Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές-Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές-Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Νικολέττα Κατσιδήμα – Λάγιου Άννα Γρίβα, Η Χαμένη Θεά (Εκδόσεις Μελάνι 2023)


 


Το υλικό σώμα της λέξης αλλάζει σύσταση, αποκτά άλλη μάζα, όταν στοιχειοθετεί αλληγορία, υπακούοντας σε μια νοητική αλχημεία μετουσίωσης κι εξαϋλώνεται μέσω της πύκνωσης –όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό. Μια πλατωνικού τύπου οντολογία πηγάζει από τη «θεολογία» ακολουθώντας πορεία αντίστροφη: δεν έχει ως αφετηρία τον άνθρωπο και το πεπερασμένο σύμπαν του για  να βρει τον Θεό –κι ελεύθερα μπορεί κανείς εδώ να αναρωτηθεί για το μάταιο του εγχειρήματος– αλλά ξεκινά από το δόγμα (ή ό,τι μας προσφέρεται ως δόγμα) για να φτάσει στο κοινωνικοπολιτικό «γίγνεσθαι».

Τα άχρονα και άχραντα πρόσωπα παραδίδονται στον αποδέκτη όχι ως βυζαντινά, ανέγγιχτα, μέσα στην απόλυτη ιερότητά τους, σύμβολα της νίκης τού ουράνιου επί του κοσμικού, της νίκης του πνεύματος επί της σαρκός, αλλά ως έννοιες αρχαιοελληνικές που είναι φορείς όλων των ανθρωπίνων, σε κάθε ανάσα και κύτταρό τους, κι όχι μόνο σε κείνη την απειροελάχιστη, άμεσα καταργούμενης ως αδυναμίας κι εξυψωτικής τής θυσίας στιγμή του «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί». Έναν Χριστό κι έναν Ιούδα οικείο, μια Madonna ανθρώπινη, μια Μαγδαληνή θηλυκιά θα συναντήσουμε στην ποιητική συλλογή «Η χαμένη Θεά». Οι πράξεις και οι σκέψεις και οι φόβοι, όλα στα μέτρα τα ανθρώπινα, καθόλου υπερβατικά. Και αυτή είναι μία πιο γνήσια θεολογία καθώς εμπεριέχει και καταφάσκει τον άνθρωπο, αφού θεός είναι αγάπη, τόσο του Άλλου όσο και του μεγάλου αγνώστου, του Εαυτού. Με μνήμη ευρύχωρη, δωρικά πλασμένη από το βίωμα και την παρατήρηση, αποκρυσταλλώνεται στην ποίηση της Άννας Γρίβα η δέσμευση στην ειλημμένη απόφαση που αφορά την αποτύπωση μιας ρέουσας και ταυτόχρονα διαχρονικά ακίνητης στιγμής, προφυλασσόμενης από τη λήθη και τη φθορά μέσω της καταγραφής της.

Η Αριστοτέλεια επαγωγή, που πριμοδοτεί το ειδικό, χάριν της έκτασής του στο γενικό και πανανθρώπινο, ο δρόμος που φωτίζει την ατομική εμπειρία και την εξακτινώνει στη συλλογικότητα, θεραπευτική και ανακουφιστική, η ακινητοποίηση του συμβάντος και η απόπειρα ερμηνείας του ακόμα και στο επίπεδο του υποσυνειδήτου, όλα λειτουργούν ως καφκικές μεταμορφώσεις των υπαρκτών σε σύμβολα με μια αλήθεια αφυπνιστική.

Η ποιητική θεολογία της Γρίβα μετατρέπει το δυσπρόσιτο, όχι μόνο σε κάτι το προσβάσιμο στο βλέμμα, αλλά και σε μία εγγενή δυνατότητα αντίληψης του τι αληθινά κοιτάζουμε όταν στεκόμαστε μπροστά σε ένα κάτοπτρο. Η δύναμη, η γυμνή ομορφιά, η καθαρά ρηματική, χωρίς ρητορισμούς κι επιτήδευση γλώσσα, φωτίζει με τη φυσικότητά της το καθημερινό, το τόσο τελικά αναγνωρίσιμο, κι ανοίγει μονοπάτια αποκρυπτογράφησης των συμβολισμών. Προσφέρει μία διάφανη επιφάνεια, μια απροσποίητη οπτική, στη διαύγεια της οποίας, το ορατό και το αόρατο, το φως και το σκοτάδι, η επαλήθευση και η διάψευση, διαπλέκονται με ίχνη που αφήνει το ένα μέσα στο άλλο, με την αίσθηση εν τέλει της δυϊκότητας στη φύση των πραγμάτων, χωρίς σαφή όρια και περάσματα, χωρίς οριοθετημένα σύνορα, και πολλές φορές και με μία αίσθηση ανατροπής της ταυτότητάς τους.

 

Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΙΝΟ

 

Το κρίνο ήταν μαύρο.

Ο άγγελος φορούσε μια βαριά πανοπλία.

Αναγγελία πολέμου έμοιαζε ο λόγος του.

Πεδίο της μάχης ο εαυτός της.

Ατένισε από το παράθυρο

την έρημο μακριά να χορεύει

άκουσε στο δρόμο τις φωνές

των γυναικών και τα γέλια τους.

Στις στέγες ανέμιζαν τα καθαρά

τα λευκά σεντόνια.

Διόλου δε σταμάτησε

η ροή των γιγνομένων.

Για λίγο ξέχασε τον άγγελο

που την καλούσε να σταθεί εφ’ ω ετάχθη.

Πού θα τασσόταν εκείνη

δεν είχε σημασία.

Το ήξερε πια πως η μάχη θα μαίνεται

κάτω απ’ τον φλοιό της

κάτω απ’ το δέρμα της

όπως ένα μήλο λαμπρό κατακόκκινο

που το γεύεται το σκουλήκι αργά

το ελάχιστο πλάσμα με την άγνωστη

τη σκοτεινή ομορφιά.

(σελ.9)

 

Μια μάχη που πράγματι μαίνεται υποδόρια, μια πορεία αυτογνωσίας που ακροβατεί συχνά στο χείλος της αβύσσου και που νομοτελειακά σχεδόν οδηγεί σε ένα Μπωντλαίρ ή ένα Ριμπώ. Διώκεται ο ιερός θυμός, διώκεται ο λόγος του έρωτα και της αγάπης, χαρακτηρίζεται ως τρέλα η κατάφαση σε αυτά κι αναδεικνύεται με μια ήπια και ώριμη πραγματικότητα η ισχυρή πεποίθηση πως ύπαρξη σημαίνει οδύνη, γιατί ποτέ δεν αποδέχθηκε ο άνθρωπος τον άνθρωπο, δεν τον ανέβασε στο υψηλότερο βάθρο, δεν εστεφάνωσε με τον υπέρτατο κότινο, αυτόν που η αγάπη χειροτεχνεί και που αναγνωρίζει σε αυτόν τον θρίαμβο της ουσίας μέσα στο όλον, στο αγαθόν.

 

ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ ΙΗΣΟΥΣ

 

«Ανάθεμα στους νόμους

και στα ιερά βιβλία

Είναι νεκρό το γράμμα

αν δεν δονείται

από το μέλι της ψυχής

 

Αναζητήστε τώρα

το πρώτο φως των ημερών

Ανοίξτε το βλέμμα σας

στων δέντρων τα κλαδιά

δείτε πώς τρέμουν τα πουλιά/σε κάθε ανάσα».

 

Κι ενώ μιλούσε άπλωνε

τα χέρια στους αιθέρες

και φώναζε πως είναι όλοι

βασιλείς:

οι πόρνες κι οι ζητιάνοι

οι ασκεπείς και οι σαλοί

Κι ένας ένας αποχωρούσαν οι άντρες

και φτύναν και χλευάζαν

την τρέλα του ανθρώπου

ώσπου έμειναν πια

μονάχα τα κορίτσια

να τον κοιτούν

με μάγουλα κόκκινα

καυτά

σαν μόλις πρώτη φορά

να χάρηκε το σώμα τους

έρωτα.

(σελ.20)

 

Και παράλληλα, ανίκητος ο έρωτας, αυτή η Σοφόκλεια ιαχή του θριάμβου του, να διαπερνά τους αιώνες και να ενσαρκώνεται στο πρόσωπο της Μαρίας Μαγδαληνής.

ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

 

Πώς να ήταν τα μάτια σου;

Τα μαλλιά σου που έρρεαν στης ράχης το κύμα

ποιο χρώμα να είχαν;

Γιατί να αγάπησες εκείνον τον ξένο

τον μόνο/τον άπατρι;

Τα κορμιά σας να έσμιξαν;

Οι πνοές σας να έγειραν

η μία επάνω στην άλλη;

Χόρεψες δίχως ρούχα

του στέρνου του

στην απαλή επιφάνεια;

Του χάρισες τα πέπλα

που τύλιγαν

τα ωραία σου στήθη;

Μείνατε απόλυτοι;

Μείνατε φως;

Εκείνο που απλώνεται

σαν φτερούγα στις λύπες του κόσμου;

 

Τώρα εσύ ένα πλάσμα της αιώνιας νιότης

επιστρέφεις γελώντας

καθώς με βοστρύχους

και κοτσίδες που λάμπουν

τα κορίτσια αρπάζονται

απ’ τα πόδια

αυτού που αγαπούν

να ρουφήξουν αχόρταγα

το νερό που γλιστρά

στ’ ακροδάχτυλα

το ελάχιστο εκείνο νερό

του ανίκητου έρωτα.

(σελ.21)

 

Η αρχέγονη ουσία του ελέους λειτουργεί ως κάτι το παράδοξο μέσα στην αυστηρότητα και την απολυτότητα της εποχής, αυτής που μέσα της όλα εγκλωβίζονται στο δίπολο καλού και κακού με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Δεν είναι στέρεο όμως ένα τέτοιο έδαφος. Επικίνδυνα ολισθηρό και βαλτώδες. Αν ήταν στέρεο δε θα είχε καμιά σωφρονιστική αξία η όποια ποινή, καθώς απόδειξη του «οὐδεὶς ἐκὼν κακός», οι Ερινύες. Χωρίς αυτές δε νοείται ως άνθρωπος ο παραστρατημένος˙ έχει εκπέσει στην κατάσταση του άλογου ή, ίσως πιο σωστά, πάσχει νοητικά χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί τον παραλογισμό της ύπαρξής του. Στέκεται εκτός του ανθρώπινου εαυτού του, εξόριστος αυτός που εξορύσσει σκοτάδι και δολοφονεί άνθη και πεταλούδες. Δε σηματοδοτεί φυσικά αυτή η παραδοχή κανενός είδους άφεσης –έχει ευθύνη ο θύτης γιατί ποτέ δεν απώλεσε το δικαίωμα επιλογής μεταξύ του φωτός και του σκότους. Κι ενώ δε συνιστά άφεση, τροφοδοτεί όμως με αίσθημα αγαθό την όποια ανάλγητη αυστηρότητα, την όποια αμετάκλητη ποινή.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ

 

Ό,τι κι αν με δίδαξαν για σένα

εγώ θα σ’ αγαπώ.

Αν είχα γιο θα του έδινα το όνομά σου.

Αν είχα εικονοστάσι σ’ εσένα θα έλεγα

τις μύχιες προσευχές μου.

Θα σ’ αγαπώ γιατί ατύχησες

να γεννηθείς σε ξένα μέρη.

Αν είχες γεννηθεί στον τόπο μου

θα ήσουν ήρωας τραγικός

καθρέφτης του ανθρώπου:

δι’ ελέου και φόβου θα περνούσαν

όσοι θα έβλεπαν το βάσανό σου στη σκηνή.

Θα ήσουν εσύ αυτός που μόνος του πορεύεται

μετανιωμένος και τρελός.

Θα έστηνες το ικρίωμα

στη Θήβα ή στο Άργος

και ο Χορός θα έκλαιγε

θρηνώντας τη γενιά σου.

 

Μα εσύ ατύχησες να γεννηθείς

εκεί που το καλό και το κακό

έχουνε σύνορο αδιάβατο.

Αν είχες γεννηθεί στον τόπο μου

θα βρίσκαμε τον τρόπο

–αιώνες πριν–

να σ’ αγκαλιάσει τρυφερά η φύση

εκείνη που πάντοτε φιλιώνει

τα ενάντια όντα.

Αν είχες γεννηθεί στον τόπο μου

–το ξέρω–

ο μύθος θα σ’ είχε ερωτευτεί

θα σ’ είχαν αγαπήσει οι ποιητές

ως σπόρο εύθραυστο

κάποιας χαμένης ευτυχίας.

(σελ.28)

 

Αυτή η παραδοχή που εκπορεύεται από τη συνειδητοποίηση της ευθραυστότητας κι ευαλωτότητας των ανθρωπίνων, είναι μια πράξη καθαρά πολιτική. Με λόγο αλληγορικό, μα τόσο εναργή κι αποκαλυπτικό ταυτόχρονα, η Γρίβα δομεί την κοσμοαντίληψή της και την προσφέρει στον πρόθυμο να την αποδεχτεί με έναν τρόπο που ταξιδεύει με ευκολία ανάμεσα στην υπαρξιακή μοναχικότητα και στο αντιστάθμισμά της: την προσέγγιση του αλλότριου, του ξένου, ως κάποιου που είναι τελικά οικείος, την τόλμη του αγγίγματος, την καταβύθιση σε μια αισθαντικότητα και σε μία όλο σφρίγος καταγγελία της ζοφερής πραγματικότητας. Κι είναι αυτή μια πορεία που προϋποθέτει τη σύγκρουση, μια πορεία με όλα τα ενδεχόμενα παρόντα και ανοιχτά.

Όταν πολιτογραφείται κανείς στη χώρα του κάλλους («ιθαγενής του φεγγαριού/τέκνο του ήλιου» γράφει) μοιραία συνειδητοποιεί «πως είναι ξένος στον κόσμο αυτό/πως δεν ανήκει πουθενά», ως έκπτωτος άγγελος σε κόσμο δαιμόνων. Κι έτσι εξηγεί τη μοναξιά και συμφιλιώνεται μαζί της, αποδεχόμενος αυτήν ως παράσημο.

 

ΙΗΣΟΥΣ ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ

 

Μόλις τελείωσε τον λόγο του

ποιος είσαι εσύ

του φώναζε το πλήθος

Μα εκείνος τρομαγμένος απ’ τη βοή κι από τον πάταγο

λέξη δεν είπε

Σκέψεις παράξενες του παίρναν το μυαλό:

πως είναι ξένος στον κόσμο αυτό

πως δεν ανήκει πουθενά.

Τότε προσπάθησε να βρει/μια αιτία λογική

των αισθημάτων του:

ίσως τις νύχτες ατενίζοντας τ’ αστέρια

να πόθησε τη χώρα την ανέγγιχτη

τη μακρινή του γαλαξία

και τώρα μόνος άπατρις

έγινε πια ουράνιο σώμα

ιθαγενής του φεγγαριού

τέκνο του ήλιου.

Ήταν μια εξήγηση αυτή

της μοναξιάς του.

 

 

Κι έτσι με βήμα ήσυχο

κατέβηκε τις σκάλες του ναού

ξέροντας πια

πόσο ακέραιο

πόσο ακριβό

να είσαι εξόριστος

στον κόσμο αυτό.


(σελ.14)

 

Οι πειρασμοί βέβαια δεν παραιτούνται, παρ’ όλο που συνθλίβονται συνεχώς απάνω στο ατσάλινο τείχος της ειλημμένης απόφασης και δέσμευσης στον σκοπό. Η μετάβαση, η κοσμογονική αλλαγή, η μεταστοιχείωση έως και του τελευταίου κυττάρου σε καθαρά ανθρώπινο, συνιστά τη θεϊκότητα. Αναγνωρίζει την αδυναμία ως στοιχείο παιδικής ηλικίας, κάνει σπονδές εις μνήμην της, λάδι και κρασί στο προσκέφαλο, αλλά όχι μαντήλι να κρύβει το παιδικό πρόσωπο –που ενίοτε θρηνεί ως ανάμνηση της ευθραυστότητας που έχει δικαίωμα στην αφέλεια και στο λάθος και που δε φέρει ακόμα στους ώμους, ως Άτλας, το βαρύ φορτίο κανενός χρέους. Ανθρώπινος και ο θρήνος, κατανοητός. Κι ως Οδυσσέας ακούει τους πειρασμούς και βγαίνει πιο νικητής, ακριβώς επειδή άκουσε.

 

ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

 

«Να κάνεις την πέτρα άρτο

και να χορτάσεις»

του έλεγε ο Δαίμων του

Μα εκείνος χωρίς να καταδέχεται

τ’ αυτιά να κλείσει

άκουγε να πέφτουν μέσα του

ψίχουλα ονειρικά

κρασί σαν ποταμός

και λάδι και γάλα και νερό.

Όχι, δεν ήταν της πείνας τα φαντάσματα.

Σπονδές ήταν αυτές

που μαίνονταν στα στήθη του

εις μνήμην του αγοριού

που ξάφνου αισθάνθηκε

εντός του να πεθαίνει.

 

Τώρα θα ήταν πια

ο δαμαστής του εαυτού του

ο κύριος των φωνών

τον Δαίμονα ως άθυρμα θα είχε

στις ώρες της ανίας.

Κι όμως, δεν ήταν εύκολο

να μη θρηνεί

για εκείνο το παιδί

που πέθαινε εντός του.

Θα ήθελε να έστρεφε

πίσω τα χνάρια του

να γίνει πάλι πέντε ετών

τότε που η μάνα του

με τρόμο τον συμβούλευε

να πάψει μπρος τον κόσμο

εκείνα τα επικίνδυνα παιχνίδια:

να μη ζωντανεύει νεκρά πουλιά

να μη χαράζει με τα μάτια του τα νέφη.

 

«Να κάνεις την πέτρα άρτο

και να χορτάσεις»

του έλεγε ο Δαίμων του

κι εκείνος άκουγε

άκουγε μέσα του

των όντων την αρχαία μάχη

καθώς η νύχτα απλωνόταν πια

μες στην έρημο.

(σελ.15)

 

Η στάση αυτή αποτελεί το τέλος μιας πορείας επίπονης. Τέλος κι αφετηρία ταυτόχρονα του καινούριου. Η φαινομενική άνεση της αντίστασης, η στιγμιαία ξαφνική μετάλλαξη, δεν είναι παρά προκάλυμμα ενός αθροίσματος αλλεπάλληλων ηττών ή πολλαπλών θετικών επιλογών, που δε συνοδευόταν όμως ταυτόχρονα και από την αντίστοιχη ηδονή αυτής της επιλογής. Δε φτάνει κανείς εύκολα σε αυτήν την κορυφή, στην αυτονόητη προαίρεση του ηθικού που χλευάζει κι εμπαίζει ως άθυρμα του Δαίμονα. Δεν αντιστέκεται κανείς εύκολα στη φωνή που συμβουλεύει το ασφαλές με μητρική προνοησία και έγνοια. Το έθος για να γίνει ήθος απαιτεί και προϋποθέτει πάλεμα, που θα καταργήσει και θα υπερβεί τη σύμβαση μιας επισφαλούς ευτυχίας.

Πάλεμα που ακροβατεί επικίνδυνα πάνω από την πυρά και αποτολμά τη σύνθεση ενός κόσμου απλού, που απελευθερώνει τα όνειρα και τα απαλλάσσει από το βολικό στίγμα της ανέφικτης πραγματικότητας. Θεϊκότητα είναι το εφικτό. Πάλεμα που δεν παραιτείται από τη γεμάτη ακμή, σιδερένια βούλησή του. Μια πορεία ευθεία, που υποψιάζει τους δύσπιστους, κι όσους εξ ιδίων κρίνουν, που επισύρει την μήνι όσων ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν και που εν τέλει τυφλωμένο από μία πλάνη αυτοκαταστροφική, μένουν στο σκοτεινό πλατωνικό σπήλαιο και επιτίθενται με τη σκληρότητα του αλάθητου –τι οξύμωρο– στους απελεύθερους δεσμώτες.

Κι όμως, το μόνο που αρκούσε ήταν μια προς τα πάνω θέαση, ως επιβεβαίωση της ετυμολογίας της λέξης άνθρωπος, μια στιγμιαία έκλαμψη συνειδητότητας, που θα ανάγκαζε το βλέμμα από το υγρό–λασπώδες έδαφος μιας ψευδούς ευτυχίας να σηκωθεί προς τον κόσμο των Ιδεών.

 

 

Ο GIORDANO BRUNO ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ

 

Δεν ακουγόταν πια η φωνή του

μονάχα τα ξύλα που σπίθιζαν

κι οι φλόγες που μανιάζαν

Η στάχτη απ’ τα ρουθούνια του

τρύπωνε εντός του

καπνός κι ακτίνα

η τρομερή ματιά του.

Την άλλη μέρα

θα σκουπίσουν

ό,τι απέμεινε από κείνον

θα σφύζει πάλι η πλατεία

από φωνές και μουσικές

από άνθη και καρπούς

ο κόσμος θα’ χει βρει

ξανά τα όριά του

χωρίς αμέτρητους πλανήτες

και σύμπαντα και γαλαξίες

όλα και πάλι θα πορεύονται

σαν πρώτα σιωπηλά

σαν πρώτα μετρημένα

 

κανείς δε θα οσφραίνεται

τα χέρια των αγγέλων

όταν αόρατα και συνεπή

θα συνεχίσουν

να φέρνουν τα κρίνα

για να γεννιούνται αδιάκοπα

τα τέκνα του Ήλιου

που θα μεθούν απ’ τη Σοφία

θα φλέγονται απ’ τη Γνώση

και θα πεθαίνουν

σε πυρές

σε σχεδίες

σ’ ένα κομμάτι ξύλο

που πλέει τον πόντο

θαλασσοπόροι

που δεν κατάλαβε κανείς

πόσο απέραντος

πόσο ακριβής

είναι ο χάρτης

της ευτυχίας τους.

(σελ.37)

 

 

 

 

 

 

___________________-

Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση της Άννας Γρίβα στο πλαίσιο της Συνάντησης Λογοτεχνών στην Πάτρα, 19-20 Δεκεμβρίου 2025.

Η Νικολέττα Κατσιδήμα- Λάγιου είναι φιλόλογος και ποιήτρια.


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Θανάσης ΒΕΝΕΤΗΣ Με φώτα της ποίησης (σκέψεις πάνω στην ποίηση του Γιάννη Τζανετάκη)


«Τα είχα χαμένα – αλήθεια ήταν άραγε ή σκριπτ;» Μόλις πατώντας στο φως ο ποιητής «αφήνει τα πεντάλ» και «συνεπαρμένος σκίζει τα χρόνια». Ακριβέστερα καταργεί τον τόπο και το χρόνο και συνθέτει το παρόν με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Η τομή, με την κινηματογραφική γραφή του Γιάννη Τζανετάκη, αέρινη και ουσιώδης, ανασύρει από το υπόγειο των παιδικών αναμνήσεων και καταξιώνει ποιητικές μορφές αγιασμένες με το μύρο της αγάπης, εξ ου και ο λόγος βαθύτατα ερωτικός, η λαχτάρα ιερατική, η τρυφερότητα στο φόρτε – να ακυρώνει το χρόνο χαρίζοντας την αιωνιότητα στις εφήμερες στιγμές της ζωής. Η μνήμη ξεχωρίζει με αυστηρότητα στις επιλογές της και η γλώσσα υπηρετεί την ουσία της ποίησης και την πεμπτουσία της: δηλαδή του συγκινησιακού στοιχείου που λειτουργεί ως συνδετικός ιστός των ποιημάτων. Γι’ αυτό απτά σώματα αιωρούνται, καθαρές ψυχές αφήνονται στη δίνη της νοσταλγίας:

Με τη σειρά του σκάλιζε ο καθένας τη φωτιά
– ω η χαρακτική της ζωής μας! Έλαμπε μέσα στο δωμάτιο η πυρήνα ήταν και τα φώτα λιγοστά. Γι’ αυτό από τότε αγάπησα τ’ αστέρια».

 

Επεισόδια της καθημερινής ζωής τυλίγονται στη χλαίνη του σαρκασμού και αναπαύονται στη θαλπωρή των στίχων οικεία, προσφέροντας τη μαθητεία στο μέγα της ζωής σχολείο ως πρώιμο θαύμα, ως ακριβή ανταύγεια της σιωπής και του ονείρου:

Ώσπου ένα βράδυ τα λατινικά τι να τα κάνει ένας Λατίνος είπε καλού κακού θέλω να μπω στη Νομική απάντησα. Πού να μαζεύεις τώρα τόσα μόρια λέει με ένα μόνο μπαίνεις κάπου αλλού.
Και πέφτουν πάνω μου τα κόκκινα μαλλιά πέτυχα σκέφτηκα ας μην είχα δώσει ακόμα εξετάσεις.

Ο Τζανετάκης «δίνει τη μάχη με τις σκιές» και την κερδίζει με τη μαστοριά και το ταλέντο του αυθεντικού ποιητή. Η κατάθεσή του φωτίζει με φώτα της ποίησης τους σκοτεινούς δαιδάλους της ανθρώπινης ψυχής ποιώντας όχι μύθους, προσφέροντας μόνο την ψυχή του και τη σάρκα του βορά στο «τέρας». Όπως χαρακτηριστικά γράφει στη συνέντευξή του: «Αν δεν πληρώσεις αίμα, δεν παίρνεις αίμα».


Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Γιώτα Ξυλιά - Ελένη Ροδοπούλου Τζούλιας Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Καστανιώτης, 2024.

 



 

Το τελευταίο βιβλίο της Τζούλιας Γκανάσου με τον τίτλο Δευτέρα παρουσία είναι μυθιστόρημα αντιπολεμικό, μυθιστόρημα υπαρξιακής αναζήτησης, που καταπιάνεται με σύγχρονα θέματα, όπως οι εμπόλεμες συγκρούσεις και οι ζοφερές συνέπειες για τους άμαχους πληθυσμούς, ο ιδιαίτερος ρόλος των γυναικών στον πόλεμο, το θέμα της παρένθετης μητρότητας και η εμπορευματοποίησή της, η απώλεια της πατρώας γης, ο ρόλος των ηλικιωμένων ως δυναμικών μελών μιας κοινωνίας σε κατάρρευση, το σώμα ως πεδίο πειράματος και εκμετάλλευσης αλλά και ως μέσο αντίστασης.

Η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία έχει απομακρυνθεί, θα λέγαμε, από τη διαπραγμάτευση του θέματος της βίας, του πολέμου και των ολέθριων συνεπειών της στους κατοίκους μιας χώρας. Όμως, η πραγματικότητα, η επικαιρότητα γύρω μας, όπως στην Ευρώπη ο πόλεμος στην Ουκρανία, η γενοκτονία στη Γάζα, ο εμφύλιος και ο λιμός στο Σουδάν και όπου αλλού υπάρχουν πολεμικές συγκρούσεις, θάνατος, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, προσφέρει, δίνει τις αφορμές στους νέους ευαισθητοποιημένους και προβληματισμένους πεζογράφους μας, όπως η Τζούλια Γκανάσου, να στρέψουν το βλέμμα, να ασχοληθούν, μέσω της μυθοπλασίας, με αυτά τα θέματα, έχοντας κατά νου να αναδείξουν την πολύτιμη και υπέρτατη αξία του ανθρώπου και του ανθρωπισμού στην κοινωνία μας που καταρρέει.

Εξάλλου, από τα περικειμενικά, κατά τον Gérard Genette[1], στοιχεία του μυθιστορήματος που το πλαισιώνουν συμβάλλοντας, ποικιλότροπα, στη νοηματική του οργάνωση και, επομένως, στην πρόσληψη και ερμηνεία του, δηλαδή εκείνα τα στοιχεία που κάθε αναγνώστης συναντά, καθώς αρχίζει να το διαβάζει, και τα οποία προσδιορίζουν το περιεχόμενο του λογοτεχνικού κειμένου πριν καν διαβαστεί, είναι

 ο ίδιος ο τίτλος: Δευτέρα παρουσία

 και το μότο - φράση του Λάο Τσε:

«Αυτό που η κάμπια αποκαλεί τέλος,

                        η πεταλούδα το αποκαλεί αρχή».

Αυτά τα στοιχεία πληροφορούν για την κυρίαρχη προβληματική αλλά και για την άποψη της αφηγήτριας-συγγραφέως, καθώς και η δήλωση τόσο στην αρχή όσο και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ότι:  

«Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από τα αληθινά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία και κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών κατοικημένων πόλεων όπως στη Λωρίδα της Γάζας και σε άλλα σημεία του πλανήτη. Η ιστορία και τα πρόσωπα είναι προϊόντα μυθοπλασίας», αφού πρόκειται για ερμηνευτικό σχολιασμό του κειμένου πάλι από την ίδια τη συγγραφέα.

Σε ένα βομβαρδιζόμενο, λόγω του πολέμου, τόπο, «υπό τον ήχο των εκρήξεων και τις δονήσεις του εδάφους»[2], δύο γυναίκες, η 17χρονη εγγονή, η Άννα, και η γιαγιά της, η 75χρονη Όλγα που μένει παράλυτη, προσπαθώντας να ξεφύγουν και να επιζήσουν βρίσκονται σε ένα καταφύγιο ή στρατόπεδο ή γκέτο, χώρο πειραμάτων,  με παρένθετες μητέρες, για τα συμφέροντα μιας εταιρείας. Εκεί, παρά την εκμετάλλευση του γυναικείου σώματος που συμβαίνει, αναπτύσσονται σχέσεις αλληλεγγύης που δίνουν την ευκαιρία σε γυναίκες του «καταφυγίου», αλλά και σε άλλα άτομα, να αγωνιστούν για την ελευθερία τους, για την επανακατάκτηση  της ανθρώπινής τους ύπαρξης που κινδυνεύει.  

Η ιστορία διαδραματίζεται σε μία άγνωστη πόλη μιας ακαθόριστης χώρας, που οι κάτοικοι της δέχονται τα δεινά του πολέμου με έναν αδιευκρίνιστο εχθρό, και σε απροσδιόριστο χρόνο, παραπέμποντας, έτσι, σε κάθε δοκιμαζόμενο από τον πόλεμο μέρος και άνθρωπο, παντού, στον πλανήτη.

Κάποια στιγμή, προς το τέλος του μυθιστορήματος, οι δυο γυναίκες θα αναρωτηθούν και θα ρωτήσουν «Τι μέρα είναι; Τι μήνας είναι; Και ποια χρονιά;» «Πόσον καιρό έχουμε πόλεμο;»[3] καταδεικνύοντας, όχι μόνο τη διάρκειά του, αλλά και τον βαθμό που έχει επηρεάσει τα πρόσωπα. 

Η εγγονή Άννα διασώζει την παράλυτη γιαγιά της Όλγα μεταφέροντάς την στην πλάτη όπως ο Αινείας τον πατέρα του. Έτσι σχηματίζεται ένα ζωντανό διττό σώμα σαν διπλοκινούμενο γλυπτό. Το κάτω μέρος του σώματος είναι της εγγονής Άννας και το πάνω μέρος της γιαγιάς Όλγας.

Οι δύο γυναίκες αλληλοεπιδρούν, αλληλοβοηθούνται, συνεργούν. Η ωριμότητα και η πείρα της γιαγιάς Όλγας συνυπάρχει με τον δυναμισμό της νεαρής Άννας. «Οι δύο γυναίκες σαν ένα σώμα θα έρθουν αντιμέτωπες με την αποσύνθεση ενός κόσμου, με σκιές και αγρίμια με αποκριάτικες μάσκες, με παρένθετες μητέρες και καταφύγια-φυλακές, με παιδομάζωμα, αλλά και με κάθε λογής όμορφα πλάσματα, προσπαθώντας να επιζήσουν»[4].

 Αυτό που εξασφαλίζει την ενότητα, τη νέα οντότητα του διττού σώματος, είναι τα «χέρια-ζυμάρια» της γιαγιάς που αγκαλιάζουν σαν κισσοί την εγγονή, την προστατεύουν, την θωπεύουν, την κρατούν σε αγωνιστική διάθεση. Τα «χέρια - ζυμάρια - κισσοί» χαρακτηρίζονται με διάφορα προσδιοριστικά όπως «ασφυκτικοί κισσοί»[5], «χαδιάρικοι»[6], «αμήχανοι»[7], «θλιμμένοι»[8], «ξεδιψασμένοι»[9], «ετοιμοπόλεμοι»[10], επαναστατημένοι»[11], «οργισμένοι»[12] και άλλα, ανάλογα με το βίωμα της κάθε ξεχωριστής στιγμής.

Μια φορά μονάχα τα χέρια γίνονται και «χέρια – ζυμάρια - φίδια»[13] δηλώνοντας τη διαφωνία των δύο γυναικών.

Εδώ διαφαίνεται η ποιητικότητα και η λυρικότητα της γλώσσας της Τζούλιας Γκανάσου, έστω και μέσα από ζοφερές εικόνες. Το διττό σώμα υπάρχει και σα σύμβολο και σε άλλες εικόνες, όπως της γυναίκας που θηλάζει, της ένωσης των ερωτευμένων αλλά και των δίπολων θανάτου - ζωής, παραίτησης - αγωνιστικότητας, μίσους - αγάπης, γήρατος - νεότητας.

Το σώμα που πονά, το σώμα των γυναικών στο καταφύγιο, το σώμα που κακοποιείται και εμπορευματοποιείται είναι ο καθρέφτης του κόσμου, όπως λέει και στο ποιητικό της έργο η ποιήτρια Lola Ridge με τον τίτλο Το σώμα που πονά. Ο καθρέφτης του κόσμου[14]. Στο σώμα καθρεφτίζεται, αρχετυπικά, η καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αλλά και το σώμα ορίζεται ως σημείο συνάντησης της ατομικής με τη συλλογική ελευθερία, ως μέσο σύνδεσης και όχι διαχωρισμού φυλετικού, έμφυλου, ταξικού, εθνικού, ως αναζήτηση της ενότητας, όχι της διάσπασης.

Στο μυθιστόρημα, και ειδικά στο Α΄ μέρος του, προβάλλονται οι συνθήκες που επικρατούν στον πόλεμο, τον «πολιτισμένο πόλεμο».

Οι βομβαρδισμοί: «Σείστηκε η γη, τραντάχτηκαν οι τοίχο, οι σκέψεις, τα πετρώματα»[15],

η πείνα και η δίψα: «“Πεινάω”. “Κι εγώ… πεινάω και διψάω πάρα πολύ!”»[16], «Δεν είχαν βάλει μπουκιά στο στόμα εδώ και μέρες. Το νερό είχε στερέψει, ακόμα και στα καλοριφέρ»[17],

o θάνατος: «Η Άννα έβαλε μια τούφα κόκκινα μαλλιά στην παλάμη της Όλγας. Τόνισε πως δεν υπήρχε τίποτε άλλο στην αυλή. […] Η Όλγα κοίταξε τα απομεινάρια από τα μαλλιά της φιλενάδας της και βούρκωσε. Έβαλε την τούφα μες στον κόρφο…»[18],

η ανασφάλεια, ο φόβος και η φρίκη: «Είδε σκιές να ψάχνουν στα χαλάσματα, να απειλούν, να βογκάνε. Αναζήτησε τη μάνα, τον πατέρα, τον αδερφό, μια γειτόνισσα, μια φίλη. Λαχτάρησε ιπτάμενα χαλιά, λυχνάρια, τζίνι. Ευχήθηκε για ελεημοσύνη. Απέστρεψε το βλέμμα από τα ανθρώπινα μέλη που ήταν διασκορπισμένα στα συντρίμμια»[19],

ο ατομισμός και η αλλοτρίωση:

«“Φύγετε!” είπε ο δήμαρχος.

“Το σχολείο είναι δημόσιος χώρος. Έχουμε δικαίωμα να…”

“Ξεκουμπιστείτε!“ φώναξε ο μανάβης.

“Δεν χωράτε, είμαστε πλήρεις!” τόνισε ένας άγνωστος.

“Άργησες…” πρόσθεσε η σνομπ καθηγήτρια των μαθηματικών.»[20],  

η απανθρωποποίηση:

«Από τους βραχίονες που ήταν σπαρμένοι στα χαλάσματα είχαν εξαφανιστεί τα ρολόγια, οι βέρες, τα βραχιόλια. Είχαν κοπεί τα δάχτυλα»[21], «Παρέμεναν μπρούμυτα, φοβισμένες, σιωπηλές, ακίνητες να παρακολουθούν λαρύγγια να γδέρνονται, φλέβες να κόβονται, σωθικά να χαράσσονται, έντερα να εκσφενδονίζονται, πλάτες να μαχαιρώνονται σαν να ήταν μέρος ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο»[22],

η προσφυγιά και η αντιμετώπισή της από τα άλλα κράτη:

«“We are doctors!” φώναξε. “We are refugees!”

Go away!” ακούστηκε μια φωνή πίσω από τα συρματοπλέγματα.

“Ειρήνη!”

“Μείνετε στη χώρα σας!”

“Έγκυος!”

“Δεν θέλουμε άλλους ξένους, άλλους βρομιάρηδες, άλλες πόρνες!”

“Μωρά!”

“Μακριά!”»[23].

Ένας πόλεμος που χαρακτηρίζεται από την ηλικιωμένη Όλγα «πολιτισμένος»:

«Ο  “πολιτισμένος” πόλεμος» που «θα μας επέτρεπε να πηγαίνουμε στη δουλειά, να ψωνίζουμε, να κάνουμε περιπάτους, να βγαίνουμε με φίλους. Έτσι έλεγαν… θα κρυβόμασταν μόνο όταν θα ηχούσαν οι σειρήνες. Κουραφέξαλα!»[24]

και στον οποίο «δεν θα έπεφταν βόμβες εκεί όπου λατρεύονταν θεοί! Το ίδιο είχαν δηλώσει για τα σημεία όπου βρίσκονταν ασθενείς, μωρά, παιδιά, ηλικιωμένοι. Όχι, βέβαια, για τους χώρους Τέχνης ή για τα μουσεία… ούτε λόγος για τις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία»[25].

Η συγγραφέας παραθέτει  στις υποσημειώσεις του έργου τις πηγές από όπου άντλησε το αποδεικτικό της υλικό (όπως βίντεο και άρθρα). Δίνονται τα στοιχεία της ουκρανικής Εταιρείας που δραστηριοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου στις διαδικασίες της παρένθετης μητρότητας και που στην Ουκρανία είναι εγκεκριμένη δια νόμου από το 2007[26].  Επιτρέπεται, δηλαδή, μεγάλη ποικιλία επεμβάσεων και εμπορίου πολλών προϊόντων αναπαραγωγής, ανεξάρτητα από ηθικές προδιαγραφές και ζητήματα εκμετάλλευσης του ανθρώπινου σώματος.

Νομίζουμε ότι η σύνδεση της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα και το ντοκουμέντο επιτυγχάνεται με τον πιο κατάλληλο τρόπο, σε ένα είδος «μεικτό αλλά νόμιμο», και μέσα από παραμυθικά στοιχεία που παρηγορούν, απαλύνουν τον πόνο και γλυκαίνουν τους ανθρώπους. Επίσης, με τη χρήση του μαγικού ρεαλισμού, της ποιητικότητας αλλά και με τη χρήση αρχετύπων, όπως η χρήση του γάλακτος ως πηγής ζωής, του σώματος που, όταν πεθάνει, δεν πρέπει να εγκαταλείπεται και να μένει άταφο, ή της γέννησης ενός νέου ανθρώπου ως αρχής της ζωής και της ελευθερίας, ή των συνόρων ως ξεκινήματος μιας νέας ζωής καλύτερης από την προηγούμενη.   

Έτσι, με εργαλεία του μαγικού ρεαλισμού, του φανταστικού, του ανοίκειου και του ενστικτώδους, η συγγραφέας αντιμάχεται τη ζοφερή πραγματικότητα του πολέμου, την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, εκπέμπει σύμβολα και μηνύματα για τη διαφύλαξη της αξίας της ζωής, εγείρει ερωτήματα και ζητήματα βιοηθικής.

Η γλώσσα του μυθιστορήματος διακρίνεται για τη λυρικότητα και την ποιητικότητά της, σε πλήρη αντίθεση με το ζοφερό περιβάλλον των βομβαρδισμών και του επικείμενου θανάτου, μέσα σε μια γκροτέσκα εκδοχή. Πολλά επίθετα, σε κάποια σημεία χρήση έμμετρου λόγου ή παραμυθητικά στοιχεία, γιατί, όπως γράφει και ο  Γ. Σεφέρης στο ποίημά του Τελευταίος Σταθμός:

«Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

  είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

  δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

  γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·»[27]

Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Μπαχτίν[28] πέρα από την «εξωτερική διαλογοποίηση», δηλαδή ως συνθεσιακή μορφή της δομής της ομιλίας (διάλογος μεταξύ ενδοκειμενικών προσώπων), λειτουργεί παράλληλα κι ένας άλλος αφανής διάλογος, μια εσωτερική διαλογοποίηση, κάτι που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιτυγχάνεται  μέσω του τίτλου δευτέρα παρουσία αλλά και της παράθεσης αρκετών αποσπασμάτων από το έργο Οι Σατανικοί Στίχοι του Salman Rushdie, φράσεων από έργα του Gabriel García Márquez και του Albert Camus‎‎, λόγων που αποδίδονται στον Máo, φράσης του Ευαγγελίου «Θεέ μου… Θεέ μου, γιατί μας εγκατέλειψες;»[29], στίχων από το Νανούρισμα «Νάνι του Ρήγα το παιδί» του Μ. Χατζιδάκι  και Ν. Γκάτσου[30] ή από το παραδοσιακό γαλλικό ναυτικό τραγούδι «Ήταν ένα μικρό καράβι» στην ελληνική εκδοχή του[31].

Τα λογοτεχνικά αποσπάσματα αποκαλύπτουν πως πρόκειται για έναν αγώνα επιβίωσης πίσω από τον οποίο βρίσκεται ο πολιτισμικός κώδικας. Η ανθρώπινη ιδιότητα κατακτάται με την υπεράσπιση των αξιών. Και οι αξίες μεταδίδονται μέσω του λογοτεχνικού κώδικα, προνομιακού φορέα πολιτισμικών αξιών. Αλλά και μέσω της Τέχνης.

«Λαχτάρησε όσα της είχαν υποσχεθεί τα παραμύθια, οι ταινίες, τα βιβλία, η γιαγιά όταν μιλούσε για ζωή»[32].

Στο μυθιστόρημα έκδηλη είναι και η χρήση της ειρωνείας (βλ. τον χαρακτηρισμό «πολιτισμένος πόλεμος»), που σε συνδυασμό με την επανάληψη και το ασύνδετο σχήμα, σε αρκετά σημεία, διαψεύδει και ανατρέπει στάσεις και απόψεις, μέσω των αντιθέσεων, που την καθιστούν φανερή και την κάνουν να ξεχωρίζει στο έργο. Ο αναγνώστης καλείται να συμμετάσχει νοερά συνειδητοποιώντας την ασυμφωνία ή δυσαρμονία ανάμεσα στις λέξεις και στη σημασία τους ή ανάμεσα στις πράξεις και στα αποτελέσματά τους ή ανάμεσα στα φαινόμενα και στα πράγματα:

«Όλα λειτουργούσαν ρολόι στο  καταφύγιο των εργαζόμενων μανάδων και των μωρών. Χαρωπά, τρυφερά, ανθηρά.»[33],

«Όλα λειτουργούσαν ρολόι στο  καταφύγιο των εργαζόμενων μανάδων και των μωρών. Ήρεμα, χαρωπά και ευοίωνα.»[34],

«Όλα πήγαιναν περίφημα στο καταφύγιο των παρένθετων θηλέων και των βρεφών. Ομαλά, γλυκά και φιλόξενα.»[35],

«Έπρεπε να δείξουν στον κόσμο πως όλα έβαιναν καλώς στον “πολιτισμένο“ πόλεμο η ικανοποίηση των αναγκών των πολιτών, η μεταφορά των προσφύγων, η ανθρωπιστική και η ιατρική βοήθεια, οι ειδικές αποστολές, οι εταιρικές δραστηριότητες, όλα λειτουργούσαν ρολόι»[36].

Η αγάπη για τον άνθρωπο και τον σεβασμό των δικαιωμάτων του στη ζωή και σε τούτο τον κόσμο είναι η κινητήρια δύναμη που σπρώχνει τη Τζούλια Γκανάσου στη συγγραφή. Με τον ίδιο τρόπο που η συγγραφέας διαμορφώνει με μια έλλογη κατασκευή τον άλογο χώρο, τον κόσμο, μπορεί και ο άνθρωπος να αγωνιστεί για ένα καλύτερο παρόν και μέλλον, για «Μια πατρίδα, ένα σπίτι, ένα γεύμα, το πρώτο φιλί»[37], για «“μια χώρα που δεν θα απορρίπτει κανέναν, δεν θα εγκαταλείπει κανέναν, δεν θα βασανίζει κανέναν, δεν θα σκοτώνει κανέναν…”»[38].

Η συγγραφέας ενστερνίζεται πανανθρώπινα οράματα, γίνεται φορέας του ουμανιστικού και διαχρονικού αιτήματος του ανθρώπου για ειρήνη, ελευθερία, ισότητα, για την υπεράσπιση της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, την προστασία και την παροχή βοήθειας σε κάθε πρόσφυγα, αδύναμο ή κατατρεγμένο άνθρωπο, για την αντιμετώπιση του ρατσισμού, της έμφυλης βίας, του κέρδους, της εμπορευματοποίησης των πάντων.  

Κι αν μιλάει για τον μικρό απροσδιόριστο κόσμο που περιβάλλει τους ήρωές της, μιλάει ταυτόχρονα για τον μεγάλο κόσμο, το παντού.

«“Θα σου φτιάξω μια χώρα που δεν θα σε διώχνει…” είπε το αγόρι.

“Θα σου φτιάξω μια χώρα που δεν θα σε πληγώνει…” απάντησε το κορίτσι και άγγιξε τα χείλη του αγοριού […]»[39]

αφήνοντας την ελπίδα στον άνθρωπο που παλεύει και αγωνίζεται για έναν καλύτερο κόσμο, για μια δεύτερη ευκαιρία, το όραμα για μια δευτέρα παρουσία στη ζωή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

___________

Ομιλία που διαβάστηκε στην 1η Συνάντηση Λογοτεχνών που έγινε στην Πάτρα στις 19-20 Δεκεμβρίου 2025.



[1] Gérard Genette, Seuils, coll. Poetique, Seuil, 1987, σ. 10. 

[2] Τζούλιας Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2024, σελ.16.

[4] Στο ίδιο, από το οπισθόφυλλο.

[6] Στο ίδιο, σελ. 35.

[7] Στο ίδιο, σελ. 38.

[9] Στο ίδιο, σελ. 64.

[10] Στο ίδιο, σελ. 99.

[11] Στο ίδιο, σελ. 110.

[12] Στο ίδιο, σελ. 113.

[13] Στο ίδιο, σελ. 51.

[14] Lola Ridge, Το σώμα που πονά. Ο καθρέφτης του κόσμου, μετάφραση: · Ελένη Χατζή, Αθήνα: Εκδόσεις Κείμενα, 2023.

[15] Τζούλιας Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2024, σελ.13.

[16] Στο ίδιο, σελ. 19-20.

[18] Στο ίδιο, σελ. 28.

[21] Στο ίδιο, σελ. 31.

[22] Στο ίδιο, σελ. 60.

[23] Στο ίδιο, σελ. 234-235.

[25] Στο ίδιο, σελ. 47.

[26] Στο ίδιο, σελ. 97-98, 117-119.

[27] Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Β', Τελευταίος Σταθμός, στίχοι 83-86.

[28] Μιχαήλ Μπαχτίν, Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, μτφρ. Γιώργος Σπανός, Πλέθρον, Αθήνα    1980, σελ. 182-189.

[29] Τζούλια Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2024, σελ.63.

[31] Στο ίδιο, σελ. 32-33.

[32] Στο ίδιο, σελ. 52.

[34] Στο ίδιο, σελ. 155.

[36] Στο ίδιο, σελ. 200.

[37] Στο ίδιο, σελ. 189.

[38] Στο ίδιο, σελ. 242.

[39] Στο ίδιο, σελ. 268.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...