Λίτσα Δαμουλή Αντρέας Φουσκαρίνης, ΠΥΡΟΒΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ, Ανδραβίδα Ηλείας, 2024, σ. 60.
Από παλιά τεχνουργός πολλών στίχων ο κ. Ανδρέας Φουσκαρίνης, με ορμητήριό και καταφύγιο την γενέτειρά του Ανδραβίδα και τον κάμπο της Ηλείας σκαρώνει ποίηση. Η Ιστορία του έμαθε να έχει το νου του στα ψηλώματα με τις φρυκτωρίες της προειδοποίησης για την έλευση του εχθρού για τον κάμπο.
Αναρωτιέται στο ποίημά του «Ο θάνατος των ταχυδρόμων»
γιατί δεν έρχονται μηνύματα, προειδοποιήσεις , «να μάθει το πως και το γιατί, το πότε.»/ «Πεθαίνουν λοιπόν οι ταχυδρόμοι εν ώρα υπηρεσίας?»
Απομονωμένος και μοναχικός δεν παθιάζεται για ταξίδια σαν τον συγχωριανό του τον Καρκαβίτσα. Πεποίθησή του από το πρώτο ποίημα ως το τελευταίο πεζό της συλλογής του, ότι « όλοι οι δρόμοι είναι αδιέξοδοι», ότι « οι δρόμοι είναι για να πεθαίνουμε», ότι «οι δρόμοι δεν υπάρχουν»:
«Οι δρόμοι δεν είναι μόνο για να περπατάμε, σκέφτηκα αυθόρμητα, αλλά για να φεύγουμε μακριά ή να δραπετεύουμε, οι δρόμοι δεν αποτελούν πάντα και οπωσδήποτε την ορατή μορφή της έννοιας ελευθερίας, της έννοιας σωτηρία, της έννοιας λύτρωση, ή έστω ,της έννοιας ζωή. Οι δρόμοι είναι για να πεθαίνουμε[…],δεν το κατάλαβες ακόμη?»
Υπαρξιακές και μεταφυσικές οι ανησυχίες του ποιητή Αντρέα Φουσκαρίνη ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη συλλογή. Ο δρόμος εμπεριέχει τη ζωή και ταυτόχρονα οδηγεί στο θάνατο, γιατί το ταξίδι «είναι μιας κατεύθυνσης και μόνο»
:
«Πόσο μικραίνει ο κόσμος που γνωρίζω!
Μέρα με την ημέρα χάνεται!
Οι άνθρωποι που ξέρω δεν υπάρχουν πια
Φεύγουν ο ένας μετά τον άλλο».
Ο χρόνος που μετράει για τους ανθρώπους στον κόσμο είναι η αιτία της φιλοσόφησης της ζωής και της συνειδητοποίησης του αδιέξοδου, του μάταιου και του τέλους των ταξιδιών, ακόμα και των ποιητικών ταξιδιών των νεκρών ποιητών όπως ο Μίλτος Σαχτούρης και ο συμπατριώτης του ο Γιώργης ο Παυλόπουλος, ο Αντρέας Εμπειρίκος, τους οποίους επικαλείται ο ποιητής στον κήπο της ποίησής του ,στο σύμπαν του, καθώς είναι «κλεισμένος στον κόσμο του»,
στη μοναξιά του :
Η εικόνα του εξωφύλλου που φιλοτέχνησε η Κατερίνα Γώτη, κόρη του ποιητή και συντοπίτη του Φουσκαρίνη, Γιώργου Γώτη, δείχνει τον Σίσυφο να σπρώχνει για μια φορά ακόμη το βάρος που του έλαχε στην κορυφή ενός βράχου ,για να ξανακυλήσει και πάλι στη βάση του και να ξαναρχίσει και πάλι από την αρχή στο διηνεκές. Αυτή είναι η ανθρώπινη μοίρα, ο αγώνας του ποιητή: «Ο ποιητής παίρνει το ποδήλατό του/Κι αρχίζει ν’ ανεβαίνει ασθμαίνοντας το βουνό/Δίχως να σκέφτεται διόλου/Πως μπορεί και να μην τα καταφέρει στο τέλος»[…]
Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης είναι πεπεισμένος ότι ήρωες είναι όλοι οι καθημερινοί άνθρωποι με τις αντιξοότητες και τα προβλήματα, τις ανασφάλειες και τους φόβους τους. Αυτοί που είναι «τυλιγμένοι πάντοτε στο φόβο», προσπαθώντας να δουν φως, ελπίδα στο σκοτάδι, «αμέτοχοι στο κάθε τι που γίνεται τριγύρω [τους]»:
«[…] Δέσμιος της άγνοιας και της αδιαφορίας που τον καθοδηγεί.
Τραγικός δεσμώτης λανθασμένων και απερίσκεπτων επιλογών
Κι εμείς σήμερα? Άνθρωποι μιας άλλης εποχής ξεπερασμένης
Ψάχνουμε να βρούμε κάποιο μονοπάτι[…]
Όταν οι δρόμοι δεν υπάρχουν».[…]
Δεν υπάρχουν ήρωες για τον ποιητή. Γι’
αυτό συμβουλεύει να αναζητούμε την αλήθεια στον διπλανό μας: «Αναζήτησε με πάθος τον Καθένα/Μονάχα αυτόν, κανέναν άλλον.»
Ως δάσκαλος επί πολλά χρόνια ο Φουσκαρίνης, νοιάζεται για τα παιδιά. Προτρέπει: Στρέψτε την προσοχή σας στα παιδιά και στη φυγή τους από την πραγματικότητα: «Απροσδιόριστος αριθμός παιδιών του διαδικτύου και του κινητού/Κατέκλυσαν και πάλι το τοπίο./Ο κόσμος ολόκληρος φευγάτος διά παντός/αν να μην ήταν παρών ποτέ του/Σαν να μην ήτανε ποτέ στην ώρα του.»
Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης βλέπει με την ευαισθησία του ποιητή τη σημερινή κοινωνία σαν «νευρόσπαστα ιαπωνικά, κούκλες πλαστικές, χωρίς ψυχή,/Που κάποιος τις κούρδισε από πριν να κινηθούν,/Έρμαια μιας μοίρας τρομερής και ανεξέλεγκτης /Άβουλα πιόνια κάποιου παιχνιδιού/Που δεν το έμαθαν καλά οι παίκτες, αλλά παίζουν»[…].
Η μοίρα του ποιητή μας λέει ο κ. Φουσκαρίνης, είναι να είναι μπροστά, να καθοδηγεί, πατώντας στα αναμμένα κάρβουνα, να πυροβατεί, όπως οι παλιότεροι ποιητές που ήταν «οι φάροι»
του κόσμου. Ο ποιητής με ανοικτές της κεραίες της ευαισθησίας του, πρέπει να στηλιτεύει όλα τα στραβά και τ’
άδικα του κόσμου:
«[…]το έργο του δύσκολο, κοπιαστικό, το ποδήλατο
Δυσκολεύεται να προχωρήσει
Κι έτσι μπαίνει ο ίδιος μπροστά του και το σέρνει[…]
Ίσως έτσι και να βρούμε το στρατί που χάσαμε ως τώρα».
____________________
Λίτσα Δαμουλή, Δρ. Ιονίου Παν/μίου, Φιλόλογος Ελληνικής και Γαλλικής φιλολογίας, Συγγραφέας.
Αθήνα, Απρίλιος 2024.


