Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Γιώργος Αράγης, Θαμπές ζωές του Γιάννη Η.Παππά

 

Manos 700

Για τη συλλογή πεζών του Γιάννη Η. Παππά «Θαμπές ζωές» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Γιώργου Αράγη

Πεζογραφήματα [1] ὀνομάζει ὁ συγγραφέας τά 33 πεζά πού ἀπαρτίζουν τόν τόμο Θαμπές ζωές. Τά πεζά αὐτά ἔχουν δομή παραδοσιακή, διαρθρωμένη χρονολογικά, τά περισσότερα (25) σέ πρῶτο πρόσωπο καί τά λιγότερα (8) σέ τρίτο, εἴτε μέ ἀφηγητή ἐνδοκειμενικό, εἴτε μέ ἀφηγητή θεατή ἤ καί ἀκροατή. Ὡς πρός τήν ἔκταση ἔχουμε διαφορές, μέ τό μικρότερο («Τά λευκά δόντια») νά εἶναι μιάμιση σελίδα καί τό μεγαλύτερο («Ἡ τελευταία φωτογραφία») δεκαπέντε σελίδες. Γενικά εἶναι κείμενα μικρῆς ἔκτασης. Μερικά διαδραματίζονται στό χωριό ἀπό τό ὁποῖο κατάγεται ὁ πεζογράφος (Χαλκιάδες Ἄρτας), ἀλλά καί σέ ἄλλα μέρη πάντα σχεδόν σέ σχέση μέ τίς μετακινήσεις τοῦ συγγραφέα. Ἱστορίες θά λέγαμε τῆς ἐπαρχίας κατά τό πρότυπο τῆς παλιότερης ἠθογραφίας. Ἀλλά ὄχι. Θά ἐξηγήσω παρακάτω τή διαφορά.

Ἐδῶ καί εἴκοσι, εἰκοσιπέντε, χρόνια, ἡ Ἀθήνα ἔχει χάσει τά πρωτεῖα στή διηγηματογραφία, διατηρώντας τήν ὑπεροχή στό μυθιστόρημα. Πρόκειται γιά τή σημαντικότερη ἐξέλιξη πού πραγματοποιήθηκε τά χρόνια αὐτά στόν τομέα τῆς πεζογραφίας μας. Ἡ ἀλλαγή, κρίνοντας ὑστερόχρονα, θά ἔλεγα πώς προαναγγέλθηκε μέ τά διηγήματα τοῦ Δ. Χατζῆ. Ἀκολούθησαν οἱ διηγηματογράφοι Γ. Ἰωάννου, Ν. Χριστιανόπουλος, Η. Παπαδημητρακόπουλος, Χ. Μηλιώνης, Θ. Βαλτινός. Κι ἔπειτα ἄλλοι νεότεροι, (Π. Σφυρίδης, Τ. Καζαντζής, Μ. Κουγιουμτζῆ, Τ. Καλούτσας, Γ. Σκαμπαρδώνης, Σ. Κοψαχείλης ἀπό τή Θεσσαλονίκη, Β. Τσιαμπούσης ἀπό τή Δράμα, Π. Μάρκογλου, Κ. Χαρπαντίδης ἀπό τήν Καβάλα, Γ. Ἄτζακας ἀπό τή Θάσο, Γ. Καισαρίδης ἀπό τή Βέροια, Η. Παπαμόσχος ἀπό τήν Καστοριά, Α. Βαναργιώτης ἀπό τά Τρίκαλα, Σ. Δημητρίου ἀπό τή Θεσπρωτία, Ε. Κίτσιου ἀπό τήν Κόνιτσα, Δ. Πετσετίδης ἀπό τή Σπάρτη, Κ. Λογαρᾶς ἀπό τήν Πάτρα, Α. Ἀλεβίζος ἀπό τήν Καλαμάτα, Γ. Μανουσάκης ἀπό τά Χανιά, κ.ἄ.). Στή σερά αὐτῆς τῆς διηγηματογραφίας ἀπό τήν ἐπαρχία ἔρχεται τώρα νά πάρει θέση τό βιβλίο τοῦ Γ. Η. Παππᾶ.

Θέλω νά σημειώσω πώς οἱ διηγηματογράφοι τῆς ἐπαρχίας, δέν εἶναι πιά φτωχοί συγγενεῖς τοῦ κέντρου. Ἀντίθετα ἔχουν πολύ καλή παιδεία, γνωρίζουν τίς σύγχρονες τάσεις, καί δέν εἶναι ἀνυποψίαστοι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἀφηγηματικούς τρόπους. Ἐπιπλέον ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι εἶναι συνεχιστές μιᾶς λαμπρῆς διηγηματικῆς παράδοσης, ὅ,τι καλύτερο δηλαδή ἔχει νά παρουσιάσει μέχρι σήμερα ὁ νεοελληνικός πεζός λόγος.

Θέλω νά σημειώσω πώς οἱ διηγηματογράφοι τῆς ἐπαρχίας, δέν εἶναι πιά φτωχοί συγγενεῖς τοῦ κέντρου. Ἀντίθετα ἔχουν πολύ καλή παιδεία, γνωρίζουν τίς σύγχρονες τάσεις, καί δέν εἶναι ἀνυποψίαστοι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἀφηγηματικούς τρόπους. Ἐπιπλέον ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι εἶναι συνεχιστές μιᾶς λαμπρῆς διηγηματικῆς παράδοσης, ὅ,τι καλύτερο δηλαδή ἔχει νά παρουσιάσει μέχρι σήμερα ὁ νεοελληνικός πεζός λόγος. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς στό μυθιστόρημα, παρόλη τή σύγχρονη ὑπερπαραγωγή, ποιοτικά ἡ Ἑλλάδα δέν συγκρίνεται μέ ἄλλες δυτικές χῶρες. Ἐνῶ δέν μειονεκτεῖ σέ τέτοια σύγκριση στόν τομέα τῆς διηγηματογραφίας, ὅπως δέν μειονεκτεῖ ἐπίσης στόν τομέα τῆς ποίησης.

Τό ὑλικό τους οἱ διηγηματογράφοι τῆς ἐπαρχίας τό ἀντλοῦν ἀπό πέντε κυρίως πηγές. Ἀπό τόν τόπο τῆς καταγωγῆς τους, ἀπό τόν Ἐμφύλιο πόλεμο, ἀπό τήν μετεμφύλια συνέχεια, ἀπό τήν ἀστική μετατόπιση τοῦ ἐλληνικοῦ χωριοῦ, ἀπό τή μετανάστευση τῆς ὑπαίθρου πρός τά ἀστικά κέντρα τῆς χώρας καί πρός ἄλλες χῶρες (Εὐρώπη, Ἀμερική, Αὐστραλία, Σοβιετική Ἕνωση). Τελευταῖα καί ἀπό τή μετανάστευση ἀλλοεθνῶν πρός τήν Ἑλλάδα. Ἐννοεῖται πώς οἱ παραπάνω διηγηματογράφοι δέν εἶδαν μέ τό ἴδιο μάτι καί δέν ἄντλησαν στό ἴδιο ποσοστό τό ὑλικό τους ἀπό τίς πηγές αὐτές.

Στήν περίπτωση τοῦ πεζογράφου, στόν ὁποῖο ἀναφέρομαι ἐδῶ, ἐκτός ἀπό τόν τόπο τῆς καταγωγῆς του, προέχει ἡ ἀστική μετάπτωση τοῦ ἑλληνικοῦ χωριοῦ καί ἡ μετανάστευση. Ὁ Ἐμφύλιος καί ἡ συνέχεια, ἔχει μικρή συμμετοχή, ἀλλά ὄχι μικρῆς σημασίας.

Μιλώντας γιά τόν τόπο τῆς καταγωγῆς του καί τήν ἀστική μετατόπιση τοῦ ἑλληνικοῦ χωριοῦ, χρειάζεται νά εἰπωθεῖ πώς τά ἑλληνικά χωριά στήν εἰκοσαετία 1960-1980 παρουσίασαν σημαντική ἀλλαγή. Ἀπό τή στιγμή πού ἔφτασε σ᾿ αὐτά τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, τό νερό μέσα στά σπίτια καί τό αὐτοκίνητο ἀπέξω ἀπό τήν πόρτα, ἀπόκτησαν λουτροκαμπινέ, ψυγεῖο, ἠλεκτρική κουζίνα, θέρμανση, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κ.λπ. Ἀκόμα καί τά νέα σπίτια χτίστηκαν μέ βάση τό τσιμέντο καί ὄχι τήν πέτρα ὅπως παλιά. Μιά ἀλλαγή πού δέν ἄφησε ἀπείραχτη καί τήν πολιτισμική πλευρά τῆς χωριάτικης ζωῆς. Αὐτό τό πέρασμα τοῦ χωριοῦ ἀπό τή μιά κατάσταση στήν ἄλλη μᾶς τό δίνει ὁ Γ. Η. Παππᾶς μέ πολύ ἁδρό τρόπο. Εἶπα νωρίτερα πώς τό βιβλίο του θυμίζει τήν παλιότερη ἠθογραφία, ἀλλά ἡ παλιότερη ἠθογραφία, τοῦ τύπου λ.χ. τοῦ Α. Καρκαβίτσα, παρουσίαζε τή ζωή τοῦ χωριοῦ ὅπως ἦταν, ἀμετακίνητη. Σταθερή, ζηλευτή ἤ ὄχι, πάντως χωρίς νεωτεριστικές ἀλλαγές. Στούς διηγηματογράφους τῆς ἐπαρχίας, ὅπως καί στήν περίπτωση τοῦ βιβλίου Θαμπές ζωές, ἔχουμε μιά κοινωνία σέ δυναμική κατάσταση – ὄχι σέ στατική· τήν ἑλληνική ὕπαιθρο σέ μεταβατικό στάδιο. Ἕνα στοιχεῖο πού διαχωρίζει τή νεότερη διηγηματογραφία ἀπό τήν παλιότερη τοῦ Ε. Ροΐδη, τοῦ Δ. Βικέλα, τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ, τοῦ Α. Καρκαβίτσα, τοῦ Α. Παπαδιαμάντη, κ.ἄ. Γιά τήν παλιότερη θά μποροῦσε νά μιλήσει κανείς, ἴσως ὄχι ἀκριβολογώντας, περί ἠθογραφίας. Μέ τή νεότερη ὡστόσο βρισκόμαστε μακριά ἀπό παρόμοιους χαρακτηρισμούς, καθώς ἡ ἀστική μεταβολή τῆς σύγχρονης ὑπαίθρου δέν βασίζεται στά ἐθιμοτυπικά δεδομένα τοῦ χωριοῦ. Στόν τόμο Θαμπές ζωές, ἔχουμε ἀρκετά κείμενα, πού δείχνουν, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, τό πέρασμα τοῦ παραδοσιακοῦ χωριοῦ πρός τήν ἀστική του ἐξέλιξη. Σημειώνω τά ἀκόλουθα. «Ἡ δερμάτινη μπάλα», «Δροσερά καλοκαίρια μιᾶς δροσερῆς ἐποχῆς», «Οἱ “καλοσύνες” τοῦ χωριοῦ», «Ὁ ἀφορεσμένος», «Τό ραντεβοῦ πού δέν ἔγινε», «Λεμονιά ἡ... ποιήτρια», «Τά μπλέ παπούτσια», «Οἱ φίλοι μας τά ζῶα». Στό τρισέλιδο «Οἱ “καλοσύνες” τοῦ χωριοῦ», λ.χ., ἀφοῦ γίνει λόγος γιά τή στερημένη καί σκληρή ζωή τοῦ χωριοῦ, μαθαίνουμε, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, πώς ὁ κόσμος ἀποπατοῦσε στή φύση. Ὄχι γιά ἄλλο λόγο, ἀλλά γιατί τά περισσότερα, ἄν ὄχι ὅλα, τά σπίτια δέν εἶχαν ἀπόπατους. Κάτι ὡστόσο πού ἀπόκτησαν, μέ διαταγή, τόν καιρό τῆς ἀπριλιανῆς δικτατορίας. Ἐνῶ «Τώρα ἔχουν ὅλοι τά ὡραῖα τους μπάνια...». Ὅμως τήν ἀλλαγή τοῦ χωριοῦ θά τή δοῦμε καί στό πεδίο τῆς νοοτροπίας, ἰδίως στήν ἀλλαγή πού συμβαίνει ἀνάμεσα στίς σχέσεις τῶν δύο φύλων – στήν κρίση τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς.

Ἡ μετανάστευση, ἡ ἐσωτερική κυρίως, ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική, συνοδεύει τήν πλειονότητα τῶν πεζῶν, καθώς συμμετέχει ὡς διηγηματικός ἱστός σέ ὅλα σχεδόν τά κείμενα τοῦ τόμου.

Ἡ μετανάστευση, ἡ ἐσωτερική κυρίως, ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική, συνοδεύει τήν πλειονότητα τῶν πεζῶν, καθώς συμμετέχει ὡς διηγηματικός ἱστός σέ ὅλα σχεδόν τά κείμενα τοῦ τόμου. Ταυτόχρονα καί ἡ συνδετική γραμμή χωριοῦ πόλης καί ἀντίστροφα δηλώνεται ἤ ὑποδηλώνεται στήν πλειονότητα τῶν κειμένων. Ἔτσι δέν θά ἐπιμείνω σ᾿ αὐτό τό κοινό ἔδαφος τῆς ἀφήγησης, ἀλλά σέ ὁρισμένες εἰδικότερες πλευρές της, στίς ὁποῖες τό μεταναστευτικό ἔδαφος δέν παύει νά ᾿ναι λίγο πολύ παρόν.

Ἕνας ἀριθμός πεζογραφημάτων ἀνήκει στήν κατηγορία πού θά τήν ἔλεγα σκίτσα προσωπογραφιῶν. Σ᾿ αὐτά, μέσα σέ λίγες σελίδες, ὁ συγγραφέας μᾶς δίνει τά βασικά χαρακτηριστικά ὁρισμένων ἀτόμων. Ὁρισμένων μέ τήν ἔννοια τῆς ἰδιαιτερότητας τοῦ καθένα, χωρίς νά ἔχουν κοινές ἐπιδιώξεις ἤ κοινούς προσανατολισμούς. Ἐκτός ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀκολουθοῦν τό μοναχικό ἄστρο τους μέ δυσανάλογη σχέση ἀνάμεσα στίς ἐπιθυμίες τους καί στά ἀποτελέσματα. Πρόκειται γιά ἄτομα τῆς κοινωνικῆς περιφέρειας, μέλη ὡστόσο τοῦ κόσμου μας, μέ κοινωνικές προεκτάσεις, πού προκαλοῦν τό συγγραφικό ἐνδιαφέρον. Στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκουν τά κομμάτια πού ἐπιγράφονται, «Ἡ Βασίλω», «Ἡ Νίτσα μέ τ᾿ ὄνομα», «Ὁ “Γερμανός”», «Ὁ “Κορεάτης”», «Ὁ Πασχάλης ὁ καυλιάρης», «Μιά νύχτα μ᾿ ἕναν τραμποῦκο», «Ὁ “Δεκατριάρης”», «Ὁ τραβεστί μέ τό σκυλί», «Ὁ Μῆτσος ὁ χασικλής», «Ὁ δόκιμος καί ἡ “θείτσα”», «Τά λευκά δόντια», «Ὁ σερβιτόρος».

Ἄλλα δυό σημεῖα τοῦ βιβλίου πού τραβοῦν τήν προσοχή εἶναι τά ἑπόμενα.

Τό πρῶτο ἀφορᾶ τίς σχέσεις ἀνάμεσα στά δύο φύλα στό πλαίσιο τοῦ γάμου. Κάνει ἐντύπωση ἡ δυσαρμονία αὐτῶν τῶν σχέσων καί ἡ κατάληξή τους. Πρόκειται συνήθως γιά σχέσεις ἀνάγκης καί συνεπῶς ἀρκετά συμβατικές. Μιλώντας ἔτσι, ἔχω κατά νοῦ τά πεζά, «Ἡ Βασίλω», «Ἡ Νίτσα μέ τ᾿ ὄνομα», «Ὄχι μπροστά στό παιδί», «Γιά χάρη τῶν παιδιῶν». Μία ἀπό τίς συζητήσιμες πλευρές αὐτῶν τῶν κειμένων ἀφορᾶ τίς ἐξωσυζυγικές ἐρωτικές σχέσεις τῶν γυναικῶν, ἰδίως ὅταν μεταναστεύουν στήν πόλη. Κάτι πού δέν ὀφείλεται, καθώς πιστεύω, σέ κακῶς ἐννοούμενες φεμινιστικές ἰδέες, ἀλλά σέ ἀντίδραση στά καταπιεστικά ἤθη καί στή στερημένη ζωή τῆς ὑπαίθρου. Οἱ ἄντρες τους, πιστοί στά κεκτημένα δικαιώματά τους, μένουν σχετικά ἀμήχανοι, τελικά ὅμως ὁ συντηρητισμός τους τούς ὠθεῖ κάποτε μέχρι τή βία καί τό ἔγκλημα. Ὁ συγγραφέας δέν δίνει ἐξηγήσεις, δέν συζητάει τά γεγονότα, μόνο τά ἐκθέτει. Πράγμα θετικό γιά τήν ποιότητα τῶν κειμένων.

Τό δεύτερο σημεῖο ἀφορᾶ πάλι ὁρισμένα πεζά τοῦ τόμου. Σ᾿ αὐτά αἰωρεῖται ἕνα ἐρωτηματικό, σάν νά περιμένει ὁ ἀναγνώστης κάποια ἐξήγηση πού δέν δίνεται. Ἐννοῶ, πρῶτα, τά κείμενα πού ἐπιγράφονται, «Ἡ τελευταία συνάντηση», «Τό ραντεβοῦ πού δέν ἔγινε», «Τά μπλέ παπούτσια» καί «Ὁ Πασχάλης ὁ καυλιάρης», στά ὁποῖα μένει ἀναπάντητη ἡ τελική στιγμή. Ἡ ἀπάντηση βέβαια λανθάνει, ἀλλά ὁ συγγραφέας μένει κι ἐδῶ στά γεγονότα. Στό πρῶτο κείμενο, δυό νέοι πού σπουδάζουν ἀγαπιῶνται μέ πάθος. Στό τέλος τῶν σπουδῶν τους, λόγω τῶν συνθηκῶν, χωρίζουν παρά τή θέλησή τους. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο συναντιῶνται στίς διακοπές τους, κάνουν παθιασμένο κρεβάτι γιά κάμποσες μέρες καί μετά χωρίζουν γιά πάντα. Στό δεύτερο, ἕνας καθηγητής νεοδιορισμένος σέ χωριό, πού ὑπῆρχε γυμνάσιο καί λύκειο, εἰδοποιήθηκε ἀπό τούς συνάδελφούς του νά μή μπλέξει μέ μαθήτριες, γιατί αὐτό θά σήμαινε ὑποχρεωτικό γάμο. Ἔτσι πέρασε ἕνας χρόνος, ἄν καί μιά ὄμορφη, λυγερόκορμη, μαθήτριά του πολύ τήν λιγουρευόταν. Ἀλλά κι αὐτή τό ἴδιο. Τόν ἑπόμενο χρόνο ἡ κοπέλα ἀποφοίτησε. Τότε, μέ τή βοήθεια μιᾶς φίλης της, κατάφεραν νά βρεθοῦν κρυφά γιά λίγο. Ὅμως ἤθελαν νά συναντηθοῦν πιό ἄνετα καί συμφώνησαν νά πάνε στήν πόλη σέ ξενοδοχεῖο. Ὁ καθηγητής πῆγε καί περίμενε, ἀλλά ἡ κοπέλα δέν ἐμφανίστηκε κι ἔκτοτε στό χωριό ἀπόφευγε τόν καθηγητή. Στό τρίτο ἕνα πολύ φτωχό παιδί τῆς Β΄ γυμνασίου, ἀρκετά μοναχικό καί κάπως διαφορετικό, τράβηξε τήν προσοχή τῶν καθηγητῶν του. Μέ τήν ὑπόδειξη τῶν γονιῶν του οἱ καθηγητές τοῦ ἀγόρασαν κάτι πού ἐπιθυμοῦσε, ἕνα ζευγάρι μπλέ ἀθλητικά παπούτσια. Καί τά ᾿δωσαν στούς γονεῖς του, ὥστε νά μήν καταλάβει τό παιδί πώς ἦταν δῶρο. Τή μέρα πού τά φόρεσε ὁ Ἀπόστολος πῆγε στό σχολεῖο του «σκεπτικός καί συννεφιασμένος» καί κάποια στιγμή τόν βρῆκαν νά χτυπάει τήν πόρτα τῆς αἴθουσας μέ τά καινούρια παπούτσια καί μετά νά κλαίει. Στό τέταρτο, ἕνας παιδικός φίλος τοῦ ἀφηγητῆ παινευόταν γιά γυναικάκιας, ὅμως τά γεγονότα ἄλλα ἔδειχναν. Μετά ἀπό πολλά χρόνια ἕνας ταξιτζής στήν Ἀθήνα τοῦ παινεύεται ὡς γυναικάς. Στόν ἀφηγητή θυμίζει τό κόψιμο τοῦ παιδικοῦ φίλου του. Κι ὅταν κατεβαίνει ἀπό τό ταξί φωνάζει στόν ταξιτζή, πού ἤδη ἀπομακρύνεται: «Ἄ, ρέ Πασχάλη καυλιάρη». Ἦταν αὐτός; Ἐκτός ἀπό αὐτά τά τέσσερα κείμενα θά πρόσθετα ἄλλα δύο. Τά: «Ἡ οὐρά τῆς ἀλεποῦς» καί «“Δύο ἀπ᾿ ὅλα”», κάπως διφορετικῆς ἐρωτηματικῆς ὑφῆς.

Ἡ ἀπόσταση ἀπό ἐκεῖνα τά χρόνια εἶναι μεγάλη, κάπου ἑβδομήντα χρόνια. Θά περίμενε γι᾿ αὐτό κανείς ἕναν πιό συγκρατημένο ἀφηγηματικό τόνο. Μέ μιά μεγαλύτερη ἐπιμονή στά περιστατικά, χωρίς φίλαυτες ἐξάρσεις, θά κέρδιζε πιστεύω περισσότερο τό κείμενο.

Μέ τόν Ἐμφύλιο σχετίζονται δύο πεζά τοῦ βιβλίου. Τό «Λίγο πρίν ἀπ᾿ τήν αὐγή» καί τό ἐκτενέστερο «Τό χιτώνιο ἤ “Ποιός θά μοῦ δώσει πίσω τά παιδικά μου χρόνια”». Καί τά δύο εἶναι δοσμένα ἀπό ἀριστερούς, ἐνδοκειμενικούς, ἀφηγητές. Ἀπό πρόσωπα πού μιλοῦν γιά τήν περιπέτειά τους. Στό πρῶτο μιά κοπέλα 21 χρονῶν βρίσκεται στή φυλακή γιά τά φρονήματά της καί τήν αὐγή πρόκειται νά ἐκτελεστεῖ. Δέν τήν πιάνει ὕπνος, αἰσθάνεται πώς ἔχει δικαστεῖ ἄδικα, ἀφοῦ τό μόνο πού ἔκανε ἦταν νά πολεμήσει τόν κατακτητή. Ἡ ἀφήγηση κλιμακώνεται, ὅσο περνάει ἡ ὥρα, μέ τίς στερνές σκέψεις καί τά αἰσθήματα τῆς κοπέλας. Νομίζω πώς ὁ συγγραφέας ἰσορρόπησε τό κείμενο ἐκφραστικά, χωρίς νά πέσει σέ μελοδραματικούς τόνους. Κάτι πού ἡ περίσταση τό εὐνοοῦσε. Τό πεζό αὐτό παραπέμπει ὁλοφάνερα στό διήγημα τοῦ Δ. Χατζῆ «Μαργαρίτα Περδικάρη». Τό δεύτερο κείμενο «Τό χιτώνιο...» ἀφορᾶ τήν ἱστορία μιᾶς γυναίκας, τῆς Ἀρετῆς Σκεύη-Μπακιρτζῆ πού, κοριτσάκι καί ἔκτοτε, ἔζησε τήν περιπέτεια τῶν παιδιῶν πού ἔφυγαν ἀπό τήν Ἑλλάδα μέ τό Παιδομάζωμα. Τά παιδιά αὐτά πέρασαν τά σύνορα, μπῆκαν στήν Ἀλβανία κι ἀπό κεῖ, μέσα ἀπό τή Γιουγκοσλαβία, πέρασαν στή Ρουμανία καί φιλοξενήθηκαν στήν Οὐγγαρία. Ἡ ἀπόσταση ἀπό ἐκεῖνα τά χρόνια εἶναι μεγάλη, κάπου ἑβδομήντα χρόνια. Θά περίμενε γι᾿ αὐτό κανείς ἕναν πιό συγκρατημένο ἀφηγηματικό τόνο. Μέ μιά μεγαλύτερη ἐπιμονή στά περιστατικά, χωρίς φίλαυτες ἐξάρσεις, θά κέρδιζε πιστεύω περισσότερο τό κείμενο.

Ἕνα πεζό μέ τίτλο, «Πίσω θά μᾶς πᾶνε καρφωμένους, ὅταν κλείσουμε τά μάτια», μᾶς δίνει τόν μονόλογο, μιᾶς Ἀλβανίδας πού ζεῖ στήν Ἑλλάδα. Στόν μονόλογό της διεκτραγωδεῖ τή μεταναστευτική ὁδύσσεια τῶν Ἀλβανῶν πρός τή χώρα μας μετά τό καθεστώς τοῦ Ε. Χότζα. Τό τελευταῖο καί ἐκτενέστερο γραφτό τοῦ τόμου ἐξιστορεῖ τή ληστρική δράση καί τό τέλος τοῦ Θωμᾶ Καντάρα στήν περιοχή τῆς Ἐλασσόνας.

alt
Ο Γιάννης Η. Παππάς

Τά πεζογραφήματα τοῦ βιβλίου Θαμπές ζωές, παρουσιάζουν ποικιλία ὡς πρός τά θέματά τους, τούς προσανατολισμούς καί τούς προβληματισμούς τους. Ποικιλία ἐπίσης στόν ἀνθρωπογεωγραφικό τομέα.

Ἐλπίζω νά φάνηκε ἀπό τά παραπάνω πώς τά πεζογραφήματα τοῦ βιβλίου Θαμπές ζωές, παρουσιάζουν ποικιλία ὡς πρός τά θέματά τους, τούς προσανατολισμούς καί τούς προβληματισμούς τους. Ποικιλία ἐπίσης στόν ἀνθρωπογεωγραφικό τομέα. Ἔτσι που εἶναι δύσκολο νά ἐξεταστοῦν τά κείμενα αὐτά μέσα ἀπό μιά κοινή ὀπτική γωνία, ἐκτός ἀπό αὐτή μέ τήν ὁποία ἐπιγράφεται ὁ τόμος: Θαμπές ζωές. Χαρακτηρισμός πού μοῦ θυμίζει τό κλίμα πού ὑποβάλλει τό ποίημα τοῦ Γ. Σεφέρη «Ἀργοναῦτες», ἀπό τό Μυθιστόρημα, ὅπου ὁ τελευταῖος στίχος εἶναι: «Κανείς δέν τούς θυμᾶται. Δικαιοσύνη». Ἐντούτοις, πέρα ἀπό αὐτή τήν ἐκδοχή, ἔχουμε, σέ ἄλλο ἐπίπεδο, ἕναν ἄλλο κοινό παρονομαστή πού ἀφορᾶ ὅλα τά περιεχόμενα τοῦ βιβλίου. Τέτοιον κοινό παρονομαστή, ἰδιαίτερης μάλιστα σημασίας, συνιστᾶ ὁ λόγος τῶν κειμένων.

Τό πρῶτο πού βλέπουμε, σ᾿ αὐτά τά γραφτά τοῦ Γ. Η. Παππᾶ, εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Θέλω νά πῶ ὅτι ἡ γλώσσα πού χρησιμοποιεῖ ὁ πεζογράφος, ἀνταποκρίνεται στήν ἑκάστοτε ὀνομασία τοῦ ἀντικείμενού της. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχει τό ἀντικείμενο ὑπάρχει καί ἡ ἀνομασία του. Ἔτσι πού ἡ ὀνομασία νά δικαιώνεται ἀπό τήν ὕπαρξη τοῦ ἀντικείμενού της. Ἐννοῶ ὀνομασία χωρίς προσχηματικό κάλυμμα, χωρίς περιφράσεις, χωρίς ὑποκριτικές ὑπεκφυγές, χωρίς ἔμμεσους ὑπαινιγμούς. Ἡ ἐλευθερία στήν περίπτωση αὐτή βρίσκεται στό γεγονός ὅτι δέν ὑπακούει στίς κοινωνικές συμβάσεις περί σεμνότητας καί καθωσπρεπισμοῦ. Τό νά μιλᾶς δηλαδή κρυμμένος πίσω ἀπό τό δάχτυλό σου. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος δέν ἔχουμε προκλητικό λόγο, ὅπως συμβαίνει σέ γραφτά πορνό καί σέ γραφτά ἔντονης αἰσθηματολογίας. Ἐκεῖ ὑπάρχει σκόπιμη κατάχρηση τῆς γλώσσας, ἡ ὁποία δέν ὑπηρετεῖ καλλιτεχνικούς σκοπούς, ἀλλά ἀλλότριους στόχους. Στή συλλογή Θαμπές ζωές ὁ λόγος γίνεται πειστικός μέ τόν ἀπροσποίητο τόνο του καί τήν εὐθύτητα τῆς ἀναφορᾶς του. Σημειώνω ἐνδεικτικά μερικές φράσεις ἀπό τά περιεχόμενα τῆς συλλογῆς.

«...Πρώτη ἔπαιρνα τά νεογέννητα καί τά πέρναγα ἀπό τούς συγγενεῖς. Μπαμπάδες, παπποῦδες, θείους, θεῖες. Καί αὐτοί μέ χαρτζιλικώνανε. Ἔβγαζα καλά λεφτά. Χεσμένοι ὅπως ἤτανε ἀπό τή χαρά τους, εἶχα τά τυχερά μου...» (σ. 21).

«...Τόν θυμᾶμαι πού περιπολοῦσε μ᾿ ἕνα φακό φωνάζοντας κάθε τόσο: “Νά βλέπω τά χέρια ἔξω ἀπό τίς τζέπες”. Πάνω στίς ὁρμές μας, καυλώναμε ἀπό αὐτά πού βλέπαμε. Καί δέν ἦταν λίγοι ἐκεῖνοι πού τήν παίζανε μέσα στό σκοτάδι. Εἰδικά ὅσοι βρίσκονταν στόν ἐξώστη...» (σ. 27).

«...“Σιγά μήν πήγαινα ἐγώ”, μοῦ λέει [ὁ ταξιτζής], “μ᾿ αὐτή τήν πατσούρα. Ἐγώ, φίλε μου, ἔχω γυρίσει ὅλο τόν κόσμο κι ἔχω γνωρίσει μουνιά καί μουνιά. Δέν τόν χαραμίζω πλέον τόν ποῦτσο μου”...» (σ. 74).

Οἱ φράσεις αὐτές δέν γράφτηκαν γιά νά προκαλέσουν τόν ἀναγνώστη, ἀλλά γιά τήν ἀνταπόκριση τῆς ἔκφρασης στό ἀντικείμενό της πού εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς στιγμῆς. Γιά τήν ἴδια αἰτία ὁ Α. Παπαδιαμάντης, στά σκιαθίτικα διηγήματά του, ἔγραψε τούς διάλογους στό σκιαθίτικο ἰδίωμα. Ἄν οἱ παραπάνω φράσεις δέν γράφονταν ἔτσι, ἄν γράφονταν μέ σεμνότυφο τρόπο, ἔμμεσα, θά χανόταν ἡ ἀμεσότητα τοῦ λόγου.

Ὁ συγγραφέας δέν ξεμακραίνει ἀπό τόν κορμό τοῦ κάθε θέματος. Κάτι περισσότερο: πραγματώνει τήν ἀναπαράστασή του μέ τόν συντομότερο δυνατό τρόπο. Ἀποφεύγει τίς παρεκβάσεις, τίς περιστροφές καί τίς καθυστερήσεις. Ἡ γραφή του εἶναι γραφή τῶν λίγων λόγων ἤ, γιά νά τό πῶ ἀλλιῶς, γραφή τῆς ξηρολιθιᾶς.

Ἕνα δεύτερο γνώρισμα πού βλέπουμε στίς Θαμπές ζωές εἶναι ἡ προφορικότητά τῆς γραφῆς. Βέβαια δέν ἔχουμε ἀκριβῶς προφορικό λόγο, ἀφοῦ ἔχουμε μπροστά μας γραφτά κείμενα. Μολαταῦτα, ὅταν τά διαβάζεις, αἰσθάνεσαι πώς ἔχεις νά κάνεις μέ κάποιον πού στήνει κουβέντα. Κι αὐτό σημαίνει πώς ἡ συγκεκριμένη γραφή παίρνει γραμμή ἀπό τήν προφορική γλώσσα τῆς καθημερινότητας ἤ, ἀλλιῶς, ἀπό τήν καθομιλούμενη (τήν ἀστική καθομιλούμενη καί ὄχι τή δημοτική τῶν δημοτικιστῶν).Ἐδῶ καί δυό αἰῶνες, παρόλο τό παράδειγμα τοῦ Δ. Σολωμοῦ, τήν ψάχνουμε αὐτή τή γλώσσα. Βέβαια δέν μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστη. Ἀφοῦ, στήν πεζογραφία π.χ. εἴχαμε τήν παρουσία τοῦ Γ. Ξενόπουλου, τοῦ Γ. Θεοτοκᾶ, τοῦ Γ. Μπεράτη, τοῦ Γ. Ἰωάννου, τοῦ Κ. Ταχτσῆ, τοῦ Μ. Χάκκα, τοῦ Χ. Μηλιώνη, κ.ἄ. Ὅμως σήμερα βλέπω μιά ἀπόκλιση πρός μιά γλώσσα κυριλέ, σάν αὐτή τῆς τηλεόρασης, τῶν δημοσιογράφων καί τῶν πολιτικῶν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἔχει, νομίζω, κάποια σημασία τό γεγονός ὅτι οἱ Θαμπές ζωές μᾶς ξαναθυμίζουν τήν ἀφηγηματική ζωντάνια τοῦ προφορικοῦ λόγου. 

Ἕνα τρίτο γνώρισμα, πού διακρίνει τά πεζά τῆς συλλογῆς πού ἀναφέρομαι, εἶναι ἡ λιτότητα τῆς ἀφήγησης. Ὁ συγγραφέας δέν ξεμακραίνει ἀπό τόν κορμό τοῦ κάθε θέματος. Κάτι περισσότερο: πραγματώνει τήν ἀναπαράστασή του μέ τόν συντομότερο δυνατό τρόπο. Ἀποφεύγει τίς παρεκβάσεις, τίς περιστροφές καί τίς καθυστερήσεις. Ἡ γραφή του εἶναι γραφή τῶν λίγων λόγων ἤ, γιά νά τό πῶ ἀλλιῶς, γραφή τῆς ξηρολιθιᾶς. Δέν εἶναι πολύ συνηθισμένο τό νά ἀφηγεῖται κανείς χωρίς νά φλυαρεῖ.

Κάτι ἄλλο πού παρατηροῦμε στά συγκεκριμένα πεζογραφήματα, εἶναι ὅτι ὑποδηλώνουν μιά διακριτική φωνή. Πράγματι, ἀνάμεσα ἀπό τίς γραμμές τῶν κειμένων, αἰσθανόμαστε νά βγαίνει μιά κάποια φωνή. Ἀπό ὅλα τά πεζογραφήματα τοῦ τόμου ἡ ἴδια χαρακτηριστική ἠχητική παρουσία. Εἶναι ἡ φωνή τοῦ ὑποκείμενου πού μᾶς μιλάει κάθε φορά μέ ἕναν καί μοναδικό χρωματισμό φωνῆς. Μέ εἰδικότερα διακριτικά της τήν καθαρότητά της, τόν χαμηλόφωνο τόνο της, τήν χωρίς ἐξάρσεις μέση ἔντασή της, τήν εὐθύτητά της. Ἵσως αὐτή ἡ τελευταία ἰδιότητά της νά χαρίζει στά γραφόμενα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο στοιχεῖο, τήν εἰλικρίνεια πού τά διέπει.

Τελειώνοντας, θέλω νά πῶ πώς τά κείμενα τοῦ τόμου δέν ἔχουν ὅλα τήν ἴδια ποιότητα. Ὁρισμένα ὑπερέχουν. Ὅπως εἶναι, «Ἡ Λεμονιά ἡ ποιήτρια» (κορυφαῖο τοῦ τόμου), «Ὁ Πασχάλης ὁ καυλιάρης», «Οἱ “καλοσύνες” τοῦ χωριοῦ», «Ἡ τελευταία συνάντηση», «Τά μπλέ παπούτσια», «Ὁ δόκιμος καί ἡ “θείτσα”», «Ὁ τραβεστί μέ τό σκυλί», κ.ἄ.


Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

1η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΤΡΑΣ 19-20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2025

 

 



 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

1η Λογοτεχνική Συνάντηση Πάτρας
19–20 Δεκεμβρίου 2025
Μηχανουργείο – Πολυχώρος Πολιτισμού & Θέατρο Τέχνης

(Ευμήλου 2, πίσω από τον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα)

 

Το ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Διαπολιτισμός (www. periodikodiapolitismos.blogspot.com) και οι Εκδόσεις Διαπολιτισμός Πάτρας ανακοινώνουν τη διοργάνωση της 1ης Λογοτεχνικής Συνάντησης Πάτρας, η οποία θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 19 και το Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025 στο Μηχανουργείο – Πολυχώρος Πολιτισμού & Θέατρο Τέχνης (Ευμήλου 2, πίσω από τον Ι.Ν. Αγίου Ανδρέα).

Η νέα αυτή διοργάνωση αποτελεί φυσική εξέλιξη και δημιουργική συνέχεια της επιτυχημένης Συνάντησης Πεζογράφων, που γεννήθηκε στην Πάτρα το 2008 με πρωτοβουλία του ποιητή και μεταφραστή Γιάννη Η. Παππά, προέδρου τότε του Συνδέσμου Φιλολόγων Πατρών. Η προσπάθεια, που αγκαλιάστηκε θερμά από το αναγνωστικό κοινό και την πνευματική κοινότητα της πόλης, ανέδειξε τη σημασία της λογοτεχνικής επικοινωνίας και της ζωντανής επαφής συγγραφέων και αναγνωστών.

Στη διάρκεια των τεσσάρων συναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν, τιμήθηκαν εμβληματικές μορφές των ελληνικών γραμμάτων −ο Θανάσης Βαλτινός, η Ρέα Γαλανάκη, ο Μένης Κουμανταρέας, ο Βασίλης Βασιλικός και η Μάρω Δούκα− προσφέροντας πολύτιμες συζητήσεις, παρεμβάσεις και στοχασμούς γύρω από την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή και τις διαχρονικές θεματικές της. Παράλληλα, πλήθος συγγραφέων παρουσίασαν το έργο τους, ενώ οργανώθηκαν στρογγυλά τραπέζια και θεματικές συζητήσεις που άγγιζαν ζητήματα της λογοτεχνικής, κοινωνικής και πολιτισμικής επικαιρότητας.

Σε αυτή την ισχυρή παρακαταθήκη έρχεται σήμερα να στηριχθεί η 1η Λογοτεχνική Συνάντηση Πάτρας, η οποία φιλοδοξεί όχι μόνο να αναβιώσει το πνεύμα των προηγούμενων συναντήσεων, αλλά και να το εμπλουτίσει με νέες μορφές έκφρασης, πιο διευρυμένη θεματολογία και ενεργό συμμετοχή της νεότερης γενιάς. Στόχος της είναι να αποτελέσει έναν σταθερό λογοτεχνικό θεσμό για την πόλη, έναν χώρο όπου η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία −πεζογραφία και ποίηση− θα συναντάται, θα συζητείται, θα φωτίζεται και θα επανερμηνεύεται από διαφορετικές οπτικές.

Η φετινή διοργάνωση περιλαμβάνει παρουσιάσεις νέων και καθιερωμένων συγγραφέων, αφιερώματα σε σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων, διαλόγους, αναγνώσεις, καθώς και μουσικές εκδηλώσεις που αναδεικνύουν τη βαθύτερη συγγένεια λόγου και μουσικής. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση της λογοτεχνίας με τη νεότερη γενιά· γι’ αυτό και συμμετέχουν μαθητές, σχολεία και νεανικά μουσικά σύνολα, φέρνοντας στο προσκήνιο τη φρεσκάδα μιας νέας ματιάς πάνω στο έργο των δημιουργών.

Με τον τρόπο αυτό, η Λογοτεχνική Συνάντηση Πάτρας επιδιώκει να λειτουργήσει ως πεδίο συνάντησης ανθρώπων, ιδεών και τεχνών· ως ένας ζωντανός οργανισμός πολιτισμού, ανοιχτός στην πόλη και στους ανθρώπους της, που ενθαρρύνει την ουσιαστική επαφή με το βιβλίο και τους δημιουργούς του.

 

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2025 – ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

18.00–18.10 Προσφωνήσεις – Χαιρετισμοί

18.10–18.30
Παρουσίαση της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου
(Παρουσιάζει ο Ανδρέας Τσιλίρας, υπεύθυνος των εκδόσεων και του βιβλιοπωλείου Το Δόντι)

18.30–19.10
Τζούλια Γκανάσου & Δημήτρης Σωτάκης (Βραβείο Μεσόγειος ξένης λογοτεχνίας 2025)
(Παρουσιάζουν οι φιλόλογοι Ελένη Ροδοπούλου και Γιώτα Ξυλιά)

19.10–19.20 Διάλειμμα

19.20–19.40
Παρουσίαση της Δήμητρας Λουκά

(Παρουσιάζει η εκπαιδευτικός – υπεύθυνη της Λέσχης Ανάγνωσης Α.Σ.Τ.Ο. – Διαβάσουμε, Ιωάννα Φωτοπούλου)

19.40–20.00
Παρουσίαση του Μίνωα Ευσταθιάδη
(Παρουσιάζει η φιλόλογος Ράμπελα – Όλγα Κ. Σκιαθά)

20.00–21.00 — ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Αφιέρωμα στον πεζογράφο Γιάννη Ατζακά

Για το έργο του θα μιλήσει η φιλόλογος Μαρία Ψάχου.

Ο Γιάννης Η. Παππάς θα συζητήσει με τον συγγραφέα:.

Θα προβληθούν αποσπάσματα από την ταινία Θολός Βυθός της Ελένης Αλεξανδράκη, βασισμένη στα μυθιστορήματα Θολός Βυθός και Διπλωμένα φτερά.

Μαθητές του 3ου ΕΠΑΛ Πάτρας και του Μουσικού Σχολείου Πάτρας θα διαβάσουν αποσπάσματα έργων του.

21.00–21.30 — Μουσικό πρόγραμμα
Πιάνο – Καλλιτεχνική επιμέλεια: Σταμάτης Λέκκας
Τραγουδά η σοπράνο Μαρία Θωμά
Συνοδεύει δεκαμελές υποσύνολο της Youth Orchestra Patras

 

ΣΑΒΒΑΤΟ 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2025

ΠΡΩΙ (10.00–14.00)

Ξενάγηση των καλεσμένων σε μνημεία και αξιοθέατα της πόλης (Θέατρο Απόλλων, Κτίριο Εμπορικού Συλλόγου, Ρωμαϊκό Στάδιο κ.ά.). Υπεύθυνη ξενάγησης: Ράμπελα – Όλγα Κ. Σκιαθά. Επίσκεψη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών «Κωστής Παλαμάς» και στην Achaia Clauss.

 

ΑΠΟΓΕΥΜΑ – ΠΟΙΗΣΗ

18.00–18.30
Μαρία Δαλαμήτρου & Ελένη Σιγαλού
(Παρουσιάζει η
δικηγόρος-μεταφράστρια-ποιήτρια Αθανασία Δανελάτου)

18.30–18.50
Άννα Γρίβα (Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Ποίησης 2024)
Παρουσιάζει η φιλόλογος – ποιήτρια Νικολέτα Κατσιδήμα

18.50–19.10
Κώστας Καναβούρης (Βραβείο Ποίησης «Ο Αναγνώστης» 2024)
Παρουσιάζει ο ποιητής Γιάννης Χρυσανθόπουλος

19.10–19.30 Διάλειμμα

19.30–20.00
Ποιητές διαβάζουν ποιήματά τους

20.00–21.00 — ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Αφιέρωμα στον ποιητή Αντώνη Φωστιέρη

Ο ποιητής και μεταφραστής Γιάννης Η. Παππάς θα παρουσιάσει το έργο του τιμώμενου και θα συνομιλήσει μαζί του. Αναγνώσεις ποιημάτων από τον ίδιο τον ποιητή και από μαθητές των Αρσακείων Σχολείων Πατρών.

Θα προβληθούν αποσπάσματα από συνεντεύξεις και αφιερωματικές εκπομπές.

21.00–21.30 — Μουσικό πρόγραμμα
Από τα Αρσάκεια Σχολεία Πατρών

 

 

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ – ΣΤΗΡΙΞΗ

Διοργάνωση: Ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Διαπολιτισμός (periodikodiapolitismos.blogspot.com)• Εκδόσεις Διαπολιτισμός Πάτρας

Με τη συνεργασία και στήριξη:
Σύνδεσμος Φιλολόγων Πατρών· Pen Greece· Αρσάκεια Σχολεία Πατρών· Μουσικό Σχολείο Πάτρας· 3ο ΕΠΑΛ Πάτρας· Μηχανουργείο – Πολυχώρος Πολιτισμού· Λέσχη Ανάγνωσης Α.Σ.Τ.Ο.–Διαβάσουμε· Βιβλιοπωλείο/Εκδόσεις Το Δόντι· Copy Corner Πατρών Παναγιώτης Νικολόπουλος

Υπό την αιγίδα της Εταιρείας Συγγραφέων

Χορηγοί: Π.Σ.ΜΑ.Ι. ΚΤΕΟ (ΚΤΕΟ Γλαύκου) · HELESI  Ελληνική Βιομηχανία Περιβαλλοντικών Συστημάτων Α.Ε.Β.Ε. · Galaxy City Center Hotel· Papakonstantinou Travel 


Χορηγός Επικοινωνίας: TheBest.gr

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γιάννης Η. Παππάς – 6936666802 – gpappas1962@yahoo.gr
Κώστας Μπουλμπασάκος – 6945956871 – latfet2@gmail.com

 

 

 

 

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΤΖΑΚΑΣ

 

(Θεολόγος Θάσου 1941) Αποφοίτησε το 1966 από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ και εργάστηκε στην Ιδιωτική και τη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Έργα του: Διπλωμένα φτερά (Άγρα 2007), μυθιστόρημα· την τριλογία: Θολός Βυθός (Άγρα 2008), Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, 2009· Κάτω από τις οπλές (Άγρα 2010)· Φως της Φονιάς (Άγρα 2013)· Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη (Άγρα 2015), διηγήματα. Η σπηλιά (Άγρα 2018), νουβέλα. Σκυφτοί περάσανε (Άγρα 2021), διηγήματα.

 

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ

 

Η Άννα Γρίβα (Αθήνα, 1985) σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, με αντικείμενο την αναγεννησιακή ποίηση. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές. Το ποιητικό της βιβλίο Η χαμένη θεά (Μελάνι, 2023) έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ η συλλογή της Δαιμόνιοι (Μελάνι, 2020) τιμήθηκε με το Βραβείο «Γ. Αθάνας» της Ακαδημίας Αθηνών. Επίσης, έχει εκδώσει μία συλλογή διηγημάτων (Τα ζώα θεοί, Κίχλη, 2021) και δύο ιστορικά μυθιστορήματα (Η Ελληνίδα σκλάβα, Μελάνι, 2022, Εξόριστες Βασίλισσες, Μελάνι, 2021). Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Μεταφράζει ιταλική λογοτεχνία. Η μετάφρασή της στα ποιήματα της Laura Battiferra τιμήθηκε το 2020 από το Ιταλικό Ινστιτούτο της Αθήνας στο πλαίσιο των Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης. Έχει εκδώσει μια μελέτη (μαζί με τον Μάρκο Δενδρινό) για τον πλατωνικό Παρμενίδη (Πλάτωνος Παρμενίδης, Οντολογία του ενός στην πλατωνική θεωρία των ιδεών, Ζήτρος, 2021) και μια μονογραφία για τη σαπφική ποίηση (Αφροδίτες, Σμίλη, 2022). Διδάσκει Ιταλική Λογοτεχνία και Δημιουργική Γραφή στο ΕΑΠ και στο ΕΚΠΑ.

 

ΤΖΟΥΛΙΑ ΓΚΑΝΑΣΟΥ

 

Η Τζούλια Γκανάσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε Πληροφορική στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Βιοπορίζεται από την Πληροφορική. Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας. Η νουβέλα Γονυπετείς (Γ΄ έκδοση) απέσπασε το Βραβείο Μεσόγειος 2018 από το Πανεπιστήμιο του Έξετερ και το Βραβείο Διηγήματος στα Βραβεία Βιβλίου Public 2018. Το βιβλίο Γόνιμες Μέρες (Β΄ έκδοση) ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Ιστορίες Εγκλεισμού 2021 του περιοδικού World Literature Today και το Βραβείο Μυθιστορήματος στα Βραβεία Βιβλίου Public 2022. Διηγήματα και κείμενά της δημοσιεύονται σε εφημερίδες και ιστότοπους πολιτισμού και έχουν συμπεριληφθεί σε εκδόσεις και λογοτεχνικά φεστιβάλ στην Ελλάδα, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία και αλλού. Τελευταίο της βιβλίο το μυθιστόρημα Δευτέρα παρουσία, (Β έκδοση) εκδόσεις Καστανιώτης 2024.

 

Μαρια Δαλαμητρου

 

Η Μαρία Δαλαμήτρου γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1978. Τελείωσε την Αγγλική Φιλολογία του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα Λογοτεχνίας και Πολιτισμού. Είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Essex της Αγγλίας. Από το 2003 εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Το 1994 απέσπασε το Β΄ Βραβείο Ποίησης Νέων, της Ιστορικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης.

 

ΜΙΝΩΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ

 

Ο Μίνως Ευσταθιάδης σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Ανόβερο. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα Έξοδος (Ανατολικός, 2001), Χωρίς γλώσσα (Καστανιώτης, 2004) και Το δεύτερο μέρος της νύχτας (Ωκεανίδα, 2014) που εκδόθηκε στα γερμανικά (Acabus, 2014). Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους (Μεταίχμιο 2025).

Το έργο του Το Γεύμα πήρε το βραβείο Πρωτότυπου Θεατρικού Έργου της Ε.Θ.Ε., προτάθηκε για το βραβείο του διεθνούς διαγωνισμού Eurodram της Γερμανίας και μεταφράστηκε στα αγγλικά, στα γερμανικά, στα γαλλικά και στα ουγγρικά. Το μυθιστόρημά του Ο Δύτης (Ίκαρος, 2018) εκδόθηκε στα γαλλικά (Actes Sud, 2020) και βρέθηκε στη βραχεία λίστα των βραβείων Athens Prize for Literature, Violeta Negra Occitanie και Prix du Livre Europeen, ενώ το Κβάντι (Ίκαρος, 2020) κυκλοφόρησε το 2023 στα γαλλικά.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ

 

Ο Κώστας Καναβούρης γεννήθηκε στην Καβάλα το 1955. Είναι πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) και ιδρυτικό μέλος του Κύκλου των Ποιητών. Είναι αρθρογράφος στην εφημερίδα Αυγή της Κυριακής με τη στήλη «Υπάρχει λόγος». Δούλεψε επί σειρά ετών στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Είχε ως ραδιοφωνικός παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας την εκπομπή «Το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα», μια εκπομπή ποίησης και μουσικής.   Έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές, μία συλλογή με άρθρα, μία με αφηγήματα και μία νουβέλα. Έχει τιμηθεί με το διεθνές βραβείο «Prix Marulic 2008» της Κροατικής Ραδιοφωνίας για τη νουβέλα Η Μήδεια δεν βλέπει εφιάλτες. Η τελευταία του ποιητική συλλογή με τον τίτλο Τα παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ – Μικρή ανθολογία προβλημάτων πήρε το βραβείο ποίησης του περιοδικού Αναγνώστης. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά και αραβικά.

 

ΓΙΩΤΑ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ

 

H Γιώτα Κοντογεωργοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Πάτρα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας - Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και της Σχολής "Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας" και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, σε περιοδικά και σε ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, ενώ υπήρξε υπεύθυνη επικοινωνίας της Νομαρχίας Αχαΐας την περίοδο 2003 - 2010 και του Δήμου Πατρέων την περίοδο 2011 - 2014. Έχει γράψει κείμενα και στίχους τραγουδιών για δέκα θεατρικές παραστάσεις.

 

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΛΟΥΚΑ

 

Η Δήμητρα Λουκά γεννήθηκε στην Πρέβεζα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων Κόμπο τον κόμπο (Κίχλη 2019), για την οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης. Η εν λόγω συλλογή ήταν υποψήφια για το Βραβείο Μένη Κουμανταρέα της Εταιρείας Συγγραφέων. Τον Ιούνιο του 2021 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων της Η Μούτα και άλλες ιστορίες, επίσης από τις εκδόσεις Κίχλη. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Έχουν, επίσης, μεταφραστεί στα γαλλικά και τα εβραϊκά.

 

ΕΛΕΝΗ ΣΙΓΑΛΟΥ

 

Η Ελένη Σιγαλού γεννήθηκε το 1964 στα Ιωάννινα. Σπούδασε Φυσικός στο Πανεπιστήμιο Πατρών και εργάζεται ως καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει διακριθεί στον ποιητικό διαγωνισμό "Εποχές" της ιστοσελίδας eyelands. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στην ανθολογία Με όλες μας τις αισθήσεις (Εκδόσεις Καλαϊτζάκης, 2010), στο περιοδικό Πλανόδιον και στα ποιητικά ημερολόγια 2013 και 2014 του eyelands. Έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις φωτογραφίας.

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΩΤΑΚΗΣ

 

Ο Δημήτρης Σωτάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Η πράσινη πόρτα (2002), Η παραφωνία (2005), Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι (2007), Το θαύμα της αναπνοής (2009), Ο θάνατος των ανθρώπων (2012), Η ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον (2014), Η ιστορία ενός σούπερ μάρκετ (2015), Ο κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο (2017), Ο μεγάλος υπηρέτης (2019), Μισή καρδιά (2022), Η πικρή αλήθεια (2025). Το θαύμα της αναπνοής κατέκτησε το βραβείο The Athens Prize for Literature και ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας, καθώς και για το βραβείο Jean Monnet στη Γαλλία. Βιβλία του κυκλοφορούν στα γαλλικά, τουρκικά, σερβικά, ολλανδικά, ιταλικά, δανέζικα, αραβικά, κινεζικά κ.ά.

 

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953 και κατάγεται από την Αμοργό. Φοίτησε στο Μαράσλειο Πρότυπο Δημοτικό Σχολείο και στο Λεόντειο Λύκειο Πατησίων. Αποφοίτησε με άριστα από το Λύκειο (1971) και πέτυχε πρώτος στις εισαγωγικές εξετάσεις της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοιτά με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών. Το 1976 παίρνει το πτυχίο του με άριστα και συνεχίζει με μεταπτυχιακές σπουδές Ιστορίας Δικαίου στο Παρίσι (Πανεπιστήμιο του Παρισιού) με υποτροφία του γαλλικού κράτους (1976-1980).

Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα σε ηλικία δώδεκα ετών, ενώ ως μαθητής Γυμνασίου και Λυκείου συνεργάστηκε με τη Διάπλαση των Παίδων και τη Νέα Εστία. Σε ηλικία δεκαέξι ετών εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Στροφές και Μεταλλάξεις (που αργότερα απέσυρε) και δεκαοκτώ ετών Το Μεγάλο Ταξίδι. Έχουν εκδοθεί και κυκλοφορούν πολλές μεταφράσεις βιβλίων του σε ευρωπαϊκές γλώσσες. Η ποίησή του έχει τιμηθεί με πολλά λογοτεχνικά βραβεία και περιλαμβάνεται σε πολυάριθμες ανθολογίες, ελληνικές και ξένες, καθώς και στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ΄ τάξης του Λυκείου. Το 1974 ίδρυσε –και εξέδιδε για δύο χρόνια– το ποιητικό περιοδικό Η Νέα Ποίηση. Από τον Ιανουάριο του 1981 μέχρι το 2010  ήταν συνεκδότης  και συνδιευθυντής μαζί με τον ποιητή Θανάση Νιάρχο του έγκυρου λογοτεχνικού περιοδικού η λέξη (Κρατικό Βραβείο Περιοδικού 2008). Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

 



Κρεσέντσιο Σαντζίλιο, Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

    Κρεσέντσιο Σαντζίλιο Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου https://tapoiitika.wordpress.com/   Πότε αρχίσατε να ενδιαφέρεστε...