ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ ΤΟ ΑΤΙΘΑΣΟ ΜΕΛΛΟΝ
εκδ. Διαπολιτισμός, Πάτρα, 2020, σελ. 78
Ο ποιητής Γιάννης Παππάς μας εκπλήσσει με την
ευαισθησία του και σε αυτή την ποιητική συλλογή, που ακουμπάει στο παρελθόν και
το παρόν για να αναδείξει το ανεξερεύνητο και ατίθασο μέλλον, το μη προβλέψιμο
μέλλον. Πράγματι, το μέλλον δεν μπορεί να τεθεί στην απόλυτη πρόβλεψη, ήδη το
2020 μας έδειξε τι μπορεί να συμβεί. Η συλλογή
αυτή είναι αφιερωμένη στην οικογένεια του ποιητή. Προβάλλονται και
μνημονεύονται άνθρωποι που πρόσφεραν με τον τρόπο τους στην ανθρωπότητα, αλλά
τιμωρήθηκαν από την εκάστοτε εξουσία, που από τα χρόνια του Μπρούνο και της
Ιερής Εξέτασης αλλάζει μορφές, αλλά παραμένει εξουσία βίας. Ο ποιητής ανασταίνει
ποιητικά ονόματα-ογκολίθους, καθώς πολλοί διώχθηκαν στην εποχή τους, αλλά
έγιναν ορόσημα στο μέλλον.
Πιο αναλυτικά, Το ποίημα στη μνήμη του Αλέξη
Γρηγορόπουλου αγγίζει την ευαισθησία κάθε αναγνώστη, καθώς ένα παιδί πέφτει
θύμα αστυνομικής βίας και δεν προφθάνει να χαρεί τη ζωή του, μοιάζει με ποίημα-
ωδή στον αδικοχαμένο νέο. Στο ίδιο κλίμα ανθρωπισμού και πολιτισμού εντάσσεται
και το επόμενο ποίημα με την αυτοπυρπόληση του Φάουστο, όπου ο χορός και το
τραγούδι της Ταραντέλα, σημειωτικά, παραπέμπουν σε θάνατο. Δίνονται με
συγκλονιστικό ποιητικό τρόπο οι τελευταίες σκέψεις του αυτόχειρα. Είναι ο ήρωας
της φτωχολογιάς, που ονειρεύτηκε έναν καλύτερο κόσμο για όλους τους φτωχούς της
γης, η απογοήτευσή του τον οδηγεί στη φωτιά: «Κι αμέσως λούστηκε τη φωτιά».
Συγκλονιστικό είναι και το ποίημα για
τον μικρό Αϊλάν, το τριών χρονών αγόρι, που πνίγηκε στη θάλασσα στην αναζήτηση
ελευθερίας και τόπου για να χτίσει τα όνειρά του. Η ζωγραφιά με το περιστέρι
που κλαίει, βγαίνοντας από το σωματάκι του μικρού αγοριού ως ψυχή, είναι
δηλωτική της φρίκης του πολέμου, της κατάστασης του άμαχου πληθυσμού και της
προσφυγιάς, όπου η θάλασσα από δρόμος ελπίδας γίνεται υγρός τάφος για το μικρό
προσφυγόπουλο, όπως γράφει ο Γ. Παππάς, π.χ.
«Δεν έζησες παρά μόνο τον
φόβο
Δεν πρόλαβες να παίξεις[
………]
[………………………………………]
να μάθεις γράμματα,
να μεγαλώσεις,
να ερωτευτείς
να γίνεις άντρας,
[…………………………….]
Καληνύχτα Αϊλάν» (σελ. 15).
Ο ποιητής με την επανάληψη του μετεωρισμένου, ως ρεφρέν, στίχου επαυξάνει το συγκινησιακό φορτίο και τον προβληματισμό για την τύχη του μικρού αγοριού και του ζητάει συγχώρεση για ό,τι έγινε ως εκπρόσωπος όλων μας. Η ευαισθησία και η πολιτική στάση του ποιητή για την προστασία των προσφύγων της Συρίας για την οποία κωφεύει η διεθνής κοινότητα είναι εμφανής. Σε ανάλογο κλίμα, με εστίαση στην επιστροφή όσων επιβουλεύονται την ελευθερία των άλλων, κινείται και το ποίημα «Επιστροφή», όπου ο ποιητής με τις αρνήσεις του ως άνθρωπος δίκαιος και με τη ρομφαία ως φύλακα και οδηγό είναι αποφασισμένος να παλέψει για τα δικαιώματα των συντρόφων του. Οι εικόνες με την πέτρα- πέτρινα χρόνια- και το νερό είναι ιδιαίτερα πετυχημένες. Δίνεται με ποιητικό λόγο ο κύκλος της ζωής και του θανάτου, αλλά και ο δεσμός του Έλληνα με τη θάλασσά του, ιστορικά, την οποία δεν χαρίζει σε κανέναν διεκδικητή ή αντίζηλο. Αντίθετα, η θάλασσα γίνεται οδηγός της ιστορίας για τις μελλοντικές γενιές, στοιχείο που αναδεικνύεται με εξαιρετικές, σημειωτικά, εικόνες. Στο ποίημα «Δοξολογία του τίποτα» γίνεται σύγκριση ανάμεσα στο τότε, στο «παλιά» με το «τώρα», το οποίο σηματοδοτεί, κατά τον ποιητή, το τίποτα: «Και συ πρωταθλητής του τίποτα/ γερνάς καθηλωμένος/ στις παγωμένες κερκίδες του χρόνου.» (σελ. 19). Ο Γιάννης Παππάς έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα να εικονοποιεί αισθήσεις και αισθήματα, ιδέες και συναισθήματα με έναν τρόπο οικείο, όπου το ποιητικό στοιχείο διαπλέκεται με το ανθρωπιστικό και ιδεολογικό σε μια ποίηση πολύσημη και σε λόγο εξομολογητικό ή ερωτηματικό, άμεσο και κατανοητό στον αναγνώστη- αποδέκτη, με στόχο τον προβληματισμό. Στο ποίημα «Ελλάδα: Μια διαδρομή επαρχία- Αθήνα» αναδεικνύεται η μέλλοντος, π.χ.
«Αθήνα πόλη επική και χαμένη» (σελ. 20).
Από τα
ευρύτερα ποιήματα του υπεύθυνου πολίτη περνάει σε παλίμψηστη ιστορία της Αθήνας
με τον εξέχοντα στίχο συνοχής και συνεκτικότητας του τότε, του τώρα και του
ποιήματα-ατομικής μνήμης, με την παρουσία φωνών του τότε σε ένα επίπεδο
οραματικό όπου η ποίηση χωρίς χάσματα ενώνει με τον τρόπο, που μόνον αυτή
γνωρίζει, τους αιώνες και τις γενιές. Αυτό συνάγεται από το ποίημα: «Το σπίτι
δίπλα στη θάλασσα», με αφιέρωση σε επώνυμη γενιά. Οι εναλλασσόμενες φωνές
δίνονται θεατρικά με το ρήμα «μιλάει» όπου η Ευαγγελία Π. γεννημένη το 1898
παρουσιάζει από το επέκεινα- με τη γραφή και τα συναισθήματα του ποιητή- τον
νόστο για το πέτρινο σπίτι της δίπλα στη θάλασσα. Το σπίτι- μνήμη, εξωτερικά
και εσωτερικά, ζωντανεύει με τους ανθρώπους του τότε, που σε χρόνια δίσεκτα
διασκορπίστηκαν σε ξένα λιμάνια, αλλά αυτό έγινε μνήμη, ιστορία, φωνή ζώσα στην
ψυχή τους, «φωνή πετρωμένη» μέσα τους, όπως εύστοχα λέγεται ποιητικά. Ακολουθεί
η φωνή της εγγονής προφανώς από το ίδιο μικρό όνομα με γέννηση το 196…, που
επιστρέφει στο εγκαταλελειμμένο σπίτι- χάλασμα, στις χαμένες πατρίδες, όπου σε
επίπεδο διπλωπίας, όπως θα έλεγε ο Χρ. Μηλιώνης, ή οραματισμού διαπλέκονται
μνήμη και πραγματικότητα που ζωντανεύουν χαρές και λύπες στο πέτρινο σπίτι με
παιδιά, με γάμους και μοιρολόγια, που ανασταίνονται στην ψυχή της δεύτερης
φωνής- μνήμης, καταδεικνύοντας ότι το σπίτι των προγόνων μάς ακολουθεί, διότι
συγκροτεί τις ρίζες του κάθε ανθρώπου, που έχασε την πατρίδα του ή που έφυγε
για τον κόσμο που δεν έχει γυρισμό. Εδώ ο ποιητής γίνεται η φωνή των ονείρων
της Ευαγγελίας, που στέκεται στο πλατύσκαλο, του χαμογελά και τον αναγνωρίζει
ως συνεχιστή της φωνής της, π.χ. «στα χέρια κρατώντας διπλό σταυρό. /Μετά
ξαπλωμένη ανεβαίνει, ανεβαίνει και χάνεται» και όλα αυτά εμπνεύστηκαν και
έγιναν ποίηση στην Κορώνη το καλοκαίρι του 2013.
Στο ποίημα «Επιστροφή στο λευκό νησί», όπου
«νησί» γίνεται το ξενοδοχείο της μνήμης, σκονισμένο και υγρό από τον χρόνο, όμως
είναι εκείνο που ως σπηλιά κρατάει μνήμες αγαπημένες. Πολύ τρυφερό είναι και το
ποίημα, το αφιερωμένο στη μνήμη του αγαπημένου ποιητή Ν. Βρεττάκου, με τίτλο
την πατρώα γη του, την «Πλούμιτσα». Με την τεχνική της αντίθεσης, του
διαρρέοντος χρόνου του νυν και του τότε, με τις ρίζες των δέντρων να κρατούν
«γερά τα κόκαλα των νεκρών», με τα άψυχα να συνομιλούν με τα έμψυχα και να
αλληλοσυμπληρώνουν εικόνες και αισθήματα, ο ποιητής βλέπει, νιώθει, αισθάνεται
και γράφει τα αόρατα ως ορατά. Εκεί στο πέτρινο κεφαλόσκαλο ο ποιητής συναντά
τον ανθρωποκεντρικό ρυτιδιασμένο από τον χρόνο Βρεττάκο να μιλάει για αγάπη. Η
πέτρα του καλοκαιριού γίνεται ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε εκείνες τις εποχές
και στο τώρα της γραφής του Γ. Παππά, που ακούει γέλια, κλάματα, φωνές, εποχές
και ομιλίες. Βλέπει με τα μάτια της ποίησης και της καρδιάς του τον ποιητή της
αγάπης, της φύσης, της Σπάρτης και του Ταΰγετου να κρατάει στα χέρια «άνθη
πορτοκαλιάς και σφαγμένα αηδόνια/ μελισσολόι στα μαλλιά του», αλλά με το πρώτο
άστρο της μέρας ο ποιητής τού καλωσορίσματος χάνεται «χαμογελώντας», διότι οι
αγαπημένοι άνθρωποι και ποιητές επιλέγουν ώρες δειλινές ή νυχτερινές, ώρες
σιωπής και ονείρων να μας μιλούν έτσι που μόνον μια άλλη καταγραφή και εσωτερική
φωνή μπορεί να τους ακούσει. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό και υποβλητικό
ποίημα, τοποθετημένο ως δρώμενο σε χώρο και χρόνο, σε σκηνικό με δρώντα
πρόσωπα. Τόπος έμπνευσης η επίσκεψη του ποιητή στον παππού Βρεττάκο, στην
Πλούμιτσα το 2012.
Το ταξίδι στην ιερή Δήλο γεννάει άλλο ένα
ποίημα, με κατάδυση στο τότε όπου οι: «ελληνικές χλαμύδες και μεταξωτοί
χιτώνες» ανεμίζουν καταργώντας τον χρόνο, όπου μυρίζουν μπαχαρικά εξωτικά και
γεμίζουν την ατμόσφαιρα φωνές από πολύγλωσσο πλήθος σαν εκείνες της Αιγύπτου,
οπότε εκεί ανάμεσα στο πλήθος «περπατάει σκεφτικός στην προκυμαία» και ένας
άλλος αγαπημένος ποιητής, ο Αλεξανδρινός. Με τέτοια ποίηση ζωντανή από αρώματα
και φωνές του παρελθόντος μας μιλάει στην ψυχή ο Γιάννης Παππάς. Αυτά και ακόμα
λίγα ποιήματα συγκροτούν την ενότητα των ποιητών, από τον κατάλογο των οποίων
δεν απουσιάζει ούτε ο Γ. Μαρκόπουλος, όπου, μέσα από παρομοιώσεις και
συνειρμούς, σαν αποφθέγματα πέφτουν οι ποιητικές εικόνες, όπως:
«Το ποίημα πρέπει να είναι
δραστικό.
Να τρώει σαν το κύμα τον
βράχο.
Σαν την σπιρτάδα του
πορτοκαλιού
να τσούζει τα μάτια.» (σελ.
29).
Ακολουθεί
ο ορισμός του ποιήματος στο ποίημα: «Ένα πουλί είναι το ποίημα,», όπου γίνεται
σύνδεση της δεύτερης στροφής με την τρίτη, μέσα από λέξεις- πατήματα, όπως:
ποίημα, ποίηση, θάλασσα δροσερή και ποιητής, που συνυπάρχουν, διότι το ποίημα
δεν είναι μόνον δροσερό σαν τη θάλασσα αλλά είναι και ο απέραντος μπλε χώρος
πάνω από τον οποίο ταξιδεύει το πουλί-ποίημα. Έτσι και ο ποιητής δεν είναι παρά
«ένας φτωχός εκπαιδευτής πουλιών», όπως γράφει ο Παππάς, αλλά πουλιών- ποιημάτων πολύ καλών, που
πετούν και φωτίζουν θάλασσα και ουρανό. Είναι ένα δυνατό ποίημα δέκα
συμπυκνωμένων και δραστικών στίχων. Συγκλονιστικό είναι και το ερώτημα που
τίθεται στο επόμενο ποίημα με τις κόρες της Αμφίπολης: «Τι δουλειά έχουμε εμείς
στον κόσμο σας;», που μετά από τη σιωπή του διάκενου, έρχεται ένα καταγγελτικό
«γιατί» από το παρελθόν και την άφθογγη φωνή των αγαλμάτων που ταυτίζονται με
τη φωνή και τη γραφή του ποιητή, π.χ. «Γιατί ενοχλείτε τον ύπνο των
αγαλμάτων;». Σε άλλο ποίημα ο «Γενέθλιος τόπος» μετριέται με Ψυχοσάββατα, καθώς
όταν φεύγουν οι οικείοι μας γίνονται μνήμη και επισκέψεις επιτόπιες τα
Ψυχοσάββατα. Ο νόστος της πατρικής γης του ξενιτεμένου, που συνομιλεί με το
δημοτικό τραγούδι, ο ταχυδρόμος που δεν
πάει στον παράδεισο το πολυπόθητο γράμμα του ξενιτεμένου πατέρα στον γιο του,
όλα συγκροτούν ψηφίδες ζωής βαθύτατα ανθρώπινες σε άλλο ποίημα. Στους
αγαπημένους νεκρούς εντάσσεται και ο Ελπήνωρ, που τον ξέχασε άταφο ο Οδυσσέας
μέσα στην πολυπραγμοσύνη του και ζητάει
τα καθιερωμένα στους νεκρούς για να ησυχάσει, με την επιθυμία το κουπί
να μπει στον τάφο του, όπου βιβλιακές μνήμες από το παρελθόν και ήθη και έθιμα
του παρόντος ταυτίζονται και διαχέουν το αξιακό δυναμικό τους στη σύγχρονη
εποχή.
Ακολουθούν δύο ποιήματα μνήμης στους γλύπτες
Γεράσιμο Σκλάβο και Δημήτρη Αρμακόλλα, που έχασαν τη ζωή τους σε ώρα εργασίας,
κάτι που καταδεικνύει την ταύτιση με το έργο τους, το οποίο από ζωή, από πάθος και
αφοσίωση έγινε θάνατος. Αυτά τα καλλιτεχνικά- εργατικά ατυχήματα, που γίνονται
ελάχιστα γνωστά, αναδεικνύει με πολλή ευαισθησία ο ποιητής.
Ακολουθεί το ποίημα «Η μελαγχολία του
Ηράκλειτου», αφιερωμένο στον ποιητή Ηλία Γκρή, όπου παρουσιάζεται ο φιλόσοφος
και στοχαστής της αρχαιότητας ως άνθρωπος και πολίτης, που είχε κακό τέλος,
μακριά από τους ανθρώπους, αλλά προβάλλεται η έντιμη πολιτική του στάση, καθώς
αρνήθηκε την προστασία του Δαρείου, στην οποία πολλοί πολιτικοί κατέφυγαν.
Ακολουθεί το ποίημα με τον σημαίνοντα τίτλο ότι διάλογος με τον θάνατο είναι
ανύπαρκτος, αφιερωμένο στον ποιητή Αντ. Φωστιέρη, αφού στο τέλος ο θάνατος
πάντα νικάει. Ο ποιητής τον περιφρονεί μέσα από τη ρητορική του ερώτηση και τη
θέση- στοχασμό, π.χ. «Όμως, εμένα τι με νοιάζει ο θάνατος;/ Όταν θα ’ρθεί δεν
θα ’μαι εκεί να τον υποδεχτώ» (σελ. 42). Το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη
συλλογή βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της, όπου το μέλλον παρομοιάζεται με παιδί
ατίθασο, ενώ η ζωή τρέχει στη δύση της τόσο γρήγορα. Και συνάγεται το
στοχαστικό επιμύθιο στον μετεωρισμένο στίχο ότι «Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος. Κι
αν είδες, είδες», με επιστροφή από το τίποτα πριν τη γέννηση στο τίποτα μετά
τον θάνατο. Μια αστραπή, λοιπόν η ζωή, ένας κύκλος από την ανυπαρξία στην
ανυπαρξία, αυτό το ποίημα λέει τα σύκα σύκα, όπως θα έλεγε και ο ποιητής.
Σε μια άλλη άτυπη ενότητα ο ποιητής τιμάει με
τα ποιήματά του την αγέρωχη στάση ανθρώπων της επιστήμης και των γραμμάτων,
όπως ήταν ο Τζορντάνο Μπρούνο, που αρνήθηκε στους Ιεροεξεταστές την ικανοποίηση
της μετάνοιάς του, στάση αγέρωχη για εκείνη την εποχή, που ο μεγάλος
Ιεροεξεταστής τον εκδικήθηκε καθιερώνοντας το κάψιμο των βιβλίων του συγγραφέα,
τακτική που πολλοί εζήλωσαν και στο πρόσφατο παρελθόν μας. Ακολουθεί το «Κι
όμως γυρίζει…» του Γαλιλαίου, που τιμωρήθηκε το 1633, καθώς οι άνθρωποι που
προπορεύονται της εποχής τους αναγνωρίζονται στο μέλλον. Έτσι, ο Πάπας Ιωάννης
Παύλος ο Β΄ ζήτησε συγγνώμη το 1992 για την πράξη αυτή της καθολικής εκκλησίας
αιώνες μετά. Αγέρωχη ήταν και η στάση των Αν. Πολυζωίδη και Γ. Τερτσέτη, οι
οποίοι αρνήθηκαν την καταδίκη των αγωνιστών σε θάνατο, του Θ. Κολοκοτρώνη και
του Δ. Πλαπούτα, με εστίαση στη μεγάλη καρδιά του Κολοκοτρώνη, που συγχώρησε
τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Σχινά, δίνοντας παράδειγμα ανωτερότητας και
έχοντας κατά νου πάντα το καλό της πατρίδας. Ανάλογη τύχη είχε και ο αγωνιστής
Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, που πέθανε ζητιάνος, ένας στρατηγός ελευθερωτής της
πατρίδας του, που, όμως, δεν καταδέχτηκε ούτε σε αυτήν την κατάσταση να
κατηγορήσει την πατρίδα του στον ξένο τον Μεγάλων Δυνάμεων, τέτοιες
λιονταρίσιες ψυχές ήταν εκείνοι οι αγωνιστές, τους οποίους τιμάει με την ποίησή
του ο Γ. Παππάς και απονέμει δικαιοσύνη, ποιητικά, έστω και αργά, που
καταδεικνύει όλο το εύρος του ανθρωποκεντρισμού στην ποίησή του. Συγκλονιστικό
είναι και το ποίημα με έναν άλλο μεγάλο τον Αουγκούστ Λαντμέσερ, ο οποίος
αρνήθηκε να χαιρετήσει ναζιστικά τον Φύρερ, έμεινε ακίνητος, αλλά έχασε τη
γυναίκα και τις δύο κόρες του. Παραδείγματα δύναμης και αντίστασης παρουσιάζει
ο ποιητής, όπως είναι το επόμενο, αφιερωμένο στον βίο του μεγάλου ποιητή της
Ιταλικής Αναγέννησης, τον Δάντη, που καθιέρωσε την ομιλούμενη ιταλική γλώσσα
στο σημαντικό έργο του: Θεία Κωμωδία,
έργο κλασικό. Ο Δάντης, ο αγαπημένος του Καζαντζάκη, ταπεινώθηκε στη ζωή,
διώχτηκε από τη Φλωρεντία που υπεραγαπούσε, αλλά μετά θάνατο τον θυμήθηκαν,
διότι ήταν ένδοξος: «μα νεκρό και ένδοξο τον ήθελε στην αγκαλιά της», όπως λέει
ο Γ. Παππάς. Από το Πάνθεο των μεγάλων δεν απουσιάζει και ο Σολωμός, που η
συνάντησή του με τον Σπ. Τρικούπη υπήρξε μοιραία, καθώς στο εξής θα γράφει την
ποίησή του στα ελληνικά, στην ομιλουμένη,
και έτσι έγινε ο Δάντης της Ελλάδας. Ποιητικό μνημόσυνο γίνεται και στον
Α. Κάλβο, από τον οποίο δεν έχουμε φωτογραφία, παρά μόνον περιγραφή του
πορτρέτου του από το διαβατήριο που δημοσίευσε το Βρετανικό προξενείο το 1826,
τα οποία παραθέτει ο ποιητής. Αφιέρωμα έχει και «Το αγόρι με το μαγνάδι», ο
Αγγ. Σικελιανός, που το μαγνάδι/ προσωπίδα το έκαμε φυλακτό. Τον παρουσιάζει ο
ποιητής ως «εραστή της μάνας γης/ και νυμφίο του πατέρα ουρανού./ Ένας
μανιασμένος Απόλλωνας» (σελ. 58), ένας ξεχωριστός ένθεος ποιητής ήταν ο
Σικελιανός. Αυτό αποκαλύπτεται και στο επόμενο αφηγηματικό ποίημα του Γ. Παππά,
που αναπαριστά με δική του έμπνευση τη συνάντηση Ελύτη και Σικελιανού. Επίσης,
με αφορμή τη ρήση του Ηράκλειτου για τον χρόνο, που αποτελεί εδώ προμετωπίδα,
αναπτύσσεται η άποψη του ποιητή για τον αειθαλή χρόνο από τον οποίο ως θνητοί
ζούμε μόνον στιγμές, π.χ. «Και είμαστε σάρκα ο χρόνος./ Και το ποτάμι που δεν
γυρίζει πίσω», διότι ο ανθρώπινος χρόνος είναι σαν το νερό που φεύγει μέσα από
τα δάχτυλα.
Αξίζει να προστεθεί ότι η ποιητή συλλογή έχει
και κάποια γραφιστικά που συνομιλούν, προεκτείνουν ή φωτίζουν τον ποιητικό
λόγο. Θα έλεγα, επίσης, ότι η ενότητα με τίτλο «Θα μνημονεύσω» λειτουργεί ως
επίλογος, όπου ο ποιητής παραθέτει είκοσι ολιγόστιχα ποιήματα, εμπνευσμένα από
ό,τι τον σημάδεψε στη ζωή, ως ψηφίδες ζωής, που γίνονται εικόνες-μνήμες.
Γενικά, πρόκειται για ποιήματα πολυεπίπεδα,
με εξαίρετη ποιητική τέχνη συγκροτημένα. Αξίζει τα συγχαρητήρια και αυτή η
εργασία του φίλου ποιητή, που κοσμεί με τα ποιήματά του τα ελληνικά γράμματα.
Η Χριστίνα Αργυροπούλου είναι φιλόλογος, επίτιμη σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου


