Συγκομιδή
Οξύ
σπαρακτικό το φως τέλος Οκτώβρη
έριχνε πάνω
στη σκηνή αιωνιότητα
Εγώ η μάνα ο
πατέρας στο λιοστάσι
απόγευμα
Είχαμε μόλις
μαζέψει τις ελιές
και στέκαμε
κι οι τρεις κάτω απ΄ το δέντρο
Τότε
σφούγγισε με το βρόμικο μανίκι τον ιδρώτα
στρέφοντας προς τη δύση
ρυτίδες
αντηλιά χαμόγελο
Κι έμεινε
εκεί
εγχάρακτος
απ’ το πολύ λιοπύρι της ημέρας
μικρό
επιτύμβιο της όρασης
κάθε που
ψάχνω νά ’βρω το χωράφι
κι έχουν τα
σύνορα αλλάξει κι η ζωή μου
Τα νιάτα με τα γηρατειά
πώς αγκαλιάζονται
Δες την
πώς
σκαρφαλώνει στο λαιμό του
πώς κουμπώνει
στον κόρφο του
αναρριχητικό
δεντράκι
ανήσυχο
θροΐζοντας στα χέρια του
Φλέβες παλιές
και φλέβες ρόδινες
γέλια μαζί
εξίσου νεόβλαστα
Παρατηρεί το
πρόσωπό του
κρατώντας το
κεφάλι πίσω
το πιάνει με
τα δάχτυλα
διορθώνοντας
τις τόσες του μετώπου χαρακιές
με ένα απαλό
αναιδές πασπάτεμα
Κι ύστερα τον
φιλά
Τον
αγκαλιάζει
επαναπατρισμένη
καθαρότητα
Τον παίρνει
μαζί της για λίγο στη βιασύνη
την παίρνει
μαζί του για λίγο στη νωχέλεια
κρατιούνται
απ’ το χέρι σε υπέροχη παύση
και μετά αυτή
ξεχνά μεγαλώνοντας
κι εκείνος
θυμάται ολοένα μικραίνοντας
Φύλλα
Δεν είναι πια
για να θυμώνεις
μα να λυπάσαι
τώρα
ο τρόπος που
πεθαίνει ο πατέρας
η μάνα που
ποτέ δεν κατανόησε
τα άνεργα
χέρια αφημένα στην ποδιά
Δεν είναι
πλέον να λυπάσαι
μα πια να
συγχωρείς
ο τρόπος που
αποζήσανε
κλειστοί σαν
θυμωμένοι
τα λόγια που δεν ήξεραν να πουν,
η ανάγκη να
’ναι το φταίξιμο του ενός
για να υπάρχει
ο άλλος
Δεν είναι πια
να συγχωρείς
μα πλέον να
ζεσταίνεις
στην αγκαλιά
το ραγισμένο σώμα
ένα ζυμάρι
αγάπης
Δεν είναι πια
να τους μαλώνεις
όσο ανήλικους
κι αν τους κατάντησε ο καιρός
είναι η
στιγμή να πάρεις στα δυο χέρια σου
ετούτη την
τρεμάμενη καρδιά τους
όπως κρατάει
παλάμη
φύλλο που
έπεσε απ’ το δέντρο
φυσάει βοριάς
το παίρνει ψίχουλο ψηλά
πια δεν το βλέπεις
Αμνός του
Κυρίου
Τώρα άρτος
πουλιού
Μήνας Μάρτης
πρώτο βράδυ
στο μνήμα
και βρέχει ο
θεός.
Πασχαλίτσα
στο χώμα σου πάνω
Ο κάμπος που
διάβαινες θροΐζει στο απόβροχο
Ξανανάβουν
εδώ ολόφωτα δώρα
Έχει
εκεί παπαρούνες υγρές απ’ την μπόρα;
Σπαραγγιές
στις ελιές;
Έχει μάραθα εκεί;
Άγριες αγκινάρες
άρτυμα
για της
σαρακοστής το νηστευτή;
Σουγιαδάκι
στενό για να κόβεις
τραγανό το
βλαστό γαϊδουράγκαθου
να κερνάς τα
παιδιά και να χαίρεσαι εσύ;
Έχει
τσιγαράκι κλεφτό να καπνίζεις στη χλόη,
πατέρα,
Ουρανό για
κλειστά, αγαθότατα μάτια;
Ήρθε ο καιρός
Ήρθε ο καιρός
να ξεκρεμάσεις
τα ρούχα του
πατέρα απ’ την ντουλάπα
το μαντιλάκι
για το πέτο στο κοστούμι
πιτζάμες
καλοκαιρινές και κάλτσες μάλλινες
παντόφλες και
γραβάτες
σε μία τσέπη λίγα κέρματα
ίσως κάποιος
φτωχός τα ελεήσει στην ορφάνια τους
Κρατάς μονάχα
τη ζακέτα του
να τη φοράς
όταν ριγείς
στα τόσα χάσματα
και πότε πότε
τη χαϊδεύεις
όπως χαμένο
κατοικίδιο
που σου
χτυπάει την πόρτα ένα βράδυ
και έρχεται
μουσκεμένο
για να χωθεί
στο φόβο και τη ζέστη σου
Τι να ’ναι
τούτο μες στα μάτια του;
Σκοτάδι ή
γνώση;
Κι αυτή
ανάμεσα στα φρύδια η πληγή;
Με ποιον να
πάλεψε και έμεινε
σημειωμένη
προγραφή στο μέτωπο;
Κι εσύ περνάς
το χέρι σου στο χνούδι
γκρίζας
παλιάς ζακέτας του χειμώνα
για να
ζεστάνεις το κουρασμένο αποφόρι της αφής
να εξακριβώσεις το μόνο σώμα που έμεινε
ήρεμα,
συνεχώς,
σχεδόν με
βεβαιότητα.
Κοιμητήριο
Το κυπαρίσσι
στην μάντρα
του νεκροταφείου
χλωρός
οβελίσκος
σημαδεύει τον
τόπο
Στην
περίμετρο γύρω
τυφλότητα
ασβέστη
χαυνώνει τον
κάμπο
Τα
ψυχοσάββατα
λάδι και
στάρι
ο χαλκός της
καμπάνας βραχνός
λαλεί
δισταγμό ως
την παύση
Κι όλο μετά
ησυχία του
σήμαντρου
σταλάζει
στα λευκά
χαμομήλια
περίσκεψη
Η κοίμηση των
σιωπηλών
στο περιβόλι
αρδεύει
γαλήνιο φύτρο
συνέχειας
Κατοικίδια
Κουμπιά
στο τσίγκινο
κουτί από μπισκότα
Λαμπάδες της
Ανάστασης
φυλαγμένες
για άμα κοπεί
το ρεύμα τα
μεσάνυχτα
πανάκια από
παλιές φανέλες του πατέρα
το βυσσινί
βελούδο στο τραπέζι
στρωμένο
μόνο τις γιορτές
και η καράφα
του κρασιού
με το μακρύ
λαιμό
να αντηχεί
την
καλλικέλαδη ροή μιας ευωχίας
Κάπως έτσι
στέκονται όρθια τα σπίτια
όταν χέρι
αγαθό
μαζεύει απ’
τον καιρό το κουρασμένο
ταμιεύοντας
με πρόνοια ή αγάπη πες
λίγη ακόμα
σημασία
μια
χρησιμότητα
ίσως μνήμη
Κάποτε βέβαια
τα πετάς
αυτά τα
πράγματα που δεν αντέχουν άλλο
με κάποια
μεταμέλεια
για το χαμένο
στα σκουπίδια νόημά τους
κι άλλοτε
κάπως ένοχα
τα παραχώνεις
στην ντουλάπα
όπως ετούτη
την κουβέρτα
πάλιωσε πια
ζεσταίνοντας
στοργή για να
επιστρέφεις
ή εκείνο το
βαζάκι για το αλάτι
αμίλητο σαν
μυστικό χρόνους σαράντα
στο κάτω ράφι
της κουζίνας
Ακίνητα
φθαρμένα
κατοικίδια
περιφρουρούν
αυτή την
αντοχή
που γίνεται η
ψυχή του ανθρώπου
ανίδεα σκεύη
της μετάληψης
στη θεία
κοινωνία της διάρκειας
Πάντα
Άνοιξη πάντα
Απρίλης Πασχαλιάς
με συννεφιά
ζεστή ή ευγενική λιακάδα
Του μίσχου
ατελεύτητη άνθηση
γλυσίνες
τριαντάφυλλα βιολέτες.
Των χωραφιών
ο βόμβος σιγανός
πρέπει να πας
κοντά να κρυφακούσεις
το βύζαγμα
της κάμπιας στον βλαστό
του κριθαριού
ψιχαλιστό το λύγισμα να αγγίξεις
όταν φυσάει
αποβροχάρης άνεμος στον κάμπο.
Η ομορφιά σαν
έλεος
ή σαν της
Μεγαλοβδομάδας της σιωπή
που πάει να
πει
μια αγαθότητα
του βλέμματος
κι ο νους σου
δωδεκαετής μες στον ναό
μαθαίνει
τι σπέρμα
γόνιμο το φως, τι ουρανός η αγάπη
Στιγμές
1.
Άγουρα φώτα
λεμονιάς
μες στο
Νοέμβρη
όχι ακόμα
κίτρινα
πράσινα όχι
πια
Να ’ναι αυτό
η ομορφιά;
Το ολοένα
φτάσιμο του ολόκληρου;
Το ακριβώς λίγο
πιο πριν
αυτού που
αρχίζει να τελειώνει;
2.
Μελωμένος
απόυπνος
μετά από
κούραση πολλή
τέλος
βδομάδας
σε βγάζει στο
απόγευμα
σε ακουμπάει
σε βελούδο
Ονειρεύτηκες
κάστανα
μυρωδιά της
κανέλλας
ουρανό μαλακό
όπως το
χνούδι της φασκομηλιάς
στους αστραγάλους
σούρουπο που
δεν ήταν φόβος
3.
Πρησμένη
γυαλάδα του μήλου
χειμωνιάτικου
μήλου
διαφεύγει
στα δυο χέρια
σου ανάμεσα
καμπύλη και
κόκκινη
Όπως καλά
κρυμμένο μυστικό
λάμπει
μπροστά στα μάτια σου
Κρατάς τον
καρπό στην παλάμη
συμπαγές
επιχείρημα:
ο κόσμος
απλός
σχεδόν σαν να
υπάρχει θεός
Περιμετρική Πατρών
Μόλις
περάσεις
τις σήραγγες
της περιμετρικής
σε
βρίσκει ένα γαλάζιο
στον κόλπο
των Πατρών ακαριαίο.
Μια
απομάκρυνση σαν νόημα φτερούγας
σε πηγαίνει.
Απέναντι η
Βαράσοβα,
όχι βουνό μα
κρύσταλλος,
ένα αιώρημα
φλεβών
που πάει τη θάλασσα ψηλά
τον ουρανό
στο κύμα.
Διαφάνεια
τόση που σαστίζεις
με τόση
αταραξία κυανού
τόση γλυπτή
σφοδρότητα.
Κρατάς στα
χέρια το τιμόνι
και αν πας
ευθεία θα τρυπήσεις
αυτή την
άσπλαχνη ομορφιά,
του γαλανού
τη θηριώδη
τρυφερότητα.
Κάτι μεγάλο
λες
κρατάει αυτόν
τον κόσμο
στην παλάμη
του
μπροστά σου
τον δονεί
με χίλια φώτα
πολυέλεο,
μέσα σου τον
κρατά
σε μέγα βάθος
αίνιγμα.
Στον κόλπο
των Πατρών το μεσημέρι
κατάματο σε
φτάνει ένα πλησίασμα
στην άλλη
όχθη του γαλάζιου
σε
αντικρίζει.
Αιγαίο
Αέρας στα
άδεια εξοχικά τέλος Σεπτέμβρη
όταν αρχίζει
να ξεφτίζει ο ασβέστης στην πεζούλα
περνάει απ’
την καλαμωτή συριστική ησυχία
λασκάρει το
παράθυρο του μπάνιου
φέρνοντας απ’
τη χαραμάδα
της ερημιάς
τριγύρω αναρρίγηση
και μέσα
τρυφερό ανέμου το δικράνι
σωριάζει στις
γωνιές σαλιγκαρόσπιτα
ψίχουλα
θέρους λίγη άμμο
Στη μάντρα η
ξερολιθιά φυλάει το φίδι
στη στέρνα
αντιφέγγισμα νερού
που
λιγοστεύει
η σαύρα
αφαιρείται στο αγκωνάρι
αγένειο
χορτάρι δίπλα βράχος
Αποκαλόκαιρο
λευκό στα άδεια σπίτια
ημερωμένα απ’
του Ιούλη την κατοίκηση
σανδάλια
φυλαγμένα στην ντουλάπα
απόχη παιδική
βαμβακερή
ζακέτα για το βράδυ
και πέρα
βουερή εγκατάλειψη της θάλασσας
αναρριπίζει
στιγμιαία την κουρτίνα
στο πάτερο το
σαμιαμίδι αλαφιάζοντας
Γύρω κανένας
μόνο η
αυλόπορτα για λίγο αιφνίδια τρίζει
σαν άφιξη
σχεδόν μα όλοι φευγάτοι
Μετά ησυχία
ένα γνοιάσιμο
σιωπής
αποσκεπάζει
την πρόσκαιρη
του ανθρώπου παρουσία
Το σπίτι
ξανασμίγει με την πέτρα
αθέατη τη
γέννα του σκορπιού περιφρουρώντας
σκήτη του
ανέμου
που όσο δύει
το γαλάζιο σε περίσκεψη
υψώνεται
ενθρονίζοντας
στο θηριώδη
του Αιγαίου ουρανό
μοναστική
πελάγους επικράτεια
Καλοκαίρι
Το σιντριβάνι στη μέση της άδειας πλατείας οξύ μεσημέρι.
Βρέχει απρόσεκτο περαστικό και δεν τον νοιάζει.
Λεπτοδείκτες σταματημένοι στον κήπο. Ηλιοτρόπιου νύστα.
Δυο άγνωστοι κοιτάζονται στη σκιά ενός δέντρου περιμένοντας στο φανάρι να ανάψει το πράσινο. Γυναίκα και άντρας, κατάματα.
Ο σκύλος κοιμάται κολλημένος στη σκιά ενός τοίχου. Αφάνταστα μόνος.
Παγωμένη γκαζόζα αφήνει έναν κύκλο υγρασίας στο τραπέζι του καφενείου. Τον διατρέχει διψασμένο το χέρι.
Ένα παιδί χαμογελά στο φακό πασαλειμμένο με παγωτό που στάζει στο φανελάκι.
Στη στάση πλήθος, το λεωφορείο δεν έρχεται και απέναντι το σουβλατζίδικο σερβίρει γύρο και μπίρα παγωμένη στο ποτήρι.
Τα κάγκελα μιας μονοκατοικίας πηγμένης στο σεληνόφωτο. Ξεμοναχιάσματα πίσω απ’ το γιασεμί.
Χάχανα πάνω στη μοτοσικλέτα που προσπερνά δέκα αμάξια στη σειρά.
Θερινό σινεμά στην ταράτσα. Ταινία παλιά. Φεγγάρι καινούριο. Μόλις σβήσουν τα φώτα αγκαλιά.
Νερό κρατημένο σε εκείνη τη μαρμάρινη κρήνη στη μέση του αγνώστου. Ανοίγεις τη βρύση και τρέχει και τούτο μαρμάρινο.
Γυναίκα μαυρισμένη απ’ τον ήλιο. Γελά με κάτασπρα δόντια. Καρδιά κατακόκκινη.
Ένα οποιοδήποτε νησί του Αιγαίου. Ψηλά πολύ. Περαστικός κοιτάζει κάτω ένα ακριβέστατο γαλάζιο. Γυρνά πιο φωτεινός, πιο ξένος.
Σαββατοκύριακο. Οι Αθηναίοι κατεβαίνουν στα χωριά. Να δούνε το χωράφι του πατέρα. Αν θα ’χει φέτος λάδι η ελιά.
Η συκιά στο βενετσιάνικο κάστρο τρυγητός του πουλιού.
Μια φέτα ψωμί με λάδι, ρίγανη, τριμμένη ντομάτα, αλάτι χοντρό.
Τσιμεντένια αυλή, έχουν μόλις ποτίσει. Ο δυόσμος παροξύνεται στο άγγιγμα.
Άσεμνα περιοδικά του εξαδέλφου κρυμμένα κάτω από το στρώμα. Έχει ψηλώσει και είναι ωραίος.
Σούρουπο μέσα στο νερό. Πώς ησυχάζει έτσι η θέληση;
Το παλιό νεκροταφείο της πόλης το μεσημέρι, αντίλαλος του ασβέστη
Ψαράκια στην άκρη άκρη του γιαλού. Ένα σμήνος περίτρομο σε παραλλαγή βέλους. Ελάχιστα πειστική.
Έφηβες, λιανές στο κύμα. Ιππόκαμπου η ράχη κι η χάρη.
Δεκαπενταύγουστος. Σαν δεκαπεντασύλλαβος κομμένος. Τον συμπληρώνουν τα πουλιά.
Ταξιδεύοντας με ανοιχτό το παράθυρο. Τραγούδι στο ράδιο. Γυάλινο, αράγιστο σήμαντρο.
Βράδιασε. Έλα να βγούμε λίγο έξω. Να σε αισθανθώ ξανά με φεγγαράδα.
Ημέρες τρεις μέχρι την άδεια. Βαστάει η καρδιά με τόσα λίγα.
Μόλις βγαλμένος απ’ τον ήλιο. Με κοιτάζεις με όλες τις ρυτίδες του χαμόγελου. Θέλοντας τόσα όσα εγώ.
Τέλος
Αυγούστου. Αύριο θα ανοίξουν πάλι τα σχολεία. Μα εσύ να μείνεις θες αγράμματος,
αγροίκος να γυρίζεις.
Κυπαρισσία, Παλιά Πόλη
Οι παλιοί
οικισμοί
στήνουνε
ξόβεργα γειτονιάς
στην
απεραντοσύνη
Ένα μπαλκόνι
μπρος στη θάλασσα
στο αγνάντεμα
χελιδονοφωλιά
Μεγάλες
πικροδάφνες
φτασμένες στην άνθηση
κλεμμένο σύκο
το γλυκύτερο
από
αυγουστιάτικη συκιά
πρωταυγουστιάτικη
Μπατάλικη
φωνή του γυρολόγου
λαλώντας με
το τρίκυκλο
στον πάνω
δρόμο
μια
κωδωνοκρουσία του εφήμερου
σπαρμένου
σε τόση
αντήχηση μεσημεριού
που γίνεται
μόνιμο
Η φωτεινότητα
μικρής αυλής
που συνεχίζει
καλντερίμι
και χάλασμα
λιγόλογο στον ήλιο
ψηλά πολύ
ως την
καστρόπορτα
ξεδοντιασμένη
πέτρα κι εγκατάλειψη
στα χέρια του
θεού
που είναι
αλλιώς
ένα γαλάζιο
ευμενές
σε όλο τον
κάμπο
Τότε
Όταν όλο και
λιγότερο ξέρεις,
όταν ίδιο
χνάρι χαράζεις
σ’ όποιο
δρόμο κι αν πάρεις,
όταν απ’ όλα
που υπάρχουν
για ένα δυο
μόνο κλαις
και
πεισμώνεις
είναι αυτό να
παλιώνεις;
Όταν μόνος
σου ψάχνεις
ό,τι χάνεις
με άλλους,
όταν όλο πια
μετανιώνεις
κι όλο πια
περιμένεις,
όταν με τα
δάχτυλα
αντί να
αγγίζεις μετράς
είναι αυτό να
γερνάς;
Όταν έξω
ιδρύει το βράδυ
τρυφερή
διακινδύνευση
κι όλα εδώ αρχίζουν
ξανά
στρεβλά και
ανθρώπινα
μα εσύ
κουράστηκες πια
για να θέλεις
είναι αυτό να
πεθαίνεις;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου