Ο
Δημήτρης Σωτάκης είναι ο πιο μεταφρασμένος συγγραφέας της σύγχρονης ελληνικής
λογοτεχνίας, διεθνώς αναγνωρισμένος, με διεθνή παρουσία, τα βιβλία του διαβάζονται σε πάνω από 20
χώρες, μέχρι και στα κινεζικά. Γνωρίζει
μάλιστα ο ίδιος καλά τη γλώσσα, την διδάσκει
αλλά και μεταφράζει κινεζική λογοτεχνία στα ελληνικά. Έργα του έχουν
βραβευτεί ή ήταν υποψήφια για διάφορα βραβεία. Πρόσφατα του απονεμήθηκε το «Βραβείο
Μεσόγειος - Ξένης Λογοτεχνίας» 2025 (“Prix Méditerranée Étranger” 2025) για το προτελευταίο
βιβλίο του Μισή καρδιά (2022)[1].
Σύμφωνα
με τον Β. Χατζηβασιλείου «Τα θέματα στα οποία παραπέμπει το φανταστικό σύμπαν
του Δημήτρη Σωτάκη είναι ποικίλα: από τις απώλειες του έρωτα, της μοναξιάς και
του θανάτου και το αδιευκρίνιστο, μονίμως διαφιλονικούμενο παρελθόν μέχρι τις
κοινωνίες που εξαφανίζουν το άτομο και την ιδιοσυστασία του με τους
εξοντωτικούς ρυθμούς εργασίας τούς οποίους επιβάλλουν και με την υπερπαραγωγή
των προϊόντων τους. Προσπαθώντας το άτομο να ανταποκριθεί σε απαιτήσεις που
ξεπερνούν το μέτρο του, θα στερηθεί τις πραγματικές του επιθυμίες, υποχωρώντας
στο εσωτερικό μιας ζώνης, η οποία έχει καταπλακωθεί από την ομοιομορφία και την
έλλειψη ταυτότητας ή διαφοράς»[2].
Το
τελευταίο μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη με τίτλο Η ΠΙΚΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ κινείται
στον χώρο του παραδοξογραφήματος, όχι μέσα από μια φανταστική αλλά μέσα από μια
ρεαλιστική αφήγηση. Είναι η περιπέτεια μιας τετραμελούς οικογένειας που μοιάζει
ευτυχισμένη στη διάρκεια των διακοπών της σε ένα ξενοδοχείο όπου πηγαίνει επί
σειρά ετών και όπου κανείς δεν την αναγνωρίζει από όσους είχε γνωρίσει τα
προηγούμενα χρόνια. Τα μέλη της ζουν μέσα σε έναν εφιάλτη, σε μια ζοφερή
κατάσταση και, στην προσπάθειά τους να απεγκλωβιστούν, καταβυθίζονται
ψυχαναλυτικά στον εαυτό τους, στη σχέση τους, αναλογίζονται και διερωτώνται με
αγωνία για την παρουσία τους στον κόσμο, την ταυτότητά τους, την επιβίωσή τους
μέχρι το τέλος.
Όλη αυτή η παραδοξότητα και το παράλογο στοιχείο θυμίζουν, θα λέγαμε, πολλά κείμενα του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, όπως στη συλλογή πεζογραφημάτων Το Βάραθρο (1963)[3] ή στο αυτοτελές πεζογράφημα Ο φιλόξενος καρδινάλιος (1986)[4].
Μια
φαινομενικά ευτυχισμένη οικογένεια: ο πατέρας, ο 54χρονος Πο Λέντις, «με
φρεσκάδα και νεανικότητα αξιοζήλευτη για τους συνομηλίκους του»[5], γνωστός συγγραφέας, η
πολύ ταιριαστή του και κατά πέντε χρόνια νεότερη Μαρία, η μητέρα, που «εργαζόταν
πλέον ευκαιριακά σε μια εταιρεία τροφίμων που διατηρούσε ο μεγάλος της αδερφός»[6],
αποτελούν ένα ζευγάρι που «ακόμη κι ένας μέτριος παρατηρητής, με ευκολία θα
μάντευε – από τις χειρονομίες, τις κινήσεις και κυρίως τις ματιές τους – ότι
παρέμενε ακόμη ερωτευμένο»[7], και τα δύο παιδιά τους, ο
«ευέξαπτος και ευαίσθητος» 8χρονος Φέριν και η κατά τρία χρόνια μεγαλύτερη
αδερφή του, η «πνευματώδης και ώριμη»[8] Σο.
Η
οικογένεια πάει για καλοκαιρινές διακοπές στο ίδιο ξενοδοχείο, τη «Γέρικη
Αρκούδα», για πέμπτη συνεχή χρονιά, αφού ήταν «ο παράδεισός τους»[9]. Ανυπομονούν να ξαναδούν
τους ίδιους ανθρώπους με τους οποίους έχουν με τα χρόνια γνωριστεί, αφού «είχαν
αποκτήσει εκπληκτική οικειότητα με την περιοχή και τους ανθρώπους εκεί»[10].
Κι
όμως, όταν φτάνουν, δεν τους αναγνωρίζει κανείς. Ο κόσμος που είχαν
συναναστραφεί είναι σα να μην τους έχει δει ποτέ. Κάθε προσπάθεια προσέγγισης
προκαλεί σε παλιούς φίλους και γνώριμους ενόχληση, δυσφορία, αντίδραση:
« - Ποια είσαι;
Δεν μπορώ να θυμηθώ…, είπε και με μια μηχανική κίνηση, σαν να ήθελε να
προστατευτεί από κάτι, έσφιξε το χέρι του Μίχαλ, ο οποίος προσπαθούσε να
καταλάβει τι γινόταν.
- Η Μαρία, αφού σου είπα! Πέρυσι τρώγαμε μαζί
τα βράδια, δεν με θυμάσαι ;
Σ’ αυτά τα λόγια η
γυναίκα έδειξε τη δυσφορία της. Σηκώθηκε και κοίταξε γύρω της, σαν να
αναζητούσε κάποιον να τη βοηθήσει»[11].
Διαπιστώνουν
ότι είναι ξένοι μεταξύ ξένων. Όχι μόνο για τους πελάτες του ξενοδοχείου αλλά,
ακόμη, και για κοντινά τους πρόσωπα, όπως για τον πατέρα της Μαρίας, για τη
φίλη της στο γραφείο, για τον εκδότη του Πο. Σα να μην υπήρξαν ποτέ για
κανέναν. Ανησυχούν, δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν, προσπαθούν να δώσουν μια
λογική εξήγηση, να καταλάβουν τι συμβαίνει. Αισθάνονται άσχημα. Κάνουν διάφορες
υποθέσεις. Αναρωτιούνται μήπως πρόκειται για «ηλίθιο αστείο», για «μια
κακόγουστη φάρσα»[12]. Ζουν μια αλλόκοτη
κατάσταση, μια νέα πραγματικότητα. Δεν εγκαταλείπουν, δε φεύγουν, επιμένουν. «Δεν
ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν κανέναν να τους καταστρέψει όσα είχαν σχεδιάσει.
Περίμεναν αυτές τις μέρες όλο τον χειμώνα, όπως άλλωστε όλα τα τελευταία χρόνια»[13].
Οι ήρωες προσπαθούν να μην ασχοληθούν
περισσότερο, να προσποιηθούν ότι δεν έγινε τίποτα[14], να επιβιώσουν, να τα
καταφέρουν, να υπάρξουν μέσα από αυτό το ταξίδι, από αυτή την παράλογη
κατάσταση, από αυτή την τρομαχτική πια περιπέτεια, αναδεικνύοντας
την προσπάθεια του σύγχρονου ανθρώπου να
γίνεται ορατός. «Δεν μας ξέρει κανείς πια, Μαρία. Δεν υπάρχουμε για κανέναν»[15].
Πρόκειται
για μια οικογένεια που, ενώ στην αρχή δείχνει άψογη, μακριά από οτιδήποτε θολό
ή σκοτεινό, στην πορεία, και όσο πιο βαθιά αναζητεί την αλήθεια, τόσο έρχεται αντιμέτωπη με
ερωτήματα που αφορούν την ίδια της τη ζωή και καταφαίνεται η αλλοίωση της:
« - Είναι όλα λοιπόν όπως φαίνονται; Αυτό που
βλέπουμε είναι αυτό που συμβαίνει;»[16]
« - Κι όμως, με δυο λέξεις τα πάντα μπορούν να καταρρεύσουν, δεν το αισθάνεσαι κι εσύ; Ότι όλα καταρρέουν; Κι εμείς μαζί»[17],
Ακόμα
και η σχέση του ζευγαριού εντείνεται όπως καταδεικνύουν οι μεταξύ τους
συζητήσεις:
«
- Είδες λοιπόν; Δεν είναι ότι δεν μας γνωρίζουν μόνο οι επισκέπτες αυτού του
ξενοδοχείου, δεν γνωριζόμαστε ούτε εμείς μεταξύ μας!»[18].
Στο
μυθιστόρημα Η ΠΙΚΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ σε δύο κεφάλαια, μεταξύ 3ου - 4ου και μεταξύ 5ου - 6ου
της κύριας αφήγησης, εμπεριέχεται το τελευταίο μυθιστόρημα του ήρωα - συγγραφέα
Πο Λέντις, με τίτλο Το λάθος νόημα, για το οποίο έχει πάρει πολλούς
επαίνους. Πρόκειται για μια δευτερεύουσα ιστορία μέσα στην ιστορία.
Η
δευτερεύουσα-εγκιβωτισμένη αυτή αφήγηση λειτουργεί σαν αντεστραμμένος καθρέφτης
της κύριας, με τα ίδια πρόσωπα, την ίδια οικογένεια αλλά με διαφορετικά επαγγέλματα του ζευγαριού
που, έχοντας αποκτήσει μεγάλη περιουσία μετά τον θάνατο της πλούσιας θείας (κάηκε
μέσα στο σπίτι της), κουβαλάει τις τύψεις του γι’ αυτόν. Παρόλο που έχει
αθωωθεί από το δικαστήριο, η γνώμη του κόσμου κατατρύχει το μέλλον τους.
Όταν
η οικογένεια φτάνει στο ίδιο ξενοδοχείο, την «Γέρικη Αρκούδα», προκειμένου να
ξεφύγει από τους γνωστούς της, «ένα ξενοδοχείο στην άλλη άκρη της χώρας, κάπου
όπου θα ήταν άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, όπου δεν θα τους είχε δει κανείς»[19], αποδεικνύεται
πως, ενώ η ίδια δε γνωρίζει κανέναν, οι άλλοι τους γνωρίζουν:
«- Μας βρήκαν, μας βρήκαν ακόμη κι εδώ, πόσο
απαίσιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι… Έπρεπε να ήμασταν πιο διακριτικοί, μας
παρακολούθησαν!»[20].
Αυτή
η αναγνωρισιμότητα που στερείται η οικογένεια της κύριας αφήγησης, όπως και η
αποδοχή από τους άλλους που επιδιώκει, προσφέρεται σε εκείνους που για τους
δικούς τους λόγους την απορρίπτουν. Οι ήρωες της δευτερεύουσας αφήγησης
προσπαθούν να αντιμετωπίσουν αυτό που βιώνουν, αναρωτιούνται για τον ίδιο τους
τον εαυτό και για τις πράξεις τους, παλεύουν να ξεπεράσουν τα αρνητικά
συναισθήματα που τους κυριεύουν, τις άσχημες σκέψεις. Νιώθουν παγιδευμένοι:
«-
Δεν ήταν αυτό το σχέδιό μας. Το σχέδιό μας ήταν να πάμε κάπου που να μη μας
ξέρει κανείς, όχι να παγιδευτούμε σε ένα ξενοδοχείο περικυκλωμένοι από
κατασκόπους. Αυτό δεν είναι ελευθερία, είναι εφιάλτης»[21], θα πει η Μαρία στον Πο. Η αναγνωρισιμότητα τούς είναι απειλή, τους
φοβίζει και επηρεάζει αρνητικά όλη την οικογένεια.
Η
αντεστραμμένη αυτή αφήγηση φαίνεται στην ερώτηση που κάνει η Σο, η κόρη της
οικογένειας και στις δυο περιπτώσεις,
στη
δευτερεύουσα εγκιβωτισμένη αφήγηση: « - Μπαμπά, όταν θα πάμε πίσω στην πόλη, θα
μας αναγνωρίζουν όλοι κι εκεί όπου και να πηγαίνουμε, όπως γίνεται εδώ;»[22]
και
στην κύρια: « - Μπαμπά, τώρα που θα πάμε στο σπίτι μας, δεν θα μας αναγνωρίζουν
ούτε εκεί;»[23].
Και
αβίαστα προκύπτουν τα ζητήματα που εφιαλτικά απασχολούν τα πρόσωπα: να μην
αναγνωρίζονται από εκείνους με τους οποίους γνωρίζονταν αλλά και, ανεστραμμένα,
να τους γνωρίζουν εκείνοι που τα ίδια
δεν ξέρουν.
Και
στις δύο αφηγήσεις επιδιώκεται ο δεξιοτεχνικός συγκερασμός δύο στοιχείων, του
παράλογου και του πραγματικού, όπου αυτά τα δύο τελούν διαρκώς υπό το κράτος του τυραννικού
ελέγχου του ορθολογισμού. Έτσι, το παράδοξο και το αλλόκοτο, που αναδύονται από
τη βάση της υποσυνείδητης ζωής, σπρώχνουν την έννοια του τραγικού στοιχείου ως
την παρόξυνση, όπως συμβαίνει στο τέλος της ιστορίας ή στις δύο σκηνές του
εστιατορίου του ξενοδοχείου που το τραγικό οδηγεί στο αντίθετό του, στο
κωμικοτραγικό και τον τραγέλαφο. Διαφαίνεται η συνάρτηση και αποσυνάρτηση του
κόσμου της αλήθειας και του ψεύδους.
Η
κάθε μια από τις δυο ιστορίες, σταδιακά, γίνεται μια ιστορία επιβίωσης, μια
ιστορία για την αγωνία της παρουσίας του ανθρώπου στον κόσμο. Αναδείχνουν
διαφορετικές όψεις του ανθρώπινου ψυχισμού, τα πολλαπλά και αντιφατικά πρόσωπα
των ανθρώπων, που μπορεί, ανάλογα με τις συνθήκες, να λειτουργήσουν και ως
θύτες και ως θύματα.
Η
τέχνη και η δεξιοτεχνία των αντιθέσεων στο έργο αυτό είναι εξαιρετική. Τα
αντιθετικά σχήματα που υπάρχουν είναι πολλά όπως η μνήμη και η λήθη, η
συνάρτηση και αποσυνάρτηση του κόσμου της αλήθειας και του ψεύδους, το παράλογο
και η κατανόησή του μέσω του ορθολογισμού που προτάσσουν οι πρωταγωνιστές.
Επίσης, η βεβαιότητα που έχει το ζευγάρι των πρωταγωνιστών για την αραγή σχέση
τους και η αβεβαιότητα που ακολουθεί μετά το άλγος και το άγχος της υπαρξιακής
περιδίνησής τους. Η ευτυχία και η γαλήνη που προσφέρει η απόλαυση της φύσης και
αντιθέτως η δυστυχία και ο τρόμος. Ο εφιάλτης των άλλων που δεν τους
αναγνωρίζουν, όπως ο πατέρας της πρωταγωνίστριας Μαρίας και ο εκδότης του
πρωταγωνιστή, η περιχαράκωση και ο αποκλεισμός του εμείς, δηλαδή της
οικογένειας που περνάει τις διακοπές της με αυτόν τον τρόπο αλλά και, ίσως, θα
περάσει και την υπόλοιπη ζωή της.
Το
μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε έναν τόπο χωρίς γεωγραφικό στίγμα, χωρίς συγκεκριμένο
τόπο, χώρα, γλώσσα, εθνικότητα. Μόνο το
όνομα του ξενοδοχείου «Γέρικη Αρκούδα». Ο χώρος της δράσης είναι μακριά από τον
χώρο όπου οι ήρωες ζουν την καθημερινότητά τους. Εστιάζει στους ανθρώπους του
σήμερα και στην αγωνία που βιώνουν καθώς προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την
πραγματικότητα. Εστιάζει στα αδιέξοδα
του σύγχρονου τρόπου ζωής και στις
αντιφάσεις της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.
Υπάρχει,
όμως, η θάλασσα που προσφέρει τη δυνατότητα της ελευθερίας και της απόδρασης,
της διαφυγής από την παράλογη και τρομακτική πραγματικότητα του ξενοδοχείου. Η
θάλασσα ως χώρος εκτόνωσης της έντασης, συμφιλίωσης και ηρεμίας. Δεν είναι
τυχαίο πως το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με την τελευταία εικόνα της οικογένειας
σε μια παραλία:
«Η
θάλασσα ήταν ήρεμη και όμορφη, το νερό έσκαγε βουβό στην υγρή επιφάνεια της
άμμου, σχηματίζοντας ένα ελάχιστο κύμα, και μετά υποχωρούσε με τάξη»[24].
Οι
δυο αφηγήσεις, η κύρια και η δευτερεύουσα-εγκιβωτισμένη, λειτουργούν ως ένας
αφανής διάλογος με αυτό που ο Μιχαήλ Μπαχτίν ονομάζει «ο λόγος του άλλου» (la parole d’
autrui), συνιστώντας μια εσωτερική διαλογοποίηση που εισχωρεί δυναμικά στη δομή
της αφήγησης[25].
Μέσα από την ανάλογη, αλλά όχι ίδια, δευτερεύουσα ιστορία έχουμε έναν έμμεσο
διάλογο όπου συνηχούν ατομικές και κοινωνικές καταστάσεις και αντιδράσεις.
Υποδηλώνεται, όμως, και μια δομική αντιπαράθεση που σημασιοδοτείται αντιθετικά.
Υπάρχει ένα «ρήγμα» στα ως τώρα ειωθότα και σε αυτά που πραγματεύεται η δευτερεύουσα/εγκιβωτισμένη
αφήγηση, ρήγμα που προκαλείται, βέβαια, από τις διαφορετικές συνθήκες και
καταστάσεις.
Η
αντίθεση ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό εισάγει την ειρωνεία και στις
δυο αφηγήσεις αφού προβάλλει όχι μόνο την αδυναμία των δυο οικογενειών να
αντιμετωπίσουν ουσιαστικά όσα οι ίδιοι βιώνουν, να βρουν μια λύση, αλλά και την
αμφισβήτηση για όλα όσα συμβαίνουν. Τελικά, ποιο και για ποιους είναι το
πραγματικό και, ποιο και για ποιους, το φανταστικό;
Ο
ίδιος ο τίτλος του μυθιστορήματος, Η πικρή αλήθεια, αλλά και της δευτερεύουσας
αφήγησης, Το λάθος νόημα, δημιουργούν εξ υπαρχής ένα κατάλληλο πλαίσιο
για να λειτουργήσει η ειρωνεία. Είναι η απόσταση τόσο μεταξύ των δύο τίτλων όσο
και ανάμεσα στους τίτλους και τις πραγματώσεις, η διαφορά ανάμεσα στον αγώνα
υπέρβασης των δυσκολιών και στην αναποτελεσματικότητά του.
Τέλος,
δε θα μπορούσαμε να μην επισημάνουμε πως, κατά την άποψή μας, το μυθιστόρημα
παραπέμπει και στον κινηματογράφο:
στο
κινηματογραφικό σύμπαν του Michael Haneke και, ειδικά, στην ταινία του Κρυμμένος/Caché
(2005)[26], όπου υπάρχει ένα
παιχνίδι με το υποσυνείδητο, με το τι έγινε ή δεν έγινε, με τη διαρκή αναζήτηση
της αλήθειας, με όσα μας καταδιώκουν, με το πώς λειτουργεί το βλέμμα του Άλλου
πάνω μας, με τα αινίγματα που προβάλλουν μπροστά στον θεατή για το τι είναι «αλήθεια»
και τι εικόνα-μέσα-στην-εικόνα. Ή ακόμα
και στη ζοφερή φαντασία, στον στοχασμό, στο ενδιαφέρον για την ουσία και τις
διάφορες εκφάνσεις της πραγματικότητας, όπως διαφαίνονται σε ταινίες του David Lynch, ίσως περισσότερο, στην
ταινία Οδός Μαλχόλαντ/Mulholland Dr. (2001)[27], στις οποίες κρύβονται
πολλές οδυνηρές αλήθειες για τις ανομολόγητες πλευρές του ανθρώπου και της
κοινωνίας. Ή τέλος, το θέμα του παράλογου στοιχείου, όπως κατά την κρίση μας,
επισημαίνεται και στα κείμενα-σενάρια του Ευθύμη Φιλίππου στον κινηματογράφο
του Γιώργου Λάνθιμου.
Οι
παράδοξες και ανοίκειες καταστάσεις, η επώδυνη εσωτερική αναζήτηση των ηρώων
για αυτογνωσία και για απαντήσεις στα ζητήματα που τους βασανίζουν, όπως
περιέχονται στο μυθιστόρημα αυτό του Δημήτρη Σωτάκη, προβάλλουν τον παραλογισμό
της εποχής μας και τις δυσκολίες του ανθρώπου να τις αντιπαρέλθει με τρόπο
αποτελεσματικό για τον ίδιο. Το πρόβλημα των καιρών μας είναι, για τον Δημήτρη Σωτάκη,
πρόβλημα ενότητας, αποκατάστασης της αρμονίας του ανθρώπου με τον κόσμο αλλά
και με τον ίδιο τον εαυτό του.
Ο
συγγραφέας δίνοντας βάρος στην εσωτερική ταραχή των ηρώων του συμπαρασύρει τον
αναγνώστη κάνοντάς τον να αναμετρηθεί με τον εαυτό του και την αλήθεια που ο
καθένας μας κρύβει μέσα του. Διερευνώντας τις φαινομενικές όψεις του
πραγματικού και απογυμνώνοντας τες από την αληθινή τους διάσταση υποδεικνύει
πως τίποτα δεν είναι πιο φανταστικό από την ίδια την πραγματικότητα.
_____________________________
Ομιλία που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Σωτάκη στην 1η Συνάντηση λογοτεχνών που πραγματοποιήθηκε στην Πάτρα στις 19-20 Δεκεμβρίου 2025.
[1] Δ. Σωτάκης, Μισή
καρδιά, Αθήνα: Κέδρος, 2022 (για τη
γαλλική έκδοσή του Demi-cœur από τις εκδόσεις Intervalles σε μετάφραση
της Françoise Bienfait).
[2] Β. Χατζηβασιλείου
«Πικρή αλήθεια ή παράλογη πραγματικότητα; Το καινούργιο μυθιστόρημα του Δημήτρη
Σωτάκη», ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, 12.4. 2025
[3] Επαμεινώνδας Χ.
Γονατάς, Το βάραθρο, Αθήνα: Εκδόσεις Στιγμή, 2006 [γ΄ έκδοση]
[4] Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Ο φιλόξενος καρδινάλιος,
Αθήνα: Εκδόσεις Στιγμή, 2006 [γ΄ έκδοση]
[5] Δημήτρης Σωτάκης,
Η ΠΙΚΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, Αθήνα: Κέδρος, 2025, σελ. 12.
[6] Στο ίδιο, σελ.
17.
[8] Στο ίδιο, σελ. 17.
[9] Στο ίδιο, σελ.
14.
[10] Στο ίδιο, σελ. 18.
[11] Στο ίδιο, σελ.
59.
[13] Στο ίδιο, σελ.
193-194.
[15] Στο ίδιο, σελ.
200.
[16] Στο ίδιο, σελ.
304.
[18] Στο ίδιο, σελ.
357-358.
[19] Στο ίδιο, σελ.
131.
[20] Στο ίδιο, σελ. 147.
[21] Στο ίδιο, σελ.
267.
[22] Στο ίδιο, σελ.
277.
[23] Στο ίδιο, σελ.
241.
[24] Στο ίδιο, σελ.
374.
[25] Μιχαήλ Μπαχτίν, Προβλήματα
λογοτεχνίας και αισθητικής, μτφρ. Γ. Σπανός, Αθήνα: πλέθρον, 1980.
Michael Holquist, Διαλογικότητα.
Ο Μπαχτίν και ο κόσμος του, μτφρ. Ι. Σταματάκη, Αθήνα: Gutenberg, 2014.
[26] Κρυμμένος / Caché, 2005. Σκηνοθεσία - Σενάριο: Michael Haneke. Ηθοποιοί: Daniel Auteuil, Juliette Binoche, Maurice Bénichou.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου