεί στην Αμαλιάδα. Δε θέλω να δραματοποιήσω εκείνα τα γεγονότα, αλλά αν δεν είχαμε δίπλα μας τον Αντρέα και την Κούλα, φοβάμαι πως δεν θα τα βγάζαμε πέρα. Θυμάμαι εκείνα τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά μαζί τους. Την αδελφική στοργή τους. Τις ιδιαίτερα ζεστές σχέσεις του Μήτσου με την εξαιρετική κυρία Αλεξάνδρα, που τον έβλεπε σαν δεύτερο γιο της. Του έλεγε να μείνει μαζί τους, «κι ας είσαι κι εσύ σαν ετούτον και κάνετε τον άνεμο κουβάρι».

Μείναμε μαζί τους περίπου δύο χρόνια, ενώ δεν είχαμε ακόμα ξεκόψει από τη Μόσχα. Η Όλγα έπρεπε να τελειώσει το σχολείο, εγώ συνέχιζα τη δουλειά μου στο Ινστιτούτο σλαβικών και βαλκανικών μελετών της Ακαδημίας επιστημών. Από εκείνη την περίοδο θυμάμαι μια ιστορία που ήταν έμμεσα συνδεδεμένη με τον Αντρέα. Μια μέρα, μέσω του «Κέδρου», ο Μήτσος έλαβε πρόσκληση για συνάντηση με τον πρόεδρο της εταιρίας, που έβγαζε τότε την ελληνική έκδοση της σοβιετικής εγκυκλοπαίδειας, τον κ. Μπόμπολα. Του έγινε η πρόταση να αναλάβει την εποπτεία της σύνταξης. Περιττό να πω πως η αποδοχή της θα έλυνε τα άκρως δύσκολα οικονομικά μας προβλήματα. Ο Μήτσος έβλεπε ένα σοβαρό εμπόδιο: σε υπεύθυνη θέση εργαζόταν εκεί στενός φίλος του Αντρέα και δικός μας εν συνεχεία. Δεν ήθελε να θιγεί με κανέναν τρόπο και το είπε στον συνομιλητή του. Εκείνος απάντησε πως τέτοιο θέμα δεν υφίσταται, η συνεργασία του φίλου μας με την επιχείρηση πήγαινε πολύ καλά. Προέτρεπε τον Μήτσο να σκεφτεί και να δεχτεί την πρόταση και εν τω μεταξύ να συναντηθεί  με τον οργανωτικό υπεύθυνο της έκδοσης  Α. Φιλιππόπουλο. Και εκείνη η συνάντηση εξελίχτηκε σε πολύ θετικό κλίμα,  παράλληλα όμως έγινε αναφορά στη συνεργασία με τον Πατατζή και τον Λεντάκη που δημιουργούσε  στη διεύθυνση προβλήματα. Αυτό έβαλε τον Μήτσο σε σκέψη. Η εντύπωση που του έμεινε ήταν πως η δική του πρόσκληση στη σύνταξη κάποια σχέση πρέπει να είχε με την αναμενόμενη ρήξη.  Αυτό δε μπορούσε να το δεχτεί και το δήλωσε καθαρά.

Φαίνεται πως η απόφασή του είχε συγκινήσει τον Φιλιππόπουλο. Αργότερα, όταν ανέλαβε το «Έθνος», κάμποσες φορές του πρότεινε συνεργασία στην εφημερίδα. Κάποια πράγματα είχαν στο μεταξύ αλλάξει - τον Μήτσο τον είχε συνεπάρει τότε το βιβλίο του για τον Ντοστογέφσκι και το άλλο, οι Αρμένηδες, που έφτανε στο τέλος. Λίγο πριν βγει από τις εκδόσεις «Κέδρος», ο Φιλιππόπουλος παρακάλεσε έναν κοινό γνωστό, τον Θόδωρο Πορφύρη, να του πάρει μερικά κεφάλαια για προδημοσίευση. Τη χειρονομία του Φιλιππόπουλου ο Μήτσος  τη θυμάται σα μια από τις ελάχιστες εκδηλώσεις έμπρακτης συναδελφικής αλληλεγγύης που του έτυχε να δει εκείνα τα δύσκολα χρόνια.

Για την ιστορία με τη σοβιετική εγκυκλοπαίδεια ο Αντρέας έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον, τα λεπτά της σημεία ο Μήτσος δεν του τα αποκάλυπτε. Όταν όλα είχαν πια περάσει, τα είπαν κι αυτά. Ο Αντρέας κουνούσε το κεφάλι: «Έτσι κάπως, είπε στο τέλος, χαμογελώντας με τα ημίκλειστα μα τόσο φωτεινά μάτια του.  Τα σενάρια αυτά έχουν· θα το παίξουμε, δε θα το παίξουμε – θέμα δικό μας».

*

«Όσοι πέρασαν από το σπίτι μας, πήγαν από μας στο δικό τους σπίτι», έλεγε προς ενθάρρυνσή μας η κυρία Αλεξάνδρα. Έτσι ακριβώς έγινε και με μας: πουλήθηκε το άδειο πατρικό του Μήτσου στην Αμαλιάδα και πήραμε ένα τριαράκι στο Γκύζη που με δυσκολία χώρεσε τη βιβλιοθήκη μας - αποκλειστικό περιεχόμενο των κοντέινερς που έφτασαν από τη Μόσχα. Συμπαραστάτες στην εγκατάσταση – η Κούλα και ο Αντρέας. Με δέος αναλογίζομαι (ήμουν δυστυχώς μακριά) πως ο Μήτσος μόνος του συναρμολόγησε τα ειδικά ράφια της βιβλιοθήκης, κάρφωνε και βίδωνε και τοποθέτησε τα βιβλία, ενώ μας το είχαν πει πως έπρεπε να πάει για εγχείρηση καρδιάς.

Το 1983, όταν η Όλγα, τελειώνοντας το σχολείο, μπήκε στο Πανεπιστήμιο, ήρθα πια μόνιμα στην Ελλάδα. Τον Αντρέα και την Κούλα τους βλέπαμε συχνά, πηγαίναμε στη Λαοδάμαντος, αλλά πιο πολύ έρχονταν εκείνοι στην Παράσχου, η Κούλα πάντα με το λαχταριστό παστίτσιο στο ταψί. Υπέροχες οι συζητήσεις γύρω από το τραπέζι, καταπληκτικό το χιούμορ του Αντρέα με τις ανεπάντεχες στροφές της σκέψης του. Πρόλαβαν και ήρθαν και στο καινούργιο σπίτι. Οι συνομιλίες από κοντά γίνονταν πιο δύσκολες: ο Αντρέας δεν άκουγε καλά, ο Μήτσος δεν μπορούσε να του τα λέει πιο δυνατά. Τα λέγανε όμως πολύ καλύτερα, τακτικά και δίχως εμπόδια με το τηλέφωνο – κάποτε επί ώρες. Δεν θυμάμαι να είχαν ποτέ διαφωνήσει, η κουβέντα τους έρεε με πλούσια συμμετοχή και των δύο σε μια διαλογική του θέματος που αγγίζανε, ο καθένας από τη δική του οπτική γωνία, στηριγμένοι σ’ ένα κοινό ουσιώδες – τη στάση απέναντι στη ζωή και τη λογοτεχνία.


__________

Το κείμενο διαβάστηκε στο συνέδριο για τον Αντρέα Φραγκιά που οργανώθηκε στην Αθήνα το 2007 από το λογοτεχνικό περιοδικό Διαπολιτισμός

Κρεσέντσιο Σαντζίλιο, Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

    Κρεσέντσιο Σαντζίλιο Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου https://tapoiitika.wordpress.com/   Πότε αρχίσατε να ενδιαφέρεστε...