Το
υλικό σώμα της λέξης αλλάζει σύσταση, αποκτά άλλη μάζα, όταν στοιχειοθετεί
αλληγορία, υπακούοντας σε μια νοητική αλχημεία μετουσίωσης κι εξαϋλώνεται μέσω
της πύκνωσης –όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό. Μια πλατωνικού τύπου οντολογία
πηγάζει από τη «θεολογία» ακολουθώντας πορεία αντίστροφη: δεν έχει ως αφετηρία
τον άνθρωπο και το πεπερασμένο σύμπαν του για
να βρει τον Θεό –κι ελεύθερα μπορεί κανείς εδώ να αναρωτηθεί για το
μάταιο του εγχειρήματος– αλλά ξεκινά από το δόγμα (ή ό,τι μας προσφέρεται ως
δόγμα) για να φτάσει στο κοινωνικοπολιτικό «γίγνεσθαι».
Τα
άχρονα και άχραντα πρόσωπα παραδίδονται στον αποδέκτη όχι ως βυζαντινά,
ανέγγιχτα, μέσα στην απόλυτη ιερότητά τους, σύμβολα της νίκης τού ουράνιου επί
του κοσμικού, της νίκης του πνεύματος επί της σαρκός, αλλά ως έννοιες
αρχαιοελληνικές που είναι φορείς όλων των ανθρωπίνων, σε κάθε ανάσα και κύτταρό
τους, κι όχι μόνο σε κείνη την απειροελάχιστη, άμεσα καταργούμενης ως αδυναμίας
κι εξυψωτικής τής θυσίας στιγμή του «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί». Έναν Χριστό κι
έναν Ιούδα οικείο, μια Madonna
ανθρώπινη, μια Μαγδαληνή θηλυκιά θα συναντήσουμε στην ποιητική συλλογή «Η
χαμένη Θεά». Οι πράξεις και οι σκέψεις και οι φόβοι, όλα στα μέτρα τα
ανθρώπινα, καθόλου υπερβατικά. Και αυτή είναι μία πιο γνήσια θεολογία καθώς
εμπεριέχει και καταφάσκει τον άνθρωπο, αφού θεός είναι αγάπη, τόσο του Άλλου όσο
και του μεγάλου αγνώστου, του Εαυτού. Με μνήμη ευρύχωρη, δωρικά πλασμένη από το
βίωμα και την παρατήρηση, αποκρυσταλλώνεται στην ποίηση της Άννας Γρίβα η
δέσμευση στην ειλημμένη απόφαση που αφορά την αποτύπωση μιας ρέουσας και ταυτόχρονα
διαχρονικά ακίνητης στιγμής, προφυλασσόμενης από τη λήθη και τη φθορά μέσω της
καταγραφής της.
Η
Αριστοτέλεια επαγωγή, που πριμοδοτεί το ειδικό, χάριν της έκτασής του στο
γενικό και πανανθρώπινο, ο δρόμος που φωτίζει την ατομική εμπειρία και την
εξακτινώνει στη συλλογικότητα, θεραπευτική και ανακουφιστική, η ακινητοποίηση
του συμβάντος και η απόπειρα ερμηνείας του ακόμα και στο επίπεδο του
υποσυνειδήτου, όλα λειτουργούν ως καφκικές μεταμορφώσεις των υπαρκτών σε
σύμβολα με μια αλήθεια αφυπνιστική.
Η
ποιητική θεολογία της Γρίβα μετατρέπει το δυσπρόσιτο, όχι μόνο σε κάτι το προσβάσιμο
στο βλέμμα, αλλά και σε μία εγγενή δυνατότητα αντίληψης του τι αληθινά
κοιτάζουμε όταν στεκόμαστε μπροστά σε ένα κάτοπτρο. Η δύναμη, η γυμνή ομορφιά,
η καθαρά ρηματική, χωρίς ρητορισμούς κι επιτήδευση γλώσσα, φωτίζει με τη
φυσικότητά της το καθημερινό, το τόσο τελικά αναγνωρίσιμο, κι ανοίγει μονοπάτια
αποκρυπτογράφησης των συμβολισμών. Προσφέρει μία διάφανη επιφάνεια, μια
απροσποίητη οπτική, στη διαύγεια της οποίας, το ορατό και το αόρατο, το φως και
το σκοτάδι, η επαλήθευση και η διάψευση, διαπλέκονται με ίχνη που αφήνει το ένα
μέσα στο άλλο, με την αίσθηση εν τέλει της δυϊκότητας στη φύση των πραγμάτων,
χωρίς σαφή όρια και περάσματα, χωρίς οριοθετημένα σύνορα, και πολλές φορές και
με μία αίσθηση ανατροπής της ταυτότητάς τους.
Η
ΜΑΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΙΝΟ
Το
κρίνο ήταν μαύρο.
Ο
άγγελος φορούσε μια βαριά πανοπλία.
Αναγγελία
πολέμου έμοιαζε ο λόγος του.
Πεδίο
της μάχης ο εαυτός της.
Ατένισε
από το παράθυρο
την
έρημο μακριά να χορεύει
άκουσε
στο δρόμο τις φωνές
των
γυναικών και τα γέλια τους.
Στις
στέγες ανέμιζαν τα καθαρά
τα
λευκά σεντόνια.
Διόλου
δε σταμάτησε
η
ροή των γιγνομένων.
Για
λίγο ξέχασε τον άγγελο
που
την καλούσε να σταθεί εφ’ ω ετάχθη.
Πού
θα τασσόταν εκείνη
δεν
είχε σημασία.
Το
ήξερε πια πως η μάχη θα μαίνεται
κάτω
απ’ τον φλοιό της
κάτω
απ’ το δέρμα της
όπως
ένα μήλο λαμπρό κατακόκκινο
που
το γεύεται το σκουλήκι αργά
το
ελάχιστο πλάσμα με την άγνωστη
τη
σκοτεινή ομορφιά.
(σελ.9)
Μια
μάχη που πράγματι μαίνεται υποδόρια, μια πορεία αυτογνωσίας που ακροβατεί συχνά
στο χείλος της αβύσσου και που νομοτελειακά σχεδόν οδηγεί σε ένα Μπωντλαίρ ή
ένα Ριμπώ. Διώκεται ο ιερός θυμός, διώκεται ο λόγος του έρωτα και της αγάπης,
χαρακτηρίζεται ως τρέλα η κατάφαση σε αυτά κι αναδεικνύεται με μια ήπια και
ώριμη πραγματικότητα η ισχυρή πεποίθηση πως ύπαρξη σημαίνει οδύνη, γιατί ποτέ
δεν αποδέχθηκε ο άνθρωπος τον άνθρωπο, δεν τον ανέβασε στο υψηλότερο βάθρο, δεν
εστεφάνωσε με τον υπέρτατο κότινο, αυτόν που η αγάπη χειροτεχνεί και που
αναγνωρίζει σε αυτόν τον θρίαμβο της ουσίας μέσα στο όλον, στο αγαθόν.
ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ
ΙΗΣΟΥΣ
«Ανάθεμα
στους νόμους
και
στα ιερά βιβλία
Είναι
νεκρό το γράμμα
αν
δεν δονείται
από
το μέλι της ψυχής
Αναζητήστε
τώρα
το
πρώτο φως των ημερών
Ανοίξτε
το βλέμμα σας
στων
δέντρων τα κλαδιά
δείτε
πώς τρέμουν τα πουλιά/σε κάθε ανάσα».
Κι
ενώ μιλούσε άπλωνε
τα
χέρια στους αιθέρες
και
φώναζε πως είναι όλοι
βασιλείς:
οι
πόρνες κι οι ζητιάνοι
οι
ασκεπείς και οι σαλοί
Κι
ένας ένας αποχωρούσαν οι άντρες
και
φτύναν και χλευάζαν
την
τρέλα του ανθρώπου
ώσπου
έμειναν πια
μονάχα
τα κορίτσια
να
τον κοιτούν
με
μάγουλα κόκκινα
καυτά
σαν
μόλις πρώτη φορά
να
χάρηκε το σώμα τους
έρωτα.
(σελ.20)
Και
παράλληλα, ανίκητος ο έρωτας, αυτή η Σοφόκλεια ιαχή του θριάμβου του, να
διαπερνά τους αιώνες και να ενσαρκώνεται στο πρόσωπο της Μαρίας Μαγδαληνής.
ΜΑΡΙΑ
ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ
Πώς
να ήταν τα μάτια σου;
Τα
μαλλιά σου που έρρεαν στης ράχης το κύμα
ποιο
χρώμα να είχαν;
Γιατί
να αγάπησες εκείνον τον ξένο
τον
μόνο/τον άπατρι;
Τα
κορμιά σας να έσμιξαν;
Οι
πνοές σας να έγειραν
η
μία επάνω στην άλλη;
Χόρεψες
δίχως ρούχα
του
στέρνου του
στην
απαλή επιφάνεια;
Του
χάρισες τα πέπλα
που
τύλιγαν
τα
ωραία σου στήθη;
Μείνατε
απόλυτοι;
Μείνατε
φως;
Εκείνο
που απλώνεται
σαν
φτερούγα στις λύπες του κόσμου;
Τώρα
εσύ ένα πλάσμα της αιώνιας νιότης
επιστρέφεις
γελώντας
καθώς
με βοστρύχους
και
κοτσίδες που λάμπουν
τα
κορίτσια αρπάζονται
απ’
τα πόδια
αυτού
που αγαπούν
να
ρουφήξουν αχόρταγα
το
νερό που γλιστρά
στ’
ακροδάχτυλα
το
ελάχιστο εκείνο νερό
του
ανίκητου έρωτα.
(σελ.21)
Η
αρχέγονη ουσία του ελέους λειτουργεί ως κάτι το παράδοξο μέσα στην αυστηρότητα
και την απολυτότητα της εποχής, αυτής που μέσα της όλα εγκλωβίζονται στο δίπολο
καλού και κακού με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Δεν είναι στέρεο όμως
ένα τέτοιο έδαφος. Επικίνδυνα ολισθηρό και βαλτώδες. Αν ήταν στέρεο δε θα είχε
καμιά σωφρονιστική αξία η όποια ποινή, καθώς απόδειξη του «οὐδεὶς ἐκὼν κακός»,
οι Ερινύες. Χωρίς αυτές δε νοείται ως άνθρωπος ο παραστρατημένος˙ έχει εκπέσει
στην κατάσταση του άλογου ή, ίσως πιο σωστά, πάσχει νοητικά χωρίς να μπορεί να
αντιληφθεί τον παραλογισμό της ύπαρξής του. Στέκεται εκτός του ανθρώπινου
εαυτού του, εξόριστος αυτός που εξορύσσει σκοτάδι και δολοφονεί άνθη και
πεταλούδες. Δε σηματοδοτεί φυσικά αυτή η παραδοχή κανενός είδους άφεσης –έχει
ευθύνη ο θύτης γιατί ποτέ δεν απώλεσε το δικαίωμα επιλογής μεταξύ του φωτός και
του σκότους. Κι ενώ δε συνιστά άφεση, τροφοδοτεί όμως με αίσθημα αγαθό την
όποια ανάλγητη αυστηρότητα, την όποια αμετάκλητη ποινή.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ
Ό,τι
κι αν με δίδαξαν για σένα
εγώ
θα σ’ αγαπώ.
Αν
είχα γιο θα του έδινα το όνομά σου.
Αν
είχα εικονοστάσι σ’ εσένα θα έλεγα
τις
μύχιες προσευχές μου.
Θα
σ’ αγαπώ γιατί ατύχησες
να
γεννηθείς σε ξένα μέρη.
Αν
είχες γεννηθεί στον τόπο μου
θα
ήσουν ήρωας τραγικός
καθρέφτης
του ανθρώπου:
δι’
ελέου και φόβου θα περνούσαν
όσοι
θα έβλεπαν το βάσανό σου στη σκηνή.
Θα
ήσουν εσύ αυτός που μόνος του πορεύεται
μετανιωμένος
και τρελός.
Θα
έστηνες το ικρίωμα
στη
Θήβα ή στο Άργος
και
ο Χορός θα έκλαιγε
θρηνώντας
τη γενιά σου.
Μα
εσύ ατύχησες να γεννηθείς
εκεί
που το καλό και το κακό
έχουνε
σύνορο αδιάβατο.
Αν
είχες γεννηθεί στον τόπο μου
θα
βρίσκαμε τον τρόπο
–αιώνες
πριν–
να
σ’ αγκαλιάσει τρυφερά η φύση
εκείνη
που πάντοτε φιλιώνει
τα
ενάντια όντα.
Αν
είχες γεννηθεί στον τόπο μου
–το
ξέρω–
ο
μύθος θα σ’ είχε ερωτευτεί
θα
σ’ είχαν αγαπήσει οι ποιητές
ως
σπόρο εύθραυστο
κάποιας
χαμένης ευτυχίας.
(σελ.28)
Αυτή
η παραδοχή που εκπορεύεται από τη συνειδητοποίηση της ευθραυστότητας κι
ευαλωτότητας των ανθρωπίνων, είναι μια πράξη καθαρά πολιτική. Με λόγο
αλληγορικό, μα τόσο εναργή κι αποκαλυπτικό ταυτόχρονα, η Γρίβα δομεί την
κοσμοαντίληψή της και την προσφέρει στον πρόθυμο να την αποδεχτεί με έναν τρόπο
που ταξιδεύει με ευκολία ανάμεσα στην υπαρξιακή μοναχικότητα και στο
αντιστάθμισμά της: την προσέγγιση του αλλότριου, του ξένου, ως κάποιου που
είναι τελικά οικείος, την τόλμη του αγγίγματος, την καταβύθιση σε μια
αισθαντικότητα και σε μία όλο σφρίγος καταγγελία της ζοφερής πραγματικότητας.
Κι είναι αυτή μια πορεία που προϋποθέτει τη σύγκρουση, μια πορεία με όλα τα
ενδεχόμενα παρόντα και ανοιχτά.
Όταν
πολιτογραφείται κανείς στη χώρα του κάλλους («ιθαγενής του φεγγαριού/τέκνο του
ήλιου» γράφει) μοιραία συνειδητοποιεί «πως είναι ξένος στον κόσμο αυτό/πως δεν
ανήκει πουθενά», ως έκπτωτος άγγελος σε κόσμο δαιμόνων. Κι έτσι εξηγεί τη
μοναξιά και συμφιλιώνεται μαζί της, αποδεχόμενος αυτήν ως παράσημο.
ΙΗΣΟΥΣ
ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ
Μόλις
τελείωσε τον λόγο του
ποιος
είσαι εσύ
του
φώναζε το πλήθος
Μα
εκείνος τρομαγμένος απ’ τη βοή κι από τον πάταγο
λέξη
δεν είπε
Σκέψεις
παράξενες του παίρναν το μυαλό:
πως
είναι ξένος στον κόσμο αυτό
πως
δεν ανήκει πουθενά.
Τότε
προσπάθησε να βρει/μια αιτία λογική
των
αισθημάτων του:
ίσως
τις νύχτες ατενίζοντας τ’ αστέρια
να
πόθησε τη χώρα την ανέγγιχτη
τη
μακρινή του γαλαξία
και
τώρα μόνος άπατρις
έγινε
πια ουράνιο σώμα
ιθαγενής
του φεγγαριού
τέκνο
του ήλιου.
Ήταν
μια εξήγηση αυτή
της
μοναξιάς του.
Κι
έτσι με βήμα ήσυχο
κατέβηκε
τις σκάλες του ναού
ξέροντας
πια
πόσο
ακέραιο
πόσο
ακριβό
να
είσαι εξόριστος
στον
κόσμο αυτό.
(σελ.14)
Οι
πειρασμοί βέβαια δεν παραιτούνται, παρ’ όλο που συνθλίβονται συνεχώς απάνω στο
ατσάλινο τείχος της ειλημμένης απόφασης και δέσμευσης στον σκοπό. Η μετάβαση, η
κοσμογονική αλλαγή, η μεταστοιχείωση έως και του τελευταίου κυττάρου σε καθαρά
ανθρώπινο, συνιστά τη θεϊκότητα. Αναγνωρίζει την αδυναμία ως στοιχείο παιδικής
ηλικίας, κάνει σπονδές εις μνήμην της, λάδι και κρασί στο προσκέφαλο, αλλά όχι
μαντήλι να κρύβει το παιδικό πρόσωπο –που ενίοτε θρηνεί ως ανάμνηση της
ευθραυστότητας που έχει δικαίωμα στην αφέλεια και στο λάθος και που δε φέρει
ακόμα στους ώμους, ως Άτλας, το βαρύ φορτίο κανενός χρέους. Ανθρώπινος και ο
θρήνος, κατανοητός. Κι ως Οδυσσέας ακούει τους πειρασμούς και βγαίνει πιο
νικητής, ακριβώς επειδή άκουσε.
ΣΤΗΝ
ΕΡΗΜΟ
«Να
κάνεις την πέτρα άρτο
και
να χορτάσεις»
του
έλεγε ο Δαίμων του
Μα
εκείνος χωρίς να καταδέχεται
τ’
αυτιά να κλείσει
άκουγε
να πέφτουν μέσα του
ψίχουλα
ονειρικά
κρασί
σαν ποταμός
και
λάδι και γάλα και νερό.
Όχι,
δεν ήταν της πείνας τα φαντάσματα.
Σπονδές
ήταν αυτές
που
μαίνονταν στα στήθη του
εις
μνήμην του αγοριού
που
ξάφνου αισθάνθηκε
εντός
του να πεθαίνει.
Τώρα
θα ήταν πια
ο
δαμαστής του εαυτού του
ο
κύριος των φωνών
τον
Δαίμονα ως άθυρμα θα είχε
στις
ώρες της ανίας.
Κι
όμως, δεν ήταν εύκολο
να
μη θρηνεί
για
εκείνο το παιδί
που
πέθαινε εντός του.
Θα
ήθελε να έστρεφε
πίσω
τα χνάρια του
να
γίνει πάλι πέντε ετών
τότε
που η μάνα του
με
τρόμο τον συμβούλευε
να
πάψει μπρος τον κόσμο
εκείνα
τα επικίνδυνα παιχνίδια:
να
μη ζωντανεύει νεκρά πουλιά
να
μη χαράζει με τα μάτια του τα νέφη.
«Να
κάνεις την πέτρα άρτο
και
να χορτάσεις»
του
έλεγε ο Δαίμων του
κι
εκείνος άκουγε
άκουγε
μέσα του
των
όντων την αρχαία μάχη
καθώς
η νύχτα απλωνόταν πια
μες
στην έρημο.
(σελ.15)
Η
στάση αυτή αποτελεί το τέλος μιας πορείας επίπονης. Τέλος κι αφετηρία
ταυτόχρονα του καινούριου. Η φαινομενική άνεση της αντίστασης, η στιγμιαία
ξαφνική μετάλλαξη, δεν είναι παρά προκάλυμμα ενός αθροίσματος αλλεπάλληλων
ηττών ή πολλαπλών θετικών επιλογών, που δε συνοδευόταν όμως ταυτόχρονα και από
την αντίστοιχη ηδονή αυτής της επιλογής. Δε φτάνει κανείς εύκολα σε αυτήν την
κορυφή, στην αυτονόητη προαίρεση του ηθικού που χλευάζει κι εμπαίζει ως άθυρμα
του Δαίμονα. Δεν αντιστέκεται κανείς εύκολα στη φωνή που συμβουλεύει το ασφαλές
με μητρική προνοησία και έγνοια. Το έθος για να γίνει ήθος απαιτεί και
προϋποθέτει πάλεμα, που θα καταργήσει και θα υπερβεί τη σύμβαση μιας επισφαλούς
ευτυχίας.
Πάλεμα
που ακροβατεί επικίνδυνα πάνω από την πυρά και αποτολμά τη σύνθεση ενός κόσμου
απλού, που απελευθερώνει τα όνειρα και τα απαλλάσσει από το βολικό στίγμα της
ανέφικτης πραγματικότητας. Θεϊκότητα είναι το εφικτό. Πάλεμα που δεν
παραιτείται από τη γεμάτη ακμή, σιδερένια βούλησή του. Μια πορεία ευθεία, που
υποψιάζει τους δύσπιστους, κι όσους εξ ιδίων κρίνουν, που επισύρει την μήνι
όσων ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν και που εν τέλει τυφλωμένο από μία πλάνη
αυτοκαταστροφική, μένουν στο σκοτεινό πλατωνικό σπήλαιο και επιτίθενται με τη
σκληρότητα του αλάθητου –τι οξύμωρο– στους απελεύθερους δεσμώτες.
Κι
όμως, το μόνο που αρκούσε ήταν μια προς τα πάνω θέαση, ως επιβεβαίωση της
ετυμολογίας της λέξης άνθρωπος, μια στιγμιαία έκλαμψη συνειδητότητας, που θα
ανάγκαζε το βλέμμα από το υγρό–λασπώδες έδαφος μιας ψευδούς ευτυχίας να σηκωθεί
προς τον κόσμο των Ιδεών.
Ο
GIORDANO
BRUNO
ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ
Δεν
ακουγόταν πια η φωνή του
μονάχα
τα ξύλα που σπίθιζαν
κι
οι φλόγες που μανιάζαν
Η
στάχτη απ’ τα ρουθούνια του
τρύπωνε
εντός του
καπνός
κι ακτίνα
η
τρομερή ματιά του.
Την
άλλη μέρα
θα
σκουπίσουν
ό,τι
απέμεινε από κείνον
θα
σφύζει πάλι η πλατεία
από
φωνές και μουσικές
από
άνθη και καρπούς
ο
κόσμος θα’ χει βρει
ξανά
τα όριά του
χωρίς
αμέτρητους πλανήτες
και
σύμπαντα και γαλαξίες
όλα
και πάλι θα πορεύονται
σαν
πρώτα σιωπηλά
σαν
πρώτα μετρημένα
κανείς
δε θα οσφραίνεται
τα
χέρια των αγγέλων
όταν
αόρατα και συνεπή
θα
συνεχίσουν
να
φέρνουν τα κρίνα
για
να γεννιούνται αδιάκοπα
τα
τέκνα του Ήλιου
που
θα μεθούν απ’ τη Σοφία
θα
φλέγονται απ’ τη Γνώση
και
θα πεθαίνουν
σε
πυρές
σε
σχεδίες
σ’
ένα κομμάτι ξύλο
που
πλέει τον πόντο
θαλασσοπόροι
που
δεν κατάλαβε κανείς
πόσο
απέραντος
πόσο
ακριβής
είναι
ο χάρτης
της
ευτυχίας τους.
(σελ.37)
___________________-
Το
κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση της Άννας Γρίβα στο πλαίσιο της Συνάντησης
Λογοτεχνών στην Πάτρα, 19-20 Δεκεμβρίου 2025.
Η
Νικολέττα Κατσιδήμα- Λάγιου είναι φιλόλογος και ποιήτρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου