Στο βιβλίο σας Η
λογοτεχνία, μια σκανδαλιά, μια διαφυγή ελευθερίας ενώνετε τον
αφηγηματικό με τον δοκιμιακό λόγο. Από τα βιογραφικά αφηγήματα του πρώτου
μέρους φτάνετε σε αμιγώς δοκιμιακά κείμενα. Ένα σχόλιο παρακαλώ…
Αυτή την
ανάμιξη την επιχειρώ ουσιαστικά από τότε που άρχισα να γράφω. Τα διηγήματά μου
έχουν δοκιμιακό στοιχείο και οι μελέτες μου λογοτεχνικό. Τη διατριβή μου, που
αφορά τις συγκρούσεις των γενεών στην ελληνική πεζογραφία, την τιτλοφόρησα, να
φανταστείτε, Οι περιπέτειες της νεότητας,
και για καιρό έλεγα (με θλίψη) πως θα είναι το μοναδικό μου «μυθιστόρημα». Σε
αυτό το τελευταίο βιβλίο, τη Σκανδαλιά,
όπως χαϊδευτικά καθιερώθηκε, αποφάσισα να επισημοποιήσω τον συνδυασμό των
ειδών: την αυτοβιογραφία, το διήγημα και το δοκίμιο. Το ένα είδος εισχωρεί μέσα
στο άλλο και θεματολογικά και ως ύφος. Όταν καμιά φορά ξαναδιαβάζω τώρα τα
δοκίμια, απορώ με το θράσος μου να τα υποβάλω για κρίση στο Πανεπιστήμιο ως
επιστημονικά κείμενα. Μου φαίνεται όμως πως δεν λειτουργούν άσχημα ως σύνολο.
Στις δύο
τελευταίες συλλογές διηγημάτων σας Τα όρια της ζεστασιάς και Εκδοχές
της Πηνελόπης θεματικά ασχολείστε με τα ερωτικά των διανοουμένων, και
κυρίως των γυναικών διανοουμένων. Εντάσσετε τη γραφή αυτή στο λεγόμενο campus novel (πανεπιστημιακό αφήγημα), που δεν ανθεί
βέβαια στην Ελληνική λογοτεχνία;
Το ένα από τα
διηγήματα των «Πηνελοπών» το έγραψα πράγματι παίζοντας με το είδος του campus novel. Βέβαια πρόκειται για
ένα campus novel
σε πολύ μικρή μικρογραφία. Ούτε καν ένα campus-διήγημα δεν είναι. Εκεί λοιπόν έχουμε έναν Οδυσσέα
πανεπιστημιακό, που τριγυρνά επί είκοσι βδομάδες σε ξένα πανεπιστήμια, ενώ η
Πηνελόπη του γίνεται επί είκοσι βδομάδες μια πιστή σύζυγος. Ταυτόχρονα το
κείμενο αυτό είναι και ένα σχόλιο στη μορφή της Πηνελόπης, που μας παραδίδεται
στη λογοτεχνία είτε εντελώς πιστή είτε εντελώς άπιστη. Στη δική μου εκδοχή, η
Πηνελόπη είναι πιστή, αλλά πιστή ειδικά για μια ορισμένη χρονική περίοδο: όταν
απουσιάζει ο Οδυσσέας.
Κατά τα άλλα,
δεν έχω γράψει ακριβώς «πανεπιστημιακά» διηγήματα. Είναι όμως πράγματι
διηγήματα με διανοουμένους. Αυτός είναι ο χώρος που γνωρίζω καλύτερα, αλλά και
ο χώρος που νομίζω πως δικαιούται επιτέλους να μπει στο παιχνίδι της
λογοτεχνίας. Γιατί ως πρόσφατα η πεζογραφία μας ασχολείτο αποκλειστικά σχεδόν
με τους αγρότες, με τους μικροαστούς και τους περιθωριακούς. Τελευταία ευτυχώς
πλούτισε το καστ των ηρώων της.
Πώς
προέκυψε η αγάπη σας για την λογοτεχνία που αναφέρεται στο ταξίδι;
Προέκυψε από
μια παραγγελία. Έπρεπε να δώσω μια διάλεξη με θέμα «το ταξίδι στη λογοτεχνία».
Έπεσα με τα μούτρα στο θέμα, για να διαπιστώσω ότι από τα τέλη του 19ου
αιώνα έως σχεδόν τις μέρες μας δεν υπάρχει στην ελληνική λογοτεχνία σχεδόν
κανένα μεγάλο (σε μέγεθος αλλά και σημασία) έργο που να ασχολείται με την
περιγραφή ενός ταξιδιού. Σε πάμπολλα έργα γίνεται λόγος για την επιθυμία του
ταξιδιού, για το όνειρο της φυγής, αλλά σχεδόν πουθενά δεν περιγράφεται ένα
πραγματοποιημένο ταξίδι. Με εντυπωσίασε αυτό το εύρημα, κι έτσι μεγάλωσε το
κέφι μου για την έρευνα. Τις πρώτες μου σκέψεις δημοσίευσα, αλλά η έρευνα
συνεχίζεται. Στα τέλη του 20ού αιώνα, ωστόσο, ας το πούμε αυτό, η εικόνα της
«αταξίδευτης λογοτεχνίας» αλλάζει ολοσχερώς, και πιάνει την ελληνική πεζογραφία
ένας φοβερός ταξιδιωτικός οίστρος.
Ως καθηγήτρια της Νεοελληνικής
Λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Κρήτης πώς βλέπετε το επίπεδο των φοιτητών,
των μελλοντικών δηλαδή διδασκάλων της λογοτεχνίας;
Η
άνοδος του χρηματιστηρίου υπήρξε μια καταστροφή για τη φιλολογία, και η κάθοδός
του δεν επέφερε δυστυχώς μια κάποια ανάκαμψη για μας. Αστειεύομαι λίγο: το
χρηματιστήριο δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας που έστρεψε τους καλούς μαθητές
μακριά από τις φιλοσοφικές σχολές, υπήρξαν και άλλες αιτίες.
Το
γεγονός είναι ότι οι πιο πολλοί πρωτοετείς φοιτητές είναι δραματικά
ακατάρτιστοι και κυρίως (αυτό είναι το βασικό πρόβλημα) αδιάφοροι για το
αντικείμενο. Ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς κάπου αλλού ήθελε να πετύχει. Σιγά
σιγά όμως «τσιμπάνε». Στο τρίτο έτος πια δεν είναι λίγοι οι φοιτητές και οι
φοιτήτριες που όχι μόνο έχουν συμβιβαστεί με τη μοίρα τους, αλλά αρχίζουν
κιόλας να βλέπουν με καλό μάτι τη λογοτεχνία. Πότε πότε ο διδάσκων πετυχαίνει
καταπληκτικά ακροατήρια. Μου συνέβη κατά το προηγούμενο εξάμηνο, και έχω
πραγματικά αναθαρρήσει.
Ως διδάσκουσα την νεοελληνική
λογοτεχνία, και μάλιστα την πολύ σύγχρονη, πώς
βλέπετε το επίπεδό της, τις κατευθύνσεις της, την εξέλιξή της;
Δεν διδάσκω
την πολύ σύγχρονη λογοτεχνία. Απλώς μερικά από τα θέματά μου (όπως το «ταξίδι»
ή το «νησί» ή οι «καλλιτέχνες») τα τραβάω έως τις μέρες μας. Μου έχει συμβεί να
διδάξω βιβλία του 21ου αιώνα, αλλά αυτό δεν το κάνω συστηματικά,
οπότε δεν έχω συνολική εικόνα για την εντελώς σύγχρονη λογοτεχνία. Διαβάζω μόνο
όσο προλαβαίνω. Αν μπορώ λοιπόν να μιλήσω πολύ γενικά, θα έλεγα ότι έχουμε
εξορμήσει να συλλάβουμε το μεγάλο κοινό, και σε αυτήν την προσπάθεια κάπου
χάνουμε και κάπου κερδίζουμε. Κερδίζουμε την υπέρβαση των δύστοκων πειραματικών
έργων και χάνουμε, ενίοτε, κομμάτι από την ψυχή μας.
Αισθάνεστε
περισσότερο καθηγήτρια ή συγγραφέας;
Άλλοτε
έτσι, άλλοτε αλλιώς. Τώρα έχω εντελώς ξεχάσει την ιδιότητα της «συγγραφέως».
Κατά το καλοκαιράκι, υποθέτω, θα την ξαναθυμηθώ.
Η συγγραφή είναι επάγγελμα ή λειτούργημα; Πρέπει ο
συγγραφέας να προσδοκά στο οικονομικό κέρδος;
Το
να βγάζει κανείς λεφτά από τα βιβλία του είναι πολύ καλό. Αλλά αν γίνει ο
στόχος του, τότε μάλλον κινδυνεύει.
Η αυτοβιογραφική, ή έστω, η με
στοιχεία αναγνωρίσιμα του βίου μας, λογοτεχνία, μας εκθέτει; Ή πρέπει ο βίος
μας να μένει κρυφός και απρόσιτος;
Εκθέτουμε τη
ζωή μας, γιατί αλλιώς δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε στις καταστάσεις. Μου
φαίνεται πως πρέπει να έχουμε την τόλμη να το κάνουμε, να βγάζουμε στο χαρτί
στοιχεία του εαυτού μας, γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να παίζουμε παιχνίδια στην
επιφάνεια. Από την άλλη είναι δυσάρεστη ή και οδυνηρή αυτή η έκθεση, γιατί δεν
έχουμε βέβαια όρεξη να γίνουμε αντικείμενο ούτε κουτσομπολιού ούτε
ψυχαναλυτικής μελέτης από τους γύρω μας. Εκθέτουμε στοιχεία του εαυτού μας με
πόνο ψυχής: αυτό νομίζω όμως πως είναι καλό για τη λογοτεχνία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου