Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

Λίτσα Δαμουλή Αντρέας Φουσκαρίνης, ΠΥΡΟΒΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ

 

Λίτσα Δαμουλή Αντρέας Φουσκαρίνης, ΠΥΡΟΒΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ, Ανδραβίδα Ηλείας, 2024, σ. 60.

 

Από παλιά τεχνουργός πολλών στίχων ο κ. Ανδρέας Φουσκαρίνης, με ορμητήριό και καταφύγιο την γενέτειρά του Ανδραβίδα και τον κάμπο της Ηλείας σκαρώνει ποίηση. Η Ιστορία του έμαθε να έχει το νου του στα ψηλώματα με τις φρυκτωρίες της προειδοποίησης για την έλευση του εχθρού για τον κάμπο.

Αναρωτιέται στο ποίημά του «Ο θάνατος των ταχυδρόμων» γιατί δεν έρχονται μηνύματα, προειδοποιήσεις , «να μάθει το πως και το γιατί, το πότε.»/ «Πεθαίνουν λοιπόν οι ταχυδρόμοι εν ώρα υπηρεσίας?»

Απομονωμένος και μοναχικός δεν παθιάζεται για ταξίδια σαν τον συγχωριανό του τον Καρκαβίτσα. Πεποίθησή του από το πρώτο ποίημα ως το τελευταίο πεζό της συλλογής του, ότι « όλοι οι δρόμοι είναι αδιέξοδοι», ότι « οι δρόμοι είναι για να πεθαίνουμε», ότι «οι δρόμοι δεν υπάρχουν»:

«Οι δρόμοι δεν είναι μόνο για να περπατάμε, σκέφτηκα αυθόρμητα, αλλά για να φεύγουμε μακριά ή να δραπετεύουμε, οι δρόμοι δεν αποτελούν πάντα και οπωσδήποτε την ορατή μορφή της έννοιας ελευθερίας, της έννοιας σωτηρία, της έννοιας λύτρωση, ή έστω ,της έννοιας ζωή. Οι δρόμοι είναι για να πεθαίνουμε[],δεν το κατάλαβες ακόμη?»

Υπαρξιακές και μεταφυσικές οι ανησυχίες του ποιητή Αντρέα Φουσκαρίνη ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη συλλογή. Ο δρόμος εμπεριέχει τη ζωή και ταυτόχρονα οδηγεί στο θάνατο, γιατί το ταξίδι «είναι  μιας κατεύθυνσης και μόνο» :

 «Πόσο μικραίνει ο κόσμος που γνωρίζω!

Μέρα με την ημέρα χάνεται!

Οι άνθρωποι που ξέρω δεν υπάρχουν πια

Φεύγουν ο ένας μετά τον άλλο».

Ο χρόνος που μετράει για τους ανθρώπους στον κόσμο είναι η αιτία της φιλοσόφησης της ζωής  και της συνειδητοποίησης του αδιέξοδου, του μάταιου και του τέλους των ταξιδιών, ακόμα και των ποιητικών ταξιδιών των νεκρών  ποιητών όπως ο Μίλτος Σαχτούρης και ο συμπατριώτης του ο Γιώργης ο Παυλόπουλος, ο Αντρέας Εμπειρίκος, τους οποίους επικαλείται  ο ποιητής στον κήπο της ποίησής του ,στο σύμπαν του, καθώς είναι «κλεισμένος στον κόσμο του», στη μοναξιά του :

Η εικόνα του εξωφύλλου που φιλοτέχνησε η Κατερίνα Γώτη, κόρη του ποιητή και συντοπίτη του Φουσκαρίνη, Γιώργου Γώτη, δείχνει τον Σίσυφο να σπρώχνει για μια φορά ακόμη το βάρος που του έλαχε στην κορυφή ενός βράχου ,για να ξανακυλήσει και πάλι στη βάση του και να ξαναρχίσει και πάλι από την αρχή στο διηνεκές. Αυτή είναι η ανθρώπινη μοίρα, ο αγώνας του ποιητή: «Ο ποιητής παίρνει το ποδήλατό του/Κι αρχίζει ν ανεβαίνει ασθμαίνοντας το βουνό/Δίχως να σκέφτεται διόλου/Πως μπορεί και να μην τα καταφέρει στο τέλος»[]

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης είναι πεπεισμένος ότι ήρωες είναι όλοι οι καθημερινοί άνθρωποι με τις αντιξοότητες και τα προβλήματα, τις ανασφάλειες και τους φόβους τους. Αυτοί που είναι «τυλιγμένοι πάντοτε στο φόβο», προσπαθώντας να δουν φως, ελπίδα στο σκοτάδι, «αμέτοχοι στο κάθε τι που γίνεται τριγύρω [τους]»:

«[…] Δέσμιος της άγνοιας και της αδιαφορίας που τον καθοδηγεί.

Τραγικός δεσμώτης λανθασμένων και απερίσκεπτων επιλογών

Κι εμείς σήμερα? Άνθρωποι μιας άλλης εποχής ξεπερασμένης

Ψάχνουμε να βρούμε κάποιο μονοπάτι[]

Όταν οι δρόμοι δεν υπάρχουν».[]

Δεν υπάρχουν ήρωες για τον ποιητή. Γι αυτό συμβουλεύει να αναζητούμε την αλήθεια στον διπλανό μας: «Αναζήτησε με πάθος τον Καθένα/Μονάχα αυτόν, κανέναν άλλον.»

Ως δάσκαλος επί πολλά χρόνια ο Φουσκαρίνης, νοιάζεται για τα παιδιά. Προτρέπει: Στρέψτε την προσοχή σας στα παιδιά και στη φυγή τους από την πραγματικότητα: «Απροσδιόριστος αριθμός παιδιών του διαδικτύου και του κινητού/Κατέκλυσαν και πάλι το τοπίο./Ο κόσμος ολόκληρος φευγάτος διά παντός/αν να μην ήταν παρών ποτέ του/Σαν να μην ήτανε ποτέ στην ώρα του.»

   Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης βλέπει με την ευαισθησία του ποιητή τη σημερινή κοινωνία σαν «νευρόσπαστα ιαπωνικά, κούκλες πλαστικές, χωρίς ψυχή,/Που κάποιος τις κούρδισε  από πριν να κινηθούν,/Έρμαια μιας μοίρας τρομερής και ανεξέλεγκτης /Άβουλα πιόνια κάποιου παιχνιδιού/Που δεν το έμαθαν καλά οι παίκτες, αλλά παίζουν»[].

     Η μοίρα του ποιητή μας λέει ο κ. Φουσκαρίνης, είναι να είναι μπροστά, να καθοδηγεί, πατώντας στα αναμμένα κάρβουνα, να πυροβατεί, όπως οι παλιότεροι ποιητές που ήταν «οι φάροι» του κόσμου. Ο ποιητής με ανοικτές της κεραίες της ευαισθησίας του,  πρέπει να στηλιτεύει όλα τα στραβά και τ άδικα του κόσμου:

«[…]το έργο του δύσκολο,  κοπιαστικό, το ποδήλατο

Δυσκολεύεται να προχωρήσει

Κι έτσι μπαίνει ο ίδιος μπροστά του και το σέρνει[]

Ίσως έτσι και να βρούμε το στρατί που χάσαμε ως τώρα».

 

____________________

Λίτσα Δαμουλή, Δρ. Ιονίου Παν/μίου, Φιλόλογος Ελληνικής και Γαλλικής φιλολογίας, Συγγραφέας.

Αθήνα, Απρίλιος 2024.

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024

Η Οριάνα Φαλλάτσι «αποχαιρετά» τον Πιερ Πάολο Παζολίνι

 

Η Οριάνα Φαλλάτσι «αποχαιρετά» τον Πιερ Πάολο Παζολίνι με μια δημόσια επιστολή στο περιοδικό Europeo στις 15 Νοεμβρίου 1975 λίγες μέρες μετά την στυγερή δολοφονία του

 

Μετάφραση: Χρυσόστομος Μπομπαρίδης


 

 

Γίναμε αμέσως φίλοι, εμείς φίλοι οι τόσο αταίριαστοι. Δηλαδή εγώ μια φυσιολογική γυναίκα και εσύ ένας άνδρας μη φυσιολογικός, σύμφωνα με τους υποκριτικούς κανόνες της αποκαλούμενης πολιτισμένης κοινωνίας, εγώ ερωτευμένη με την ζωή και εσύ ερωτευμένος με τον θάνατο. Εγώ τόσο σκληρή εσύ τόσο γλυκός.  

Υπήρχε μια θηλυκή γλυκύτητα σε σένα, μια θηλυκή ευγένεια. Και η φωνή σου συνολικά είχε κάτι το θηλυπρεπές, κι αυτό ήταν περίεργο γιατί τα χαρακτηριστικά σου ήταν ανδροπρεπή: τραχιά, άγρια.  

Υπήρχε πράγματι μια κρυφή αγριότητα κάτω από τα έντονα ζυγωματικά σου, κάτω από τη μύτη του πυγμάχου, κάτω από τα λεπτά χείλη, μια παράνομη σκληράδα. Κι αυτή μεταφερόταν στο μικροσκοπικό και αδύναμο σώμα σου, στο ανδρικό βάδισμα σου, αεικίνητο, σαν θηρίο που πηδά πάνω σου και δαγκώνει. Όταν όμως μιλούσε ή χαμογελούσες ή κινούσες τα χέρια σου γινόσουν ευγενής σαν μια γυναίκα, γλυκύς σαν μια γυναίκα.  

Κι εγώ ένιωθα τόσο αμήχανα να βιώνω αυτή τη μυστηριώδη έλξη για σένα. Σκεφτόμουν: ουσιαστικά είναι η ίδια αίσθηση να σε ελκύει μια άλλη γυναίκα.  

Σαν δύο γυναίκες, κι όχι ένας άνδρας και μια γυναίκα, πηγαίναμε να αγοράσουμε πανταλόνι για τον Νινέτο, μπουφάν για τον Νινέτο, και συ μιλούσες γι’ αυτόν σαν να ήταν γιος σου: βγαλμένος από τα σπλάχνα σου και όχι γεννημένος από το σπέρμα σου. Σαν να ζήλευες τη μητρότητα που απέδιδες στη μητέρα σου και σε όλες εμάς τις γυναίκες. Για τον Νινέτο σ’ ένα μαγαζί του Βίλλατζ, λάτρεψες ένα πουκάμισο που ήταν ακριβές αντίγραφο αυτών που χρησιμοποιούσαν στις φυλακές του Σινγκ-Σινγκ. Στην αριστερή τσέπη ήταν γραμμένο. «Κρατική Φυλακή. Νούμερο Κρατουμένου 3678». Το δοκίμασες επαναλαμβάνοντας: «Υπέροχο, θα του αρέσει.»  

Έπειτα βγήκαμε έξω όπου πραγματοποιούνταν μια διαδήλωση για τη στήριξη του πολέμου του Βιετνάμ, θυμάσαι; Μεσήλικοι κρατούσαν πανό όπου έγραφαν: «Βομβαρδίστε το Ανόι» και ενοχλήθηκες. Για μια εβδομάδα προσπάθησε επίμονα να μου εξηγήσεις πως η πραγματική επαναστατική στιγμή δεν γίνονταν στην Κίνα ούτε στη Ρωσία αλλά στην Αμερική.  

«Πας στη Μόσχα, πας στην Πράγα, πας στη Βουδαπέστη και αντιλαμβάνεσαι πως εκεί η επανάσταση απέτυχε: ο σοσιαλισμός έφερε στην εξουσία μια άρχουσα διοικητική τάξη και ο εργάτης δεν είναι κάτοχος της μοίρας του. Πας στη Γαλλία, στην Ιταλία και καταλαβαίνεις πως ο Ευρωπαίος κομμουνιστής είναι ένας κενός άνθρωπος. Έρχεσαι στην Αμερική και ανακαλύπτεις μια αριστερά πιο ωραία απ’ αυτή που ένας μαρξιστής μπορεί να ανακαλύψει. Οι εδώ επαναστάτες θυμίζουν τους πρώτους χριστιανούς, σ’ αυτούς υπάρχει η ίδια απολυτότητα του Χριστού. Μου ήρθε μια ιδέα: να μεταφέρω στην Αμερική τα γυρίσματα της ταινίας μου για τον Απόστολο Παύλο».  



Απενοχοποιούσες σχεδόν τα πάντα από την αμερικανική κουλτούρα, αλλά πόσο υπέφερες το βράδυ που δύο αμερικανίδες φοιτήτριες σε ρώτησαν ποιος ήταν ο αγαπημένος σου ποιητής, εσύ φυσικά απάντησες ο Ρεμπώ, και οι δυο τους αγνοούσαν ποιος ήταν ο Ρεμπώ. Γι αυτό άφησες τη Νέα Υόρκη τόσο ανικανοποίητος; Δεν το νομίζω. Θα έλεγα πως έφυγες απο την Νέα Υόρκη απογοητευμένος γιατί δεν είχες πεθάνει, γιατί έφτασες μπροστά στον γκρεμό και δεν έπεσες. Από τις νύχτες που περνούσες επιζητώντας την αυτοκτονία έμειναν μόνο  τα ακόμα πιο λιπόσαρκα τα μάγουλα σου, το βλέμμα σου πιο υγρό σαν να είχες πυρετό. Νιώθω, έλεγες, σαν ένα παιδί που του έδωσαν μια τούρτα και μετά του την πήραν της στιγμή που ήταν έτοιμος να την φάει. Πράγματι, θα έπρεπες να πιείς χίλιες ακόμη πίκρες προτού κάποιος σου έκανε δώρο τον φόνο σου, να σου δώσει ένα θάνατο σύμφωνο με μια ανάλογη ζωή.

Έλεγαν πως αδυνατούσες να είσαι χαρούμενος, πως ήσουν εξωστρεφής, και γι’ αυτό σου άρεσε η συντροφιά των νέων: να παίζεις ποδόσφαιρο, για παράδειγμα, με τα παιδιά των φτωχογειτονιών. Αλλά εγώ δεν σε είδα ποτέ έτσι.  

Την μελαγχολία την κουβαλούσες πάνω σου σαν άρωμα και η τραγωδία ήταν η μόνη ανθρώπινη κατάσταση που κατανοούσες πλήρως. Εάν ένας άνθρωπος δεν ήταν δυστυχής, δεν σε ενδιέφερε. Θυμάμαι με πόση στοργή, μια μέρα, υποκλίθηκες μπροστά μου και μου έσφιξες τον καρπό και ψιθύρισες: «Κι εσύ, από απελπισία, δεν πας πίσω!».

 Ίσως γι’ αυτό η μοίρα μας έφερε να συναντηθούμε ξανά, χρόνια μετά. Ήταν στο Ρίο ντε Τζανέιρο όπου ήρθες για διακοπές μαζί με τη Μαρία Κάλλας. Οι εφημερίδες έγραφαν πως ήσασταν εραστές. Ισχύει; Ξέρω πως δύο φορές στη ζωή σου ένιωσες να αγαπάς μια γυναίκα μένοντας ωστόσο απογοητευμένος. Δεν νομίζω όμως πως μια από αυτές τις δύο γυναίκες ήταν η Μαρία.

Ήσασταν πολύ διαφορετικοί, τόσο αισθητικά, ψυχολογικά και πολιτιστικά. Την ίδια στιγμή μοιάζατε τόσο ενωμένοι από μια μυστηριώδη συνενοχή. Η άποψη μου είναι πως την υιοθέτησες σαν  αδελφή σου, για να την κάνεις να ξεχάσει την εγκατάλειψη της από τον Αριστοτέλη Ωνάση. Δεν ξεκολλούσες από εκείνη, την βοηθούσες να ντυθεί και να γδυθεί. Στην παραλία της έβαζες αντηλιακό στην πλάτη για να μην κοκκινίσει.

Στα εστιατόρια ανεχόσουν κάθε παραξενιά της. Πάντα συγκαταβατικός, υπομονετικός, ήρεμος σαν άλλος νοσοκόμος του Λαμπαρέν ( πόλη στο Γκαμπόν όπου ο Άλμπερτ Σβάιτσερ ίδρυσε το νοσοκομείο του). Ναι, υπήρχε σ’ σένα ο ηρωισμός του ιεραπόστολου που σπεύδει να φροντίσει του λεπρούς, η καλοσύνη του αγίου που με χαρά υφίσταται το μαρτύριο . Ένα βράδυ μιλήσαμε γι’ αυτό στην Κόπα Καμπάνα, πίσω από ένα χρυσοκόκκινο ηλιοβασίλεμα.

H Μαρία λαγοκοιμόταν στην άμμο φορώντας ένα μαύρο μαγιό, κι εγώ σου μιλούσα για τα βασανιστήρια που οι Βραζιλιάνοι υπέβαλαν τους πολιτικούς κρατούμενους: τους ραβδισμούς, τα ηλεκτροσόκ. Με άκουγες με δυσκολία, σαν να σε εξόργιζε η ενόχληση ενός χρυσοκόκκινου ηλιοβασιλέματος με τέτοιες συζητήσεις. Ούτε καν απαντούσες. Μόνο όταν κατάλαβες πως αυτό με πλήγωνε, κι εγώ σου επιτέθηκα λέγοντας πως δεν είσαι ειλικρινής στις διαμαρτυρίες και στους αγώνες, πως ήσουν ένας Νάρκισσος που έκανε πως πολεμούσε την αδικία για ικανοποιήσει την ματαιοδοξία του, άρχισε τότε να μου μιλάς για τον Ιησού Χριστό και τον Άγιο Φραγκίσκο.   

Κανείς ιερέας δεν μου μίλησε, όπως εσύ, για τον Ιησού Χριστό και για τον Άγιο Φραγκίσκο. Μια φορά μου μίλησες και για τον Άγιο Αυγουστίνο, για την αμαρτία και την σωτηρία όπως τις έβλεπε ο Άγιος Αυγουστίνος.  

Ήταν τότε που  μου απήγγειλες όλη την παράγραφο που ο Άγιος Αυγουστίνος διηγείται τη ιστορία της μητέρας του που έπινε. Κι εγώ κατάλαβα σ’ εκείνη την περίσταση που αναζητούσες την αμαρτία για να βρεις τη σωτηρία, με την προϋπόθεση πως η σωτηρία μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την αμαρτία, και πως όσο σοβαρότερη ήταν η αμαρτία τόσο πιο λυτρωτική θα ήταν η σωτηρία.  

Γι’ αυτό όμως ό,τι μου έλεγες για τον Ιησού Χριστό και τον Άγιο Φραγκίσκο, ενώ η Μαρία λαγοκοιμόταν στην παραλία της Κόπα Καμπάνα, παρέμεινε στη μνήμη μου ως τραύμα. Γιατί ήταν ένας ύμνος στην αγάπη που τον τραγουδούσε ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει στη ζωή. Διόλου τυχαία το χρησιμοποίησα στο βιβλίο μου που δεν θέλησες να διαβάσεις. Το έβαλα στο στόμα του παιδιού που παρεμβαίνει στη δίκη κατά της μαμάς του: «Δεν είναι αλήθεια πως δεν πιστεύεις στην αγάπη, μαμά. Πιστεύεις τόσο που απελπίζεσαι γιατί βλέπει τόσο λίγη είναι, και γιατί αυτή που βλέπεις δεν είναι ποτέ τέλεια. Είσαι φτιαγμένη από αγάπη. Αλλά αρκεί να πιστεύεις στην αγάπη αν δεν πιστεύεις στη ζωή;»  

Κι εσύ ήσουν φτιαγμένος από αγάπη. Η πιο αυθόρμητη αρετή σου ήταν η γενναιοδωρία. Δεν ήξερες να πεις όχι. Δωρίζει τα πάντα σε όποιον σου ζητούσε κάτι: είτε επρόκειτο για χρήματα, είτε ήταν δουλειά, είτε ήταν φιλία. Στον Παναγούλη, για παράδειγμα, χάρισες την εισαγωγή στις δύο ποιητικές του συλλογές. Και στίχο-στίχο, με το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο δίπλα, ήθελες να ελέγξεις μέχρι κι αν έχουν μεταφραστεί σωστά.  

Γι’ αυτό ξαναβρεθήκαμε, θυμήθηκα. Αρχίσαμε να συναντιόμαστε όταν εκείνος αποφυλακίστηκε και ήρθε εξόριστος στην Ιταλία. Πηγαίναμε συχνά οι τρεις μας για φαγητό. Το φαγητό μαζί σου ήταν πάντα μια γιορτή, γιατί τρώγοντας μαζί δεν πλήττεις ποτέ. Ένα βράδυ, σε εκείνο το εστιατόριο που σου άρεσε για τις μοτσαρέλες του, ήρθε και ο Νινέτο. Σε φώναζε «μπαμπά». Κι εσύ του συμπεριφερόσουν όπως ένας μπαμπάς τον γιο που γέννησε από τα σπλάχνα και όχι από το σπέρμα του.  

Το να σε αφήσουμε μετά το δείπνο ήταν κάτι επώδυνο. Γιατί ξέραμε, κάθε φορά, που πήγαινες. Και κάθε φορά, ήταν να σε βλέπω να πηγαίνεις σε ραντεβού με τον θάνατο. Κάθε φορά θα ήθελα να σε βουτήξω από το μπουφάν, να σε κρατήσω, να σε ικετεύσω, να σου επαναλάβω ό,τι σου είχα πει στη Νέα Υόρκη: «Θα σου κόψουν τον λαιμό, Πιερ Πάολο!». Θα ήθελα να σου φωνάξω πως δεν είχες το δικαίωμα γιατί η ζωή σου δεν σου ανήκει, δεν ανήκει στη δίψα σου για σωτηρία και μόνο. Ανήκε σε όλους εμάς. Κι εμείς την είχαμε ανάγκη. Δεν υπήρχε άλλος στην Ιταλία σε θέση να αποκαλύψει τις αλήθειες που εσύ αποκάλυπτες., ικανός να μας κάνει να σκεφτόμαστε όπως το έκανες εσύ, να μας εκπαίδευση στην έννοια της δημόσιας συνείδησης όπως μας εκπαίδευες εσύ.  

Και σε μισούσα όταν εσύ απομακρυνόσουν μέσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο με το οποίο οι ταραξίες θα ποδοπατούσαν την καρδιά σου. Σε καταριόμουν. Αλλά αμέσως μετά το μίσος μετατρεπόταν σ’ ένα βαθύτατο θαυμασμό και αναφωνούσα: «Τι θαρραλέος άνθρωπος!». Δεν μιλώ, τώρα, για  το ηθικό σου σθένος, το κουράγιο, δηλαδή αυτό που σε έκανε να γράφεις απέναντι σε συκοφαντίες, παρερμηνείες, προσβολές και βεντέτες. Μιλώ για το κουράγιο του σώματος. Απαιτείται τεράστιο συκώτι να συγχρωτίζεσαι με τον όχλο που εσύ συναναστρεφόσουν τα βράδια. Το συκώτι των χριστιανών που γεμάτοι από προσβολές και χειροδικίες  έμπαιναν στο Κολοσσαίο για κατασπαραχθούν από τα λιοντάρια.  

Εικοσιτέσσερις ώρες προτού σε κατασπαράξουν, ήρθα στη Ρώμη με τον Παναγούλη.  Ήρθα αποφασισμένη να σε δω, να σου απαντήσω δια ζώσης σ’ αυτά που μου είχες γράψει. Ήταν μια Παρασκευή. Και ο Παναγούλης τηλεφώνησε από το σπίτι μου, στο τρίτο χτύπημα ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Προσοχή. Λόγω του σαμποτάζ που έγινε τις προηγούμενες ημέρες στο κεντρικό τηλεφωνικό κέντρο του Έur η κλήση στα νούμερα που αρχίζουν από 59 είναι προσωρινά ανέφικτη». Την επόμενη μέρα συνέβη το ίδιο. Λυπηθήκαμε γιατί πιστεύαμε πως θα δειπνούσαμε μαζί σου, το βράδυ του Σαββάτου, αλλά μας παρηγόρησε η σκέψη πως θα κατορθώναμε να σε δούμε το πρωί της Κυριακής.

 

Για την Κυριακή είχα κανονίσει να βρεθούμε με τον Τζιανκάρλο Παγιέτα και την Μύριαμ Μαφάι στην Πιάτσα Ναβόνα: θα πίναμε αρχικά ένα απεριτίφ και έπειτα θα πηγαίναμε για φαγητό. Έτσι γύρω στις δέκα σε ξαναπήραμε τηλέφωνο. Αλλά, ξανά, ακούστηκε εκείνη η φωνή του τηλεφωνητή: προσοχή, λόγω της βλάβης το τηλέφωνο δεν λειτουργεί.  

Πήγαμε χωρίς εσένα στην Πιάτσα Ναβόνα. Ήταν μια ωραία μέρα, ηλιόλουστη. Καθισμένοι στο μπαρ «Τρε Σκαλίνι» αρχίσαμε να μιλάμε για τον Φράνκο που δεν έλεγε να πεθάνει, κι εγώ σκεφτόμουν: θα μου άρεσε να ακούω τον Πιερ Πάολο να μιλά για τον Φράνκο που δεν λέει να πεθάνει. Έπειτα πλησίασε ένας νεαρός που πωλούσε την Ουνιτά και είπε στον Παγιέτα: «Δολοφόνησαν τον Παζολίνι».  

Το είπε χαμογελώντας, σαν να ανακοίνωνε την ήττα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Ο Παγιέτα δεν κατάλαβε. Ή δεν θέλησε να καταλάβει; Ανασήκωσε το βαθύ μέτωπο του, είπε ψευδίζοντας: «Ποιον; Ποιον σκότωσαν;». Ο νεαρός απάντησε: «Τον Παζολίνι». Κι εγώ παράδοξα έκπληκτη: «Ποιον Παζολίνι;». Και ο νεαρός είπε: «Πως τι ποιον;  Πώς ποιον Παζολίνι; Τον Πιερ Πάολο Παζολίνι». Ο Παναγούλης αναφώνησε: «Δεν είναι αλήθεια» Η Μίριαμ Μαφάι είπε: «Αυτό είναι αστείο». Την ίδια στιγμή όμως σηκώθηκε και  έτρεξε να τηλεφωνήσει για να μάθει αν όλο αυτό ήταν ένα αστείο. Επέστρεψε σχεδόν αμέσως κάτωχρη στο πρόσωπο. « Είναι αλήθεια, τον δολοφόνησαν».  

Στην μέση της πλατείας ένας κλόουν με ένα πράσινο παντελόνι έπαιζε φλάουτο. Παίζοντας χορεύει σηκώνοντας με τρόπο αστείο τα πόδια του με το κολλημένο πράσινο παντελόνι και ο κόσμος γελούσε. «Τον σκότωσαν στην Όστια απόψε» προσέθεσε η Μίριαμ.  

Κάποιος γέλασε πιο δυνατά γιατί ο κλόουν κουνούσε το μακρύ φλάουτο και τραγουδούσε ένα αλλοπρόσαλλο τραγούδι. Οι στίχοι του ήταν: «Η αγάπη πέθανε, κόμμα, η αγάπη είναι πέθανε, τελεία! Έτσι εγώ κλαίω, κόμμα, έτσι εγώ κλαίω, τελεία!».  

Δεν πήγαμε για φαγητό. Ο Παγιέτα και η Μαφάι απομακρύνθηκαν με σκυμμένο κεφάλι, εγώ και ο Παναγούλης αρχίσαμε να περπατούμε χωρίς να ξέρουμε που πάμε. Σ’ ένα έρημο δρόμο υπήρχε ένα άδειο μπαρ, με την τηλεόραση ανοιχτή. Μπήκαμε ακολουθούμενοι από ένα νεαρό που ρωτούσε σαστισμένος: «Είναι αλήθεια; Είναι αλήθεια;». Και η ιδιοκτήτρια του μπαρ ρώτησε: «Τι πράγμα;». Ο νεαρός απάντησε: «Για τον Παζολίνι. Δολοφονήθηκε ο Παζολίνι». Η ιδιοκτήτρια φώναξε: « Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι; Χριστέ μου: Χριστέ και Παναγία! Δολοφονημένος! Χριστέ μου! Θα είναι μάλλον πολιτικό έγκλημα!» Στη συνέχεια στην οθόνη της τηλεόρασης εμφανίστηκε ο Τζιουζέπε Βαννούκι και διάβασε την επίσημη ανακοίνωση.  

Εμφανίστηκαν και οι δύο χωριάτες που ανακάλυψαν το σώμα σου. Είπαν πως από μακριά δεν έμοιαζες με άψυχο σώμα, τόσο αγρία ήσουν δολοφονημένος. Έμοιαζες με ένα σωρό σκουπιδιών και μόνο αφότου σε κοίταξαν από κοντά αντιλήφθηκαν πως δεν ήσουν σκουπίδια αλλά ένα ανθρώπινο σώμα. Θα με κακοχαρακτηρίσεις ακόμα κι αν σου έλεγα πως δεν ήσουν ένας απλός άνθρωπος, ήσουν ένα φως, και πως αυτό το φως έσβησε;  

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...