Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΑΥΤΟΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ





ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΞΟΔΟΥ 1975-1981 (1982)

 

Κάθε που γελάς

 

Κάθε που γελάς

ένα γεράνι σκάει

στ’ αντικρινό περβάζι

 

Κάθε που στενάζεις

ένα κόκκινο μήλο

πέφτει στο χώμα

 

 

Προκατάληψη

 

Η βρύση

θ’ απεργήσει

λόγω διακοπής

της σύμβασης

με τις πηγές

 

O υπουργός

Πρωτοφανές

οι κομμουνισταί

εισέδυσαν

και στους υδραγωγούς

 

 

Βράδυ στην επαρχία

 

Το παγωτό

στο πλατάνι

Οι στενοί ορίζοντες

στην πολυθρόνα

Η αγάπη στο ξενύχτι

Η αναζήτηση

σε γραμμές αμήχανες

Το ποίημα

σ’ ένα εγκεφαλογράφημα

 

 

Τα βατραχοπέδιλα

 

Το ασανσέρ

το δωμάτιο

η ζώνη

κάτι με πνίγει

 

 

ΤΟΥ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗ ΜΑΣ (1985)

 

 

Ο νεκρός του καφενείου

 

Χρόνια τώρα

μετά τον Εμφύλιο

στέκει νεκρός

στην καρέκλα του καφενείου

θαρρείς και τον δέσαν πισθάγκωνα

Οι Αρχές αποφάνθηκαν

πως δεν πρόκειται να μυρίσει

Είναι τόσο αραιοκατοικημένος ο τόπος

Πάντως για κάθε ενδεχόμενο

έχουν εντολή να τρενάρουν

την ανακοίνωση του θανάτου

όσο μπορούνε

Αποφεύγουν έτσι τις ανακρίσεις

και την πάντα πιθανή περίπτωση

να σπάσει ο διάολος το πόδι

στις διαδικασίες απόκρυψης στοιχείων

Η γνωστοποίηση του θανάτου εξάλλου

μπορεί να προκαλέσει ανησυχίες

κι άντε να σταματήσεις τους χωριάτες

άμα το πάρουν χαμπάρι

 

 

Φοβάμαι

 

Φοβάμαι

τις βαθιές πολυθρόνες

το χτύπημα στον ώμο

το υποκριτικό χαμόγελο

υπάλληλων κι επιδομάτων

τη λείανση της αθλιότητας

φοβάμαι

 

Τρέμω

τα ογκώδη πρωτόκολλα

τη λογική των εκθέσεων

τις προσκλήσεις σε γεύματα

κι επίσημες δοξολογίες

Στη στοίχιση

με την εξουσία πιράνχας

πανικοβάλλομαι

 

Μεταμορφώσεις

 

Σε κοίταξα στα μάτια και είπα

Είσαι δέντρο

Μπορώ να κρεμαστώ στα κλαδιά σου

και ν’ αγγίξω τον ήλιο

που χρόνια τον πρόσμενα

σε νοικιασμένα υπόγεια

Σε φίλησα στα χείλη και είπα

Είσαι μέλι

Μπορώ να βουτήξω τα δάχτυλα

και να τα γλείψω άφοβα

χωρίς να καρφώσουν ακίδες

τη γλώσσα μου ύπουλα

 

 

Tου Αγίου

 

Στις 18 του Γενάρη

θα πας σχολειό σαν κάθε μέρα

με την εγκυμονούσα πράσινη τσάντα

Το τζάκετ τ’ αξύριστα γένια

τα παπούτσια που ποτέ δεν αλλάζεις

θα προσβάλουν τους πιστούς του Αγίου

που ανερώτητα μπήκε στην ταυτότητά σου

Μαθητές ένας ένας

θα σου σφίξουν το χέρι

θα σου δώσουν ευχές αισιόδοξες

θα συγκινηθείς ενμέρει

Ύστερα η ιδιαίτερη τάξη

θα σου προσφέρει μια ανθοδέσμη

με λουλούδια πολύχρωμα

αν και αφύσικα

Οι επιθυμίες σας ευχές μας

θα γράψουν στην αφιέρωση

Θα σημάνει συναγερμό η καρδιά

και στην αμίλητη βροχή σου θα πνιγείς

Τα παιδικά γελούμενα μάτια

που εκπέμπουν τα γνήσια αισθήματα

θα σε διαλύσουν απόλυτα

για να βεβαιωθείς ακόμα μια φορά

πόσο δίκιο έχεις

να σε τρώει η έγνοια τους

 

 

ΜΟΝΤΕΛΟ ΣΩΜΑΤΟΣ (1988)

 

 

Παράξενος άνθρωπος

 

Βγαίνει από το καβούκι του

μονάχα τη νύχτα

αρτιμελής σταλακτίτης σιωπής

όταν οι άλλοι επιστρέφουν οιμώζοντας

με κομμένα δάχτυλα

για να χαϊδέψουν τις μπαγιάτικες γυναίκες τους

και να σπαργανώσουν των τραυμάτων τα βρέφη

στη φόδρα του ύπνου

 

Τότε λοιπόν ξεπορτίζει

από τις χαραμάδες της μνήμης

μ’ ένα μολύβι κρεμασμένο στον ώμο

κι επιστρέφει ξημερώματα

κατάκοπος

μ’ ένα ματωμένο ποίημα στη ζώνη

 

Παράξενος άνθρωπος

ο ποιητής

 

 

Αναμονή

 

Σαν έρθουν

οι μικροί μετανάστες

με την πτήση του Μάρτη

σαν έρθουν

τα χαριτωμένα νεγράκια

με τις κραυγίτσες του ήλιου

στην κρήνη του ράμφους

θα εκραγώ κι εγώ

πρωινό τριαντάφυλλο

 

Για την ώρα

ρίξτε μια ριπή από φως

στο νυχτωμένο μου στήθος

 

Προσωπογραφία

 

Εμένα ο πατέρας μου

είχε δυο χέρια βομβαρδισμένα τοπία

ένα ακρωτήρι στο βλέμμα

και στον ώμο ένα σάκο τριμμένο

με τα σύνεργα της επανάστασης

σκεπάρνι αλφάδι μέτρο μυστρί

κι ένα σφυρί

 

Το δρεπάνι το είχε στο κεφάλι

 

 

Εξομολόγηση

 

Κυρίες και κύριοι

δε σας κρύβω

πως έξω απ’ τα τείχη της πόλης σας

στήνω το χάρτινο αλογάκι της τέχνης

ως δαναός κρυπτοκομμουνιστής

μπας και διαρρήξω το δέρμα του ύπνου σας

να τρέξουν πάλι τα έντονα χρώματα

αλλά πέστε μου κι εσείς παρακαλώ

με το χέρι στην καρδιά

εγώ που για να σώσω την ανάσα μου

πρέπει το δίχως άλλο

να συναρμολογήσω το διαμελισμένο μου σώμα

καθώς ψαράς τα σπασμένα του δίχτυα

πώς θα μπορούσα να βγάλω μια άκρη

χωρίς τα σύνεργα χέρια σας

και δίχως στο κεφάλι μου

ένα μοντέλο σώματος

 

 

ΑΝΟΙΓΜΕΝΗ ΦΛΕΒΑ (1991)

 

 

Το τζάκι του έρωτα

 

Πέφτει βροχή παίρνει το χαμόγελό σου

στη σκόνη του δρόμου λασπωμένο νόμισμα

τα μαλλιά σου στάζουνε θλίψη

στο πέρασμα της ομίχλης φωνής σου

πίσω απ’ το μεσημέρι

βουλιάζουν τα τοπία στα μάτια σου

τα μάτια στο δάκρυ

μπάζει νερά το σώμα

ωραίοι ναυαγοί

τεντώνουν με απόγνωση τα χέρια στη μνήμη

στην προκυμαία στεγνώνουν ως να πέσει η  νύχτα

και κορώνουν στο τζάκι του αυριανού σου έρωτα

 

 

Το τελευταίο λεωφορείο

 

         στον Μάνο Νταουντάκη

 

Γύρω στα μεσάνυχτα μαζεύω από το κέντρο

τους τελευταίους ναυαγούς των κινηματογράφων

έρωτες ξεχασμένους

και αργοπορημένους επισκέπτες φοιτητικών δωματίων

 

Συνασπισμένες μοναξιές

σαν τις αφίσες μιας απεργίας στην Αριστοτέλους

μοναξιές αυτόνομες όπως ιστός σημαίας

κοπέλες που κατεβαίνουν από τον έβδομο ουρανό

πυρπολημένες φρεγάτες

αγόρια που ανεβαίνουν από το υπόγειο του σώματος

με ανήσυχα σύννεφα

 

Στο τελευταίο δρομολόγιο

αναβοσβήνουν τα φεγγάρια στις διασταυρώσεις

σαν τα μάτια της Καίτης

Τις πλατιές λεωφόρους καταβροχθίζω ταχύτερα

ταχύτερα ερημώνω

στο τέρμα της συνοικίας φτάνω

λεωφορείο αδειανό φωταγωγημένο

 

 

Ο Γκεβάρα

 

         με αφορμή μια φωτογραφία

 

Σε ατμοσφαιρικό μπαράκι

πίνεις γουλιά γουλιά την οδύνη

κόσκινο κάνοντας τη σιωπή

με αναμμένα τσιγάρα

 

Στο άλλο τραπέζι ο Γκεβάρα

θερισμένος κάμπος

Νύχτα φυσάει στα μαλλιά του

σβήνουν γύρω τ’ αστέρια τα τσίγκινα

 

Από μια άποψη ήσουν τυχερός

δικέ μου Τσε

Έπαιξες κι έχασες

Εμάς έλα να δεις

που χάνουμε χωρίς να παίζουμε

 

Αγωγή έξωσης

 

Εγκαταλείπω το σώμα

εγκαταλείπω το σώμα

τέρμα πια οι αυταπάτες τα μεμψίμοιρα λόγια

Μαζεύω ήδη τα προσωπικά μου είδη

ένα δύο τρία δέντρα τρεις παλάμες ουρανό

τον καθρέφτη με το παγωμένο σου πρόσωπο

 

Εγκαταλείπω το σώμα

εγκαταλείπω τις γωνιές που σε προστάτευα

τις επικίνδυνες νύχτες

αυτήν την αίσθηση ευφροσύνης που διαποτίζει τον αέρα

τις κραυγές της χαράς και του πόνου

που σφήνωσαν στις χαραμάδες σαν καρφίτσες

 

Εγκαταλείπω το σώμα

εγκαταλείπω το σώμα

εδώ θα στεγαστεί ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ

όπως γράφει και το πανό στην πρόσοψη

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (1996)

 

Το επόμενο ψέμα

 

Ως το λαιμό

ίσαμε τη σχισμή των χειλιών

στα σπήλαια της ανάσας

μπαινοβγαίνοντας

να παίζει η στάθμη των ερειπίων

και της πηχτής απόγνωσης

η μνήμη η αιμόφυρτη

των βυθισμένων ιδεολογιών

ώσπου να χαμηλώσει κράνος

ο ουρανός του βλέμματος

και να πεινάσει το φως

 

Τότε ανάψτε του το επόμενο ψέμα

 

Η μπαλάντα των δασκάλων

 

΄Εχουν κι οι δάσκαλοι

το δικό τους τρόπο

να διαφεύγουν το θάνατο

 

Κάθε που σημαίνει η ώρα

και χαμηλώνει το σύννεφο

καταφεύγουν στο γύρο των παιδιών

καμώνονται την Ελένη

χτενάκι σκαλώνουν στα μαλλιά

στρείδια στα βραχάκια τα στιλπνά

των κοριτσίστικων ματιών

στο γέλιο το τρεχούμενο

πέφτουν μουσκίδι γίνονται

στεγνώνουν στο φράχτη των δοντιών

φωτιά στα μαύρα τόπια

βάζει ξανά η μέρα

 

Η ρεβάνς

 

Εγώ το γόνυ μου κλείνω

και στέφανο άτακτο καταθέτω

όχι στους νεκρούς διατεταγμένους-

στους αδιόρθωτους γεννήτορες

γυναίκες και άντρες

που ολημερίς φορτωμένοι στη ράχη

τους γιους και τις κόρες

εθελοντές υπέροχοι

στον ήλιο τη βροχή και τ’ αγιάζι

διασχίζουν με βάσανο οδούς και παρόδους

τις πύλες να προφτάσουν

τα γυμναστήρια τα ωδεία

τα χοροδιδασκαλεία τα φροντιστήρια

ζητώντας πίσω το χαμένο τους πρόσωπο

 

Η ηλικία της αθωότητας

 

 Ι

Τα μικρά μου κορίτσια στον ύπνο

πουλιά σκοτωμένα στη χλόη

 

Αλήθεια σας λέω

απ’ το μυαλό μου το ’βγαλα

που λέει κι η κόρη μου η Βούλα

απόφοιτη του Παιδικού

 

ΙΙ

Σήμερα η Βουλίτσα

δε φτάνει το μπαλόνι

που ωριμάζει στο πολύφωτο

 

Οχ κόντυνα είπε κι έσπασε

η απάθεια του καθρέφτη

 

III

Να μου φυλάτε τα κουκλάκια

έγραψε στα μάτια μας το κορίτσι

και χάθηκε

δάκρυ στη θάλασσα

 

Έκτοτε η μάνα

σαν πλώρη αναδυόμενη

στο πούσι του πρωινού

τσακίζεται στην τρέλα

του πλουμιστού μαρμάρου

 

 

TΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ (2002)

 

Ο ένοικος της τρίτης ερημίας

 

Αν τύχει και τηλεφωνήσετε σε άνθρωπο περασμένης ηλικίας που ξέρετε πως ζει μονάχος του μη βιαστείτε να κλείσετε όσο πολύτιμος κι αν είναι ο χρόνος σας όσο ανυπόμονους κι αν σας έκανε η ζωή μην πείτε βγήκε ή ίσως πέθανε γιατί τότε δεν τρέχει τίποτα θέμα υπάρχει αν ζει κι είναι στο σπίτι του μην κλείσετε λοιπόν δεν ξέρετε μπορεί εκείνος στη λίγη συγκατάβαση που θα δείξετε ανήμπορος να σέρνεται φίδι στο θερισμένο δάπεδο και να προφτάσει ο δύστυχος δεν ξέρετε έτσι μ’ ένα τίποτα σώζεται ο άνθρωπος

 

Δήλωση μετανοίας

 

Είδα κι απόειδα νύχτες και νύχτες να διασχίζω τρένο μονάχο τις παγωμένες εκτάσεις του λευκού πήρα λοιπόν τα μάτια τα σπασμένα μου δόντια στη χούφτα και ήρθα

Βεγγαλικά ανέρχονται παγόνια στον ουρανό στίλβουν προσόψεις μάτια χαμηλωμένα σαν άδεια ποτήρια  σάχλα κανάλια  μπάρμπεκιου κι ο χρόνος στο πλευρό Αλιάκμονας ποταμός πλατάνια και βελάσματα και μουλωχτό ρουμάνι κορίτσια διαβαίνουν στα ρηχά της λεωφόρου σηκώνοντας τα σκοτάδια όνειρα ατέλειωτα στο μήκος της ώρας

΄Αι σιχτίρ εγκράτεια είπα και χάρηκα που μπόρεσα κι εγώ να κάψω τη μέρα κι επιβάτης του σώματος να φτάσω νύχτα στην όχθη του ύπνου


Τεστ κοπώσεως

Οδοιπορώ ξυπόλυτος σπαρμένος καλώδια αφήνω πίσω βουνά και λαγκάδια τα παιδιά μου στα Goody’s αφήνω και βλέπω πάντα το ίδιο απέναντι σαν παράθυρο σταματημένο το ίδιο παγωμένο πουλί να με περισφίγγει στο πανσέληνο μάτι του

 

Τώρα Σεπτέμβρης κι ανοίγω το βήμα πέφτουν τα χελιδόνια στο χάσμα της απουσίας στο έμφορτο κλήμα αδηφάγα σπουργίτια κι εγώ ακούω πάλι και πάλι το ίδιο φίδι μέταλλο να σφυρίζει το ίδιο ουρλιαχτό να κομματιάζει την ευημερία στον ίσκιο του μεσημεριού

 

Κάθιδρος καλπάζω ήμουν δεν ήμουν στα πέντε και πέφτει το σούρουπο γυναίκες στη βρύση άντρες στο δρόμο ο φοβερός κατήφορος κι η κόκκινη φοράδα πέταλα ραδιοφώνου στοιχειώνουν ακόμα τη μνήμη μου κι είμαι πάντα εδώ σαν προκυμαία τσακισμένο κύμα ετάζων νεφρούς και καρδίας


Βίος και πολιτεία του Χρίστου Βλαχάβα

 

στον Κλείτο Κύρου

 

Με τρύπια παπούτσια κι ένα παλτό τριμμένο της ΟΥΝΡΑ κατηφόριζε για τον άλλο συνοικισμό τις άγριες νύχτες του χειμώνα ο εκτελών χρέη νοσοκόμου στο χωριό Χρίστος Βλαχάβας εξόριστος άλλοτε στα βράχια του Αιγαίου παραγωγός καπνού στα Κρανίδια κατόπιν με σακατεμένη γυναίκα και τρία κορίτσια κατηφόριζε λοιπόν μέσα από το πλημμυρισμένο ρέμα με μόνο αστέρι το αναμμένο τσιγάρο κι αφού έκανε την ένεση με τα σύνεργα που είχε ήδη απολυμάνει στο κατσαρόλι η μονίμως γερασμένη γυναίκα έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής αφήνοντας πίσω του το φόβο και την υποψία πως όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να γίνονται για μια ιδέα

 

1985 μεσούντος του καλοκαιριού έγειρε ο Χρίστος Βλαχάβας με δίχως ένα χέρι να στηρίζει τον ίσκιο του

 

ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΣΕΣ (2010)

 

 

Το χούφταλο

 

Αυτό το χούφταλο που βλέπετε

να περιφέρει τη σκιά του αγόγγυστα

στους διαδρόμους των νοσοκομείων

αναζητώντας με απόγνωση ένα βλέμμα

για να στηρίξει το γκρεμισμένο μπόι του

 

Αυτό το χούφταλο που λέτε

γέννησε τη Μέριλιν Μονρόε

τη Ρόζα Λούξεμπουργκ

το Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ

εσάς που με διαβάζετε

εμένα που γράφω

 

 

Είπα να γράψω

 

Είπα να γράψω ένα ποίημα για φίλο αγαπημένο

Είναι τόσο λυπημένος που έχασε τη μάνα του

αν και πλήρη ημερών

Πλήρη τρόπος του λέγειν γιατί εδώ που τα λέμε

ποια ηλικία μπορεί ν’ αποχαρακτηρίσει μια μάνα

Θέλω να δείξω λοιπόν την απέραντη στέπα της λύπης του

 

Σωπαίνει και μπάζει νερά η σιωπή

Κοιτάζει μέσα του βυθισμένα τοπία

Στενάζει κι ένα κύμα αιφνίδιο σβήνει τα μάτια

 

Τέτοιες στιγμές αφήνω το μολύβι και πιάνω το τηλέφωνο

Από την άλλη άκρη φτάνει αγαναχτισμένη η φωνή της μάνας

Διαμαρτύρεται για τις επανειλημμένες οχλήσεις μου

Μια φορά εγώ είμαι ευτυχής και δεν πα να φωνάζει εκείνη

Κλείνω το τηλέφωνο κλείνω και τα χαρτιά μου

 

Δε γράφεται το ποίημα με ξένο πόνο

 

 

Καφές στην Ελιά

 

Κηρύκου και Ιουλίττης σήμερα 15 του μηνός Ιουλίου και είμαι μπορώ να πω ευτυχής παρά τα πενήντα πέντε χιόνια που βαραίνουν την πλάτη μου

 

Πίνω την παγωμένη μοναξιά μου στην παραλία της Ελιάς κάτω απ’ τον ίσκιο των πουλιών έχω στη διάθεσή μου ένα ολόκληρο πούρο πριν ξανακόψω οριστικά το κάπνισμα και η ημίγυμνη γκαρσόνα γλάρος σερφάρει στα γαλάζια μου μάτια

 

Κάθομαι εδώ στην άκρη του σύμπαντος άκρως ασήμαντος χωρίς ένα σύννεφο μες στο κεφάλι μου και χαζεύω γύρω ολόγυρα ολόγυρα και πέρα ως τις εκπνοές του Αλιάκμονα το σταθμό Λιτοχώρου ως κάτω στο Κάστρο εκεί που αίμα ζεστό το Zastava ανέρχεται ακόμα τις φλέβες του Πλαταμώνα

 

 

Κάθοδος Βορείου

 

Κατεβαίνω στην Αθήνα μια στις τόσες

 

Ηotel Τitania 7 το βράδυ

Παρατηρώ διακριτικά μοιραία κυρία που καπνίζει τη μοναξιά της στο μπαρ

Αίφνης βγαίνουν απ’ το ασανσέρ και κατευθύνονται προς το μέρος μου ο πρόεδρος του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης ο γραμματέας ο εκπρόσωπος τύπου του κόμματος

Μου είναι τόσο οικείοι απ’ τις Ειδήσεις που προς στιγμή χάνομαι και τους βλέπω όλους μέσα απ’ την οθόνη της τηλεόρασης

 

Σπανίως κατεβαίνω στην Αθήνα

Βορράς και Νότος στ’ αλήθεια

 

Πάλι

 

Κατέρχομαι στο άστυ αριά και πού

 

Ξενοδοχείο «Τιτάνια» φωτισμένο σκοτάδι

Αναμένω στη ρεσεψιόν φίλη καλή να με πετάξει στου Ζωγράφου

Αίφνης εξέρχονται απ’ το ασανσέρ εισέρχονται προς στιγμή στην οθόνη της τηλεόρασης και διέρχονται δίπλα μου ο πρόεδρος του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης ο γραμματέας ο εκπρόσωπος τύπου του κόμματος ο αχώνευτος εκείνος

 

Σπανίως κατέρχομαι στο άστυ

Πάνω και κάτω κόσμος στ’ αλήθεια

 

 

Οι μαμάδες

 

Μ’ αρέσουν οι νέες μαμάδες που βλέπω στο δρόμο με το ταγάρι στον ώμο το μανάρι στο χέρι να περνούν τις διαβάσεις να κόβουν βόλτες στο πάρκο ν’ αναπέμπουν αιώρες

 

M’ αρέσει που δεν αφέθηκαν να πνιγούν στο νεροχύτη να ξεχειλώσει το σώμα τους που ακόμα συχνάζουν στις ακτές του φραπέ κι ανελκύουν στενάζοντας τον καπνό εκβαθέων ενώ τα βλαστάρια τους διαρκώς επιστρέφουν δροσερά κυματάκια στα υπέροχα πόδια τους

 

M’ αρέσουν στ’ αλήθεια οι νέες μαμάδες στ’ αλήθεια ζηλεύω που δεν είμαι ο άντρας τους έχουν μια γοητεία αχτύπητη αυτές οι γυναίκες θυμίζουν θείες ελεύθερες που βγάζουν βόλτα τ’ ανίψια τους εκλιπαρώντας την άλωση

 

 

ΧΑΜΗΛΑ ΠΟΤΑΜΙΑ (2015)

 

 

Βόλτες στο περβάζι

 

Πίσω απ’ τις περσίδες

ένα σπουργίτι τεμαχισμένο

κόβει βόλτες στο βλέμμα μου

 

 

Πλάνο σταθμού

 

Κάθε που βλέπω στην οθόνη

εκείνον να περιμένει εκείνη

στο σταθμό του τρένου

μια θλίψη με συνέχει

που δε μου ’τυχε κι εμένα να ζήσω

παρόμοια στιγμή στη ζωή μου

κι ας μην ήταν ντε και καλά στιγμή της χαράς

ας ήταν της λύπης

εκείνη να φεύγει σύννεφο πίσω απ’ το τζάμι

κι εγώ να μένω αποσκευή ξεχασμένη

ενώ ήδη αρχίζουν να πέφτουν 

οι πρώτες σταγόνες της βροχής

 

 

Οι γιαγιάδες

 

Πάνε πια οι γιαγιάδες του παλιού καιρού

οι μαυροφόρες εκείνες που ξέραμε 

με τα βαριά φουστάνια το σφιχτοδεμένο μαντίλι

οι φαφούτες εκείνες με το τσαλακωμένο πρόσωπο

το δειλινό στο βλέμμα

τώρα οι γιαγιάδες αλλάξανε

απόχτησαν τρόπους ντεκολτέ διαζύγια

πρόσωπα σιδερωμένα και στίλβουν

βάφουν τους πόθους ενυδατώνουν το ψέμα τους

εκβάλλουν στα μικρά café σερφάρουν

μα σαν έρθει η ώρα που σπάζουν οι φλέβες

και το αίμα ξαναβρίσκει το χρώμα του

τρέχουν να κρυφτούν πανικόβλητες

πίσω απ’ τη φυλλωσιά της δικής τους γιαγιάς

σαν άλλοτε που γύφτος έφτανε

ο φόβος στην πόρτα τους

 

 

Το απολωλός ποίημα

 

Έμπαινα στο ποίημα

με τ’ άσπρα πανιά μου στο φουλ φουσκωμένα

πλήθη στην προκυμαία τσακίζανε χέρια

μπάτης κι έπαιρνε το σώμα στις μνήμες

 

Έμπαινα ήδη στο ποίημα

με ανασκουμπωμένα μανίκια

παντόφλες ευρύχωρες και λάσκα πιτζάμα

τρένο υπέροχα μόνο

στην απέραντη ερημία της στέπας

 

Έμπαινα επιτέλους στο ποίημα

εν πλήρει στύσει

σκαμπανέβαζα πες σε κρεβάτι τριζάτο

όταν αναπάντεχο μ’ έκοψε τηλεφώνημα

 

 

Κεράσια στον κόρφο

 

Ι. Ο εξώστης

 

Δυο πιτσιρίκες συζητούν

Τι είναι αυτό;

 

Γκρεμός

αποφαίνεται η ελάχιστη

και γίνεται κυκλάμινο

 

II. Το μαντίλι

 

Στα σκαλιά της σκηνής

γονατίζει και κλαίει

αγαπημένη πού να ’σαι

 

Αίφνης ο μικρός θεατής

περνάει το γεφύρι

και του προτείνει άσπρο μαντίλι

 

Τώρα το βασιλόπουλο

κλαίει στ’ αλήθεια

 

III. Εντυπώσεις από μια πρεμιέρα

 

Μετά την πρώτη της εμφάνιση

στο Μέγαρο Μουσικής

η μικρή σολίστ

επιστρέφοντας σπίτι

περιέγραψε ως εξής την εμπειρία της

στον μπαμπά της

που αδημονούσε ν’ ακούσει

 

Μπαμπά πεινάω

 

 

Βροχές Βερμίου (2022)

 

 

Το βουνό

 

Πέρασαν μέρες πέρασαν

νύχτες πέρασαν άνθρωποι

κι άνθρωποι

κάτω απ’ τον ίσκιο του

 

Κι αυτό εκεί

βουβό κι ασάλευτο

απόμακρο πάντα

αθάνατο

 

 

Λόγος υπέρ ολοκαυτώματος

 

Όλο και συχνότερα εσχάτως

πάει κι έρχεται στο νου μου

η ιδέα του ολοκαυτώματος

 

Το μνήμα σκέφτομαι θέλει άνθρωπο δίπλα του

να πλένει να καθαίρει

ν’ ανάβει τα κεριά και τα καντήλια

ν’ αλλάζει τα λουλούδια

τις ξέθωρες φωτογραφίες

Το μνήμα λέω θέλει άνθρωπο δικό του

χνότο ζεστό στην παγωνιά

μα πού να το βρει στις μέρες μας

έτσι που τα πουλιά μας σκόρπισαν

στους πέντε ανέμους

 

Κάλλιο λαμπάδιασμα λοιπόν

μια χούφτα στάχτη σκόρπισμα

και είσαι παντού και πουθενά

κι έγνοια καμιά για τους επόμενους

ούτε και τύψεις μάταιες

 

Άλλωστε ολάνοιχτος εσύ και βλέπεις

Mνήμα σαν τη μνήμη δεν υπάρχει άλλο

 

 

Οι καλές συνέπειες

της στοχαστικής αλλαγής

 

Πλάτη με πλάτη απόψε

 

Εκείνος σκέφτεται

νύχτα που καίγεται δεν επανέρχεται

κι αλλάζει πλευρό

Εκείνη πάλι

μήλο που πέφτει δεν επιστρέφει

και γυρίζει πλευρό

Ενώπιος ενωπίω πια

η μια ανάσα πάνω στην άλλη

και λιώνουν

 

Μια λίμνη τώρα γύρω τους

και νούφαρα τα πεταμένα ρούχα

 

 

Κορίτσι στο μπαλκόνι

 

Γέρνει το κεφάλι μεστωμένο στάχυ

κι ακουμπά στην κουπαστή τα φτερά της

Πίσω της επέρχεται η άνοιξη

εκπυρσοκροτώντας

 

Κόκκινα και μαύρα πλακάκια στη φούστα

απάνωθε νύχτα κλειστή αμάνικη

τα μαλλιά της γκρεμισμένο σκοτάδι

Το γόνατο λυγίζει ελαφρά

αεράκι που θωπεύει κλωνάρι

Μποτάκια εβένου και πόδια αλαβάστρου

Βλαστάρι το βλέμμα της

σπάζει την κρούστα του δικού μας

Συμβάλλει και το μόλις χαμόγελο

αυγή που οσμίζεται ήλιο

 

Και είμαστε πια

στο έλεος μιας ομορφιάς

που απειλεί τις ράγες μας μέρα και νύχτα

 

 

Εκπτώσεις ηλικίας

 

Εγώ που τόσο αποστρεφόμουν

την έξοδο απ’ το τερέν

και τόσο ελεεινολογούσα

εκείνους που τη λαχταρούσαν

εγώ λοιπόν που τόσο

 

Δεν το περίμενα πως θα κατέληγα εδώ

στον έσχατο εξευτελισμό

να κείτομαι κουφάρι στις όχθες του ποταμού

να χαίρομαι που εκπίπτουν τ’ άσπρα μαλλιά μου

τις χάρες ν’ αποδέχομαι του σεβασμού ασμένως

το στίγμα της ταπείνωσης

εγώ που τόσο απεχθανόμουν

τον οίκτο των άλλων




Ο Θανάσης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στα Κρανίδια της Κοζάνης. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έκανε τις μεταπτυχιακές και τις διδακτορικές του σπουδές στο ίδιο Πανεπιστήμιο.
Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του εστιάζονται στην ποίηση και τη λογοτεχνική κριτική. Ποιήματα και κριτικά του κείμενα γύρω από τη μεταπολεμική ελληνική ποίηση και πεζογραφία δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά, λογοτεχνικά και φιλολογικά.
Έχει εκδώσει εφτά συλλογές ποιημάτων, τρεις μελέτες και δύο τόμους με κείμενα κριτικής.




Αφιέρωμα της εκπομπής Παρασκήνιο της ΕΡΤ στον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο

 


https://www.ert.gr/ert-arxeio/ilias-papadimitrakopoylos-29-noemvrioy-2024/

Στις 29 Νοεμβρίου 2024 έφυγε από τη ζωή ο Έλληνας συγγραφέας, πεζογράφος και στρατιωτικός ιατρός, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος. Γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1930, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από το 1949 έως το 1955. Ανήκει στη γενιά των μεταπολεμικών Ελλήνων λογοτεχνών και το έργο του ξεχωρίζει από τη λιτότητα του λόγου, την διακριτική ειρωνεία και την νοσταλγία για τη νεότητα. Το 1995 βραβεύθηκε από το περιοδικό Διαβάζω. Την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα την κάνει το 1962 με το διήγημα «Ο φρακασάνες», το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Αργώ της Καβάλας όπου και υπηρετούσε τη συγκεκριμένη περίοδο. Συνεργάσθηκε με τα περιοδικά Σκαπτή Ύλη, Ταχυδρόμος, Διάλογος (Θεσσαλονίκη), Διάλογος (Λεχαινά), Αντί, Χάρτης, Χρονικό και Το Τέταρτο. Αρθρογραφούσε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία και επιμελήθηκε την έκδοση βιβλίων άλλων λογοτεχνών. Τελευταία έργα του ήταν η συλλογή διηγημάτων “Ο θησαυρός των Αηδονιών” (2009) και το αφήγημα “Συγκοπή πλατάνου” (2010).

Με αφορμή το θάνατο του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου,  το Αρχείο ΕΡΤ παρουσιάζει την εκπομπή:

ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ

ΣΠΙΤΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ – Η.Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Το συγκεκριμένο επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ Παρασκήνιο, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Ξανθόπουλου και παραγωγής 2007 είναι αφιερωμένο στον λογοτέχνη Η. Χ. Παπαδητρακόπουλο.

Ο συγγραφέας Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, κατ’ εξοχήν διηγηματογράφος, με καταγωγή από τον Πύργο της Ηλείας, ζει μαζί με την γυναίκα του Νιόβη, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, σε ένα εκπληκτικής ομορφιάς και πλούτου κτήμα, που δημιούργησαν οι ίδιοι στην Πάρο δίπλα στη θάλασσα. Ο Παπαδημητρακόπουλος, που άσκησε το επάγγελμα του στρατιωτικού γιατρού, ανέπτυξε μεγάλες φιλίες και πνευματικές συγγένειες με ομότεχνούς του συγγραφείς και ποιητές, όπως οι Ηλίας Πετρόπουλος, Τάκης Σινόπουλος, Γιώργης Παυλόπουλος, Νίκος Καχτίτσης και Αλέξανδρος Κοτζιάς.

Ο συγγραφέας παρουσιάζεται στο κτήμα του όπου μιλάει για την απόφαση να μείνουν εκεί με τη γυναίκα του, περιγράφει τη ζωή τους εκεί, μιλάει για τα ζώα, τα φυτά, τα δέντρα, τη ζωή σε ένα περιβάλλον που επέλεξαν εκείνοι για συγκεκριμένους λόγους. Αναφέρεται επίσης συχνά στην αγάπη του για τη γενέτειρά του τον Πύργο και παρακολουθούμε πλάνα από επισκέψεις του εκεί, όπου περιηγείται σε περιοχές της πόλης με ιστορικό ενδιαφέρον, συναντιέται με φίλους όπως τον ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο και μιλάει για εκείνους που έχουν φύγει από τη ζωή. Σε ό,τι αφορά την Πάρο και τη διαμονή του εκεί, ο Παπαδημητρακόπουλος ξεναγεί το θεατή στον κατάφυτο κήπο του και μιλάει για τις δραστηριότητες στις οποίες συμμετέχει στο πλαίσιο των πολιτιστικών δράσεων του δήμου Παρίων, για τη βιβλιοθήκη του δήμου, αλλά και για την προσπάθειά του να σώσει έναν κέδρο ηλικίας πεντακοσίων ετών. Μιλάει επίσης για τη φωτογραφία και τις αφηγηματικές της ιδιότητες, ενώ προβάλλονται φωτογραφίες που τράβηξε ο ίδιος με τον Αλέξανδρο Κοτζιά και τον Τάκη Σινόπουλο, στον Πύργο και στα Φιλιατρά, αλλά και με τον Νίκο Καββαδία το 1974. Ο Παπαδημητρακόπουλος μιλάει επίσης για το βιβλίο, ως δημιουργία από τη σύλληψή του και τη συγγραφή του μέχρι τις διαδικασίες στοιχειοθέτησης και εκτύπωσής του και μοιράζεται περιστατικά που έχει ζήσει ενδεικτικά της αγάπης του για όλες αυτές τις διαδικασίες.

Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου παρουσιάζονται εξώφυλλα των εκδόσεων των διηγημάτων του και ακούγονται ηχητικά αποσπάσματα με αναγνώσεις από τα έργα “Το άροτρο“, “Ροζαμούνδη“, “Εικονοστάσια”, “Θερμά θαλάσσια λουτρά”. Ο δήμαρχος Παρίων Γιάννης Ραγκούσης μιλάει για τη συνεισφορά του Παπαδημητρακόπουλου στην πνευματική και πολιτιστική ζωή του δήμου. Παρακολουθούμε πλάνα της Εύας Στεφανή από επίσκεψη της στο κτήμα του συγγραφέα στην περιοχή Άρυακας στην Πάρο το 2001, στις 18 Ιουλίου, αλλά και από τη συνάντηση του με τον Ε.Χ. Γονατά στο τυπογραφείο των εκδόσεων Στιγμή. Επίσης παρακολουθούμε πλάνα από το ντοκιμαντέρ «Παραδοσιακή Τυπογραφία» του Λευτέρη Ξανθόπουλου, για το Παρασκήνιο, από τον Απρίλιο του 1998, όπου ο συγγραφέας μιλάει για την τέχνη της εκτύπωσης. Ο σκηνοθέτης Λάκης Παπαστάθης διαβάζει απόσπασμα από επιστολή του Παπαδημητρακόπουλου και το διήγημα «Απαγησόμεθα εν Νεφέλαις» με υπότιτλο «Κινηματογραφικό ενύπνιον» το οποίο  δημοσιεύθηκε στη συλλογή του «Ροζαμούνδη».

Σενάριο-Σκηνοθεσία:
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ

Διεύθυνση Φωτογραφίας:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΡΔΕΛΑΣ

Γιάννης Η.Παππάς, Το μοναχικό κυπαρίσσι (για τον Ηλία Χ.Παπαδημητρακόπουλο και την γυναίκα του Νιόβη).



                                


                                      

Στη μνήμη του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου και της Νιόβης

Ξέραμε ότι ο συγγραφέας Η.Χ.Π, ενενηκοντούτης πλέον, ήταν στο νοσοκομείο. Αλλά όπως και να το κάνεις η είδηση του θανάτου έχει κάτι το οριστικό, το τελεσίδικο. Εξάλλου, αυτό έλεγε και ο μέγας Επίκουρος, όπως τον αποκαλεί ο άλλος Ηλίας, ο ποιητής εξ Ηλείας. Ότι δηλαδή το άτομο παύει να υπάρχει, και άρα να μη φοβόμαστε τον θάνατο αφού όταν έρθει δεν θα είμαστε εδώ, και πριν πεθάνουμε δεν μπορούμε να τον γνωρίζουμε, αφού είμαστε ζωντανοί.

Το γεγονός βέβαια ήταν ένα. Ο φίλος Η.Χ.Π ήταν στο ταξίδι προς την άλλη όχθη  «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος», όπως λέει και η νεκρώσιμος ακολουθία. Τι γίνεται στην πραγματικότητα  κανένας βέβαια δεν το γνωρίζει με σιγουριά, αλλά είναι μια παρηγοριά ότι στην άλλη όχθη δεν υπάρχει ούτε πόνος ούτε λύπη.

Ο ίδιος βέβαια, περιγελούσε το πράγμα λέγοντας ότι σε λίγες μέρες θα φύγει από κει και θα επιστρέψει πάλι στην αγαπημένη του σύζυγο Νιόβη, στα ανίψια του, στους φίλους του και στο κτήμα (τον παράδεισό του, όπως έλεγε) που είχε φτιάξει με κόπο και μεράκι στην Πάρο. Δυστυχώς όμως δεν τα κατάφερε.  Κι έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο. Ο ίδιος θα περιέγραφε με μια φράση την κατάστασή του. «Μαλάκα Λιά τη γαμήσαμε».

Πηγαίνοντας λοιπόν μαζί με τον φίλο ποιητή Γιάννη Χρυσανθόπουλο προς τον Πύργο για την κηδεία, θυμηθήκαμε διάφορα περιστατικά από την επαφή μας με τον συγγραφέα, αλλά και συζητώντας τα του βίου του και του έργου του.

Το χτήμα των παιδικών χρόνων του Ηλία γειτνίαζε με τον μακάβριο τόπο του Νεκροταφείου γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα και ο ίδιος να συμφιλιωθεί με τον θάνατο, όπως οι περισσότεροι που ζήσαν στην επαρχία εκείνα τα χρόνια. Ο παράδεισος των παιδικών χρόνων δίπλα στον τόπο του θανάτου.

Το χτήμα το οποίο βρίσκονταν λίγο έξω από την πόλη του Πύργου καταστράφηκε κατά την ιταλική κατοχή. Τα περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο ο ίδιος ο συγγραφέας στο διήγημά του με  τίτλο «Η δεκαοχτούρα»

«Η μάνα μου, κάθε φορά που προσπαθούσε με δυσκολία να διαβάσει ένα καινούργιο μου βιβλίο (είχε προχωρημένον καταρράκτη), μου έλεγε παρακλητικά:

— Να γράψεις και για την καταστροφή μας…

Θυμάμαι πως άρχισε όλη αυτή η καταστροφή. Ήταν ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο την πρώτη χρονιά της ιταλικής Κατοχής, και με τον μικρότερο αδελφό μου παίζαμε στα μουλωχτά κάτω από τη μεγάλη κληματαριά της δυτικής αυλής. Ακούμε, ξαφνικά, κάποιο χλιμίντρισμα ζώου και (ταυτοχρόνως) βλέπου-με δύο άλογα, ένα λευκό κι ένα καφέ, να παίρνουν φόρα και να υπερπηδούν το συρματόπλεγμα, που όριζε τα σύνορα του χτήματος από τον βορειοδυτικό δημόσιο χωματόδρομο. Τα ίππευαν δύο Ιταλοί εν στολή.

 […]

 Την άλλη ημέρα το πρωί, όταν η μάνα μου σηκώθηκε να βράσει το γάλα και να μας ετοιμάσει, άρχισε αιφνιδίως να φωνάζει φράσεις σχεδόν ακατάληπτες, που ξεσήκωσαν τον πατέρα μου και εμάς: στο χτήμα είχε κατασκηνώσει, αθόρυβα τη νύχτα, μια ιταλική μονάδα μεταγωγικών, με ένα αμέτρητο πλήθος μουλαριών. Κάτω από κάθε δέντρο, κυρίως στις αμυγδαλιές, τις αχλαδιές και τις συκιές, βρισκόταν δεμένο από ένα μουλάρι, που είχε ήδη αρχίσει να μασάει τη φλούδα του κάθε κορμού.

Ο πατέρας μου, αλλόφρων, άρχισε να τρέχει από δω κι από κει, αναζητώντας κάποιον επικεφαλής. Στο τέλος ένας βαθμοφόρος τον απώθησε βίαια και τον έριξε στο χώμα. Εμείς όλοι, κλαίγοντας γοερά, προσπαθούσαμε να τον τραβήξουμε στο σπίτι. Τότε έπαθε την πρώτη καρδιακή προσβολή.

Την ίδια εκείνη ημέρα σταμάτησε με θόρυβο μπροστά στην πόρτα μας ένα μικρό στρατιωτικό φορτηγό, από όπου βγήκαν τρεις Ιταλοί φαντάροι, συνοδευόμενοι από ένα ντόπιο μούτρο (έναν παληάνθρωπο, έναν λεμβούχο), που εκτελούσε χρέη διερμηνέως στον επικεφαλής υπαξιωματικό.

Με ύφος αρειμάνιο (φορούσε κι ένα στραπατσαρισμένο δίκοχο), μας δήλωσε ψυχρά ότι το πατρικό της μάνας μου στο κέντρο της πόλης (όπου σχεδιάζαμε να μετακομίσουμε) επιτάσσεται, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του Ιταλού διοικητού και της φρουράς του. Προσέθεσε, δε, με σημασία ότι ο Κολονέλος επιθυμούσε να δέχεται τις Αρχές σε σαλόνι ντυμένο με βυσσινί βελούδο.

Πριν καταλάβουμε καλά καλά τι εννοεί, οι φαντάροι είχαν ορμήσει στο σπίτι και κουβαλούσαν στο καμιόνι τις πολυθρόνες από το σαλόνι μας. Μόνο ο καναπές τους δυσκόλεψε κάπως.[1]

 

Ο Ηλίας δεν ήθελε να επιστρέψει στον Πύργο,  γιατί η μνήμη προκαλούσε μεγάλο πόνο. Ο σύγχρονος Πύργος δεν θύμιζε σε τίποτα τον Πύργο των παιδικών του χρόνων. Δεν τον συνέδεε τίποτα πια με τον γενέθλιο τόπο. ΄Έτσι κι αλλιώς τον κουβαλούσε μέσα του ως βίωμα, ως εικόνα, ως ανάμνηση. Ο Πύργος άλλαξε προς το χειρότερο. Μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο όλη η πόλη μετακόμισε στην Αθήνα και τον Πύργο τον «κατέλαβαν» άνθρωποι που προέρχονταν από τις γύρω περιοχές και δεν είχαν καμία σχέση με την πόλη και την ιστορία της. Μετά λοιπόν το ψυχολογικό στραπάτσο της καταστροφής του κτήματος ο Ηλίας βρήκε καταφύγιο στο κτήμα της Πάρου.

Όπως γράφει ο ίδιος:

«Η μάνα μου έμεινε μόνη, νεωτάτη (ήταν, τότε, 36 χρονών), χωρίς σύνταξη, το χτήμα κατεστραμμένο, η περιουσία ρημαγμένη, τα έφερε βόλτα, σπουδάσαμε, πουλήθηκαν βέβαια τα πάντα στον Πύργο, αντί πινακίου φακής, ο πατέρας μου δεν είχε αφήσει διαθήκη, πλάκωσαν συγγενείς από παντού, άγνωστοι κλάδοι, δικαιούχοι (!), το πατρικό της μάνας μου το είχαν κι εκείνο επιτάξει οι Ιταλοί (γνωστός μεγαλόσχημος είχε μεσολαβήσει, μας είχε βουτήξει επί πλέον και το σαλόνι, «μασκαράς» -λέει ακόμη η μάνα μου- «δεν θα τον δω καμιά φορά να τον φτύσω;» πού να τον δεις, ρε μάνα, της λέω, Πρωθυπουργός είσαι;).

Περάσαμε φτώχειες, ταπεινώσεις, εξευτελισμούς. Μετά που φύγανε οι Ιταλοί νοικιάσαμε το πατρικό της μάνας μου σε έναν γιατρό δερματολόγο. Ενοίκιο ενοικιοστασιακό, ψιχία. Τα είχαμε, όμως, ανάγκη – ας πούμε 5 ή 10 το πολύ χιλιάδες σημερινές, τι να πάρεις, τι να πρωτομπαλώσεις.

Με άφηνε και περίμενα στο σαλόνι με τις ώρες, μαζί με τις πουτάνες που ανεβοκατέβαιναν ασταμάτητα – η βλεννόρροια, τα αφροδίσια έκαναν θραύση. Κάποτε έβγαινε και ή με έδιωχνε, λέγοντάς μου να ξαναπεράσω, ή μου έδινε τα μισά χρήματα, και τα υπόλοιπα «άλλοτε»…[2]

[…]

Φτάσαμε στο Νεκροταφείο μία ώρα περίπου πριν από τη νεκρώσιμη ακολουθία. Ελάχιστοι άνθρωποι περίμεναν τη σωρό για να ξεκινήσει η τελετή. Οι αρχές του τόπου εξαφανισμένες. Ήταν μια ένδειξη ότι οι σύγχρονοι Πυργιώτες δεν γνώριζαν ούτε τον ίδιο, αλλά ούτε και το έργο του.

Το νεκροταφείο στην άκρη της πόλης, δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή, πριν από χρόνια ήταν γεμάτο από κυπαρίσσια. Είχαν φυτευτεί από τα χέρια ανθρώπων που θρηνούσαν για τους δικούς τους, σαν να ήθελαν να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη τους μέσα από τις ρίζες και τα κλαδιά. Κοιτάζοντας όμως γύρω μας δεν βλέπαμε πουθενά κανένα κυπαρίσσι. Μόνο ένα υψωνόταν  εκεί που είχε ανοιχτεί ο τάφος για να δεχθεί τον νεκρό.

Αλλά πως κόπηκαν όλα τα δέντρα του νεκροταφείου και παρέμεινε μονάχα ένα στον συγκεκριμένο τάφο;

Ο Ηλίας, συνταξιούχος στρατιωτικός γιατρός στο νησί όπου ζούσε μόνιμα, είχε χρόνια να επισκεφθεί τον τόπο που γεννήθηκε, τον Πύργο. Δεν τον εμπόδιζε η απόσταση. Οι λόγοι ήταν κυρίως ψυχολογικοί. Η τωρινή πόλη, όπως είπαμε, δεν του έλεγε τίποτα.

Όταν όμως έλαβε ένα γράμμα από έναν φίλο του, που του περιέγραφε την πρόθεση του Μητροπολίτη να κόψει τα κυπαρίσσια στο νεκροταφείο, κάτι μέσα του εξεγέρθηκε.

Εδώ ας δούμε πως οι Έλληνες μυθολόγησαν αυτό το δέντρο! Ένας έφηβος Κυπάρισσος απέκτησε την εύνοια του θεού Απόλλωνα, που του χάρισε ένα εξημερωμένο ιερό ελάφι για συντροφιά. Και μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα ο Κυπάρισσος είχε βγει για κυνήγι, στο δάσος. Ενώ το ελάφι κοιμόταν ξαπλωμένο στον ίσκιο των θάμνων και των κλαδιών που υπήρχαν τριγύρω, ο νέος χωρίς να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για το αγαπημένο του ζώο και πιστεύοντας ότι είναι κάποιο θήραμα, σήκωσε το δόρυ του, το σημάδεψε και το σκότωσε. Καθώς πλησίασε το τραυματισμένο ζώο, κατάλαβε το λάθος του και ξέσπασε σε κλάματα. Απαρηγόρητος και απελπισμένος πια παρακάλεσε τους θεούς να πεθάνει και εκείνος, μην μπορώντας να αντέξει την θλίψη και το βάρος του χαμού του αγαπημένου του συντρόφου, και ζήτησε τα δάκρυα του να κυλούν αιώνια. Ο Απόλλωνας λυπήθηκε τον νεαρό και αποφάσισε να τον ανακουφίσει από την μεγάλη του δυστυχία. Τον μεταμόρφωσε λοιπόν σε κυπαρίσσι και τα δάκρυα του θα κυλούσαν αιώνια από το δέντρο αυτό. Το δένδρο αφιερώθηκε στον Πλούτωνα, τον θεό των νεκρών και έγινε σύμβολο πένθους. Οι αρχαίοι Έλληνες μετά τον θάνατο ενός αγαπημένου τους προσώπου, κρεμούσαν κλωνάρια κυπαρισσιού έξω από τις πόρτες τους, στόλιζαν με αυτά τα σώματα των νεκρών ή έκαιγαν πάνω τους τις νεκρικές σωρούς. Επίσης, κυπαρίσσια φυτεύονταν δίπλα σε τάφους και ναούς, αλλά και στα ιερά άλση, μια συνήθεια που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Ο χυμός του δένδρου αυτού σχηματίζει σταγόνες όμοιες με δάκρυα πάνω στον κορμό του.

Υπάρχει, βέβαια, και μία ακόμη θεωρία, σύμφωνα με την οποία τα κυπαρίσσια φυτεύονται στα κοιμητήρια, για να αποδίδουν φόρο τιμής στους νεκρούς. Αυτή η θεωρία στηρίζεται σε κάποια σημεία. Αρχικά, οι κορυφές τους κλίνουν προς τα κάτω αποδίδοντας έτσι σεβασμό προς τους κεκοιμημένους.

Τα κυπαρίσσια λοιπόν, ήταν σύμβολα μνήμης, και σιωπηλοί φρουροί του χώρου όπου αναπαύονταν οι γονείς του. Το να κοπούν ισοδυναμούσε για εκείνον με βεβήλωση της μνήμης τους. Παρόλο που η απόσταση τον κρατούσε μακριά, αποφάσισε πως δεν μπορούσε να μείνει άπραγος.

Έγραψε μια επιστολή, κι έπειτα και άλλες, ζητώντας εξηγήσεις από την τοπική Μητρόπολη. Όταν συνειδητοποίησε πως ο Μητροπολίτης ήταν ανένδοτος, πήρε την απόφαση και κατέθεσε μήνυση, όχι μόνο για να προστατεύσει τα κυπαρίσσια, αλλά και για να τιμήσει τη μνήμη των γονιών του και όλων όσων είχαν αναπαυθεί κάτω από τη σκιά τους.

Ο Ηλίας δεν είχε ποτέ σκεφτεί ότι θα ερχόταν αντιμέτωπος με την Εκκλησία, και μάλιστα από τόσο μακριά. Η απόφαση να καταθέσει μήνυση εναντίον του Μητροπολίτη ήταν μια πράξη που απαιτούσε πρωτίστως θάρρος.

Η πρώτη του κίνηση ήταν να μιλήσει με έναν δικηγόρο στην Αθήνα. Μέσα από πολλά μηνύματα και τηλεφωνήματα, εξήγησε τη σοβαρότητα της κατάστασης: «Δεν πρόκειται για μια απλή κοπή δέντρων», έγραφε. «Πρόκειται για τη μνήμη και την τιμή των ανθρώπων που βρίσκονται θαμμένοι κάτω από αυτά τα κυπαρίσσια». Ο δικηγόρος, αν και διστακτικός στην αρχή, πείστηκε από το πάθος του Ηλία.

Η μήνυση κατατέθηκε με λεπτομέρειες: τα κυπαρίσσια είχαν φυτευτεί πριν από δεκαετίες, πολλά από αυτά στη μνήμη συγκεκριμένων προσώπων. Ο Ηλίας περιέγραψε πώς το κάθε δέντρο είχε συμβολική αξία για τις οικογένειες, και πώς η κοπή τους θα έπληττε όχι μόνο τον χώρο αλλά και την ιστορική ταυτότητα της πόλης. Ο ίδιος μάλιστα, μαζί με άλλα παιδιά παίζανε εκεί κοντά μιας και το κτήμα του ήταν δίπλα στο νεκροταφείο.

Η απάντηση από τη Μητρόπολη ήταν άμεση. Ο Μητροπολίτης υποστήριζε ότι τα δέντρα εμπόδιζαν τις εργασίες συντήρησης του νεκροταφείου και για τον λόγο αυτόν θα έπρεπε να κοπούν. Η σύγκρουση φούντωσε. Ο Ηλίας, με τη βοήθεια του δικηγόρου του, συγκέντρωσε μαρτυρίες από πολίτες του Πύργου που ήταν διατεθειμένοι να καταθέσουν υπέρ του. Κάποιοι έστελναν γράμματα, άλλοι υπέγραφαν δηλώσεις, ενώ λίγοι τολμούσαν να πάνε κόντρα στην εξουσία της Εκκλησίας.

Η υπόθεση δεν άργησε να πάρει μεγαλύτερη έκταση. Στον τοπικό τύπο εμφανίστηκαν άρθρα για το θέμα, με τίτλους όπως: «Μήνυση εναντίον του Μητροπολίτη για ένα κυπαρίσσι» και «Ποιος θα υπερασπιστεί τους νεκρούς;». Η φωνή του Ηλία άρχισε να ακούγεται πιο δυνατά, παρά την απόσταση.

Ψάχνοντας στο αρχείο του Ηλία βρήκα τη μήνυση αλλά και ένα μέρος της σχετικής αλληλογραφίας που είχε με τη Μητρόπολη Ηλείας.

 

Προς το Πρωτοδικείον Πύργου
Μήνυσις κατά του Μητροπολίτου  της Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας

Αξιότιμοι Κύριοι,

Εγώ, ο υπογεγραμμένος Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, συνταξιούχος στρατιωτικός ιατρός και μόνιμος κάτοικος Νάουσας της νήσου Πάρου, με καταγωγήν εκ της πόλεως του Πύργου, δια της παρούσης καταθέτω την εξής μήνυσιν κατά του Μητροπολίτου της Ιεράς Μητροπόλεως, εις την απόφασιν του οποίου να κατακόψει τα κυπαρίσσια εντός του κοιμητηρίου της πόλεώς μας, εκφράζω την πλήρη και έντονον αντίθεσίν μου.

Τα κυπαρίσσια ταύτα δεν είναι απλώς μέρος του φυσικού τοπίου του κοιμητηρίου, αλλά αποτελούν ιστορικόν και συναισθηματικόν μνημείον, δια της φυτεύσεως των οποίων τιμώνται οι αποθαμένοι πρόγονοι της πόλεώς μας. Πολλά εκ των κυπαρισσιών αυτών, περιλαμβανομένων των δικών μου γονέων, έχουν φυτευθεί υπό των συγγενών των αποθαμένων εις μνήμην αυτών. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια απλή κοπή δέντρων πρόκειται για τη μνήμη και την τιμή των ανθρώπων που βρίσκονται θαμμένοι κάτω από αυτά τα κυπαρίσσια.

Η απόφασις του Μητροπολίτου να προχωρήσει εις την εκρίζωσιν των κυπαρισσιών παραβιάζει τα εξής:

  1. Την ιστορικήν και συναισθηματικήν αξίαν του κοιμητηρίου, η οποία έχει διατηρηθεί διά των γενεών των κατοίκων της πόλεως.
  2. Το δικαίωμα προστασίας της μνήμης των αποθανόντων, η οποία τιμάται δια των κυπαρισσιών.
  3. Την ανάγκην διατηρήσεως του κοιμητηρίου ως πολιτιστικού και ιστορικού μνημείου της πόλεώς μας.

Περαιτέρω, δεν έχει προσκομισθεί καμία αποδεκτή αιτιολόγησις ή τεκμηρίωσις η οποία να στηρίζει την αναγκαιότητα της κοπής των κυπαρισσιών. Αντιθέτως, η ενέργεια αύτη φαίνεται να είναι αυθαίρετος και ενδεχομένως αντίθετος προς την βούλησιν της τοπικής κοινωνίας.

Δια τους λόγους τούτους, αιτούμαι:

  1. Να ανασταλεί πάσα εργασία κοπής των κυπαρισσιών μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφασις επί της υποθέσεως.
  2. Να επιβληθεί ποινή εις τον υπεύθυνον της εν λόγω πρωτοβουλίας.
  3. Να διασφαλισθεί η προστασία του κοιμητηρίου ως ιστορικού και πολιτιστικού μνημείου.

Μετ’ εκτιμήσεως

 

Η απάντηση της Μητρόπολης ήταν άμεση:

Προς τον κ. Ηλίαν Χ. Παπαδημητρακόπουλον, συνταξιούχον στρατιωτικόν ιατρόν κατοίκου Πάρου
Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας

Αξιότιμε Κύριε,

Αναγνωρίζομεν τη σοβαρότητα των ζητημάτων τα οποία θέτετε διά της παρούσης μηνύσεώς σας, καθώς και τον πόνον σας διά την προστασίαν του κοιμητηρίου του Πύργου, το οποίον, όπως προκύπτει εκ των λεγομένων σας, αποτελεί τόπον σημαντικής συναισθηματικής και ιστορικής αξίας διά τούς συγγενείς των αποθαμένων.

Εν τούτοις, η Ιερά Μητρόπολις επιθυμεί να καταστήσει σαφές ότι η απόφασις περί της κοπής των κυπαρισσιών εντός του κοιμητηρίου υπήρξε αναγκαστική και ελήφθη λόγω των ενδογενών προβλημάτων του χώρου και της αναγκαιότητος διατηρήσεως και ασφαλείας του. Τα κυπαρίσσια αυτά, τα οποία υπήρξαν για πολλά έτη φυτευμένα εις το κοιμητήριον, έχουν προσβληθεί από διάφορες φυσικές καταστροφές, καθιστώντας αδύνατον την διατήρησή τους χωρίς κίνδυνο για την ασφάλεια των πιστών και των επισκεπτών του κοιμητηρίου.

Η Ιερά Μητρόπολις, καθ’ όλον το διάστημα της διαχειρίσεως των εκκλησιαστικών υποθέσεων του χωρίου, κατέβαλε μεγάλας προσπάθειας διά την συντήρησιν και προστασίαν του κοιμητηρίου και ουδέποτε υπήρξε πρόθεσις εις την ενέργεια αυτήν να πλήξουμε την μνήμη των προγόνων, όπως εν τη παρούση μηνύσει εκτίθεται. Αντιθέτως, η απόφασις αυτή εντάσσεται εις το γενικόν πλαίσιο συντηρήσεως και αναμορφώσεως του χώρου, διά να επιτευχθεί μία ασφαλέστερη και αξιοπρεπέστερη διαχείριση των ιερών κειμηλίων.

Περαιτέρω, η Ιερά Μητρόπολις δηλοί ότι ουδεμίαν πρόθεσιν είχε ή έχει διά την αμφισβήτησιν των αναγκών των τοπικών κοινωνιών, αλλ’ επιθυμεί να διασφαλίσει την εύρυθμον και ασφαλή λειτουργία των θρησκευτικών χώρων, προς όφελος των πιστών.

Με σεβασμόν προς την μνήμη των προγόνων και την απόλυτον ευλάβειαν προς τους νεκρούς, παρακαλούμεν όπως αποδεχθείτε την θέσιν της Μητροπόλεως και ανακαλέσετε την ενέργειάν σας, διά την εξεύρεσιν κοινώς αποδεκτής λύσεως.

Μετά τιμής,

Ο Ηλίας χωρίς να το βάλει κάτω επανήλθε δριμύτερος με νέα επιστολή.

Μετά την απάντησιν της Ιεράς Μητροπόλεως, επιθυμώ να εκφράσω εκ νέου την πλήρη αντίθεσίν μου προς την απόφασίν σας, διότι, παρά τα αναφερόμενα περί αναγκαιότητος κοπής των κυπαρισσιών, η θέση μου παραμένει αμετάβλητος και ακλόνητος. Ειδικώς, η ενέργεια να κοπούν τα κυπαρίσσια, τα οποία είναι φυτευμένα εις το κοιμητήριον της πόλεώς μας, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την τιμήν και το σεβασμόν προς τους αποθαμένους.

Ειδικώς δε, το κυπαρίσσι το οποίο ευρίσκεται πάνω από τον τάφον των γονέων μου, δεν δύναται να υποστεί καμίαν παρέμβαση, διότι αποτελεί σύμβολον αναλλοίωτης μνήμης και τιμής προς τους προσφιλείς μου. Δεν επιθυμώ την κοπήν κανενός δέντρου, αλλά ιδίως αυτού που σχετίζεται με τους γονείς μου. Εξάλλου, τα κυπαρίσσια αυτά δεν εμποδίζουν την καλήν κατάσταση του κοιμητηρίου, αλλά, αντιθέτως, προσφέρουν εις τον χώρο μίαν αίσθησιν σεβασμού και ιερότητος.

Προτείνω, να εξετάσετε τη δυνατότητα της διατήρησης των κυπαρισσιών στον χώρο αυτόν.

 

Η Μητρόπολη του ανταπάντησε στο ίδιο ανένδοτο πνεύμα, με μια μικρή παραχώρηση!!

Η Ιερά Μητρόπολις, αναγνωρίζουσα την έντονον αντίθεσίν σας και την συναισθηματικήν σας σύνδεσιν με τα κυπαρίσσια του κοιμητηρίου, αποφάσισε, εν τούτοις, να προχωρήσει εις την ενέργειαν της κοπής των κυπαρισσιών, καθ’ ότι η ανάγκη αναμορφώσεως του χώρου και η ασφάλεια των πιστών και επισκεπτών απαιτούσαν την άμεση επέμβαση.

Ωστόσο, λαμβανομένων υπ’ όψιν των ιδιαίτερων συναισθημάτων που συνδέουν εσάς με το κυπαρίσσι που ευρίσκεται στον τάφον των γονέων σας, η Ιερά Μητρόπολις αποφάσισε να διατηρήσει το συγκεκριμένον δένδρον ανέπαφον, με πλήρη σεβασμόν προς τη μνήμην και την επιθυμίαν σας. Η κοπή των υπολοίπων κυπαρισσιών πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις ανάγκες συντηρήσεως του κοιμητηρίου, και η περιοχή έχει διαμορφωθεί, ως ελπίζομεν, εις τρόπον ώστε να διαφυλάττεται η ασφάλεια και η ιερότης του χώρου.

Η Ιερά Μητρόπολις, εις κάθε περίπτωσιν, θα συνεχίσει να εργάζεται προς την διατήρησιν και προστασίαν των ιερών χώρων της τοπικής κοινωνίας, τηρώντας πάντοτε τον σεβασμόν προς τους νεκρούς και τις επιθυμίες των συγγενών αυτών.

Έτσι με αυτόν τον τρόπο ο Ηλίας κατάφερε με τα χίλια ζόρια να σώσει το ένα και μοναδικό κυπαρίσσι που υπάρχει στο νεκροταφείο του Πύργου το οποίο είναι αυτό που βρίσκεται στον τάφο των γονιών του.

****

Μετά από όλα αυτά κάποτε πήγε τον Πύργο και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να επισκεφτεί τον τάφο των γονιών του.

Ο Ηλίας περπατούσε αργά, με τα βήματά του να ακούγονται καθαρά στο σιωπηλό τοπίο του νεκροταφείου. Η λιακάδα της απογευματινής ώρας έριχνε μακρές σκιές πάνω στις  πέτρινες πλάκες, που σηματοδοτούσαν τις τελευταίες κατοικίες των προγόνων του. Η ζέστη του ήλιου είχε μειωθεί, και ο αέρας, ήρεμος και γλυκός, σήκωνε τις μνήμες του, εκείνες τις σιωπηλές φωνές που μόνο τα κυπαρίσσια ήξεραν να μεταφέρουν.

Όμως, σήμερα κάτι ήταν διαφορετικό. Εκείνος περπάτησε προς το σημείο όπου συνήθιζε να στέκεται, δίπλα στους γονείς του. Το βλέμμα του έπεσε στο σημείο που πριν λίγο καιρό ήταν γεμάτο ζωή και φυσική αρμονία, με τα κυπαρίσσια να υψώνονται ψηλά, σκιάζοντας τους τάφους. Όμως τώρα… το τοπίο είχε αλλάξει ριζικά. Τα περισσότερα κυπαρίσσια είχαν κοπεί.

Μονάχα ένα είχε παραμείνει, περήφανο και μόνο του. Εκείνο το κυπαρίσσι ήταν το ίδιο που είχε φυτευτεί πάνω από τον τάφο των γονιών του, όταν εκείνοι είχαν περάσει στην αιωνιότητα πριν από πολλά χρόνια. Ο Ηλίας στάθηκε εκεί, μπροστά του, και ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Κάθε του αναπνοή βάρυνε με την αίσθηση του χρόνου που περνούσε και της μνήμης που δεν ήθελε να σβήσει.

Το κυπαρίσσι, όπως πάντα, φαινόταν επιβλητικό και ανθεκτικό, σαν να αρνούνταν να παραδοθεί, σαν να ήταν η μόνη απάντηση στην απόλυτη σιωπή του χώρου που το περιέβαλλε. Ο Ηλίας ένιωσε την παρουσία των γονιών του γύρω του, την αίσθηση της προστασίας που εκείνα τα δέντρα του είχαν προσφέρει σε όλη του τη ζωή. Η απόφαση του να παραμείνει ζωντανό το συγκεκριμένο κυπαρίσσι είχε κάτι το θλιβερό αλλά και το ισχυρό, μια πράξη σεβασμού προς την οικογένεια και την κληρονομιά του.

Η σκέψη του για την απόφαση της Μητρόπολης να κόψει τα άλλα κυπαρίσσια τον έκανε να θυμώσει, αλλά ταυτόχρονα τον γέμισε και με μια περίεργη αίσθηση δικαίωσης. Είχε υπερασπιστεί αυτό το κυπαρίσσι, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για όλους τους συντοπίτες του που είχαν αναγνωρίσει τη σημασία του. Και τώρα, μπροστά του, το κυπαρίσσι αυτό δεν ήταν απλώς ένα δέντρο. Ήταν μια αποθέωση της αντίστασης, της μνήμης και του σεβασμού προς τους νεκρούς.

Στο βάθος, το κενό που άφηναν τα κομμένα δέντρα, το άδειο τοπίο, φαινόταν να υπενθυμίζει τη μοναξιά του. Μόνο το κυπαρίσσι αυτό, αντέχοντας, θύμιζε την παρουσία των αγαπημένων του προσώπων και τη δύναμη της μνήμης που δεν αφήνει ποτέ να χαθεί.

Ο Ηλίας έμεινε για λίγο σιωπηλός, με τα μάτια του καρφωμένα πάνω στο κυπαρίσσι, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει τις ρίζες του, να βρει σε αυτές κάποιον τρόπο να συνδεθεί ξανά με το παρελθόν του.

Τα δέντρα που κόπηκαν δεν ήταν απλώς φυτά, αλλά σύμβολα του τόπου του, της κοινότητάς του, της ιστορίας του. Ήταν η μνήμη της ίδιας του της πόλης, ζωντανή και υλική, σε κάθε του φύλλο και κλαδί.

Όμως το κυπαρίσσι αυτό… το κυπαρίσσι του τάφου των γονιών του. Είχε επιβιώσει από την εξουσία του Μητροπολίτη, και είχε αντέξει στον χρόνο και στους ανθρώπους. Το κυπαρίσσι αυτό ήταν το τελευταίο απομεινάρι της ύπαρξης των γονιών του στον κόσμο αυτό, ο τελευταίος δεσμός που είχε μαζί τους.

Ο Ηλίας άφησε το δέντρο και τον τάφο των γονιών του και βάδισε αργά προς την έξοδο του κοιμητηρίου. Βγήκε από το νεκροταφείο και έστριψε αριστερά εκεί όπου απλώνονταν το κτήμα των παιδικών του χρόνων.

 «Στις άκρες των ελαιώνων, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.

Έφθασα και σε αυτό. Δεν είχε απομείνει, φυσικά, τίποτα. Το πουλήσαμε στην Κατοχή — και τώρα είχε καταντήσει ένας γύφτικος οικισμός, εντός σχεδίου πια. Μια μπουλντόζα άνοιγε έναν ακόμη δρόμο.

Προχώρησα προς το μέρος όπου βρισκόταν το πατρικό μου. Ήταν μεσημεράκι, και επικρατούσε μια περίεργη ερημιά, ίσως γιατί όλοι κοιμόντουσαν, ή απουσίαζαν. Βρήκα το παληό μου σπίτι αγνώριστο, με προσθήκες από τσιμεντόλιθους και αλουμινένιες πόρτες. Από τα δέντρα και τον κήπο δεν είχε μείνει ούτε δείγμα».[3]

[1] Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, Ο θησαυρός των Αηδονιών, εκδόσεις Κίχλη, 2024.

[2] «Μεσημεριάτικη συζήτηση με τον Ηλία X. Παπαδημητρακόπουλο», περιοδικό Αντί, Τεύχος 611, Παρασκευή 2 Αυγούστου 1996.

[3] Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ο οβολός, Εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2023.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...