Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Γιάννης Χρυσανθόπουλος Ανέκδοτα Ποιήματα

 






Ο ήχος

 

Αποκαμωμένος κοίταζες τις ιτιές που ανηφόριζαν

ένα πλήθος σιωπές πλησίαζαν  και κοντοστέκονταν

το δειλινό λαγάριζε αργά μέσα απ’ τα φύλλα.

 

Ο ήχος της καμπάνας ξεκίνησε την ώρα να σημάνει

μετά τους πρώτους λυγμούς του τελειωμένου χρόνου

ξεπέρασε τα όρια των χτύπων.

 

Αφού άφησε τα σύνορα του χρόνου

θέλει κάτι καινούργιο να πει.

 

Η στιγμή δεν άργησε να φέρει τον αέρα

που μύριζε θλίψη, γιατί η Ανάσταση

έχει  καιρό ακόμη κι αργεί.

 

Έτσι όπως πάει χαλασμένος ο καιρός

ούτε τα σύννεφα ούτε η βροχή

σπέρνουν την θλίψη, μόνο ο ήχος

που σήμανε το τέλος κυριεύει

τα κλαδιά που γείρανε  στη νύχτα.

 

Ένας λυγμός χάθηκε, άλλος θα γεννηθεί

και θα τον βαπτίσουν  χαρμολύπη.

 


Μία λέξη


Αυτό που δεν υπάρχει

είναι το αντίθετο του σκοταδιού

κι ο καρπερός  τόπος παράπλευρα

του κοιμητηρίου

ο ανοιχτός δρόμος της εν ζωή απουσίας.

 

Όρθρος μέγας να βρεθεί μία λέξη

για να δηλώσει

το μέρος που φυλάσσεται  η ζωή

όχι ο θάνατος

εκεί που δεν κείτεται τίποτα.

 

Οι φωνές  με τον καιρό είναι καπνός

και δεν επαναλαμβάνονται

κι ο μέσα κόσμος βουβαίνεται.

 

Ανοίγεσαι  στο πέλαγο, αρμενίζεις

με τη μοναξιά στη γεύση  της αρμύρας

και κολυμπάς στην αίσθηση του κενού.

 

Ο βυθός έχει  σκεπασμένα  στολίδια

από ναυάγια παλιών καιρών

 

είθε κάποτε εκεί  βρεθεί μία λέξη.

  


Ληξιαρχείο

 

Τα ονόματα τα πήρε η μεγάλη νύχτα,

κίτρινα φύλλα που θυμίζουν τις φωνές

τις μετρημένες στα δάχτυλα του  χεριού

με ημερομηνίες από το μέλλον.

 

Το χαρτί μισοφαγωμένο απ’ τον καιρό

θρηνεί τα ξέφτια της ζωής.

 

Οι γερτοί αριθμοί είναι  ταυτόσημοι

μ’ αυτούς της  γέννησης και του θανάτου.

 

Τα χοντρά βιβλία είναι απελπισμένα

θα χωρέσουν το φόβο του τέλους;

 

Όταν οι αριθμοί θα έχουν σβηστεί

κι  οι μεταστάντες θα έχουν ξεχαστεί

ένα αγέννητο παιδί

θα βρει τα βιβλία πεταμένα

των ονομάτων και των αριθμών

 

άλλα θα τα κάψει

μια παραμονή  πρωτομαγιάς

κι όσα περισσέψουν θα φτιάξει

χαρταετούς κι αφού τους βάψει

με χρώματα φωτεινά  φανταχτερά

θα τους πετάξει στον αγέρα

ν’ αναστήσει όνειρα των περασμένων εποχών

 

με το  ακροτελεύτιο ανθισμένο πρόσωπο.

 


Για τα μέρη του ουρανού

 

Ένα πρωί μια καθημερνή είπες

να το σκάσεις από τον κόσμο, τότε

λιποτάκτησαν όταν κατέφθανε η νύχτα

τα αγριοπούλια από τις φωλιές,

ξενυχτούσαν γιατί  φύσαγε  βοριάς

 

ξέφευγε  κλάμα γοερό κι μέγας  οδυρμός

από το φύλλωμα των κυπαρισσιών.

 

Για τα μέρη τράβηξες του ουρανού

στους κήπους του  παίζεις κι ονειρεύεσαι

γι’ όσα σου μέλλονταν να ζήσεις

αν δεν στρατευόσουν πλάσμα ακόμη τρυφερό

στην στρατιά του τάγματος των αγγέλων

καθώς σ’ αυτό ετάχθης γιατί έτσι σε βάπτισαν

να σμίγεις τον πόνο με την χαρά.

 

Χορτάριασε το φως μες τη γαλήνη

και κατοικείς  καρδιές  που σε γνώρισαν
για να θυμίζεις την καταραμένη ώρα

της Κλυταιμήστρας όταν  ανύποπτα

πήγαινε την κόρης της     

για το σφαγείο των μάταιων χρησμών.

 


Ο τζίτζικας ζει

 

Μένει άδεια η ραγισμένη φλούδα του κορμιού σου

γαντζωμένη στον κορμό της ελιάς.

Όταν σε πήρε η πρώτη σταγόνα του φθινόπωρου

έλιωσε στο χώμα  η ψίχα της φωνής σου.

 

Μερόνυχτα συνόδεψες τη φλόγα του καλοκαιριού

κι η  πλάση φωτίζονταν πάνω  στην πλαγιά

μέσα από λιόδεντρα αμπέλια ως τις κορφές. 

 

Η ζήση μαγεύονταν από την πανδαισία των ύμνων

την ώρα που  τ’ άστρα ψιθύριζαν ανάσες  δροσιάς.

 

Ο τζίτζικας ζει …  να ξαναφέρει την αθανασία

το λίγο είναι   ιδιοκτήτης της μαγείας της,

λεπτών  διάρκειας,  κόκκος του σύμπαντος.

 


                                    Ο μύθος της Χαράς


Τα μέλλοντα όσα ήρθαν και σε βρήκαν

όλα σου έλαχαν δύσκολα κι ανήλιαγα

στης ψυχής σου κρυμμένα  σκοτάδια.

 

Όσα γέννησες με την λαχτάρα της ζωής

κρυφού έρωτα ήταν o καρπός.

 

Όσα  λάθεψε  το κορμί σου, τα πληρώνεις

με το κενό στο σύμπαν της ψυχής σου

κι άβυσσος ανοίχτηκε στο διάβα σου.

 

Όσα σου χάρισαν αντάλλαγμα βαρύ

ασήκωτο  στους ώμους φόρτωσες.

 

Όταν ή λύτρωση θα ‘ρθει  να πλανέψει

και να διώξει τα αγκάθια της πληγή σου

οι πόρτες ερμητικά θα είναι σφαλιστές

κι οι φωνές που σε δικαιώνουν

 

θα σβήνουν πριν η ακοή σου χαρεί

το ανέφελο αύριο των παιδιών.

 

 

Οι φωνές της νύχτας


Πλάγιαζες  και πριν το πρωτοϋπνι σε πάρει

και διαβείς το κατώφλι των καημών σου

καίγονταν από των αηδονιών τις φωνές.

 

Το ‘χες της ζωής ταμένο Μάη με Οκτώβρη

να ζεις μόνη στο πατρογονικό   σπίτι

δεν είχες κάψει ακόμη τα παλιά δεφτέρια

οι σκιές των δικών σου που έφυγαν

έγιναν τυπώματα  του φεγγαρόφωτου.

 

Αυτός που κάποτε σε εξανάγκασε

να ξεγράψεις τα όνειρά σου 

έχασε το λογικά του και τα πλούτη του

και τριγυρνά τις νύχτες, φάντασμα

σ’ ότι του απόμεινε

σορός  χώμα και κτίσμα

γιατί δεν αντέχει τις φωνές τις νύχτας.

 

Οι εφιάλτες τον κυνηγούν

γιατί ως μέγας δράκοντας κάποτε του τόπου

έκρινε τη μοίρα

της νεραϊδογέννητης ομορφιάς σου.

 

Μα ήρθε ο καιρός για τα μικρά όνειρα

για σένα

για τους μεγάλους εφιάλτες για τον δράκοντα.   

 

Γιάννης Χρυσανθόπουλος, Μάρκος Μέσκος, Ένα θρηνητικό τρυγόνι του καιρού μας.















Οι μεγάλοι πόλεμοι κι οι ανακατατάξεις έλαχε, λίγο ως πολύ, να οδηγούν ως σήμερα όλο τον δυτικό κόσμο. Πάνω από τα ερείπια της καταστροφής στο τέλος της δεκαετίας του ‘40 άρχισε να χτίζεται το τοπίο της πλαστικής χαράς και της έκπτωσης.

Η πίστη στην ελπίδα έπειτα από τα ερείπια που αφήνει πίσω της η ιστορία είναι ο μοναδικός δρόμος για να πάει η ζωή πιο κάτω. Όμως  μετά τον εμφύλιο η διάψευση των προσδοκιών δεν ήταν μία, αλλά πολλές και  σήμερα βρίσκονται στην κορύφωσή τους, κοντεύουν στο απόγειο της δόξας τους. Ο Ποιητής Μάρκος Μέσκος ανήκει στη γενιά, που στη διάρκεια του εμφυλίου, η παιδική αθωότητά της βιάζεται και δολοφονείται. Αυτή την ατμόσφαιρα βιώνει και μεταγράφει με την τέχνη της ποίησης. Από τα πρώτα  ποιήματα  δείχνει ιερή προσήλωση στην ποίηση και συνομιλεί μ’ αυτά, που πιστεύει ότι δεν θα τον διαψεύσουν ποτέ. Οι Λέξεις του κι η στάση του δεν αποκλίνουν. Η λαλιά του είναι πικραμένη, με τον εσωτερικό μονόλογο να συνοδεύει τους στίχους ή ο εσωτερικός μονόλογος να είναι οι στίχοι του ποιήματος. Παραθέτω:


Μόνος

Ακυρωμένος

χαρτιά μουτζουρώνεις

σε ποια γλώσσα λοιπόν

μια χούφτα στάρι

φρέσκο μικρό φεγγάρι

λιθάρι των ονείρων

στην αδιάκοπη νύχτα.

                    (Ελεγείες)

     Ο Ποιητής ούτε επιμένει στις μνήμες ούτε τις αποφεύγει που τον συντροφεύουν, με τα λόγια του κάθε φορά εστιάζει στις τωρινές αδικίες κι αυτές που θα ακολουθήσουν. Το προσωπικό του βίωμα μετουσιώνεται σε ποίηση και κατά την διαδικασία της ποιητικής λειτουργίας φθάνει στην καρδιά της ιστορίας, της κοινωνίας και της ζωής, που οδηγούν τη μοίρα μας. Η μοίρα μας μετά τον πόλεμο φωτογραφίζεται και παίρνει εικόνα  με τους στίχους:

Μαύρη μοίρα με τους κύκλους στα μάτια. 

Άνοιξε όλα τα μάτια της η μοίρα –για να δακρύσει.

(Χαιρετισμοί)

     Η ανώνυμη ύπαρξη, ο Άνθρωπος, πιάνει το χώρο που του αναλογεί στα θεμέλια των λέξεών που  καρφώνει στο χαρτί ο ποιητής κι αυτό είναι μια άλλη  ακύρωσή του όταν πάνω στη διαδρομή των χρόνων, όλα οδηγούν στο άνοιγμα της πληγής. Παραθέτω:

Δεν θα μνημονευτείς εδώ στο άσπρο χαρτί απουσιάζεις

νύχια σκεπάζουν τις πληγές άπειρες κραυγές η σιωπή.

                                                                                 (Διαδρομές – Ελεγείες)

      Η πληγή πάνω στη λέξη άνθρωπος δεν κλείνει, αλλά πάντοτε θα την σκεπάζουν νύχια που παραμονεύουν από πάνω της.

      Τα λόγια μου πιο κάτω είναι διαπιστώσεις κατά την ανάγνωση της ποίησης του Μάρκου Μέσκου. Είναι αισθήσεις και βεβαιότητες που με ακολουθούν και με συντροφεύουν.

       Η ομορφιά της σελήνης δεν θα υποκύψει ποτέ στη θέαση  του θανάτου, κι εν  αναμονή των ευτυχισμένων ημερών το τίμημα θα είναι  το σταθερό σημείο αναφοράς, αυτό του ανέλπιδου. Ο έρωτας βρίσκεται στην άκρη της αυγής της αιωνιότητας και τον αντιπαλεύει η άλλη πλευρά, της θλίψης και του φθινοπώρου. Όταν η θλίψη κατακλύζεται από χιόνι και παγωνιά κι ούτε χαραματιά δεν μένει ανοιχτή για τα μάτια, υπάρχει πάντοτε μόνο ένα κλαδί να κρατάει τη ζωή πάνω από το χώμα. Η  επιθυμία γεννιέται με μια προσευχή, να μην εγκαταλείψει η μνήμη τον κόσμο. Οι καθαροί απολογισμοί ταιριάζει να συμβαδίζουν με το  πέρασμα  από το μπουγάζι, που είναι ταυτισμένο με την ομορφιά των ελεύθερων διαδρομών των πουλιών. Η αναχώρηση για τόπους κι ονόματα είναι συμβολική κι η μνήμη τους έχει καθαριστεί από ιδιοτελείς κακώσεις. Οι ψυχές συναντιούνται με τους θνητούς με την αφή της ζωής. Η μυρωδιά του αέρα του νερού και του χώματος σε παίρνουν πίσω από το θάνατο. Ονόματα αγαπημένα θα μας συντροφεύουν στην θλίψη, που φέρνει η βροχή. Οι φωνές των πραγμάτων είναι οι χαμένες φωνές των μαστόρων τους. Η αιχμαλωσία της φωνής είναι  βαριά φυλακή. Όταν λογαριάζεις τη χαρά του τραγουδιού ηχητικού και σωματικού αυτό είναι το καίριο του ποιήματος. Ο κύκλος του ταξιδιού  μας είναι μικρός σε τόπους και σημεία αναφοράς.

     Ο Μάρκος Μέσκος μέσω της τέχνης της ποίησης τη θλίψη του την αποφορτίζει με την θέαση των βουνών με τα ιστορικά και ανθρώπινα συμφραζόμενά τους, όπου παίρνουν το ρόλο του χορευτή για να αναστήσουν το όνειρο στην ομορφιά. Το τραγούδι της ζωής, μέσω της ποίησής του εστιάζει στην αποκατάσταση του αρχαίου λάθους του θανάτου και της έκπτωσης από τον παράδεισο της ταπεινής αυλής των μικρών ανθρώπινων θαυμάτων και της πραγματικής πνευματικής ζωής. Στις φλέβες των ποιημάτων του κυκλοφορεί και κυοφορείται η παράδοση και η ποιητική παράδοση. Η γλώσσα του εκπέμπει λεπτές αισθήσεις μ’ έναν βαθύ ουμανισμό και ταυτόχρονα οργή κατά των επανειλημμένα τραυματισμένων ή χαμένων ανώνυμων της ζωής. Η επανάληψη  των ουσιαστικών είτε κύριων  είτε αφηρημένων έχουν συχνή θέση στην ποίηση του, γιατί είναι ένας τρόπος έκφρασης ώστε να γίνει πιο απτή η αίσθηση της λέξης και να αποκτήσει σωματική χροιά. Στίχοι ποιήματα λειτουργούν και αυτοτελώς μέσα στο σώμα του ποιήματος κι είναι σφιχτά πιασμένα στην αγκαλιά της καλοσύνης και της ευπρέπειας ενός λυρικού οικοδομήματος.

     Το ύφος του ποιητή είναι δωρικό,  με τον ανάλογο λυρισμό και την βαθιά ανθρωπιστική ευαισθησία που δηλώνονται από την αρχή της ποίησή του. Απλώνει το χέρι του στην παράδοση με σεβασμό γιατί γνωρίζει το χρειαζούμενο για τους ερχόμενους, ότι είναι αυτό που διάλεξε ο ακριβοδίκαιος χρόνος. 

     Επιλέγω το λιγόστιχο ποίημα: “Το τυχαίο” από την ενότητα « Πουλιά» της συλλογής Ελεγείες  όπου γράφει:

Στα νερά στα νερά η γαλήνη

καθώς κλειδώνει ο κύκνος τον ύπνο

με το ράμφος στο πλευρό του

     Επίσης αντιγράφω και τους στίχους του Νίκου Γκάτσου από τις Μέρες Επιταφίου όπου συναντιούνται δημιουργικά οι ποιητές :

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου

που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του 

Οι δύο ποιητές  αναδιπλώνονται όπως το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας, γιατί κατέχουν ότι όσο πιο κοντά βρεθούν στο βάθος της ψυχής τους θα προσφέρουν πιο ζεστά το χέρι στον συνάνθρωπο που καρτεράει την στοργή από τις λέξεις τους.

      Μετά τα όσα κατέθεσα έχω την αίσθηση ότι οι στίχοι του Μάρκου Μέσκου εκφέρονται σαν κελαηδισμός  από ένα θρηνητικό τρυγόνι του καιρού μας. Η φράση μου αυτή είναι παρμένη από το κείμενο: Μιχαήλ Ακομινάτος, το θρηνητικό τρυγόνι της αιώνιας Αθήνας. Βρίσκεται στον τόμο  Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΡΩΜΙΩΣΥΝΗ. Σ’ αυτό το κείμενο είδα αντιστοιχίες με την εποχή μας και την στάση του Ποιητή απέναντι στην τωρινή ατμόσφαιρα. Στις επόμενες τρεις επισημάνσεις μου υπάρχει σαφής αντιστοιχία με την περίπτωση του επισκόπου των Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου.

     Πρώτον ο ποιητής ζει τα δεινά του τόπους μας κι όλου του ανθρώπινου γένους,  όχι στην επιφάνειά τους, αλλά το βάθος. Παραθέτω:

Αυτός ο τόπος γεννάει

                                                            Πικρά ποιήματα.

(Αυτός ο τόπος, Μαυροβούνι)

     Δεύτερον την διακονία της ποίησης την νιώθει τόσο αποστολική, ώστε  την εκφράζει με τη χριστιανική συμπεριφορά της ταπείνωσης, της αλληλεγγύης και της συμμετοχής αλλά και με το βούρδουλα εναντίον των εμπόρων στο ναό του Σολομώντα, στο ίδιο μετερίζι με τις ψυχούλες που καρδιοχτυπούν.

Παραθέτω: 

Μ’ αυτούς του στίχους πλένω τα πόδια σας

                                   Αύριον έχουμε δρόμο

                                        Ή όχι;

                                                           (XII- τα ανώνυμα)

 

     Και τρίτο  η μοναξιά τον διαπερνά σαν καυτό μολύβι, αφού  το  ανέλπιδο τον ακυρώνει  και ταυτόχρονα πλάθει προσδοκίες με τη φωνή του.

Παραθέτω τους στίχους:

Ο ποιητής ακούει μόνος τη φωνή του. 

(Ι – Ισόβια Ποιήματα)

Το κουβάρι στο μυαλό μου με τις προθέσεις συμμετοχής στο κόσμο της ομορφιάς ανατρέποντας την ασκήμια.

(Υποκειμενική αναφορά – Μαύρο Δάσος)

Η συνομιλία μου με την ποίηση του Μάρκου Μέσκου συνεχίζεται, γιατί πιστεύω ότι η διαχρονικότητά της κι ο κόσμος της  θα είναι ένας από τους πλοηγούς για μελλοντικά περπατήματα και  συναντήσεις.

 

 

 

 

 

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Θεώνη Κοτίνη Ποιήματα, Ο χρόνος είναι. Μελάνι 2020





Συγκομιδή


Οξύ σπαρακτικό το φως τέλος Οκτώβρη

έριχνε πάνω στη σκηνή αιωνιότητα

Εγώ η μάνα ο πατέρας στο λιοστάσι

απόγευμα

Είχαμε μόλις μαζέψει τις ελιές

και στέκαμε κι οι τρεις κάτω απ΄ το δέντρο

Τότε σφούγγισε με το βρόμικο μανίκι τον ιδρώτα

στρέφοντας  προς τη δύση

ρυτίδες αντηλιά χαμόγελο

Κι έμεινε εκεί

εγχάρακτος απ’ το πολύ λιοπύρι της ημέρας

μικρό επιτύμβιο της όρασης

κάθε που ψάχνω νά ’βρω το χωράφι

κι έχουν τα σύνορα αλλάξει κι η ζωή μου

 

 

 

Τα νιάτα με τα γηρατειά

πώς αγκαλιάζονται

 

Δες την

πώς σκαρφαλώνει στο λαιμό του

πώς κουμπώνει στον κόρφο του

αναρριχητικό δεντράκι

ανήσυχο θροΐζοντας στα χέρια του

Φλέβες παλιές και φλέβες ρόδινες

γέλια μαζί εξίσου νεόβλαστα

 

Παρατηρεί το πρόσωπό του

κρατώντας το κεφάλι πίσω

το πιάνει με τα δάχτυλα

διορθώνοντας τις τόσες του μετώπου  χαρακιές

με ένα απαλό αναιδές πασπάτεμα

Κι ύστερα τον φιλά

Τον αγκαλιάζει

επαναπατρισμένη καθαρότητα

 

Τον παίρνει μαζί της για λίγο στη βιασύνη

την παίρνει μαζί του για λίγο στη νωχέλεια

κρατιούνται απ’ το χέρι σε υπέροχη παύση

και μετά αυτή ξεχνά μεγαλώνοντας

κι εκείνος θυμάται ολοένα μικραίνοντας

 

 

 

Φύλλα

 

 

Δεν είναι πια για να θυμώνεις

μα να λυπάσαι τώρα

ο τρόπος που πεθαίνει ο πατέρας

η μάνα που ποτέ δεν κατανόησε

τα άνεργα χέρια αφημένα στην ποδιά

Δεν είναι πλέον να λυπάσαι

μα πια να συγχωρείς

ο τρόπος που αποζήσανε

κλειστοί σαν θυμωμένοι

τα λόγια  που δεν ήξεραν να πουν,

η ανάγκη να ’ναι το φταίξιμο του ενός

για να υπάρχει ο άλλος

Δεν είναι πια να συγχωρείς

μα πλέον να ζεσταίνεις

στην αγκαλιά το ραγισμένο σώμα

ένα ζυμάρι αγάπης

 

Δεν είναι πια να τους μαλώνεις

όσο ανήλικους κι αν τους κατάντησε ο καιρός

είναι η στιγμή να πάρεις στα δυο χέρια σου

ετούτη την τρεμάμενη καρδιά τους

όπως κρατάει παλάμη

φύλλο που έπεσε απ’ το δέντρο

φυσάει βοριάς

                       το παίρνει ψίχουλο ψηλά

                                                                πια δεν το βλέπεις

 


Αμνός του Κυρίου

 

Τώρα άρτος πουλιού

 

Μήνας Μάρτης

πρώτο βράδυ στο μνήμα

και βρέχει ο θεός.

 

Πασχαλίτσα στο χώμα σου πάνω

 

Ο κάμπος που διάβαινες θροΐζει στο απόβροχο

Ξανανάβουν εδώ ολόφωτα δώρα

 

Έχει εκεί  παπαρούνες υγρές απ’ την μπόρα;

Σπαραγγιές στις ελιές;

 Έχει μάραθα εκεί;

Άγριες αγκινάρες άρτυμα

για της σαρακοστής το νηστευτή;

Σουγιαδάκι στενό για να κόβεις

τραγανό το βλαστό γαϊδουράγκαθου

να κερνάς τα παιδιά και να χαίρεσαι εσύ;

 

 

Έχει τσιγαράκι κλεφτό να καπνίζεις στη χλόη,

πατέρα,

Ουρανό για κλειστά, αγαθότατα μάτια;

 

 

 

Ήρθε ο καιρός

 

 

Ήρθε ο καιρός να ξεκρεμάσεις

τα ρούχα του πατέρα απ’ την ντουλάπα

 

το μαντιλάκι για το πέτο στο κοστούμι

πιτζάμες καλοκαιρινές και κάλτσες μάλλινες

παντόφλες και γραβάτες

σε μία  τσέπη λίγα κέρματα

ίσως κάποιος φτωχός τα ελεήσει στην ορφάνια τους

 

Κρατάς μονάχα τη ζακέτα του

να τη φοράς

όταν ριγείς στα τόσα χάσματα

και πότε πότε τη χαϊδεύεις

όπως χαμένο κατοικίδιο

που σου χτυπάει την πόρτα ένα βράδυ

και έρχεται μουσκεμένο

για να χωθεί στο φόβο και τη ζέστη σου

Τι να ’ναι τούτο μες στα μάτια του;

Σκοτάδι ή γνώση;

Κι αυτή ανάμεσα στα φρύδια η πληγή;

Με ποιον να πάλεψε και έμεινε

σημειωμένη προγραφή στο μέτωπο;

 

Κι εσύ περνάς το χέρι σου στο χνούδι

γκρίζας παλιάς ζακέτας του χειμώνα

για να ζεστάνεις το κουρασμένο αποφόρι της αφής

να εξακριβώσεις  το μόνο σώμα που έμεινε

ήρεμα,

συνεχώς,

σχεδόν με βεβαιότητα.

 

 


Κοιμητήριο

 


Το κυπαρίσσι

στην μάντρα του νεκροταφείου

χλωρός οβελίσκος

σημαδεύει τον τόπο

Στην περίμετρο γύρω

τυφλότητα ασβέστη

χαυνώνει τον κάμπο

 

Τα ψυχοσάββατα

λάδι και στάρι

ο χαλκός της καμπάνας βραχνός

λαλεί

δισταγμό ως την παύση

 

 

Κι όλο μετά

ησυχία του σήμαντρου

σταλάζει 

στα λευκά χαμομήλια

περίσκεψη

 

Η κοίμηση των σιωπηλών

στο περιβόλι

αρδεύει

γαλήνιο φύτρο

συνέχειας

 

 

Κατοικίδια

 


Κουμπιά

στο τσίγκινο κουτί από μπισκότα

Λαμπάδες της Ανάστασης

φυλαγμένες για άμα κοπεί

το ρεύμα τα μεσάνυχτα

πανάκια από παλιές φανέλες του πατέρα

το βυσσινί βελούδο στο τραπέζι

στρωμένο μόνο  τις γιορτές

και η καράφα του κρασιού

με το μακρύ λαιμό

να αντηχεί

την καλλικέλαδη ροή μιας ευωχίας

 

Κάπως έτσι στέκονται όρθια τα σπίτια

όταν χέρι αγαθό

μαζεύει απ’ τον καιρό το κουρασμένο

ταμιεύοντας με πρόνοια ή αγάπη πες

λίγη ακόμα σημασία

μια χρησιμότητα

ίσως μνήμη

 

Κάποτε βέβαια τα πετάς

αυτά τα πράγματα που δεν αντέχουν άλλο

με κάποια μεταμέλεια

για το χαμένο στα σκουπίδια νόημά τους

κι άλλοτε κάπως ένοχα

τα παραχώνεις στην ντουλάπα

όπως ετούτη την κουβέρτα

πάλιωσε πια ζεσταίνοντας

στοργή για να επιστρέφεις

ή εκείνο το βαζάκι  για το αλάτι

αμίλητο σαν μυστικό χρόνους σαράντα

στο κάτω ράφι της κουζίνας

                                                                      

Ακίνητα

φθαρμένα κατοικίδια

περιφρουρούν

αυτή την αντοχή

που γίνεται η ψυχή του ανθρώπου

ανίδεα σκεύη της μετάληψης

στη θεία κοινωνία της διάρκειας




Πάντα

 

 

 

Άνοιξη πάντα Απρίλης Πασχαλιάς

με συννεφιά ζεστή ή ευγενική λιακάδα

Του μίσχου ατελεύτητη άνθηση

γλυσίνες τριαντάφυλλα βιολέτες.                     

Των χωραφιών ο βόμβος σιγανός                  

πρέπει να πας κοντά να κρυφακούσεις                       

το βύζαγμα της κάμπιας στον βλαστό

του κριθαριού ψιχαλιστό το λύγισμα να αγγίξεις

όταν φυσάει αποβροχάρης άνεμος στον κάμπο.

 

Η ομορφιά σαν έλεος

ή σαν της Μεγαλοβδομάδας της σιωπή

που πάει να πει

μια αγαθότητα του βλέμματος

κι ο νους σου δωδεκαετής μες στον ναό

μαθαίνει

τι σπέρμα γόνιμο το φως, τι ουρανός  η αγάπη

 

 

 

Στιγμές

 


1.

Άγουρα φώτα λεμονιάς

μες στο Νοέμβρη

όχι ακόμα κίτρινα

πράσινα όχι πια

 

Να ’ναι αυτό η ομορφιά;

Το ολοένα φτάσιμο του ολόκληρου;

Το ακριβώς λίγο πιο πριν

αυτού που αρχίζει να τελειώνει;

 

2.

Μελωμένος απόυπνος

μετά από κούραση πολλή

τέλος βδομάδας

σε βγάζει στο απόγευμα

σε ακουμπάει σε βελούδο

Ονειρεύτηκες κάστανα

μυρωδιά της κανέλλας

ουρανό μαλακό

όπως το χνούδι της φασκομηλιάς

στους αστραγάλους

σούρουπο που δεν ήταν φόβος


3.

Πρησμένη γυαλάδα του μήλου

χειμωνιάτικου μήλου

διαφεύγει

στα δυο χέρια σου ανάμεσα

καμπύλη και κόκκινη

 

Όπως καλά κρυμμένο μυστικό

λάμπει μπροστά στα μάτια σου

 

Κρατάς τον καρπό στην παλάμη

συμπαγές επιχείρημα:

ο κόσμος απλός

σχεδόν σαν να υπάρχει θεός


 

Περιμετρική Πατρών


Μόλις περάσεις

τις σήραγγες της περιμετρικής

σε βρίσκει  ένα γαλάζιο

στον κόλπο των Πατρών ακαριαίο.

Μια απομάκρυνση σαν νόημα φτερούγας

σε πηγαίνει.

Απέναντι η Βαράσοβα,

όχι βουνό μα κρύσταλλος,

ένα αιώρημα φλεβών

που πάει  τη θάλασσα ψηλά

τον ουρανό στο κύμα.

Διαφάνεια τόση που σαστίζεις

με τόση αταραξία κυανού

τόση γλυπτή σφοδρότητα.

Κρατάς στα χέρια το τιμόνι

και αν πας ευθεία θα τρυπήσεις

αυτή την άσπλαχνη ομορφιά,

του γαλανού

τη θηριώδη τρυφερότητα.

Κάτι μεγάλο λες

κρατάει αυτόν τον κόσμο

στην παλάμη του

μπροστά σου τον δονεί

με χίλια φώτα πολυέλεο,

μέσα σου τον κρατά

σε μέγα βάθος αίνιγμα.

 

Στον κόλπο των Πατρών το μεσημέρι

κατάματο σε φτάνει ένα πλησίασμα

στην άλλη όχθη του γαλάζιου

σε αντικρίζει.

 

 

 Αιγαίο

 

Αέρας στα άδεια εξοχικά τέλος Σεπτέμβρη

όταν αρχίζει να ξεφτίζει ο ασβέστης στην πεζούλα

περνάει απ’ την καλαμωτή συριστική ησυχία

λασκάρει το παράθυρο του μπάνιου

φέρνοντας απ’ τη χαραμάδα

της ερημιάς τριγύρω αναρρίγηση

και μέσα τρυφερό ανέμου το δικράνι

σωριάζει στις γωνιές σαλιγκαρόσπιτα

ψίχουλα θέρους λίγη άμμο

 

Στη μάντρα η ξερολιθιά φυλάει το φίδι

στη στέρνα αντιφέγγισμα νερού

που λιγοστεύει

η σαύρα αφαιρείται στο αγκωνάρι

αγένειο χορτάρι δίπλα βράχος

 

Αποκαλόκαιρο λευκό στα άδεια σπίτια

ημερωμένα απ’ του Ιούλη την κατοίκηση

σανδάλια φυλαγμένα στην ντουλάπα

απόχη παιδική

βαμβακερή ζακέτα για το βράδυ

και πέρα βουερή εγκατάλειψη της θάλασσας

αναρριπίζει στιγμιαία την κουρτίνα

στο πάτερο το σαμιαμίδι αλαφιάζοντας

                                            

Γύρω κανένας

μόνο η αυλόπορτα για λίγο αιφνίδια τρίζει

σαν άφιξη σχεδόν μα όλοι φευγάτοι

Μετά ησυχία

ένα γνοιάσιμο σιωπής

αποσκεπάζει

την πρόσκαιρη του ανθρώπου παρουσία

 

Το σπίτι ξανασμίγει με την πέτρα

αθέατη τη γέννα του σκορπιού περιφρουρώντας

σκήτη του ανέμου

που όσο δύει το γαλάζιο σε περίσκεψη

υψώνεται ενθρονίζοντας

στο θηριώδη του Αιγαίου ουρανό

μοναστική πελάγους επικράτεια

 

Καλοκαίρι


Το σιντριβάνι στη μέση της άδειας πλατείας οξύ μεσημέρι. 

Βρέχει απρόσεκτο περαστικό και δεν τον νοιάζει.

Λεπτοδείκτες σταματημένοι στον κήπο. Ηλιοτρόπιου νύστα.

Δυο άγνωστοι κοιτάζονται στη σκιά ενός δέντρου περιμένοντας στο φανάρι να ανάψει το πράσινο. Γυναίκα και άντρας, κατάματα.

Ο σκύλος κοιμάται κολλημένος στη σκιά ενός τοίχου. Αφάνταστα μόνος.

Παγωμένη γκαζόζα αφήνει έναν κύκλο υγρασίας στο τραπέζι του καφενείου. Τον διατρέχει διψασμένο το χέρι.

Ένα παιδί χαμογελά στο φακό πασαλειμμένο με παγωτό που στάζει στο φανελάκι.

Στη στάση πλήθος, το λεωφορείο δεν  έρχεται και απέναντι το σουβλατζίδικο σερβίρει γύρο και μπίρα παγωμένη στο ποτήρι.

Τα κάγκελα μιας μονοκατοικίας πηγμένης στο σεληνόφωτο. Ξεμοναχιάσματα πίσω απ’ το γιασεμί.

Χάχανα πάνω στη μοτοσικλέτα που προσπερνά δέκα αμάξια στη σειρά.

Θερινό σινεμά στην ταράτσα. Ταινία παλιά. Φεγγάρι καινούριο. Μόλις σβήσουν τα φώτα αγκαλιά.

Νερό κρατημένο σε εκείνη τη μαρμάρινη κρήνη στη μέση του αγνώστου. Ανοίγεις τη βρύση και τρέχει και τούτο μαρμάρινο.

Γυναίκα μαυρισμένη απ’ τον ήλιο. Γελά με κάτασπρα δόντια. Καρδιά κατακόκκινη.

Ένα οποιοδήποτε νησί του Αιγαίου. Ψηλά πολύ. Περαστικός κοιτάζει κάτω ένα ακριβέστατο γαλάζιο. Γυρνά πιο φωτεινός, πιο ξένος.

Σαββατοκύριακο. Οι Αθηναίοι κατεβαίνουν στα χωριά. Να δούνε το χωράφι του πατέρα. Αν θα ’χει φέτος λάδι η ελιά.

Η συκιά στο βενετσιάνικο κάστρο τρυγητός του πουλιού.

Μια φέτα ψωμί με λάδι,  ρίγανη, τριμμένη ντομάτα,  αλάτι χοντρό.

Τσιμεντένια αυλή, έχουν μόλις ποτίσει.  Ο δυόσμος παροξύνεται στο άγγιγμα.

Άσεμνα περιοδικά του εξαδέλφου κρυμμένα κάτω από το στρώμα. Έχει ψηλώσει και είναι ωραίος.

Σούρουπο μέσα στο νερό. Πώς ησυχάζει έτσι η θέληση;

Το παλιό νεκροταφείο της πόλης το μεσημέρι, αντίλαλος του ασβέστη

Ψαράκια στην άκρη άκρη του γιαλού. Ένα σμήνος περίτρομο σε παραλλαγή βέλους. Ελάχιστα πειστική.

Έφηβες, λιανές στο κύμα. Ιππόκαμπου η ράχη κι η χάρη.

Δεκαπενταύγουστος. Σαν δεκαπεντασύλλαβος κομμένος. Τον συμπληρώνουν τα πουλιά.

Ταξιδεύοντας με ανοιχτό το παράθυρο. Τραγούδι στο ράδιο. Γυάλινο, αράγιστο σήμαντρο.

Βράδιασε. Έλα να βγούμε λίγο έξω. Να σε αισθανθώ ξανά με φεγγαράδα.

Ημέρες τρεις μέχρι την άδεια. Βαστάει η καρδιά με τόσα λίγα.

Μόλις βγαλμένος απ’ τον ήλιο. Με κοιτάζεις με όλες τις ρυτίδες του χαμόγελου. Θέλοντας τόσα όσα εγώ.

Τέλος Αυγούστου. Αύριο θα ανοίξουν πάλι τα σχολεία. Μα εσύ να μείνεις θες αγράμματος, αγροίκος να γυρίζεις.

 

 

 

Κυπαρισσία, Παλιά Πόλη


Οι παλιοί οικισμοί

στήνουνε ξόβεργα γειτονιάς

στην απεραντοσύνη

 

Ένα μπαλκόνι μπρος στη θάλασσα

στο αγνάντεμα χελιδονοφωλιά

Μεγάλες πικροδάφνες

φτασμένες  στην άνθηση

κλεμμένο σύκο το γλυκύτερο

από αυγουστιάτικη συκιά

πρωταυγουστιάτικη

 

Μπατάλικη φωνή του γυρολόγου

λαλώντας με το τρίκυκλο

στον πάνω δρόμο

μια κωδωνοκρουσία του εφήμερου

σπαρμένου

σε τόση αντήχηση μεσημεριού

που γίνεται μόνιμο

 

Η φωτεινότητα μικρής αυλής

που συνεχίζει καλντερίμι

και χάλασμα λιγόλογο στον ήλιο

ψηλά πολύ

ως την καστρόπορτα

ξεδοντιασμένη πέτρα κι εγκατάλειψη

στα χέρια του θεού

που είναι αλλιώς

ένα γαλάζιο ευμενές

σε όλο τον κάμπο

 

 


Τότε

 

Όταν όλο και λιγότερο ξέρεις,

όταν ίδιο χνάρι χαράζεις

σ’ όποιο δρόμο κι αν πάρεις,

όταν απ’ όλα που υπάρχουν

για ένα δυο μόνο κλαις

και πεισμώνεις

 

είναι αυτό να παλιώνεις;

 

 

Όταν μόνος σου ψάχνεις

ό,τι χάνεις με άλλους,

όταν όλο πια μετανιώνεις

κι όλο πια περιμένεις,

όταν με τα δάχτυλα

αντί να αγγίζεις μετράς

 

είναι αυτό να γερνάς;

 

 

Όταν έξω ιδρύει το βράδυ

τρυφερή διακινδύνευση

κι όλα εδώ αρχίζουν ξανά

στρεβλά και ανθρώπινα

μα εσύ κουράστηκες πια

για να θέλεις

 

είναι αυτό να πεθαίνεις;


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...