Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΦΩΣΤΙΕΡΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟ


 

«ΗΛΙΘΙΟΣ ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΟΣ ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ»[1]

Από το πρώτο σας βιβλίο, το Έρεβος, έχουν περάσει περισσότερα από πενήντα χρόνια. Διαβάζοντάς το κανείς νομίζει ότι ανακαλύπτει εδώ κι εκεί, εν σπέρματι, τα χαρακτηριστικά του ιδιότυπου ποιητικού ιδιώματος που αναπτύξατε αργότερα. Η προσωπική φωνή και το στίγμα ενός ποιητή είναι άραγε δεδομένα εξαρχής και απλώς τα κάνει εμφανέστερα συν τω χρόνω, ή μήπως τα διαμορφώνει σιγά-σιγά, καθ' οδόν;

Αν θέλει κανείς να χάσει τη σοβαρότητά του, δεν έχει παρά να απαντήσει χωρίς καμιά επιφυλακτικότητα στην ερώτησή σας, που εκ πρώτης όψεως δείχνει αθώα, φυσική, εμπνέει εμπιστοσύνη. Αλλά δείτε, πως, ίσως με τη φιλόξενη ευγένεια του οικοδεσπότη, με ωθείτε να νιώσω νάρκισσος που ανενδοίαστα καθρεφτίζεται στα νερά της διαυγώς τάχα κατακτημένης προσωπικής μου φωνής. Εγώ όμως θα στρίψω στην πιο κοντινή μου παράκαμψη για να βγω σε κείνη την δημοκρατική άποψη, στην οποία όλοι νομίζω οι ποιητές συναντώνται, ότι η ποίηση είναι μια συγχορδία φωνών ή μια χορωδία που συγχωνεύοντας τις διαφορετικές ποιότητες μορφής αναδεικνύει την εποικοδομητική συνεργασία της για μια καλλίφωνη κατά το δυνατόν απόδοση. Ποιητές είστε πριν απ' όλα τα άλλα, κι έχουμε πιστεύω πολλές φορές συναντηθεί και βράσει μέσα στο ίδιο καζάνι. Δε μιλάμε βέβαια για την Κάλλας. Τέτοιες φωνές καλούνται να τραγουδήσουν στην όπερα των φαινομένων.

Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, λέω τούτο: Και στολή δύτη να φορέσω και να κατέβω στο βυθό των πραγμάτων, αυτόν τον πράγματι βυθό των πενήντα χρόνων, σίγουρα θα με κατασπαράξουν τα σκυλόψαρα των αλλοιώσεων. Τα δεδομένα εξαρχής, όπως δεδομένα όλα πιστεύω πως είναι, θα έχουν πια μεταλλαχθεί σε άμμο ή σε φωλιές φυσαλίδων. Σε κοράλλια πάντως όχι. Και να προεξοφλήσω επομένως ότι, όντως, ευθύς εξαρχής χαράζεται το δεσμευτικό «στίγμα», αλλά δεν δρα χωρίς να υποστεί τη σκληραγώγηση του χρόνου, των συνθηκών της ζωής, των βιωμάτων και του εγκλεισμού του στο εφιαλτικό στρατόπεδο της πείρας. Με λιγότερα λόγια, με ξαλαφρώνει από ενοχές, να πιστεύω ότι εκ γενετής στιγματισμένο είναι του καθενός το δρομολόγιο.

Το έργο σας αποσπά «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών», γίνεται ολοένα και πιο γνωστό στο ευρύ κοινό, ολοένα και πιο αγαπητό. Θεωρείτε ότι μια ποίηση σαν τη δική σας μπορεί να προσληφθεί και να εκτιμηθεί σε όλα της τα επίπεδα, ή μήπως λειτουργούν περισσότερο τα συναισθηματικά και τα συγκινησιακά της επιφαινόμενα;

Αυτή η ερώτησή σας, σαν να επιδιώκει ακόμα πιο σαφώς να με κάνει ακόμα πιο αμαρτωλή. Να παραδεχτώ δηλαδή ότι ναι, έχω «αποσπάσει» κλέφτικο ρήμα ετούτο – τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών, ότι η ποίησή μου έχει πολλά επίπεδα και να βαθμολογήσω αν αυτά μου εξοικονομούν τον έπαινο, ή αν εντονότερα λειτουργούν τα συναισθηματικά και συγκινησιακά επιφαινόμενα.

Ακούστε με. Δεν θα αποκλείσω ότι μπορεί να υπάρχουν πολλά επίπεδα, μια και δεν τα επεδίωξα, ούτε τα κατασκεύασα. Ό,τι έγινε, ήρθε. Ήρθε, μετά από έναν ηλίθιο σχεδόν παρατεταμένον ρεμβασμό μου μπροστά σε ένα τίποτα, μακάρια ξαπλωμένο σε ένα κενό. Επίσης, δεν θα αποκλείσω ότι το αγαπητότατο κοινό μπορεί, αν όχι να ξεφυλλίσει σχολαστικά τα όσα επίπεδα υπάρχουν, αν υπάρχουν, πάντως ότι διαγωνίως, με το γρήγορο βλέμμα του ενστίκτου, μπορεί να τα εννοήσει εν περιλήψει. Δεν υπάρχει βέβαια καμιά αμφιβολία, ότι την ταχύτερη και πιο ξεκούραστη προτίμηση μαγνητίζουν τα «επιφαινόμενα» στοιχεία, όντας πιο κοντά στην έκθετη καθημερινή ψυχή

Αν κοιτάξει κανείς κάθετα στον χρόνο, και σε μεγάλο μάλιστα βάθος, θα δει ότι δύο κύρια ρεύματα διατρέχουν τα εδάφη της ποίησης: το ένα πηγάζει από το συναίσθημα, το άλλο από τη νόηση. Στον δικό σας λόγο, τα δύο φαίνονται να ενώνονται σε μία κοίτη, και ίσως εκεί να οφείλεται εν πολλοίς η δραστικότητά του. Όμως, ποια είναι η πρωταρχική του αφετηρία;

Θέλετε να πείτε ότι, μέσα σ’ αυτή την τόσο αγωνιώδη προσπάθεια, να γράψουμε ένα ποίημα, με αβέβαιη την έκβαση, να το προχωρήσουμε, λειτουργεί μια κατασκοπευτική κάμερα, που ελέγχει ποιο ρεύμα πρωταρχικά κινείται όντας οδηγός του επόμενου; Μα αυτό το παρορμητικό ρεύμα δεν κατεβάζει μόνο ευγενή ερεθίσματα, αλλά και δύσμορφα: κοτρόνες, σκουπίδια, πτώματα, κακοποιημένα λάθη, λέξεις του πειρασμού που τις ψιθυρίζει η ευκολία, κλαδιά δέντρων απ' όπου πιαστήκαμε και σπάσανε, το ένα παπούτσι μιας ευκαιρίας – και δεν είναι γοβάκι κάποιας Σταχτοπούτας – και πόσα ακόμα που καμώνομαι πως τα ξέχασα. Παρασυρμένοι κι εμείς απ’ αυτή την άναρχη κινητοποίηση πόσο πολυτελώς ψύχραιμοι είμαστε για να μπορούμε να διακρίνουμε, ποιο απ’ όλα αυτά τα ρεύματα ήταν ο εμπνευστής αυτού του παρασυρμού; Άλλωστε – αφήστε να σας διαφθείρω στιγμιαία – λίγο θρονιάστηκαν στη νόησή μας τα σκουπίδια και λίγες κοτρόνες ή πτώματα αγάπησε το συναίσθημά μας;

Τέλος, τυφλά ψαύοντας άγγιξα ότι, αν κάτι από τις δικές μου βέβαια προσπάθειες, βγήκε στην ακτή κάποιας διατύπωσης, οι λέξεις, η γλώσσα την τράβηξαν έξω. Συχνά μάλιστα πείθομαι ότι εκείνες αποφασίζουν για την τύχη ενός ποιήματος, εκείνες το προετοιμάζουν, για να μην τους δώσω την άκρα αρμοδιότητα να το έχουν εκείνες γράψει. Και το λέω αυτό εν γνώσει των συνεπειών, να χαρακτηριστεί δηλαδή αυτό κατασκευή, μανιέρα, μεγάλη ανάμειξη της νοήσεως. 'Αλλά ένα μέρος μόνο ή ένα σημείο κάθε ποιήματος έρχεται από τη γνησιότητα. Το υπόλοιπο, το πλάθουν οι πιθανότητες.

Μία συχνή, σχεδόν συνήθης, ένσταση για ποιητές με διακριτό προσωπικό ύφος είναι ότι η έκφρασή τους παγιώνεται σε αυτό και δεν επιχειρούν νέους πειραματισμούς. Πιστεύετε ότι στα ζητούμενα ενός ποιητή είναι οπωσδήποτε και η διαρκής «ανανέωση», ή μήπως, αντίθετα, η εμμονή στην εκφραστική του ιδιοτυπία αποτελεί στοιχείο συνέπειας και απόδειξη αυθεντικότητας;

Η εμμονή μου σε έναν εκφραστικό τρόπο δεν οφείλεται στην αναζήτηση της ιδιοτυπίας, αλλά στην αδυναμία να έχω ανοιχτό μπροστά μου το περιθώριο της επιλογής πολλών τρόπων.

Στο κάτω κάτω, αν ισχύει αυτό που λέγεται, ότι η ποίηση είναι ένα ποίημα, πάντα το ίδιο, που δεν τελειώνει, γιατί να μην ταμπουρωθώ πίσω απ' αυτή την άποψη που προστατεύει την μη εκ βαθέων ανανέωση της γραφής; Εξάλλου, για να μετακινηθείς προς έναν άλλον νέο χειρισμό, θα πρέπει να μετακινηθεί προς αυτή την απόπειρα και η ιδιοσυγκρασία σου. Και αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό, αποκλείεται να μας την έχει στήσει κι εκεί η μανιέρα;

Το αυθεντικό εν τέλει, φοβάμαι ότι είναι η πρώτη αιτία των ονείρων και η ανυπαρξία του, η πρώτη αιτία που τα όνειρα συμβιβάζονται με τις απομιμήσεις.

Μια ερώτηση μπορεί να είναι κοινότοπη, όμως δεν προεξοφλεί καθόλου κοινοτοπία της απάντησης. Λοιπόν: Στα ποιήματά σας υπάρχει συνήθως η αίσθηση μιας απουσίας, μιας έλλειψης, ενός απολεσθέντος παραδείσου – είτε αυτός αφορά σε ένα πρόσωπο, είτε σε μια ηλικία, σε ένα αντικείμενο, σε μια κατάσταση. Η ποίηση είναι άραγε, αναγκαστικά, το παραπλήρωμα μιας στέρησης, η παραμυθία μιας δυστυχίας, η επούλωση ενός τραύματος;

Πέρα απ’ όλ’ αυτά που απαριθμείτε και αναμφισβήτητα είναι, υπάρχει και ένας ιδιαίτερος μυστικοπαθής χρόνος που νοιάζεται μόνο να καλλιεργεί το μέλλον της γλώσσας, την εύηχη χρήση της, τη λειτουργική σχέση της με την αφαίρεση, τη συμβίωσή της με τον υπαινιγμό, να καλλιεργεί τέλος πάντων αυτό το μυστηριώδες πως: ενώ όλα σχεδόν έχουν ειπωθεί, η γλώσσα να επιμένει και να μας πείθει ότι δεν ειπώθηκαν τα σημαντικότερα.

Μας δίδεται έτσι ένα ατέρμον περιθώριο να πειραματιζόμαστε επάνω στο ενδεχόμενο μιας άλλης ομιλητικότερης, θερμότερης επικοινωνίας, από εκείνην την έως τώρα, που ούτε μας καθησύχασε, ούτε λιγότερο θνητούς μας έκανε. Στο κάτω-κάτω κάποτε πρέπει να μάθει να μιλάει σωστά και η σιωπή, οπότε γιατί να μην αναδειχθεί σε ποίηση η απουσία; Εγώ πάντως τη βρίσκω πολύ πιο κοινωνική, πιο πολιτισμένη από την παρουσία.

Πολύτιμη βέβαια και η παρουσία. Σου εξασφαλίζει τον επιούσιο θρήνο. Αλλά και η απουσία, τόσο μικρόσωμη, ελαστική που είναι, δεν δημιουργεί πρόβλημα χώρου στην ύπαρξη, ούτε διατροφής.

Οι γνωμικοί στίχοι, που βρίθουν στην ποίησή σας, είναι ο αρχικός πυρήνας που γύρω του κλώθεται η υπόλοιπη σύνθεση, η προκύπτουν ως πυκνώσεις του νοήματος κατά την ίδια τη διαδικασία της γραφής;

Αυτά τα «γνωμικά», εκτός του ότι μπορεί να προέρχονται και από πρωτοβουλία της γραφής και από το τυχαίο, που είναι ένας συχνός επισκέπτης του επιδιωκόμενου – ωθώντας το μάλιστα σε μια πολύ συναρπαστική λοξοδρόμηση –, έρχονται όμως και από την πύκνωση ενός φραστικού αδιεξόδου, μιας αμήχανης αφωνίας. Πιο πολύ ωστόσο υποπτεύομαι ότι είναι γεννήματα πύκνωσης φόβων, σινιάλα ίσως μιας προειδοποίησης προς κάθε αισιόδοξη απροσεξία των παραφορών μας.

Τις περισσότερες φορές η ποίησή σας φαίνεται να συλλαμβάνει το γενικό και να το διαχειρίζεται ως γενικό, με πολλαπλές δυνατότητες ερμηνείας αλλά και εφαρμογής. Υπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις, ελάχιστες πάντως, που δεν διστάζετε να μιλήσετε για το ορισμένο και το ειδικό, είτε πρόκειται για ένα γλυπτό στην πλατεία Κυψέλης ή στην πλατεία Κλαυθμώνος, είτε για το Μαντείο των Δελφών ή το Βρετανικό Μουσείο. Εν πάση περιπτώσει, η αφορμή των ποιημάτων βρίσκεται συνήθως σε συγκεκριμένα, έστω αφανή, βιωματικά ερεθίσματα, ή στον καθαρό χώρο, τον οιονεί φιλοσοφικό, της Ιδέας και του Αισθήματος;

Όχι, μην αποδίδετε τόσο ηχηρά κίνητρα στην αγάπη μου για τα συγκεκριμένα θέματα, τα ορατά, όπως είναι π.χ. ένα άγαλμα. Μπορεί να το κοιτάζω αδιάφορα. Αλλά αν πέσει το μάτι μου σε μια φλούδα από πασατέμπο, αυτό ακαριαία μου σμιλεύει τη μεγαλειώδη εξάρτηση του μεγάλου από το μικρό και σκιαγραφεί την αφετηρία του σημαντικού από το ασήμαντο. Επίσης καθόλου δεν με θυμώνει η κουτσουλιά που αφήνει ένα περιστέρι – ως μήνυμα; – στο σκεπτόμενο κεφάλι μιας προτομής. Την εκλαμβάνω σαν κατασίγαση της μάχης μεταξύ των μεγάλων σημασιών, ποιας η επικράτηση. Από κει και πέρα ό,τι σοβαρότερο με διεγείρει, κρύβεται πίσω από την αδυναμία μου να το συλλάβω.

Εννοείτε ότι πράγματι ξεκινάτε από την παρατήρηση μιας ασήμαντης σκηνής ή μιας αδιάφορης εικόνας και στη συνέχεια ζητάτε, με αναγωγές, το κρυμμένο της νόημα;

Πρώτον, δεν είναι τίποτα περίεργο, ότι ενώ κοιτάζω επάνω, προς το έργο τέχνης, κοιτάζω συγχρόνως και κάτω, αφού μία η οδός. Αλλά επειδή αυτό που είπα δεν απαντάει ορθόδοξα στην ερώτησή σας, και απλώς υπενθυμίζει, συμπληρώνω: Είμαι μάλλον παρατηρητική παρά περίεργη. Αυτές οι δύο ιδιότητες, ενώ έχουν το ίδιο περίπου αίμα, διαφέρουν από άποψη αγωγής. Έχουν τον ίδιο προορισμό, είναι εξ ίσου παραγωγικές, χρησιμοποιούν το ίδιο μεταφορικό μέσον. Στη στάση υπάρχει ουρά. Εάν λοιπόν προηγείται η παρατηρητικότητα, η περιέργεια που στέκει πίσω της θα την σπρώξει, θα της πάρει τη σειρά, θα μπει στο λεωφορείο, ενώ η άλλη ίσως και να μείνει απέξω. Δεν την πειράζει όμως και πολύ. Όσο περιμένει, αξιοποιεί την ήττα της... παρατηρώντας. Η περιέργεια βέβαια είναι πιο ενδιαφέρουσα, πιο φιλόδοξη, διεκδικεί ηρωισμό, διότι ομολογουμένως εισχωρεί βαθύτερα, αδίστακτα, στον μεγάλο κίνδυνο. Πράγματι είναι πολύ επικίνδυνο να σκαλίζεις, να κρυφοκοιτάζεις, να ανακαλύπτεις, να αποκαλύπτεις, να ξέρεις δηλαδή τι κρύβεται κάτω απ' αυτό που βλέπεις.

Συχνά, το πολύ κινδυνεύει να θεωρηθεί λιγότερο από το λίγο και το μεγάλο μικρότερο από το μικρό. Εσείς όμως δεν φοβηθήκατε τα μεγάλα ποιήματα, ούτε και την αφηγηματική τους ενίοτε ανάπτυξη. Αντιθέτως, το εκτεταμένο μέγεθος συνδυάστηκε (όσο και αν αυτό είναι δύσκολο) με την πυκνότητα, και έγινε σχεδόν στοιχείο ύφους. Αυτό φανερώνει μια γενικότερη αντίληψη περί ποιητικής, η ήταν ανταπόκριση στις ανάγκες των θεματικών σας επιλογών;

Λάθος ότι δεν φοβήθηκα τα μεγάλα ποιήματα που έγραψα και γράφω. Αλλά έχει πάρει διαστάσεις σχεδόν μοίρας, ένα ποίημα να μη χορταίνει βασανισμό αν δε φάει και τη μισή δεύτερη σελίδα. Τόσο μετρημένο αυτό το σύμπτωμα, λες και αντιγράφει το καθορισμένο, πιστεύω, διάστημα που θα ζήσουμε αυτό το ποίημα κι εγώ. Δεν ανησυχώ γι’ αυτό. Βρίσκω πως επαρκώς φλυάρησε η ζωή. Ψεύδομαι βέβαια. Λέω πως η ζωή αν δέχτηκε να υπάρξει, είναι επειδή κάτι ή κάποιος ή ένα διαβολικό «ίσως» της υποσχέθηκαν ότι θα παραμείνει μια αθάνατη... φλυαρία. Αλλιώς δε θα έμπαινε σ' αυτόν τον τεράστιο κόπο της εξαντλητικής... συντομίας.

Μετά τη γραφή των ποιημάτων, επίπονη είναι συχνά και η διαδικασία της επιλογής τους για τη συγκρότηση μιας συλλογής. Με ποια κριτήρια διαχωρίζετε συνήθως τα δημοσιεύσιμα από τα μη, τα πρόβατα από τα ερίφια;

Με απολύτως άγονη δυσκολία και με κριτήριο την πλήρη σύγχυση. Αν ένα ποίημα μου αρέσει, αυτό δεν μου γίνεται κριτήριο ότι είναι όντως καλό. Από την άλλη δεν διστάζω να υποπτεύομαι ότι ένα ποίημα που το θεωρώ μέτριο, έχει κάποιο λόγο να μου κρύβει την έντεχνη τουλάχιστον αφορμή χάρη στην οποία γράφτηκε.

Τελικά, τα παραδίδω σχεδόν όλα στην έκδοσή τους εφευρίσκοντας και μια αθωωτική αιτιολογία: την εντιμότητα. Λέω: αφού τα έγραψα και δεν τα έσκισα, γιατί να νοθεύσω με την αφαίρεσή τους τον αληθινό βηματισμό και αυτής της διαδρομής; Εξαιτίας της αδυναμίας μας να μεγαλουργούμε, επιμένουμε να γράφουμε.

Έτσι σκέπτομαι, κρυφοαγαπώντας βέβαια εκείνα τα ποιήματα που γράφτηκαν με μιαν άγνωστη σε μένα ευκολία και ταχύτητα, σαν από μία διάθεση επιθετική, αργοπορημένη, απρόσωπη, εντελώς ξένη προς τη γνωστή εκείνη επιθυμία · που μας σπρώχνει να δώσουμε μορφή σε κάποιο, σκόρπιο στους πέντε ανέμους ποίημα.

Αληθεύει ότι δυσανασχετήσατε για τη συμπερίληψη ποιημάτων σας στα σχολικά βιβλία της Γ΄ Λυκείου, και ότι μάλιστα ζητήσατε να αφαιρεθούν από τη διδακτέα ύλης

Για να επιμένει αυτή η σχεδόν παραπληροφορημένη εντύπωση, επιβεβαιώνομαι ότι περισσότερο με αγαπάει ο ψόγος παρά η κατανόηση. Δίνω βέβαια πολλά ελαφρυντικά στην παρανόηση όσων είπα πάνω σ' αυτό το θέμα, μια και αυτός που επιχειρεί να εκφραστεί στον αέρα, προφορικά, εις επήκοον διαφόρων και διαφορετικών προσλήψεων των όσων εκφράζει, με απροετοίμαστη μάλιστα την ακριβολογία, φυσικό είναι να αποβεί έκπτωτός της. Επομένως δεν αδικώ το πως εξέλαβαν μαθητές κυρίως, την ξαφνιασμένη, ομολογώ, από την ερώτησή τους απάντησή μου, τόσο ξαφνιασμένη που δικαίως ίσως έδωσε αφορμή για παρερμηνείες.

Επαναλαμβάνω και εδώ την απάντηση που ήδη έδωσα σε εφημερίδα και σε όποιαν άλλη τρέχουσα, προφορική απορία μου επετέθη: έτυχε, προ των πανελληνίων εξετάσεων να δεχτώ μαθητές έντρομους από το ενδεχόμενο να πέσει στις πανελλήνιες εξετάσεις δικό μου ποίημα που του έγινε η τιμή να συμπεριληφθεί στην εξεταστέα ύλη. Μου ζήτησαν να τους φωτίσω το νόημα. Αλλά και μόλις χτες να είχα γράψει αυτό το ποίημα, θα είχα ίσως ήδη αποξενωθεί από το που απέβλεπε η όποια σκοτεινότητά του. Πολλώ μάλλον που το συγκεκριμένο ποίημα είχε γραφτεί πριν δεκαπέντε χρόνια. Θεέ μου σε τι αδυναμία βρέθηκα να βοηθήσω, πόσο ένοχη αισθάνθηκα. Και λυπήθηκα που η ποίηση ιδίως, ως εξεταζόμενη ύλη, παρά την μεγάλη ευκαιρία που δίδεται στα παιδιά να την γνωρίσουν, να την αγαπήσουν ίσως, καταντάει ένα αποδιοπομπαίο κέρδος.

Αυτή τη σκέψη διατύπωσα, ακόμα σε φιλολόγους που διδάσκοντας ξέρω ότι δε σηκώνουν μικρότερο σταυρό. Με αποστόμωσαν λέγοντάς μου πως μάθημα που δεν εξετάζεται και απλώς διδάσκεται, δεν μαθαίνεται. Σεβαστή απολύτως και είθε κάτι επωφελώς να προσθέσει πανελληνίως – τιμητικά –εξεταζόμενη και η δική μου ποίηση.

Οι πρώτοι στίχοι του πρώτου ποιήματος του πρώτου σας βιβλίου είναι οι ακόλουθοι: «Δυο στήλες χαρακώστε / για τις ζημιές της μέρας τούτης / και τα κέρδη της». Αν χαρακώνατε σήμερα δυο στήλες, ποιες θα ήταν οι μεγαλύτερες ζημιές και τα μεγαλύτερα κέρδη από ολόκληρη τη διαδρομή του βίου σας, εντός και εκτός ποιήσεως;

Η στήλη των κερδών είναι βέβαια για το θεαθήναι. Και δεν θα σπεύσω να την γεμίσω με το κέρδος ότι έζησα. Ό,τι χάνεις είναι σαν να μην το κέρδισες. Εκτός αυτού που ξέρω, τι αδιαμφισβήτητα και ξεκούραστα σημαντική θα ήμουν ως ανύπαρκτη;

Μου περιέρχεται, επίμονα συχνά, ένας ψίθυρος, που ασφαλώς θα είναι η λεγόμενη ντοπιολαλιά της ελπίδας, ότι ιδέα της ανυπαρξίας ήταν και η επιστήμη και τα γράμματα και οι τέχνες και ο έρωτας και το διαδίκτυο των ονείρων. Και πως ο θάνατος είναι ιδέα, σύλληψη, κρυφή επιθυμία της ζωής της ίδιας. Όχι της ανυπαρξίας. Ότι αυτή δεν είναι τίποτα απ' όσα φοβόμαστε, τίποτα περισσότερο από μια άλλη τεχνοτροπία αβεβαιότητας, απ’ αυτήν που εφαρμόζει στα έργα του ο βίος μας. Ένα κούριερ ας πούμε, για την ασφαλή και γρήγορη απώλειά μας.

Πιστεύω ότι, παρά τις κερδισμένες στιγμές που έζησα, σήμερα και τις δύο στήλες με ζημιές θα τις γέμιζα. Του κέρδους προηγείται και έπεται μια εκκρεμότης. Εμένα αυτές με πνίγουν, κι ας λένε ότι οι εκκρεμότητες είναι φλέβα νερού βαθιά στη γη, απ’ όπου αντλεί το αειθαλές της η αναμονή.

Ένα μικρό παράδειγμα: ήρθα να σας συναντήσω μισή ώρα νωρίτερα απ' αυτήν που ορίσαμε. Το κάνω πάντα, και μόνο ένας φίλος με ανταγωνίζεται σ' αυτό, χωρίς καμιά, ευτυχώς, ανταγωνιστική διάθεση. Και δεν πρόκειται, πάντα τουλάχιστον, για ανυπομονησία. Είναι αυτή η εκκρεμότητα του να φτάσει η κανονική ώρα, το αβέβαιον αν θα φτάσει – τίποτα δεν μας παρακολουθεί και δεν μας λιγουρεύεται τόσο, όσο η ματαίωση. Για προσωπικούς της λόγους.

Στη στήλη των κερδών λοιπόν, ο απολογισμός. Ότι πέρασα προς στιγμήν και από δω.

______________

Η Κική Δημουλά γεννήθηκε και έζησε στην Αθήνα (1931-2020). Παντρεύτηκε τον πολιτικό μηχανικό και ποιητή Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος επί 25 χρόνια. Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Το 1964 απέσπασε εύφημη μνεία από την Ομάδα των Δώδεκα για τη συλλογή Επί τα ίχνη. Το 1972 τιμήθηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης. Το 2001 της απονεμήθηκε το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της, και Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο. Η Association Capitale Européenne des Littératures την βράβευσε, τον Μάρτιο του 2010, με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας στο πλαίσιο της πέμπτης Ευρωπαϊκής Συνάντησης Λογοτεχνίας. Την ίδια χρονιά, τιμήθηκε για τον σύνολο του έργου της με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Το 2015 αναγορεύτηκε σε επίτιμη διδάκτορα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά, τα γερμανικά και τα σουηδικά.


[1] Περιοδικό η λέξη, τεύχος 194, οκτώβρης - δεκέμβρης 2007. Ευχαριστώ πολύ τους διευθυντές του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, καθώς και την κόρη της ποιήτριας Έλσα Δημουλά για την άδειά τους να δημοσιεύσω τη συνέντευξη.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...