Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές-Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές-Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ ΤΟ ΑΤΙΘΑΣΟ ΜΕΛΛΟΝ, εκδ. Διαπολιτισμός 2020

 

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ


ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ ΤΟ  ΑΤΙΘΑΣΟ ΜΕΛΛΟΝ


                        εκδ. Διαπολιτισμός, Πάτρα, 2020, σελ. 78


  

  Ο ποιητής Γιάννης Παππάς μας εκπλήσσει με την ευαισθησία του και σε αυτή την ποιητική συλλογή, που ακουμπάει στο παρελθόν και το παρόν για να αναδείξει το ανεξερεύνητο και ατίθασο μέλλον, το μη προβλέψιμο μέλλον. Πράγματι, το μέλλον δεν μπορεί να τεθεί στην απόλυτη πρόβλεψη, ήδη το 2020 μας έδειξε τι μπορεί να συμβεί. Η συλλογή  αυτή είναι αφιερωμένη στην οικογένεια του ποιητή. Προβάλλονται και μνημονεύονται άνθρωποι που πρόσφεραν με τον τρόπο τους στην ανθρωπότητα, αλλά τιμωρήθηκαν από την εκάστοτε εξουσία, που από τα χρόνια του Μπρούνο και της Ιερής Εξέτασης αλλάζει μορφές, αλλά παραμένει εξουσία βίας. Ο ποιητής ανασταίνει ποιητικά ονόματα-ογκολίθους, καθώς πολλοί διώχθηκαν στην εποχή τους, αλλά έγιναν ορόσημα στο μέλλον.

  Πιο αναλυτικά, Το ποίημα στη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου αγγίζει την ευαισθησία κάθε αναγνώστη, καθώς ένα παιδί πέφτει θύμα αστυνομικής βίας και δεν προφθάνει να χαρεί τη ζωή του, μοιάζει με ποίημα- ωδή στον αδικοχαμένο νέο. Στο ίδιο κλίμα ανθρωπισμού και πολιτισμού εντάσσεται και το επόμενο ποίημα με την αυτοπυρπόληση του Φάουστο, όπου ο χορός και το τραγούδι της Ταραντέλα, σημειωτικά, παραπέμπουν σε θάνατο. Δίνονται με συγκλονιστικό ποιητικό τρόπο οι τελευταίες σκέψεις του αυτόχειρα. Είναι ο ήρωας της φτωχολογιάς, που ονειρεύτηκε έναν καλύτερο κόσμο για όλους τους φτωχούς της γης, η απογοήτευσή του τον οδηγεί στη φωτιά: «Κι αμέσως λούστηκε τη φωτιά». Συγκλονιστικό είναι και το ποίημα  για τον μικρό Αϊλάν, το τριών χρονών αγόρι, που πνίγηκε στη θάλασσα στην αναζήτηση ελευθερίας και τόπου για να χτίσει τα όνειρά του. Η ζωγραφιά με το περιστέρι που κλαίει, βγαίνοντας από το σωματάκι του μικρού αγοριού ως ψυχή, είναι δηλωτική της φρίκης του πολέμου, της κατάστασης του άμαχου πληθυσμού και της προσφυγιάς, όπου η θάλασσα από δρόμος ελπίδας γίνεται υγρός τάφος για το μικρό προσφυγόπουλο, όπως γράφει ο Γ. Παππάς, π.χ.

 

                     «Δεν έζησες παρά μόνο τον φόβο

                     Δεν πρόλαβες να παίξεις[ ………]

                      [………………………………………]

                     να μάθεις γράμματα,

                     να μεγαλώσεις,

                     να ερωτευτείς

                     να γίνεις άντρας,

                     […………………………….]

                     Καληνύχτα Αϊλάν» (σελ. 15).

Ο ποιητής με την επανάληψη του μετεωρισμένου, ως ρεφρέν, στίχου επαυξάνει το συγκινησιακό φορτίο και τον προβληματισμό για την τύχη του μικρού αγοριού και του ζητάει συγχώρεση για ό,τι έγινε ως εκπρόσωπος όλων μας. Η ευαισθησία και η πολιτική στάση του ποιητή για την προστασία των προσφύγων της Συρίας για την οποία κωφεύει η διεθνής κοινότητα είναι εμφανής. Σε ανάλογο κλίμα, με εστίαση στην επιστροφή όσων επιβουλεύονται την ελευθερία των άλλων, κινείται και το ποίημα «Επιστροφή», όπου ο ποιητής με τις αρνήσεις του ως άνθρωπος δίκαιος και με τη ρομφαία ως φύλακα και οδηγό είναι αποφασισμένος να παλέψει για τα δικαιώματα των συντρόφων του. Οι εικόνες με την πέτρα- πέτρινα χρόνια- και το νερό είναι ιδιαίτερα πετυχημένες. Δίνεται με ποιητικό λόγο ο κύκλος της ζωής και του θανάτου, αλλά και ο δεσμός του Έλληνα με τη θάλασσά του, ιστορικά, την οποία δεν χαρίζει σε κανέναν διεκδικητή ή αντίζηλο. Αντίθετα, η θάλασσα γίνεται οδηγός της ιστορίας για τις μελλοντικές γενιές, στοιχείο που αναδεικνύεται με εξαιρετικές, σημειωτικά, εικόνες. Στο ποίημα «Δοξολογία του τίποτα» γίνεται σύγκριση ανάμεσα στο τότε, στο «παλιά» με το «τώρα», το οποίο σηματοδοτεί, κατά τον ποιητή, το τίποτα: «Και συ πρωταθλητής του τίποτα/ γερνάς καθηλωμένος/ στις παγωμένες κερκίδες του χρόνου.» (σελ. 19). Ο Γιάννης Παππάς έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα να εικονοποιεί αισθήσεις και αισθήματα, ιδέες και συναισθήματα με έναν τρόπο οικείο, όπου το ποιητικό στοιχείο διαπλέκεται με το ανθρωπιστικό και ιδεολογικό σε μια ποίηση πολύσημη και σε λόγο εξομολογητικό ή ερωτηματικό, άμεσο και κατανοητό στον αναγνώστη- αποδέκτη, με στόχο τον προβληματισμό. Στο ποίημα «Ελλάδα: Μια διαδρομή επαρχία- Αθήνα» αναδεικνύεται η μέλλοντος, π.χ.  

                 «Αθήνα πόλη επική και χαμένη» (σελ. 20).

   Από τα ευρύτερα ποιήματα του υπεύθυνου πολίτη περνάει σε παλίμψηστη ιστορία της Αθήνας με τον εξέχοντα στίχο συνοχής και συνεκτικότητας του τότε, του τώρα και του ποιήματα-ατομικής μνήμης, με την παρουσία φωνών του τότε σε ένα επίπεδο οραματικό όπου η ποίηση χωρίς χάσματα ενώνει με τον τρόπο, που μόνον αυτή γνωρίζει, τους αιώνες και τις γενιές. Αυτό συνάγεται από το ποίημα: «Το σπίτι δίπλα στη θάλασσα», με αφιέρωση σε επώνυμη γενιά. Οι εναλλασσόμενες φωνές δίνονται θεατρικά με το ρήμα «μιλάει» όπου η Ευαγγελία Π. γεννημένη το 1898 παρουσιάζει από το επέκεινα- με τη γραφή και τα συναισθήματα του ποιητή- τον νόστο για το πέτρινο σπίτι της δίπλα στη θάλασσα. Το σπίτι- μνήμη, εξωτερικά και εσωτερικά, ζωντανεύει με τους ανθρώπους του τότε, που σε χρόνια δίσεκτα διασκορπίστηκαν σε ξένα λιμάνια, αλλά αυτό έγινε μνήμη, ιστορία, φωνή ζώσα στην ψυχή τους, «φωνή πετρωμένη» μέσα τους, όπως εύστοχα λέγεται ποιητικά. Ακολουθεί η φωνή της εγγονής προφανώς από το ίδιο μικρό όνομα με γέννηση το 196…, που επιστρέφει στο εγκαταλελειμμένο σπίτι- χάλασμα, στις χαμένες πατρίδες, όπου σε επίπεδο διπλωπίας, όπως θα έλεγε ο Χρ. Μηλιώνης, ή οραματισμού διαπλέκονται μνήμη και πραγματικότητα που ζωντανεύουν χαρές και λύπες στο πέτρινο σπίτι με παιδιά, με γάμους και μοιρολόγια, που ανασταίνονται στην ψυχή της δεύτερης φωνής- μνήμης, καταδεικνύοντας ότι το σπίτι των προγόνων μάς ακολουθεί, διότι συγκροτεί τις ρίζες του κάθε ανθρώπου, που έχασε την πατρίδα του ή που έφυγε για τον κόσμο που δεν έχει γυρισμό. Εδώ ο ποιητής γίνεται η φωνή των ονείρων της Ευαγγελίας, που στέκεται στο πλατύσκαλο, του χαμογελά και τον αναγνωρίζει ως συνεχιστή της φωνής της, π.χ. «στα χέρια κρατώντας διπλό σταυρό. /Μετά ξαπλωμένη ανεβαίνει, ανεβαίνει και χάνεται» και όλα αυτά εμπνεύστηκαν και έγιναν ποίηση στην Κορώνη το καλοκαίρι του 2013.

  Στο ποίημα «Επιστροφή στο λευκό νησί», όπου «νησί» γίνεται το ξενοδοχείο της μνήμης, σκονισμένο και υγρό από τον χρόνο, όμως είναι εκείνο που ως σπηλιά κρατάει μνήμες αγαπημένες. Πολύ τρυφερό είναι και το ποίημα, το αφιερωμένο στη μνήμη του αγαπημένου ποιητή Ν. Βρεττάκου, με τίτλο την πατρώα γη του, την «Πλούμιτσα». Με την τεχνική της αντίθεσης, του διαρρέοντος χρόνου του νυν και του τότε, με τις ρίζες των δέντρων να κρατούν «γερά τα κόκαλα των νεκρών», με τα άψυχα να συνομιλούν με τα έμψυχα και να αλληλοσυμπληρώνουν εικόνες και αισθήματα, ο ποιητής βλέπει, νιώθει, αισθάνεται και γράφει τα αόρατα ως ορατά. Εκεί στο πέτρινο κεφαλόσκαλο ο ποιητής συναντά τον ανθρωποκεντρικό ρυτιδιασμένο από τον χρόνο Βρεττάκο να μιλάει για αγάπη. Η πέτρα του καλοκαιριού γίνεται ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε εκείνες τις εποχές και στο τώρα της γραφής του Γ. Παππά, που ακούει γέλια, κλάματα, φωνές, εποχές και ομιλίες. Βλέπει με τα μάτια της ποίησης και της καρδιάς του τον ποιητή της αγάπης, της φύσης, της Σπάρτης και του Ταΰγετου να κρατάει στα χέρια «άνθη πορτοκαλιάς και σφαγμένα αηδόνια/ μελισσολόι στα μαλλιά του», αλλά με το πρώτο άστρο της μέρας ο ποιητής τού καλωσορίσματος χάνεται «χαμογελώντας», διότι οι αγαπημένοι άνθρωποι και ποιητές επιλέγουν ώρες δειλινές ή νυχτερινές, ώρες σιωπής και ονείρων να μας μιλούν έτσι που μόνον μια άλλη καταγραφή και εσωτερική φωνή μπορεί να τους ακούσει. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό και υποβλητικό ποίημα, τοποθετημένο ως δρώμενο σε χώρο και χρόνο, σε σκηνικό με δρώντα πρόσωπα. Τόπος έμπνευσης η επίσκεψη του ποιητή στον παππού Βρεττάκο, στην Πλούμιτσα το 2012.

 Το ταξίδι στην ιερή Δήλο γεννάει άλλο ένα ποίημα, με κατάδυση στο τότε όπου οι: «ελληνικές χλαμύδες και μεταξωτοί χιτώνες» ανεμίζουν καταργώντας τον χρόνο, όπου μυρίζουν μπαχαρικά εξωτικά και γεμίζουν την ατμόσφαιρα φωνές από πολύγλωσσο πλήθος σαν εκείνες της Αιγύπτου, οπότε εκεί ανάμεσα στο πλήθος «περπατάει σκεφτικός στην προκυμαία» και ένας άλλος αγαπημένος ποιητής, ο Αλεξανδρινός. Με τέτοια ποίηση ζωντανή από αρώματα και φωνές του παρελθόντος μας μιλάει στην ψυχή ο Γιάννης Παππάς. Αυτά και ακόμα λίγα ποιήματα συγκροτούν την ενότητα των ποιητών, από τον κατάλογο των οποίων δεν απουσιάζει ούτε ο Γ. Μαρκόπουλος, όπου, μέσα από παρομοιώσεις και συνειρμούς, σαν αποφθέγματα πέφτουν οι ποιητικές εικόνες, όπως:

 

                 «Το ποίημα πρέπει να είναι δραστικό.

                    Να τρώει σαν το κύμα τον βράχο.

                   Σαν την σπιρτάδα του πορτοκαλιού

                   να τσούζει τα μάτια.» (σελ. 29).

 

 Ακολουθεί  ο ορισμός του ποιήματος στο ποίημα: «Ένα πουλί είναι το ποίημα,», όπου γίνεται σύνδεση της δεύτερης στροφής με την τρίτη, μέσα από λέξεις- πατήματα, όπως: ποίημα, ποίηση, θάλασσα δροσερή και ποιητής, που συνυπάρχουν, διότι το ποίημα δεν είναι μόνον δροσερό σαν τη θάλασσα αλλά είναι και ο απέραντος μπλε χώρος πάνω από τον οποίο ταξιδεύει το πουλί-ποίημα. Έτσι και ο ποιητής δεν είναι παρά «ένας φτωχός εκπαιδευτής πουλιών», όπως γράφει ο Παππάς,  αλλά πουλιών- ποιημάτων πολύ καλών, που πετούν και φωτίζουν θάλασσα και ουρανό. Είναι ένα δυνατό ποίημα δέκα συμπυκνωμένων και δραστικών στίχων. Συγκλονιστικό είναι και το ερώτημα που τίθεται στο επόμενο ποίημα με τις κόρες της Αμφίπολης: «Τι δουλειά έχουμε εμείς στον κόσμο σας;», που μετά από τη σιωπή του διάκενου, έρχεται ένα καταγγελτικό «γιατί» από το παρελθόν και την άφθογγη φωνή των αγαλμάτων που ταυτίζονται με τη φωνή και τη γραφή του ποιητή, π.χ. «Γιατί ενοχλείτε τον ύπνο των αγαλμάτων;». Σε άλλο ποίημα ο «Γενέθλιος τόπος» μετριέται με Ψυχοσάββατα, καθώς όταν φεύγουν οι οικείοι μας γίνονται μνήμη και επισκέψεις επιτόπιες τα Ψυχοσάββατα. Ο νόστος της πατρικής γης του ξενιτεμένου, που συνομιλεί με το δημοτικό τραγούδι,  ο ταχυδρόμος που δεν πάει στον παράδεισο το πολυπόθητο γράμμα του ξενιτεμένου πατέρα στον γιο του, όλα συγκροτούν ψηφίδες ζωής βαθύτατα ανθρώπινες σε άλλο ποίημα. Στους αγαπημένους νεκρούς εντάσσεται και ο Ελπήνωρ, που τον ξέχασε άταφο ο Οδυσσέας μέσα στην πολυπραγμοσύνη του και ζητάει  τα καθιερωμένα στους νεκρούς για να ησυχάσει, με την επιθυμία το κουπί να μπει στον τάφο του, όπου βιβλιακές μνήμες από το παρελθόν και ήθη και έθιμα του παρόντος ταυτίζονται και διαχέουν το αξιακό δυναμικό τους στη σύγχρονη εποχή.

  Ακολουθούν δύο ποιήματα μνήμης στους γλύπτες Γεράσιμο Σκλάβο και Δημήτρη Αρμακόλλα, που έχασαν τη ζωή τους σε ώρα εργασίας, κάτι που καταδεικνύει την ταύτιση με το έργο τους, το οποίο από ζωή, από πάθος και αφοσίωση έγινε θάνατος. Αυτά τα καλλιτεχνικά- εργατικά ατυχήματα, που γίνονται ελάχιστα γνωστά, αναδεικνύει με πολλή ευαισθησία ο ποιητής.

   Ακολουθεί το ποίημα «Η μελαγχολία του Ηράκλειτου», αφιερωμένο στον ποιητή Ηλία Γκρή, όπου παρουσιάζεται ο φιλόσοφος και στοχαστής της αρχαιότητας ως άνθρωπος και πολίτης, που είχε κακό τέλος, μακριά από τους ανθρώπους, αλλά προβάλλεται η έντιμη πολιτική του στάση, καθώς αρνήθηκε την προστασία του Δαρείου, στην οποία πολλοί πολιτικοί κατέφυγαν. Ακολουθεί το ποίημα με τον σημαίνοντα τίτλο ότι διάλογος με τον θάνατο είναι ανύπαρκτος, αφιερωμένο στον ποιητή Αντ. Φωστιέρη, αφού στο τέλος ο θάνατος πάντα νικάει. Ο ποιητής τον περιφρονεί μέσα από τη ρητορική του ερώτηση και τη θέση- στοχασμό, π.χ. «Όμως, εμένα τι με νοιάζει ο θάνατος;/ Όταν θα ’ρθεί δεν θα ’μαι εκεί να τον υποδεχτώ» (σελ. 42). Το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της, όπου το μέλλον παρομοιάζεται με παιδί ατίθασο, ενώ η ζωή τρέχει στη δύση της τόσο γρήγορα. Και συνάγεται το στοχαστικό επιμύθιο στον μετεωρισμένο στίχο ότι «Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος. Κι αν είδες, είδες», με επιστροφή από το τίποτα πριν τη γέννηση στο τίποτα μετά τον θάνατο. Μια αστραπή, λοιπόν η ζωή, ένας κύκλος από την ανυπαρξία στην ανυπαρξία, αυτό το ποίημα λέει τα σύκα σύκα, όπως θα έλεγε και ο ποιητής. 

  Σε μια άλλη άτυπη ενότητα ο ποιητής τιμάει με τα ποιήματά του την αγέρωχη στάση ανθρώπων της επιστήμης και των γραμμάτων, όπως ήταν ο Τζορντάνο Μπρούνο, που αρνήθηκε στους Ιεροεξεταστές την ικανοποίηση της μετάνοιάς του, στάση αγέρωχη για εκείνη την εποχή, που ο μεγάλος Ιεροεξεταστής τον εκδικήθηκε καθιερώνοντας το κάψιμο των βιβλίων του συγγραφέα, τακτική που πολλοί εζήλωσαν και στο πρόσφατο παρελθόν μας. Ακολουθεί το «Κι όμως γυρίζει…» του Γαλιλαίου, που τιμωρήθηκε το 1633, καθώς οι άνθρωποι που προπορεύονται της εποχής τους αναγνωρίζονται στο μέλλον. Έτσι, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β΄ ζήτησε συγγνώμη το 1992 για την πράξη αυτή της καθολικής εκκλησίας αιώνες μετά. Αγέρωχη ήταν και η στάση των Αν. Πολυζωίδη και Γ. Τερτσέτη, οι οποίοι αρνήθηκαν την καταδίκη των αγωνιστών σε θάνατο, του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα, με εστίαση στη μεγάλη καρδιά του Κολοκοτρώνη, που συγχώρησε τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Σχινά, δίνοντας παράδειγμα ανωτερότητας και έχοντας κατά νου πάντα το καλό της πατρίδας. Ανάλογη τύχη είχε και ο αγωνιστής Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, που πέθανε ζητιάνος, ένας στρατηγός ελευθερωτής της πατρίδας του, που, όμως, δεν καταδέχτηκε ούτε σε αυτήν την κατάσταση να κατηγορήσει την πατρίδα του στον ξένο τον Μεγάλων Δυνάμεων, τέτοιες λιονταρίσιες ψυχές ήταν εκείνοι οι αγωνιστές, τους οποίους τιμάει με την ποίησή του ο Γ. Παππάς και απονέμει δικαιοσύνη, ποιητικά, έστω και αργά, που καταδεικνύει όλο το εύρος του ανθρωποκεντρισμού στην ποίησή του. Συγκλονιστικό είναι και το ποίημα με έναν άλλο μεγάλο τον Αουγκούστ Λαντμέσερ, ο οποίος αρνήθηκε να χαιρετήσει ναζιστικά τον Φύρερ, έμεινε ακίνητος, αλλά έχασε τη γυναίκα και τις δύο κόρες του. Παραδείγματα δύναμης και αντίστασης παρουσιάζει ο ποιητής, όπως είναι το επόμενο, αφιερωμένο στον βίο του μεγάλου ποιητή της Ιταλικής Αναγέννησης, τον Δάντη, που καθιέρωσε την ομιλούμενη ιταλική γλώσσα στο σημαντικό έργο του: Θεία Κωμωδία, έργο κλασικό. Ο Δάντης, ο αγαπημένος του Καζαντζάκη, ταπεινώθηκε στη ζωή, διώχτηκε από τη Φλωρεντία που υπεραγαπούσε, αλλά μετά θάνατο τον θυμήθηκαν, διότι ήταν ένδοξος: «μα νεκρό και ένδοξο τον ήθελε στην αγκαλιά της», όπως λέει ο Γ. Παππάς. Από το Πάνθεο των μεγάλων δεν απουσιάζει και ο Σολωμός, που η συνάντησή του με τον Σπ. Τρικούπη υπήρξε μοιραία, καθώς στο εξής θα γράφει την ποίησή του στα ελληνικά, στην ομιλουμένη,  και έτσι έγινε ο Δάντης της Ελλάδας. Ποιητικό μνημόσυνο γίνεται και στον Α. Κάλβο, από τον οποίο δεν έχουμε φωτογραφία, παρά μόνον περιγραφή του πορτρέτου του από το διαβατήριο που δημοσίευσε το Βρετανικό προξενείο το 1826, τα οποία παραθέτει ο ποιητής. Αφιέρωμα έχει και «Το αγόρι με το μαγνάδι», ο Αγγ. Σικελιανός, που το μαγνάδι/ προσωπίδα το έκαμε φυλακτό. Τον παρουσιάζει ο ποιητής ως «εραστή της μάνας γης/ και νυμφίο του πατέρα ουρανού./ Ένας μανιασμένος Απόλλωνας» (σελ. 58), ένας ξεχωριστός ένθεος ποιητής ήταν ο Σικελιανός. Αυτό αποκαλύπτεται και στο επόμενο αφηγηματικό ποίημα του Γ. Παππά, που αναπαριστά με δική του έμπνευση τη συνάντηση Ελύτη και Σικελιανού. Επίσης, με αφορμή τη ρήση του Ηράκλειτου για τον χρόνο, που αποτελεί εδώ προμετωπίδα, αναπτύσσεται η άποψη του ποιητή για τον αειθαλή χρόνο από τον οποίο ως θνητοί ζούμε μόνον στιγμές, π.χ. «Και είμαστε σάρκα ο χρόνος./ Και το ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω», διότι ο ανθρώπινος χρόνος είναι σαν το νερό που φεύγει μέσα από τα δάχτυλα.

  Αξίζει να προστεθεί ότι η ποιητή συλλογή έχει και κάποια γραφιστικά που συνομιλούν, προεκτείνουν ή φωτίζουν τον ποιητικό λόγο. Θα έλεγα, επίσης, ότι η ενότητα με τίτλο «Θα μνημονεύσω» λειτουργεί ως επίλογος, όπου ο ποιητής παραθέτει είκοσι ολιγόστιχα ποιήματα, εμπνευσμένα από ό,τι τον σημάδεψε στη ζωή, ως ψηφίδες ζωής, που γίνονται εικόνες-μνήμες.

  Γενικά, πρόκειται για ποιήματα πολυεπίπεδα, με εξαίρετη ποιητική τέχνη συγκροτημένα. Αξίζει τα συγχαρητήρια και αυτή η εργασία του φίλου ποιητή, που κοσμεί με τα ποιήματά του τα ελληνικά γράμματα.


Η Χριστίνα Αργυροπούλου είναι φιλόλογος, επίτιμη σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Γιάννης Χρυσανθόπουλος, Η μολυσμένη σιωπή στην πόλη. Κώστας Καναβούρης, Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ – μικρή ανθολογία προβλημάτων

 

Η μολυσμένη σιωπή στην πόλη

Γράφει ο Γιάννης Χρυσανθόπουλος //

 

 https://www.fractalart.gr/i-molysmeni-siopi-stin-poli/

 

 

Κώστας Καναβούρης «Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ – μικρή ανθολογία προβλημάτων», εκδ. Πόλις

Κάθε ποιητής έχει διαλέξει το δικό του σύμπαν για να εκφρασθεί. Έχει επιλέξει και τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει. Η θεματολογία και οι λέξεις είναι από τα χαρακτηριστικά που τον ξεχωρίζουν από άλλους ομότεχνους.

Ο Κώστας Καναβούρης είναι ένας από την χαμένη γενιά της μεταπολίτευσης, αφού είδε τις απανωτές διαψεύσεις του οράματος που χτίστηκε μετά την πτώση της χούντας. Οι διαψεύσεις έχουν αφήσει πίσω τους μια εικόνα πλήρους κατάρρευσης και εκφυλισμού θεσμών και αξιών. Η συλλογή ποιημάτων που μας παρουσίασε στην τελευταία δουλειά του σε όλους τους τίτλους φέρουν πρώτη λέξη, τη λέξη πρόβλημα.

Αν δίναμε γενικές επισημάνσεις για την ποιητική συλλογή του Κώστα Καναβούρη Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ – μικρή ανθολογία προβλημάτων θα καταφεύγαμε στις παρακάτω διαπιστώσεις:

1.Τα ποιήματα ή μικρή ανθολογία προβλημάτων της ποιητικής συλλογής του, αποτελούν μια τομογραφία της τέχνης της ποίησης, της κοινωνίας, της πολιτικής, του πολιτισμού, της υπαρξιακής αγωνίας του ανθρώπου και γενικά της σημερινής και της μελλοντικής ανθρώπινης κατάστασης. Αυτό σημαίνει τη σε βάθος ανίχνευση της αθέατης όσμωσης που διαχέεται πάνω από τα κεφάλια μας, αλλά με γυμνό μάτι δεν μπορεί να ειδωθεί. Άλλωστε αυτός είναι ο προορισμός της τέχνης να φέρνει στο φως της μη ορατές πλευρές της ζωής, που βιώνουμε σε όλες τις διαστάσεις της.

2. Κάθε ποίημα αφορμάται από διάφορες ανθρώπινες καταστάσεις ή ακόμη από κάποια ιδέα, εικόνα ή σκέψη, και ξεδιπλώνεται με εύληπτο τρόπο το θέμα που πραγματεύεται, άλλοτε με λυρικό τρόπο και συναίσθημα και άλλοτε με σκληρό τρόπο, ώστε να μας προσγειώνει στην πικρή αλήθεια της μνήμης για τη ζωή.

«Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ» ήταν η εναρκτήρια πυροδότηση και η αφορμή, γιατί στην ταινία του Αντονιόνι, αποτυπώνεται εξέγερση στο κέντρο του Καπιταλισμού: της ΗΠΑ. Η ταινία είναι εμπνευσμένη από τις εξεγέρσεις της νεολαίας του Μάη του ’68 και όσες ακολούθησαν. Στην πρώτη προβολή της δεν είχε τύχη, αργότερα άρχισε να ξαναβλέπεται και να προσέχετε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Η ταινία δίνει καθαρά μια έκρηξη – εξέγερση – η οποία είναι με σύνθεση εικόνων που φανερώνουν την πολυδιάστατη και περίπλοκη Λερναία Ύδρα του κέντρου του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

3. Σε κάθε ποίημα στους δυο ή τρεις τελευταίους στίχους, ανοίγει το θέμα που πραγματεύεται, ώστε ο αναγνώστης να μην μείνει μόνο στην ανάπτυξη, που του δίνει ο ποιητής, αλλά αφήνονται πολλές διαφυγές για σκέψεις και περαιτέρω αναγνώσεις. Θα τολμήσω να τους ονομάσω ακροτελεύτιοι στίχοι που κλείνουν το ποίημα. Είναι σαν μελαγχολικοί χρησμοί.

Αντιγράφω μερικούς στίχους από το ποίημα "Το πρόβλημα της αισθητικής"στη σελίδα  13:

Στο μεταξύ, επιβάτες

ανεβαίνουν και κατεβαίνουν από το ποίημα,

είναι πολύ κουρασμένοι,

γιατί γνωρίζουν πως ο προορισμός

παραμένει διαρκώς μακρινός.

Το τρόλεϊ ξεκινάει για την επόμενη στάση,

μετατρέποντας έτσι το χρόνο

σε καθαρό πρόβλημα αισθητικής,

Ο χρόνος εδώ φορτώνεται προβλήματα και τα μετατρέπει σε αντικείμενα της πόλης. Εδώ για το πρόβλημα της αισθητικής, ουσιαστικής σημασίας για την ανθρώπινη υπόσταση, παίρνει τη μορφή του τρόλεϊ. Έχουμε να κάνουμε με μια απέραντη μελαγχολία, η οποία κατακλύζεται με τον εκφυλισμό της αισθητικής πρώτιστα στην ίδια τη ζωή.

4. Ιδιαίτερη αξία έχουν τα ποιήματα αυτά καθ’ εαυτά, και αφορούν: την ποίηση, το ποίημα και τον ποιητή, δηλαδή, την τέχνη, το δημιούργημα και τον δημιουργό. Αν και στα περισσότερα ποιήματα ενυπάρχουν δίχως να κατονομάζεται η ποίηση, το ποίημα και ο ποιητής.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής είναι απλή, δίχως λεκτικούς εντυπωσιασμούς, με λέξεις σπάνιες και εξεζητημένες. Έχει κατορθώσει με τις απλές καθημερινές λέξεις να εκφραστεί ποιητικά και να αποδώσει σε άριστο βαθμό το θέμα που πραγματεύεται. Η λιτότητα στη χρήση λέξεων στο ποίημα είναι αρετή. Κυριαρχεί συνήθως το εμείς, της χαμένης συλλογικότητας στο κόσμο μας.

Αφηγείται τα ποιήματα σε όλα τα πρόσωπα ενικού και πληθυντικού αριθμού. Στο ίδιο ποίημα έχουμε χρήση και δύο προσώπων.

Ζούμε σε μια μολυσμένη εποχή, καθώς η σιωπή κυριεύει τα πάντα. Και ο ποιητής μας λέγει : μιας μολυσμένης σιωπής που ξεχύνεται αδιάκοπα (σελ.35). Γι’ αυτό Το πρόβλημα αρχίζει στη σιωπή/και στη σιωπή το πρόβλημα τελειώνει.(σελ.32).

Τίθεται το ερώτημα στο ποίημα στη σελ.32: Πόσο ηθικό είναι να σιωπάς;/Πόσο ηθικό είναι να πεθαίνεις στη σιωπή;

Έτσι μετά τη σιωπή ξεπετάγεται δέσμη προβλημάτων, έχουμε μια αέναη ανακύκλωση της σιωπής και της μολυσμένης ζωής. Κι όπως λέγει ο ποιητής στη σελ. 50 « ο πόνος ανακυκλώνεται, δεν μεταγγίζεται,»

Η μνήμη κατακερματίζεται συνεχώς και τα κενά της παραμένουν χάσματα κοινωνικής ασυνέχειας, όπως παρουσιάζεται στο ποίημα «Το πρόβλημα της μνήμης». Ο χρόνος μετρούμενος με αριθμούς ως το δέκα, κατά το δεκαδικό σύστημα της μηχανής που αντικατέστησε τον ανθρώπινο νου, κάτι σαν την μέτρηση στο παιχνίδι του κρυφτού. Εδώ έχουμε την πλήρη κάλυψη των πάντων με τον υπολογιστή, με ότι αυτό σημαίνει, όπως ήδη φαίνεται.

Οι λέξεις πείνα και πεινώ είναι κομβικές, έχουν λάβει θέση σε πολλά ποιήματα του Κώστα Καναβούρη. Παράδειγμα: «πέθαναν από πείνα όλες οι απελπισίες» (σελ.64). Στο ποίημα : «Το πρόβλημα του φόβου» μας λέει γιατί: η πείνα είναι ο φόβος. Ο Αναγνωστάκης στο ποίημα: «Η αγάπη είναι ο φόβος» μας είπε: η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους-Συλλογή Εποχές 3 . Στον Καναβούρη είναι πιο σκληρή η ψυχική κατάσταση του φόβου.

 

 

Κώστας Καναβούρης

 

Αν σκεφτούμε ότι η πείνα είναι πρωταρχική ανάγκη κάλυψης του ανθρώπου για να συνεχίσει η ζωή, αν τούτο το αναγάγουμε στα χρόνια μας, αυτή την ανθρώπινη κατάσταση, δύο εκδοχές έχουν ως ανάγνωση σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης μοίρας. Η μία είναι ότι στη μεγάλη προσφορά αγαθών κάθε είδους για να καλυφτούν ανάγκες επιβίωσης και δημιουργημάτων των γραμμάτων και της τέχνης, αυτό συνιστά πληθωρισμό, που σημαίνει κατάπτωση. Η άλλη είναι ότι το παγκόσμιο σύστημα δημιουργεί ανάγκες για να μεγιστοποιεί το κέρδος μέσω του marketing, το οποίο έχει αναχθεί σε μέγιστο επιστημονικό επίτευγμα, γιατί αυτό βολεύει το παγκόσμιο σύστημα, να μεγιστοποιεί αέναα το κέρδος.

Ζούμε, λοιπόν, το κυνήγι του τίποτα δίχως δισταγμό και φρένο, δίχως να λογαριάζεται ούτε το ποτάμι, αίμα που χύνεται κάθε λεπτό στον κόσμο. Ο εκφυλισμός από την υπερκατανάλωση σε κάθε επίπεδο της ζωής διαχέεται και μολύνει και δεν λύνει προβλήματα, αλλά δημιουργεί στη λύση του κάθε προβλήματος μελλοντική δέσμη προβλημάτων.

Ο Καναβούρης έχει μια εκλεκτική συγγένεια με τον Αναγνωστάκη . Επειδή ήταν ο πρώτος που είδε τη μελαγχολία της εποχής μας, μιας εποχής που στέρεψε από όνειρα και όραμα. Ο κόσμος, τελικά, σχετίζεται άμεσα με την πόλη.

« Ό,τι προλάβεις να δεις στο φως μιας αστραπής:» (σελ 45), μας επισημαίνει ο ποιητής, και τούτο το βλέπεις στιγμιαία. Περιμένεις την επόμενη αστραπή για να δεις την πόλη, αλλά όταν έρθει, θα δεις πιο καθαρά την παρακμή. Γιατί η πόλη καταναλώνει και παράγει σκουπίδια, αίμα και θάνατο.

Τα πρόσωπα της τέχνης και της φιλοσοφίας που έχουν λάβει θέση στα ποιήματα του Κώστα Καναβούρη: Ο Ελύτης με το κορίτσι που περνάει με το ποδήλατο, και γερνάει. Ο Σπινόζα που αιώνες τώρα πεθαίνει. Ο Φελίνι με την ώρα οχτώ και μισή ή εννιά και μισή του Χάϊνριχ Μπελ ώρα για μπιλιάρδο. Ο Στέφαν Τσβάιχ με την ανεπανάληπτη Σκακιστική Νουβέλα, που τη γράφει και μετά αυτοκτονεί. Το κάψιμο του Ιούδα. Η αγωνία του Αλεξανδρινού Καβάφη. Η Φρίντα Κάλο, ο δολοφόνος του Τρότσκι Ραμόν Μερκαντέρ και ο ζωγράφος Ντιέγκο Ριβέρα. Ο ποιητής Τράκλ. Οι Τζιμ Μόρισον, Τζίμι Χέντριξ και Κερτ Κομπέιν .

Και τέλος ο Βάλτερ Μπένγιαμιν που παρά το πρόωρο τέλος του είδε μέσα από τα δοκίμιά του καθαρά να καταφθάνει ένας κόσμος κατακερματισμένος.

Τελικά η μόλυνση έχει εισχωρήσει πολύ βαθιά στον καπιταλιστικό κόσμο, οι τομές που κάνουν τα ποιήματα του Κώστα Καναβούρη φωτίζουν το βάθος της.

 

 

Πάτρα 20 Δεκέμβρη 2025

Γιάννης Χρυσανθόπουλος

 

 

Το κείμενο διαβάστηκε στην 1η Συνάντηση Λογοτεχνών που διοργάνωσε το ηλεκτρονικό περιοδικό Διαπολιτισμός σε συνεργασία με τις εκδόσεις Διαπολιτισμός στο Μηχανουργείο Πολυχώρο πολιτισμού – θεάτρου τέχνης, στις 19-20 Δεκεμβρίου 2025.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Νικολέττα Κατσιδήμα – Λάγιου Άννα Γρίβα, Η Χαμένη Θεά (Εκδόσεις Μελάνι 2023)


 


Το υλικό σώμα της λέξης αλλάζει σύσταση, αποκτά άλλη μάζα, όταν στοιχειοθετεί αλληγορία, υπακούοντας σε μια νοητική αλχημεία μετουσίωσης κι εξαϋλώνεται μέσω της πύκνωσης –όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό. Μια πλατωνικού τύπου οντολογία πηγάζει από τη «θεολογία» ακολουθώντας πορεία αντίστροφη: δεν έχει ως αφετηρία τον άνθρωπο και το πεπερασμένο σύμπαν του για  να βρει τον Θεό –κι ελεύθερα μπορεί κανείς εδώ να αναρωτηθεί για το μάταιο του εγχειρήματος– αλλά ξεκινά από το δόγμα (ή ό,τι μας προσφέρεται ως δόγμα) για να φτάσει στο κοινωνικοπολιτικό «γίγνεσθαι».

Τα άχρονα και άχραντα πρόσωπα παραδίδονται στον αποδέκτη όχι ως βυζαντινά, ανέγγιχτα, μέσα στην απόλυτη ιερότητά τους, σύμβολα της νίκης τού ουράνιου επί του κοσμικού, της νίκης του πνεύματος επί της σαρκός, αλλά ως έννοιες αρχαιοελληνικές που είναι φορείς όλων των ανθρωπίνων, σε κάθε ανάσα και κύτταρό τους, κι όχι μόνο σε κείνη την απειροελάχιστη, άμεσα καταργούμενης ως αδυναμίας κι εξυψωτικής τής θυσίας στιγμή του «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί». Έναν Χριστό κι έναν Ιούδα οικείο, μια Madonna ανθρώπινη, μια Μαγδαληνή θηλυκιά θα συναντήσουμε στην ποιητική συλλογή «Η χαμένη Θεά». Οι πράξεις και οι σκέψεις και οι φόβοι, όλα στα μέτρα τα ανθρώπινα, καθόλου υπερβατικά. Και αυτή είναι μία πιο γνήσια θεολογία καθώς εμπεριέχει και καταφάσκει τον άνθρωπο, αφού θεός είναι αγάπη, τόσο του Άλλου όσο και του μεγάλου αγνώστου, του Εαυτού. Με μνήμη ευρύχωρη, δωρικά πλασμένη από το βίωμα και την παρατήρηση, αποκρυσταλλώνεται στην ποίηση της Άννας Γρίβα η δέσμευση στην ειλημμένη απόφαση που αφορά την αποτύπωση μιας ρέουσας και ταυτόχρονα διαχρονικά ακίνητης στιγμής, προφυλασσόμενης από τη λήθη και τη φθορά μέσω της καταγραφής της.

Η Αριστοτέλεια επαγωγή, που πριμοδοτεί το ειδικό, χάριν της έκτασής του στο γενικό και πανανθρώπινο, ο δρόμος που φωτίζει την ατομική εμπειρία και την εξακτινώνει στη συλλογικότητα, θεραπευτική και ανακουφιστική, η ακινητοποίηση του συμβάντος και η απόπειρα ερμηνείας του ακόμα και στο επίπεδο του υποσυνειδήτου, όλα λειτουργούν ως καφκικές μεταμορφώσεις των υπαρκτών σε σύμβολα με μια αλήθεια αφυπνιστική.

Η ποιητική θεολογία της Γρίβα μετατρέπει το δυσπρόσιτο, όχι μόνο σε κάτι το προσβάσιμο στο βλέμμα, αλλά και σε μία εγγενή δυνατότητα αντίληψης του τι αληθινά κοιτάζουμε όταν στεκόμαστε μπροστά σε ένα κάτοπτρο. Η δύναμη, η γυμνή ομορφιά, η καθαρά ρηματική, χωρίς ρητορισμούς κι επιτήδευση γλώσσα, φωτίζει με τη φυσικότητά της το καθημερινό, το τόσο τελικά αναγνωρίσιμο, κι ανοίγει μονοπάτια αποκρυπτογράφησης των συμβολισμών. Προσφέρει μία διάφανη επιφάνεια, μια απροσποίητη οπτική, στη διαύγεια της οποίας, το ορατό και το αόρατο, το φως και το σκοτάδι, η επαλήθευση και η διάψευση, διαπλέκονται με ίχνη που αφήνει το ένα μέσα στο άλλο, με την αίσθηση εν τέλει της δυϊκότητας στη φύση των πραγμάτων, χωρίς σαφή όρια και περάσματα, χωρίς οριοθετημένα σύνορα, και πολλές φορές και με μία αίσθηση ανατροπής της ταυτότητάς τους.

 

Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΙΝΟ

 

Το κρίνο ήταν μαύρο.

Ο άγγελος φορούσε μια βαριά πανοπλία.

Αναγγελία πολέμου έμοιαζε ο λόγος του.

Πεδίο της μάχης ο εαυτός της.

Ατένισε από το παράθυρο

την έρημο μακριά να χορεύει

άκουσε στο δρόμο τις φωνές

των γυναικών και τα γέλια τους.

Στις στέγες ανέμιζαν τα καθαρά

τα λευκά σεντόνια.

Διόλου δε σταμάτησε

η ροή των γιγνομένων.

Για λίγο ξέχασε τον άγγελο

που την καλούσε να σταθεί εφ’ ω ετάχθη.

Πού θα τασσόταν εκείνη

δεν είχε σημασία.

Το ήξερε πια πως η μάχη θα μαίνεται

κάτω απ’ τον φλοιό της

κάτω απ’ το δέρμα της

όπως ένα μήλο λαμπρό κατακόκκινο

που το γεύεται το σκουλήκι αργά

το ελάχιστο πλάσμα με την άγνωστη

τη σκοτεινή ομορφιά.

(σελ.9)

 

Μια μάχη που πράγματι μαίνεται υποδόρια, μια πορεία αυτογνωσίας που ακροβατεί συχνά στο χείλος της αβύσσου και που νομοτελειακά σχεδόν οδηγεί σε ένα Μπωντλαίρ ή ένα Ριμπώ. Διώκεται ο ιερός θυμός, διώκεται ο λόγος του έρωτα και της αγάπης, χαρακτηρίζεται ως τρέλα η κατάφαση σε αυτά κι αναδεικνύεται με μια ήπια και ώριμη πραγματικότητα η ισχυρή πεποίθηση πως ύπαρξη σημαίνει οδύνη, γιατί ποτέ δεν αποδέχθηκε ο άνθρωπος τον άνθρωπο, δεν τον ανέβασε στο υψηλότερο βάθρο, δεν εστεφάνωσε με τον υπέρτατο κότινο, αυτόν που η αγάπη χειροτεχνεί και που αναγνωρίζει σε αυτόν τον θρίαμβο της ουσίας μέσα στο όλον, στο αγαθόν.

 

ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ ΙΗΣΟΥΣ

 

«Ανάθεμα στους νόμους

και στα ιερά βιβλία

Είναι νεκρό το γράμμα

αν δεν δονείται

από το μέλι της ψυχής

 

Αναζητήστε τώρα

το πρώτο φως των ημερών

Ανοίξτε το βλέμμα σας

στων δέντρων τα κλαδιά

δείτε πώς τρέμουν τα πουλιά/σε κάθε ανάσα».

 

Κι ενώ μιλούσε άπλωνε

τα χέρια στους αιθέρες

και φώναζε πως είναι όλοι

βασιλείς:

οι πόρνες κι οι ζητιάνοι

οι ασκεπείς και οι σαλοί

Κι ένας ένας αποχωρούσαν οι άντρες

και φτύναν και χλευάζαν

την τρέλα του ανθρώπου

ώσπου έμειναν πια

μονάχα τα κορίτσια

να τον κοιτούν

με μάγουλα κόκκινα

καυτά

σαν μόλις πρώτη φορά

να χάρηκε το σώμα τους

έρωτα.

(σελ.20)

 

Και παράλληλα, ανίκητος ο έρωτας, αυτή η Σοφόκλεια ιαχή του θριάμβου του, να διαπερνά τους αιώνες και να ενσαρκώνεται στο πρόσωπο της Μαρίας Μαγδαληνής.

ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

 

Πώς να ήταν τα μάτια σου;

Τα μαλλιά σου που έρρεαν στης ράχης το κύμα

ποιο χρώμα να είχαν;

Γιατί να αγάπησες εκείνον τον ξένο

τον μόνο/τον άπατρι;

Τα κορμιά σας να έσμιξαν;

Οι πνοές σας να έγειραν

η μία επάνω στην άλλη;

Χόρεψες δίχως ρούχα

του στέρνου του

στην απαλή επιφάνεια;

Του χάρισες τα πέπλα

που τύλιγαν

τα ωραία σου στήθη;

Μείνατε απόλυτοι;

Μείνατε φως;

Εκείνο που απλώνεται

σαν φτερούγα στις λύπες του κόσμου;

 

Τώρα εσύ ένα πλάσμα της αιώνιας νιότης

επιστρέφεις γελώντας

καθώς με βοστρύχους

και κοτσίδες που λάμπουν

τα κορίτσια αρπάζονται

απ’ τα πόδια

αυτού που αγαπούν

να ρουφήξουν αχόρταγα

το νερό που γλιστρά

στ’ ακροδάχτυλα

το ελάχιστο εκείνο νερό

του ανίκητου έρωτα.

(σελ.21)

 

Η αρχέγονη ουσία του ελέους λειτουργεί ως κάτι το παράδοξο μέσα στην αυστηρότητα και την απολυτότητα της εποχής, αυτής που μέσα της όλα εγκλωβίζονται στο δίπολο καλού και κακού με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Δεν είναι στέρεο όμως ένα τέτοιο έδαφος. Επικίνδυνα ολισθηρό και βαλτώδες. Αν ήταν στέρεο δε θα είχε καμιά σωφρονιστική αξία η όποια ποινή, καθώς απόδειξη του «οὐδεὶς ἐκὼν κακός», οι Ερινύες. Χωρίς αυτές δε νοείται ως άνθρωπος ο παραστρατημένος˙ έχει εκπέσει στην κατάσταση του άλογου ή, ίσως πιο σωστά, πάσχει νοητικά χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί τον παραλογισμό της ύπαρξής του. Στέκεται εκτός του ανθρώπινου εαυτού του, εξόριστος αυτός που εξορύσσει σκοτάδι και δολοφονεί άνθη και πεταλούδες. Δε σηματοδοτεί φυσικά αυτή η παραδοχή κανενός είδους άφεσης –έχει ευθύνη ο θύτης γιατί ποτέ δεν απώλεσε το δικαίωμα επιλογής μεταξύ του φωτός και του σκότους. Κι ενώ δε συνιστά άφεση, τροφοδοτεί όμως με αίσθημα αγαθό την όποια ανάλγητη αυστηρότητα, την όποια αμετάκλητη ποινή.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ

 

Ό,τι κι αν με δίδαξαν για σένα

εγώ θα σ’ αγαπώ.

Αν είχα γιο θα του έδινα το όνομά σου.

Αν είχα εικονοστάσι σ’ εσένα θα έλεγα

τις μύχιες προσευχές μου.

Θα σ’ αγαπώ γιατί ατύχησες

να γεννηθείς σε ξένα μέρη.

Αν είχες γεννηθεί στον τόπο μου

θα ήσουν ήρωας τραγικός

καθρέφτης του ανθρώπου:

δι’ ελέου και φόβου θα περνούσαν

όσοι θα έβλεπαν το βάσανό σου στη σκηνή.

Θα ήσουν εσύ αυτός που μόνος του πορεύεται

μετανιωμένος και τρελός.

Θα έστηνες το ικρίωμα

στη Θήβα ή στο Άργος

και ο Χορός θα έκλαιγε

θρηνώντας τη γενιά σου.

 

Μα εσύ ατύχησες να γεννηθείς

εκεί που το καλό και το κακό

έχουνε σύνορο αδιάβατο.

Αν είχες γεννηθεί στον τόπο μου

θα βρίσκαμε τον τρόπο

–αιώνες πριν–

να σ’ αγκαλιάσει τρυφερά η φύση

εκείνη που πάντοτε φιλιώνει

τα ενάντια όντα.

Αν είχες γεννηθεί στον τόπο μου

–το ξέρω–

ο μύθος θα σ’ είχε ερωτευτεί

θα σ’ είχαν αγαπήσει οι ποιητές

ως σπόρο εύθραυστο

κάποιας χαμένης ευτυχίας.

(σελ.28)

 

Αυτή η παραδοχή που εκπορεύεται από τη συνειδητοποίηση της ευθραυστότητας κι ευαλωτότητας των ανθρωπίνων, είναι μια πράξη καθαρά πολιτική. Με λόγο αλληγορικό, μα τόσο εναργή κι αποκαλυπτικό ταυτόχρονα, η Γρίβα δομεί την κοσμοαντίληψή της και την προσφέρει στον πρόθυμο να την αποδεχτεί με έναν τρόπο που ταξιδεύει με ευκολία ανάμεσα στην υπαρξιακή μοναχικότητα και στο αντιστάθμισμά της: την προσέγγιση του αλλότριου, του ξένου, ως κάποιου που είναι τελικά οικείος, την τόλμη του αγγίγματος, την καταβύθιση σε μια αισθαντικότητα και σε μία όλο σφρίγος καταγγελία της ζοφερής πραγματικότητας. Κι είναι αυτή μια πορεία που προϋποθέτει τη σύγκρουση, μια πορεία με όλα τα ενδεχόμενα παρόντα και ανοιχτά.

Όταν πολιτογραφείται κανείς στη χώρα του κάλλους («ιθαγενής του φεγγαριού/τέκνο του ήλιου» γράφει) μοιραία συνειδητοποιεί «πως είναι ξένος στον κόσμο αυτό/πως δεν ανήκει πουθενά», ως έκπτωτος άγγελος σε κόσμο δαιμόνων. Κι έτσι εξηγεί τη μοναξιά και συμφιλιώνεται μαζί της, αποδεχόμενος αυτήν ως παράσημο.

 

ΙΗΣΟΥΣ ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ

 

Μόλις τελείωσε τον λόγο του

ποιος είσαι εσύ

του φώναζε το πλήθος

Μα εκείνος τρομαγμένος απ’ τη βοή κι από τον πάταγο

λέξη δεν είπε

Σκέψεις παράξενες του παίρναν το μυαλό:

πως είναι ξένος στον κόσμο αυτό

πως δεν ανήκει πουθενά.

Τότε προσπάθησε να βρει/μια αιτία λογική

των αισθημάτων του:

ίσως τις νύχτες ατενίζοντας τ’ αστέρια

να πόθησε τη χώρα την ανέγγιχτη

τη μακρινή του γαλαξία

και τώρα μόνος άπατρις

έγινε πια ουράνιο σώμα

ιθαγενής του φεγγαριού

τέκνο του ήλιου.

Ήταν μια εξήγηση αυτή

της μοναξιάς του.

 

 

Κι έτσι με βήμα ήσυχο

κατέβηκε τις σκάλες του ναού

ξέροντας πια

πόσο ακέραιο

πόσο ακριβό

να είσαι εξόριστος

στον κόσμο αυτό.


(σελ.14)

 

Οι πειρασμοί βέβαια δεν παραιτούνται, παρ’ όλο που συνθλίβονται συνεχώς απάνω στο ατσάλινο τείχος της ειλημμένης απόφασης και δέσμευσης στον σκοπό. Η μετάβαση, η κοσμογονική αλλαγή, η μεταστοιχείωση έως και του τελευταίου κυττάρου σε καθαρά ανθρώπινο, συνιστά τη θεϊκότητα. Αναγνωρίζει την αδυναμία ως στοιχείο παιδικής ηλικίας, κάνει σπονδές εις μνήμην της, λάδι και κρασί στο προσκέφαλο, αλλά όχι μαντήλι να κρύβει το παιδικό πρόσωπο –που ενίοτε θρηνεί ως ανάμνηση της ευθραυστότητας που έχει δικαίωμα στην αφέλεια και στο λάθος και που δε φέρει ακόμα στους ώμους, ως Άτλας, το βαρύ φορτίο κανενός χρέους. Ανθρώπινος και ο θρήνος, κατανοητός. Κι ως Οδυσσέας ακούει τους πειρασμούς και βγαίνει πιο νικητής, ακριβώς επειδή άκουσε.

 

ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

 

«Να κάνεις την πέτρα άρτο

και να χορτάσεις»

του έλεγε ο Δαίμων του

Μα εκείνος χωρίς να καταδέχεται

τ’ αυτιά να κλείσει

άκουγε να πέφτουν μέσα του

ψίχουλα ονειρικά

κρασί σαν ποταμός

και λάδι και γάλα και νερό.

Όχι, δεν ήταν της πείνας τα φαντάσματα.

Σπονδές ήταν αυτές

που μαίνονταν στα στήθη του

εις μνήμην του αγοριού

που ξάφνου αισθάνθηκε

εντός του να πεθαίνει.

 

Τώρα θα ήταν πια

ο δαμαστής του εαυτού του

ο κύριος των φωνών

τον Δαίμονα ως άθυρμα θα είχε

στις ώρες της ανίας.

Κι όμως, δεν ήταν εύκολο

να μη θρηνεί

για εκείνο το παιδί

που πέθαινε εντός του.

Θα ήθελε να έστρεφε

πίσω τα χνάρια του

να γίνει πάλι πέντε ετών

τότε που η μάνα του

με τρόμο τον συμβούλευε

να πάψει μπρος τον κόσμο

εκείνα τα επικίνδυνα παιχνίδια:

να μη ζωντανεύει νεκρά πουλιά

να μη χαράζει με τα μάτια του τα νέφη.

 

«Να κάνεις την πέτρα άρτο

και να χορτάσεις»

του έλεγε ο Δαίμων του

κι εκείνος άκουγε

άκουγε μέσα του

των όντων την αρχαία μάχη

καθώς η νύχτα απλωνόταν πια

μες στην έρημο.

(σελ.15)

 

Η στάση αυτή αποτελεί το τέλος μιας πορείας επίπονης. Τέλος κι αφετηρία ταυτόχρονα του καινούριου. Η φαινομενική άνεση της αντίστασης, η στιγμιαία ξαφνική μετάλλαξη, δεν είναι παρά προκάλυμμα ενός αθροίσματος αλλεπάλληλων ηττών ή πολλαπλών θετικών επιλογών, που δε συνοδευόταν όμως ταυτόχρονα και από την αντίστοιχη ηδονή αυτής της επιλογής. Δε φτάνει κανείς εύκολα σε αυτήν την κορυφή, στην αυτονόητη προαίρεση του ηθικού που χλευάζει κι εμπαίζει ως άθυρμα του Δαίμονα. Δεν αντιστέκεται κανείς εύκολα στη φωνή που συμβουλεύει το ασφαλές με μητρική προνοησία και έγνοια. Το έθος για να γίνει ήθος απαιτεί και προϋποθέτει πάλεμα, που θα καταργήσει και θα υπερβεί τη σύμβαση μιας επισφαλούς ευτυχίας.

Πάλεμα που ακροβατεί επικίνδυνα πάνω από την πυρά και αποτολμά τη σύνθεση ενός κόσμου απλού, που απελευθερώνει τα όνειρα και τα απαλλάσσει από το βολικό στίγμα της ανέφικτης πραγματικότητας. Θεϊκότητα είναι το εφικτό. Πάλεμα που δεν παραιτείται από τη γεμάτη ακμή, σιδερένια βούλησή του. Μια πορεία ευθεία, που υποψιάζει τους δύσπιστους, κι όσους εξ ιδίων κρίνουν, που επισύρει την μήνι όσων ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν και που εν τέλει τυφλωμένο από μία πλάνη αυτοκαταστροφική, μένουν στο σκοτεινό πλατωνικό σπήλαιο και επιτίθενται με τη σκληρότητα του αλάθητου –τι οξύμωρο– στους απελεύθερους δεσμώτες.

Κι όμως, το μόνο που αρκούσε ήταν μια προς τα πάνω θέαση, ως επιβεβαίωση της ετυμολογίας της λέξης άνθρωπος, μια στιγμιαία έκλαμψη συνειδητότητας, που θα ανάγκαζε το βλέμμα από το υγρό–λασπώδες έδαφος μιας ψευδούς ευτυχίας να σηκωθεί προς τον κόσμο των Ιδεών.

 

 

Ο GIORDANO BRUNO ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ

 

Δεν ακουγόταν πια η φωνή του

μονάχα τα ξύλα που σπίθιζαν

κι οι φλόγες που μανιάζαν

Η στάχτη απ’ τα ρουθούνια του

τρύπωνε εντός του

καπνός κι ακτίνα

η τρομερή ματιά του.

Την άλλη μέρα

θα σκουπίσουν

ό,τι απέμεινε από κείνον

θα σφύζει πάλι η πλατεία

από φωνές και μουσικές

από άνθη και καρπούς

ο κόσμος θα’ χει βρει

ξανά τα όριά του

χωρίς αμέτρητους πλανήτες

και σύμπαντα και γαλαξίες

όλα και πάλι θα πορεύονται

σαν πρώτα σιωπηλά

σαν πρώτα μετρημένα

 

κανείς δε θα οσφραίνεται

τα χέρια των αγγέλων

όταν αόρατα και συνεπή

θα συνεχίσουν

να φέρνουν τα κρίνα

για να γεννιούνται αδιάκοπα

τα τέκνα του Ήλιου

που θα μεθούν απ’ τη Σοφία

θα φλέγονται απ’ τη Γνώση

και θα πεθαίνουν

σε πυρές

σε σχεδίες

σ’ ένα κομμάτι ξύλο

που πλέει τον πόντο

θαλασσοπόροι

που δεν κατάλαβε κανείς

πόσο απέραντος

πόσο ακριβής

είναι ο χάρτης

της ευτυχίας τους.

(σελ.37)

 

 

 

 

 

 

___________________-

Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση της Άννας Γρίβα στο πλαίσιο της Συνάντησης Λογοτεχνών στην Πάτρα, 19-20 Δεκεμβρίου 2025.

Η Νικολέττα Κατσιδήμα- Λάγιου είναι φιλόλογος και ποιήτρια.


Κρεσέντσιο Σαντζίλιο, Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

    Κρεσέντσιο Σαντζίλιο Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου https://tapoiitika.wordpress.com/   Πότε αρχίσατε να ενδιαφέρεστε...