ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΞΟΔΟΥ 1975-1981 (1982)
Κάθε που γελάς
Κάθε που γελάς
ένα γεράνι σκάει
στ’ αντικρινό περβάζι
Κάθε που στενάζεις
ένα κόκκινο μήλο
πέφτει στο χώμα
Προκατάληψη
Η βρύση
θ’ απεργήσει
λόγω διακοπής
της σύμβασης
με τις πηγές
O υπουργός
Πρωτοφανές
οι κομμουνισταί
εισέδυσαν
και στους υδραγωγούς
Βράδυ στην επαρχία
Το παγωτό
στο πλατάνι
Οι στενοί ορίζοντες
στην πολυθρόνα
Η αγάπη στο ξενύχτι
Η αναζήτηση
σε γραμμές αμήχανες
Το ποίημα
σ’ ένα εγκεφαλογράφημα
Τα βατραχοπέδιλα
Το ασανσέρ
το δωμάτιο
η ζώνη
κάτι με πνίγει
ΤΟΥ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗ ΜΑΣ (1985)
Ο νεκρός του
καφενείου
Χρόνια τώρα
μετά τον Εμφύλιο
στέκει νεκρός
στην καρέκλα του καφενείου
θαρρείς και τον δέσαν
πισθάγκωνα
Οι Αρχές αποφάνθηκαν
πως δεν πρόκειται να μυρίσει
Είναι τόσο αραιοκατοικημένος ο
τόπος
Πάντως για κάθε ενδεχόμενο
έχουν εντολή να τρενάρουν
την ανακοίνωση του θανάτου
όσο μπορούνε
Αποφεύγουν έτσι τις ανακρίσεις
και την πάντα πιθανή περίπτωση
να σπάσει ο διάολος το πόδι
στις διαδικασίες απόκρυψης
στοιχείων
Η γνωστοποίηση του θανάτου
εξάλλου
μπορεί να προκαλέσει ανησυχίες
κι άντε να σταματήσεις τους
χωριάτες
άμα το πάρουν χαμπάρι
Φοβάμαι
Φοβάμαι
τις βαθιές πολυθρόνες
το χτύπημα στον ώμο
το υποκριτικό χαμόγελο
υπάλληλων κι επιδομάτων
τη λείανση της αθλιότητας
φοβάμαι
Τρέμω
τα ογκώδη πρωτόκολλα
τη λογική των εκθέσεων
τις προσκλήσεις σε γεύματα
κι επίσημες δοξολογίες
Στη στοίχιση
με την εξουσία πιράνχας
πανικοβάλλομαι
Μεταμορφώσεις
Σε κοίταξα στα μάτια
και είπα
Είσαι δέντρο
Μπορώ να κρεμαστώ στα
κλαδιά σου
και ν’ αγγίξω τον
ήλιο
που χρόνια τον
πρόσμενα
σε νοικιασμένα
υπόγεια
Σε φίλησα στα χείλη
και είπα
Είσαι μέλι
Μπορώ να βουτήξω τα
δάχτυλα
και να τα γλείψω
άφοβα
χωρίς να καρφώσουν
ακίδες
τη γλώσσα μου ύπουλα
Tου Αγίου
Στις 18 του Γενάρη
θα πας σχολειό σαν κάθε μέρα
με την εγκυμονούσα πράσινη τσάντα
Το τζάκετ τ’ αξύριστα γένια
τα παπούτσια που ποτέ δεν αλλάζεις
θα προσβάλουν τους πιστούς του Αγίου
που ανερώτητα μπήκε στην ταυτότητά σου
Μαθητές ένας ένας
θα σου σφίξουν το χέρι
θα σου δώσουν ευχές αισιόδοξες
θα συγκινηθείς ενμέρει
Ύστερα η ιδιαίτερη τάξη
θα σου προσφέρει μια ανθοδέσμη
με λουλούδια πολύχρωμα
αν και αφύσικα
Οι επιθυμίες σας ευχές μας
θα γράψουν στην αφιέρωση
Θα σημάνει συναγερμό η καρδιά
και στην αμίλητη βροχή σου θα πνιγείς
Τα παιδικά γελούμενα μάτια
που εκπέμπουν τα γνήσια αισθήματα
θα σε διαλύσουν απόλυτα
για να βεβαιωθείς ακόμα μια φορά
πόσο δίκιο έχεις
να σε τρώει η έγνοια τους
ΜΟΝΤΕΛΟ ΣΩΜΑΤΟΣ (1988)
Παράξενος άνθρωπος
Βγαίνει από το καβούκι του
μονάχα τη νύχτα
αρτιμελής σταλακτίτης σιωπής
όταν οι άλλοι επιστρέφουν
οιμώζοντας
με κομμένα δάχτυλα
για να χαϊδέψουν τις
μπαγιάτικες γυναίκες τους
και να σπαργανώσουν των
τραυμάτων τα βρέφη
στη φόδρα του ύπνου
Τότε λοιπόν ξεπορτίζει
από τις χαραμάδες της μνήμης
μ’ ένα μολύβι κρεμασμένο στον
ώμο
κι επιστρέφει ξημερώματα
κατάκοπος
μ’ ένα ματωμένο ποίημα στη ζώνη
Παράξενος άνθρωπος
ο ποιητής
Αναμονή
Σαν έρθουν
οι μικροί μετανάστες
με την πτήση του Μάρτη
σαν έρθουν
τα χαριτωμένα νεγράκια
με τις κραυγίτσες του ήλιου
στην κρήνη του ράμφους
θα εκραγώ κι εγώ
πρωινό τριαντάφυλλο
Για την ώρα
ρίξτε μια ριπή από φως
στο νυχτωμένο μου στήθος
Προσωπογραφία
Εμένα ο πατέρας μου
είχε δυο χέρια βομβαρδισμένα
τοπία
ένα ακρωτήρι στο βλέμμα
και στον ώμο ένα σάκο τριμμένο
με τα σύνεργα της επανάστασης
σκεπάρνι αλφάδι μέτρο μυστρί
κι ένα σφυρί
Το δρεπάνι το είχε στο κεφάλι
Εξομολόγηση
Κυρίες και κύριοι
δε σας κρύβω
πως έξω απ’ τα τείχη της πόλης
σας
στήνω το χάρτινο αλογάκι της
τέχνης
ως δαναός κρυπτοκομμουνιστής
μπας και διαρρήξω το δέρμα του
ύπνου σας
να τρέξουν πάλι τα έντονα χρώματα
αλλά πέστε μου κι εσείς παρακαλώ
με το χέρι στην καρδιά
εγώ που για να σώσω την ανάσα μου
πρέπει το δίχως άλλο
να συναρμολογήσω το διαμελισμένο
μου σώμα
καθώς ψαράς τα σπασμένα του
δίχτυα
πώς θα μπορούσα να βγάλω μια άκρη
χωρίς τα σύνεργα χέρια σας
και δίχως στο κεφάλι μου
ένα μοντέλο σώματος
ΑΝΟΙΓΜΕΝΗ ΦΛΕΒΑ (1991)
Το τζάκι του έρωτα
Πέφτει βροχή παίρνει το χαμόγελό
σου
στη σκόνη του δρόμου λασπωμένο
νόμισμα
τα μαλλιά σου στάζουνε θλίψη
στο πέρασμα της ομίχλης φωνής σου
πίσω απ’ το μεσημέρι
βουλιάζουν τα τοπία στα μάτια σου
τα μάτια στο δάκρυ
μπάζει νερά το σώμα
ωραίοι ναυαγοί
τεντώνουν με απόγνωση τα χέρια
στη μνήμη
στην προκυμαία στεγνώνουν ως να
πέσει η νύχτα
και κορώνουν στο τζάκι του
αυριανού σου έρωτα
Το τελευταίο λεωφορείο
στον Μάνο Νταουντάκη
Γύρω στα μεσάνυχτα μαζεύω από το
κέντρο
τους τελευταίους ναυαγούς των
κινηματογράφων
έρωτες ξεχασμένους
και αργοπορημένους επισκέπτες φοιτητικών
δωματίων
Συνασπισμένες μοναξιές
σαν τις αφίσες μιας απεργίας στην
Αριστοτέλους
μοναξιές αυτόνομες όπως ιστός
σημαίας
κοπέλες που κατεβαίνουν από τον
έβδομο ουρανό
πυρπολημένες φρεγάτες
αγόρια που
ανεβαίνουν από το υπόγειο του σώματος
με ανήσυχα σύννεφα
Στο τελευταίο δρομολόγιο
αναβοσβήνουν τα φεγγάρια στις
διασταυρώσεις
σαν τα μάτια της Καίτης
Τις πλατιές λεωφόρους
καταβροχθίζω ταχύτερα
ταχύτερα ερημώνω
στο τέρμα της συνοικίας φτάνω
λεωφορείο αδειανό φωταγωγημένο
Ο Γκεβάρα
με αφορμή μια φωτογραφία
Σε
ατμοσφαιρικό μπαράκι
πίνεις γουλιά
γουλιά την οδύνη
κόσκινο
κάνοντας τη σιωπή
με αναμμένα
τσιγάρα
Στο άλλο
τραπέζι ο Γκεβάρα
θερισμένος
κάμπος
Νύχτα φυσάει
στα μαλλιά του
σβήνουν
γύρω τ’ αστέρια τα τσίγκινα
Από μια άποψη
ήσουν τυχερός
δικέ μου Τσε
Έπαιξες κι
έχασες
Εμάς έλα να
δεις
που χάνουμε
χωρίς να παίζουμε
Αγωγή έξωσης
Εγκαταλείπω το σώμα
εγκαταλείπω το σώμα
τέρμα πια οι αυταπάτες τα
μεμψίμοιρα λόγια
Μαζεύω ήδη τα προσωπικά μου είδη
ένα δύο τρία δέντρα τρεις παλάμες
ουρανό
τον καθρέφτη με το παγωμένο σου
πρόσωπο
Εγκαταλείπω το σώμα
εγκαταλείπω τις γωνιές που σε
προστάτευα
τις επικίνδυνες νύχτες
αυτήν την αίσθηση ευφροσύνης που
διαποτίζει τον αέρα
τις κραυγές της χαράς και του
πόνου
που σφήνωσαν στις χαραμάδες σαν
καρφίτσες
Εγκαταλείπω το σώμα
εγκαταλείπω το σώμα
εδώ θα στεγαστεί ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ
όπως γράφει και το πανό στην
πρόσοψη
ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (1996)
Το επόμενο ψέμα
Ως το
λαιμό
ίσαμε τη
σχισμή των χειλιών
στα
σπήλαια της ανάσας
μπαινοβγαίνοντας
να
παίζει η στάθμη των ερειπίων
και της
πηχτής απόγνωσης
η μνήμη
η αιμόφυρτη
των
βυθισμένων ιδεολογιών
ώσπου να
χαμηλώσει κράνος
ο
ουρανός του βλέμματος
και
να πεινάσει το φως
Τότε ανάψτε του
το επόμενο ψέμα
Η μπαλάντα των δασκάλων
΄Εχουν κι οι δάσκαλοι
το δικό τους τρόπο
να διαφεύγουν το θάνατο
Κάθε που σημαίνει η ώρα
και χαμηλώνει το σύννεφο
καταφεύγουν στο γύρο των παιδιών
καμώνονται την Ελένη
χτενάκι σκαλώνουν στα μαλλιά
στρείδια στα βραχάκια τα στιλπνά
των κοριτσίστικων ματιών
στο γέλιο το τρεχούμενο
πέφτουν μουσκίδι γίνονται
στεγνώνουν στο φράχτη των δοντιών
φωτιά στα μαύρα τόπια
βάζει ξανά η μέρα
Η ρεβάνς
Εγώ το γόνυ μου κλείνω
και στέφανο άτακτο καταθέτω
όχι στους νεκρούς διατεταγμένους-
στους αδιόρθωτους γεννήτορες
γυναίκες και άντρες
που ολημερίς φορτωμένοι στη ράχη
τους γιους και τις κόρες
εθελοντές υπέροχοι
στον ήλιο τη βροχή και τ’ αγιάζι
διασχίζουν με βάσανο οδούς και
παρόδους
τις πύλες να προφτάσουν
τα γυμναστήρια τα ωδεία
τα χοροδιδασκαλεία τα
φροντιστήρια
ζητώντας πίσω το χαμένο τους
πρόσωπο
Η ηλικία της αθωότητας
Ι
Τα μικρά μου κορίτσια στον ύπνο
πουλιά σκοτωμένα στη χλόη
Αλήθεια σας λέω
απ’ το μυαλό μου το ’βγαλα
που λέει κι η κόρη μου η Βούλα
απόφοιτη του Παιδικού
ΙΙ
Σήμερα η Βουλίτσα
δε φτάνει το μπαλόνι
που ωριμάζει στο πολύφωτο
Οχ κόντυνα είπε κι έσπασε
η απάθεια του καθρέφτη
III
Να μου φυλάτε τα κουκλάκια
έγραψε στα μάτια μας το κορίτσι
και χάθηκε
δάκρυ στη θάλασσα
Έκτοτε η μάνα
σαν πλώρη αναδυόμενη
στο πούσι του πρωινού
τσακίζεται στην τρέλα
του πλουμιστού μαρμάρου
TΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ (2002)
Ο ένοικος της τρίτης ερημίας
Αν τύχει και
τηλεφωνήσετε σε άνθρωπο περασμένης ηλικίας που ξέρετε πως ζει μονάχος του μη
βιαστείτε να κλείσετε όσο πολύτιμος κι αν είναι ο χρόνος σας όσο ανυπόμονους κι
αν σας έκανε η ζωή μην πείτε βγήκε ή ίσως πέθανε γιατί τότε δεν τρέχει τίποτα
θέμα υπάρχει αν ζει κι είναι στο σπίτι του μην κλείσετε λοιπόν δεν ξέρετε
μπορεί εκείνος στη λίγη συγκατάβαση που θα δείξετε ανήμπορος να σέρνεται φίδι
στο θερισμένο δάπεδο και να προφτάσει ο δύστυχος δεν ξέρετε έτσι μ’ ένα τίποτα
σώζεται ο άνθρωπος
Δήλωση μετανοίας
Είδα κι απόειδα νύχτες και νύχτες να διασχίζω τρένο μονάχο τις παγωμένες εκτάσεις του λευκού πήρα λοιπόν τα μάτια τα σπασμένα μου δόντια στη χούφτα και ήρθα
Βεγγαλικά ανέρχονται παγόνια στον ουρανό στίλβουν προσόψεις μάτια χαμηλωμένα σαν άδεια ποτήρια σάχλα κανάλια μπάρμπεκιου κι ο χρόνος στο πλευρό Αλιάκμονας ποταμός πλατάνια και βελάσματα και μουλωχτό ρουμάνι κορίτσια διαβαίνουν στα ρηχά της λεωφόρου σηκώνοντας τα σκοτάδια όνειρα ατέλειωτα στο μήκος της ώρας
΄Αι σιχτίρ
εγκράτεια είπα και χάρηκα που μπόρεσα κι εγώ να κάψω τη μέρα κι επιβάτης του
σώματος να φτάσω νύχτα στην όχθη του ύπνου
Τεστ κοπώσεως
Οδοιπορώ
ξυπόλυτος σπαρμένος καλώδια αφήνω πίσω βουνά και λαγκάδια τα παιδιά μου στα
Goody’s αφήνω και βλέπω πάντα το ίδιο απέναντι σαν παράθυρο σταματημένο το ίδιο
παγωμένο πουλί να με περισφίγγει στο πανσέληνο μάτι του
Τώρα
Σεπτέμβρης κι ανοίγω το βήμα πέφτουν τα χελιδόνια στο χάσμα της απουσίας στο
έμφορτο κλήμα αδηφάγα σπουργίτια κι εγώ ακούω πάλι και πάλι το ίδιο φίδι
μέταλλο να σφυρίζει το ίδιο ουρλιαχτό να κομματιάζει την ευημερία στον ίσκιο
του μεσημεριού
Κάθιδρος καλπάζω ήμουν δεν ήμουν στα πέντε και πέφτει το σούρουπο γυναίκες στη βρύση άντρες στο δρόμο ο φοβερός κατήφορος κι η κόκκινη φοράδα πέταλα ραδιοφώνου στοιχειώνουν ακόμα τη μνήμη μου κι είμαι πάντα εδώ σαν προκυμαία τσακισμένο κύμα ετάζων νεφρούς και καρδίας
Βίος και πολιτεία του Χρίστου Βλαχάβα
στον Κλείτο Κύρου
Με τρύπια παπούτσια κι ένα παλτό τριμμένο της ΟΥΝΡΑ
κατηφόριζε για τον άλλο συνοικισμό τις άγριες νύχτες του χειμώνα ο εκτελών χρέη
νοσοκόμου στο χωριό Χρίστος Βλαχάβας εξόριστος άλλοτε στα βράχια του Αιγαίου
παραγωγός καπνού στα Κρανίδια κατόπιν με σακατεμένη γυναίκα και τρία κορίτσια
κατηφόριζε λοιπόν μέσα από το πλημμυρισμένο ρέμα με μόνο αστέρι το αναμμένο
τσιγάρο κι αφού έκανε την ένεση με τα σύνεργα που είχε ήδη απολυμάνει στο
κατσαρόλι η μονίμως γερασμένη γυναίκα έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής αφήνοντας
πίσω του το φόβο και την υποψία πως όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να γίνονται για
μια ιδέα
1985
μεσούντος του καλοκαιριού έγειρε ο Χρίστος Βλαχάβας με δίχως ένα χέρι να
στηρίζει τον ίσκιο του
ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΣΕΣ
(2010)
Το χούφταλο
Αυτό το χούφταλο που βλέπετε
να περιφέρει τη σκιά του αγόγγυστα
στους διαδρόμους των νοσοκομείων
αναζητώντας με απόγνωση ένα βλέμμα
για να στηρίξει το γκρεμισμένο μπόι του
Αυτό το χούφταλο που λέτε
γέννησε τη Μέριλιν Μονρόε
τη Ρόζα Λούξεμπουργκ
το Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
εσάς που με διαβάζετε
εμένα που γράφω
Είπα να γράψω
Είπα να γράψω ένα ποίημα
για φίλο αγαπημένο
Είναι τόσο λυπημένος που
έχασε τη μάνα του
αν και πλήρη ημερών
Πλήρη τρόπος του λέγειν
γιατί εδώ που τα λέμε
ποια ηλικία μπορεί ν’
αποχαρακτηρίσει μια μάνα
Θέλω να δείξω λοιπόν την
απέραντη στέπα της λύπης του
Σωπαίνει και μπάζει νερά η
σιωπή
Κοιτάζει μέσα του βυθισμένα
τοπία
Στενάζει κι ένα κύμα
αιφνίδιο σβήνει τα μάτια
Τέτοιες στιγμές αφήνω το
μολύβι και πιάνω το τηλέφωνο
Από την άλλη άκρη φτάνει
αγαναχτισμένη η φωνή της μάνας
Διαμαρτύρεται για τις
επανειλημμένες οχλήσεις μου
Μια φορά εγώ είμαι ευτυχής
και δεν πα να φωνάζει εκείνη
Κλείνω το τηλέφωνο κλείνω
και τα χαρτιά μου
Δε γράφεται το ποίημα με
ξένο πόνο
Καφές στην Ελιά
Κηρύκου και Ιουλίττης σήμερα 15 του
μηνός Ιουλίου και είμαι μπορώ να πω ευτυχής παρά τα πενήντα πέντε χιόνια που
βαραίνουν την πλάτη μου
Πίνω
την παγωμένη μοναξιά μου στην παραλία της Ελιάς κάτω απ’ τον ίσκιο των πουλιών
έχω στη διάθεσή μου ένα ολόκληρο πούρο πριν ξανακόψω οριστικά το κάπνισμα και η
ημίγυμνη γκαρσόνα γλάρος σερφάρει στα γαλάζια μου μάτια
Κάθομαι εδώ
στην άκρη του σύμπαντος άκρως ασήμαντος χωρίς ένα σύννεφο μες στο κεφάλι μου και
χαζεύω γύρω ολόγυρα ολόγυρα και πέρα ως τις εκπνοές του Αλιάκμονα το σταθμό
Λιτοχώρου ως κάτω στο Κάστρο εκεί που αίμα ζεστό το Zastava ανέρχεται ακόμα τις φλέβες του
Πλαταμώνα
Κάθοδος
Βορείου
Κατεβαίνω στην Αθήνα μια στις τόσες
Ηotel Τitania 7 το βράδυ
Παρατηρώ
διακριτικά μοιραία κυρία που καπνίζει τη μοναξιά της στο μπαρ
Αίφνης βγαίνουν απ’ το ασανσέρ και
κατευθύνονται προς το μέρος μου ο πρόεδρος του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης
ο γραμματέας ο εκπρόσωπος τύπου του κόμματος
Μου είναι
τόσο οικείοι απ’ τις Ειδήσεις που προς στιγμή χάνομαι και τους βλέπω όλους μέσα
απ’ την οθόνη της τηλεόρασης
Σπανίως κατεβαίνω στην Αθήνα
Βορράς και Νότος στ’ αλήθεια
Πάλι
Κατέρχομαι στο άστυ αριά και πού
Ξενοδοχείο «Τιτάνια» φωτισμένο σκοτάδι
Αναμένω στη ρεσεψιόν φίλη καλή να με πετάξει στου Ζωγράφου
Αίφνης εξέρχονται απ’ το ασανσέρ
εισέρχονται προς στιγμή στην οθόνη της τηλεόρασης και διέρχονται δίπλα μου ο
πρόεδρος του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης ο γραμματέας ο εκπρόσωπος
τύπου του κόμματος ο αχώνευτος εκείνος
Σπανίως κατέρχομαι στο άστυ
Πάνω και κάτω κόσμος στ’ αλήθεια
Οι μαμάδες
Μ’ αρέσουν οι νέες μαμάδες που βλέπω στο δρόμο με το ταγάρι στον ώμο το
μανάρι στο χέρι να περνούν τις διαβάσεις να κόβουν βόλτες στο πάρκο ν’
αναπέμπουν αιώρες
M’ αρέσει που δεν αφέθηκαν να πνιγούν στο
νεροχύτη να ξεχειλώσει το σώμα τους που ακόμα συχνάζουν στις ακτές του φραπέ κι
ανελκύουν στενάζοντας τον καπνό εκβαθέων ενώ τα βλαστάρια τους διαρκώς επιστρέφουν
δροσερά κυματάκια στα υπέροχα πόδια τους
M’ αρέσουν στ’ αλήθεια οι νέες μαμάδες στ’
αλήθεια ζηλεύω που δεν είμαι ο άντρας τους έχουν μια γοητεία αχτύπητη αυτές οι
γυναίκες θυμίζουν θείες ελεύθερες που βγάζουν βόλτα τ’ ανίψια τους εκλιπαρώντας
την άλωση
ΧΑΜΗΛΑ
ΠΟΤΑΜΙΑ (2015)
Βόλτες στο περβάζι
Πίσω απ’ τις περσίδες
ένα σπουργίτι τεμαχισμένο
κόβει βόλτες στο βλέμμα μου
Κάθε που βλέπω στην
οθόνη
εκείνον να
περιμένει εκείνη
στο σταθμό του
τρένου
μια θλίψη με
συνέχει
που δε μου ’τυχε κι
εμένα να ζήσω
παρόμοια στιγμή στη
ζωή μου
κι ας μην ήταν ντε
και καλά στιγμή της χαράς
ας ήταν της λύπης
εκείνη να φεύγει
σύννεφο πίσω απ’ το τζάμι
κι εγώ να μένω
αποσκευή ξεχασμένη
ενώ ήδη αρχίζουν να
πέφτουν
οι πρώτες σταγόνες
της βροχής
Οι γιαγιάδες
Πάνε πια οι γιαγιάδες του παλιού καιρού
οι μαυροφόρες εκείνες που ξέραμε
με τα βαριά φουστάνια το σφιχτοδεμένο μαντίλι
οι φαφούτες εκείνες με το τσαλακωμένο πρόσωπο
το δειλινό στο βλέμμα
τώρα οι γιαγιάδες αλλάξανε
απόχτησαν τρόπους ντεκολτέ διαζύγια
πρόσωπα σιδερωμένα και στίλβουν
βάφουν τους πόθους ενυδατώνουν το ψέμα τους
εκβάλλουν στα μικρά café σερφάρουν
μα σαν έρθει η ώρα που σπάζουν οι φλέβες
και το αίμα ξαναβρίσκει το χρώμα του
τρέχουν να κρυφτούν πανικόβλητες
πίσω απ’ τη φυλλωσιά της δικής τους γιαγιάς
σαν άλλοτε που γύφτος έφτανε
ο
φόβος στην πόρτα τους
Το απολωλός ποίημα
Έμπαινα στο ποίημα
με τ’ άσπρα πανιά μου στο φουλ φουσκωμένα
πλήθη στην προκυμαία τσακίζανε χέρια
μπάτης κι έπαιρνε το σώμα στις μνήμες
Έμπαινα ήδη στο ποίημα
με ανασκουμπωμένα μανίκια
παντόφλες ευρύχωρες και λάσκα πιτζάμα
τρένο υπέροχα μόνο
στην απέραντη ερημία της στέπας
Έμπαινα επιτέλους στο ποίημα
εν πλήρει στύσει
σκαμπανέβαζα πες σε κρεβάτι τριζάτο
όταν αναπάντεχο μ’ έκοψε τηλεφώνημα
Κεράσια στον κόρφο
Ι. Ο εξώστης
Δυο πιτσιρίκες συζητούν
Τι είναι αυτό;
Γκρεμός
αποφαίνεται η ελάχιστη
και γίνεται κυκλάμινο
II. Το μαντίλι
Στα σκαλιά της σκηνής
γονατίζει και κλαίει
αγαπημένη πού να ’σαι
Αίφνης ο μικρός θεατής
περνάει το γεφύρι
και του προτείνει άσπρο μαντίλι
Τώρα το βασιλόπουλο
κλαίει στ’ αλήθεια
III.
Εντυπώσεις από μια πρεμιέρα
Μετά την πρώτη της εμφάνιση
στο Μέγαρο Μουσικής
η μικρή σολίστ
επιστρέφοντας σπίτι
περιέγραψε ως εξής την εμπειρία της
στον μπαμπά της
που αδημονούσε ν’ ακούσει
Μπαμπά πεινάω
Βροχές Βερμίου (2022)
Το βουνό
Πέρασαν μέρες πέρασαν
νύχτες πέρασαν άνθρωποι
κι άνθρωποι
κάτω απ’ τον ίσκιο του
Κι αυτό εκεί
βουβό κι ασάλευτο
απόμακρο πάντα
αθάνατο
Λόγος υπέρ ολοκαυτώματος
Όλο και συχνότερα εσχάτως
πάει κι έρχεται στο νου μου
η ιδέα του ολοκαυτώματος
Το μνήμα σκέφτομαι θέλει άνθρωπο δίπλα του
να πλένει να καθαίρει
ν’ ανάβει τα κεριά και τα καντήλια
ν’ αλλάζει τα λουλούδια
τις ξέθωρες φωτογραφίες
Το μνήμα λέω
θέλει άνθρωπο δικό του
χνότο ζεστό στην παγωνιά
μα πού να το βρει στις μέρες μας
έτσι που τα πουλιά μας σκόρπισαν
στους πέντε ανέμους
Κάλλιο λαμπάδιασμα λοιπόν
μια χούφτα στάχτη σκόρπισμα
και είσαι παντού και πουθενά
κι έγνοια καμιά για τους επόμενους
ούτε και τύψεις μάταιες
Άλλωστε ολάνοιχτος εσύ και βλέπεις
Mνήμα
σαν τη μνήμη δεν υπάρχει άλλο
Οι καλές συνέπειες
της στοχαστικής αλλαγής
Πλάτη με πλάτη απόψε
Εκείνος σκέφτεται
νύχτα που καίγεται δεν επανέρχεται
κι αλλάζει πλευρό
Εκείνη πάλι
μήλο που πέφτει δεν επιστρέφει
και γυρίζει πλευρό
Ενώπιος ενωπίω πια
η μια ανάσα πάνω στην άλλη
και λιώνουν
Μια λίμνη τώρα γύρω τους
και νούφαρα τα πεταμένα ρούχα
Κορίτσι στο μπαλκόνι
Γέρνει το
κεφάλι μεστωμένο στάχυ
κι ακουμπά
στην κουπαστή τα φτερά της
Πίσω της
επέρχεται η άνοιξη
εκπυρσοκροτώντας
Κόκκινα και
μαύρα πλακάκια στη φούστα
απάνωθε νύχτα
κλειστή αμάνικη
τα μαλλιά της
γκρεμισμένο σκοτάδι
Το γόνατο
λυγίζει ελαφρά
αεράκι που
θωπεύει κλωνάρι
Μποτάκια
εβένου και πόδια αλαβάστρου
Βλαστάρι το
βλέμμα της
σπάζει την
κρούστα του δικού μας
Συμβάλλει και
το μόλις χαμόγελο
αυγή που
οσμίζεται ήλιο
Και είμαστε
πια
στο έλεος
μιας ομορφιάς
που απειλεί τις ράγες μας μέρα και νύχτα
Εκπτώσεις ηλικίας
Εγώ που τόσο αποστρεφόμουν
την έξοδο απ’ το τερέν
και τόσο ελεεινολογούσα
εκείνους που τη λαχταρούσαν
εγώ λοιπόν που τόσο
Δεν το περίμενα πως θα κατέληγα εδώ
στον έσχατο εξευτελισμό
να κείτομαι κουφάρι στις όχθες του ποταμού
να χαίρομαι που εκπίπτουν τ’ άσπρα μαλλιά μου
τις χάρες ν’ αποδέχομαι του σεβασμού ασμένως
το στίγμα της ταπείνωσης
εγώ που τόσο απεχθανόμουν
τον οίκτο των άλλων