Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Γιώτα Ξυλιά - Ελένη Ροδοπούλου Τζούλιας Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Καστανιώτης, 2024.

 



 

Το τελευταίο βιβλίο της Τζούλιας Γκανάσου με τον τίτλο Δευτέρα παρουσία είναι μυθιστόρημα αντιπολεμικό, μυθιστόρημα υπαρξιακής αναζήτησης, που καταπιάνεται με σύγχρονα θέματα, όπως οι εμπόλεμες συγκρούσεις και οι ζοφερές συνέπειες για τους άμαχους πληθυσμούς, ο ιδιαίτερος ρόλος των γυναικών στον πόλεμο, το θέμα της παρένθετης μητρότητας και η εμπορευματοποίησή της, η απώλεια της πατρώας γης, ο ρόλος των ηλικιωμένων ως δυναμικών μελών μιας κοινωνίας σε κατάρρευση, το σώμα ως πεδίο πειράματος και εκμετάλλευσης αλλά και ως μέσο αντίστασης.

Η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία έχει απομακρυνθεί, θα λέγαμε, από τη διαπραγμάτευση του θέματος της βίας, του πολέμου και των ολέθριων συνεπειών της στους κατοίκους μιας χώρας. Όμως, η πραγματικότητα, η επικαιρότητα γύρω μας, όπως στην Ευρώπη ο πόλεμος στην Ουκρανία, η γενοκτονία στη Γάζα, ο εμφύλιος και ο λιμός στο Σουδάν και όπου αλλού υπάρχουν πολεμικές συγκρούσεις, θάνατος, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, προσφέρει, δίνει τις αφορμές στους νέους ευαισθητοποιημένους και προβληματισμένους πεζογράφους μας, όπως η Τζούλια Γκανάσου, να στρέψουν το βλέμμα, να ασχοληθούν, μέσω της μυθοπλασίας, με αυτά τα θέματα, έχοντας κατά νου να αναδείξουν την πολύτιμη και υπέρτατη αξία του ανθρώπου και του ανθρωπισμού στην κοινωνία μας που καταρρέει.

Εξάλλου, από τα περικειμενικά, κατά τον Gérard Genette[1], στοιχεία του μυθιστορήματος που το πλαισιώνουν συμβάλλοντας, ποικιλότροπα, στη νοηματική του οργάνωση και, επομένως, στην πρόσληψη και ερμηνεία του, δηλαδή εκείνα τα στοιχεία που κάθε αναγνώστης συναντά, καθώς αρχίζει να το διαβάζει, και τα οποία προσδιορίζουν το περιεχόμενο του λογοτεχνικού κειμένου πριν καν διαβαστεί, είναι

 ο ίδιος ο τίτλος: Δευτέρα παρουσία

 και το μότο - φράση του Λάο Τσε:

«Αυτό που η κάμπια αποκαλεί τέλος,

                        η πεταλούδα το αποκαλεί αρχή».

Αυτά τα στοιχεία πληροφορούν για την κυρίαρχη προβληματική αλλά και για την άποψη της αφηγήτριας-συγγραφέως, καθώς και η δήλωση τόσο στην αρχή όσο και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ότι:  

«Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από τα αληθινά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία και κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών κατοικημένων πόλεων όπως στη Λωρίδα της Γάζας και σε άλλα σημεία του πλανήτη. Η ιστορία και τα πρόσωπα είναι προϊόντα μυθοπλασίας», αφού πρόκειται για ερμηνευτικό σχολιασμό του κειμένου πάλι από την ίδια τη συγγραφέα.

Σε ένα βομβαρδιζόμενο, λόγω του πολέμου, τόπο, «υπό τον ήχο των εκρήξεων και τις δονήσεις του εδάφους»[2], δύο γυναίκες, η 17χρονη εγγονή, η Άννα, και η γιαγιά της, η 75χρονη Όλγα που μένει παράλυτη, προσπαθώντας να ξεφύγουν και να επιζήσουν βρίσκονται σε ένα καταφύγιο ή στρατόπεδο ή γκέτο, χώρο πειραμάτων,  με παρένθετες μητέρες, για τα συμφέροντα μιας εταιρείας. Εκεί, παρά την εκμετάλλευση του γυναικείου σώματος που συμβαίνει, αναπτύσσονται σχέσεις αλληλεγγύης που δίνουν την ευκαιρία σε γυναίκες του «καταφυγίου», αλλά και σε άλλα άτομα, να αγωνιστούν για την ελευθερία τους, για την επανακατάκτηση  της ανθρώπινής τους ύπαρξης που κινδυνεύει.  

Η ιστορία διαδραματίζεται σε μία άγνωστη πόλη μιας ακαθόριστης χώρας, που οι κάτοικοι της δέχονται τα δεινά του πολέμου με έναν αδιευκρίνιστο εχθρό, και σε απροσδιόριστο χρόνο, παραπέμποντας, έτσι, σε κάθε δοκιμαζόμενο από τον πόλεμο μέρος και άνθρωπο, παντού, στον πλανήτη.

Κάποια στιγμή, προς το τέλος του μυθιστορήματος, οι δυο γυναίκες θα αναρωτηθούν και θα ρωτήσουν «Τι μέρα είναι; Τι μήνας είναι; Και ποια χρονιά;» «Πόσον καιρό έχουμε πόλεμο;»[3] καταδεικνύοντας, όχι μόνο τη διάρκειά του, αλλά και τον βαθμό που έχει επηρεάσει τα πρόσωπα. 

Η εγγονή Άννα διασώζει την παράλυτη γιαγιά της Όλγα μεταφέροντάς την στην πλάτη όπως ο Αινείας τον πατέρα του. Έτσι σχηματίζεται ένα ζωντανό διττό σώμα σαν διπλοκινούμενο γλυπτό. Το κάτω μέρος του σώματος είναι της εγγονής Άννας και το πάνω μέρος της γιαγιάς Όλγας.

Οι δύο γυναίκες αλληλοεπιδρούν, αλληλοβοηθούνται, συνεργούν. Η ωριμότητα και η πείρα της γιαγιάς Όλγας συνυπάρχει με τον δυναμισμό της νεαρής Άννας. «Οι δύο γυναίκες σαν ένα σώμα θα έρθουν αντιμέτωπες με την αποσύνθεση ενός κόσμου, με σκιές και αγρίμια με αποκριάτικες μάσκες, με παρένθετες μητέρες και καταφύγια-φυλακές, με παιδομάζωμα, αλλά και με κάθε λογής όμορφα πλάσματα, προσπαθώντας να επιζήσουν»[4].

 Αυτό που εξασφαλίζει την ενότητα, τη νέα οντότητα του διττού σώματος, είναι τα «χέρια-ζυμάρια» της γιαγιάς που αγκαλιάζουν σαν κισσοί την εγγονή, την προστατεύουν, την θωπεύουν, την κρατούν σε αγωνιστική διάθεση. Τα «χέρια - ζυμάρια - κισσοί» χαρακτηρίζονται με διάφορα προσδιοριστικά όπως «ασφυκτικοί κισσοί»[5], «χαδιάρικοι»[6], «αμήχανοι»[7], «θλιμμένοι»[8], «ξεδιψασμένοι»[9], «ετοιμοπόλεμοι»[10], επαναστατημένοι»[11], «οργισμένοι»[12] και άλλα, ανάλογα με το βίωμα της κάθε ξεχωριστής στιγμής.

Μια φορά μονάχα τα χέρια γίνονται και «χέρια – ζυμάρια - φίδια»[13] δηλώνοντας τη διαφωνία των δύο γυναικών.

Εδώ διαφαίνεται η ποιητικότητα και η λυρικότητα της γλώσσας της Τζούλιας Γκανάσου, έστω και μέσα από ζοφερές εικόνες. Το διττό σώμα υπάρχει και σα σύμβολο και σε άλλες εικόνες, όπως της γυναίκας που θηλάζει, της ένωσης των ερωτευμένων αλλά και των δίπολων θανάτου - ζωής, παραίτησης - αγωνιστικότητας, μίσους - αγάπης, γήρατος - νεότητας.

Το σώμα που πονά, το σώμα των γυναικών στο καταφύγιο, το σώμα που κακοποιείται και εμπορευματοποιείται είναι ο καθρέφτης του κόσμου, όπως λέει και στο ποιητικό της έργο η ποιήτρια Lola Ridge με τον τίτλο Το σώμα που πονά. Ο καθρέφτης του κόσμου[14]. Στο σώμα καθρεφτίζεται, αρχετυπικά, η καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αλλά και το σώμα ορίζεται ως σημείο συνάντησης της ατομικής με τη συλλογική ελευθερία, ως μέσο σύνδεσης και όχι διαχωρισμού φυλετικού, έμφυλου, ταξικού, εθνικού, ως αναζήτηση της ενότητας, όχι της διάσπασης.

Στο μυθιστόρημα, και ειδικά στο Α΄ μέρος του, προβάλλονται οι συνθήκες που επικρατούν στον πόλεμο, τον «πολιτισμένο πόλεμο».

Οι βομβαρδισμοί: «Σείστηκε η γη, τραντάχτηκαν οι τοίχο, οι σκέψεις, τα πετρώματα»[15],

η πείνα και η δίψα: «“Πεινάω”. “Κι εγώ… πεινάω και διψάω πάρα πολύ!”»[16], «Δεν είχαν βάλει μπουκιά στο στόμα εδώ και μέρες. Το νερό είχε στερέψει, ακόμα και στα καλοριφέρ»[17],

o θάνατος: «Η Άννα έβαλε μια τούφα κόκκινα μαλλιά στην παλάμη της Όλγας. Τόνισε πως δεν υπήρχε τίποτε άλλο στην αυλή. […] Η Όλγα κοίταξε τα απομεινάρια από τα μαλλιά της φιλενάδας της και βούρκωσε. Έβαλε την τούφα μες στον κόρφο…»[18],

η ανασφάλεια, ο φόβος και η φρίκη: «Είδε σκιές να ψάχνουν στα χαλάσματα, να απειλούν, να βογκάνε. Αναζήτησε τη μάνα, τον πατέρα, τον αδερφό, μια γειτόνισσα, μια φίλη. Λαχτάρησε ιπτάμενα χαλιά, λυχνάρια, τζίνι. Ευχήθηκε για ελεημοσύνη. Απέστρεψε το βλέμμα από τα ανθρώπινα μέλη που ήταν διασκορπισμένα στα συντρίμμια»[19],

ο ατομισμός και η αλλοτρίωση:

«“Φύγετε!” είπε ο δήμαρχος.

“Το σχολείο είναι δημόσιος χώρος. Έχουμε δικαίωμα να…”

“Ξεκουμπιστείτε!“ φώναξε ο μανάβης.

“Δεν χωράτε, είμαστε πλήρεις!” τόνισε ένας άγνωστος.

“Άργησες…” πρόσθεσε η σνομπ καθηγήτρια των μαθηματικών.»[20],  

η απανθρωποποίηση:

«Από τους βραχίονες που ήταν σπαρμένοι στα χαλάσματα είχαν εξαφανιστεί τα ρολόγια, οι βέρες, τα βραχιόλια. Είχαν κοπεί τα δάχτυλα»[21], «Παρέμεναν μπρούμυτα, φοβισμένες, σιωπηλές, ακίνητες να παρακολουθούν λαρύγγια να γδέρνονται, φλέβες να κόβονται, σωθικά να χαράσσονται, έντερα να εκσφενδονίζονται, πλάτες να μαχαιρώνονται σαν να ήταν μέρος ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο»[22],

η προσφυγιά και η αντιμετώπισή της από τα άλλα κράτη:

«“We are doctors!” φώναξε. “We are refugees!”

Go away!” ακούστηκε μια φωνή πίσω από τα συρματοπλέγματα.

“Ειρήνη!”

“Μείνετε στη χώρα σας!”

“Έγκυος!”

“Δεν θέλουμε άλλους ξένους, άλλους βρομιάρηδες, άλλες πόρνες!”

“Μωρά!”

“Μακριά!”»[23].

Ένας πόλεμος που χαρακτηρίζεται από την ηλικιωμένη Όλγα «πολιτισμένος»:

«Ο  “πολιτισμένος” πόλεμος» που «θα μας επέτρεπε να πηγαίνουμε στη δουλειά, να ψωνίζουμε, να κάνουμε περιπάτους, να βγαίνουμε με φίλους. Έτσι έλεγαν… θα κρυβόμασταν μόνο όταν θα ηχούσαν οι σειρήνες. Κουραφέξαλα!»[24]

και στον οποίο «δεν θα έπεφταν βόμβες εκεί όπου λατρεύονταν θεοί! Το ίδιο είχαν δηλώσει για τα σημεία όπου βρίσκονταν ασθενείς, μωρά, παιδιά, ηλικιωμένοι. Όχι, βέβαια, για τους χώρους Τέχνης ή για τα μουσεία… ούτε λόγος για τις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία»[25].

Η συγγραφέας παραθέτει  στις υποσημειώσεις του έργου τις πηγές από όπου άντλησε το αποδεικτικό της υλικό (όπως βίντεο και άρθρα). Δίνονται τα στοιχεία της ουκρανικής Εταιρείας που δραστηριοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου στις διαδικασίες της παρένθετης μητρότητας και που στην Ουκρανία είναι εγκεκριμένη δια νόμου από το 2007[26].  Επιτρέπεται, δηλαδή, μεγάλη ποικιλία επεμβάσεων και εμπορίου πολλών προϊόντων αναπαραγωγής, ανεξάρτητα από ηθικές προδιαγραφές και ζητήματα εκμετάλλευσης του ανθρώπινου σώματος.

Νομίζουμε ότι η σύνδεση της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα και το ντοκουμέντο επιτυγχάνεται με τον πιο κατάλληλο τρόπο, σε ένα είδος «μεικτό αλλά νόμιμο», και μέσα από παραμυθικά στοιχεία που παρηγορούν, απαλύνουν τον πόνο και γλυκαίνουν τους ανθρώπους. Επίσης, με τη χρήση του μαγικού ρεαλισμού, της ποιητικότητας αλλά και με τη χρήση αρχετύπων, όπως η χρήση του γάλακτος ως πηγής ζωής, του σώματος που, όταν πεθάνει, δεν πρέπει να εγκαταλείπεται και να μένει άταφο, ή της γέννησης ενός νέου ανθρώπου ως αρχής της ζωής και της ελευθερίας, ή των συνόρων ως ξεκινήματος μιας νέας ζωής καλύτερης από την προηγούμενη.   

Έτσι, με εργαλεία του μαγικού ρεαλισμού, του φανταστικού, του ανοίκειου και του ενστικτώδους, η συγγραφέας αντιμάχεται τη ζοφερή πραγματικότητα του πολέμου, την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, εκπέμπει σύμβολα και μηνύματα για τη διαφύλαξη της αξίας της ζωής, εγείρει ερωτήματα και ζητήματα βιοηθικής.

Η γλώσσα του μυθιστορήματος διακρίνεται για τη λυρικότητα και την ποιητικότητά της, σε πλήρη αντίθεση με το ζοφερό περιβάλλον των βομβαρδισμών και του επικείμενου θανάτου, μέσα σε μια γκροτέσκα εκδοχή. Πολλά επίθετα, σε κάποια σημεία χρήση έμμετρου λόγου ή παραμυθητικά στοιχεία, γιατί, όπως γράφει και ο  Γ. Σεφέρης στο ποίημά του Τελευταίος Σταθμός:

«Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

  είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

  δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

  γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·»[27]

Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Μπαχτίν[28] πέρα από την «εξωτερική διαλογοποίηση», δηλαδή ως συνθεσιακή μορφή της δομής της ομιλίας (διάλογος μεταξύ ενδοκειμενικών προσώπων), λειτουργεί παράλληλα κι ένας άλλος αφανής διάλογος, μια εσωτερική διαλογοποίηση, κάτι που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιτυγχάνεται  μέσω του τίτλου δευτέρα παρουσία αλλά και της παράθεσης αρκετών αποσπασμάτων από το έργο Οι Σατανικοί Στίχοι του Salman Rushdie, φράσεων από έργα του Gabriel García Márquez και του Albert Camus‎‎, λόγων που αποδίδονται στον Máo, φράσης του Ευαγγελίου «Θεέ μου… Θεέ μου, γιατί μας εγκατέλειψες;»[29], στίχων από το Νανούρισμα «Νάνι του Ρήγα το παιδί» του Μ. Χατζιδάκι  και Ν. Γκάτσου[30] ή από το παραδοσιακό γαλλικό ναυτικό τραγούδι «Ήταν ένα μικρό καράβι» στην ελληνική εκδοχή του[31].

Τα λογοτεχνικά αποσπάσματα αποκαλύπτουν πως πρόκειται για έναν αγώνα επιβίωσης πίσω από τον οποίο βρίσκεται ο πολιτισμικός κώδικας. Η ανθρώπινη ιδιότητα κατακτάται με την υπεράσπιση των αξιών. Και οι αξίες μεταδίδονται μέσω του λογοτεχνικού κώδικα, προνομιακού φορέα πολιτισμικών αξιών. Αλλά και μέσω της Τέχνης.

«Λαχτάρησε όσα της είχαν υποσχεθεί τα παραμύθια, οι ταινίες, τα βιβλία, η γιαγιά όταν μιλούσε για ζωή»[32].

Στο μυθιστόρημα έκδηλη είναι και η χρήση της ειρωνείας (βλ. τον χαρακτηρισμό «πολιτισμένος πόλεμος»), που σε συνδυασμό με την επανάληψη και το ασύνδετο σχήμα, σε αρκετά σημεία, διαψεύδει και ανατρέπει στάσεις και απόψεις, μέσω των αντιθέσεων, που την καθιστούν φανερή και την κάνουν να ξεχωρίζει στο έργο. Ο αναγνώστης καλείται να συμμετάσχει νοερά συνειδητοποιώντας την ασυμφωνία ή δυσαρμονία ανάμεσα στις λέξεις και στη σημασία τους ή ανάμεσα στις πράξεις και στα αποτελέσματά τους ή ανάμεσα στα φαινόμενα και στα πράγματα:

«Όλα λειτουργούσαν ρολόι στο  καταφύγιο των εργαζόμενων μανάδων και των μωρών. Χαρωπά, τρυφερά, ανθηρά.»[33],

«Όλα λειτουργούσαν ρολόι στο  καταφύγιο των εργαζόμενων μανάδων και των μωρών. Ήρεμα, χαρωπά και ευοίωνα.»[34],

«Όλα πήγαιναν περίφημα στο καταφύγιο των παρένθετων θηλέων και των βρεφών. Ομαλά, γλυκά και φιλόξενα.»[35],

«Έπρεπε να δείξουν στον κόσμο πως όλα έβαιναν καλώς στον “πολιτισμένο“ πόλεμο η ικανοποίηση των αναγκών των πολιτών, η μεταφορά των προσφύγων, η ανθρωπιστική και η ιατρική βοήθεια, οι ειδικές αποστολές, οι εταιρικές δραστηριότητες, όλα λειτουργούσαν ρολόι»[36].

Η αγάπη για τον άνθρωπο και τον σεβασμό των δικαιωμάτων του στη ζωή και σε τούτο τον κόσμο είναι η κινητήρια δύναμη που σπρώχνει τη Τζούλια Γκανάσου στη συγγραφή. Με τον ίδιο τρόπο που η συγγραφέας διαμορφώνει με μια έλλογη κατασκευή τον άλογο χώρο, τον κόσμο, μπορεί και ο άνθρωπος να αγωνιστεί για ένα καλύτερο παρόν και μέλλον, για «Μια πατρίδα, ένα σπίτι, ένα γεύμα, το πρώτο φιλί»[37], για «“μια χώρα που δεν θα απορρίπτει κανέναν, δεν θα εγκαταλείπει κανέναν, δεν θα βασανίζει κανέναν, δεν θα σκοτώνει κανέναν…”»[38].

Η συγγραφέας ενστερνίζεται πανανθρώπινα οράματα, γίνεται φορέας του ουμανιστικού και διαχρονικού αιτήματος του ανθρώπου για ειρήνη, ελευθερία, ισότητα, για την υπεράσπιση της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, την προστασία και την παροχή βοήθειας σε κάθε πρόσφυγα, αδύναμο ή κατατρεγμένο άνθρωπο, για την αντιμετώπιση του ρατσισμού, της έμφυλης βίας, του κέρδους, της εμπορευματοποίησης των πάντων.  

Κι αν μιλάει για τον μικρό απροσδιόριστο κόσμο που περιβάλλει τους ήρωές της, μιλάει ταυτόχρονα για τον μεγάλο κόσμο, το παντού.

«“Θα σου φτιάξω μια χώρα που δεν θα σε διώχνει…” είπε το αγόρι.

“Θα σου φτιάξω μια χώρα που δεν θα σε πληγώνει…” απάντησε το κορίτσι και άγγιξε τα χείλη του αγοριού […]»[39]

αφήνοντας την ελπίδα στον άνθρωπο που παλεύει και αγωνίζεται για έναν καλύτερο κόσμο, για μια δεύτερη ευκαιρία, το όραμα για μια δευτέρα παρουσία στη ζωή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

___________

Ομιλία που διαβάστηκε στην 1η Συνάντηση Λογοτεχνών που έγινε στην Πάτρα στις 19-20 Δεκεμβρίου 2025.



[1] Gérard Genette, Seuils, coll. Poetique, Seuil, 1987, σ. 10. 

[2] Τζούλιας Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2024, σελ.16.

[4] Στο ίδιο, από το οπισθόφυλλο.

[6] Στο ίδιο, σελ. 35.

[7] Στο ίδιο, σελ. 38.

[9] Στο ίδιο, σελ. 64.

[10] Στο ίδιο, σελ. 99.

[11] Στο ίδιο, σελ. 110.

[12] Στο ίδιο, σελ. 113.

[13] Στο ίδιο, σελ. 51.

[14] Lola Ridge, Το σώμα που πονά. Ο καθρέφτης του κόσμου, μετάφραση: · Ελένη Χατζή, Αθήνα: Εκδόσεις Κείμενα, 2023.

[15] Τζούλιας Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2024, σελ.13.

[16] Στο ίδιο, σελ. 19-20.

[18] Στο ίδιο, σελ. 28.

[21] Στο ίδιο, σελ. 31.

[22] Στο ίδιο, σελ. 60.

[23] Στο ίδιο, σελ. 234-235.

[25] Στο ίδιο, σελ. 47.

[26] Στο ίδιο, σελ. 97-98, 117-119.

[27] Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Β', Τελευταίος Σταθμός, στίχοι 83-86.

[28] Μιχαήλ Μπαχτίν, Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, μτφρ. Γιώργος Σπανός, Πλέθρον, Αθήνα    1980, σελ. 182-189.

[29] Τζούλια Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2024, σελ.63.

[31] Στο ίδιο, σελ. 32-33.

[32] Στο ίδιο, σελ. 52.

[34] Στο ίδιο, σελ. 155.

[36] Στο ίδιο, σελ. 200.

[37] Στο ίδιο, σελ. 189.

[38] Στο ίδιο, σελ. 242.

[39] Στο ίδιο, σελ. 268.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...