Ο ήχος
Αποκαμωμένος κοίταζες τις ιτιές που ανηφόριζαν
ένα πλήθος σιωπές πλησίαζαν και κοντοστέκονταν
το δειλινό λαγάριζε αργά μέσα απ’ τα φύλλα.
Ο ήχος της καμπάνας ξεκίνησε την ώρα να σημάνει
μετά τους πρώτους λυγμούς του τελειωμένου χρόνου
ξεπέρασε τα όρια των χτύπων.
Αφού άφησε τα σύνορα του χρόνου
θέλει κάτι καινούργιο να πει.
Η στιγμή δεν άργησε να φέρει τον αέρα
που μύριζε θλίψη, γιατί η Ανάσταση
έχει καιρό ακόμη κι
αργεί.
Έτσι όπως πάει χαλασμένος ο καιρός
ούτε τα σύννεφα ούτε η βροχή
σπέρνουν την θλίψη, μόνο ο ήχος
που σήμανε το τέλος κυριεύει
τα κλαδιά που γείρανε
στη νύχτα.
Ένας λυγμός χάθηκε, άλλος θα γεννηθεί
και θα τον βαπτίσουν
χαρμολύπη.
Μία λέξη
Αυτό που δεν υπάρχει
είναι το αντίθετο του σκοταδιού
κι ο καρπερός τόπος
παράπλευρα
του κοιμητηρίου
ο ανοιχτός δρόμος της εν ζωή απουσίας.
Όρθρος μέγας να βρεθεί μία λέξη
για να δηλώσει
το μέρος που φυλάσσεται
η ζωή
όχι ο θάνατος
εκεί που δεν κείτεται τίποτα.
Οι φωνές με τον
καιρό είναι καπνός
και δεν επαναλαμβάνονται
κι ο μέσα κόσμος βουβαίνεται.
Ανοίγεσαι στο
πέλαγο, αρμενίζεις
με τη μοναξιά στη γεύση
της αρμύρας
και κολυμπάς στην αίσθηση του κενού.
Ο βυθός έχει σκεπασμένα στολίδια
από ναυάγια παλιών καιρών
είθε κάποτε εκεί βρεθεί
μία λέξη.
Ληξιαρχείο
Τα ονόματα τα πήρε η μεγάλη νύχτα,
κίτρινα φύλλα που θυμίζουν τις φωνές
τις μετρημένες στα δάχτυλα του χεριού
με ημερομηνίες από το μέλλον.
Το χαρτί μισοφαγωμένο απ’ τον καιρό
θρηνεί τα ξέφτια της ζωής.
Οι γερτοί αριθμοί είναι
ταυτόσημοι
μ’ αυτούς της γέννησης
και του θανάτου.
Τα χοντρά βιβλία είναι απελπισμένα
θα χωρέσουν το φόβο του τέλους;
Όταν οι αριθμοί θα έχουν σβηστεί
κι οι μεταστάντες
θα έχουν ξεχαστεί
ένα αγέννητο παιδί
θα βρει τα βιβλία πεταμένα
των ονομάτων και των αριθμών
άλλα θα τα κάψει
μια παραμονή πρωτομαγιάς
κι όσα περισσέψουν θα φτιάξει
χαρταετούς κι αφού τους βάψει
με χρώματα φωτεινά
φανταχτερά
θα τους πετάξει στον αγέρα
ν’ αναστήσει όνειρα των περασμένων εποχών
με το ακροτελεύτιο
ανθισμένο πρόσωπο.
Για τα μέρη του ουρανού
Ένα πρωί μια καθημερνή είπες
να το σκάσεις από τον κόσμο, τότε
λιποτάκτησαν όταν κατέφθανε η νύχτα
τα αγριοπούλια από τις φωλιές,
ξενυχτούσαν γιατί φύσαγε βοριάς
ξέφευγε κλάμα
γοερό κι μέγας οδυρμός
από το φύλλωμα των κυπαρισσιών.
Για τα μέρη τράβηξες του ουρανού
στους κήπους του παίζεις
κι ονειρεύεσαι
γι’ όσα σου μέλλονταν να ζήσεις
αν δεν στρατευόσουν πλάσμα ακόμη τρυφερό
στην στρατιά του τάγματος των αγγέλων
καθώς σ’ αυτό ετάχθης γιατί έτσι σε βάπτισαν
να σμίγεις τον πόνο με την χαρά.
Χορτάριασε το φως μες τη γαλήνη
και κατοικείς καρδιές που σε γνώρισαν
για να θυμίζεις την καταραμένη ώρα
της Κλυταιμήστρας όταν
ανύποπτα
πήγαινε την κόρης της
για το σφαγείο των μάταιων χρησμών.
Ο τζίτζικας ζει
Μένει άδεια η ραγισμένη φλούδα του κορμιού σου
γαντζωμένη στον κορμό της ελιάς.
Όταν σε πήρε η πρώτη σταγόνα του φθινόπωρου
έλιωσε στο χώμα η
ψίχα της φωνής σου.
Μερόνυχτα συνόδεψες τη φλόγα του καλοκαιριού
κι η πλάση
φωτίζονταν πάνω στην πλαγιά
μέσα από λιόδεντρα αμπέλια ως τις κορφές.
Η ζήση μαγεύονταν από την πανδαισία των ύμνων
την ώρα που τ’
άστρα ψιθύριζαν ανάσες δροσιάς.
Ο τζίτζικας ζει … να
ξαναφέρει την αθανασία
το λίγο είναι ιδιοκτήτης της μαγείας της,
λεπτών διάρκειας, κόκκος του σύμπαντος.
Ο μύθος
της Χαράς
Τα μέλλοντα όσα ήρθαν και σε βρήκαν
όλα σου έλαχαν δύσκολα κι ανήλιαγα
στης ψυχής σου κρυμμένα σκοτάδια.
Όσα γέννησες με την λαχτάρα της ζωής
κρυφού έρωτα ήταν o καρπός.
Όσα
λάθεψε το κορμί σου, τα πληρώνεις
με το κενό στο σύμπαν της ψυχής σου
κι άβυσσος ανοίχτηκε στο διάβα σου.
Όσα σου χάρισαν αντάλλαγμα βαρύ
ασήκωτο στους ώμους φόρτωσες.
Όταν ή λύτρωση θα ‘ρθει να πλανέψει
και να διώξει τα αγκάθια της πληγή
σου
οι πόρτες ερμητικά θα είναι
σφαλιστές
κι οι φωνές που σε δικαιώνουν
θα σβήνουν πριν η ακοή σου χαρεί
το ανέφελο αύριο των παιδιών.
Οι φωνές της νύχτας
Πλάγιαζες και πριν το πρωτοϋπνι σε πάρει
και διαβείς το κατώφλι των καημών
σου
καίγονταν από των αηδονιών τις
φωνές.
Το ‘χες της ζωής ταμένο Μάη με
Οκτώβρη
να ζεις μόνη στο πατρογονικό σπίτι
δεν είχες κάψει ακόμη τα παλιά
δεφτέρια
οι σκιές των δικών σου που έφυγαν
έγιναν τυπώματα του φεγγαρόφωτου.
Αυτός που κάποτε σε εξανάγκασε
να ξεγράψεις τα όνειρά σου
έχασε το λογικά του και τα πλούτη
του
και τριγυρνά τις νύχτες, φάντασμα
σ’ ότι του απόμεινε
σορός χώμα και κτίσμα
γιατί δεν αντέχει τις φωνές τις
νύχτας.
Οι εφιάλτες τον κυνηγούν
γιατί ως μέγας δράκοντας κάποτε του
τόπου
έκρινε τη μοίρα
της νεραϊδογέννητης ομορφιάς σου.
Μα ήρθε ο καιρός για τα μικρά όνειρα
για σένα
για τους μεγάλους εφιάλτες για τον
δράκοντα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου