Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Γιάννης Χρυσανθόπουλος, Μάρκος Μέσκος, Ένα θρηνητικό τρυγόνι του καιρού μας.















Οι μεγάλοι πόλεμοι κι οι ανακατατάξεις έλαχε, λίγο ως πολύ, να οδηγούν ως σήμερα όλο τον δυτικό κόσμο. Πάνω από τα ερείπια της καταστροφής στο τέλος της δεκαετίας του ‘40 άρχισε να χτίζεται το τοπίο της πλαστικής χαράς και της έκπτωσης.

Η πίστη στην ελπίδα έπειτα από τα ερείπια που αφήνει πίσω της η ιστορία είναι ο μοναδικός δρόμος για να πάει η ζωή πιο κάτω. Όμως  μετά τον εμφύλιο η διάψευση των προσδοκιών δεν ήταν μία, αλλά πολλές και  σήμερα βρίσκονται στην κορύφωσή τους, κοντεύουν στο απόγειο της δόξας τους. Ο Ποιητής Μάρκος Μέσκος ανήκει στη γενιά, που στη διάρκεια του εμφυλίου, η παιδική αθωότητά της βιάζεται και δολοφονείται. Αυτή την ατμόσφαιρα βιώνει και μεταγράφει με την τέχνη της ποίησης. Από τα πρώτα  ποιήματα  δείχνει ιερή προσήλωση στην ποίηση και συνομιλεί μ’ αυτά, που πιστεύει ότι δεν θα τον διαψεύσουν ποτέ. Οι Λέξεις του κι η στάση του δεν αποκλίνουν. Η λαλιά του είναι πικραμένη, με τον εσωτερικό μονόλογο να συνοδεύει τους στίχους ή ο εσωτερικός μονόλογος να είναι οι στίχοι του ποιήματος. Παραθέτω:


Μόνος

Ακυρωμένος

χαρτιά μουτζουρώνεις

σε ποια γλώσσα λοιπόν

μια χούφτα στάρι

φρέσκο μικρό φεγγάρι

λιθάρι των ονείρων

στην αδιάκοπη νύχτα.

                    (Ελεγείες)

     Ο Ποιητής ούτε επιμένει στις μνήμες ούτε τις αποφεύγει που τον συντροφεύουν, με τα λόγια του κάθε φορά εστιάζει στις τωρινές αδικίες κι αυτές που θα ακολουθήσουν. Το προσωπικό του βίωμα μετουσιώνεται σε ποίηση και κατά την διαδικασία της ποιητικής λειτουργίας φθάνει στην καρδιά της ιστορίας, της κοινωνίας και της ζωής, που οδηγούν τη μοίρα μας. Η μοίρα μας μετά τον πόλεμο φωτογραφίζεται και παίρνει εικόνα  με τους στίχους:

Μαύρη μοίρα με τους κύκλους στα μάτια. 

Άνοιξε όλα τα μάτια της η μοίρα –για να δακρύσει.

(Χαιρετισμοί)

     Η ανώνυμη ύπαρξη, ο Άνθρωπος, πιάνει το χώρο που του αναλογεί στα θεμέλια των λέξεών που  καρφώνει στο χαρτί ο ποιητής κι αυτό είναι μια άλλη  ακύρωσή του όταν πάνω στη διαδρομή των χρόνων, όλα οδηγούν στο άνοιγμα της πληγής. Παραθέτω:

Δεν θα μνημονευτείς εδώ στο άσπρο χαρτί απουσιάζεις

νύχια σκεπάζουν τις πληγές άπειρες κραυγές η σιωπή.

                                                                                 (Διαδρομές – Ελεγείες)

      Η πληγή πάνω στη λέξη άνθρωπος δεν κλείνει, αλλά πάντοτε θα την σκεπάζουν νύχια που παραμονεύουν από πάνω της.

      Τα λόγια μου πιο κάτω είναι διαπιστώσεις κατά την ανάγνωση της ποίησης του Μάρκου Μέσκου. Είναι αισθήσεις και βεβαιότητες που με ακολουθούν και με συντροφεύουν.

       Η ομορφιά της σελήνης δεν θα υποκύψει ποτέ στη θέαση  του θανάτου, κι εν  αναμονή των ευτυχισμένων ημερών το τίμημα θα είναι  το σταθερό σημείο αναφοράς, αυτό του ανέλπιδου. Ο έρωτας βρίσκεται στην άκρη της αυγής της αιωνιότητας και τον αντιπαλεύει η άλλη πλευρά, της θλίψης και του φθινοπώρου. Όταν η θλίψη κατακλύζεται από χιόνι και παγωνιά κι ούτε χαραματιά δεν μένει ανοιχτή για τα μάτια, υπάρχει πάντοτε μόνο ένα κλαδί να κρατάει τη ζωή πάνω από το χώμα. Η  επιθυμία γεννιέται με μια προσευχή, να μην εγκαταλείψει η μνήμη τον κόσμο. Οι καθαροί απολογισμοί ταιριάζει να συμβαδίζουν με το  πέρασμα  από το μπουγάζι, που είναι ταυτισμένο με την ομορφιά των ελεύθερων διαδρομών των πουλιών. Η αναχώρηση για τόπους κι ονόματα είναι συμβολική κι η μνήμη τους έχει καθαριστεί από ιδιοτελείς κακώσεις. Οι ψυχές συναντιούνται με τους θνητούς με την αφή της ζωής. Η μυρωδιά του αέρα του νερού και του χώματος σε παίρνουν πίσω από το θάνατο. Ονόματα αγαπημένα θα μας συντροφεύουν στην θλίψη, που φέρνει η βροχή. Οι φωνές των πραγμάτων είναι οι χαμένες φωνές των μαστόρων τους. Η αιχμαλωσία της φωνής είναι  βαριά φυλακή. Όταν λογαριάζεις τη χαρά του τραγουδιού ηχητικού και σωματικού αυτό είναι το καίριο του ποιήματος. Ο κύκλος του ταξιδιού  μας είναι μικρός σε τόπους και σημεία αναφοράς.

     Ο Μάρκος Μέσκος μέσω της τέχνης της ποίησης τη θλίψη του την αποφορτίζει με την θέαση των βουνών με τα ιστορικά και ανθρώπινα συμφραζόμενά τους, όπου παίρνουν το ρόλο του χορευτή για να αναστήσουν το όνειρο στην ομορφιά. Το τραγούδι της ζωής, μέσω της ποίησής του εστιάζει στην αποκατάσταση του αρχαίου λάθους του θανάτου και της έκπτωσης από τον παράδεισο της ταπεινής αυλής των μικρών ανθρώπινων θαυμάτων και της πραγματικής πνευματικής ζωής. Στις φλέβες των ποιημάτων του κυκλοφορεί και κυοφορείται η παράδοση και η ποιητική παράδοση. Η γλώσσα του εκπέμπει λεπτές αισθήσεις μ’ έναν βαθύ ουμανισμό και ταυτόχρονα οργή κατά των επανειλημμένα τραυματισμένων ή χαμένων ανώνυμων της ζωής. Η επανάληψη  των ουσιαστικών είτε κύριων  είτε αφηρημένων έχουν συχνή θέση στην ποίηση του, γιατί είναι ένας τρόπος έκφρασης ώστε να γίνει πιο απτή η αίσθηση της λέξης και να αποκτήσει σωματική χροιά. Στίχοι ποιήματα λειτουργούν και αυτοτελώς μέσα στο σώμα του ποιήματος κι είναι σφιχτά πιασμένα στην αγκαλιά της καλοσύνης και της ευπρέπειας ενός λυρικού οικοδομήματος.

     Το ύφος του ποιητή είναι δωρικό,  με τον ανάλογο λυρισμό και την βαθιά ανθρωπιστική ευαισθησία που δηλώνονται από την αρχή της ποίησή του. Απλώνει το χέρι του στην παράδοση με σεβασμό γιατί γνωρίζει το χρειαζούμενο για τους ερχόμενους, ότι είναι αυτό που διάλεξε ο ακριβοδίκαιος χρόνος. 

     Επιλέγω το λιγόστιχο ποίημα: “Το τυχαίο” από την ενότητα « Πουλιά» της συλλογής Ελεγείες  όπου γράφει:

Στα νερά στα νερά η γαλήνη

καθώς κλειδώνει ο κύκνος τον ύπνο

με το ράμφος στο πλευρό του

     Επίσης αντιγράφω και τους στίχους του Νίκου Γκάτσου από τις Μέρες Επιταφίου όπου συναντιούνται δημιουργικά οι ποιητές :

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου

που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του 

Οι δύο ποιητές  αναδιπλώνονται όπως το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας, γιατί κατέχουν ότι όσο πιο κοντά βρεθούν στο βάθος της ψυχής τους θα προσφέρουν πιο ζεστά το χέρι στον συνάνθρωπο που καρτεράει την στοργή από τις λέξεις τους.

      Μετά τα όσα κατέθεσα έχω την αίσθηση ότι οι στίχοι του Μάρκου Μέσκου εκφέρονται σαν κελαηδισμός  από ένα θρηνητικό τρυγόνι του καιρού μας. Η φράση μου αυτή είναι παρμένη από το κείμενο: Μιχαήλ Ακομινάτος, το θρηνητικό τρυγόνι της αιώνιας Αθήνας. Βρίσκεται στον τόμο  Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΡΩΜΙΩΣΥΝΗ. Σ’ αυτό το κείμενο είδα αντιστοιχίες με την εποχή μας και την στάση του Ποιητή απέναντι στην τωρινή ατμόσφαιρα. Στις επόμενες τρεις επισημάνσεις μου υπάρχει σαφής αντιστοιχία με την περίπτωση του επισκόπου των Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου.

     Πρώτον ο ποιητής ζει τα δεινά του τόπους μας κι όλου του ανθρώπινου γένους,  όχι στην επιφάνειά τους, αλλά το βάθος. Παραθέτω:

Αυτός ο τόπος γεννάει

                                                            Πικρά ποιήματα.

(Αυτός ο τόπος, Μαυροβούνι)

     Δεύτερον την διακονία της ποίησης την νιώθει τόσο αποστολική, ώστε  την εκφράζει με τη χριστιανική συμπεριφορά της ταπείνωσης, της αλληλεγγύης και της συμμετοχής αλλά και με το βούρδουλα εναντίον των εμπόρων στο ναό του Σολομώντα, στο ίδιο μετερίζι με τις ψυχούλες που καρδιοχτυπούν.

Παραθέτω: 

Μ’ αυτούς του στίχους πλένω τα πόδια σας

                                   Αύριον έχουμε δρόμο

                                        Ή όχι;

                                                           (XII- τα ανώνυμα)

 

     Και τρίτο  η μοναξιά τον διαπερνά σαν καυτό μολύβι, αφού  το  ανέλπιδο τον ακυρώνει  και ταυτόχρονα πλάθει προσδοκίες με τη φωνή του.

Παραθέτω τους στίχους:

Ο ποιητής ακούει μόνος τη φωνή του. 

(Ι – Ισόβια Ποιήματα)

Το κουβάρι στο μυαλό μου με τις προθέσεις συμμετοχής στο κόσμο της ομορφιάς ανατρέποντας την ασκήμια.

(Υποκειμενική αναφορά – Μαύρο Δάσος)

Η συνομιλία μου με την ποίηση του Μάρκου Μέσκου συνεχίζεται, γιατί πιστεύω ότι η διαχρονικότητά της κι ο κόσμος της  θα είναι ένας από τους πλοηγούς για μελλοντικά περπατήματα και  συναντήσεις.

 

 

 

 

 

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Θεώνη Κοτίνη Ποιήματα, Ο χρόνος είναι. Μελάνι 2020





Συγκομιδή


Οξύ σπαρακτικό το φως τέλος Οκτώβρη

έριχνε πάνω στη σκηνή αιωνιότητα

Εγώ η μάνα ο πατέρας στο λιοστάσι

απόγευμα

Είχαμε μόλις μαζέψει τις ελιές

και στέκαμε κι οι τρεις κάτω απ΄ το δέντρο

Τότε σφούγγισε με το βρόμικο μανίκι τον ιδρώτα

στρέφοντας  προς τη δύση

ρυτίδες αντηλιά χαμόγελο

Κι έμεινε εκεί

εγχάρακτος απ’ το πολύ λιοπύρι της ημέρας

μικρό επιτύμβιο της όρασης

κάθε που ψάχνω νά ’βρω το χωράφι

κι έχουν τα σύνορα αλλάξει κι η ζωή μου

 

 

 

Τα νιάτα με τα γηρατειά

πώς αγκαλιάζονται

 

Δες την

πώς σκαρφαλώνει στο λαιμό του

πώς κουμπώνει στον κόρφο του

αναρριχητικό δεντράκι

ανήσυχο θροΐζοντας στα χέρια του

Φλέβες παλιές και φλέβες ρόδινες

γέλια μαζί εξίσου νεόβλαστα

 

Παρατηρεί το πρόσωπό του

κρατώντας το κεφάλι πίσω

το πιάνει με τα δάχτυλα

διορθώνοντας τις τόσες του μετώπου  χαρακιές

με ένα απαλό αναιδές πασπάτεμα

Κι ύστερα τον φιλά

Τον αγκαλιάζει

επαναπατρισμένη καθαρότητα

 

Τον παίρνει μαζί της για λίγο στη βιασύνη

την παίρνει μαζί του για λίγο στη νωχέλεια

κρατιούνται απ’ το χέρι σε υπέροχη παύση

και μετά αυτή ξεχνά μεγαλώνοντας

κι εκείνος θυμάται ολοένα μικραίνοντας

 

 

 

Φύλλα

 

 

Δεν είναι πια για να θυμώνεις

μα να λυπάσαι τώρα

ο τρόπος που πεθαίνει ο πατέρας

η μάνα που ποτέ δεν κατανόησε

τα άνεργα χέρια αφημένα στην ποδιά

Δεν είναι πλέον να λυπάσαι

μα πια να συγχωρείς

ο τρόπος που αποζήσανε

κλειστοί σαν θυμωμένοι

τα λόγια  που δεν ήξεραν να πουν,

η ανάγκη να ’ναι το φταίξιμο του ενός

για να υπάρχει ο άλλος

Δεν είναι πια να συγχωρείς

μα πλέον να ζεσταίνεις

στην αγκαλιά το ραγισμένο σώμα

ένα ζυμάρι αγάπης

 

Δεν είναι πια να τους μαλώνεις

όσο ανήλικους κι αν τους κατάντησε ο καιρός

είναι η στιγμή να πάρεις στα δυο χέρια σου

ετούτη την τρεμάμενη καρδιά τους

όπως κρατάει παλάμη

φύλλο που έπεσε απ’ το δέντρο

φυσάει βοριάς

                       το παίρνει ψίχουλο ψηλά

                                                                πια δεν το βλέπεις

 


Αμνός του Κυρίου

 

Τώρα άρτος πουλιού

 

Μήνας Μάρτης

πρώτο βράδυ στο μνήμα

και βρέχει ο θεός.

 

Πασχαλίτσα στο χώμα σου πάνω

 

Ο κάμπος που διάβαινες θροΐζει στο απόβροχο

Ξανανάβουν εδώ ολόφωτα δώρα

 

Έχει εκεί  παπαρούνες υγρές απ’ την μπόρα;

Σπαραγγιές στις ελιές;

 Έχει μάραθα εκεί;

Άγριες αγκινάρες άρτυμα

για της σαρακοστής το νηστευτή;

Σουγιαδάκι στενό για να κόβεις

τραγανό το βλαστό γαϊδουράγκαθου

να κερνάς τα παιδιά και να χαίρεσαι εσύ;

 

 

Έχει τσιγαράκι κλεφτό να καπνίζεις στη χλόη,

πατέρα,

Ουρανό για κλειστά, αγαθότατα μάτια;

 

 

 

Ήρθε ο καιρός

 

 

Ήρθε ο καιρός να ξεκρεμάσεις

τα ρούχα του πατέρα απ’ την ντουλάπα

 

το μαντιλάκι για το πέτο στο κοστούμι

πιτζάμες καλοκαιρινές και κάλτσες μάλλινες

παντόφλες και γραβάτες

σε μία  τσέπη λίγα κέρματα

ίσως κάποιος φτωχός τα ελεήσει στην ορφάνια τους

 

Κρατάς μονάχα τη ζακέτα του

να τη φοράς

όταν ριγείς στα τόσα χάσματα

και πότε πότε τη χαϊδεύεις

όπως χαμένο κατοικίδιο

που σου χτυπάει την πόρτα ένα βράδυ

και έρχεται μουσκεμένο

για να χωθεί στο φόβο και τη ζέστη σου

Τι να ’ναι τούτο μες στα μάτια του;

Σκοτάδι ή γνώση;

Κι αυτή ανάμεσα στα φρύδια η πληγή;

Με ποιον να πάλεψε και έμεινε

σημειωμένη προγραφή στο μέτωπο;

 

Κι εσύ περνάς το χέρι σου στο χνούδι

γκρίζας παλιάς ζακέτας του χειμώνα

για να ζεστάνεις το κουρασμένο αποφόρι της αφής

να εξακριβώσεις  το μόνο σώμα που έμεινε

ήρεμα,

συνεχώς,

σχεδόν με βεβαιότητα.

 

 


Κοιμητήριο

 


Το κυπαρίσσι

στην μάντρα του νεκροταφείου

χλωρός οβελίσκος

σημαδεύει τον τόπο

Στην περίμετρο γύρω

τυφλότητα ασβέστη

χαυνώνει τον κάμπο

 

Τα ψυχοσάββατα

λάδι και στάρι

ο χαλκός της καμπάνας βραχνός

λαλεί

δισταγμό ως την παύση

 

 

Κι όλο μετά

ησυχία του σήμαντρου

σταλάζει 

στα λευκά χαμομήλια

περίσκεψη

 

Η κοίμηση των σιωπηλών

στο περιβόλι

αρδεύει

γαλήνιο φύτρο

συνέχειας

 

 

Κατοικίδια

 


Κουμπιά

στο τσίγκινο κουτί από μπισκότα

Λαμπάδες της Ανάστασης

φυλαγμένες για άμα κοπεί

το ρεύμα τα μεσάνυχτα

πανάκια από παλιές φανέλες του πατέρα

το βυσσινί βελούδο στο τραπέζι

στρωμένο μόνο  τις γιορτές

και η καράφα του κρασιού

με το μακρύ λαιμό

να αντηχεί

την καλλικέλαδη ροή μιας ευωχίας

 

Κάπως έτσι στέκονται όρθια τα σπίτια

όταν χέρι αγαθό

μαζεύει απ’ τον καιρό το κουρασμένο

ταμιεύοντας με πρόνοια ή αγάπη πες

λίγη ακόμα σημασία

μια χρησιμότητα

ίσως μνήμη

 

Κάποτε βέβαια τα πετάς

αυτά τα πράγματα που δεν αντέχουν άλλο

με κάποια μεταμέλεια

για το χαμένο στα σκουπίδια νόημά τους

κι άλλοτε κάπως ένοχα

τα παραχώνεις στην ντουλάπα

όπως ετούτη την κουβέρτα

πάλιωσε πια ζεσταίνοντας

στοργή για να επιστρέφεις

ή εκείνο το βαζάκι  για το αλάτι

αμίλητο σαν μυστικό χρόνους σαράντα

στο κάτω ράφι της κουζίνας

                                                                      

Ακίνητα

φθαρμένα κατοικίδια

περιφρουρούν

αυτή την αντοχή

που γίνεται η ψυχή του ανθρώπου

ανίδεα σκεύη της μετάληψης

στη θεία κοινωνία της διάρκειας




Πάντα

 

 

 

Άνοιξη πάντα Απρίλης Πασχαλιάς

με συννεφιά ζεστή ή ευγενική λιακάδα

Του μίσχου ατελεύτητη άνθηση

γλυσίνες τριαντάφυλλα βιολέτες.                     

Των χωραφιών ο βόμβος σιγανός                  

πρέπει να πας κοντά να κρυφακούσεις                       

το βύζαγμα της κάμπιας στον βλαστό

του κριθαριού ψιχαλιστό το λύγισμα να αγγίξεις

όταν φυσάει αποβροχάρης άνεμος στον κάμπο.

 

Η ομορφιά σαν έλεος

ή σαν της Μεγαλοβδομάδας της σιωπή

που πάει να πει

μια αγαθότητα του βλέμματος

κι ο νους σου δωδεκαετής μες στον ναό

μαθαίνει

τι σπέρμα γόνιμο το φως, τι ουρανός  η αγάπη

 

 

 

Στιγμές

 


1.

Άγουρα φώτα λεμονιάς

μες στο Νοέμβρη

όχι ακόμα κίτρινα

πράσινα όχι πια

 

Να ’ναι αυτό η ομορφιά;

Το ολοένα φτάσιμο του ολόκληρου;

Το ακριβώς λίγο πιο πριν

αυτού που αρχίζει να τελειώνει;

 

2.

Μελωμένος απόυπνος

μετά από κούραση πολλή

τέλος βδομάδας

σε βγάζει στο απόγευμα

σε ακουμπάει σε βελούδο

Ονειρεύτηκες κάστανα

μυρωδιά της κανέλλας

ουρανό μαλακό

όπως το χνούδι της φασκομηλιάς

στους αστραγάλους

σούρουπο που δεν ήταν φόβος


3.

Πρησμένη γυαλάδα του μήλου

χειμωνιάτικου μήλου

διαφεύγει

στα δυο χέρια σου ανάμεσα

καμπύλη και κόκκινη

 

Όπως καλά κρυμμένο μυστικό

λάμπει μπροστά στα μάτια σου

 

Κρατάς τον καρπό στην παλάμη

συμπαγές επιχείρημα:

ο κόσμος απλός

σχεδόν σαν να υπάρχει θεός


 

Περιμετρική Πατρών


Μόλις περάσεις

τις σήραγγες της περιμετρικής

σε βρίσκει  ένα γαλάζιο

στον κόλπο των Πατρών ακαριαίο.

Μια απομάκρυνση σαν νόημα φτερούγας

σε πηγαίνει.

Απέναντι η Βαράσοβα,

όχι βουνό μα κρύσταλλος,

ένα αιώρημα φλεβών

που πάει  τη θάλασσα ψηλά

τον ουρανό στο κύμα.

Διαφάνεια τόση που σαστίζεις

με τόση αταραξία κυανού

τόση γλυπτή σφοδρότητα.

Κρατάς στα χέρια το τιμόνι

και αν πας ευθεία θα τρυπήσεις

αυτή την άσπλαχνη ομορφιά,

του γαλανού

τη θηριώδη τρυφερότητα.

Κάτι μεγάλο λες

κρατάει αυτόν τον κόσμο

στην παλάμη του

μπροστά σου τον δονεί

με χίλια φώτα πολυέλεο,

μέσα σου τον κρατά

σε μέγα βάθος αίνιγμα.

 

Στον κόλπο των Πατρών το μεσημέρι

κατάματο σε φτάνει ένα πλησίασμα

στην άλλη όχθη του γαλάζιου

σε αντικρίζει.

 

 

 Αιγαίο

 

Αέρας στα άδεια εξοχικά τέλος Σεπτέμβρη

όταν αρχίζει να ξεφτίζει ο ασβέστης στην πεζούλα

περνάει απ’ την καλαμωτή συριστική ησυχία

λασκάρει το παράθυρο του μπάνιου

φέρνοντας απ’ τη χαραμάδα

της ερημιάς τριγύρω αναρρίγηση

και μέσα τρυφερό ανέμου το δικράνι

σωριάζει στις γωνιές σαλιγκαρόσπιτα

ψίχουλα θέρους λίγη άμμο

 

Στη μάντρα η ξερολιθιά φυλάει το φίδι

στη στέρνα αντιφέγγισμα νερού

που λιγοστεύει

η σαύρα αφαιρείται στο αγκωνάρι

αγένειο χορτάρι δίπλα βράχος

 

Αποκαλόκαιρο λευκό στα άδεια σπίτια

ημερωμένα απ’ του Ιούλη την κατοίκηση

σανδάλια φυλαγμένα στην ντουλάπα

απόχη παιδική

βαμβακερή ζακέτα για το βράδυ

και πέρα βουερή εγκατάλειψη της θάλασσας

αναρριπίζει στιγμιαία την κουρτίνα

στο πάτερο το σαμιαμίδι αλαφιάζοντας

                                            

Γύρω κανένας

μόνο η αυλόπορτα για λίγο αιφνίδια τρίζει

σαν άφιξη σχεδόν μα όλοι φευγάτοι

Μετά ησυχία

ένα γνοιάσιμο σιωπής

αποσκεπάζει

την πρόσκαιρη του ανθρώπου παρουσία

 

Το σπίτι ξανασμίγει με την πέτρα

αθέατη τη γέννα του σκορπιού περιφρουρώντας

σκήτη του ανέμου

που όσο δύει το γαλάζιο σε περίσκεψη

υψώνεται ενθρονίζοντας

στο θηριώδη του Αιγαίου ουρανό

μοναστική πελάγους επικράτεια

 

Καλοκαίρι


Το σιντριβάνι στη μέση της άδειας πλατείας οξύ μεσημέρι. 

Βρέχει απρόσεκτο περαστικό και δεν τον νοιάζει.

Λεπτοδείκτες σταματημένοι στον κήπο. Ηλιοτρόπιου νύστα.

Δυο άγνωστοι κοιτάζονται στη σκιά ενός δέντρου περιμένοντας στο φανάρι να ανάψει το πράσινο. Γυναίκα και άντρας, κατάματα.

Ο σκύλος κοιμάται κολλημένος στη σκιά ενός τοίχου. Αφάνταστα μόνος.

Παγωμένη γκαζόζα αφήνει έναν κύκλο υγρασίας στο τραπέζι του καφενείου. Τον διατρέχει διψασμένο το χέρι.

Ένα παιδί χαμογελά στο φακό πασαλειμμένο με παγωτό που στάζει στο φανελάκι.

Στη στάση πλήθος, το λεωφορείο δεν  έρχεται και απέναντι το σουβλατζίδικο σερβίρει γύρο και μπίρα παγωμένη στο ποτήρι.

Τα κάγκελα μιας μονοκατοικίας πηγμένης στο σεληνόφωτο. Ξεμοναχιάσματα πίσω απ’ το γιασεμί.

Χάχανα πάνω στη μοτοσικλέτα που προσπερνά δέκα αμάξια στη σειρά.

Θερινό σινεμά στην ταράτσα. Ταινία παλιά. Φεγγάρι καινούριο. Μόλις σβήσουν τα φώτα αγκαλιά.

Νερό κρατημένο σε εκείνη τη μαρμάρινη κρήνη στη μέση του αγνώστου. Ανοίγεις τη βρύση και τρέχει και τούτο μαρμάρινο.

Γυναίκα μαυρισμένη απ’ τον ήλιο. Γελά με κάτασπρα δόντια. Καρδιά κατακόκκινη.

Ένα οποιοδήποτε νησί του Αιγαίου. Ψηλά πολύ. Περαστικός κοιτάζει κάτω ένα ακριβέστατο γαλάζιο. Γυρνά πιο φωτεινός, πιο ξένος.

Σαββατοκύριακο. Οι Αθηναίοι κατεβαίνουν στα χωριά. Να δούνε το χωράφι του πατέρα. Αν θα ’χει φέτος λάδι η ελιά.

Η συκιά στο βενετσιάνικο κάστρο τρυγητός του πουλιού.

Μια φέτα ψωμί με λάδι,  ρίγανη, τριμμένη ντομάτα,  αλάτι χοντρό.

Τσιμεντένια αυλή, έχουν μόλις ποτίσει.  Ο δυόσμος παροξύνεται στο άγγιγμα.

Άσεμνα περιοδικά του εξαδέλφου κρυμμένα κάτω από το στρώμα. Έχει ψηλώσει και είναι ωραίος.

Σούρουπο μέσα στο νερό. Πώς ησυχάζει έτσι η θέληση;

Το παλιό νεκροταφείο της πόλης το μεσημέρι, αντίλαλος του ασβέστη

Ψαράκια στην άκρη άκρη του γιαλού. Ένα σμήνος περίτρομο σε παραλλαγή βέλους. Ελάχιστα πειστική.

Έφηβες, λιανές στο κύμα. Ιππόκαμπου η ράχη κι η χάρη.

Δεκαπενταύγουστος. Σαν δεκαπεντασύλλαβος κομμένος. Τον συμπληρώνουν τα πουλιά.

Ταξιδεύοντας με ανοιχτό το παράθυρο. Τραγούδι στο ράδιο. Γυάλινο, αράγιστο σήμαντρο.

Βράδιασε. Έλα να βγούμε λίγο έξω. Να σε αισθανθώ ξανά με φεγγαράδα.

Ημέρες τρεις μέχρι την άδεια. Βαστάει η καρδιά με τόσα λίγα.

Μόλις βγαλμένος απ’ τον ήλιο. Με κοιτάζεις με όλες τις ρυτίδες του χαμόγελου. Θέλοντας τόσα όσα εγώ.

Τέλος Αυγούστου. Αύριο θα ανοίξουν πάλι τα σχολεία. Μα εσύ να μείνεις θες αγράμματος, αγροίκος να γυρίζεις.

 

 

 

Κυπαρισσία, Παλιά Πόλη


Οι παλιοί οικισμοί

στήνουνε ξόβεργα γειτονιάς

στην απεραντοσύνη

 

Ένα μπαλκόνι μπρος στη θάλασσα

στο αγνάντεμα χελιδονοφωλιά

Μεγάλες πικροδάφνες

φτασμένες  στην άνθηση

κλεμμένο σύκο το γλυκύτερο

από αυγουστιάτικη συκιά

πρωταυγουστιάτικη

 

Μπατάλικη φωνή του γυρολόγου

λαλώντας με το τρίκυκλο

στον πάνω δρόμο

μια κωδωνοκρουσία του εφήμερου

σπαρμένου

σε τόση αντήχηση μεσημεριού

που γίνεται μόνιμο

 

Η φωτεινότητα μικρής αυλής

που συνεχίζει καλντερίμι

και χάλασμα λιγόλογο στον ήλιο

ψηλά πολύ

ως την καστρόπορτα

ξεδοντιασμένη πέτρα κι εγκατάλειψη

στα χέρια του θεού

που είναι αλλιώς

ένα γαλάζιο ευμενές

σε όλο τον κάμπο

 

 


Τότε

 

Όταν όλο και λιγότερο ξέρεις,

όταν ίδιο χνάρι χαράζεις

σ’ όποιο δρόμο κι αν πάρεις,

όταν απ’ όλα που υπάρχουν

για ένα δυο μόνο κλαις

και πεισμώνεις

 

είναι αυτό να παλιώνεις;

 

 

Όταν μόνος σου ψάχνεις

ό,τι χάνεις με άλλους,

όταν όλο πια μετανιώνεις

κι όλο πια περιμένεις,

όταν με τα δάχτυλα

αντί να αγγίζεις μετράς

 

είναι αυτό να γερνάς;

 

 

Όταν έξω ιδρύει το βράδυ

τρυφερή διακινδύνευση

κι όλα εδώ αρχίζουν ξανά

στρεβλά και ανθρώπινα

μα εσύ κουράστηκες πια

για να θέλεις

 

είναι αυτό να πεθαίνεις;


Χριστίνα Αργυροπούλου, Δημήτρη Χριστόπουλου Τζίντιλι, Μυθιστόρημα εκδόσεις Το Ροδακιό 2020



 

   Με τη νέα χρονιά (2021)με βρήκε το βιβλίο του Δ. Χριστόπουλου, που είναι ένα πολύ διαφορετικό μυθιστόρημα πολυεπίπεδο, πολυπρισματικό, πολυθεματικό, το οποίο μελέτησα και απόλαυσα. Η προμετωπίδα από τον Γ. Χειμωνά μιλάει για την αξία της αφήγησης στη ζωή του ανθρώπου και μας προετοιμάζει για τις πολλαπλές αφηγήσεις του συγγραφέα, για τα εγκιβωτισμένα στο κείμενο διακείμενα, καθώς όλα με τις πολλές φωνές τους αφηγούνται ιστορίες, συχνά, σε πρώτο πρόσωπο ή ως ψυχές μιλούν από τον άλλο κόσμο τόσο για τη ζωή και τα παράπονά τους όσο και για μελλοντικά πράγματα. Ο συγγραφέας γίνεται «δύτης» στα πιο κρυφά μέρη της ανθρώπινης ψυχής και συγκροτεί το μυθιστόρημά του με πολύ έξυπνο τρόπο. Από τις πρώτες σελίδες ο συγγραφέας κάνει λόγο για Χάος, νύχτα, αιωνιότητα και Χρόνο, λέξεις που απαντούν στα αφηγήματα κυριολεκτικά και μεταφορικά, καθώς συχνά οι ανατροπές είναι χαοτικές. Η αφήγηση ξεκινάει με το αφηγηματικό εύρημα του ονείρου που δίνει την έμπνευση για τη γραφή ως φωνή, κάτι σαν σαμάνος, προερχόμενος από το παρελθόν και το μέλλον συγχρόνως, από τον Άλλο Κόσμο ή όπως σημειολογικά γράφει «από την απέναντι όχθη.», π.χ. «Άνθρωπος χλωμός και λιπόσαρκος […], με δέρμα όλο πτυχές και ζάρες». Αυτός ο άνθρωπος, ο γέρος, του αφηγείται ιστορίες σαν σε όνειρο, που ταράζουν τον συγγραφέα, που η γυναίκα του τον ξυπνάει διότι θεωρεί ότι βιώνει εφιάλτη (ρεαλιστικό πλαίσιο, εξωτερικό). Έτσι, βρήκε ο συγγραφέας τον αφηγητή και ήρωά του, την πλαστοπροσωπία, που αναζητούσε και που θα του αφηγηθεί ιστορίες παλιές και νέες, ιστορίες από «το αύριο για να περάσει κι αυτή η νύχτα στο μεταίχμιο του Χρόνου» (συνοχή, συνεκτικότητα). Οπότε στο όνειρο βρήκε τον συγγραφέα η έμπνευση και με όνειρο ολοκληρώνεται η αφήγηση, διότι, όπως γράφει: «οι ιστορίες, όπως κι ο άνεμος, έρχονται και σε βρίσκουν εκεί που δεν το περιμένεις». Συνοπτικά και σημειολογικά μιλάει για τον «Χρόνο πριν» από τη δημιουργία του κόσμου, τότε που υπήρχαν, ο μύθος, η μουσική, ο άνεμος και «Μονάχα Θεοί» (σελ. 11-12).

    Στο έργο αυτό θίγεται η ζωή ως σύνολο σε μια συγκεκριμένη περιοχή, την Πτολεμαΐδα, όπου δεσπόζουν οι καμινάδες της ΔΕΗ, οι οποίες στολίζουν το εξώφυλλο του βιβλίου και συνομιλούν με τις ιστορίες. Η αφήγηση  ξεκινάει ως παιδική μνήμη από το χωριό: «Ας το πούμε Σόθιψα», το οποίο παρουσιάζει με την ιστορία του, καθώς εκεί εγκαταστάθηκαν ξεριζωμένοι Πόντιοι με τις μικροϊστορίες τους: «Εκεί που φυσούν αδιάκοπα οι Τζίντες, οι βόρειες αύρες των ορέων και των κοιλάδων» ή «οι τέσσερις νεράιδες του βουνού», τότε που ο τόπος έμοιαζε με Παράδεισο. Στη συνέχεια δίνονται, μέσα από εικόνες μύθου και πραγματικότητας, με λέξεις- σύμβολα, με Λάμιες και Χαλασμό, οι Τζίντες και η μεταφορική απόδοση του τόπου με καράβι που βρίσκει σε ύφαλα, όπου κοράκια, λύκοι, αγέρηδες, ελέφαντας, όλα αποτυπώνουν μια κατάσταση βιβλικής καταστροφής, Κόλασης (παράδεισος # κόλαση), με πολλαπλές ανατροπές και γρήγορο λόγο που εμπνέει φόβο, με εικόνες οπτικές και ακουστικές Αποκάλυψης, με αλληγορίες και τον γέρο ασάλευτο να μιλάει στο παιδί για «άρματα δρεπανηφόρα» (συνομιλία με Σεφέρη), π.χ. «Οι πύλες της Κόλασης άνοιξαν […]. ˝Άνοιξαν οι καταπακτές του άλλου κόσμου˝, είπε, Τ’ ακούτε; Τ’ ακούτε, πατριώτες;˝», αλλά κανείς δεν τους έδωσε σημασία. Γίνεται λόγος για λάθη και παραλείψεις, για Κόλαση που ανέτρεψε τον Παράδεισο, που θεωρούσαν ότι ζούσαν έως τότε, για εικόνες φρίκης με γέρους, γυναίκες και παιδιά, με ζώα, πουλιά, σπίτια, όλα να κατρακυλούν και να σμίγουν με τα έγκατα της γης, με τα βουνά και τη φύση να μιλούν για τη φρίκη που βρήκε τον τόπο  (σελ. 13, 16-18). Εκεί και ο γερο-σαλός ανησυχεί για τον γιο του, νομίζοντας ότι είναι ζωντανός και ο αφηγητής μας ενημερώνει ότι είναι η φωνή από το Επέκεινα του Γιάννου Τσεπέλη, που μιλάει για τα παιδιά του, Γρηγόρη και Ανδριανή, αλλά και για άλλα ονόματα, ιστορώντας στη συνέχεια τη ζωή των δύο κύριων οικογενειών με τις μικροϊστορίες τους στο χωριό Σόθιψα, με τον χρόνο ως Χειμώνα, Άνοιξη, Θέρος (επανάληψη), με το διακείμενο να μιλάει για χαμένο τόπο και με τις φωνές από την άλλη ζωή να γίνονται γραφή και μνήμη, όλα στο κεφάλαιο [ΕΝΑ]. Η λευκή σελίδα που ακολουθεί με τις φράσεις «ήταν πάντα νύχτα», «και φυσούσε» μας προετοιμάζει για όσα θα μας αφηγηθεί ο Δ. Χριστόπουλος, βάζοντάς μας στο κλίμα και τη δράση των ηρώων του, στη συνάντηση ζωντανών και πεθαμένων «Την Ημέρα των Ψυχών», στον «Τόπο με τα Μεγάλα Μάτια», όπου κάποτε ήταν τα Σόθιψα.

  Αξίζει να προστεθεί ότι η εμπειρία από αυτή την ανάγνωση του Τζίντιλι, είναι ξεχωριστή τόσο για τον διεισδυτικό τρόπο εμβάθυνσης στη γραφή, όσο και για την πολυφωνική αφήγηση, με συνύπαρξη του πραγματικού, του παραμυθ(ητ)ικού και του ονειρικού στοιχείου. Ο τρόπος που παρουσιάζονται τα τότε Σόθιψα είναι κοντά στον μαγικό ρεαλισμό, που συνεπαίρνει τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας συνομιλεί δημιουργικά με άλλους δημιουργούς και συνδυάζει αρμονικά το πραγματικό με το αποκαλυψιακό στοιχείο, αναφερόμενος στην ιστορία των κατοίκων του χωριού,  που ήρθαν από τον Πόντο και μετακινήθηκαν πάλι από τα Σόθιψα στο Σινιάτσικο, π.χ. «Η στάχτη από τα ορυχεία απλωνόταν παντού και τα τσακάλια, δραπέτες από το εγκάρσιο σκίσιμο της γης, αλυχτούσαν γύρω από λάκκους ίδιους με τα μάτια της αβύσσου. Ένας πανάρχαιος αναστεναγμός ηχούσε από τα σπλάχνα της σφαγμένης γης» (σελ. 17). Ακόμα, η λειτουργία λέξεων-συμβόλων και μοτίβων επαναλαμβανόμενων μας αποδίδουν άριστα το υπερφυσικό-εξωτικό στοιχείο των μυθικών ανέμων, μέσα από εφαπτόμενους κύκλους, που ανοίγουν και κλείνουν, με εικόνες υπερρεαλιστικές και κατακλυσμιαίες, που δημιουργούν ένταση και έλξη, π.χ. «Γιάννο Τσεπέλη τον λέγαν τότε. Γιάννο τον λένε ακόμα. […]. Αμετανόητος κι απέθαντος. Μασουλά φύλλα λησμονιάς κι όμως θυμάται […]. Στρώματα-στρώματα οι γεωλογικοί αιώνες σφράγισαν τη ζωή του» (σελ. 21). Παρουσιάζεται η φυγή απ’ το χωριό με δραματικό τρόπο, π.χ. η Μάγδα με φύλλα λεμονιάς, η Ουρανία με παπούτσια νούμερο 44, ο δάσκαλος με μια βαλίτσα σχολικά βιβλία, ο Λεωνίδας με γεωλογικούς χάρτες, η Ανδριανή με χρωματιστά ρούχα σαν ουράνιο τόξο, ο Βασίλης με τον πάνινο εξωγήινο, ο Γρηγόρης με μια μπάλα ποδοσφαίρου και μια κιθάρα, η γριά Σόμαινα με έναν κεφαλόδεσμο και ο γέρο-Πανίκας με μια κούτα άφιλτρα κι ένα κασετόφωνο. Όλοι τότε έζησαν αγαπημένοι, μέχρι που μπήκαν ανάμεσά τους οι άνεμοι, τα μίση, ο Εμφύλιος. Άλλοι πάλι διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία της οικουμένης, αλλά όλοι είχαν όπλο τα όνειρά τους και τις λέξεις τους, π.χ. «˝Μέχρι να λιώσουν κι οι τελευταίες μας λέξεις˝, είπε. Τώρα πια μόνον οι νεκροί έχουν δικαίωμα να μιλάνε.˝ Μιλάνε οι νεκροί;˝, ρώτησα με αφέλεια. ˝Ο άνεμος μιλά˝.» (26-28).   

   Ακούγονται δραματικές ιστορίες, ιστορίες μέσα σε άλλες ιστορίες ανθρώπων της βιοπάλης, ανθρώπων αγωνιστών, που νόμιζαν ότι έδιναν μια άλλη ώθηση στην ιστορία. Δηλαδή, δίνεται το εξωτερικό πλαίσιο τόσο όσο χρειάζεται με τους Γερμανούς, με τον Εμφύλιο και με όσα ακολούθησαν, με τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση έως τα σύγχρονα γεγονότα. Έτσι, το ρεαλιστικό στοιχείο στηρίζει την αληθοφάνεια της αφήγησης. Πολλά αδιέξοδα από γενιά σε γενιά παρουσιάζει ο συγγραφέας και μας τα καθιστά οικεία, όπως το άσπρο-μαύρο του Εμφυλίου, τη σύγχυση για την εκμετάλλευση του λιγνίτη, τη δράση του Γιάννου, που ήταν πάντα με τους κρατούντες, διευρύνοντας τον χώρο έως το Βέλγιο, με μνεία στα εκεί ορυχεία και ατυχήματα. Με αναδρομές στο παρελθόν μαθαίνουμε για τον σκοτωμό του Γρηγόρη Τσεπέλη στο Μεσόβουνο από τους Γερμανούς, αν και δεν ήταν αντάρτης, μόνον ήθελε την Ελλάδα ενωμένη και ελεύθερη. Ο χώρος και ο χρόνος φτάνει στον Πόντο, στη Μ. Ασία και σε ό,τι έζησαν όλοι αυτοί στην Ελλάδα του Β΄ Π.Π., της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Έτσι, μακροϊστορία και μικροϊστορίες συναντιούνται. Παιδιά του Γρηγόρη και της Ξάκως ο Κωσταντής και ο Γιάννος, δύο αδέλφια με διαφορετικούς δρόμους.

   Αυτό το μυθιστόρημα μπορεί να μελετηθεί από πολλές οπτικές: ιστορικά, πολιτιστικά, ανθρωπολογικά, περιβαλλοντικά και λαογραφικά-κοινωνιολογικά ή από την οπτική για τη θέση της γυναίκας. Σε αυτό το μυθιστόρημα, μέσα από το ειδικό, παρουσιάζεται σε εύρος η λειτουργία του κόσμου (άτομο, σύνολο). Ακολουθεί η συγκλονιστική σε λυρισμό αφήγηση για τη Μίρκα, τη δασκάλα αντάρτισσα, και για τον γιο του Τσεπέλη, τον Κωσταντή, που βγήκε στα βουνά για χάρη της, π.χ. «Όσο για τη Μίρκα, τα ξέρεις. Σου τα ’λεγα εγώ.[…]. Τελευταία την είχαν δει να κυλιέται με τον μεγάλο γιο του Τσεπέλη που εκτελέσανε οι Γερμανοί […] η αστεφάνωτη ντε, που σου ’λεγα τις προάλλες.[…] με στρατιωτικό χιτώνιο το αγριμικό βγήκε στο βουνό […], το παλιοθήλυκο, φίδι φαρμακερό […]. Πάνω στο Καϊμακτσαλάν. Με τους συμμορίτες η χάρη της.[…]. Κουβέντα δεν της παίρνανε οι δήμιοι. […]» (σελ. 34-35). Αν και όλοι την κακολογούν, όμως ακόμα και ο εθνικόφρων Επιθεωρητής Εορδαίας απορεί με τη στάση της στους Γερμανούς, πλέκοντάς της τελικά φωτοστέφανο, π.χ. «Ακούς εκεί, άρβυλα. Γυναίκα πράμα…[…]. Τον ήλιο κοιτώντας κατάματα. Λάβα από κρατήρα ξεχείλιζε από μέσα. Κι έτρεμε κοτζάμ θηρίο κι απορούσε.[…].» (σελ. 34-35). Μίρκα έλεγαν και το κοντινό βουνό και την αρκούδα που έσωσε τον Κωσταντή από τα εχθρικά πυρά.

   Ακολουθεί η παρουσίαση της οικογένειας του Βασίλη Τσακιρίδη από το Καρς και της Σόμαινας από την Προύσα, του γιου τους Λεωνίδα και των κοριτσιών τους που τα έκαψαν οι Γερμανοί, π.χ. «Βασίλειος Τσακιρίδης. Παιδί του πολέμου απ’ το Καρς. […]. ˝Άτσαπ’ θ’ ελέπω γω το Καρς;˝» (πολυφωνία η ποντιακή διάλεκτος, σελ. 39). Μας καθηλώνει η ροή της αφήγησης, με τις μικροϊστορίες που ερευνούν τα άδυτα των αδύτων και το δράμα της μάνας και γιαγιάς Σόμαινας, με τα παραμύθια της για τις Τζίντες, τις νεράιδες των βουνών, και την αφοσίωσή της στα εγγόνια της, Βασίλη και Σιμέλα, καθώς ο Λεωνίδας χάθηκε άδικα και η σύζυγός του Ουρανία μπαινόβγαινε στο Θεαγένειο με καρκίνο. Η Σόμαινα συμβούλευε τον γιο της να μάθει γράμματα, αλλά αυτός το μυαλό του το είχε τότε στη Μάγδα, την οποία, όμως, οι γονείς της πάντρεψαν με προξενιό με τον Γιάννο. Παρελαύνει η ιστορία του Βασίλη που έχασε το ένα χέρι του στο Αλβανικό και μέσα στο κλίμα της εποχής οι δύο οικογένειες έγιναν εχθρικές, ίσως από τότε που τα παιδιά του ασχολήθηκαν με τον ακέφαλο χιονάνθρωπο και πλήρωσαν με τη ζωή τους. Αφήνεται υποψία ότι ο Γιάννος έπαιζε ύποπτο ρόλο, ως εθνικόφρων και εργοδηγός στη ΔΕΗ. Ακούγεται η μικροϊστορία του Κωσταντή, γιου του Γρηγόρη Τσεπέλη και αδελφού του Γιάννου, που έγινε αντάρτης και έφυγε στο «παραπέτασμα», που επέστρεψε αργότερα στον τόπο του, όπου ζει ξεκομμένος από όλους, ως ξένος και «άλλος», χωρίς να μιλιέται ούτε με τον αδελφό του. Ακούγονται οι ιστορίες της Μάγδας, γυναίκας του μέθυσου Γιάννου, και των παιδιών της, Γρηγόρη και Ανδριανής, της Σιμέλας, της Τζασμίνας, γυναίκας του Γρηγόρη, γιου του Γιάννου, της Χάνας, γυναίκας του αντάρτη Κωσταντή, του Λεωνίδα και της Ουρανίας,  ο Λεωνίδας μάλιστα  τα βρήκε με τον Γιάννο και έπιασε δουλειά στη ΔΕΗ, στην Πτολεμαΐδα, παρά της μάνας του τα λόγια για τις Τζίντες, αλλά και του Βασίλη και της Ανδριανής, που θα ενώσουν τις δύο εχθρικές οικογένειες (σελ.39-43). Ο Γιάννος με τις απανωτές βάρδιες έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του Λεωνίδα, μέχρι που έγινε το κακό. Ακούγονται, ακόμα, από την εσωτερική φωνή της Μάγδας, οι εκδοχές για τον γάμο της και η συμπάθειά της στον Λεωνίδα (σελ.46-52). Ο συγγραφέας φτάνει στο 1977, τότε που τα Σόθιψα είναι πλέον «Η Λίμνη των Σκελετών». Πολύ φυσικά παρουσιάζεται και ο τόπος με τα τοπόσημά του και η ευρύτερη ιστορία με επίκεντρο τα γύρω βουνά (Αντίσταση, Κατοχή, Εμφύλιος, αδελφοκτόνο μίσος). Η αφήγηση των κεφαλαίων [ΕΞΙ, ΕΠΤΑ] εστιάζει στον τραγικό θάνατο του Λεωνίδα, ενώ τα παιδιά του, Βασίλης και Σιμέλα θεωρούν ότι βρίσκεται στη «Γιορμανία», με τον Βασίλη να δηλώνει ότι πολύ του λείπει ο πατέρας του. Οι παιδικές υποσχέσεις και οι προσευχές συγκλονίζουν με τον λυρισμό τους (σελ. 46-48). Η Μάγδα αγωνίζεται στη ζωή να δώσει ό,τι καλύτερο μπορεί στα παιδιά της, που ως παιδιά ονειρεύονται το μέλλον τους. Γυναίκες δυναμικές παρουσιάζει ο συγγραφέας μέσα σε τόσο δύσκολες συνθήκες. Ακολουθεί το κεφάλαιο «Ζέλμπα» (λαχτάρα, πεθυμιά), με το δημοτικό νανούρισμα (διακείμενο) να γίνεται μοιρολόγι, καθώς η γριά Σόμαινα κλαίει τα αδικοχαμένα παιδιά της και μιλάει με τα ξωτικά του δάσους για παρηγοριά (σελ. 53-54).

   Τα κεφάλαια [ΟΚΤΩ, ΕΝΝΕΑ, ΔΕΚΑ] μας συνδέουν με προηγούμενες μικροϊστορίες, που εξελίσσονται αφηγηματικά και συνδέονται τόσο με τους Τσεπέληδες όσο και με τους Τσακίρηδες. Δίνονται οι μικροϊστορίες του Λεωνίδα, της Ουρανίας, η οποία είναι καρκινοπαθής, και των παιδιών τους Βασίλη και Σιμέλας, που σαν παραμύθι θυμούνται τον μπαμπά, που χάθηκε στη Λίμνη των Σκελετών, με εστίαση στον αναπτήρα- καραβάκι, που παίζει τον ρόλο του στην αφήγηση, όπως και ο «θείος» Γιάννος, που τους επισκέπτεται όταν είναι μικρά παιδιά, αλλά μητέρα και παιδιά δεν τον συμπαθούν. Συγκλονίζει και η επιστολή-διακείμενο του μικρού Βασίλη στον πατέρα του, που θεωρεί ότι ζει στη Γερμανία, όπως και το κεφάλαιο σε ευθύ λόγο «Πατέρα πότε θα ’ρθεις;», π.χ. «κι εγώ παιχνίδια από τη Γερμανία δε θέλω. Τα δικά μας μανιτάρια λαχταρώ που τόσο πεθύμησα. Αγαπημένε μου μπαμπά, μου χρωστάς κι ένα ψάρεμα, Ο γιος σου Βασίλης» (σελ. 55-65, 70-71). Λυρικότατο είναι και το παραμύθι της γιαγιάς Σόμαινας στη Σιμέλα, κεφάλαιο [ΕΝΤΕΚΑ], που λειτουργεί ως ρέουσα συνείδηση, χωρίς τελεία. Δίνονται και πολλά παραμυθικά στοιχεία για τους Τζίντες και το Τζίντιλι, σωματοποιημένους. Έτσι, μύθος και ιστορία διαπλέκονται, με τη μικρή Σιμέλα ως Τζίντα να την νταντεύει η πονεμένη γιαγιά της, οπότε κλείνει το παραμύθι, που αλληγορικά μιλά για φρικτές αλήθειες (σελ. 66-69). Τα εγγόνια στην Πτολεμαΐδα χαίρονται με τις επισκέψεις της μάμμας τους, απολαμβάνουν τις λιχουδιές και τα παραμύθια της, με τη δραματική ερώτηση των παιδιών πότε θα πάει εκεί ο πατέρας τους (τραγική ειρωνεία). Στο κεφάλαιο [ΔΩΔΕΚΑ] επιστρέφει ο συγγραφέας στον Κωσταντή, στις ιδεοληψίες του χωριού για τους αριστερούς ως «Άλλους» και στην εσωτερική φωνή του, που μιλάει για τη γυναίκα και το παιδί του, που τους άφησε για χάρη της αγαπημένης του πατρίδας, αλλά είναι ξένος εδώ, όπως και εκεί (σελ. 72-74). Με συνειρμικές συνδέσεις ο τριτοπρόσωπος αφηγητής στο κεφάλαιο [ΔΕΚΑΤΡΙΑ] συμπληρώνει την μικροϊστορία της Μάγδας, που άνοιξε καντίνα στη Μενεμένη, με μνεία στα προβλήματα των παιδιών της ως εφήβων στην πόλη.

   Στο ίδιο κλίμα αφηγηματικής ροής κινείται και το κεφάλαιο «ΔΕΚΑ ΤΕΣΣΕΡΑ», με εναλλαγή του τρίτου προσώπου με τον ευθύ λόγο σε εισαγωγικά και με εστίαση στον μικρό Βασίλη, που ως ενήλικο τον έπεισε ο Γιάννος να εργαστεί στα ορυχεία, παρά την αντίδραση της μάνας του. Ο Γιάννος του μιλούσε, βέβαια, για τους κινδύνους και το πόσο θα πρέπει να προσέχει, ακόμα γίνεται λόγος και στο εκεί ατύχημά του και στο πώς προσπαθεί ο Γιάννος να τον ποδηγετήσει ώστε να μην του ξεφύγει κάτι στους δημοσιογράφους. Ο Βασίλης τον διώχνει από το δωμάτιο, περνά από τη σκέψη του η ιστορία της Σόμαινας, που του έλεγε να μην εμπιστεύεται τον άνεμο, μια αφήγηση όλο λυρισμό, π.χ. «μην τον εμπιστεύεσαι τότε τον άνεμο, […] και σε αδειάζει τόσο που δεν απομένει ούτε καν μεδούλι στα οστά σου, και δε σ’ αφήνει ούτε ψίχουλο ψυχής, και γίνεσαι κοχύλι, άδειο ηχείο, κουκούλι του κενού» (σελ. 84). Στο «Ανεμομαζώματα» οι μικροϊστορίες των κειμενικών ηρώων κινούνται από τον δραματικό ρεαλισμό ως τον λυρισμό, με ανάδειξη των ψυχικών καταστάσεων και με παρεμβολή του παραμυθικού στοιχείου  με τις Τζίντες και το Τζίντιλι, που έδωσε τον τίτλο στο έργο. Με αντιθέσεις και προσωποποιήσεις, με ρηματικό λόγο παρουσιάζεται υπέροχα η μεγάλη δύναμη του ανέμου- μεταφορικά και αλληγορικά-, που ως: «Αεικίνητος ταξιδιώτης, κυλά αθόρυβα μέσα από τις καμινάδες των σπιτιών κι εκεί ριζώνει, φυσά τη σκόνη […] χορεύει […] μοιρολογά, […]. Εσύ προχωράς, τρέχεις να ξεφύγεις, κι αυτός σ’ ακολουθά. Μέσα σου φωλιάζει και σε ορίζει. […]. Ο άνεμος είναι καλός, είναι και κακός. Μα πάντα δίκαιος. Τη γλώσσα του να μάθεις και συλλαβιστά να διαβάζεις τους ψίθυρους και τις κραυγές του…» (σελ. 86-87). Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με το τραγούδι στον άνεμο, ως ποιητικός λόγος, αν και στην αφήγηση εντοπίζεται ιαμβικός ρυθμός. Ακολουθεί το κεφάλαιο με τη μικροϊστορία της Ανδριανής (flash back στο παρελθόν και το ατύχημά της) και στο παρόν με την πρώτη άσχημη εμπειρία της από τον ερωτύλο και παντρεμένο καθηγητή της στο φροντιστήριο, αλλά η μάνα Μάγδα στηρίζει την κόρη της. Πολλά θέματα θίγονται σε αυτό το μυθιστόρημα, που παρουσιάζει την πολυπλοκότητα της ζωής, τη σχέση των παιδιών με τους γονείς τους, τους κινδύνους που κρύβονται κ.ά.

     Ο χρόνος προχωράει γρήγορα, γίνεται αναφορά στην πτώση του κομμουνισμού, που δεν έφερε τη συμφιλίωση στα αδέλφια, και στις «Σικελικές Ημέρες», με την ομιλούσα ψυχή του Γρηγόρη, που καταπλακώθηκε από τόνους χώματα στα ορυχεία της Πτολεμαΐδας. Το κεφάλαιο δίνει και πρόσθετα στοιχεία για τη Τζασμίνα, τη Βόσνια, με απόηχο από τον πόλεμο στο Σεράγεβο, σύζυγο του Γρηγόρη και για τον γιο τους Άγγελο. Αφηγηματικά τεχνάσματα, ένταση, εναλλαγές, μνήμες του Γιάννου από την παιδική του ζωή, παρεμβολή στην αφήγηση του Κωσταντή και του δασκάλου, που ξεγεννούν τη φοράδα και τους παρακολουθεί αόρατος ο Γιάννος, που αποφάσισε να πάει στο πατρικό του, οι φωτογραφίες που βρήκε ο Γιάννος στο πατρικό του με το πρόσωπό του κατεστραμμένο από τον γιο του, όλα συγκροτούν πολύ δυνατή εξωτερική και εσωτερική δράση. Μαθαίνουμε, επίσης, για τον θάνατο του Κωσταντή και μετά του δασκάλου, για τη συμπάθεια των Βασίλη και Ανδριανής στον Κωσταντή, που παραβρέθηκαν στον θάνατό του, με τους αφηγηματικούς κύκλους να κλείνουν με φυσικό τρόπο.  Ο Γιάννος βρίσκει  ευκαιρία να εκμυστηρευτεί στον Βασίλη, φίλο του γιου του, το παράπονό του. Παρουσιάζει ο συγγραφέας και τα όνειρα του Γιάννου, που περιμένει να συνταξιοδοτηθεί και να πάνε όλοι ως οικογένεια στο χωριό της Μάγδας, αλλά υπολογίζει χωρίς τον ξενοδόχο, καθώς η Μάγδα έχει πεθάνει, αλλά δεν το γνωρίζει ο ίδιος (σελ. 122).

   Ο συγγραφέας δίνει πάντα το στίγμα του παρόντος χρόνου, με αναφορές στην ΟΝΕ, στο Χρηματιστήριο, αλλά και στους Τζίντες, στη γνωριμία του Γρηγόρη με τη Τζασμίνα, στον φάκελο που παραδόθηκε στον Γιάννο με μελέτες γεωλογικές του Κωσταντή, αλλά δεν τον άνοιξε έγκαιρα, στο δραματικό μοιρολόγι του δημοτικού τραγουδιού και τον Γιάννο να παραληρεί για τον χαμό του γιου του Γρηγόρη. Εμπλέκεται και ο μύθος με τον λύκο του Καλού και του Κακού, οι παραλληλισμοί με τους Ινδιάνους και τον «˝Μοναχικό Άνθρωπο που επέζησε˝, είπε, ο σαμάνος της φυλής», που διευρύνουν χώρο και χρόνο και εγκιβωτίζουν νέες φωνές (ορυχεία χρυσού και αργύρου,  βιαιότητες Μεξικανών, με εστίαση από το σύνολο στο άτομο, στη μητέρα του Τζερόνιμο και με επιμύθιο ότι η βία και η εξουσία πάνε χέρι-χέρι). Και εδώ, ο ασθμαίνων λόγος και ο ανθρώπινος πόνος με τη γραφίδα του συγγραφέα συνδέει το ρεαλιστικό με το φαντασιακό, με τα πλάσματα της λίμνης και του δάσους, γεμάτα συμπόνια για: «τον Καθιστό Ταύρο που έψαχνε απεγνωσμένα τον γιο του, […]» και με τα πλάσματα της λίμνης που: «έκαναν συμβούλιο […] και του έδωσαν πίσω το σώμα του δίχως το μυαλό του, αναβάλλοντας για λίγο καιρό ακόμα το ταξίδι του στη χώρα των ψυχών, γιατί ο Κύριος της ζωής, λέγανε με ανθρώπινη λαλίτσα, θέλει κι άλλο, κι άλλο να τον δοκιμάσει», ίσως για απόδοση δικαιοσύνης (σελ. 137). Ο συγγραφέας αποδίδει άριστα τον ανθρώπινο πόνο του Γιάννου για τα παιδιά του, αυτού που ήταν τόσο σκληρός με άλλα δυστυχήματα: «˝Γρηγόρη! Ανδριανή!˝ φωνάζει. Είχα κι εγώ δυο παιδιά. Και μια χειροπέδα για να δένω τον άνεμο. Μου απόμειναν τα παιδικά παιχνίδια.» και ολοκληρώνεται η αφήγηση ως τηλεοπτική ταινία με το: «‒ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ» (σελ. 137).

   Στη συνέχεια μαθαίνουμε για το εγκεφαλικό του Γιάννου, για την Ανδριανή να τον φροντίζει στο Νοσοκομείο, χωρίς να του αποκαλύψει τον θάνατο της Μάγδας από αναθυμιάσεις υγραερίου στην καντίνα της Μενεμένης όπου εργαζόταν (κλείσιμο αυτού του κύκλου, κεφάλαιο [ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ]). Ο συγγραφέας με αναδρομές και παρεκβάσεις δίνει πρόσθετες πληροφορίες για όλους τους ήρωές του, ως καλός μαθητής του Ηροδότου, με το γλαφυρό ύφος του, που καθηλώνει τον αναγνώστη (σελ. 137-138). Στη δίνη των ερωτημάτων και της αναζήτησης δικαιοσύνης, γίνεται μνεία πάλι στη Σόμαινα, στον Κωσταντή, στον Αντρέα από το Αμύνταιο, στον Βαγγέλη, στον Στέφανο  και σε άλλους αδικοχαμένους στα ορυχεία, με αναφορά στις ψυχές των νεκρών, με τη συνοχή του ρήματος «Θυμάσαι; θυμάσαι;» και του σχήματος του κύκλου, που ολοκληρώνει τη ροϊκή αφήγηση της άλλης φωνής. Η εστίαση μετατοπίζεται από ήρωα σε ήρωα, που φωτίζει ο κινηματογραφικός φακός με άφιξη στο παρόν και σε όσα έγιναν μεταξύ Πτολεμαΐδας και του Θεαγένειου, όπου βρισκόταν η καρκινοπαθής Ουρανία, σύζυγος του Λεωνίδα. Παρατηρούνται μετατοπίσεις χωροχρονικές, ήδη βρισκόμαστε στο 1976, στην εξαφάνιση του Άλντο Μόρο, στην επιστροφή της Ουρανίας από το Νοσοκομείο και σε άλλα επίκαιρα γεγονότα της εποχής (σελ. 149).

    Ακολουθεί ο λόγος- μοιρολόγι της Σόμαινας για τον Λεωνίδα, σε βιβλικό ύφος, ακόμα με αφορμή τις οδούς γύρω από το Θεαγένειο, η σκέψη ταξιδεύει σε ιστορικά γεγονότα και σε μίση που δεν έχουν ξεπεραστεί, π.χ. «Κάλλιο με τον διάβολο παρά μ’ αυτόνανε» (λόγος λαϊκός). Η όλη αφήγηση δημιουργεί ένα κατακλυσμιαίο σκηνικό και το νανούρισμα-μοιρολόι κλείνει το κεφάλαιο, καθώς η μητρική φωνή δεν μπορεί να σηκώσει τόση τραγωδία (σελ. 151). Ακολουθεί η μικροϊστορία του Πανίκα, που τον ξέχασε ο Χάρος, η ποντιακή γλώσσα του ως πολυφωνία και το αίτημά του για συναίνεση και ενότητα (σελ. 152-155). Εξαιρετική σύλληψη αποτελεί το κεφάλαιο με τη ονειρική συζήτηση της ψυχής του πατέρα και του γιου στο Μπαρ του Πυροβολικού, όπως και οι ανάμνηση από τις συμβουλές της γιαγιάς Σόμαινας π.χ. «Βασίλη, πρόσεχε!», με αναφορά στον άνεμο και το «Πνεύμα του Καλού», με «το Κακό που πυκνώνει». Ο πεθαμένος πατέρας, με αφορμή το μνημόσυνο στη μάνα του και μάμμα του γιου του Βασίλη, γίνεται η φωνή που υπαγορεύει ως μέντορας όσα πρέπει να ξέρει ο γιος του. Ο πατέρας καταθέτει ιστορίες ζωής από τα Σόθιψα, το Βέλγιο και τα Βαλκάνια έως τη Δραπετσώνα, τόπο όπου ζει ο συγγραφέας (αυτοβιογραφικά στοιχεία). Έτσι, μέσα από το ονειρικό και φαντασιακό στοιχείο η ψυχή του πατέρα, όπως και της μάμμας εγκατοικεί εντός του συγγραφέα ακόμα και ως μυρωδιά από το πράσινο σαπούνι της γιαγιάς, με το επιμύθιο-δάνειο από τον Δ. Δημητριάδη: «Εδώ, γιε μου, όποιος ελεύθερα συλλογάται, πρόσφυγας γίνεται» (σελ. 164, 165). Εξαίρετος, με ψυχολογικές προεκτάσεις και λυρισμό, είναι και ο διάλογος κατά την ονειρική συνάντηση του αφηγητή ως παιδιού με τον πατέρα του, με συζητήσεις για τον άνεμο, για τα δάση και τα πουλιά, που μιλούν και αφηγούνται τις δικές τους ιστορίες (βλ. δημοτικό τραγούδι), για άγνωστους γαλαξίες, για εξωγήινους και μανιτάρια, για τον παράδεισο και την απόφαση του γιου να αλλάξει τον κόσμο. Η επιστροφή στην πραγματικότητα γίνεται με το ρήμα «θυμάμαι» και το ξύπνημα του συγγραφέα. Ενώ σκέφτεται αυτά, επιστρέφοντας στο σπίτι του, μαθαίνει ότι η μητέρα του μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Νοσοκομείο (εξωτερικό πλαίσιο, μεταβολή στο εναντίον, προετοιμασία από τη φωνή του πατέρα) και, όπως σχολιάζει ο συγγραφέας, τα συμβάντα δεν αφήνουν τον γιο να αλλάξει τον κόσμο (ειρωνεία κατάστασης, σελ. 171).

    Το κεφάλαιο [ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ] εστιάζει πάλι στα εγκαταλελειμμένα Σόθιψα, που χάσκουν ως βομβαρδισμένο τοπίο, αν και η μνήμη φέρνει από το παρελθόν υπέροχες εικόνες ζωής. Ο συγγραφέας ενώνει, μέσα από συνειρμούς, αιώνες και φαινόμενα σε όλη τη γη, με συνοχή και συνεκτικότητα το «αδειάζω». Βέβαια, ο αφηγητής εστιάζει και στη διαταραχή του οικοσυστήματος, με διατυπωμένο τον φόβο για μελλοντικά κακά και για μια ενδεχόμενη «κλιματική αποκάλυψη». Επανέρχεται, με το συνεκτικό «αδειάζω», στον παιδότοπό του, τα Σόθιψα, στον Γιάννο Τσεπέλη, στην παραμυθού Σόμαινα, στο Τζίντιλι και τις Τζίντες των βουνών, καθώς «Μες το μυαλό του η γη ραγίζει.», με αναδρομές στο παρελθόν και αναλήψεις στο μέλλον έως και το 2050, όπου προβλέπει γεωλογικές αλλαγές και μετατοπίσεις (σελ. 185). Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τον φρικτό λόγο των Γερμανών κατά την εξόντωση αθώων ανθρώπων, μέσα από τη συνδήλωση της λέξης «άνεμος», π.χ. «Ο άνεμος ο άνεμος ο άνεμος, σας λέω, δεν αντέχεται. Κι αυτά τα κορίτσια που παίζουν κουτσό στην αυλή… πώς βρέθηκαν εδώ; Κρυώνω…». Το κεφάλαιο «Ύπνε, που παίρνεις τα μωρά» αναφέρεται στις τύχες των παιδιών στη Γερμανική Κατοχή και στα αδικοχαμένα κορίτσια της Σόμαινας. Είναι συγκλονιστικό και πολυφωνικό κείμενο με τη σλαβομακεδόνικη ντοπολαλιά και το νανούρισμα της Σόμαινας ( σελ.188).

   Ακολουθούν εικόνες βιβλικές και αναμνήσεις από τον γενέθλιο τόπο, με το όραμα του Γιάννου και το ετοιμόρροπο πατρικό του, με τη συνάντηση των άλλοτε εχθρών, που ως ψυχές φιλιώνουν, σε έναν λόγο λυρικό και δυνατό (197-198). Εκεί όλες οι ψυχές, η Ουρανία, η Μικρή Ολλανδέζα, μιλάει για πρόβλημά της με το 44 νούμερο των παπουτσιών της, που μου θύμισε τον Μιχαλιό με το μακρύ ποδάρι του Καρυωτάκη. Είναι ένα εξαιρετικό κείμενο μιας σελίδας, που λειτουργεί και ανεξάρτητα από το σύνολο. Με το κεφάλαιο [ΤΡΙΑΝΤΑ] γίνεται επιστροφή στην πραγματικότητα και στο από χρόνια κλειστό δημοτικό σχολείο με το δάσκαλο παρόντα αν και γέροντα, με μνεία στα θέματα του «έρωτα, της αγάπης και του μίσους» και με τους αγώνες σε κάθε εξουσία που φτάνουν ως τον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου και την ανάγκη για μνήμη, διότι τα χρόνια που θα ’ρθουν έχουν ένα πρόσωπο που δε μας μοιάζει (διακείμενο από τον ποιητή Δ. Δασκαλόπουλο), λέει η φωνή από τον άλλο κόσμο στο παιδί-συγγραφέα (σελ. 205). Ακολουθεί μια λευκή σελίδα περισυλλογής με τις λέξεις «λοιπόν» και «έστω ότι» και στη συνέχεια ο συγγραφέας παίρνει βαθιά αναπνοή και γράφει το τελευταίο κεφάλαιο [ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΝΑ], που αναφέρεται στο Πάσχα και στο προσκλητήριο που κάνει στους νεκρούς: «να γιορτάσουμε τους νεκρούς μας, να γιορτάσουμε με τους νεκρούς μας, να γιορτάσουμε για τους νεκρούς μας (επανάληψη για έμφαση) ‒ να ζήσουμε επιτέλους τους νεκρούς μας.». Έτσι, ο σεβασμός στους νεκρούς από τα ομηρικά χρόνια ώς σήμερα προβάλλεται ως αξία διαχρονική, με μνεία στη λυρικότατη επιστολή του νεκρού Κωνσταντή στη σύζυγό του Χάνα και τον γιο τους Άγγελο, κλείνοντας και αυτόν τον κύκλο (σελ. 210). Συνεπώς, την ημέρα της Ανάστασης ο συγγραφέας επινοεί τη δική του λογοτεχνική Ανάσταση Νεκρών, που κινείται ανάμεσα στις παραλογές και την πραγματικότητα, διασώζοντας ήθη, έθιμα, γιορτές, μοιρολόγια και διακείμενα (βλ. σημειώσεις).

    Τελικά, η αγάπη του Δ. Χριστόπουλου για τον γενέθλιο τόπο έδωσε φτερά στη φαντασία του, θίγοντας θέματα πολλά και σημαντικά, όπως είναι η παρουσίαση των φωνών των νεκρών, με τις ψυχές να εύχονται: «Ας μη μας ξεχάσουν, προσευχηθήκαμε σιωπηλά» (σελ. 218). Αξίζει να προστεθεί ότι αυτή η ενότητα λειτουργεί ως επίλογος, όπου ο πεθαμένος πατέρας-αφηγητής και μέντοράς του γίνεται πάλι άνεμος: «˝Τώρα μπορώ να φύγω˝, είπε. ˝Το μέλλον έχει ήδη συντελεστεί. Τα σπλάχνα του κόσμου σαπίζουν κι οι τυμβωρύχοι καραδοκούν.˝» (σελ. 219). Ο συγγραφέας έδωσε φωνές σε αγαπημένες ψυχές, εικόνες συγκλονιστικές με τις Τζίντες και το Τζίντιλι, μίλησε για διαψεύσεις, μέσα από το άδειο «κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, εισηγούμενος ένα άλλο κιβώτιο  για να γίνει ο κόσμος καλύτερος, με νέα όνειρα για το καλό όλων και του πλανήτη. Μάλιστα, ο Δημήτρης Χριστόπουλος, με τις ερωτήσεις του αφήνει ανοιχτή την απάντηση στον αναγνώστη, τον προβληματίζει σχετικά με το περιβαλλοντικό θέμα πριν ηχήσουν πάλι οι Τζίντες, με αναφορά στο εξωτερικό πλαίσιο μέσα από το όνειρο.

  Αγαπητέ Δημήτρη, αυτός ο άνθρωπος, ο αόρατος, όσο ζεις θα είναι εντός σου και εύχομαι να σε εμπνέει πάντα για τόσο όμορφες γραφές. Πολλά συγχαρητήρια για το εξαιρετικό σου βιβλίο, για τον εμπλουτισμό της γλώσσας μας και για τις αξίες που προβάλεις πολύ έξυπνα και χωρίς διδακτισμό. Είμαι ευγνώμων στην κοινή μας φίλη, την Αριστέα, που μας σύστησε, πριν διαβεί τον Αχέροντα, η οποία είχε διαβλέψει το διαμάντι που έχει η γραφή σου.

   

                                                                                           Γλυφάδα 23-3-21 

 

 

 

Δρ Χριστίνα Αργυροπούλου, Επίτιμη Σύμβουλος του Π.Ι., συγγραφέας

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...