Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Γιάννης Χρυσανθόπουλος Ανέκδοτα Ποιήματα

 






Ο ήχος

 

Αποκαμωμένος κοίταζες τις ιτιές που ανηφόριζαν

ένα πλήθος σιωπές πλησίαζαν  και κοντοστέκονταν

το δειλινό λαγάριζε αργά μέσα απ’ τα φύλλα.

 

Ο ήχος της καμπάνας ξεκίνησε την ώρα να σημάνει

μετά τους πρώτους λυγμούς του τελειωμένου χρόνου

ξεπέρασε τα όρια των χτύπων.

 

Αφού άφησε τα σύνορα του χρόνου

θέλει κάτι καινούργιο να πει.

 

Η στιγμή δεν άργησε να φέρει τον αέρα

που μύριζε θλίψη, γιατί η Ανάσταση

έχει  καιρό ακόμη κι αργεί.

 

Έτσι όπως πάει χαλασμένος ο καιρός

ούτε τα σύννεφα ούτε η βροχή

σπέρνουν την θλίψη, μόνο ο ήχος

που σήμανε το τέλος κυριεύει

τα κλαδιά που γείρανε  στη νύχτα.

 

Ένας λυγμός χάθηκε, άλλος θα γεννηθεί

και θα τον βαπτίσουν  χαρμολύπη.

 


Μία λέξη


Αυτό που δεν υπάρχει

είναι το αντίθετο του σκοταδιού

κι ο καρπερός  τόπος παράπλευρα

του κοιμητηρίου

ο ανοιχτός δρόμος της εν ζωή απουσίας.

 

Όρθρος μέγας να βρεθεί μία λέξη

για να δηλώσει

το μέρος που φυλάσσεται  η ζωή

όχι ο θάνατος

εκεί που δεν κείτεται τίποτα.

 

Οι φωνές  με τον καιρό είναι καπνός

και δεν επαναλαμβάνονται

κι ο μέσα κόσμος βουβαίνεται.

 

Ανοίγεσαι  στο πέλαγο, αρμενίζεις

με τη μοναξιά στη γεύση  της αρμύρας

και κολυμπάς στην αίσθηση του κενού.

 

Ο βυθός έχει  σκεπασμένα  στολίδια

από ναυάγια παλιών καιρών

 

είθε κάποτε εκεί  βρεθεί μία λέξη.

  


Ληξιαρχείο

 

Τα ονόματα τα πήρε η μεγάλη νύχτα,

κίτρινα φύλλα που θυμίζουν τις φωνές

τις μετρημένες στα δάχτυλα του  χεριού

με ημερομηνίες από το μέλλον.

 

Το χαρτί μισοφαγωμένο απ’ τον καιρό

θρηνεί τα ξέφτια της ζωής.

 

Οι γερτοί αριθμοί είναι  ταυτόσημοι

μ’ αυτούς της  γέννησης και του θανάτου.

 

Τα χοντρά βιβλία είναι απελπισμένα

θα χωρέσουν το φόβο του τέλους;

 

Όταν οι αριθμοί θα έχουν σβηστεί

κι  οι μεταστάντες θα έχουν ξεχαστεί

ένα αγέννητο παιδί

θα βρει τα βιβλία πεταμένα

των ονομάτων και των αριθμών

 

άλλα θα τα κάψει

μια παραμονή  πρωτομαγιάς

κι όσα περισσέψουν θα φτιάξει

χαρταετούς κι αφού τους βάψει

με χρώματα φωτεινά  φανταχτερά

θα τους πετάξει στον αγέρα

ν’ αναστήσει όνειρα των περασμένων εποχών

 

με το  ακροτελεύτιο ανθισμένο πρόσωπο.

 


Για τα μέρη του ουρανού

 

Ένα πρωί μια καθημερνή είπες

να το σκάσεις από τον κόσμο, τότε

λιποτάκτησαν όταν κατέφθανε η νύχτα

τα αγριοπούλια από τις φωλιές,

ξενυχτούσαν γιατί  φύσαγε  βοριάς

 

ξέφευγε  κλάμα γοερό κι μέγας  οδυρμός

από το φύλλωμα των κυπαρισσιών.

 

Για τα μέρη τράβηξες του ουρανού

στους κήπους του  παίζεις κι ονειρεύεσαι

γι’ όσα σου μέλλονταν να ζήσεις

αν δεν στρατευόσουν πλάσμα ακόμη τρυφερό

στην στρατιά του τάγματος των αγγέλων

καθώς σ’ αυτό ετάχθης γιατί έτσι σε βάπτισαν

να σμίγεις τον πόνο με την χαρά.

 

Χορτάριασε το φως μες τη γαλήνη

και κατοικείς  καρδιές  που σε γνώρισαν
για να θυμίζεις την καταραμένη ώρα

της Κλυταιμήστρας όταν  ανύποπτα

πήγαινε την κόρης της     

για το σφαγείο των μάταιων χρησμών.

 


Ο τζίτζικας ζει

 

Μένει άδεια η ραγισμένη φλούδα του κορμιού σου

γαντζωμένη στον κορμό της ελιάς.

Όταν σε πήρε η πρώτη σταγόνα του φθινόπωρου

έλιωσε στο χώμα  η ψίχα της φωνής σου.

 

Μερόνυχτα συνόδεψες τη φλόγα του καλοκαιριού

κι η  πλάση φωτίζονταν πάνω  στην πλαγιά

μέσα από λιόδεντρα αμπέλια ως τις κορφές. 

 

Η ζήση μαγεύονταν από την πανδαισία των ύμνων

την ώρα που  τ’ άστρα ψιθύριζαν ανάσες  δροσιάς.

 

Ο τζίτζικας ζει …  να ξαναφέρει την αθανασία

το λίγο είναι   ιδιοκτήτης της μαγείας της,

λεπτών  διάρκειας,  κόκκος του σύμπαντος.

 


                                    Ο μύθος της Χαράς


Τα μέλλοντα όσα ήρθαν και σε βρήκαν

όλα σου έλαχαν δύσκολα κι ανήλιαγα

στης ψυχής σου κρυμμένα  σκοτάδια.

 

Όσα γέννησες με την λαχτάρα της ζωής

κρυφού έρωτα ήταν o καρπός.

 

Όσα  λάθεψε  το κορμί σου, τα πληρώνεις

με το κενό στο σύμπαν της ψυχής σου

κι άβυσσος ανοίχτηκε στο διάβα σου.

 

Όσα σου χάρισαν αντάλλαγμα βαρύ

ασήκωτο  στους ώμους φόρτωσες.

 

Όταν ή λύτρωση θα ‘ρθει  να πλανέψει

και να διώξει τα αγκάθια της πληγή σου

οι πόρτες ερμητικά θα είναι σφαλιστές

κι οι φωνές που σε δικαιώνουν

 

θα σβήνουν πριν η ακοή σου χαρεί

το ανέφελο αύριο των παιδιών.

 

 

Οι φωνές της νύχτας


Πλάγιαζες  και πριν το πρωτοϋπνι σε πάρει

και διαβείς το κατώφλι των καημών σου

καίγονταν από των αηδονιών τις φωνές.

 

Το ‘χες της ζωής ταμένο Μάη με Οκτώβρη

να ζεις μόνη στο πατρογονικό   σπίτι

δεν είχες κάψει ακόμη τα παλιά δεφτέρια

οι σκιές των δικών σου που έφυγαν

έγιναν τυπώματα  του φεγγαρόφωτου.

 

Αυτός που κάποτε σε εξανάγκασε

να ξεγράψεις τα όνειρά σου 

έχασε το λογικά του και τα πλούτη του

και τριγυρνά τις νύχτες, φάντασμα

σ’ ότι του απόμεινε

σορός  χώμα και κτίσμα

γιατί δεν αντέχει τις φωνές τις νύχτας.

 

Οι εφιάλτες τον κυνηγούν

γιατί ως μέγας δράκοντας κάποτε του τόπου

έκρινε τη μοίρα

της νεραϊδογέννητης ομορφιάς σου.

 

Μα ήρθε ο καιρός για τα μικρά όνειρα

για σένα

για τους μεγάλους εφιάλτες για τον δράκοντα.   

 

Γιάννης Χρυσανθόπουλος, Μάρκος Μέσκος, Ένα θρηνητικό τρυγόνι του καιρού μας.















Οι μεγάλοι πόλεμοι κι οι ανακατατάξεις έλαχε, λίγο ως πολύ, να οδηγούν ως σήμερα όλο τον δυτικό κόσμο. Πάνω από τα ερείπια της καταστροφής στο τέλος της δεκαετίας του ‘40 άρχισε να χτίζεται το τοπίο της πλαστικής χαράς και της έκπτωσης.

Η πίστη στην ελπίδα έπειτα από τα ερείπια που αφήνει πίσω της η ιστορία είναι ο μοναδικός δρόμος για να πάει η ζωή πιο κάτω. Όμως  μετά τον εμφύλιο η διάψευση των προσδοκιών δεν ήταν μία, αλλά πολλές και  σήμερα βρίσκονται στην κορύφωσή τους, κοντεύουν στο απόγειο της δόξας τους. Ο Ποιητής Μάρκος Μέσκος ανήκει στη γενιά, που στη διάρκεια του εμφυλίου, η παιδική αθωότητά της βιάζεται και δολοφονείται. Αυτή την ατμόσφαιρα βιώνει και μεταγράφει με την τέχνη της ποίησης. Από τα πρώτα  ποιήματα  δείχνει ιερή προσήλωση στην ποίηση και συνομιλεί μ’ αυτά, που πιστεύει ότι δεν θα τον διαψεύσουν ποτέ. Οι Λέξεις του κι η στάση του δεν αποκλίνουν. Η λαλιά του είναι πικραμένη, με τον εσωτερικό μονόλογο να συνοδεύει τους στίχους ή ο εσωτερικός μονόλογος να είναι οι στίχοι του ποιήματος. Παραθέτω:


Μόνος

Ακυρωμένος

χαρτιά μουτζουρώνεις

σε ποια γλώσσα λοιπόν

μια χούφτα στάρι

φρέσκο μικρό φεγγάρι

λιθάρι των ονείρων

στην αδιάκοπη νύχτα.

                    (Ελεγείες)

     Ο Ποιητής ούτε επιμένει στις μνήμες ούτε τις αποφεύγει που τον συντροφεύουν, με τα λόγια του κάθε φορά εστιάζει στις τωρινές αδικίες κι αυτές που θα ακολουθήσουν. Το προσωπικό του βίωμα μετουσιώνεται σε ποίηση και κατά την διαδικασία της ποιητικής λειτουργίας φθάνει στην καρδιά της ιστορίας, της κοινωνίας και της ζωής, που οδηγούν τη μοίρα μας. Η μοίρα μας μετά τον πόλεμο φωτογραφίζεται και παίρνει εικόνα  με τους στίχους:

Μαύρη μοίρα με τους κύκλους στα μάτια. 

Άνοιξε όλα τα μάτια της η μοίρα –για να δακρύσει.

(Χαιρετισμοί)

     Η ανώνυμη ύπαρξη, ο Άνθρωπος, πιάνει το χώρο που του αναλογεί στα θεμέλια των λέξεών που  καρφώνει στο χαρτί ο ποιητής κι αυτό είναι μια άλλη  ακύρωσή του όταν πάνω στη διαδρομή των χρόνων, όλα οδηγούν στο άνοιγμα της πληγής. Παραθέτω:

Δεν θα μνημονευτείς εδώ στο άσπρο χαρτί απουσιάζεις

νύχια σκεπάζουν τις πληγές άπειρες κραυγές η σιωπή.

                                                                                 (Διαδρομές – Ελεγείες)

      Η πληγή πάνω στη λέξη άνθρωπος δεν κλείνει, αλλά πάντοτε θα την σκεπάζουν νύχια που παραμονεύουν από πάνω της.

      Τα λόγια μου πιο κάτω είναι διαπιστώσεις κατά την ανάγνωση της ποίησης του Μάρκου Μέσκου. Είναι αισθήσεις και βεβαιότητες που με ακολουθούν και με συντροφεύουν.

       Η ομορφιά της σελήνης δεν θα υποκύψει ποτέ στη θέαση  του θανάτου, κι εν  αναμονή των ευτυχισμένων ημερών το τίμημα θα είναι  το σταθερό σημείο αναφοράς, αυτό του ανέλπιδου. Ο έρωτας βρίσκεται στην άκρη της αυγής της αιωνιότητας και τον αντιπαλεύει η άλλη πλευρά, της θλίψης και του φθινοπώρου. Όταν η θλίψη κατακλύζεται από χιόνι και παγωνιά κι ούτε χαραματιά δεν μένει ανοιχτή για τα μάτια, υπάρχει πάντοτε μόνο ένα κλαδί να κρατάει τη ζωή πάνω από το χώμα. Η  επιθυμία γεννιέται με μια προσευχή, να μην εγκαταλείψει η μνήμη τον κόσμο. Οι καθαροί απολογισμοί ταιριάζει να συμβαδίζουν με το  πέρασμα  από το μπουγάζι, που είναι ταυτισμένο με την ομορφιά των ελεύθερων διαδρομών των πουλιών. Η αναχώρηση για τόπους κι ονόματα είναι συμβολική κι η μνήμη τους έχει καθαριστεί από ιδιοτελείς κακώσεις. Οι ψυχές συναντιούνται με τους θνητούς με την αφή της ζωής. Η μυρωδιά του αέρα του νερού και του χώματος σε παίρνουν πίσω από το θάνατο. Ονόματα αγαπημένα θα μας συντροφεύουν στην θλίψη, που φέρνει η βροχή. Οι φωνές των πραγμάτων είναι οι χαμένες φωνές των μαστόρων τους. Η αιχμαλωσία της φωνής είναι  βαριά φυλακή. Όταν λογαριάζεις τη χαρά του τραγουδιού ηχητικού και σωματικού αυτό είναι το καίριο του ποιήματος. Ο κύκλος του ταξιδιού  μας είναι μικρός σε τόπους και σημεία αναφοράς.

     Ο Μάρκος Μέσκος μέσω της τέχνης της ποίησης τη θλίψη του την αποφορτίζει με την θέαση των βουνών με τα ιστορικά και ανθρώπινα συμφραζόμενά τους, όπου παίρνουν το ρόλο του χορευτή για να αναστήσουν το όνειρο στην ομορφιά. Το τραγούδι της ζωής, μέσω της ποίησής του εστιάζει στην αποκατάσταση του αρχαίου λάθους του θανάτου και της έκπτωσης από τον παράδεισο της ταπεινής αυλής των μικρών ανθρώπινων θαυμάτων και της πραγματικής πνευματικής ζωής. Στις φλέβες των ποιημάτων του κυκλοφορεί και κυοφορείται η παράδοση και η ποιητική παράδοση. Η γλώσσα του εκπέμπει λεπτές αισθήσεις μ’ έναν βαθύ ουμανισμό και ταυτόχρονα οργή κατά των επανειλημμένα τραυματισμένων ή χαμένων ανώνυμων της ζωής. Η επανάληψη  των ουσιαστικών είτε κύριων  είτε αφηρημένων έχουν συχνή θέση στην ποίηση του, γιατί είναι ένας τρόπος έκφρασης ώστε να γίνει πιο απτή η αίσθηση της λέξης και να αποκτήσει σωματική χροιά. Στίχοι ποιήματα λειτουργούν και αυτοτελώς μέσα στο σώμα του ποιήματος κι είναι σφιχτά πιασμένα στην αγκαλιά της καλοσύνης και της ευπρέπειας ενός λυρικού οικοδομήματος.

     Το ύφος του ποιητή είναι δωρικό,  με τον ανάλογο λυρισμό και την βαθιά ανθρωπιστική ευαισθησία που δηλώνονται από την αρχή της ποίησή του. Απλώνει το χέρι του στην παράδοση με σεβασμό γιατί γνωρίζει το χρειαζούμενο για τους ερχόμενους, ότι είναι αυτό που διάλεξε ο ακριβοδίκαιος χρόνος. 

     Επιλέγω το λιγόστιχο ποίημα: “Το τυχαίο” από την ενότητα « Πουλιά» της συλλογής Ελεγείες  όπου γράφει:

Στα νερά στα νερά η γαλήνη

καθώς κλειδώνει ο κύκνος τον ύπνο

με το ράμφος στο πλευρό του

     Επίσης αντιγράφω και τους στίχους του Νίκου Γκάτσου από τις Μέρες Επιταφίου όπου συναντιούνται δημιουργικά οι ποιητές :

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου

που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του 

Οι δύο ποιητές  αναδιπλώνονται όπως το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας, γιατί κατέχουν ότι όσο πιο κοντά βρεθούν στο βάθος της ψυχής τους θα προσφέρουν πιο ζεστά το χέρι στον συνάνθρωπο που καρτεράει την στοργή από τις λέξεις τους.

      Μετά τα όσα κατέθεσα έχω την αίσθηση ότι οι στίχοι του Μάρκου Μέσκου εκφέρονται σαν κελαηδισμός  από ένα θρηνητικό τρυγόνι του καιρού μας. Η φράση μου αυτή είναι παρμένη από το κείμενο: Μιχαήλ Ακομινάτος, το θρηνητικό τρυγόνι της αιώνιας Αθήνας. Βρίσκεται στον τόμο  Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΡΩΜΙΩΣΥΝΗ. Σ’ αυτό το κείμενο είδα αντιστοιχίες με την εποχή μας και την στάση του Ποιητή απέναντι στην τωρινή ατμόσφαιρα. Στις επόμενες τρεις επισημάνσεις μου υπάρχει σαφής αντιστοιχία με την περίπτωση του επισκόπου των Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου.

     Πρώτον ο ποιητής ζει τα δεινά του τόπους μας κι όλου του ανθρώπινου γένους,  όχι στην επιφάνειά τους, αλλά το βάθος. Παραθέτω:

Αυτός ο τόπος γεννάει

                                                            Πικρά ποιήματα.

(Αυτός ο τόπος, Μαυροβούνι)

     Δεύτερον την διακονία της ποίησης την νιώθει τόσο αποστολική, ώστε  την εκφράζει με τη χριστιανική συμπεριφορά της ταπείνωσης, της αλληλεγγύης και της συμμετοχής αλλά και με το βούρδουλα εναντίον των εμπόρων στο ναό του Σολομώντα, στο ίδιο μετερίζι με τις ψυχούλες που καρδιοχτυπούν.

Παραθέτω: 

Μ’ αυτούς του στίχους πλένω τα πόδια σας

                                   Αύριον έχουμε δρόμο

                                        Ή όχι;

                                                           (XII- τα ανώνυμα)

 

     Και τρίτο  η μοναξιά τον διαπερνά σαν καυτό μολύβι, αφού  το  ανέλπιδο τον ακυρώνει  και ταυτόχρονα πλάθει προσδοκίες με τη φωνή του.

Παραθέτω τους στίχους:

Ο ποιητής ακούει μόνος τη φωνή του. 

(Ι – Ισόβια Ποιήματα)

Το κουβάρι στο μυαλό μου με τις προθέσεις συμμετοχής στο κόσμο της ομορφιάς ανατρέποντας την ασκήμια.

(Υποκειμενική αναφορά – Μαύρο Δάσος)

Η συνομιλία μου με την ποίηση του Μάρκου Μέσκου συνεχίζεται, γιατί πιστεύω ότι η διαχρονικότητά της κι ο κόσμος της  θα είναι ένας από τους πλοηγούς για μελλοντικά περπατήματα και  συναντήσεις.

 

 

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...