Ευρυδίκη
(Κενό, φως αβέβαιο. Ένα κοιμητήριο ίσως. Η Ευρυδίκη απευθύνεται στον Ορφέα που μένει σιωπηλός για να την ακούσει:)
Έλα, μπες, κάθισε,
είναι τόσο ωραίο να σε ξαναβλέπω εδώ, σε αυτό το σπίτι από τσιμέντο
βυθισμένο στη σιωπή, στο λυκόφως, στο πράσινο.
Είναι η πρώτη φορά που έρχεσαι να με βρεις κι είμαι συγκινημένη.
Το ξέρω, βιάζεσαι να με πας πάνω, στη ζωή,
αλλά εγώ θέλω να σου μιλήσω πριν, κι ύστερα δεν υπάρχει λόγος βιασύνης.
Εδώ, ανάμεσα στους νεκρούς, ο χρόνος έχει το αργό βήμα της αναμονής,
εκείνος ο χρόνος που όλοι έχουμε νιώσει
όταν ερωτευτήκαμε ή όταν προσευχόμαστε.
Κάτσε λοιπόν, σε νιώθω ακόμα σφιγμένο,
σαν να δυσκολεύεσαι να παραδοθείς στο άγνωστο.
Ξέρεις, όταν με κυνήγησε ο Αρισταίος, συνειδητοποίησα
ότι η ζωή μου είχε αλλάξει.
Μέχρι τότε ήμουν ένα κορίτσι.
Χανόμουν στα δάση θαυμάζοντας την ομορφιά των λουλουδιών,
μιλούσα στα δέντρα, παίζοντας κρυφτό με τα ελάφια.
Μου άρεσε να ζωγραφίζω νούφαρα, να φωτογραφίζω τις αγριόγατες
ή τα χρώματα του χιονιού.
Ανυπομονούσα να σε συναντήσω για να με φιλήσεις.
Έκλεινα τα μάτια μου και με έπιανε ένα ρίγος,
αν κάποιος μου είχε πει ότι θα μπορούσα να πεθάνω
γι’ αυτή την αγάπη θα φώναζα ναι,
δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από το να παραμείνω σε αυτό το παραλήρημα∙
ήμουν ελεύθερη να αγαπώ και να μεταμορφώνομαι. Κι εσύ ήσουν ο ιδανικός
σύντροφος,
το όνειρο μιας ζωής που δεν θα αναλωνόταν στα συνηθισμένα.
Ήσουν απλά ο έρωτας,
η πνοή που διασχίζει τα ρήγματα του κόσμου και τα ενώνει.
η συνεύρεση με τον Αρισταίο με πλήγωσε, αναγκάζοντάς με να μείνω μισή,
με καθήλωσε στο ρόλο της γυναίκας, της ενήλικης, της νύφης.
Δεν ήταν το φίδι -το καημένο, ήταν ένα παιχνίδι-
που με σκότωσε
αλλά η προοπτική της κανονικότητας -όπως την εννοεί ο καθένας-,
να ζήσω τη ζωή για κάτι, για κάποιον, αλλά για έναν μόνο∙
μου σκότωσε την ανάγκη για έλεγχο, για κατοχή, για την ολότητα
που η κανονική ζωή (αυτή των ζωντανών) επιφέρει∙
ήθελα να βρίσκομαι στον κόσμο χωρίς ορισμό, εγώ∙
ήθελα να χαίρομαι για τους άλλους και με τους άλλους, με όλους τους άλλους.
Εάν είχα παραμείνει ζωντανή, μαζί σου ή με τον Αρισταίο, θα είχα μεταμορφωθεί
σε μια θεά, που θα με λάτρευαν και θα με γιόρταζαν,
αλλά θα ήμουν νεκρή ψυχικά νεκρή, ακρωτηριασμένη.
Ευτυχώς, η Περσεφόνη με λυπήθηκε.
Εκείνη γνωρίζει τους διαχωρισμούς και τους απορρίπτει,
εκείνη ξέρει τι σημαίνει να είσαι αναγκασμένος να μεταβαίνεις
από τη μια μεριά στην άλλη.
Μου έστειλε τον θάνατο για να με σώσει,
μου έστειλε τον θάνατό της για να σώσει την αγάπη για σένα, Ορφέα.
Ακόμα κι αυτό.
ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ
(Άδειο δωμάτιο, με κόντρα φωτισμό. Ένα μεγάλο παράθυρο μέσα από το οποίο ακούγεται η φασαρία από τον μικρό δρόμο. Ο πρωταγωνιστής αρχίζει να μιλάει σε μια ανύπαρκτη γυναίκα, ίσως την Αντιγόνη:)
Πέρασε, κάθισε. Είναι ευτύχημα που σε έχουμε εδώ.
Ποτέ δεν ασχολήθηκες μαζί μου. Ποτέ δεν ήρθες να με δεις.
Πάντα σε συγκρατούσε μια πιο πιεστική αγωνία:
μια μητέρα, ένας αδελφός, το σπίτι, η γάτα, η κόρη σου.
Κάθε φορά κάποιος που έπρεπε να φροντίσεις,
κάθε φορά ήταν αδύνατο να μείνεις λίγο μαζί μου,
λες και η αρρώστια και η θυσία -όχι η αγάπη, όχι η ευχαρίστηση-
ήταν η φυσική, διεκδικήσιμη κατάστασή σου,
με βάση την οποία μετράς αποστάσεις, καθορίζεις επείγοντα περιστατικά,
αναβάλεις συναντήσεις ή συγκρούσεις.
Δεν παραπονιέμαι γι' αυτό, όχι πια τουλάχιστον.
Έτσι ήταν. Έφευγες για το σούπερ μάρκετ, το αξιοπρεπές σου σπίτι,
και εγώ παρέμεινα στον αέρα εκείνη την εποχή, ένα είδος μοναχικού Πινόκιο
ναυαγός στην κοιλιά μιας φάλαινας από την οποία
δεν έμπαινε και δεν έβγαινε κανείς:
κάποιος έμενε στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση,
πλέκοντας ακόμα ένα χιλιόμετρο μάλλινης εσάρπας
για να προστατευτούμε από ένα αδιανόητο κρύο∙
κάποιος άλλος περίμενε να επισκευάσει ένα σπασμένο βάζο,
ένα από εκείνα που ήταν θαμμένα στην άκρη των αμπελιών, θυμάσαι;
(είχαμε μια ολόκληρη συλλογή)
–μερικές φορές μια μπαλιά έσπαγε ένα,
και έπρεπε να το επισκευάσουμε, φροντίζοντας να μη φαίνεται το σπάσιμο,
ώστε κανείς να μη το καταλάβει–.
Ο πατέρας μας μάς έλεγε συνέχεια ότι θα γυρίσεις αργά,
ότι ήταν ανώφελο να κάνουμε καπρίτσια.
Καθώς περνούσαν οι ώρες, ένα παράξενο συναίσθημα με κυρίευσε
της αχρηστίας, της αποθάρρυνσης.
Στη συνέχεια, η αναμονή έγινε ανυπομονησία∙
Η ελπίδα να βγούμε από αυτή την κοιλιά χάθηκε
μέσα στην αγωνία να μην βρεθούμε.
Ο Έντσο Λαμάρτορα γεννήθηκε στη Νάπολη το 1968. Σπούδασε ψυχιατρική και ψυχανάλυση. Από το 2002 έως το 2009 διηύθυνε το περιοδικό Τεχνών, Πολιτισμών και Σκέψης «Passages» (Εκδοτικός Οίκος Crocetti).
Με τον εκδοτικό οίκο Crocetti έχει εκδώσει τις συλλογές ποιημάτων Nel corpo tuo rimorso (2002), La dimensione della perdita (2016) και Prima parola (προς έκδοση, 2026). Έχει επίσης εκδώσει τις συλλογές ποιημάτων It was (Εκδοτικός οίκος La vita felice, 2017), Disamore (Εκδοτικός οίκος La vita felice, 2018), Attendersi di là (Εκδοτικός οίκος La Bussola, 2022), Rosso. Interludio (Εκδοτικός οίκος Raffaelli, 2022).
Δύο ποιητικά του έργα μεταφράστηκαν στις ΗΠΑ από τον Michael Palma: The autumn of love (Gradiva publications, 2018) και The dimension of loss (Fomite Press, 2024). Η γερμανική μετάφραση του βιβλίου La dimensione della perdita πραγματοποιήθηκε από το Hans Raimund και εκδόθηκε με τον τίτλο Das Aussmass der Verlusts (Pen Locker, 2022).
Μία ανθολογία ποιημάτων του μεταφράστηκε και στην Ισπανία με τον τίτλο Después de las heridas, AversoPoesia, 2025.
Ο ίδιος έχει μεταφράσει τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου Αίας και Η επιστροφή της Ιφιγένειας από τη συλλογή Τέταρτη Διάσταση (περιοδικό «Passages», τεύχη 3/2013, 4/2013 και 5/2013). Έχει μεταφράσει την ανθολογία ποιημάτων Memoria del presente του Dominique Grandmont (Mar dei Sargassi, 2026) και La confessione di Arthur Adamov (Mar dei sargassi, 2025).
Το 2024 ίδρυσε, και διευθύνει ως τώρα, το «cultradio», το πρώτο διαδικτυακό ραδιόφωνο που ασχολείται με την ποίηση και τη μουσική www.cultradio.org
Το 2025 διεύθυνε το Φεστιβάλ ποίησης της πόλης Άσκολι Σατριάνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου