Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Χριστόφορος Μηλιώνης, Η αποκριά

 Μακριά σ’ ένα άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά

Μ. Σταχτούρης

Εκείνος ο χειμώνας ήταν ο πιο δύσκολος. Πάντα είναι δύσκολος ο χειμώνας στα Γιάννενα, με τις παγωνιές που κατεβαίνουν απ’ την Πίνδο, τους βοριάδες να σαρώνουν στις στέγες τις άδειες φωλιές των πελαργών, τη βροχή να χτυπάει μέρα νύχτα στο διπλανό λούκι, όλο το ίδιο τέμπο μήνες ολάκερους, κι έναν ουρανό τόσο χαμηλό και σκουντούφλη που λες και δεν πρόκειται να δεις ξανά το πρόσωπο του ήλιου. Γι’ αυτό λέω πως όσοι εξηγούν αλληγορικά το παλιό δίστιχο

Σ’ ούλο τον κόσμο ξαστεριά σ’ ούλο τον κόσμο ήλιος
και στα καημένα Γιάννενα μαύρη βροχή κι αντάρα

τάχα πως θέλει να πει για τη σκλαβιά -παρόλο που δεν έλειψε κι αυτή ποτέ- φαίνεται πως δεν την ξέρουν καλά αυτή την πόλη.

Όμως εκείνο το χειμώνα πραγματικά αγκομαχήσαμε. Στις επαρχίες έβραζε ο εμφύλιος κι είχαν κουβαληθεί μέσα λεφούσια οι ανταρτόπληκτοι, από Πωγώνια και Κόνιτσα μέχρι Ζαγοροχώρια, Τσαμουριά και Λάκα-Σούλι.

Φτάσαμε κι εμείς με μια στρατιωτική φάλαγγα, χωριάτες και φαντάροι, στοιβαγμένοι στην καρότσα του τζαίημς. Μπροστά πήγαιναν οι ναρκοσυλλέκτες που κάθε τόσο κατέβαιναν και ψάχνανε το δρόμο μ’ εκείνες τις ηλεκτρικές σκούπες, σπιθαμή τη σπιθαμή, έτσι που τα εξήντα χιλιόμετρα γίνανε ταξίδι ατέλειωτο. Οι γυναίκες κάνανε εμετό, ύστερα παραπονέθηκαν πως κρυώνουν κι οι φαντάροι κατέβασαν την τέντα. Μας πλάκωσε η μπόχα κι η μουγκαμάρα. Αργότερα ένας χωριάτης έπιασε κουβέντα με τους φαντάρους, τους είπε τα οικογενειακά του, ύστερα γύρισαν την κουβέντα σε τέσσερις γύφτους που ήταν μαζί μας, πού στο διάβολο πήγαιναν με τα όργανα τους τέτοιον καιρό που ο κόσμος καίγονταν κι αυτοί το χαβά τους, κι ο χωριάτης διηγήθηκε ένα περιστατικό:

Που λέτε, κίνησε τις προάλλες ένα γύφτος καβάλα στο γάιδαρο να πάει στα Ζαγοροχώρια για τράμπα, του καλού καιρού. Στο δρόμο πέφτει πάνω σε μια ομάδα. «Από πού είσαι;» «Απ’ τα καμποχώρια» «Πώς σε λένε;» «Φέζο, Φέζο και Γιάννη». Φέζο με το παλιό, Γιάννη με το καινούριο. «Γιατί βαφτίστηκες;» «Έτσι μας είπαν. «Και δεν μας λες, τον ρωτούν, με ποιους είσαι;» Κοιτάει τα καπέλα ο γύφτος να ιδεί κορώνα -ούτε κορώνα ούτε γράμματα. «Μετ’ εσάς», τους λέει. «Με ποιους;» «Μετ’ εσάς», τίποτε άλλο, ώσπου τον στήσανε στα έξι και πάει καλιά του. Οι φαντάροι γέλασαν: «Κι έτσι που λες, μπάρμπα, ούτε αυτός έμαθε ούτε οι άλλοι». Γυρίζει τότε ένας φαντάρος και ρωτάει το χωριάτη που έλεγε την ιστορία: «Να ήσουν εσύ τι θα ‘λεγες;» Εκείνος στην αρχή μαζεύτηκε, αλλά ξαφνικά φωτίστηκε και λέει: «Θα το ‘παιζα κορώνα γράμματα». Ο στρατιώτης όμως ήθελε να το διασκεδάσει και στράφηκε στον έναν από τους γύφτους, στο γέρο με τα κρεμασμένα μουστάκια και τη λιγδιασμένη τραγιάσκα: «Αλήθεια, γέρο, εσείς οι γύφτοι με ποιους είστε;». Εκείνος χαμογέλασε πονηρά, έγειρε στο πλάι το κεφάλι κι είπε όσο πιο κακομοίρικα μπορούσε: «Μετ’ εσάς». Χωριάτες και φαντάροι γέλασαν δυνατά. «Ε, τότε, λέει ο φαντάρος, παίξτε μας τον Εθνικό Ύμνο». Οι γύφτοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους: «Δεν κάνει, λέει ο γέρος, θα μας μαλώσει ο μεγάλος». Ο στρατιώτης επέμενε κι οι γύφτοι βγάλανε τα όργανα απ’ τις πάνινες θήκες κι άρχισαν να παίζουν το παλιό εμβατήριο του βασιλιά, «του αητού ο γιος», καθισμένοι πάνω σε μπόγους και καλάθια, ανάμεσα σε γυναίκες που είχαν κάνει εμετό και σφίγγανε στο στόμα τις άσπρες μαντίλες. Πάλι σταμάτησε η φάλαγγα. Κάποιος πλησίασε στο τζαίημς και φώναξε: «Σκασμός, το Χριστό σας. Πανηγύρι έχετε;» Πάψανε τα όργανα, οι γύφτοι κάτι μουρμούρισαν μεταξύ τους μ’ ένα ύφος που δήλωνε: «έχει δίκιο ο άνθρωπος», ένας στρατιώτης ανασήκωσε την τέντα του αυτοκινήτου. Δροσερός αγέρας και. υγρασία όρμησε μέσα στην καρότσα κι ανάδεψε τη μπόχα από βενζίνα, τυρόγαλο και ξινίλα. Είχε νυχτώσει κι έβρεχε. Κάποιος είπε: «μπήκε μπροστά ο ναρκοσυλλέκτης» κι όλοι μουγκάθηκαν ξανά. Και το τζαιημς ξανάρχισε μια να ρολάρει και μια να σταματάει μέσα σε νεκρική σιγή. Όταν φτάσαμε στα Γιάννενα, κόντευαν πια μεσάνυχτα κι έβρεχε για τα καλά.

Πήραμε τα χάνια με τη σειρά, διαλέγοντας πεζοδρόμια στεγασμένα, αλλά συχνά πάνω στη βιασύνη μας πέφταμε στα λούκια και τρώγαμε μαζεμένο όλο το νερό που είχαμε γλιτώσει. Δεν βρίσκαμε πουθενά να μείνουμε. Παντού πλήθος από πρόσφυγες που πάλευαν να χώσουν το κεφάλι στις θυρίδες των χανιτζήδων και παρακαλούσαν για μια κάμαρη, έστω για μια γωνιά στο χαγιάτι, να στρώσουν μια βελέντζα, γιατί είχαν μικρά παιδιά και θα πλευρίτωναν. Κι ολόγυρα οι γυναίκες να περιμένουν υπομονετικά, με τα μωρά που κλαίγανε στην αγκαλιά, καθισμένες πάνω στα συμπράγκαλά τους. Για καλό ξενοδοχείο δε γινόταν σκέψη, έτσι άφραγκοι που είχαμε φτάσει, άσε που και σ’ αυτά, όπως λέγανε, δεν υπήρχε ούτε διάδρομος αδειανός. Τελικά βολευτήκαμε στο «Πανδοχείον το Οικογενειακόν», όπου ο ξενοδόχος -ένας γέρος χοντρός που όλη τη μέρα τριγύρναγε με τις πιζάμες ανοιχτές και τις κοιλιές έξω, σούρνοντας στα πλακάκια τις παντούφλες -μας άφησε να κοιμούμαστε στρωματσάδα, και με το αζημίωτο, στην κάμαρη που κοιμόταν κι ο ίδιος με τη γριά του. Η νύχτα δεν έβγαινε εύκολα, τα σανίδια να σου τρυπούν τα κόκαλα, η γριά να ροχαλίζει με το σαγόνι κρεμασμένο και τα κίτρινα πλοκάμια των μαλλιών της απλωμένα ολόγυρα στο μαξιλάρι, ο γέρος να βήχει και να κλάνει. Κάναμε υπομονή, προσωρινά ήταν, και τη μέρα τρέχαμε απ’ το πρωί ως το βράδυ μήπως και βρούμε κάτι καλύτερο. Όσοι είχαν φτάσει πρώτοι, προλάβανε και πιάσανε τα εβραίικα του Κάστρου που ήταν τέσσερα χρόνια αδειανά και ρημάζανε. Γιόμισαν και τα σχολειά, που είχαν χτιστεί με τα κληροδοτήματα των φιλογενών Ζωσιμάδων και Καπλάνηδων. Έγινε τότε μια επιτροπή κι άρχισε τις επιτάξεις. Και καλά με τους Γιαννιώτες που είχαν τη ρετσινιά τους απ’ τον καιρό της Κατοχής, αυτοί άφηναν να τους επιτάξουν κι ένα και δύο δωμάτια χωρίς διαμαρτυρίες, συχνά συμμαζεύονταν πρόθυμα σε μια κάμαρη παραχωρώντας το υπόλοιπο σπίτι -«δε θ’ άφηναν τους ανθρώπους στο δρόμο» έλεγαν φιλάνθρωπα και με δισταγμό, μη και παρεξηγηθεί ο λόγος τους. Η δυσκολία ήταν με τους άλλους που είχαν σηκώσει ψηλά τη μύτη, γιατί και φόβο δεν είχαν κι όλο και κάποιον γνωστό διέθεταν στο Φρουραρχείο ή στη Νομαρχία, για να τους ακυρώσει την επίταξη. Κι επειδή στην περίπτωση αυτή τα πράγματα μπερδευόταν πιο πολύ, η επιτροπή υποχωρούσε όταν συναντούσε επίμονες αντιρρήσεις. Καθώς όμως τα πράγματα σφίγγανε, άρχισε κι αυτή να παίρνει πιο σκληρά μέτρα.

Η Επιτροπή λοιπόν Στεγάσεως Συμμοριοπλήκτων -αυτή ήταν η επίσημη ονομασία της- μας έστειλε πρώτα στο σπίτι του Ρ. του τραπεζίτη. Θυμάμαι ακόμα με τι δισταγμούς ανοίξαμε την καγκελόπορτα του κήπου και προχωρήσαμε ανάμεσα σε παρτέρια με αηδημητριάτικα που σαλεύανε απαλά κάτω απ’ την ψιλή βροχή. Βεράντες μ’ αναρριχώμενα, κολόνες στην πρόσοψη και κρυστάλλινη πόρτα. Χτυπήσαμε με πολύ σεβασμό το κουδούνι και περιμέναμε. Κάποιος μέσα έπαιζε πιάνο. Βγήκε τέλος η γυναίκα του τραπεζίτη με βυσσινιά ρόμπα και γαλάζια μαλλιά και μας έλουσε. Της είχαν κιόλας επιτάξει μια κάμαρη κι από τότε δεν όριζε το λουτρό της, δεν όριζε το βεσέ της. Αυτό το τελευταίο δεν ήξερα τι σημαίνει κι άργησα πολύ να το μάθω. Όλα αυτά τα χρόνια τριγύρναγε στη φαντασία μου τυλιγμένο στη μελωδία του πιάνου, σα σοκολάτα σε χρυσόχαρτο που με γοήτευε το ίδιο. Τα είπαμε στην Επιτροπή και της έστειλαν μια οικογένεια απ’ τα βλαχοχώρια κι έναν αγροφύλακα που παραβίασε την πόρτα με το λοστάρι και τους εγκατέστησε. Προσωπική λέει διαταγή του Φρούραρχου που είχε αγριέψει.

Όσο για μας, στεγαστήκαμε τελικά σ’ ένα δωμάτιο του κυρ Γιάννη του Πλιάτσικα, που βγήκε πως ήτανε νεκροθάφτης στην Περίβλεφτη. Το ασυνήθιστο επάγγελμα του δε μας άρεσε βέβαια, ήταν σαν να κοιμόμαστε δίπλα-δίπλα με το χάρο, αλλά δεν ήταν καιρός για πολυτέλειες. Άλλο έβλαφτε πιο πολύ: το δωμάτιο ήταν εσωτερικό, φτιαγμένο με τσατμά, ένας πρόσθετος χώρος που είχε γίνει για να χρησιμέψει ίσως σαν αποθήκη, χωρίς παράθυρα, μ’ ένα φεγγίτη ψηλά στη στέγη του, από όπου έμπαινε μονάχα ο θόρυβος της βροχής και του αγέρα, κι από φως ούτε κλωνί. Ήμασταν αναγκασμένοι να καίμε το ηλεκτρικό και την ημέρα. Κι ο νεκροθάφτης στην αρχή είχε αντιρρήσεις: «έχω κορίτσι κι έχετε αγόρι, δε βάζω μπελάδες στο κεφάλι μου», είπε και κοίταξε εμένα που καθώς έβγαινα από μια παιδική ηλικία κατοχική, υποσιτισμένος κι αχαμνός, δεν είχα ανάκαρα να σκεφτώ πως ίσως είχα μεγαλώσει. Όταν όμως ένας της Επιτροπής που μας συνόδευε και, σα Γιαννιώτης, φαίνεται πως ήξερε πρόσωπα και πράματα, του πέταξε πως ήταν κιόλας αρκετοί οι μπελάδες του κι αποκλείονταν ν’ αποχτήσει μεγαλύτερους, ο γέρος κατέβασε το κεφάλι κι είπε «εντάξει». Στην αρχή υποθέσαμε πως ήταν για την κόρη του, μια χοντροκομμένη κοπέλα με μαλλιά Γενοβέφας που της πέφτανε ως τα καπούλια. Κάτι θα ‘χε ακουστεί. Κι ωστόσο όλο το χειμώνα που μείναμε εκεί δεν ξεπόρτισε ούτε ώρα απ’ το πλυσταριό και την κουζίνα. Πάντως με τον καιρό το πράμα λησμονήθηκε. Κι ο νεκροθάφτης ημέρεψε σιγά-σιγά, μας άφησε μάλιστα να μαγειρεύουμε στην κουζίνα του με τη γκαζιέρα και μας χάρισε κι ένα μαγκάλι τενεκεδένιο ν’ ανάβουμε κάρβουνα. Τον συνηθίσαμε κι εμείς -κι αυτόν και τη δουλειά του.

Δεν είχε δα και τίποτε το ασυνήθιστο επάνω του. Ερχόταν με τα παπούτσια και τα χέρια λασπωμένα, σα να γύριζε απ’ το μποστάνι, πλένονταν στο τσίγκινο υπόστεγο, έλεγε καλησπέρα στις γυναίκες που ήταν στην κουζίνα κι έμπαινε μέσα ν’ αλλάξει. Στην αρχή δειλά, ύστερα συχνότερα, ξεθαρρεύτηκε κι άρχισε να μπαίνει τα βράδια στο δωμάτιο μας, για να μας κάνει συντροφιά καμιά ώρα. Στο τέλος κουβαλούσε μαζί του και το μπουκάλι με το τσίπουρο και μας κερνούσε. Τα πρησμένα μάτια του γινόταν τότε κόκκινα και γυάλιζαν πάνω στο φαρδύ πρόσωπο του, που μολονότι ήταν πάντα αξύριστο, είχε ωστόσο μια αθωότητα παιδική. «Πολύ πίνεις, κυρ Γιάννη, και δεν κάνεις καλά. Θα σε πειράξει» του λέγαμε. «Δε βγαίνει αλλιώς τούτος ο χειμώνας και με το χάρο πάνω απ’ το κεφάλι σου» απαντούσε με μια φωνή βραχνή, που έβγαινε μέσα από το στήθος που έβραζε, κι άπλωνε στο μπουκάλι το χέρι του, όλο ρόζους από την τσάπα και το φτυάρι. «Έπεσαν όλα μαζεμένα».

Μιλούσαμε φυσικά και για την κατάσταση, όχι βέβαια πολιτικά, που για τους πιο πολλούς είχαν απλοποιηθεί στο σχήμα: «οι μπουραντάδες -οι κατσαπλιάδες», αλλά για πράγματα πιο χειροπιαστά: τι θα μοιράσουν στους ανταρτόπληκτους, πότε θα γυρίσουμε στα σπίτια μας. Αλλά βέβαια κι αυτά τα καθημερινά μας ήταν δεμένα με τις επιχειρήσεις και κατά κάποιον τρόπο με τα πολιτικά. «Μην πιστεύετε τίποτε, έλεγε ο κυρ Γιάννης, όλα προπαγάντα είναι. Σας το λέω εγώ ο κυρ Γιάννης ο Πλιάτσικας και θα με θυμηθείτε». Κι ύστερα μας διηγόταν μιαν άλλη εκδοχή, εντελώς αντίθετη απ’ αυτή που εμείς είχαμε μάθει στο δρόμο απ’ τα κοπάδια των προσφύγων. Μόλις είχε έρθει από το ραδιόφωνο, που καθώς η φωνή του αυτή την ώρα -την ίδια πάντα- μόλις που περνούσε το φτενό μεσοτοίχι, καταλαβαίναμε πως μετέδιδε τη «Φωνή της Αλήθειας», μα δε λέγαμε τίποτα. Κι όταν άρχισαν οι μεγάλες μάχες στην Κόνιτσα και τ’ αεροπλάνα διάβαιναν χαμηλά και σαρώνανε την πόλη κάθε δευτερόλεφτο, εκείνος έμπαινε ξαναμμένος στο σπίτι χωρίς να πλυθεί στο υπόστεγο, έλεγε κοφτή την καλησπέρα στις γυναίκες κι αμπαρώνονταν. Σε λίγο κόπιαζε με το μπουκάλι: «Όλα προπαγάντα είναι, μη πιστεύετε, την Κόνιτσα την κρατάνε και θα την κάνουν πρωτεύουσα». Και μια φορά, πάνω στην έξαψη του απ’ το ρακί: «θα γίνει ο τάφος των μπουραντάδων» μας πέταξε αγριεμένος. Μονάχα όταν σταμάτησαν τ αεροπλάνα το πηγαινέλα και γέμισαν οι φυλακές του Φιξ και γίνανε παρελάσεις στην πλατεία, πικράθηκε και δεν μιλούσε. Πέσανε και τα στρατοδικεία, σαρανταοχτώ σε θάνατο με μια απόφαση. Κάθε πρωί, χαράματα, ακούγαμε το φορτηγό που περνούσε πάντα την ίδια ώρα και τους πήγαινε λίγους-λίγους στα νταμάρια. Πάγωσε ο κόσμος, έπαψε κι ο κυρ Γιάννης να πιάνει το βράδυ παράνομους σταθμούς, αραίωσε τις επισκέψεις του και τέλος έκοψε. Είχε μάλιστα ένα ύφος παρεξηγημένο σα να θεωρούσε υπεύθυνους εμάς για όλα αυτά. Κι όταν τύχαινε να σταυρωθούμε στην είσοδο και τον ρωτούσαμε τυπικά: «τι χαμπάρια κυρ Γιάννη;», «καλά, καλά» έλεγε βιαστικά. Μονάχα μια φορά προσπάθησε να χαμογελάσει: «Δόξα το θεό, η πλάτη μας να ‘ναι καλά κι ο χάρος».

Μ’ όλα αυτά βολευτήκαμε σ’ εκείνο το κουτούκι και το προσωρινό -όπως λογαριάζαμε στην αρχή- έγινε μόνιμο. Άλλοι ήταν χειρότερα. Όσοι δεν είχαν προλάβει να στεγαστούν στα σπίτια, μένανε σε ξύλινες παράγκες που τις περόνιαζε το κρύο, παλιοί νοικοκυραίοι και καινούριες πόρνες ανακατωμένοι. Τέλος πάντων σπρώχτηκε ο χειμώνας κι ας ήταν και ο πιο δύσκολος.

Κατά τις απόκριες καλοσύνεψε ο καιρός. Έκανε βέβαια κρύο ακόμα, συχνά το γύριζε στην παγωνιά, αλλά κόψανε εκείνες οι ατέλειωτες βροχές κι οι άνθρωποι άρχισαν να ξεχύνονται τα βράδια στην πλατεία και να σουλατσάρουν πάνω κάτω με αληθινή μανία. Κι οι φαντάροι να παίρνουν το κατόπι τις ανταρτόπληκτες που περπατούσαν πολλές μαζί πιασμένες αλαμπράτσο, ή να χαζεύουν μπροστά στους κινηματογράφους τις φωτογραφίες της Ντιάνα Ντάρμπιν και της Μαρίας Μοντέζ και ν’ ακούν απ’ το μεγάφωνο τα τραγούδια της Στέλλας Γκρέκα:

το μικρό το βαλσάχι που στο ρολόι αντηχεί

Στις δέκα περνούσε η «Θοδώρα», τρεις σαλπιχτές που σαλπίζανε το ανακλητικό, κι οι φαντάροι παρέες-παρέες ξεκόβανε απ’ τις ταβέρνες, τον «Κήπο του Αλλάχ», «Τα πέντε Φ.» και του «Αλέξη», και τραβούσαν για τους στρατώνες του Ακραίου και του Κάστρου τραγουδώντας αγκαλιασμένοι ρεμπέτικα, με το μπερέ περασμένον στην επωμίδα, όλο πρόκληση για τους στρατονόμους:

κάποια μέρα μες στη στράτα ξαπλωμένο θα με βρουν.

Κι ο κόσμος σκόρπιζε απ’ την πλατεία.

Το βράδυ της αποκριάς έγινε σωστό ξεφάντωμα. Στα πεζοδρόμια της πλατείας είχαν στηθεί πάγκοι με χάρτινα καπέλα, σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο, κι οι νεαροί δεν είχαν αφήσει ούτε μια κοπέλα που να μη τη στολίσουν με τις μικρές πολύχρωμες πεταλουδίτσες, ακόμα και κάτι σταφιδιασμένες ανταρτόπληκτες από το παρα-Σούλι που φορούσαν τις μαύρες φορεσιές της επαρχίας τους. Κοντά τα μεσάνυχτα οι σουλατσαδόροι παίρνανε κατάκοποι το δρόμο για τα σπίτια. Τότε βγήκαν απ’ τις κοντινές ταβέρνες δυο-τρεις συντροφιές, αγόρια και κορίτσια, με χάρτινα καπέλα και ψεύτικες αποκριάτικες μύτες, και τραγουδώντας παράφωνα άρχισαν να χορεύουν σάμπα στη μέση της πλατείας. Μαζεύτηκε κόσμος γύρω τους και, στην αρχή δισταχτικά, ύστερα όλο και περισσότεροι, σχημάτιζαν ζευγάρια και μπαίνανε στο χορό. Το κέφι φούντωσε όταν ξεφύτρωσαν δύο κορνετίστες που συντονίσανε το ρυθμό κι έτσι μέσα σε λίγη ώρα όλη η κάτω πλατεία είχε γίνει μια μεγάλη πίστα χορού. Οι πιο πολλοί βέβαια ήταν ανίδεοι, ιδιαίτερα απ’ το χορό της σάμπας που τότε είχε αρχίσει να γίνεται της μόδας, προσπαθούσαν όμως να μιμηθούν με άγαρμπες κινήσεις εκείνους που φαίνονταν πως κάτι ήξεραν.

Άξαφνα έγινε μεγάλη ταραχή. Πολλοί παρατούσαν το χορό και τρέχανε προς το Φρουραρχείο, ρωτούσαν αυτούς που είχαν φτάσει και σηκώνονταν στις μύτες των ποδιών. Οι κορνετίστες σταμάτησαν κι ο χορός διαλύθηκε. Το πλήθος που μαζεύτηκε έκανε δρόμο να περάσει μια αποκριάτικη συνοδεία, δυο φαντάροι καβάλα σ’ ένα ξεσαμάρωτο γαϊδούρι, που λύγιζε τη μέση και τρέκλιζε από το βάρος. Κρατούσαν από ένα μπουκάλι και τραγουδούσαν βραχνά, τύφλα στο μεθύσι, τινάζοντας κωμικά τα πόδια τους που σβαρνίζονταν. Πίσω τους ένα τσούρμο δαιμονισμένα παιδιά τσιγκλούσαν με ξύλα το γάιδαρο και ξεφώνιζαν. Η πομπή σταμάτησε μπροστά στο Φρουραρχείο κι οι δυο καβαλάρηδες χτυπούσαν το ζώο να περάσει την πύλη, όπου ο σκοπός είχε ανοίξει με απόγνωση τα χέρια κι αγωνιζόταν να τους εμποδίσει. Το δύστυχο το ζώο, που ούτε μπρος μπορούσε να κάνει ούτε πίσω, ξαφνικά ξαμόλησε ένα απελπισμένο γκάρισμα που αντήχησε σ’ όλη την πλατεία σαν το σιωπητήριο της μπάντας, όταν κατέβαζαν τη σημαία, συνάμα στριφογυρνούσε τα καπούλια του, ενώ οι δυο φαντάροι πάσχιζαν να ισορροπήσουν στη ράχη του και φώναζαν αγριεμένοι στο σκοπό: «κάνε δρόμο, κουραμπιέ». Στο μπαλκόνι του Φρουραρχείου πρόβαλε ο Φρούραρχος με αξιωματικούς του επιτελείου κι ένας αξιωματικός κατέβηκε τρεχάτος την εξωτερική σκάλα. Οι καβαλάρηδες πεζέψανε και κρατώντας τώρα το σβέρκο του ζώου, ένας δεξιά κι άλλος ζερβά, κατάφεραν να σταθούν προσοχή και να χαιρετήσουν. Κάτι ανάφεραν μ’ επισημότητα, αλλά πέρα από ένα λαμβάνω την τιμήν, στρατηγέ μου, τα παρακάτω πνίγηκαν στις φωνές που έβαλε η μαρίδα. Ένας φαντάρος πήρε το ζώο και χτυπώντας το με την παλάμη στα καπούλια το οδήγησε πίσω από το κτίριο. Οι δυο μεθυσμένοι ακολουθώντας τον αξιωματικό ανέβηκαν στη σκάλα και πριν να μπουν σταμάτησαν μια στιγμή και χαιρέτησαν θριαμβευτικά το πλήθος που χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε. Κι άξαφνα ο ένας απ’ τους δυο έχωσε το χέρι στο σακίδιο που είχε κρεμασμένο στην πλάτη και σήκωσε ψηλά ένα ανθρώπινο κεφάλι κρατώντας το απ’ τα μακριά μαλλιά του. Οι άνθρωποι κάτω παγώσανε κι η βουή κόπηκε με το μαχαίρι. Αξιωματικός και φαντάροι εξαφανίστηκαν στο άνοιγμα της θύρας κι ο Φρούραρχος με τους επιτελικούς αποσύρθηκαν κι αυτοί και κλείσανε τη τζαμόπορτα του μπαλκονιού τραβώντας πίσω τους τα βυσσινιά παραπετάσματα.

Στόμα το στόμα μαθεύτηκε πως οι δυο μεθυσμένοι, φαντάρος και δεκανέας, ήταν ενέδρα την περασμένη νύχτα. Πήγε μια ομάδα αντάρτες να βάλουν νάρκες στο δρόμο και χτυπήθηκαν. Οι άλλοι πρόλαβαν και χάθηκαν στο σκοτάδι. Απόμεινε ο αρχηγός τους ξαπλωμένος στον όχτο και φώναζε πως παραδίνεται και να πάνε να τον πάρουν, γιατί είναι χτυπημένος. Ο δεκανέας είπε να σταματήσουν, πήρε το φαντάρο κι ένας από δω άλλος από κει ζυγώσανε εκεί που ακούγανε τη φωνή. Μια ριπή από αυτόματο χύθηκε πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Μόλις που πρόλαβαν να πέσουν χάμου κι ο δεκανέας τίναξε τη χειροβομβίδα. «Το ρουφιάνο, είπε, παραλίγο να μας φάει». Του πήρε το κεφάλι να το φέρει ο ίδιος στο Φρουραρχείο και μπαίνοντας το πρωί στην πόλη μαζί με το σύντροφο του στρώθηκαν στην πρώτη ταβέρνα ως το βράδυ. Βάλανε και τα όργανα και χορεύανε. Ύστερα βρήκαν το γάιδαρο και στοιχημάτισαν να μπουν καβάλα στο Φρουραρχείο, ξέροντας πως οι στρατονόμοι θά ‘καναν τα στραβά μάτια, γιατί καθώς αυτοί ήταν βολεμένοι στην ασφάλεια της πόλης, δεν τολμούσαν να τα βάλουν μ’ αυτούς που έρχονταν απ’ έξω και παίζανε το κεφάλι τους κάθε λεφτό. Αυτά λέγανε στην πλατεία και σκορπίζανε. Και μερικοί δεν έλεγαν τίποτε, μόνο γυρίζανε με το κεφάλι σκυμμένο.

Την ίδια νύχτα, κοντά να φέξει, ακούσαμε που χτυπούσαν δυνατά την εξώπορτα του νοικοκύρη μας. Απ’ το λεπτό μεσοτοίχι ακούστηκε το κρεβάτι που έτριξε, ύστερα σιγανές κουβέντες και ξανά χτυπήματα στην πόρτα. «Τώρα, τώρα» φώναζε ο κυρ Γιάννης και πήγαινε ν’ ανοίξει σέρνοντας τα πόδια του. «Το Φρουραρχείο» είπε όταν γύρισε. «Με ζητούν να πάω». Κι η φωνή του έτρεμε. Πάλι ακούστηκαν ψιθυρίσματα, αυτή τη φορά με αναφιλητά, κι ύστερα έκλεισε η πόρτα κι έγινε πάλι ησυχία. Ήταν ακόμα νύχτα, δεν ήταν σωστό να σηκωθούμε και να ρωτάμε και να κάνουμε φασαρία τέτοιαν ώρα. Καθένας είχε τις έγνοιες του, ας κάναμε πως δεν ακούσαμε τίποτε κι όταν ξημέρωνε, θα βλέπαμε. Και κοιμηθήκαμε ξανά.

Όταν όμως ξημέρωσε, δε φάνηκε κανένας, μήτε στο πλυσταριό μήτε στην κουζίνα. Το σπίτι ήταν σιωπηλό όλη την ημέρα, τόσο που υποθέσαμε πως οι νοικοκυραίοι μας λείπανε, πως ίσως είχαν πάει σε τίποτε συγγενείς για την Καθαρή Δευτέρα. Μόνο κατά το βράδυ κάτι ακούστηκε απ’ το γωνιακό δωμάτιο, κάτι σαν κλάμα σιγανό, σαν πνιχτό παράπονο, αλλά δεν ήταν δυνατό, κάτι λάθος θα κάναμε ή ίσως τα ποντίκια που συχνά έπαιζαν κυνηγητό στις αστρέχες και κάτω απ’ τα παλιά πατώματα είχαν βρει ευκαιρία τώρα που λείπανε οι άνθρωποι και βατεύονταν ανενόχλητα μες στις καμάρες.

Την Τρίτη το μεσημέρι έπεσα πάνω σε μια γειτόνισσα που είχε σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της και προσπαθούσε να ιδεί μέσα απ’ το παράθυρο του δρόμου. Τη ρώτησα ποιόν ζητούσε. «Δεν πήρατε είδηση εσείς;» με ρώτησε ψιθυριστά. «Ή κάνεις πως δεν ξέρεις;» Της είπα πως δεν ξέραμε τίποτε. Ήρθε τότε πιο κοντά: «Χτες τα χαράματα καλέσανε το γέρο να γνωρίσει το κεφάλι του γιου του που ήταν αντάρτης, καπετάνιος, και σκοτώθηκε την παραμονή της αποκριάς. Του το δώσανε να το θάψει και κανείς μη μάθει τίποτε…». Κι έκλεισε την κουβέντα της μονολογώντας: «Τι τα ‘θελαν τα πολιτικά, φτωχοί άνθρωποι…».

Την άλλη μέρα οι νοικοκυραίοι μας ξαναφάνηκαν στις συνηθισμένες δουλειές τους: η γυναίκα στην κουζίνα, η κοπέλα στο πλυσταριό κι ο κυρ Γιάννης να φεύγει σκυφτός για τη δουλειά του. Αυτή τη φορά δεν ανοίξανε το στόμα τους μήτε για ν’ απαντήσουν στην καλημέρα μας. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα κι εμείς κάναμε πως δεν καταλάβαμε. Φροντίσαμε μονάχα να βρούμε μια παράγκα ντυμένη με πισσόχαρτο και μετακομίσαμε σε λίγες μέρες. Έστω προσωρινά. Εξάλλου είχε περάσει ο βαρύς χειμώνας κι ελπίζαμε πως κάτι θα γινόταν ως του χρόνου.

Δημήτρης Χατζής, Ο Σιούλας ο ταμπάκος

 



Απο τη Συλλογη Το τέλος της μικρής μας πόλης (1963). Σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας υπήρχαν ως τα τελευταία χρόνια συντεχνίες, δηλαδή κλειστές επαγγελματικές ομάδες, που λέγονταν εσνάφια ή ισνάφια ή σινάφια· τέτοιες ήταν: των χαλκωματάδων, ασημουργών, γουναράδων, βυρσοδεψών (ταμπάκηδων ή ταμπάκων) κ.ά. Πολλές απ' αυτές τις συντεχνίες έχουν τις ρίζες τους στην οικονομική οργάνωση των βυζαντινών χρόνων. Η εποχή μας εξαφάνισε τις περισσότερες. Στο μαρασμό της συντεχνίας των ταμπάκων στα Γιάννενα αναφέρεται και το διήγημά μας.

Γαλαζοπράσινη και βαθιά, δίπλα στη μικρή πόλη, απλώνεται η λίμνη. Μέσα στα νερά της καθρεφτίζει τα ψηλά του τα τείχια το παλιό μεσαιωνικό και —θέλουν να λεν— ακόμα παλιότερα κάστρο της.

Πίσω απ' την ανατολική πλευρά του κάστρου, στην άκρη άκρη της λίμνης, πάνω στην όχτη της, βρισκόταν ο μαχαλάς των ταμπάκικων. Έτσι τα λέγανε τα βυρσοδεψεία. Και ταμπάκους λέγανε τους βυρσοδέψες — ταμπάκηδες που τους λένε στις Σέρρες, στο Βόλο, θαρρώ και στη Σύρα.

Σ' όλο το μάκρος του μαχαλά, μέσα στο νερό της λίμνης, αραδιαζότανε τα τομάρια, τεζαρισμένα καλά σε ξύλινα τελάρα και τα παίρναν ύστερα, άμα μουλιάζαν και τ' αργάζανε μέσα στ' αργαστήρια — στα ταμπάκικα.

Όλα θα 'τανε καμιά δεκαπενταριά-είκοσι αυτά τ' αργαστήρια, λιθόκτιστα, δίπατα όλα, με θολωτές μεγάλες πόρτες, στη σειρά κι ακουμπισμένα στα τείχια του κάστρου. Το κάτω πάτωμα είχε τα παράθυρα μικρά, σαν πολεμίστρες. Ήταν όλο ένα μεγάλο χαγιάτι πλακόστρωτο, με κάτι ξύλινες σκάφες από δω κι από κει. Μέσα σ' αυτά τα χαγιάτια, κάνε ξιπόλητοι, κάνε με κάτι μεγάλα ποδήλατα και ξεβράκωτοι —δηλαδή μονάχα με το βρακί τους— δουλεύαν οι ταμπάκοι τα δέρματα. Τ' απάνω πάτωμα πρόβαλλε στο δρόμο κάπου μισό μέτρο παραέξω απ' το κάτω κι είχε τα παράθυρα μεγάλα — είδος βενετσιάνικα. Ήτανε το κατοικιό τους εκεί κι ανέβαιναν από μια μικρή ξύλινη σκάλα μέσ' απ' τ' αργαστήρια. Ο τόπος όλος τριγύρω βρωμοκόπαγε την ξινή δριμίλα* του τομαριού.

Οι ταμπάκοι παινεύονταν πως ήταν από τους παλιότερους κατοίκους αυτής της πόλης και πως ήταν όλοι τους αρχόντοι «καστρινοί», που τους πέταξαν οι Τούρκοι απ' το κάστρο υστέρα απ' την επανάσταση του Σκυλόσοφου, στα 1612. Και στ' αλήθεια, μιλούσανε το ιδίωμα της πόλης καθαρότερα απ' όλους τους άλλους και το κρατούσαν αμόλευτο στο λεξιλόγιο και στη φωνητική του.

Τα νταραβέρια τους ωστόσο με την πόλη ήτανε πολύ λιγοστά. Σχεδόν ποτέ δεν ανέβαιναν «απάνω» αν δεν είχανε κάποια δουλειά. Καταφρονούσανε τους καινούριους κατοίκους της και μπορεί κανένας να πει πως μήτε τους ήξεραν τους μαχαλάδες που φκιάσαν οι μικρασιάτες πρόσφυγες. Έμεναν εκεί, πίσω από το κάστρο, ένας κόσμος ξεχωριστός και κλεισμένος. Τελειωμένος.

Λίγο παραπάνω απ' τα δικά τους τ' αργαστήρια ήτανε τα ξυλάδικα. Μετσοβίτες και ζαγορίσιοι —απ' τα βλαχοζάγορα— δουλεύαν εκεί. Οι ταμπάκοι δεν είχανε κανένα νταραβέρι μαζί τους. Δυο δρόμους παραπάνω, οι βαρελάδες —μετσοβίτες και βλάχοι κι αυτοί, βοβουσιώτες* και ντομπρινοβίτες*- κοπανούσανε χρόνια εκεί πέρα, πάνω στα ρόμπολα και τις οξιές, με τα ξύλινα σφυριά τους, τον ίδιο μόχτο. Οι ταμπάκοι τους ξέρανε, τους καλημέριζαν, διαφορές δεν είχαν μαζί τους και πάρε-δώσε δεν είχαν. Ήταν, βλέπεις, ντατσκαναραίοι, ήγουν χωριάτες. Λίγο παρακάτω, δίπλα στ' αργαστήρια τους ήταν η Σκάλα. Τα μεγάλα καΐκια της λίμνης, σκαφιδωτά κι αργοκίνητα, ξεφόρτωναν εκεί, απ' τα χωριά που βρίσκονταν αγνάντια, καυσόξυλα, σφαχτά, τυριά, βουτύρατα και τα τέτοια. Οι ταμπάκοι ψωνίζαν άμα χρειαζόντανε κάτι, μα και κει δεν είχανε πολλά νταραβέρια —τι νταραβέρια με τους χωριάτες; Το βράδυ πηγαίνανε σε δικά τους κρασοπουλειά όπου δεν πατούσαν χωριάτες— μονάχα καϊκτσήδες από το μικρό νησί της λίμνης μπαίνανε καμιά φορά και πίνανε λίγο μαζί τους, πριν γυρίσουν στο νησί τους το βράδυ. Μ' αυτούς τους ένωνε το πάθος του κυνηγιού — γι' αυτό τους δίναν το ελεύτερο να κάτσουνε δίπλα τους.

Σ' αυτά τα κρασοπουλειά τα δικά τους, τα τραπέζια ήτανε χαμηλά κι είχανε στη μέση μια τρύπα, για να μπαίνει το χειμώνα το μαγκάλι. Καθόντανε γύρω γύρω, σε σκαμνιά που 'τανε κι αυτά χαμηλά και το κρασί πριν το πιούνε το ζεσταίνανε σε χαλκωμένους μαστραπάδες. Η κουβέντα γύριζε πάντα σε παλιές ιστορίες, κυνήγια, τέτοια πράματα. Άντρες σκληροί και περήφανοι, σπάνια μιλούσανε για δουλειές και συμφέροντα —δεν το καταδέχονταν. Και πολιτική δε μιλούσανε — δεν είχανε με ποιον να τσακωθούνε, γιατί 'ταν όλοι τους σφόδρα βενιζελικοί — Ελλάδα των πέντε θαλασσών, καθώς ταιριάζει σε παλιούς καστρινούς αρχοντάδες. Ψήφιζαν πάντοτε και το βενιζελικό υποψήφιο δήμαρχο και τους βενιζελικούς επιτρόπους στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου και τελειώνανε και μ' αυτά. Αυτάρκεια. Ηθική. Κοινωνική. Πολιτική.

Και επαγγελματική. Κανένας δεν έφυγε απ' το επάγγελμα και κανένας ξένος δεν έμπαινε —η παράδοση του σιναφιού, που 'ταν κι από τα παλιότερα της πόλης, λεν οι αρμόδιοι, δεν είχε αλλάξει ακόμα. Μόνο που στα χρόνια που γράφω, καθώς ήταν λιγοστοί και δένονταν όλοι με συγγένειες μεταξύ τους, είχε γίνει πια και δουλεύαν συνεταιρικά σε κάθε εργαστήρι. Μαστόροι και καλφάδες γίναν ένα —ήταν όλοι τους μαστόροι πια— και νοικοκυραίοι. Αυτό μονάχα είχε αλλάξει. Όλα τ' άλλα μέναν όπως ήταν από τον καιρό που πρωτόγιναν αυτά τ' αργαστήρια. Πολύ λίγο γνοιαζόνταν αυτοί να μάθουν τι γίνεται αλλού με τα δέρματα. Ακόμα και την ψαρόκολλα — τσουκάλι τη λέγανε— τη φκιάχνανε πάντα μονάχοι τους από τα ψάρια της λίμνης. Και βαφές και βαψίματα, όπως τα ξέραν, όπως τα βρήκαν. Και όλα. Όπως τα ξέραν, όπως τα βρήκαν. Αναντάμ παπαντάμ.*

 

Ταμπάκος αναντάμ παπαντάμ ήτανε κι ο Σιούλας. Από πατέρα ταμπάκο, από μάνα κόρη ταμπάκου. Εκεί γεννήθηκε. Εκεί έπαιξε τα κότσια και τη σκλέντζα —όπως λέγανε το ξυλίκι— τις ομάδες — όπως λέγανε τις αμάδες— τ' αμπελοπήδημα και τα σκλαβάκια και χτυπήθηκε στον πετροπόλεμο με τα παιδιά απ' τους γειτονικούς μαχαλάδες. Εκεί έμαθε γράμματα και κολύμπι, πρωτοπήγε στην εκκλησιά και στο κυνήγι στη λίμνη. Και μεγάλωσε, μπήκε στη δουλειά, παντρεύτηκε κι έφκιασε δική του φαμίλια κι έμεινε πάντα με την ψυχή του γεμάτη κλειστή περηφάνεια, ατράνταχτη αυτάρκεια κι αδυσώπητη καταφρόνια για κάθε καινούριο. Κάθε νεωτερισμός ήταν ξιπασμός.*

Ένας δικός τους —σπανιότατο πράμα— πήγε και ξενιτεύτηκε. Πήγε μακριά και γύρισε κάποτε με χρυσή καδένα στο γιλέκο και παράδες στην τζέπη: Και καθώς το αίμα δε γίνεται νερό, στριφογύριζε όλη μέρα στα ταμπάκικα και το βράδυ πήγαινε στα κρασοπουλειά τα δικά τους και καθόταν μαζί τους. Και γιατί να μη κάθεται; Μόνο που ξεπήδαγε κάθε τόσο κι ήθελε πάντα να λέει για τις χώρες τις μακρινές και τα θάματα που 'δαν τα μάτια του. Τον στραβοκοιτάξανε στην αρχή, τον αποπήρανε καναδυό φορές, πάλι δεν έλεγε να το κόψει.

Ήτανε λέει μεσημέρι, καλοκαίρι, κι οι ταμπάκοι, όπως ήτανε με τα βρακιά τους μονάχα στ' αργαστήρια, βγήκαν λίγο να ξαποστάσουν και να πάει και το ψωμί παρακάτω, όσο να πιάσουνε πάλι δουλειά. Ήτανε κι αυτός εκεί και πήγε πάλι κάτι να πει, πάλι για τα ταξίδια.

— Και δε μου λες, σε περικαλούμε, τον ρώτησε άξαφνα ο Σιούλας και σηκώθηκε σιγά σιγά και πήγε κοντά του. Έμαθες και να διαβάζεις τίποτα φράγκικα εκεί που πήγες;

— Και βέβαια... Κατιτίς έμαθα, είπε ο ανύποπτος άνθρωπος.

— Τότες διάβασέ μας εδώ πέρα τι γράφει. Του γύρισε τα πισινά του και χτυπούσε με τις δυο του τις παλάμες τα μεγάλα γράμματα της ξενικής μάρκας που 'τανε σταμπαρισμένα στο πανί του βρακιού του.

Οι ταμπάκοι γελούσανε δυνατά, γελούσαν κι οι γυναίκες απ' τα παράθυρα. Αυτός χτύπαγε πάντα μ' άγριο πάθος τα πισινά του με τις παλάμες του:

— Διάβασέ τα, ντε...

Ο άνθρωπος λέει έβγαλε την καδένα απ' το γιλέκο και ποτές του δεν ξαναμίλησε για τα ταξίδια του και τους Φράγκους του — τουλάχιστον εκεί στα ταμπάκικα. Δεν είχε αστεία μ' αυτούς.

 

Περνάν ωστόσο τα χρόνια, οι άνθρωποι γερνάνε, ρεύουνε χρόνο με χρόνο τα τείχια του κάστρου, αλλάζουν όλα και μήτε προφταίνεις να το νιώσεις. Δίχως να το νιώσει κι ο Σιούλας, τα μαλλιά του πήραν κι ασπρίζαν. Τα πόδια του, χρόνια μέσα στα νερά, κάπου κάπου το βράδυ πιανότανε. Η Σιούλαινα, σαν κουνέλα, κάθε χρόνο γεννούσε καινούριο Σιουλόπουλο. Και μια τρακάδα παιδιά, πρέπει να χορτάσουν και να ντυθούν και να ποδεθούν και να πάνε σκολειό — αλέθεται ο άνθρωπος με τούτο και κείνο και το 'να και τ' άλλο, με το σήμερα και με τ' αύριο, δεν προφταίνει μια στιγμή να σταθεί και να ιδεί τι γίνεται ολόγυρά του.

Κι οι ταμπάκοι δεν προφτάσαν κι αυτοί να ιδούνε τι γίνεται γύρω τους, τι ν' άλλαξε τάχα και πότε ν' άλλαξε, κι η δουλειά στα ταμπάκικα όλο και χειρότερα πήγαινε. Σεβρά, λουστρίνια, αδιάβροχα τα φέρναν απόξω, φτηνότερα και καλύτερα δουλεμένα, ακόμα και τις βακέτες και τα σολοδέρματα. Δυο τρεις παλιοί δερματεμπόροι στο παζάρι της πόλης το βρήκανε συμφερότερο, αντίς να παιδεύονται με τους ταμπάκους, να μαζώνουνε τα τομάρια και να τα στέλνουν ακατέργαστα στην Ιταλία, στη Μασσαλία, ακόμα και στη Σύρα, για να τ' αργαστούν εκεί. Με τις μηχανές.

Άρχισε έτσι σιγά σιγά και κάθε βράδυ στα κρασοπουλειά των ταμπάκων απλωνότανε μια θολή καταχνιά πάνω από τα σκυμμένα κεφάλια. Καμπόσοι δουλεύανε πια δυο τρεις μέρες τη βδομάδα μονάχα. Καμπόσοι το ξέραν πως δεν αφήσανε τίποτα στο σπίτι τους για το βράδυ. Και το ξέραν όλοι πως οι γυναίκες τους διακονεύονται η μια με την άλλη, μοιράζονται αυτές το φαρμάκι και το πίνουνε μοναχές τους, δίχως να τους λένε τίποτα μήτε παραέξω να λένε, αν τύχει κι έχουν δικούς τους.

Αυτοί —κανένας δεν κλαιγότανε, δεν μαρτύραγε τίποτα για τη φτώχεια του, ντρεπόνταν ο ένας τον άλλονε να μιλήσουν. Και κανένας δεν ξέκοβε, δεν έφευγε να πιάσει άλλη δουλειά, τέτοια προδοσιά δεν την έκανε. Βαστούσαν όλοι μαζί το ταμπάκικο, το βαστούσανε σαν ένα ταμπούρι, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Και τις Κυριακές, όλο το χειμώνα, τα δίκαννά τους από τη λίμνη αντιλαλούσανε πάντα στην πόλη σαν ένα αδάμαστο «παρών» — τ' αντρίκειo πάθος τους, τ' αρχοντικό του κυνηγιού.

Στα μεγάλα κλείσματα —κλεισίματα των πουλιών δηλαδή— που γίνονταν στη λίμνη απ' όλους μαζί τους κυνηγούς, αυτοί μένανε πάντα πρώτοι και καλύτεροι. Το 'χανε σαν προνόμιο ν' αρχίζουν αυτοί πριν από το χάραμα από την πιο μακρινή άκρα της λίμνης, λάμνοντας αγάλια αγάλια κι όλο κλείνοντας με το ντουφεκίδι τους προς τη μέση της λίμνης τα τρομαγμένα κοπάδια απ' αγριόπαπιες —γέσια και καναβές, καθώς τα 'λεγαν— φαλαρίδες — τα μαύρα νεροπούλια με τις άσπρες μύτες— και κάποτε και τις μεγάλες όμορφες αγριόχηνες πόχουνε μπροστά στα στήθια τους, κάτω απ' τα φτερά τους ένα δεύτερο φτερό, σα μετάξι και σα μαλλί, που το λένε μπάλσαμο και το φύλαγαν οι γυναίκες για τις πληγές— τέλειο πράμα.

Στη μέση της λίμνης στέκονταν αράδα μέσα στις βάρκες τους, με τα δίκαννα στο χέρι, οι άλλοι κυνηγοί από την πόλη και το νησί. Και τα πουλιά πέφτανε πάνω τους, κοπάδια ολόκληρα, χέρια μονάχα να 'χεις εκείνη την ώρα να ντουφεκίζεις κι άνθρωπο να σου γεμίζει —δουλειά που την έκανε συνήθως ο καϊκτσής, λάμνοντας κιόλας σιγά σιγά, για να μαζεύει τα σκοτωμένα πουλιά — σε κάθε βάρκα λογαριαζόταν δικό της το πουλί που βρισκόταν κοντά της, άσκετο από ποιον βαρέθηκε.

Και σ' αυτά τα κλεισίματα των πουλιών τα μεγάλα και στα δικά του τα μοναχικά κυνήγια της Κυριακής, ο Σιούλας ξαναζούσε ακόμα τους καημούς και τα μεράκια και τις περηφάνιες της ψυχής του από τον καιρό της νιότης του ως τα τώρα που πήρε και γέρασε, πήρε και φτώχυνε — ξέπεσε. Το βράδυ γύριζε σπίτι κατακομμένος, με τα πόδια πιασμένα από το κάτσιμο σταυροπόδι όλη μέρα μέσα στο στενό καραβούλι,* με τα ρούχα μουσκεμένα απ' την υγρασία. Άνοιγε την πόρτα σπρώχνοντάς την με την πλάτη και πετούσε τα κυνήγια στο πάτωμα, στη μέση από το δωμάτιο. Ξαπλωνότανε δίπλα στο τζάκι, στο «μπάσι» που 'χαν όλα τα σπίτια στο χειμωνιάτικο το δωμάτιο —έπεφτε μπρούμυτα κι έβαζε τα παιδιά του ν' ανεβούν όλα στην πλάτη του να τον πατήσουν— να πατήσουν την πλάτη του που τον πόναγε. Τα παιδιά ξεφώνιζαν, γελούσαν, τον χτυπούσαν κλοτσιές, ξεφώνιζε κι αυτός. Το σκυλί ξετρελαινόταν και δεν ήξερε ποιον να πρωτογαβγίσει. Ήταν ακόμα μια ευτυχισμένη στιγμή μέσα στην καταχνιά που κατέβαινε στα ταμπάκικα.

Μονάχα η Σιούλαινα γονατισμένη στο πάτωμα μέτραγε και ξαναμέτραγε τα παπιά. Τέσσερα για το σπίτι, ένα ζευγάρι στην αδερφή της, ένα ζευγάρι στην πεθερά της — αν πουλούσαν τα ρέστα; Ήταν μια σκέψη που μήτε με τα μάτια δεν είχε κουράγιο να τη φανερώσει σ' αυτόν. Οι καϊκτσήδες, οι νησιώτες κι άλλοι φουκαράδες μέσα στην πόλη κυνηγούσανε, κάναν το κέφι τους, τρώγαν όσα θέλαν και βγαίναν ύστερα στο παζάρι, κάνε μοναχοί τους καν οι γυναίκες ή τα παιδιά τους και τα περιπλέον τα πούλαγαν. Ένας ταμπάκος, ποτές. Για τον κόσμο όλον...

 

Κι ήρθε τότε μια βδομάδα ολόκληρη που τ' αργαστήρι του Σιούλα σταμάτησε. Ούτε στ' άλλα γινόταν τίποτα —ψευτοδούλευαν. Η γυναίκα του τα 'φερε βόλτα μοναχή της, ξετίναξε το σπίτι, πήρε κι από τις άλλες γυναίκες — είναι αλήθεια πως έδωσε κάτι κρυφά και στον εβραίο τον παλιατζή, που 'χε μυριστεί τι γινόταν στα ταμπάκικα. Αυτουνού δεν του 'πε τίποτα, δεν τον ρώτησε τίποτα, μήτε τον κοίταξε στα μάτια, όλη τη βδομάδα. Παραπάνω δεν το μπόρεσε. Σταύρωσε τα χέρια κι έκατσε κι έκλαψε καρτερώντας το μεσημέρι που θα 'ρχονταν όλοι και δε θα 'χε να τους δώσει μήτε φαΐ μήτε ψωμί.

Αυτός ανέβηκε πάνω, μπήκε στο δωμάτιο, την είδε στη γωνία, τα 'νιωσε τα μάτια των παιδιών του κι ήταν καρφωμένα πάνω του.

— Και τ' άφησες έτσι τα παιδιά;

Αυτή δε μίλησε, καθόταν πάντα στην άκρη με το κεφάλι σκυμμένο.

— Και δεν έπαιρνες κατιτίς από το μπακάλη;

Η γυναίκα σήκωσε μια φορά τα μάτια της και κοίταξε. Μήτε λύπη, μήτε παράπονο, μήτε θυμός δεν ήτανε μέσα —τα μάτια της τον παρακαλούσανε να σωπάσει. Αυτός αγρίεψε:

— Τι δε μιλάς; Γιατί;

Ξανάσκυψε το κεφάλι της:

— Δε μας δίνει πια, είπε με ταπεινοσύνη σα να 'φταιγε αυτή.

— Και ψωμί; Τι δεν έπαιρνες λίγο ψωμί;

— Μήτε ο φούρνος μάς δίνει.

Σηκώθηκε κι έφυγε γρήγορα γρήγορα για να κρύψει τα δάκρυα που την έπνιξαν. Πιο πολύ για την αδικία τη δική του παρά για τη δυστυχία.

Τα παιδιά σκορπίσανε, έφυγε κι εκείνη, πήγε στην αδερφή της να κλάψουν μαζί. Αυτός απόμεινε μόνος μέσα στο δωμάτιο, μέσα στο σπίτι. Πιο πολύ κι από τη δυστυχία, απ' την πληγωμένη περηφάνια και την ντροπή μπροστά στα παιδιά του, όλο τ' απόγεμα, μοναχός του εκεί μέσα, σκεφτότανε τη γυναίκα — την αδικία του. Ένας κόμπος ανέβαινε και ξανανέβαινε στο λαιμό του. Είκοσι χρόνια μαζί της, πρώτη φορά στοχαζότανε τώρα γι' αυτήν.

Έπαιρνε να βραδιάσει όταν σηκώθηκε. Κανένας τους δεν είχε ακόμα γυρίσει στο σπίτι. Ξεκρέμασε το δίκαννο, το κοίταξε, το ξανακοίταξε, το πήρε παραμάσκαλα και κατέβηκε.

— Τι έπαθε, ρώτησε ο γύφτος κι έκανε να το πάρει.

Δεν του 'χε την όρεξη ν' ανοίξει τώρα κουβέντες μαζί του. Ήταν ένας γύφτος, όνομα και πράμα, φουκαράς ψευτοντουφεξής σε μια τρύπα στα μπιζεστένια —δίπλα στ' αργαστήρια των κουδουνάδων— κι έφκιαχνε για ένα τίποτα τα ντουφέκια των φουκαράδων. Δεν του 'δωσε το ντουφέκι, τον κοιτούσε στα μάτια, τον κάρφωνε με τα μάτια του.

— Το 'χω για πούλημα, είπε τέλος κοφτά και του 'δωσε το ντουφέκι. Θα πάρω άλλο.

Ήταν ένα καλό βελγικό δίκαννο, δωδεκάρι δίχως λύκους. Ο γύφτος το 'ξερε από παλιά, μήτε το πήρε στα χέρια του μήτε το κοίταξε. Κοίταζε αυτόν, και τα γύφτικα, μπιρμπίλικα μάτια του παίζανε στο καπνισμένο του μούτρο. Κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε:

— Όχι, Σιούλα... Μη το δώσεις, αδερφέ μου.

— Δεν το παίρνεις δηλαδή;

— Εγώ το παίρνω και το παραπαίρνω... Και διάφορο θα 'χω...

— Δεν τ' αφήνεις αυτά τα γύφτικα τα παζάρια; Πόσα δίνεις;

— Ξέρω, είπε ήρεμα, ήταν μαθημένος να τον λένε γύφτο — δεν τον πείραζε. Ξέρω, Σιούλα, που δε θα πάρεις άλλο... Στενοχώριες, αναδουλειές, τα παιδιά... Μα μη το δώσεις, αδερφέ μου, το δίκαννο, δεν το ξαναπαίρνεις ύστερα.

Ο γύφτος δεν παζάρευε.

— Ξέρω... Ήρθανε κι άλλοι ταμπάκοι, πολλοί, κακό πράμα. Όποιος το 'χε ένα μονάχο, εγώ δεν το πήρα... Χρόνια τρώω το ψωμί σας, όλο με τους φουκαράδες... Δώσ' το σ' άλλον. Δεν τα μολεύω τα χέρια μου...

Κατέβασε τα μάτια του, κατέβασε το κεφάλι του. Ένας γύφτος τον είχε πει φουκαρά. Και πως δεν μολεύει τα χέρια με το δίκαννο το δικό του. Δεν ήτανε γι' αυτό —μήτε το σκέφτηκε. Ακόμα μια φορά μέσα στην ίδια μέρα ξαναστοχαζότανε τώρα την αδικία— κι από το φούρνο τι δεν έπαιρνες λίγο ψωμί; —και δεν τ' αφήνεις τα παζάρια τα γύφτικα; Αν ο γύφτος δεν έβγαζε τα καπνά του να στρίψουν τσιγάρο, θα 'φευγε κυνηγημένος την ίδια στιγμή — ντρεπότανε.

— Έχεις δίκιο, είπε σε λίγο χωρίς να σηκώσει τα μάτια του. Ύστερα τα σήκωσε και τον κοίταξε. Καλός άνθρωπος είσαι, του 'πε σα να του το χρώσταγε και του χαμογέλασε. Κίνησε να φύγει.

Ο γύφτος τον σταμάτησε.

— Ξέρω, είπε πάλι... Δυσκολίες, αναδουλειές, τα παιδιά... Μα μη το δώσεις το ντουφέκι σου, ταμπάκος άνθρωπος. Θα μαραθείς.

Έβγαλε και του 'δωσε ένα κατοστάρικο.

— Άμα είναι το, το ξαναφέρνεις...

Το πήρε. Το πήρε και δεν ένιωθε καμιά ντροπή. Το κράταγε μέσα στη χούφτα του και μια γλύκα περνούσε σ' όλη του την ψυχή, ως το κορμί του την ένιωθε, σα μια ζέστα. Όχι που θα το πήγαινε σπίτι. Πιο πολύ γι' αυτή τη γνωριμιά των ανθρώπων —πρώτη φορά στη ζωή του, τη γνωριμιά των φουκαράδων, που 'πε κι ο γύφτος, πρώτη γνωριμία του εαυτού του— δεν είσαι άδικος, εσύ Σιούλα... Καθώς περνούσε τους δρόμους κατεβαίνοντας για τα ταμπάκικα, κατιτίς καινούριο, ζωντανό και ζεστό, σαν ένα φως έπαιζε μέσα του. Σχεδόν χαρούμενο μέσα στην κατάμαυρη δυστυχία. Κάτι που δε μαραίνεται.

Είχε νυχτώσει πια όταν πέρναγε το δρόμο που 'χαν τ' αργαστήρια τους οι ξυλάδες κι οι βαρελάδες. Άκουσε που φώναζαν τ' όνομά του. Ήταν ένας βαρελάς Μετσοβίτης —ένας ροδοκόκκινος, καταστρόγγυλος άνθρωπος με φουσκωμένες τις πλάτες από το σκύψιμο.

— Καλησπέρα.

— Και για πού βραδιάτικα με το δίκαννο;

— Να μωρέ, ζάβωσε λίγο και το πήγα στο γύφτο. Καλός άνθρωπος, είπε ξαφνικά χωρίς να το θέλει.

— Δεν τον ξέρω, είπε ο βαρελάς. Και τι μας έφταιξε εμάς; Έλα να πιεις μια ρακή.

Ποτές του δεν είχε μπει σ' αυτό το κρασοπουλειό — χάνι και κρασοπουλειό μαζί, που πήγαιναν οι ξυλάδες, οι βαρελάδες, φαμελίτες νοικοκυραίοι, φουκαράδες της γειτονιάς και χωριάτες που νυχτώθηκαν στην πόλη. Ο βαρελάς κέρασε το ρακί κι άρχισε κι έλεγε για τις αναδουλειές και τα βάσανα.

— Κι εσείς δεν είστε καλά, είπε σε μια στιγμή.

— Όχι, δεν είμαστε καλά, αποκρίθηκε αυτός και δε ντρεπόταν καθόλου που το 'πε. Δεν είμαστε καλά.

— Και τι θα κάνετε;

— Δεν ξέρω... Κανένας δεν ξέρει...

— Κακό πράμα, είπε ο βαρελάς.

Αυτός δεν τον άκουγε πια. Ένιωθε μέσα του κείνη την ώρα σαν ένα ξεχείλισμα και τίποτα άλλο δεν ήθελε παρά να σηκωθεί και να τους κεράσει όλους εκεί μέσα, τους βλάχους, τους γύφτους, τους χωριάτες, τους φουκαράδες, όλους. Δεν έκαμε τίποτα τέτοιο. Κέρασε κι αυτός ένα ρακί το βαρελά του και τον καληνύχτισε πρόσχαρα.

— Καλός άνθρωπος είναι κι αυτός, το 'λεγε και το ξανάλεγε μέσα του, να το νιώσει, να το χορτάσει. Καλός άνθρωπος —μα πού στο διάολο κρύβονταν όλοι τους;

Μπαίνοντας στο δρόμο των ταμπάκικων, βρέθηκε μπροστά σ' ένα απ' τα κουτσούβελα τα δικά του. Το φώναξε κοντά, του 'δωσε κρυφά λεφτά να τα δώσει στη μάνα του, του 'δωσε και το ντουφέκι. Ντρεπότανε να πάει μονάχος του. Κι ούτε πήγε ως αργά τη νύχτα, όταν σιγουρεύτηκε πια πως εκείνη πλάγιασε και κοιμήθηκε. Έπεσε δίπλα της στο στρώμα, ούτε κείνη μίλησε, ούτε αυτός, ούτε σάλεψαν.

Πριν απ' το χάραμα σηκώθηκε. Πατώντας στα νύχια, πήρε πάλι το δίκαννο και κατέβηκε. Εκείνη ούτε σάλεψε πάλι. Αυτός μπήκε στο καραβούλι και τράβηξε για τη Μεγάλη Βαθειά —έτσι το λέγανε τ' ανοιχτό μέρος της λίμνης. Έλαμνε κατά τις καλαμιές, χώνοντας βαθιά τα κουπιά στο νερό— βιαζότανε.

Όταν γύρισε πίσω είχε φέξει πια για καλά. Μια κρύα φωτεινή χειμωνιάτικη μέρα. Στην πόρτα στ' αργαστήρι στάθηκε κι έβαλε μια φωνή. Τα παιδιά κατεβήκαν και θάμαζαν το πλούσιο κυνήγι. Ξεκρέμασε απ' την πλάτη του το δίκαννο και τους το 'δωσε, τους έδωσε και τρία παπιά.

— Δώστε τα στη μάνα σας, τους είπε μόνο.

Ξανάφυγε με καμιά δεκαριά πουλιά στα χέρια του κι ούτε γύρισε να κοιτάξει κατά το σπίτι. Ήξερε πως πίσω απ' το τζάμι ήταν τα δάκρυά της. Και τράβηξε γραμμή κατά το παζάρι, μέσα απ' τα ταμπάκικα, μπροστά απ' τ' αργαστήρια, στητός, χτυπώντας βαριά τα ποδήματά του...

...Έτσι πήγε κάποτε ο πρώτος ταμπάκος, στάθηκε στο παζάρι και πούλησε το κυνήγι του — ύστερα πήγανε κι άλλοι. Πίσω του εκείνη τη μέρα οι σάλπιγγες των νέων καιρών γκρέμιζαν από θεμέλια τα τείχη της ταμπάκικης Ιεριχώς μέσα σε πανδαιμόνιο απ' ουρλιαχτά μηχανών. Κόντευε η άνοιξη και πάνω απ' τη λίμνη κοπάδια αγριόχηνες τραβούσανε πια για ψηλότερα. Σαν τρομαγμένα κι αυτά...

Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

Δημήτρης Χατζῆς - Σαμπεθάι Καμπιλῆς



Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τὸ τέλος τῆς μικρῆς μας πόλης (1963).


Στὴ μικρή μας πόλη εἴχαμε κάπου τέσσερις χιλιάδες Ἑβραίους - περισσότερους, ὄχι λιγότερους. Εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους - τὸ Συναγώι, ποὺ τὸ λέγανε καὶ κεῖνοι καὶ μεῖς, μέσα στὸ παλιὸ Κάστρο τῆς πόλης καὶ σὲ μερικοὺς δρόμους, ὁλόγυρά του. Οἱ χριστιανοί, ποὺ καθόντανε μέσα στὸ Κάστρο καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὁβραίικους δρόμους ὁλόγυρα, εἶχα στὴν ὀξώπορτά τους ἕνα σταυρὸ ζωγραφισμένο μ᾿ ἀσβέστη. Εἶταν ὅμως λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, τόσο πολύ, ποὺ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους εἶτανε συνήθειο παλιὸ νὰ βγαίνει τὴν Παρασκευὴ τὸ βράδυ ἄνθρωπος τῆς Συναγωγῆς, μόλις ἔπεφτε ὁ ἥλιος καὶ τελαλοῦσε δυνατά:

- Ὥ...ω...ρα γιὰ Σαμπά!... Ὥ...ρ...ααα γιὰ Σαχρί!... Τελαλοῦσε πὼς ἔπεσε ὁ ἥλιος κι ἄρχισε Σάββατο καὶ κανένας τους νὰ μὴ πιάνει φωτιὰ μὲς στὰ σπίτια τους ὡς τ᾿ ἄλλο τὸ βράδυ. Παναπεῖ δηλαδὴ πὼς εἶταν πέρα γιὰ πέρα ὁβραίικοι δρόμοι. Εἶταν ὁ δικός τους μαχαλᾶς - τὰ ὁβραίικα.

Ταπεινοί, τόσο ταπεινοὶ σὰν νά ῾τανε φοβισμένοι καὶ φουκαρᾶδες εἶταν οἱ πλιότεροι - οἱ πιὸ φουκαρᾶδες μέσα στὴν πόλη μας εἶταν αὐτοί. Ἀλήθεια πὼς κ᾿ οἱ δρόμοι τους μέσα στὸ Κάστρο εἶταν ἀπ᾿ τοὺς πιὸ βρώμικους καὶ τὰ παιδιά τους ἀπ᾿ τὰ πιὸ ἀρρωστιάρικα - ὅλο σπυριά. Κάνανε τὸ χαμάλη, τὸ λοῦστρο, τὸ μεροκαματιάρη - τέτοιες δουλειές. Καὶ δουλεῦαν καὶ τὰ παιδιά τους ἀπὸ μικρά, μαζί τους ἢ κάναν θελήματα κ᾿ οἱ γυναῖκες τους ξενοδούλευαν, πλένανε, σφουγγαρίζανε στὰ ξένα τὰ σπίτια, ἀκόμα καὶ στὰ πορνεῖα τῆς πόλης - τόσο μικρὴ καὶ τέσσερα - πέντε τὰ εἶχε - αὐτὲς καθαρίζανε, τόσο εἶτανε φτωχές. Ἐργάτες ὡστόσο νὰ πᾶνε, νὰ μάθουνε τέχνες, ῥαφτᾶδες νὰ ποῦμε, μαραγκοί, σιδερᾶδες - τέτοια πράγματα - κανένας δὲν πήγαινε. Δὲν θέλανε, λέγαν, νὰ σκλαβωθοῦν μὲ τὸ μεροκάματο καὶ τὴν τέχνη. Μερικοὶ τενεχτσῆδες - δηλαδὴ τενεκετζῆδες - τσαγκαρᾶδες - καὶ καλύτερα νὰ πῶς μερεμετιτζῆδες τῶν παπουτσιῶν - κ᾿ ἕνας - δυὸ χασάπηδες, ποὺ δὲν πούλαγαν ποτὲς γουρουνίσιο κρέας, εἶχαν κάτι μικρομάγαζα. Μὰ στὰ ὁβραίικα μέσα κι αὐτοὶ - δὲν πηγαίνανε παραπέρα.

Εἶταν ὕστερα οἱ γυρολόγοι τοῦ δρόμου, πραματευτᾶδες δηλαδή, μεταπράτες καὶ παλιατζῆδες, τὸ δικό τους τὸ ὁβραίικο εἶδος, τὸ πάππου πρὸς πάππου. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοὶ μὰ γιομίζαν ὅλη τὴν πόλη μὲ τὴ μεγάλη φασαρία ποὺ κάνανε. Γυρνοῦσαν τοὺς μαχαλᾶδες ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ μὲ μιὰ τάβλα κρεμασμένη μπροστὰ στὴν κοιλιά τους ἢ μιὰ μεγάλη σακούλα στὴν πλάτη, κᾶνε σέρνοντας τὸ μικρὸ καροτσάκι τους καὶ φωνάζαν ἀκούραστα - τελαλούσανε τὴν πραμάτεια τους μ᾿ ἕνα τρόπο ξεχωριστὸ καὶ δικό τους, κάπως σὰν τραγουδιστά, σὰ νὰ σέρνανε τὴ φωνή τους στὸ τέλος τῶν λέξεων - καθὼς συνήθαγαν ὅλοι τους.

- Οὑβριέ, τὸν φώναζαν οἱ γυναῖκες στοὺς μαχαλᾶδες, σκύβοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο - ἀκόμα κι ἂν τό᾿ ξεραν τ᾿ ὄνομά του.

Αὐτὸς ἄκουγε, δὲν κακοκαρδιζόταν ποὺ τὸν φώναζε Ὁβραῖο, ἀκουμποῦσε τὴν πραμάτεια στὸ πεζούλι τῆς πόρτας ἢ πάνω στὸ δρόμο, ἔπαιρνε μίαν ἀνάσα καὶ τὴν περίμενε νὰ κατέβει γιὰ ν᾿ ἀρχίσουν ἐκεῖ παζάρεμα ἀτέλειωτο γιὰ ἕνα μασούρι κλωστὴ ἢ μία πήχη λάστιχο γιὰ βρακοζώνα ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦσαν καὶ γιὰ καλτσοδέτα.

Τὰ παιδιὰ καμιὰ φορὰ τρέχαν πίσωθέ του καὶ φωνάζανε τραγουδιστὰ καὶ τὸν κοροϊδεῦαν:

Σπίρτα, ῥάμματα, βιλόνια,
τ᾿ Οὑβριοῦ τὰ παντελόνια.

Αὐτὸς δὲν κακοκαρδιζότανε μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τραβοῦσε τὸν ἀνήφορο, σκύβοντας τὸ κεφάλι του πάνω στὴν πανάκριβη πραμάτειά του, ποὺ τὴν ἀβγάτιζε μέρα μὲ τὴν ἡμέρα, μὲς στὸ λιοπύρι καὶ τὴ βροχή, τὴν καταφρόνια καὶ τὸν περίγελο, ὅσο νὰ τὸν ἀξιώσει ὁ Θεὸς ν᾿ ἀνοίξει κι αὐτὸς τὸ δικό του τὸ μαγαζὶ στὸ παζάρι μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους.

Στὸ παζάρι τῆς πόλης θά ῾τανε καμιὰ ἑκατοπενηνταριὰ - διακόσιοι Ἑβραῖοι μὲ μαγαζιὰ - τόσοι ἀπ᾿ τὶς τέσσερις χιλιάδες. Ἄλλοι μὲ μικρὰ μαγαζιὰ καὶ καμπόσοι μὲ βαρβᾶτα ἐμπόρια - ὅσο βαρβᾶτα μπορούσανε νά ῾ναι τὰ ἐμπόρια σὲ μιὰ πόλη ποὺ τὴν ἔτρωγε τὸ σαράκι, εἶδος γεροντοχτικιό. Πουλούσανε πανικά, γυαλικά, σιδερικά, τέτοια ἐμπόρια, εἶδος ἕτοιμο, ἀπ᾿ ἔξω φερμένο, ὄχι στάρια, τροφίματα, ἐγχώρια εἴδη - τέτοια πράματα δὲν εἶχε κανένας τους. Τὰ μαγαζιά τους εἶταν ἀνακατωμένα μὲ τῶν χριστιανῶν, δὲν εἶχαν παράξενο τίποτα, γένια ἢ στὸ ντύσιμο, ὅπως ἀλλοῦ, καὶ τὴ φωνή τους ἀκόμα πασκίζαν αὐτοὶ καὶ τὴ σουλουπώνανε νὰ μὴ σέρνεται - ξεχωρίζαν ὡστόσο κι αὐτοὶ μὲ τὸ πρῶτο πὼς εἶταν Ἑβραῖοι.

Τέλος - εἶτανε καὶ κάτι λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, σπουδαγμένοι, ἕνας - δυὸ γιατροί, φαρμακοποιοί, ἕνας - δυὸ δικηγόροι καὶ κάτι δάσκαλοι τῶν ξένων γλωσσῶν, ὄχι ἄλλες ἐπιστῆμες, μηχανικοί, γεωπόνοι, νὰ ποῦμε τεχνικοὶ γενικά, ποὺ καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη δὲν εἶταν πολλοὶ - δὲν τοὺς σήκωνε ὁ τόπος.

Αὐτοὶ πού ῾χανε τοὺς παρᾶδες ζούσανε βέβαια καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους - σὲ καλύτερα σπίτια, εἶχαν καὶ δοῦλες - Ὁβριὲς - κ᾿ εἴχανε φκιάξει ἔξω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο ἕνα - δυὸ ὁβραίικους δρόμους, πού ῾ταν κι ἀπὸ τοὺς καλύτερους τῆς πόλης. Αὐτοὶ τὸ βράδυ ἀνεβαίνανε καὶ στὰ καφενεῖα στὴν πλατεία τῆς πόλης, εἶχαν νταραβέρια μὲ καλοὺς νοικοκυραίους καὶ καθόντανε μαζί τους καὶ παίζανε τάβλι. Ὅποιος ἔχανε πλήρωνε καὶ γιὰ τοὺς δυό μας.

Πλούσιοι καὶ φτωχοὶ εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους, εἶταν ὅλοι θρῆσκοι, κανένας δὲν ἔπιανε φωτιὰ τὸ Σάββατο καὶ κανένας δὲν δούλευε τὸ Σάββατο. Πλούσιοι καὶ φτωχοί, εἶταν ὅλοι τους ταχτικοὶ στὴ ζωή τους, παντρευόνταν ἀπὸ μικροὶ κ᾿ εἶχαν ὅλοι τους ἕνα δεύτερο ροῦχο, καλύτερο, γιὰ νὰ τὸ φορᾶνε τὸ Σάββατο, νὰ πᾶνε τὸ πρωὶ στὴ Συναγωγή τους καὶ νὰ βγοῦνε τ᾿ ἀπόγευμα νὰ κάνουν περίπατο. Οἰκογενειακῶς. Ὅσοι μπορούσανε καθόντανε καὶ στὸ καφενεῖο, πάλι οἰκογενειακῶς. Πίνανε καφὲ ἢ μία γκαζόζα, οἱ γυναῖκες τους τρώγανε μία βανίλια καὶ τὰ παιδιὰ μοιραζόντανε τὸ λουκούμι ποὺ κοβόταν στὰ δυὸ - δὲν ντρεπόνταν ποὺ τοὺς κοιτοῦσαν ἀπ᾿ τὰ γύρω τραπέζια. Τὴν Κυριακὴ τ᾿ ἀπόγευμα ξαναβγαίνανε περίπατο, πάλι οἰκογενειακῶς ἢ πηγαίνανε στὸ καφενεῖο καὶ χασμουριόνταν ὥσπου νὰ περάσει κι αὐτὴ - μιὰ μέρα ἀκόμα χαμένη.

Τέτοια ταπεινή, φρόνιμη καὶ συμμαζεμένη εἶταν ἡ ζωὴ ὁλονῶν τους.

Κι ὡστόσο μέσα στὴν πόλη λέγανε γι᾿ αὐτοὺς πολλὰ καὶ διάφορα πράγματα. Τοὺς φορτῶναν ἕνα σωρὸ κουσούρια, κακίες κι ἀδυναμίες, ποὺ τάχα ἐμεῖς δὲν τὶς εἴχαμε - καὶ πρῶτα-πρῶτα γιὰ τοὺς παρᾶδες ποὺ τοὺς μαζώνανε δεκάρα-δεκάρα καὶ ποὺ τάχα ἐμεῖς τοὺς σκορπούσαμε. Γενικὰ τοὺς παρασταίνανε σὰν ἀνθρώπους παρακατιανούς, ράτσα τιποτένια καὶ βρώμικια. Τοὺς λέγανε παλιόβριους καὶ τσιφούτηδες. Οἱ μεγάλοι δὲν τοὺς τὸ φωνάζαν μπροστά τους, μὰ σὰν τύχαινε Ἑβραῖος νὰ βρεθεῖ μία φορὰ ἔξω ἀπ᾿ τὸ παζάρι καὶ τὰ ὁβραίικα, στοὺς μακρινοὺς μαχαλᾶδες τῆς πόλης καὶ τὸν γνωρίζανε τὰ παιδιά, τρέχανε πίσω του καὶ τοῦ φωνάζαν τραγουδιστά!

Οὑβριέ, παλιόβριε,
ποῦ ῾ν᾿ ἡ κότα πὄκλεψες...

Ἀνοησίες δηλαδὴ τῶν παιδιῶν καὶ τῶν μεγάλων ποὺ τὰ βγάζαν αὐτά, γιατὶ οἱ Ἑβραῖοι πού ῾χαμε μεῖς στὴ δική μας τὴν πόλη δὲν κλέβαν καὶ προπαντὸς δὲν κλέβανε κότες. Μὰ ἂν ὅλοι τὸ πίστευαν πὼς οἱ Ἑβραῖοι κάνουνε τόσα καὶ τόσα, δὲν πειράζει φυσικὰ νὰ φωνάξει καὶ τὸ μαξούμι - τὸ παιδάκι δηλαδὴ - πὼς κλέβαν καὶ κότες. Δὲν εἶτανε μάλιστα καὶ παράξενο πὼς στὸ τέλος τό ῾χανε καὶ οἱ ἴδιοι πιστέψει πὼς κάπως ἔτσι πρέπει νά ῾ταν τὰ πράματα, ἀφοῦ κι ἀναμεταξύ τους ἀκόμα μποροῦσαν νὰ βρίζονται ἢ νὰ χαϊδεύονται φωνάζοντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον παλιόβριο.

Λέγαν ἀκόμα γι᾿ αὐτοὺς καὶ πολλὲς μικρὲς ἱστορίες ποὺ τὶς εἶχαν ἀκούσει μονάχα, μὰ τὶς παράσταιναν ὅλοι σὰ νά ῾ταν ἀλήθεια καὶ νά ῾χανε γίνει στὴ δική μας πόλη ἀπὸ δικούς μας Ὁβραίους. Καὶ εἶταν ἔτσι καλοφκιαγμένες, νόστιμα κι ὀμορφούτσικα ταιριασμένες, ποὺ δὲν εἶταν παράξενο πάλι νὰ τὶς ἀκούσει κανένας κι ἀπὸ τοὺς Ὁβραίους τοὺς ἴδιους νὰ τὶς λένε καὶ νὰ γελοῦνε - τὶς βρίσκανε δηλαδὴ κι αὐτοὶ ταιριασμένες.

Οἱ μανάδες λέγανε κι αὐτὲς στὰ παιδιά τους νὰ μὴν ἀργοῦνε τὸ βράδυ νὰ γυρίσουνε σπίτι, γιατί ἔξω ἀπ᾿ τὰ τζίνια - τὰ φαντάσματα ποὺ βγαίνουν ἅμα πέσει τὸ σκοτάδι - εἶναι κι Ὁβραῖοι ποὺ πιάνουνε τὰ μικρὰ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ βάνουνε στὰ βελόνια κι ἀπὸ τὸ αἷμα τους φκιάχνουνε τὰ ματσόθ - τ᾿ ἄζυμα δηλαδή. Πάλι ἀνοησίες φυσικὰ γιατὶ παιδὶ κανένα δὲ χάθηκε ποτὲς ἀπ᾿ ἀφορμὴ τοὺς Ὁβραίους. Καὶ τὸ ξέρουν ὅλοι. Καὶ τὸ Πάσχα, τὴν Πρωτοχρονιὰ καὶ τὰ Καλύβια, τὴ γιορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας - αὐτὲς τὶς τρεῖς μεγάλες γιορτές τους, οἱ γειτόνοι τους οἱ χριστιανοί, κι ἄλλοι τους γνώριμοι μέσα στὴν πόλη, τὰ δεχόνταν ἀπ᾿ αὐτοὺς τ᾿ ἄζυμα ποὺ τοὺς στέλνανε, δηλαδὴ τὰ ματσόθ. Καὶ δὲν φοβόντανε πὼς εἶναι ζυμωμένα μὲ τὸ αἷμα. Καὶ τοὺς στέλνανε καὶ κεῖνοι στὸ δικό μας τὸ Πάσχα κουλούρια καὶ πορτοκάλια στὸ μαντίλι - πασχαλιὲς ποὺ τὰ λέγανε - μονάχα τὰ κόκκινα αὐγὰ δὲν τοὺς στέλνανε.

Εἶταν δηλαδὴ τὰ πράματα μπερδεμένα λίγο μὲ τοὺς Ἑβραίους. Ὅσο καὶ νὰ τοὺς καταφρονοῦσαν, εἶχαν ὅλοι τους μέσα στὴν πόλη κάθε λογῆς καλὰ νταραβέρια μαζί τους, καὶ ψωνίζαν ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ δανείζονταν, οἱ πλούσιοι συνεταιριζόνταν στὰ ἐμπόρια κ᾿ οἱ φτωχοὶ τραβοῦσαν τὰ ἴδια μὲ τὴ φτώχεια καὶ μὲ τὰ βάσανα. Καὶ μ᾿ ὅσα κακὰ κι ἂν τοὺς φόρτωναν, κανένας ποτὲ δὲν ἀκούστηκε νὰ πειράξει Ἑβραῖο μόνο καὶ μόνο γιατὶ εἶταν Ὁβριός, ποτὲς μήτε τὴ Μεγάλη τὴν Πέμπτη - ὄχι, δὲν τοὺς πειράζαμε ἐμεῖς.

Δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φοβηθοῦν ἀπὸ μᾶς. Κι ὡστόσο, παραλῆδες ἢ ζητιάνοι, σπουδαγμένοι ἢ δουλευτᾶδες, ἀπὸ κεῖ, ἀπὸ τὰ ὁβραίικα τὰ δικά τους, κανένας δὲν ξέκοβε, δὲν πήγαινε παραπέρα, δὲν χώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

- Ἐδῶ εἶναι ἡ κλώσσα, τοὺς ἔλεγε ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς.

Καὶ τὸ᾿ βρισκαν ὅλοι σωστὸ καὶ σοφό με τὴν κλώσσα του - ποῦ νὰ πᾶς καὶ νὰ χάνεσαι μέσα στοὺς ξένους; Καὶ κανένας δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν κλώσσα. Μήτε γιὰ ὅρκο δὲν εἶταν Ἑβραῖος ποὺ νὰ κάθεται σ᾿ ἄλλον μαχαλᾶ μέσα στὴν πόλη.

Γρήγορα-γρήγορα τρέχαν τὸ βράδυ νὰ μαζωχτοῦνε γύρω στὴν κλώσσα τους - σὰ νὰ ξύπναγε μέσα τοὺς ἕνας φόβος παλιός. Μόλις ἔπεφτε τὸ σκοτάδι ὁ μαχαλᾶς τους ἐρημωνόταν κι ὁ ἴσκιος τοῦ Κάστρου ἁπλωνόταν πάνω του, κάθιζε πάνω του. Ἀμπαρῶναν τὶς πόρτες, κλεινόντανε μέσα καὶ κάναν πολλὰ παιδιὰ σὰν τοὺς χωριάτες. Μερικοὶ μέσα στὴν πόλη θέλανε νὰ λένε πὼς οἱ Ὁβριὲς μὲ τὰ παχιά τους τὰ χείλια εἶτανε γρήγορες στὸν ἔρωτα σὰν τὶς περιστέρες κ᾿ εὔκολες στὴν γέννα σὰν τὶς κουνέλες - καὶ γι᾿ αὐτὸ τὰ πολλὰ τὰ παιδιά τους.

Τὶς ἄγριες χειμωνιάτικες νύχτες ὁ δυτικὸς ἄνεμος ἐρχόταν ἀπὸ τὴ λίμνη ποὺ βρίσκεται δίπλα στὴν πόλη καὶ ξεσποῦσε στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ βουίζοντας μέσα στὰ σκοτεινὰ χαγιάτια καὶ τὶς σαραβαλιασμένες στέγες, γιομάτος ὄνειρα ταραγμένα. Τὶς ἥμερες νύχτες, μέσα στὴν ἡσυχία, ἀκουγόνταν οἱ καλαμιὲς ποὺ τραβούσανε σ᾿ ἀτελείωτο μάκρος τὸ πνιγμένο τους ἀργοσάλεμα, κάτι σὰ θρῆνος γιὰ μία χαμένη ζωή. Κι ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης ὡς τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ, ὁ ὕπνος τοῦ μαχαλᾶ λικνιζότανε μέσα στὴν ἀτέλειωτη συναυλία τῶν βατράχων ποὺ δίπλα στὸ μαχαλᾶ διαλαλοῦσαν ἀπὸ τὴ λίμνη τὸ χορτασμὸ καὶ τοὺς ἔρωτές τους πάνω στὴν πράσινη, βρώμικη λάσπη τῆς ὄχτης.

Ἡ ἑβραίικη κοινότητα σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη πρέπει νά ῾ταν καμωμένη ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά. Γι᾿ αὐτὸ τὰ ὁβραίικα εἶτανε μέσα στὸ Κάστρο της. Καὶ γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἡ Συναγωγή της εἶχε ἀρχιραβίνο κι ὄχι ραβίνο. Καὶ λέγανε κιόλας πὼς εἶταν Μητρόπολη τῆς Συναγωγῆς τῆς Νέας Ὑόρκης ἢ τοῦ Σικάγου - δὲν τὰ θυμᾶμαι τώρα καλά.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἔλεγε σχετικὰ πὼς αὐτοὶ δὲν εἶταν Ἰσπανοεβραῖοι σὰν τῆς Θεσσαλονίκης, μὰ βρισκόνταν ἐκεῖ ἀπὸ τοὺς πρώτους διωγμοὺς τῶν Ῥωμαίων κ᾿ ἔφτασαν γραμμὴ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ στάθηκαν ἐκεῖ καὶ κονέψαν καὶ δὲν τὸ κούνησαν ὕστερα. Δηλαδὴ κάπου δυὸ χιλιάδες χρόνια βρισκόνταν ἐκεῖ - αὐτὸ ἔλεγε.

Διαβασμένος κανένας θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ παρατηρήσει πὼς ὁ Ἑβραῖος περιηγητὴς Βενιαμὶν ὁ Τουδέλας, ποὺ γύρισε ὅλη τὴν Ἑλλάδα στὰ μέσα τοῦ δωδέκατου αἰώνα καὶ πῆγε σ᾿ ὅλες τὶς ὁβραίικες Συναγωγὲς καὶ τὶς ἀναφέρει μία πρὸς μία, δὲν γράφει τίποτα γιὰ Ὁβραίους σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη μήτε κἂν τὴν ἀναφέρει. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶχε ἀμέσως ν᾿ ἀντιπροβάλει τὰ ἀναγκαῖα ἐπιχειρήματα καὶ νὰ τὸν κολλήσει στὸν τοῖχο.

Ἔλεγε δηλαδὴ πὼς ὁ ἄλλος περιηγητὴς τοῦ ἴδιου καιροῦ, ὁ Ἄραβας Ἐδρισή, γράφει πὼς ἡ πόλη αὐτή, ἡ δική μας, εἶναι καμωμένη πάνω σὲ νερά. Αὐτὸ βέβαια δὲν εἶναι καὶ καμιὰ σπουδαία ἀνακάλυψη αὐτουνοῦ τοῦ Ἐδρισή, ἀφοῦ δίπλα στὴν πόλη βρίσκεται ἡ λίμνη. Ἔλα ὅμως ποὺ τὸ ἴδιο γράφουνε καὶ τὰ πανάρχαια χαρτιὰ τῶν Ὁβραίων τῆς πόλης αὐτῆς, πὼς εἶναι «γκιώδ» - κάπως ἔτσι, πάλι δὲν θυμᾶμαι καλὰ - δηλαδὴ πόλη πάνω σὲ νερά. Καὶ πὼς αὐτὸ λογαριαζότανε πάρα πολὺ ἀπὸ τοὺς Ὁβραίους τοῦ παλιοῦ καιροῦ, νὰ τοῦ γράφουνε δηλαδὴ σὲ τί μέρος τὸ φκιάξανε τὸ καινούργιο τὸ Συναγώι τους. Καὶ πῶς τέλος αὐτὸ θὰ μποροῦσε κανένας νὰ τὸ βρεῖ νὰ ταιριάζει μία χαρὰ καὶ μὲ τοῦ Προκόπιου ὅσο γράφει γιὰ τὴν Εὔροια στὸ βιβλίο του γιὰ τὰ χτίσματα τοῦ Ἰουστινιανοῦ - «ὕδασι κατακορῆς»... Ἄρα «γκιὼδ» ἴσον Εὔροια καὶ Εὔροια, ἡ δική μας ἡ πόλη. Ὅπερ ἔδει δεῖξαι.

Ὅλο αὐτὸ εἶταν ἕνα ζήτημα ποὺ δὲν φαίνεται νὰ τοὺς σκότιζε καὶ πολὺ τοὺς ξυπόλητους Ἑβραίους τῆς πόλης μας καὶ τὶς Ὁβραῖες ποὺ ξενοδούλευαν γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί. Μήτε τοὺς βοηθοῦσε σὲ τίποτα, νὰ τὸ ξέρουνε δηλαδὴ ἂν εἴχανε φτάσει κεῖ πέρα κυνηγημένοι ἀπὸ τοὺς Ῥωμαίους στὴν Παλαιστίνη ἢ τὴν Ἱερὴ Ἐξέταση στὴν Ἱσπανία. Παραδεχόνταν ὡστόσο κι αὐτοὶ πὼς γιὰ νὰ κάθεται ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ὁ δικός τους καὶ νὰ χάνει τὸν καιρό του μὲ χαζοπράματα τέτοια παναπεῖ πὼς δὲν θά ῾τανε χαζοπράματα καὶ θά ῾χε βέβαια κάποιο χρήσιμο λόγο - γι᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο - κι ἂν εἶτανε γι᾿ αὐτόν, εἶτανε σίγουρα καὶ γι᾿ αὐτούς, γιὰ ὅλους τους. Λέγανε μάλιστα πὼς εἶχε καθίσει κ᾿ εἶχε γράψει κ᾿ ἕνα σημείωμα γιὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ τό ῾δωσε κάποτε στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας, στὰ μεγάλα κεφάλια. Καὶ τοὺς ἔγραψε στὸ σημείωμα, πὼς γιὰ νὰ βρίσκονται ἐκεῖ - σίγουρα πράματα κι ἂς μὴν τὸ γράφει αὐτὸς ὁ Τουδέλας - δυὸ χιλιάδες χρόνια οἱ Ὁβραῖοι παναπεῖ πὼς κι ἡ πόλη καὶ τὸ Κάστρο της βρισκόταν ἀπὸ τότες, δυὸ χιλιάδες χρόνια. Καί, φῶς φανάρι, λοιπόν, ἀποκλείεται νὰ χτιστῆκαν ἀπὸ βαρβάρους ποὺ κατέβηκαν ὑστερότερα, ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς πατήσανε ποτὲς τὸ ποδάρι τους στὴν Ἑλλάδα οἱ βάρβαροι. Καὶ τὸ δεχτήκανε, λέγανε, μὲ τιμὴ καὶ χαρὰ οἱ σοφοὶ τῆς Ἀθήνας τὸ σημείωμα αὐτὸ γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσουν αὐτοὶ ἐπιστημονικῶς - ὅπως εἶναι ἡ δουλειά τους - ἀφοῦ ἔτσι ὄμορφα-ὄμορφα, μαζὶ μὲ τὴν παλαιότητα τῆς ἰσραηλιτικῆς κοινότητας σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη - ζήτημα ὄχι καὶ τόσο σπουδαῖο - ἀποδειχνόταν κι ἀπὸ τὸ Σαμπεθάι Καμπιλῆ ἡ αἰωνιότητα τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς - ζήτημα σπουδαιότατο, καθὼς ξέρουμε ὅλοι μας. Καὶ προπαντός, ἡ συνέχεια τῶν πολιτισμῶν της.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς δὲν εἶχε καμιὰ ἐπίσημη ἰδιότητα. Δὲν εἶταν χαχάμης στὸ Συναγώι οὔτε σύμβουλος στὴν Κοινότητα τῶν Ἑβραίων οὔτε ἐπίτροπος σὲ λεφτὰ οὔτε τίποτα. Δὲν ἀνακατευόταν σὲ τίποτα, δὲν πήγαινε πουθενά, οὔτε στὸ νομάρχη γιὰ ζήτημα τῆς κοινότητας οὔτε στοὺς βουλευτὲς γιὰ ρουσφέτια οὔτε στὸ δήμαρχο γιὰ παράπονα οὔτε σὲ κανένα. Μιὰ φορὰ τὸ χρόνο μονάχα, μαζὶ μὲ τὸν πρόεδρο τῆς Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητος καὶ τὸν ῥαβίνο τῆς Συναγωγῆς ἔμπαινε σ᾿ ἕνα ἁμάξι ἀνοιχτὸ καὶ πηγαίνανε τὸ Πάσχα στὸ Μητροπολίτη μας νὰ τοῦ εὐχηθοῦνε τὰ χρόνια πολλά. Ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, στὴ γιορτὴ τοῦ Μπαϊραμιοῦ, ἔτσι πάλι μὲ τοὺς ἄλλους δυό, πήγαινε καὶ στὸ Μουφτῆ.

Αὐτὸς ὁ Μουφτῆς δὲν ἐκπροσωποῦσε κανέναν πιά, μήτε στὴν πόλη μήτε στὴν περιοχὴ - δὲν ὑπῆρξε πελατεία. Εἶταν ἕνας γέρος ἄνθρωπος ποὺ βαρέθηκε νὰ φύγει στὴν Τουρκιὰ τοῦ Κεμὰλ μὲ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν. Παρακάλεσε καὶ πλήρωσε, Τούρκους καὶ Ρωμιούς, καὶ τὰ κατάφερε νὰ βγάλει ψεύτικα χαρτιὰ πὼς εἶταν ἀλβανικῆς καταγωγῆς καὶ τέλος τὸ γλίτωσε τὸ ξερίζωμα ποὺ ξεσήκωσε τότε θρῆνο στοὺς τούρκικους μαχαλᾶδες.

Ἕνα χτηματάκι εἶχε ὅλο κι ὅλο καὶ μ᾿ αὐτὸ ψευτοζοῦσε. Εἶχε καὶ δυὸ κοριτσάκια ποὺ μεγάλωσαν καὶ δὲν ἤξερε μὲ ποιόνε νὰ τὰ παντρέψει κι ἀρχίσαν καὶ κεῖνα - τί νὰ κάνουν τὰ ἔρημα; - καὶ τὰ παίζανε μὲ κάτι μόρτες Ῥωμιούς. Καὶ θέλανε νὰ λένε μέσα στὴν πόλη πὼς αὐτοὶ τὰ τρόμαζαν τὴ νύχτα καὶ ξεφώνιζαν ἔτσι ξαφνικὰ τὰ τρία παγώνια ποὺ φύλαγε στὴν αὐλή του ὁ Μουφτῆς - οἱ μόρτες πηδοῦσαν τὸν τοῖχο.

Αὐτὸς πέρναγε τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του στοὺς παλιοὺς καφενέδες τῆς πόλης καὶ καθότανε δίπλα στοὺς ταβλαδόρους κι ὅλο κούναγε τὸ κεφάλι του ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ. Μερικοὶ λέγανε πὼς συλλογιζόταν τὸ μεγάλο τούρκικο ντοβλέτι ποὺ χάθηκε - ὅμως εἶχε πιὰ ξεκαρφωθεῖ πίσω στὸ λαιμό του καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ κούναγε.

Ὅπως καὶ νὰ πεῖς, εἶταν μιὰ φορὰ κι αὐτὸς θρησκευτικὸς ἀρχηγός. Ἄλλες δέκα θρησκεῖες νά ῾χαν ἀρχηγοὺς μέσα στὴν πόλη - κι ἂς εἶταν καὶ τέτοιους, δίχως πελατεία - σ᾿ ὅλους τους θὰ πήγαινε ὁ Σαμπεθάϊ Καμπιλῆς μιὰ φορὰ τὸ χρόνο στὴ μεγάλη γιορτή τους νὰ τοὺς ξαναπεῖ μὲ ταπεινοσύνη τὸ ἴδιο:

- Ἕνας εἶναι ὁ Θεός. Καὶ μὲ τὸ φόβο του ζοῦμε.

Εἶταν δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἤξερε νὰ διαβάζει ὁβραίικα, μελετοῦσε στὰ σοβαρὰ τὴ γραφὴ καὶ πλιότερο τὸ Ταλμοὺτ καὶ βοηθοῦσε τὸ ραβίνο τῆς Συναγωγῆς νὰ κρατιέται πιστὰ ἡ θρησκευτικὴ τάξη ποὺ τὴν ἤξερε στὴν ἐντέλεια. Τὸ Λευιτικὸν εἶτανε τ᾿ ἀγαπημένο του βιβλίο καὶ τό ῾ξερε ἀπόξω καὶ στὴν ἑλληνική του μετάφραση.

Κοντούτσικος, στρογγυλούτσικος, φόραγε πάντα ἕνα στενὸ μαῦρο κουστούμι τὸ καλοκαίρι κ᾿ ἕνα τὸ ἴδιο στενό, μαῦρο πάλι, παλτὸ τὸ χειμώνα, μὲ τρία κουμπιά, στιβάλια μὲ κουμπιὰ καὶ μία γκρίζα ρεπούμπλικα, φίνο μπορσαλίνο, ὅμως τόσο ἄσχημα πατημένη στὸ στρογγυλό του κεφάλι ποὺ θαρροῦσες πὼς τώρα θὰ πέσει.

Ἴδιο σὰν αὐτὸν εἶταν καὶ τὸ μαγαζί του - ἡ ἄκρα ταπεινοσύνη. Εἶτανε σ᾿ ἕνα δρομάκι τῆς ἀγορᾶς μὲ μιὰ πόρτα θολωτή, χαμηλή, ἔπρεπε νὰ σκύψεις γιὰ νὰ μπεῖς. Μέσα - φάτσα, εἶταν ἕνα τραπεζάκι μὲ τὴ σκουριασμένη κόπια πάνου καὶ δίπλα, στ᾿ ἀριστερά, μιὰ μιρκὴ κάσα γιὰ τὰ λεφτά. Στὰ ράφια εἶτανε μονάχα κάτι λίγα τόπια πανί - δεύτερο πράμα, γιὰ τοὺς χωριάτες καὶ γιὰ τὴ φτώχεια, χασὲ - χομαῒ ποὺ τὸ λέγανε - ντρίλι, ρετσίνα, τέτοια πράματα.

Γιὰ νὰ ψωνίσει κανένας μιὰ πήχη πράμα εἶχε καταντήσει σιγὰ-σιγὰ καὶ δὲν πατοῦσε κεῖ μέσα, ὄξω κι ἂν ἐρχότανε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ παζάρι τῆς πόλης. Μὰ καὶ πάλι δὲν θὰ ξεγελιότανε νὰ μπεῖ σ᾿ ἕνα τέτοιο παλιομάγαζο. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ παζαριοῦ θὰ τὸν εἴχανε τραβήξει στὰ δικά τους μαγαζιὰ οἱ ἐμπόροι ποὺ στεκόνταν στὴν πόρτα - Ὁβραῖοι καὶ Ῥωμιοὶ - καὶ φωνάζανε, κἂν ἐκεῖνοι κἂν οἱ παραγιοί τους, καὶ τραβοῦσαν τοὺς χωριάτες ἀπὸ τὸ μανίκι - νὰ μπεῖς, νὰ ἰδεῖς καὶ νὰ μὴν ἀγοράσεις...

Μέσα στὸ μαγαζὶ τὸ δικό του ὁ μικρότερος ἀδερφός του ὁ Σιέμος καὶ τὰ δυὸ τὰ παιδιά του, ὅταν δὲν εἶχαν δουλειὰ δὲν καθόντανε - δὲν τοὺς ἄφηνε αὐτὸς νὰ καθίσουν οὔτε βγαίναν στὴν πόρτα - δὲν ἤθελε αὐτὸς νὰ βγαίνουν στὴν πόρτα. Ἀκουμπούσανε βαρύθυμοι στοὺς ἄδειους μπάγκους, χασμουριότανε κρυφὰ καὶ μουρμουρίζανε σιγὰ-σιγὰ μὴν τοὺς ἀκούσει. Αὐτὸς καθότανε σκυμμένος σὲ κεῖνο τὸ τραπέζι, ὅλο θά ῾γραφε κάτι, κάτι λογάριαζε, ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ ποὺ κλειοῦσαν καὶ τοὺς ἔπαιρνε καὶ φεύγαν κ᾿ οἱ τέσσερις, γραμμὴ γιὰ τὸ σπίτι, αὐτὸς μπροστὰ μὲ τὸ Σιέμο, τὰ παιδιὰ παραπίσω.

Τέτοιο, λοιπόν, εἶτανε καὶ τὸ μαγαζί του - μιὰ τρύπα. Κι αὐτὸς ζοῦσε κεῖ μέσα χωρὶς καμιὰ ἀπὸ τὶς χαρὲς πὄχουν οἱ ἀνθρῶποι, χωρὶς φῶς καὶ χωρὶς στολίδι κανένα, μὲ ψωμὶ καὶ νερὸ μονάχα - καθὼς λέγανε.

- Ἄφησέ μας κ᾿ ἐμᾶς νὰ κάνουμε κάτι, μουρμούριζε κάποτε ὁ Σιέμος ... Μήτε σκλάβοι... Τί κάνουμε ἐμεῖς ἐδῶ μέσα;

Αὐτὸς σήκωνε τὰ μάτια του καὶ τοὺς κοίταζε καὶ τοὺς τρεῖς.

- Μαθαίνετε νὰ τυραννιέστε... Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο... Πῶς ἀλλιῶς θὰ τὸ κρατήσετε τὸ μαγαζί;

Ὁ Σιέμος κατέβαζε τότες τὸ κεφάλι του καὶ τὸ κατεβάζανε καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Σαμπεθάι. Ἀλήθεια πῶς θὰ τὸ κρατούσανε; Ὁ κόσμος ὅλος τό ῾ξερε μέσα στὴν πόλη πὼς αὐτὸ τὸ μαγαζὶ εἶτανε τὸ μεγαλύτερο στὸ παζάρι μας. Πίσω ἀπὸ κεῖνο τὸ τραπέζι ποὺ καθόταν ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἄνοιγε μία πορτούλα κ᾿ ἔμπαινες ἀπὸ κεῖ σ᾿ ἕνα πράμα σκοτεινὸ καὶ μακρύ, ποὺ δὲν εἶταν μήτε μαγαζὶ μήτε κι ἀποθήκη - εἶταν καὶ τὰ δυό. Πάνω σὲ μπάγκους καὶ σὲ κάσες μεγάλες, πνιγμένο στὴ ναφθαλίνη, στοιβαζόταν ἐκεῖ τ᾿ ἄνθος τῆς πραμάτειας, ἀπὸ τσόχα, καμπαρντίνα καὶ φανέλα ἐγγλέζικη ὡς τοὺς χασέδες καὶ τὰ λινὰ καὶ τὰ κάμποτα κι οὔτε πρόφταινε νὰ σταθεῖ. Πάνω ἀπὸ ἑκατὸ μαγαζιὰ σ᾿ ὅλη τὴν περιοχὴ ἀπ᾿ τὸν Καμπιλῆ θέλανε νὰ πάρουν κι ὄχι ἀπ᾿ ἄλλον. Ἡ ἀποθήκη ἄνοιγε πίσω, μὲ μιὰ πόρτα σιδερένια σ᾿ ἕνα στενὸ τοῦ ὁβραίικου μαχαλᾶ. Ἀπὸ ῾κεῖ ἔμπαινε κ᾿ ἔβγαινε τὸ ἐμπόρευμα, χωρὶς μπούγιο καὶ φασαρία, σὰ νὰ γινόταν λαθρεμπόριο. Καὶ παρᾶς, μετρητά, λιανοπούλι στὴν κάσα, τίποτα - δούλευε συναλλαγματικὴ μὲ τὴν τράπεζα.

Ἂν κανένας ἀπὸ τοὺς καλοὺς-καλοὺς νοικοκυραίους τῆς πόλης ἤθελε μία προίκα ὁλάκερη γιὰ τὴν θυγατέρα του, ὅλα τὰ πανικά, τό ῾ξερε κι αὐτὸς πὼς μονάχα στὸ Σαμπεθάι Καμπιλῆ μποροῦσε νὰ πάει. Ἂν κανένας ἄλλος εὐυπόληπτος συμπολίτης εἶχε τὸ μεράκι γιὰ ἕνα ἐγγλέζικο «τίγκερ» - ξιουράφι, λέγανε, γιὰ ἑκατὸ χρόνια - καὶ νά ῾ναι καὶ παλιακότερο κάπως, γκαραντὶ δηλαδή, ὄχι πράματα ψεύτικα τοῦ παρόντος καιροῦ, τὸ᾿ ξερὲ κι αὐτὸς πὼς μονάχα τὸ Σαμπαθέι Καμπιλῆ θὰ μποροῦσε νὰ παρακαλέσει γιὰ νὰ γράψει στὴν Ἀγγλία. Ἀκόμα κι ἂν ὁ νομάρχης, ὁ δήμαρχος ἢ ἄλλος κανένας ἀπὸ τοὺς μεγάλους, νὰ ποῦμε, τῆς πόλης, χρειαζόταν ἕνα φίνο κασμίρι γιὰ τὴ ζακέτα ποὺ θὰ φοροῦσε στὴ δοξολογία τῆς Εἰκοστῆς Πέμπτης Μαρτίου, ἢ ἄλλη καμία, ἐπίσης σπουδαία, ἀνάγκη, πάλι σὲ κεῖνον θὰ πήγαινε. Θά ῾σκυβε τὸ κεφάλι γιὰ νὰ περάσει τὴ θολωτὴ πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ καὶ θὰ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸ βάλει μέσα στὴν πρώτη του παραγγελιὰ στὴν Ἀγγλία.

Ὁ Σαμπαθάι Καμπιλῆς σημείωνε ἡμέρα-ἡμέρα τὴν παραγγελιά. Μήτε βαριόταν μήτε ξιπαζόταν ποὺ τὸν παρακαλοῦσαν οἱ μεγάλοι, μόνο μουρμούριζε σὰ νὰ μίλαγε μονάχος του:

- Δὲν μᾶς λογαριάζουν, ἀγαπητέ μου κύριε... Τί νὰ λογαριάσουν ἀπὸ μᾶς, τόσο-τόσο μικρούς;...

Εἶναι σίγουρο ὡστόσο πὼς ἔγραφε πάντα κ᾿ ἡ παραγγελιὰ ἐρχόταν στὴν ὥρα της καὶ παραδινότανε μαζὶ μὲ τὰ χαρτιά της, τὴν τιμή, τὰ ἐμβαστικά, τελωνεῖο, ὅλα. Καὶ μαζί, τὸ δικό του τὸ κέρδος, τιποτένιο μὰ γραμμένο πάντα κι αὐτὸ - τέτοια πράγματα ταχτικότατα.

- Ἀγαπητέ μου κύριε... Δὲ μοῦ χρωστᾶτε καμιὰ εὐχαριστία, ἔλεγε σ᾿ ὅλους. Ὅπως βλέπετε τό ῾καμα γιὰ νὰ κερδίσω κ᾿ ἐγὼ κατιτίς.

Ὄχι. Αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ γελάσει κανέναν. Δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ τοὺς πουλήσει εὐγένειες, δὲν καταδεχότανε νὰ καλοπιάσει κανέναν ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας κι ἀπὸ τοὺς ἄλλους ποὺ τὸ κουτάλι τους ἔπαιρνε κάποτε μιὰ στάλα νερὸ καὶ σφιγγόντανε νὰ φανοῦν μεγαλύτεροι - ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ξαναπέφτανε. Πίσω ἀπὸ κεῖνο τὸ δικό του τὸ τραπεζάκι εἶταν κάτι παραπάνω ἀπὸ μία δύναμη. Εἶτανε μιὰ ἐξουσία. Τὸ πῶς αὐτὸς τὸν ἔβγαζε τὸν πρόεδρο τῆς Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητας, καὶ τὸ ῥαβίνο τῆς Συναγωγῆς αὐτὸς τὸν διόριζε, δὲν εἶτανε ἴσως σπουδαῖο. Μὰ ὁ καθένας μποροῦσε νὰ ξέρει - καὶ καλὰ θά ῾κανε νὰ τὸ ξέρει - πὼς τοὺς ὁβραίικους ψήφους αὐτὸς τοὺς κανόνιζε κάθε φορά, σ᾿ ὅλες τὶς ἐκλογές, πόσοι πάνω-κάτω θὰ ψηφίσουν Βενιζέλο, πόσοι τοὺς βασιλικούς. Ἐκεῖνοι μάλιστα ποὺ ξέραν τὰ πράματα λέγανε πὼς αὐτὸς ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶταν ἀπὸ τοὺς πολὺ λιγοστοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας - ἄλλη μόνιμη ἐξουσία - τοῦ μιλοῦσε λόγια παστρικά. Καὶ πὼς κι ὁ Σεβασμιώτατος ὁ Μητροπολίτης μας εἶτανε πάλι ἀπὸ τοὺς πολὺ λιγοστοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς δὲν τοῦ κρυβότανε. Οἱ δυό τους εἶταν ἑνωμένοι μὲ τὸ φόβο ἑνὸς Θεοῦ. Καὶ ἡ Κοινότητα τῶν Ὁβραίων εἶταν ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια στηρίγματα τῆς φατρίας τοῦ Μητροπολίτη, στὰ δημοτικὰ ζητήματα, στὶς ἐκλογές, σὲ ὅλα, ὅπως ἀπὸ τ᾿ ἄλλο μέρος ὁ Μητροπολίτης εἶταν ἕνα ἀπὸ τὰ κλειδιὰ τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ γιὰ νὰ συμμαζεύονται πίσω στὴν ὁβραίικη κλώσσα τους τὰ κλωσσόπουλα ποὺ θὰ θέλαν νὰ ξεμακρύνουν.

Εἶταν δηλαδὴ ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἕνα σοβαρό, ὑπεύθυνο καὶ σίγουρο πρόσωπο μέσα στὴν ἱεραρχία τῆς πατροπαράδοτης τάξης σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη. Καὶ μόνιμο.

Πολλὰ χρόνια πρέπει νὰ πέρασαν ἔτσι, πάρα πολλά. Μπορεῖ νά ῾τανε στ᾿ ἀλήθεια καὶ τὰ δυὸ χιλιάδες χρόνια τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ, μπορεῖ νά ῾ταν κι ἀκόμα παλιότερα, πρὶν ἀκόμα ξεκινήσουν νὰ ῾ρθοῦνε σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη. Οἱ πλάκες τοῦ Μωυσῆ κρατούσανε πάντα τὴν παλιά τους γραφή. Κ᾿ ἡ ὁβραίικη φτωχολογιὰ τὶς κουβαλοῦσε στὴν πλάτη της, λιμασμένη, καταφρονεμένη, ἀπ᾿ αὐτὲς καρτερώντας τὴ σωτηρία.

Ὅπου κάποτε, πᾶνε τώρα τριάντα χρόνια, ἀκούστηκε καὶ στὴν μικρὴ πολιτεία ἡ φωνὴ ἑνὸς καινούργιου προφήτη. Δὲν ὑπάρχει, ἔλεγε αὐτός, κανένας ἄλλος τρόπος γιὰ τοὺς Ὁβραίους νὰ γλυτώσουν, νὰ σταματήσει ἡ χαμένη τυράννια τους κ᾿ ἡ ντροπή τους, παρὰ νὰ τὶς σπάσουνε μιὰ καὶ καλὴ τὶς πλάκες τοῦ Μωυσῆ. Οἱ φτωχοὶ μὲ τοὺς φτωχοὺς κ᾿ οἱ ἀρχόντοι μὲ τοὺς ἀρχόντους, ὅπως εἶτανε κιόλας αὐτοὶ καὶ πρῶτος-πρῶτος ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς. Αὐτὸς τοὺς φοβερίζει τοὺς Ὁβραίους πλιότερο ἀπ᾿ ὅλους τοὺς χριστιανούς. Κ᾿ ἡ σωτηρία ποὺ τοὺς τάζει εἶναι οἱ ἁλυσίδες ποὺ τοὺς δένουν.

Φανερό, λοιπόν, πῶς αὐτὸς ὁ καινούργιος προφήτης εἶταν ὁ πρῶτος Ὁβραῖος κομουνιστὴς τῆς πόλης αὐτῆς. Σὰν ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς φόραγε κι αὐτὸς μιὰ γκρίζα ρεπούμπλικα ἄχαρα τσαλαπατημένη στὸ κεφάλι του πού ῾τανε κι αὐτουνοῦ στρογγυλὸ καὶ τὰ ροῦχα του εἶτανε τὸ ἴδιο σὰν τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ κακοβαλμένα στὸ κορμί του - μόνο πού, τ᾿ ἀντίθετο ἀπ᾿ αὐτόν, εἶταν πάντα ξεκούμπωτος, παλτό, σακάκι, γιλέκο, καμιὰ φορὰ καὶ τὰ κουμπιὰ τοῦ παντελονιοῦ του.

Εἶταν ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα κ᾿ ἡ μάνα του τὸν εἶχε ἀναστήσει ξενοδουλεύοντας καὶ τὸν καμάρωνε ὕστερα πὄγινε καθηγητὴς τῶν γαλλικῶν σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», ποὺ τὸ κράταγε στὰ χέρια της ἡ Κοινότητα τῶν Ὁβραίων. Τὸν καμάρωνε ἀκόμα πού ῾ταν ἔτσι ταπεινὸς καὶ γλυκὸς κ᾿ οἱ Ὁβραῖοι τὸν κοιτοῦσαν στὰ μάτια καὶ τὴν τιμοῦσε κι αὐτήν, ὅπως τιμοῦν οἱ φτωχοὶ τὶς μανάδες τους.

Ὧρες καὶ παράωρες τριγυρνοῦσε κάθε μέρα στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ. Χωρὶς καθόλου νὰ γνοιάζεται πὼς εἶταν καθηγητὴς σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», καθόταν στὰ πεζοδρόμια καὶ στὰ πεζούλια καὶ μιλοῦσε μὲ τὶς Ὁβριὲς καὶ μὲ τοὺς χαμάληδες. Πήγαινε μαζί τους στὰ καπηλειά τους, ἐκεῖ μέσα στὰ ὁβραίικα, κι ἂν δὲν ἔπινε κι αὐτός, ἔτρωγε ὡστόσο μαζί τους, μὲ τὰ δυό του τὰ χέρια τὴν ὁβραίικη λαχαναρμιὰ καὶ τρέχανε τὰ ζουμιὰ στὸ παλτό του. Γέννημα δηλαδὴ καὶ θρέμμα δικό τους, ὁλόφτυστο.

Λίγο-λίγο μὲ δισταγμὸ καὶ μὲ φόβο οἱ Ὁβραῖοι ἀρχίσανε καὶ μαζευόντανε γύρω του κι ἀκούγανε ξαφνιασμένοι ποὺ τοὺς ἐξήγαγε τὴ Γραφὴ μ᾿ ἕναν τρόπο δικό του, καινούργιον κι ἀνασαίνανε τ᾿ ὄνειρό του. Μιὰ καινούργια μικρὴ Συναγωγὴ ἄρχισε σιγὰ-σιγὰ καὶ γινότανε στὸ μαγαζὶ τοῦ Χαῒμ Ἐζρᾶ.

Ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ εἶταν ἕνας κοιλαρᾶς, ἀγράμματος μανάβης. Περηφανευόταν πὼς αὐτὸς τὰ πρωτόβγαζε στὸ μαγαζί του κάθε χρόνο, πρὶν ἀπ᾿ ὅλους τοὺς μανάβηδες τῆς πόλης, τὰ πρωτόβουλα πράσα - τέτοιος ἀγαθὸς καὶ φιλήσυχος ἄνθρωπος εἶταν. Ἀπὸ τὸν πατέρα του εἶχε πάρει τὸ συνήθειο κι ὅ,τι νὰ τοῦ ῾λεγαν ἔλεγε σ᾿ ὅλους «σωστά, χαγιασέμ» - σωστὰ μὰ τὴν πίστη μου. Οἱ πελάτες τοῦ μαγαζιοῦ κ᾿ οἱ περαστικοὶ τὸν πειράζανε - «σωστά, χαγιασέμ», τοῦ φωνάζαν. «Σωστά, χαγιασέμ», τοὺς ἀποκρινόταν κι αὐτὸς καὶ γελοῦσε. Ὥσπου κάποτε ποὺ τὸν εἴχανε πάει στὸ δικαστήριο μάρτυρα τά ῾κανε θάλασσα μ᾿ αὐτὸ τὸ καταραμένο τὸ «σωστὰ χαγιασέμ» καὶ τὸν σκυλόβρισε κι ὁ πρόεδρος ἀπὸ πάνω καὶ τὸν τάραξαν κι οἱ δικηγόροι ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ κεῖ κι ὁ κόσμος ὅλος μέσα στὴν αἴθουσα ξεκαρδιζόταν στὰ γέλια - ἔγινε θέατρο καὶ πικράθηκε τότες κι ὁ Σαμπαθέι Καμπιλῆς. Ἀπὸ τότες τό ῾χε κόψει. Μ᾿ ἀπὸ τότες τόνε μάθαν ὅλοι καὶ τὸν φώναζαν ὅλοι ὁ Χαῒμ ὁ σωστὰ χαγιασέμ, σάμπως νά ῾τανε τ᾿ ὄνομά του. Αὐτὸς δὲν ἔλεγε τίποτα πιά, μήτε γέλαγε. Πικραινόταν κάθε φορὰ καὶ ντρεπότανε στὴν ἀρχή - ὕστερα τὸ συνήθισε, συνήθισε πὼς ἕνας Ὁβραῖος μπορεῖ νὰ ντρέπεται σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ χωρὶς νὰ χαλάσει τὸ μαγαζί του ἢ νὰ γίνεται τίποτες ἄλλο κακό.

Τώρα ὅλη του τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ἀγάπη τὴν εἶχε δοσμένη σ᾿ αὐτὸν τὸν καινούργιο προφήτη τους, ποὺ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὴν ντροπὴ τῶν Ὁβραίων, γιὰ τὸ Χριστὸ ποὺ σταυρῶσαν οἱ Καμπιλῆδες, γιὰ τὶς ἁλυσίδες τῶν φτωχῶν, γιὰ μία σωτηρία ποὺ δὲν τὴν γράφει τὸ Τορρὰ - καθὼς ἔλεγε. Κάθε φορὰ ποὺ ξεμπλέκανε τέλος στὸ μαγαζί του, καὶ ξεκινοῦσε καὶ κεῖνος νὰ φύγει, τὸν σταματοῦσε στὴν πόρτα καὶ τὸν κοιτοῦσε στὰ μάτια:

- Γιοσέφ... Γλύκα καὶ λύπη εἶταν στὴν φωνή του. Φαινότανε κιόλας νὰ ντρέπεται λίγο γι᾿ αὐτὰ τὰ καμώματα.

- Τί εἶναι πάλι, τὸν ρώταγε ὁ ἄλλος καὶ γέλαγε.

Ἤθελε νὰ τοῦ δώσει δυὸ-τρία ἀχλάδια ἢ μῆλα, μιὰ σακούλα σταφύλια, κι ἂν δὲν εἶταν ὁ καιρὸς γιὰ τὰ φροῦτα ἕνα μάτσο πράσα, ἕνα καλοδιαλεγμένο λάχανο - κουμπρουλάχανο ποὺ τὸ λέγανε.

- Πάρ᾿ τό, μωρὲ Γιοσέφ... Τί ἄλλο μπορῶ νὰ σοῦ δώσω;

- Καὶ χωρὶς λεφτά; - γελοῦσε αὐτός.

- Χωρίς.

- Δίνουν κι Ὁβραῖοι, μωρὲ Χαΐμ, χωρὶς παρᾶδες;

- Δὲν ξέρω, Γιοσέφ... Δὲν ξέρω. Πολὺ μᾶς ἀνακάτεψες ἐσύ... Πάρ᾿ το τώρα, γιὰ τὴν Ὁβριά. Θέλω νὰ σ᾿ τὸ δώσω.

Ἅμα δὲν εἶτανε μαζί τους, τὸ ξέρανε, θά ῾τανε σπίτι. Καθότανε σταυροπόδι κατάχαμα, μ᾿ ἕνα τραπέζι χαμηλὸ μπροστὰ στὰ γόνατα, διάβαζε κ᾿ ἔγραφε καὶ ποιήματα. Ἡ μάνα του καθότανε τότες στὴν ὀξώπορτα.

- Τί κάνει ὁ Γιοσέφ, τὴ ρωτοῦσαν οἱ Ὁβραῖοι ποὺ πέρναγαν.

- Μέσα εἶναι... Διαβάζει... Τὸ᾿ λέγε σὰ νά ῾ταν κανένα μυστήριο κι ὅσο μποροῦσε σιγότερα μὴ τοῦ ταράξει τὴν ἡσυχία. Καὶ στεκόταν ἐκεῖ, φύλακας ἄγγελος δίχως σπαθί, χάιδευε μόνο τὰ κοκαλιάρικα χέρια της ποὺ γδάρθηκαν ξενοδουλεύοντας.

Κάποτε κεῖνος ἀκουγόταν ἀπὸ μέσα:

- Ὁβριά... Ποῦ εἶσαι μωρ᾿ Ὁβριά;

- Ὄρσε, φώναξε αὐτή, μ᾿ ἀπὸ τὴν πόρτα δὲν ἔφευγε - ἤξερε.

Ἔβγαινε τότες αὐτός, τρίβοντας τὰ μάτια του, πήγαινε δίπλα της, καθότανε στὸ κατώφλι, περνοῦσε τὸ χέρι του στὸν ὦμο της ποῦ ῾χε καμπουριάσει κι ὁ ὁβραίικος βρώμικος δρόμος γιόμιζε ὀμορφιὰ κι ἀγάπη.

- Ἀλήθεια, Γιοσέφ, ποὺ θὰ γίνεις μεγάλος ἄνθρωπος;

- Ποιός σοῦ τά ῾πε μωρὴ μάνα, τέτοια μπάνταλα; - κουταμάρες δηλαδή.

- Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς... Ὁλοένα μοῦ τό ῾λεγε ὅταν εἴσουν μικρός...

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς!...

Αὐτὸς τὸν εἶχε ξεδιαλέξει μέσα στὰ ὁβραίικα, αὐτὸς τὸν ἔμαθε νὰ διαβάζει ὁβραίικα. Ἀπὸ τότες πού ῾τανε μικρὸς ἀκόμα, τὸν ἔπαιρνε τὰ χειμωνιάτικα βράδια στὸ σπίτι καὶ καθόνταν κατάχαμα καὶ διαβάζαν οἱ δυό τους. Μὲ τὴν καλοκαιριά του παιδὶ περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του κι ἅμα κλείνανε πηγαῖναν μαζὶ στὸν ἐρημικὸ δρόμο πίσω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο, στὴν ἄκρα τῆς λίμνης, καὶ πάλι μιλοῦσαν γιὰ τὸ Ταλμούτ.

- Βλέπεις, λοιπόν, τὸν ρώταγε κάποτε ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς καὶ τὸν κοιτοῦσε στὰ μάτια.

- Ναὶ ραβί, ἔλεγε τὸ παιδὶ - ραβὶ τὸν ἔλεγε, δάσκαλο. Ὄμορφο εἶναι.

Ὅσο μεγάλωνε, τόσο πιὸ πολὺ ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς χαιρότανε μέσα του, κρυφά, μυστικά, τὴν ἐξυπνάδα του, τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴ Γραφὴ καὶ τὴ στέρεα γνώση ποὺ κέρδιζε μέρα τὴ μέρα. Κρυφά, μυστικά, δὲν ἤθελε νὰ φανερωθεῖ σὲ κανέναν, βοήθησε καὶ τὴ μάνα του καὶ τὸν σπούδασε.

Κάποτε μέσα στὸ μαγαζί του, καθὼς εἶτανε σκυμμένος στὸ τραπέζι του καὶ λογάριαζε, ἀνασήκωνε τὰ μάτια του καὶ κοιτοῦσε τὸν ἀδελφό του τὸ Σιέμο καὶ τὰ δυὸ τὰ παιδιὰ τὰ δικά του. Σάπια κορμιά, κλούβια κεφάλια, ἠλίθιοι, τοῦ φαρμάκωναν τὴ ζωή. Μήτε τὸ μαγαζὶ δὲ μποροῦσαν αὐτοὶ νὰ κρατήσουν ἅμα κλειοῦσε τὰ μάτια του... Ἔκανε ἔτσι μιὰ φορὰ καὶ κοίταζε τὸ ρολόι του. Σὲ μιά, σὲ δυὸ ὧρες αὐτὸς θά ῾ταν ἐδῶ... Χαρὰ μυστικὴ γιόμιζε τὴν καρδιά του, τὸ φῶς καὶ τὸ στόλισμα ποὺ δὲν βλέπαν οἱ ἄλλοι. Γι᾿ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ποὺ τὸν ἀνάστησε μοναχός του, μὲ τὰ δικά του τὰ χέρια, ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, ποὺ τοῦ τὸν ἔστειλε ὁ Κύριος γιὰ νὰ τοῦ δώσει μία μέρα τὰ κλειδιὰ τῆς Κοινότητας, νὰ τραβήξει στὸ αἰώνιο, τ᾿ ἀκατάλυτο μάκρος του ὁ νόμος τοῦ Μωυσῆ, ἐδῶ σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλη ἢ ἀλλοῦ - καὶ κάποτε τέλος «Ἐκεῖ», ἐκεῖ ποὺ πρέπει, γρήγορα ἢ ἀργά, ὅπως εἶταν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου... Κλείνει τὰ μάτια του κι ὀνειρεύεται τότες. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ὀνειρεύεται. Ἔχει κι ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τ᾿ ὄνειρό του. Ἡ καρδιά του χτυπάει ζεστὰ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο - αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ λένε;

Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶταν ὁ Γιοσὲφ Ἐλιγιά, ποιητὴς καὶ ταλμουδιστής. Εἶχε ἀρχίσει τότε καὶ δημοσίευε κάπου-κάπου μικρὲς θαυμαστὲς ἐργασίες γιὰ ζητήματα τῆς Γραφῆς καὶ μοναδικὲς μεταφράσεις ἀπὸ τὰ κείμενα. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοῦ παρατήρησε στὴν ἀρχὴ γιὰ μερικὰ σημεῖα στὴ μετάφραση ἀπὸ τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων, λαθεμένα κατὰ τὴ δική του τὴ γνώμη.

- Καὶ τί πειράζει; Γέλασε ὁ Γιοσέφ. Μήτε ἐγὼ μήτε σὺ μήτε κανένας δὲ μποροῦμε ν᾿ ἀλλάξουμε τὰ κείμενα. Μόνο τὰ ξηγᾶμε, ἄλλος ἔτσι, ἄλλος ἀλλιῶς.

- Αὐτὸ Γιοσέφ, δὲν εἶναι κείμενο γιὰ νὰ τὸ ξηγᾶμε - εἶπε αὐτὸς κ᾿ εἶταν πολὺ λυπημένος. Εἶναι ὁ νόμος.

- Εἶταν, γέλασε πάλι καλόκαρδα ὁ Γιοσέφ. Τώρα εἶναι δῶ καὶ γιὰ μᾶς ὁ ῥωμαίικος νόμος. Δὲ μᾶς φτάνει αὐτός;

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς κατάλαβε. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι του καὶ δὲ μίλησε ἄλλο. Σιγὰ-σιγὰ ξεμακραῖναν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, δὲ βλεπόντανε ταχτικά, ὁ Γιοσὲφ δὲν περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του.

- Γιοσέφ, τοῦ ῾πε μιὰ μέρα ποὺ βρεθῆκαν στὸ δρόμο. Ὁ ῥαβίνος πολὺ στενοχωριέται μ᾿ αὐτὰ ποὺ κάθεσαι καὶ λές.

- Αὐτὸς εἶναι κουφός, πῶς μπορεῖ νὰ ξέρει τί λέω; - γέλασε πάλι ὁ Γιοσέφ.

Τότες ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶδε πῶς ἔπρεπε πιὰ νὰ δώσει ἕνα τέλος. Σηκώθηκε ἕνα μεσημέρι, ἄφησε τὸ μαγαζί του καὶ κίνησε νὰ τὸν βρεῖ. Δὲν ἤθελε νὰ μιλήσουν ἐκεῖ, μπροστὰ σ᾿ ὅλους τοὺς ἠλίθιους. Πῆγε καὶ τὸν ηὖρε σπίτι του. Καθίσανε κατάχαμα καὶ τὸ μικρό, χαμηλὸ τραπεζάκι εἶταν ἀνάμεσά τους ὅπως τὸν παλιὸ τὸν καιρό. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶταν πολὺ λυπημένος. Ὁ Γιοσὲφ Ἐλιγιὰ δὲ γελοῦσε. Καθόταν ἔτσι καὶ σώπαιναν.

- Γιοσέφ, εἶπε τέλος ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς. Θέλω νὰ φύγεις.

- Τὸ ξέρω, εἶπε ἥμερα ὁ ἄλλος.

- Ὄχι, ὄχι... Δὲν ξέρεις τίποτα ἐσύ... Νὰ χαχανίζεις μονάχα... Θέλω νὰ πῶ, πὼς ἐγώ... Νὰ λοιπόν, ἐγὼ σὲ παρακαλῶ νὰ φύγεις.

- Καταλαβαίνω, ῥαβὶ - τὸν ξανάπε δάσκαλο. Μὰ δὲ θὰ φύγω.

- Καταλαβαίνεις; Τίποτα δὲν καταλαβαίνεις ἐσύ. Θὰ σὲ διώξουν οἱ Ῥωμιοί.

- Τὰ βλέπεις ποὺ λέγαμε κάποτε γιὰ τὸ νόμο; Μποροῦν στ᾿ ἀλήθεια νὰ μὲ κυνηγήσουν καὶ νὰ μὲ διώξουν αὐτοί.

- Γι᾿ αὐτὸ τὸ θέλω κι ἐγὼ νὰ φύγεις μονάχος σου. Θὰ βρεῖς ἀλλοῦ μιὰ δουλειά, στὴν Ἀθήνα, στὴ Σαλονίκη... Θὰ σοῦ στείλω ὕστερα ἐγὼ καὶ τὴ μάνα... Ὡς τὰ τότες, καταλαβαίνεις... ἐγὼ ὅ,τι χρειάζεται... Ὅλα... Ὕστερα κᾶνε ὅ,τι θέλεις.

- Ξέρω. Μὰ δὲ θὰ φύγω.

- Γιοσέφ... Κοίταξέ με μία φορά - τί τὰ κατεβάζεις τὰ μάτια; Πῶς μπορῶ νὰ σὲ κυνηγήσω, νὰ σὲ διώξω;... Νὰ σὲ χτυπήσω ἐγώ;... Γιατί τὸ θέλεις αὐτό;

- Ἔχω ἕνα χρέος ἐδῶ... Αὐτὸ εἶναι ὅλο. Τ᾿ ἄλλα...

- Ὅλοι ἔχουμε ἕνα χρέος, πρέπει νά ῾χουμε. Κ᾿ εἶναι δικό μου τὸ χρέος ἐδῶ νὰ μὴ σκορπίσουν αὐτοὶ - ποῦ θέλεις νὰ πᾶνε;... Μὰ εἶναι κάτι καὶ τ᾿ ἄλλα ποὺ δὲν θέλεις τότε, Γιοσέφ, τὸ χρέος πονεῖ... Πονάει ὅταν πρέπει... ὡς τὸ τέλος.

- Αὐτὸ σωστὸ - ὡς τὸ τέλος. Ἐσύ μοῦ τό ῾μαθες... Γι᾿ αὐτὸ σοῦ λέω δὲ φεύγω.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς κατάλαβε πὼς εἶχαν τελειώσει. Σηκώθηκε ἀργὰ καὶ βαριὰ ἀκουμπώντας τὶς παλάμες του στὰ γόνατα. Σηκώθηκε κι ὁ Γιοσὲφ μὰ δὲν πῆγε μαζί του. Κοντὰ στὴν πόρτα ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἔριξε τὴ ρεπούμπλικα στὸ κεφάλι του καὶ στάθηκε μία στιγμὴ κοιτώντας τὸ πάτωμα.

- Οἱ Ῥωμιοὶ θὰ γελάσουν, εἶπε σὲ λίγο, πού ῾σκαψα μοναχός μου τὸ λάκκο μου...

- Ἐσὺ ποτὲ δὲ σκοτίστηκες τί λέγαν τί κάνουν οἱ ἄλλοι. Ἄσ᾿ τους νὰ λένε.

- Κ᾿ οἱ Ὁβραῖοι θὰ ποῦν, βγάλαμε κ᾿ ἐμεῖς ἕναν ἄνθρωπο, μᾶς τὸν ξέκανε ὁ Καμπιλῆς.

- Αὐτὸ ποὺ κάνω ἐγὼ θ᾿ ἀπομείνει... Κανένας δὲ μπορεῖ νὰ τὸ ξεκάνει.

- Ὄχι, ὄχι... Τίποτα πιὰ δὲν καταλαβαίνεις ἐσύ... Ἄλλο θέλω νὰ πῶ. Ἐσύ, ἐσὺ Γιοσέφ... πιστεύεις ἐσύ, πὼς ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ φοβερίσω, νὰ σ᾿ ἀγοράσω; Αὐτὸ θέλω νὰ μοῦ πεῖς.

Τὸν κοίταξε μὲ τὴν ἡμεράδα του χυμένη σ᾿ ὅλο τὸ πρόσωπό του. Τοῦ χαμογέλασε σὰ νά ῾θελε νὰ τοῦ δώσει κουράγιο.

- Τί σοῦ χρειάζονται ἐσένα, Σαμπεθάι Καμπιλῆ, τέτοια λόγια;... Ῥαβί, τί μᾶς χρειάζονται ἐμᾶς τέτοια λόγια;

Σήκωσε τὰ μάτια του κι ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς καὶ τὸν κοίταξε, τὸν ἀγκάλιασε μὲ τὰ μάτια του - τελευταία φορά.

- Ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας ἂς εἶναι μαζί σου, εἶπε ἥσυχα καὶ λυπημένα. Κι ἂς σὲ φωτίσει.

- Καλὸ νύχτωμα, εἶπε ὁ ἄλλος φιλικά - εἶταν ἡ εὐχὴ κι ὁ χαιρετισμὸς ποὺ συνήθιζαν οἱ Ἑβραῖοι τ᾿ ἀπόγευμα.

Μὲ σίγουρο χέρι ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ξερίζωσε τ᾿ ἄγριο φύτρο. Δὲν εἶταν καὶ δύσκολο. Ὁ Γιοσὲφ διώχτηκε σὲ λίγο ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ». Οἱ πόρτες τοῦ κλείστηκαν ὅλες, στὴν ἀρχὴ οἱ ὁβραίικες, ὕστερα κι ὅλες οἱ ἄλλες. Κάτι λίγα μαθήματα ποὺ τ᾿ ἀπόμειναν κοπῆκαν καὶ κεῖνα - τὰ παιδιὰ ἀρρωστήσανε ξαφνικὰ ἢ τὰ οἰκονομικὰ τῶν γονέων ἔτυχε πάνω στὴν ὥρα καὶ στένεψαν, δὲ μπορούσανε πιὰ νὰ πληρώσουν. Ζώστηκε ὁλοῦθες ἀπὸ τὴ φτώχεια, κυνηγήθηκε μὲ κεῖνον τὸν τρόπο ποὺ ξέρουν στὴν ἐπαρχία νὰ κυνηγοῦνε - διώχτηκε. Καὶ λίγο πιὸ ὕστερα πέθανε, πολὺ νέος ἀκόμα, κάπου μακριὰ ἐκεῖ στὴ Μακεδονία. Ἡ μικρὴ Ἱερουσαλὴμ γιὰ μία ἀκόμα φορὰ τὸν ἀπέκτεινε τὸν προφήτη της. Ἡ παρασυναγωγὴ στὸ μανάβικο τοῦ Χαῒμ Ἐζρᾶ σκόρπισε.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἀναρωτήθηκε τότες μὴν εἶχε μαζὶ ξεριζώσει καὶ τὴν καρδιὰ τὴ δική του. Τὸ ζύγισε, τὸ ξαναζύγισε, τὸ λογάριασε ἀπ᾿ ὅλες τὶς μεριές. Καὶ μία χαρὰ πρωτοφανέρωτη τὸν πλημμύρισε. Ἡ καρδιά του εἶχε βαφτιστεῖ καὶ μὲ τὴ θυσία στὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου του. Τὴν ἔνιωθε ἀμοίραστη, δυναμωμένη καὶ φτερωμένη. Τίποτα ἄλλο δὲν εἶτανε μέσα - μήτε πόνος γιὰ τὸν Γιοσὲφ μήτε λύπη γιὰ τὰ παλιά, μήτε δισταγμὸς - τίποτα.

Ἤξερε ὡστόσο πὼς τὰ μουρμουρίσματα δὲν σταματούσανε στὰ ὁβραίικα καὶ μέσα σ᾿ ὅλη τὴν πόλη μ᾿ αὐτὴ τὴν ὑπόθεση τοῦ Γιοσέφ. Εἶταν μιὰ εὐκαιρία γιὰ ὅλους ὅσοι θέλανε νὰ χτυπήσουν τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ καὶ πίσω ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν Μητροπολίτη. Τέτοιες εὐκαιρίες στὴν πόλη μας δὲν τὶς ἀφήνανε νὰ χαθοῦνε. Βγήκανε, λοιπόν, καὶ λέγανε πὼς ὁ Γιοσὲφ δὲν ἔκανε τίποτα δίχως νὰ ρωτήσει τὸν Καμπιλῆ, ὅλα μαζὶ τὰ κάνανε, μπορεῖ καὶ νά ῾τανε καὶ σχέδιο τῆς «Σιών», καὶ μονάχα τὴν τελευταία στιγμή, ὅταν ἡ ἑλληνικὴ ἀστυνομία πῆρε τὰ μέτρα της, τότε μονάχα ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τὸν ξεπούλησε τὸν ἄνθρωπο τὸ δικό του - μὲ δυὸ λόγια, ρίχναν ὅλο τὸ βάρος ἀπάνω του. Ἄλλοι, πάλι, μουρμουρίζανε πῶς ὁ Γιοσὲφ Ἐλιγιὰ δὲν εἶταν κομμουνιστής, τίποτα κακὸ δὲν ἔκανε κ᾿ ἡ ἑλληνικὴ ἀστυνομία δὲν τὸν πείραξε κι οὔτε κ᾿ εἶχε σκοπὸ νὰ τὸν πειράξει ποτὲς ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, μὰ ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς θέλησε νὰ τὸν ξεφορτωθεῖ γιατὶ φοβήθηκε γιὰ τὴ δική του θέση καὶ τὸν ἐξόντωσε τὸν καημένον - δουλειὲς τοῦ Μητροπολίτη. Ἄλλοι κοίταζαν τὸ πράμα βαθύτερα καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ βλέπαν τὴν ἀπονιὰ τῶν Ὁβραίων πού ῾χανε σταυρώσει καὶ τὸ Χριστό - αὐτοὶ δὲν γίνονται ἀνθρῶποι, μόνο ἐμεῖς τοὺς ἀφήνουμε καὶ καζαντίζουν καὶ τοὺς ἔχουμε ἀνοιχτὲς ὅλες τὶς πόρτες...

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἔσκυψε καὶ ξανάκουσε τὴν καρδιὰ τὴ δική του. Φτεροκοποῦσε πάντα. Καὶ μαζὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴν πρωτοφανέρωτη ἔνιωθε τώρα πόσο βαθιὰ τὸν καταφρονοῦσε ὅλον αὐτὸν τὸν ὄχλο - τῶν Ὁβραίων καὶ τῶν Ῥωμιῶν - μὲ τὶς τιποτένιες φροντίδες, τὶς χαρές του τὶς ψεύτικες, μὲ τὴν καρδιὰ τὴν ἀδύνατη, ποὺ δὲν κόταγε νὰ σηκώσει κεφάλι, μόνο μουρμούριζε μουλωχτά.

Τότε μαθεύτηκε πὼς τὸ Σάββατο βγῆκε στὸ Συναγώι μπροστὰ στοὺς Ὁβραίους καὶ τοὺς εἶχε μιλήσει. Δὲν εἶταν ἀλήθεια πὼς τοὺς μίλησε. Πῆγε δίπλα στὸ ραβίνο καὶ στάθηκε ταπεινός με τὸ κεφάλι σκυμμένο καὶ τὸν περίμενε νὰ τελειώσει. Καὶ πῆρε κατόπι καὶ τοὺς διάβασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὴ Γένεση ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ εἴκοσι δυό, ποὺ γράφει γιὰ τὴ θυσία τοῦ Ἀβραάμ. Τοὺς τὸ διάβασε ὁβραίικα καὶ τοὺς τό ῾πε κ᾿ ἑλληνικὰ νὰ τ᾿ ἀκούσουν ὅλοι τους. Τίποτα ἄλλο δὲν εἶπε, δὲν ἔδωσε καμιὰν ἐξήγηση γι᾿ αὐτὴν τὴν ἐμφάνισή του. Καὶ μόνο σὰν τέλειωσε σήκωσε τὰ μάτια του στὰ «χαραφόθ» - δηλαδὴ κατὰ πάνω - κι ὅπως ὁ Ἀβραὰμ εἶταν ἕτοιμος νὰ θυσιάσει τὸ γιὸ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ἂς μένουμε πιστοὶ πάντα στ᾿ ὄνομά του - τόσο μόνο τοὺς εἶπε.

- Ἀμέν, ἀκούστηκε μέσα στὸ Συναγώι μιὰ πνιγμένη βουή, σὰν τὸ βούισμα ἀπ᾿ τὶς καλαμιὲς ποὺ λυγᾶνε στὸν ἄνεμο. Ἡ κλώσσα τῆς Συναγωγῆς εἶχε τινάξει τὰ φτερά της καὶ τὰ ξανάκλεισε βαριὰ πάνω στὰ τρομαγμένα κλωσσόπουλα. Ἡ καταχνιὰ τῆς προαιώνιας τάξης ξαναπλώθηκε στὰ ὁβραίικα. Μποροῦσαν νὰ τὸ μάθουν κ᾿ οἱ «ἄλλοι». Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶχε τελειώσει πιὰ μ᾿ ἄλλους.

Ἕνα μικρὸ ράγισμα φανερώθηκε σὲ λίγο. Ἡ πατροπαράδοτη τάξη φάνηκε πὼς ἄρχισε νὰ σαλεύεται καὶ στὴν κοινότητα τῶν Ὁβραίων, ὅπως εἶτανε πιὰ σαλεμένη γιὰ πάντα καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη. Ἄρχισαν δηλαδὴ μερικοὶ ἀπὸ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ καὶ πηγαῖναν ἐργάτες, δουλεύαν μαζὶ μὲ Ρωμιούς, μαθαίνανε τέχνες, παναπεῖ πὼς δουλεύανε καὶ τὸ Σάββατο. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοί, ἔφταναν ὡστόσο γιὰ νὰ φαίνεται τὸ πρῶτο ράγισμα. Οἱ ἄλλοι τοὺς κοίταζαν ξαφνιασμένοι, περιμένανε τὸν κεραυνὸ ποὺ θὰ πέσει στὰ κεφάλια τους, τοὺς εἶδαν ὕστερα ποὺ δὲν ἔπαθαν τίποτα - γίνανε πλιότεροι. Καὶ μερικὰ μαγαζιὰ ἀρχίσαν καὶ κεῖνα δειλὰ-δειλὰ κι ἀνοίγανε λίγο τὸ Σάββατο, νὰ μὴ χάνουνε τοὺς χωριάτες ποὺ κατέβαιναν νὰ ψωνίσουν.

- Δὲν ἀκοῦνε... Δὲν ἀκοῦνε, εἶπε μελαγχολικὰ ὁ ῥαβίνος κ᾿ ἔξυσε τὸ γένι του μὲ τὸ μεγάλο του δάχτυλο. Τὸν τελευταῖο καιρὸ εἶχε ὁλότελα κουφαθεῖ κι ὅλο μίλαγε μοναχός του κι ὅλο κούναγε τὸ κεφάλι του πάνω καὶ κάτω. Κόντευε κι αὐτὸ νὰ ξεκαρφωθεῖ πίσω στὸ σβέρκο - σὰν τοῦ Μουφτῆ.

Κι ὁ πρόεδρος τῆς Κοινότητας τοὺς εἶχε φωνάξει.

- Δὲν ἀκοῦνε τίποτε. Ὁ ῥωμαίικος ὁ νόμος δὲν ὁρίζει νὰ μὴ δουλεύουμε Σάββατο κ᾿ ἡ Κοινότητα δὲ μᾶς τὸ πληρώνει νὰ καθόμαστε δυὸ φορὲς τὴ βδομάδα - κάτι τέτοια τοῦ λέγανε κ᾿ εἶτανε κ᾿ αὐτὸς πολὺ λυπημένος.

Ὁ ῥωμαίικος ὁ νόμος;... Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς δὲν εἶπε τίποτα. Ἄφησε τὸ πράμα καὶ κύλησε λίγο καιρὸ μονάχο του. Καὶ ξαφνικὰ πῆρε μία μέρα ἕνα μάστορα καὶ δυὸ-τρεῖς ἐργάτες καὶ τοὺς ἔφερε στὸ μαγαζί του. Τοὺς ἔβαλε καὶ γκρεμίσαν τὴν πορτούλα. Τὰ παιδιά του κι ὁ Σιέμος κοιταζόντανε, κοιτάζαν καὶ δὲν πιστεύαν τὰ μάτια τους. Αὐτὸς στεκόταν ἐκεῖ μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ καὶ τὰ χείλια σφιγμένα. Τοὺς κοιτοῦσε ποὺ γκρεμίζαν αὐτὴ τὴν πόρτα, γκρεμίσαν ὅλον τὸν τοῖχο. Ἕνας κόσμος παλιὸς γκρεμιζόταν γιὰ πάντα, ἔφευγε πίσω. Καὶ ξεπρόβαλε τώρα ὁ θησαυρὸς τῆς δικῆς του πραμάτειας - νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι.

Τράβηξε λίγο παραμέσα τὸ τραπέζι καὶ ξανακάθισε σάμπως νὰ μὴν εἶχε γίνει τίποτα. Κι ὁλότελα ξαφνικά, ἔτσι ξαφνικὰ ὅπως εἶχε γκρεμίσει τὸν τοῖχο, ξανοίχτηκε μέσα στὴν ἀγορὰ - πιστώσεις, ἐμπορεύματα, συνεταιρισμούς. Τὰ ὁβραίικα μαγαζιὰ βρεθήκανε ὅλα δεμένα μὲ τὸ δικό του - συμβόλαια, συνεταιρισμοί, πιστώσεις, συμφέροντα καὶ κέρδη. Κανένα δὲν ξανάνοιξε Σάββατο. Γύρω στοὺς ἐμπόρους βολοδέρνανε κ᾿ οἱ μικρότεροι - μεσίτες, μεταπράτες, μικρέμποροι καὶ πραματευτᾶδες, οἱ γυρολόγοι. Παρακάτω δένανε κι αὐτοὶ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ μὲ τὰ χίλια σκοινιά - παρᾶδες, ἀνάγκες, συγγένειες, ἐλπίδες. Ὁ ἴσκιος τοῦ μαγαζιοῦ του τοὺς σκέπασε ὅλους. Συναγώι, Κοινότητα καὶ τὸ μαγαζὶ τὸ δικό του εἶταν τώρα ἕνα καὶ τὰ τρία - ὁ νόμος τοῦ Ἀβραάμ, ὁ φόβος καὶ τὸ χρῆμα - ἡ κλώσσα. Τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ σαλέψει μέσα στὰ ὁβραίικα δίχως τὴ θέληση τὴ δική του.

Ἡ μάνα τοῦ Γιοσέφ, αὐτὴ μονάχα εἶχε ἀπομείνει κεῖ πέρα, ἔξω ἀπ᾿ τὴ θέληση τὴ δική του, ἔξω ἀπὸ κάθε νόμον ὁβραίικο ἢ ῥωμαίικον. Μισοζωντανὴ-μισοπεθαμένη, μισογνωστικὴ καὶ μισόζουρλη, τριγύριζε ἀπὸ δρόμο σὲ δρόμο κι ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα καὶ ρωτοῦσε τοὺς Ὁβραίους γιὰ τὸν Γιοσὲφ ἂν ἐμάθανε τίποτα - αὐτὴ δὲν ἤξερε καὶ τὸν περίμενε ἀκόμα. Κ᾿ οἱ Ὁβραῖοι σκύβανε τὸ κεφάλι τους, δὲν ξέρανε τί νὰ τῆς ποῦνε, μερικοὶ τρέχανε νὰ κρυφτοῦν, δὲ θέλαν νὰ πέσουν ἀπάνω της. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τό ῾ξερε κι αὐτό, πὼς ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ τῆς μάζωνε πάντα κάτι λίγα λεφτὰ στὸ μαγαζί του καὶ πήγαινε καὶ τῆς τά ῾δινε. Νὰ τοῦ τό ῾κοβε - χειρότερα. Ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ παρακάλεσε ταπεινὰ τὸ Θεό του νὰ τὴ σηκώσει μίαν ὥρα ἀρχύτερα νὰ τελειώσει καὶ τὸ δικό της τὸ βάσανο.

Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ φωνή του - ἡ γριὰ πέθανε κι αὐτὴ πολὺ γρήγορα. Καὶ μόνο τότε ποὺ δὲν ἔμεινε τίποτα πιά, τότε μονάχα τὴν ἔνιωσε τὴ λύπη ποὺ τόσον καιρὸ τοῦ ῾τρωγε τὴν καρδιά. Τὴν ἔνιωσε καὶ φοβήθηκε. Φοβήθηκε γιὰ τὸ ῥάγισμα, πὼς δὲν εἶταν ὄξω, στὴν Κοινότητα, μὲ τοὺς λίγους φουκαρᾶδες ποὺ θέλανε νὰ δουλέψουνε Σάββατο καὶ δὲν ξανακότησαν, μὲ τοὺς πέντε-δέκα ἐμποράκους ποὺ θέλαν ν᾿ ἀνοίξουν τὸ Σάββατο καὶ δὲν ξανανοίξανε. Πὼς ἡ πίστη ἡ δική του δὲν εἶταν ἀμόλευτη σὰν καὶ πρῶτα, ἀφοῦ λογάριαζε τὴν καρδιά του ἂν χαιρόταν ἢ πόναγε καὶ σκεφτότανε κι αὐτὸς σὰν τοὺς ἄλλους καὶ τοῦτο καὶ κεῖνο καὶ τὴ γριὰ καὶ τὸ θάνατο - αὐτὸ φοβήθηκε. Καὶ βιάστηκε νὰ ξεπλύνει τὴν προδοσία καὶ τὴν ἁμαρτία του.

Ἔτσι τ᾿ ἀποφάσισε τότε καὶ γίνηκε πρόεδρος τῆς Κοινότητας. Ἄρχισε καὶ πήγαινε ταχτικὰ στὸ νομάρχη καὶ τὸ δήμαρχο, εἶχε γράμματα μὲ τοὺς βουλευτὲς τοῦ νομοῦ, μπῆκε στὸ συμβούλιο τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου καὶ τοῦ Ἐπιμελητηρίου, ἔβαλε τὸ Σιέμο στὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο τῆς πόλης. Κάπου-κάπου ἔδινε καὶ μικρὰ ἀνώνυμα ἀρθρίδια στὴν τοπικὴ ἐφημερίδα γιὰ τὰ ζητήματα τῆς Κοινότητας τῶν Ὁβραίων καὶ γιὰ ζητήματα γενικότερα.

- Χαίρομαι πάρα πολὺ ποὺ ἡ ἰσραηλιτική μας Κοινότητα ἀρχίζει νὰ γίνεται κοινωνικὸς παράγων τόσο δραστήριος, ἔλεγε ὁ ἐκδότης της καὶ τσέπωνε τὸ φάκελο μὲ τὸ παραδάκι.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς σήκωνε τὰ μάτια καὶ κοίταζε αὐτὸ τὸ μοῦτρο ποὺ χαιρότανε γιὰ τὴν ἰσραηλιτική μας Κοινότητα. Ἂν ντρεπόταν ἐκείνη τὴ στιγμὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἂν λυπόταν γιὰ τὸν παλιὸ τὸν καιρό, θά ῾χε πάλι τύψεις τὸ βράδυ.

Τώρα φόραγε κι αὐτὸς μιὰ ρεπούμπλικα στὸ κεφάλι του κανονικὰ πατημένη, ἔβαλε τὸ παλτὸ μὲ κουμπιὰ σταυρωτὰ κι ἀπὸ τὴν ἄνοιξη καὶ πέρα ὡς τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ ντυνότανε μ᾿ ἀνοιχτότερα ροῦχα. Ὁ παλιὸς ὁ καιρὸς τῆς ταπεινοσύνης ποὺ χρειαζότανε τότες κ᾿ ἔφτανε καὶ περίσσευε, φαινότανε πιὰ μακριά, σὰ νά ῾τανε μονάχα ἕνα βιβλίο μέσα στὴ Βίβλο, δίπλα στὸ Λευιτικό, σὰ νά ῾χε πεθάνει μαζὶ μὲ τὸ Μουφτῆ ποὺ κούναγε τὸ κεφάλι του, μὲ τὸ Γιοσὲφ ποὺ δὲν ἤξερε νὰ κουμπώσει τὰ κουμπιὰ τοῦ παντελονιοῦ του...

Ἡ ὁμίχλη εἶχε πέσει βαριὰ - ἔτσι γινότανε καμιὰ φορὰ τὸ χειμώνα σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη. Ὥρα περασμένη ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς κατέβαινε κατὰ τὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ μὲ τὰ χέρια σφιγμένα μέσα στὶς τσέπες τοῦ παλτοῦ του. Εἶταν λυπημένος πάλι κι οὔτε τὸ κατάλαβε πὼς πέρασε τὴν παλιὰ πόρτα τοῦ Κάστρου καὶ βρισκότανε πιὰ μέσα στὰ ὁβραίικα. Ψυχὴ πουθενά. Κάπου κάπου σὲ κανένα παράθυρο φῶς. Εἶτανε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Χαῒμ Ἐζρά.

- Χαΐμ, ἒ Χαΐμ, φώναξε δυνατά. Τὸν φώναξε πρῶτα κ᾿ ὕστερα μόνο ἀναρωτήθηκε τί τὸν ἤθελε. Τίποτα δὲν τὸν ἤθελε, μετάνιωσε, ντράπηκε, κίνησε νὰ φύγει. Τὸ παράθυρο ἄνοιξε - δὲ μποροῦσε πιὰ νὰ φύγει. Ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ ἔσκυψε ἀπὸ πάνω μὲ τὰ νυχτικά του:

- Τί εἶναι; Καμιὰ φωτιὰ πάλι;

- Ὄχι, ἐγὼ εἶμαι... Ὁ Σαμπεθάι.

- Καμπιλῆς;

- Ναί, ἐγώ.

- Καὶ τί;

- Μέρες εἶχα νὰ σὲ δῶ...

- Θέλεις τίποτα;

- Ὄχι... Πέρναγα, εἶδα τὸ φῶς... Εἶπα, δὲν ἔπεσες ἀκόμα, ἔτσι μοῦ ῾ρθε νὰ σὲ φωνάξω.

Σώπασαν. Ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ ἀπὸ πάνου δὲν τὸν ἔβλεπε καλὰ μέσα στὸ σκοτάδι.

- Τώρα γυρίζεις, ῥώτησε γιὰ νὰ πεῖ κάτι κι αὐτός.

- Τώρα, ναί... Δύσκολα, Χαΐμ, ὅλο δυσκολότερα.

- Σωστὰ χαγιασέμ, τοῦ ξέφυγε κ᾿ ὕστερα ἀπὸ τόσον καιρὸ τὸ ξανάπε.

Καληνυχτίστηκαν, ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ ἔκλεισε τὸ παράθυρο.

- Σωστὰ χαγιασέμ, τὸ ξανάπε μόνος του μέσα στὸ δωμάτιο καὶ στάθηκε κι ἄκουσε τὴ φωνή του. Τοῦ φάνηκε πολὺ ταιριαστὸ γιὰ τὴν περίσταση, γιὰ κάθε περίσταση, πολὺ ὡραῖο καὶ πολὺ ἀστεῖο. Κ᾿ ἔχει καὶ νόημα... νόημα βαθὺ - γιατί τὸ σταμάτησε; Αὔριο κιόλας τὸ ξαναρχίζει - σωστά, σωστὰ χαγιασέμ, δύσκολα, ὅλο δυσκολότερα, κύριέ μου...

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς πῆγε λίγο παρακάτω καὶ στάθηκε. Ὁ δρόμος εἶταν ἔρημος, ἡσυχία βαθιὰ τὸν ἔζωνε, δὲν ἀκουγότανε τίποτα, τίποτα. Τίποτα ἐδῶ δὲν σαλεύει δίχως τὴ δική του τὴ θέληση. Κι ὡστόσο μέσα στὴν ἀντάρα ὅλα φαίνονται νὰ γλιστροῦνε - ὅλα γλιστροῦνε καὶ φεύγουν καὶ πέφτουν, ὅλα, κάθε μέρα - νά το, λοιπόν, ἡ καρδιά του γλιστράει:

- Γιοσέφ... Καρδιά μου Γιοσέφ... Γιατί; Γιατί ἐσύ;... Κύριε... Γιατί διάλεξες αὐτὸν νὰ μὲ δοκιμάσεις;

Ἀκούμπησε στὸ στύλο, ἔβγαλε τὸ καπέλο του καὶ σκούπισε τὸ κεφάλι του ποὺ τό ῾λουζε ὁ ἱδρώτας. Μέσα στὸ σκοτάδι εἶδε τότες τὴν ἄγρια μορφὴ τοῦ θεοῦ του, μέσα στὴν ἐρημία τοῦ ὁβραίικου μαχαλᾶ ξανάκουσε τὴ φωνή του...

Νὰ ξυπνάει τὸν κόσμο γιὰ ν᾿ ἀκούσει, λέει, μιὰ ὁβραίικη φωνὴ μέσα στὴ νύχτα!... Καὶ τί σοῦ χρειάζονται ἐσένα, Σαμπεθάι Καμπιλῆ, τέτοια λόγια;

Ἡ προδοσιὰ κ᾿ ἡ ἁμαρτία του τὸν πλακώσαν ἐκεῖ μ᾿ ὅλο τὸ βάρος τῆς νύχτας. Κ᾿ ἐκεῖ, τὸ ὁρκίστηκε τότες μιὰ φορὰ καὶ γιὰ πάντα νὰ μὴν τὴν ἀφήσει ποτὲς ἀπ᾿ τὰ χέρια του τὴν κοινότητα τοῦ Κυρίου του...

Τ᾿ ἄλλα ποὺ γίναν ὕστερα θά ῾πρεπε νά ῾ναι ὁ ἐπίλογος τοῦ χρονικοῦ μιᾶς ἰσραηλιτικῆς Κοινότητας στὴν Ἑλλάδα. Ποτὲς δὲν εἶταν ὁ σκοπός μου νὰ τὸ γράψω ἐγὼ ἕνα τέτοιο χρονικό - καὶ δὲν νομίζω πὼς εἶναι δουλειά μου. Ἐγὼ γιὰ τὸν Καμπιλῆ τὸν δικό μου ἤθελα νὰ πῶ, ποὺ γέρασα κι ἀκόμα δὲν τὰ κατάφερα νὰ τὸ ξέρω τί ἀγάπησα καὶ τί μίσησα ἀπὸ τὴν πίστη του. Τὰ εἶπα - ὅπως μποροῦσα.

Μὰ ἡ ζωὴ τούτη τὴ φορὰ θέλησε νὰ κλείσει ἡ ἴδια τὸ διήγημα, δίνοντας αὐτὴ - σπάνιο πράγμα - τὴν ἀναγκαία λύση. Ἀρκεῖ, λοιπόν, ν᾿ ἀναφέρω χρονογραφικὰ πὼς ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τὸν κράτησε στ᾿ ἀλήθεια τὸν ὅρκο πού ῾δωσε στὸ Θεό του ἐκείνη τὴ νύχτα καὶ δὲν τὴν ἄφησε ἀπ᾿ τὰ χέρια του τὴν Κοινότητα τῶν Ἑβραίων ὡς τὴν τελευταία στιγμὴ - ὡς τὸ Θάνατο, τὸ δικό του καὶ τὸ δικό της.

Ὅταν ἀκούστηκαν οἱ Γερμανοὶ καὶ κατέβαιναν στὴν Ἑλλάδα, ἄρχισε καὶ στὴ μικρὴ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων αὐτῆς τῆς πόλης ὁ μεγάλος τρόμος. Ὅλοι ξεπουλοῦσαν, ἄλλοι φκιάχνανε λίρες, ὅλοι φώναζαν νὰ σκορπίσουν καὶ νὰ κρυφτοῦνε μέσα στοὺς Ῥωμιούς. Ἡ κοινότητα τρανταζόταν ὁλόκληρη, ἀκόμα λίγο καὶ θ᾿ ἄρχιζε τὸ σωτήριο σκόρπισμα.

Δεμένους μὲ τὰ χίλια σκοινιά του, δίβουλους καὶ τρομαγμένους, ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοὺς κράτησε κεῖ, μὲ χίλιους τρόπους, μὲ μηχανὲς κ᾿ ἐλπίδες καὶ μὲ φοβερίσματα, νὰ μὴ σκορπίσουν μονάχα, νὰ μὴν τοῦ φύγουν. Καὶ τοὺς προφτάσαν, ἐκεῖ. Καὶ τοὺς πῆραν ὅλους: καὶ τὸν κουφὸ τὸ χαχάμη καὶ τὶς γριὲς καὶ τοὺς γέρους καὶ κείνους ποὺ θέλανε νὰ δουλέψουνε τὸ Σάββατο καὶ τοὺς ἄλλους ὅλους ποὺ δὲν πιάνανε τὴ φωτιὰ καὶ τὰ μικρὰ τὰ παιδιά τους μὲ τὰ σπυριὰ καὶ τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ τὰ παιδιὰ καὶ τὸ Σιέμο καὶ τὸν ἴδιον τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ. Καὶ χαθῆκαν ὅλοι - τέσσερις χιλιάδες ψυχές, ἔξω ἀπὸ κείνους τοὺς λιγοστούς, μετρημένους στὰ δάχτυλα - ποὺ δὲν θέλησαν ν᾿ ἀκούσουν τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ καὶ τὰ σπάσανε τὰ σκοινιά του καὶ φύγανε, κρύφτηκαν μὲς στοὺς Ῥωμιοὺς ἢ πήγανε στὸ βουνὸ ποὺ τοὺς φώναζαν οἱ ἐαμίτες.

Μέσα σὲ λίγες ὧρες ἡ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων βούλιαξε ἀκέρια. Μὲ τὴ Συναγωγή της, τὰ μαγαζιά της, τοὺς παρᾶδες τοὺς μαζωμένους πεντάρα-πεντάρα. Δὲν ἔμεινε τίποτα. Ἡ μικρή μας πόλη μὲ πιασμένη τὴν ἀνάσα ἄκουσε τὸ σπαραγμὸ καὶ τὸ θρῆνο ποὺ ὑψώθηκε ἀπ᾿ τὰ ὁβραίικα. Εἶταν ὁ ὕστατος θρίαμβος τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...