Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Αθανάσιος Δ. ΖΗΣΗΣ Αισθητικοί δρόμοι στην «Τέχνη» του Τάσου Λειβαδίτη.

 


«..ένα συναίσθημα θρεμμένο από όλη την ανθρώπινη πείρα

 που μεσολάβησε από την παλιά εκείνη εποχή

 ως τη σημερινή στιγμή σας.»[1]

Ορισμένα από τα «ηδονικά» ποιήματα του Αλεξανδρινού αποπνέουν έναν βαθύ τόνο αποτίμησης μέσα από τη ναυαγισμένη μοίρα των χαρακτήρων του, σαν η ερωτική ιδιαιτερότητα του δημιουργού τους να βαθαίνει την τέχνη του και να αγγίζει, με μια καθολική ισχύ, τον καταποντισμό του ανθρώπου. Ο Λειβαδίτης με το δικό του ύφος, το άμεσο φως πάνω στις αιμοφιλικές του πληγές, όπως ταιριάζει στις συγκυρίες της ζωής και την ιδιοτυπία του χαρακτήρα του μεταδίδει συχνά αυτήν την αίσθηση,  διατηρώντας το ίδιο απαράλλακτη και καθοριστική τη δύναμη του αναπόδραστου και του πεπρωμένου. Οι δεσμοί των δύο ποιητών, πέρα από τις διαφορετικές εμπειρίες και την ποιητική τους έκφραση, συγκροτούνται σε ένα φιλοσοφικό υπόστρωμα εξαιρετικά κοντινό, που έχει να κάνει αποκλειστικά με την ακριβή ουσία των ανθρώπινων πραγμάτων και τη γνησιότητα της συνείδησης.

Ο Καβάφης, μέσα από τις ρωγμές του ιδιωτικού του χρόνου, θα κοιτάξει ό,τι σημάδεψε τη μνήμη του ως επιθυμία ερωτική ή αίσθημα, άλλοτε νοσταλγικά με μια διάθεση ενδοτική, άλλοτε με τη βεβαιότητα της φθοράς και τη φύση του «νεκρομάντη»[2]. Ο Λειβαδίτης, εγκαταλειμμένος στην αυτοπαρατήρησή του βαθαίνει στις πράξεις, τα κίνητρα, τις υποσυνείδητες προθέσεις, τις συνθήκες και τις επιλογές της ζωής του, φέρνοντας στην επιφάνεια την οδύνη μιας πολύ προσωπικής επίγνωσης. Σ’ αυτό το κλίμα, η «κατακλυσμική ειλικρίνειά»[3] του, γίνεται όργανο αφής με το οποίο επισημαίνει ό,τι προσδιόρισε ανέκκλητα το ανθρώπινο πρόσωπό του μέσα στο χώρο της ατομικής και της κοινωνικής συνείδησης· εκεί όπου ο ίδιος τάχθηκε με ένα αντίστοιχο ερωτικό βάρος αφοσίωσης και πάθους.

Η «Τέχνη» για πρώτη φορά δημοσιεύεται στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης το 1962 [4]  ενώ αργότερα συγκαταλέγεται στη συλλογή «Ποιήματα 1958-64».[5] Πρόκειται για μια συγκέντρωση από συμπαγείς και μικρές μορφές ποιημάτων με έναν προσανατολισμό καθαρά ψυχολογικό και με σημαντικές υπαρξιακές προεκτάσεις. Το ποίημα, τοποθετημένο στο τέλος

της συλλογής, φαντάζει ως ένα μεταιχμιακό σύνορο ζωής και ποιητικής. Ο Λειβαδίτης, έχοντας ολοκληρώσει ένα συγκλονιστικό «κύκλο» ζωής, διατυπώνει με ένα αίσθημα ενταφιασμού τον επίλογο και την εκτίμηση του πιο δικού του κόσμου, δίνοντας παράλληλα με την πικρία του αποχαιρετισμού, το σήμα προς μια νέα εσωτερική και ποιητική εξέλιξη. Ο μονόλογος ξεδιπλώνει μπροστά μας ένα ανθρώπινο σύμπαν καθώς αμβλύνεται αδιάκοπα από μια λάβα συνειδητοποιήσεων, προσδίδοντας του πολλαπλές διαστάσεις μέσα από τις ποικίλες καταρρεύσεις και ερημώσεις. Με άλλα λόγια μια αδιάκοπη μετατόπιση του βάρους και της ουσίας των πραγμάτων προς τα μέσα, κάτω από μια καινούργια νοηματοδότηση και θέαση των ανυποψίαστων διαστάσεών τους. Νέοι συνειδησιακοί χώροι και αρχές τοποθετούνται στο επίκεντρο και το ενδιαφέρον της ποιητικής συνείδησης. Και ο Λειβαδίτης, με μια απόλυτη συνέπεια, θα ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι που οδηγεί σε μια μυστική ανταπόκριση ενός ασύμβατου εσωτερικού κόσμου με τα αμείλικτα δεδομένα της Ιστορίας[6], της εποχής και του τόπου.

 

Τέχνη

 

Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, τάδα ύστερα να μαραίνονται          1

       και να σβήνουν,

και μ’ όλο που ξέφευγα απόνα κίνδυνο, έκλαψα

γι’ αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα. Δόθηκα στα πιο με-

       γάλα ιδανικά, μετά τ’ απαρνήθηκα,                                        5

και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα. Ένοιωσα

       ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους,

και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους

       φτωχούς,

είδα την νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,                        10

θέλησα να σκοτωθώ από δειλία ή ματαιοδοξία,

συγχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, έγλυψα εκεί που

       έφτυσα,

έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον αρ-

γά, ότι είσαι ένας άλλος                                                                 15

από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ’ όνομά μου

για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου

κι ήταν ο πιο φρικτός εγωισμός. Τις νύχτες έκλαψα,

συνθηκολόγησα τις μέρες, αδιάκοπη πάλη μ΄ αυτόν τον δαί-

       μονα μέσα μου                                                                       20

που τα ήθελε όλα, του δωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις, τα

       πιο καθάρια μου όνειρα

και πείναγε, του δωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ,

       χρέη, εξευτελισμούς,

και πείναγε. Βούλιαξα σε μικροζητήματα                                     25

φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,

έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,

       χωρίς κανείς να μου το ζητήσει

έκοψα μικρά-μικρά κομμάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα

       στα σκυλιά.                                                                           30

 

Τώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια

       μπορώ να γράψω                                                                  

ένα στίχο, αληθινό.                                                                      33

 

Η «Τέχνη» είναι μια πρόζα που συνδυάζει με εξαίρετη αρμονία την αυτοβιογραφική καταγραφή με την αμεσότητα του προσωπικού λόγου και την εσωστρέφεια του ημερολογιακού ύφους[7]. Εξορυγμένη μέσα από την αγωνία και τη διδαχή  της ανθρώπινης μοίρας φαντάζει σα μια πύκνωση ζωής με μια καθολική προοπτική. Ένα κείμενο που ζυγιάζεται ανάμεσα σε δύο βασικές αισθητικές διαθέσεις, την ψυχική ένταση της μνήμης και τον βαθιά εξομολογητικό χαρακτήρα μιας αυτοσυντριβής. Ο λόγος, μέσα από τη διττή φύση του, την εσωστρέφεια που ορίζει η ανάγκη της αυτοκριτικής και το μονόλογο της ομολογίας, αποκτά μια τέτοια δυναμική που, καταλύοντας τους ορίζοντες του ιδιωτικού και τα περιοριστικά όρια του υποκειμένου που αυτοαναλύεται, παρασύρει τον αναγνώστη σε μια ψυχική ανταπόκριση, σε μια μαθητεία ειλικρίνειας. Το ποιητικό υποκείμενο του μονολόγου ταυτόσημο εδώ με το «εγώ» του ποιητή γίνεται πρόσωπο που απεκδύεται ένα προς ένα τα προσωπεία του «φαίνεσθαι», αναζητώντας ανομολόγητα μέσα σε αυτήν την πράξη έναν μάρτυρα ακροατή, που να του παρέχει απλά τη δυνατότητα να απευθύνεται. Το ποίημα γίνεται έτσι σελίδα ενός κοινού ημερολογίου, όπου ο κάθε αναγνώστης ψηλαφεί πράξεις που δεν μπόρεσαν να λάβουν μέσα στην ταχύτητα της ζωής τις διαστάσεις της σημασίας τους. Όλο το κείμενο θα δομηθεί πάνω στον χαρακτήρα της υπονόμευσης που γίνεται το βασικό μέσο στην αποκάλυψη ακαριαίων αντιφάσεων που διακατέχουν την ανθρώπινη φύση. Τριάντα-τρεις στίχοι κοντά στα τριάντα-τρία περίπου χρόνια του ποιητή, με μια έντονη «στίξη του χώρου» και ένα βασικό χαρακτηριστικό, την ιδιότυπη εμμονή να αναζητούν μέσα στον αναγνώστη την ύπαρξη και την αλήθεια τους.

Ο ποιητής με μια ευλαβική προσήλωση εστιάζει στο χρόνο του παρελθόντος. Εκεί μεταφέρεται, σκάβει και ανασύρει σταγόνα-σταγόνα τη μορφή του προσώπου του. Η ιστορία του αποδεικνύεται ένα σύστημα από καταιγιστικές και πολύπλοκες αντιφάσεις, όπου η κάθε μια ακολουθεί άμεσα την άλλη, για να προβάλλουν τελικά, στην σύνθεσή τους, μια τραγική όραση του εσωτερικού κόσμου, που τον παραδίδει έρμαιο στη γνώση του ανθρώπινου πεπρωμένου. Η πορεία του, με ένα λιτό μοντάζ μέσα στο χρόνο, παρουσιάζεται σε μια γραμμική εξέλιξη με το αποκλειστικό βάρος που έχουν τα ρήματα ως σήματα πράξεων που σημάδεψαν την ψυχή. Λόγος απλός, καθημερινός, σε μια διαρκή κατάφαση και ροή, κοφτός, αφαιρετικός, όπου η τελεία ορίζει ένα τέλος, ενώ οι «λέξεις του εξαντλούν διαθέσεις όχι συναισθήματα»[8].

Η ζωή βιώνεται από την αρχή μέσα στην πιο παράφορη προοπτική (στ.1). Ένα παρανάλωμα από συναισθήματα, επιθυμίες και την ένταση της νεότητας. Είναι ενδεικτικά τα λόγια που το 1952 έγραφε ο ποιητής μιλώντας στην αγαπημένη του: «Κ’ ύστερα τίποτ’ άλλο παρά η αγάπη μας // τίποτ’ άλλο παρά εγώ κ’ εσύ // τίποτ’ άλλο παρά μόνο τώρα...»[9], ενώ στο ποίημά του «Μια γυναίκα» που ανήκει στην ίδια συλλογή με την «Τέχνη» φαίνεται να ολοκληρώνει:

 Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα και σ’ αγκάλιαζα με

       απεγνωσμένα χέρια,

μα ήταν σα να ξυνα με τα νύχια μου το αδιάφορο χώμα ενός

      τάφου

που είχαν θάψει κιόλας ολόκληρη τη ζωή μου.

 

 Μέσα σε ένα τέτοιο ψυχολογικό κλίμα ο ποιητής καταθέτει τον εαυτό του. Με έναν τρόπο ολοκληρωτικό, με μια ευπείθεια μοναδική, με την ιερότητα μιας «αφροσύνης» που συναινεί, χωρίς να διαφυλάξει κανένα μυστικό, ή μυστήριο, σε μια παράδοση άνευ όρων, σε μια εμπιστοσύνη χωρίς φόβο, στις απόλυτες διαστάσεις που λαμβάνει η στιγμή, μέσα στο φως της ζωής και του πάθους.

Και η φθορά δεν αργεί να δράσει εξοφλητικά παίρνοντας με τη σειρά της το δικό της ακέραιο μερίδιο (στ.1-2). Ωστόσο, η μετάπτωση αυτή στην παρακμή και την εξαφάνιση διατυπώνεται με τον ίδιο ήμερο τόνο, σαν να πηγάζουν και οι δυο καταστάσεις από την ίδια νομοτέλεια που κατατρέχει τα ανθρώπινα πράγματα. Και αυτός ο τόνος δεν σημαίνει τίποτε άλλο από μια κατανόηση, μια αποδοχή, μια αφομοίωση της αλήθειας μπροστά στο μέγεθος αυτής της αφάνταστης θνησιμότητας που διέπει τη ανθρώπινη δράση. Αυτό επιβεβαιώνει και η ψυχολογική κορύφωση, που συντελείται μέσα σε μια εναντίωση που ξαφνιάζει:

 

 ...έκλαψα

γι’ αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα.

 

Είναι πολύ χαρακτηριστικές αυτές οι εκρηκτικές ταλαντεύσεις μέσα στην ποιητική του Τ. Λειβαδίτη. Ταλαντεύσεις τόσο ως προς τα ίδια τα σημαινόμενα, όσο και ως προς τη συγκεκριμένη αξία που έχουν κάθε φορά, καθώς οι μετασχηματισμοί είναι πάντα απρόβλεπτοι και το αποτέλεσμα συχνά σπαρακτικό. Αν ο ποιητής ξεσπά σε δάκρυα δεν είναι η συγκεκριμένη απώλεια που τα προκαλεί, αλλά η άμεση εσωτερική και υπαρξιακή σχέση που αναπτύσσει με τα γεγονότα, με τη σημασία τους, η κατάληψη των κανόνων και της αλληλουχίας τους που τον εξακοντίζει σε αφόρητα βαθύτερες συνεπαγωγές. Δεν πρόκειται για κάποιο παράπονο που να μοιρολογεί εκείνα που δόθηκαν και χάθηκαν, ή τις προοπτικές ενός μέλλοντος που αφανίστηκε. Είναι ο πόνος από την πικρή γνώση μιας αναπόφευκτης ειμαρμένης. Ο ποιητής βγαίνει καθημαγμένος όχι από τα πάθη, ούτε από το δικό τους τέλος, μα από την κατανόηση της καθολικής προοπτικής που αυτό έχει. Μια εμπειρία που αποκομίζεται από ένα χώρο «κινδύνου», σε τέτοιο βαθμό δεμένο και συμφυή με το ανθρώπινο είναι, που καταλήγει να σημαίνει μια αδυσώπητη και αμείλικτη βεβαιότητα· μια επίγνωση που έχει τη δύναμη να θρυμματίζει και μέσα στην ερημιά της, ταυτόχρονα, να συγκροτεί κόσμους. Τα πάθη γίνονται το πεδίο μεγάλων διδαγμάτων και αποκτούν μια αξία βαπτισμένη στην αίσθηση του τραγικού. Το τέλος ενυπάρχει ακατάβλητο, ενώ εκείνο που αποσιωπάται ενέχει μια προέκταση στιγματισμένη, που ορίζει να μένει κανείς κενός και από την ίδια την πτώση του.

Η δεύτερη περίοδος (στ.4-6) γίνεται η αισθητική αντίστιξη της πρώτης, καθώς καταγράφεται ο χώρος των ιδανικών, η άρνησή τους, η επανασύνδεση, κι έπειτα η ακόμα πιο παθιασμένη επαφή με αυτά. Εκείνο που διαφοροποιεί το πριν από το μετά μέσα σ’ αυτήν την κατάθεση, είναι ένα ακόμα πιο ανεξέλεγκτο δόσιμο, που πορεύεται με τρόπο αναγκαστικό μέσα από την άρνηση, για να γίνει το δικό της βάθος γεννητικό αυτής της νέας δυναμικής εισβολής. Ένας τρόπος παράδοξος με τον οποίο ο ποιητής βαθαίνει στη συνειδητοποίηση και στις διαστάσεις της ζωής προσδιορίζοντας έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην οδυνηρή και έντιμη διαχείριση των τύψεων.

Ό,τι ακολουθεί και ό,τι γνωρίζει είναι η συναισθηματική του αντίδραση μπροστά σε «κοινωνικές» ομάδες και πρόσωπα, η εμπειρική του γνώση, η πρόθεση, η πράξη και τελικά η οδυνηρή συνάντηση με τον εαυτό του, μια απογύμνωση απρόσμενη, προϊούσα (στ.6-18). Η αντιφατικότητα, χαρακτηριστική, απεικονίζει στον ένα πόλο τη «ντροπή» (στ.6-7), ως επακόλουθο της αταίριαστης συνύπαρξης του ίδιου με ένα περιβάλλον, στο οποίο η ποιότητα της εμφάνισης αποτελεί τεκμήριο ιθαγένειας. Στον άλλον, η ένταση της «θανάσιμης ενοχής» (στ.8-9)· η ευαισθησία και η συγκίνηση μεταφέρουν το δικό τους αιχμηρό στίγμα και ειδικό βάρος, όταν ο ποιητής αντικρίζει τον κόσμο που ζει μέσα σε ποικίλες μορφές πόνου και στέρησης.

Σ’ αυτή την εικόνα, όπου συνυφαίνονται αντίθετες καταστάσεις και συγκρουόμενα συναισθήματα, υπάρχει ένας κοινός τόπος ως λογική αφετηρία· η δυνητική θέση του ποιητή ενώπιον οποιασδήποτε επιλογής, ή αλλιώς μια «φυσική» απόσταση και από τους δύο αυτούς κόσμους που προσδιορίζει για τον ίδιο ένα ουσιαστικό και καθοριστικό «εν μέρει». Στην πραγματικότητα εκείνο που τονίζεται δεν είναι η δυνατότητα εκλογής -και κατά συνέπεια ευθύνης-, αλλά αυτή η ίδια η δυνατότητα που σημαίνει την απτή ύπαρξη και των δύο κόσμων μέσα του. Οι ψυχικές του αντιδράσεις, αποτέλεσμα της ευάλωτης ευαισθησίας που τον κάνει να παραπαίει, επιβεβαιώνουν τελικά την ίδια την πολύ ανθρώπινη φύση του.

Μπροστά μας, παρουσιάζεται μια συνείδηση που, έχοντας αφομοιώσει το κάθε τι, συλλαμβάνει τον εαυτό της σε όλες τις στιγμές του ύψους και της ευτέλειας. Γεγονότα διχασμένα ανάμεσα σε μεγάλες στιγμές άρνησης και κατάφασης, καταγραμμένα με ένα λόγο σφιγμένο, όσο το δυνατό πιο αποστασιοποιημένα, πιο αντικειμενικά, με μια πρόθεση ρεαλιστικής αποτύπωσης που φέρνει τον αναγνώστη σε επαφή όχι με τις έννοιες, αλλά με τις προεκτάσεις τους. Εκείνο που τελικά, λέξη με τη λέξη, αποδομείται, συλλαμβάνεται και κορυφώνεται, είναι το σήμα της «γνώσης» μέσα από πολλές εκφάνσεις και γεύσεις ζωής· η ματαιότητα της μορφής και του κάλλους (στ.10), η πλήρης αυτογνωσία για τα κίνητρα του αυτοκτονικού ηρωισμού (στ.11), η αγαθή συγχώρεση του ποιητικού υποκειμένου (στ.12) -ταπείνωση και αποκάλυψη μιας εφικτότητας - και ακόλουθα, μια πολύ δυνατή νατουραλιστική εικόνα ενός αδυσώπητου εξευτελισμού, μιας εκμηδένισης (στ.12-13).

Ο ποιητής, μέσα από το χώρο της εσωτερικής ενδοσκόπησης φέρνει στην επιφάνεια ένα πλήθος αυτοαναιρέσεων, μια σειρά από άμεσα ρήγματα ανάμεσα στα πρόσωπα που υπήρξε, στα προσωπεία που φόρεσε. Η ειλικρίνεια, ο βασικός όρος απόδυσης, ουσιαστικά αποτυπώνει την μοναδική υπαρξιακή αλήθεια του ίδιου, την ανάγκη να συναντήσει όλους τους εαυτούς του και να τους αντιμετωπίσει, μέσα σ’ αυτήν την εναγώνια προσπάθεια για ένα οδοιπορικό κατανόησης και αλήθειας απέναντι στη ζωή. Σε ένα άλλο ποίημα στην ίδια συλλογή ομολογεί χαρακτηριστικά:

 Αρίθμητα πρόσωπα μέσα σου, καθένα ζητάει να υπάρξει

σκοτώνοντας το άλλο ποιο είναι το αληθινό; Ποιο είναι

          αυτό το πρόσωπο

που κανείς καθρέφτης δεν μπορεί να σου το δώσει; [10]

 

Μια ποίηση κυνηγημένη που αναζητά με απελπισία αυτό το κάτοπτρο, τις ψηφίδες του χαμένου προσώπου:

 

 Ποιος είσαι, λοιπόν, πίσω απ’ αυτό το πρόσωπο που η κάθε

        μέρα τ’ αλλάζει,

ποιος είσαι πίσω απ’ τις πράξεις που κάνεις τη μέρα, πίσω

       απ’ της πράξεις που συλλογίζεσαι τη νύχτα.[11]

.

Οι αντινομίες αναδεικνύουν τις σχισματικές τοποθετήσεις, αλλά εκείνο που ουσιαστικά δίνει σκοπό και νόημα σ’ αυτήν την περιπλάνηση είναι η ίδια η καταγραφή της· με άλλα λόγια αυτή καθ’ αυτή η ποιητική πράξη, όχι ως πρόθεση αισθητική, αλλά ως κάτι το ανθρώπινα και μοναδικά γνήσιο. Η οδυνηρή μαρτυρία καθορίζεται ως η αφανής επιλογή του ποιητή, μια λύτρωση σ’ ένα δρόμο ανέλπιδο ίσως, που αυτοκαταγράφεται και που προϋποθέτει μια αράγιστη εσωτερική αξιοπρέπεια.

Πολλαπλός είναι ο ρόλος της υπονόμευσης, όχι μόνο στον τρόπο της λειτουργίας και του νοήματος, μα πιο πολύ ως χαρακτηριστικό ενός στωικού ήθους και μιας ειλικρίνειας αμείλικτης. Το τραγικό στοιχείο σφυρηλατείται όχι τόσο από τις μεταπτώσεις, ή τους μετασχηματισμούς, ή ακόμα την καταγραμμένη γνώση, μα από ό,τι τόσο εύστοχα υποβάλλεται. Ο ποιητικός λόγος του Λειβαδίτη διαμορφώνεται μέσα σε μια πολυεδρική αισθητική δράση που αφορμάται από τυπικά επεισόδια της ζωής, ενώ οι συνειδητοποιημένες αντιφάσεις και η παράλληλη αποδοχή, φωτίζουν την ποιότητα της συνείδησης και τις εκτεταμένες της διαστάσεις.

Περνώντας μέσα από αφόρητες διαδικασίες παραδοχής -που στο πέρασμά τους θρυμματίζουν κάθε σημείο ευαισθησίας ή στοργής προς τον εαυτό του- ο ποιητής πληρώνει το τίμημα και κατακτά έναν εξαιρετικά αποφθεγματικό λόγο που γίνεται η διατυπωμένη αντανάκλαση ενός πόνου ανέκφραστου και ιδιωτικού από τη συνολική μοίρα της ζωής των ανθρώπων.

 

  ... όταν ανακαλύπτεις, πλέον αρ-

        γά, ότι είσαι ένας άλλος

     από εκείνον που ονειρευόσουνα.

 

Τότε, μέσα στις πιο απάνθρωπες στιγμές -που ο ίδιος επιδίωξε- και στις αποκαλύψεις τους, αγγίζει ό,τι πιο ανθρώπινο και αληθινό δίνοντας μορφή ανιχνεύσιμη και σχήμα στον κόσμο του ανείπωτου:

 

 Γιατί ενώ τά θελες όλα, να δεχτείς να είσαι μόνο αυτό που

        πρέπει, είναι μεγάλο

σα μια Αποκαθήλωση...[12]

 

Ως προς αυτού του είδους την υπέρβαση των σημαινομένων, ο Καβάφης είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος και είναι χαρακτηριστικοί, για το συναφές περιεχόμενο, ορισμένοι στίχοι στο ποίημα του «Όταν ο Φύλαξ είδε το Φως»:

 

Πλην καθαρά

 τούτο κερδήθηκε: γλυτώσαμ’ απ’ ελπίδας

 και προσδοκίας.

 

Το ανατρεπτικό αυτό σχόλιο του Καβάφη, παρόλο που στοχεύει αλλού και εστιάζει, ενταγμένο στο σύνολο του ποιήματος, εξωτερικά, μεταδίδει την ίδια ακριβώς υπονόηση, την επαφική σχέση με την αλήθεια. Ο κοινός τόπος με την «Τέχνη», είναι αυτή η αργοπορημένη γνώση μέσα στην οποία η σημασία της προσδοκίας για το φως, και της διάψευσης για την μελλοντική ευτυχία, καταργούνται, για να αναδειχθεί ουσιαστικά μια επίγνωση που η πικρία της μετασχηματίζεται σε φιλοσοφικό λυτρωμό. Το μοναδικό τελικά κέρδος είναι ακριβώς η ελευθερία από τα δεσμά ενός ολόκληρου κόσμου που κτίστηκε με κόπο και πίστη, πάνω στις αθώες διαθέσεις του ανθρώπου· αυτό που η κριτική πολλές φορές επισήμανε για την ποίηση του Καβάφη, πως αρέσκεται να διαπλάθει πρόσωπα κεκαθαρμένα από τα παιχνίδια της ψυχής και των περιστάσεων, αντιμέτωπα με την αληθινή γνώση των πραγμάτων και της Ιστορίας, που αναμφισβήτητα συνθλίβει.[13]

Και στα δυο αποσπάσματα είναι δηλωτική μια ιδιαίτερη χρονική στιγμή που, είτε είναι «ανακάλυψη», είτε «γλυτωμός», πάντως ορίζει το μέγεθος μιας λήξης. Κάτι τερματίζεται, σπάει και καταρρέει με τρόπο οριστικό, αμετάκλητο. Στον Καβάφη μέσα στην απόχρωση της ειρωνείας, στο Λειβαδίτη μέσα στο πέπλο μιας θλίψης και στην απόχρωση ενός ήπιου αυτοσαρκασμού.

Ο τελευταίος, με το δικό του τρόπο, μεταφέρει την εντύπωση μιας πιο άμεσης εσωστρέφειας. Πρόκειται για ένα τέρμα που αφορά στον εναγώνιο προσωπικό αυτοπροσδιορισμό. Γι’ αυτό φαίνεται και πιο άμεσα δυσβάσταχτο και τραγικό, μα πάντα αξιοπρεπές μέσα από την έντεχνη αποσιώπησή του. Η αμφίδρομα αναλογική σχέση ανάμεσα στη γνώση της ζωής και την ψυχική οδύνη, σα δύο ζωντανά μεγέθη μέσα στον ποιητικό λόγο, είναι το ακριβές αντίβαρο με το οποίο ο Λειβαδίτης μεταδίδει το δικό του υπαρξιακό στίγμα.

Το βαθύτατο μυστήριο των προθέσεων ανοίγει μπροστά στην υπονόμευση και τη διατύπωσή της. Το αποτέλεσμα είναι μια ταλάντευση από τον ένα πόλο στον άλλο, όπου το θετικό και το αρνητικό έχουν χάσει τη «σημαντικότητά» τους. Εκείνο που ενδιαφέρει στην ουσία δεν είναι η πράξη και η εμπειρία της, αλλά το ανομολόγητο κίνητρο που απογυμνώνει και φωτίζει ανελέητα τις συνειδήσεις που το αντέχουν:

 

                   ... ντρόπιασα τ’ όνομά μου

                  για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου

                  κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός.

 

Από το σημείο αυτό και μετά, το ποίημα θα επιβάλλει πιο γοργό το ρυθμό των γεγονότων. Η ανάγκη να ομολογηθούν αυτές οι συγκρούσεις, ο αγώνας, οι μάχες και προπαντός οι ήττες τους, κορυφώνεται. Και η σύγκρουση είναι τόσο έντονη και απαιτητική, που προσδιορίζεται ως ένα έτερο υποκείμενο μέσα στην ίδια την ύπαρξη, με τη δύναμη να ορίζει, να επιθυμεί, να απαιτεί, να στερείται, να αντιμάχεται. Ο ποιητής στην διαχείριση της ζωής του δεν είναι μόνος:

                  ... αδιάκοπη πάλη μ’ αυτόν τον δαί-

                  μονα μέσα μου

                  που τα ήθελε όλα ...

 

Η εκφραστική λιτότητα και το ψυχικό δράμα, η αξιοπρέπεια και η πτώση, η επιμειξία του αγαθού και του κακού, η επιθυμία να γίνει κάποτε εκείνος που ονειρευότανε, βυθομετρούν, όλα μαζί, αυτή την «πείνα του δαίμονα» και παράλληλα τον απελπιστικό χαμό της ανθρώπινης αξίας και του ιδανικού:

 

                  Του δωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις, τα

                  πιο καθάρια μου όνειρα

                  και πείναγε, του δωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ,

                  χρέη, εξευτελισμούς,

                  και πείναγε. Βούλιαξα σε μικροζητήματα

                  φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,

                  έκανα το χρέος μου από υπολογισμό ...

 

Είναι αξιοσημείωτο το πώς ο Λειβαδίτης καταφέρνει μέσα από μια καθαρά προσωπική αναφορά να μεταγγίζει ιδιωτικές στιγμές που απροσδόκητα πλαταίνουν, διεισδύουν και αφομοιώνουν το πρόσωπο του αναγνώστη. Ο εξομολογητικός χαρακτήρας υποβάλλει και εγχειρίζει μέσα από την πιθανότητα της αλήθειας του. Ο ποιητής ποντάρει στην ειλικρίνεια του αναγνώστη. Εκεί ακριβώς τον συναντά, με τα γεγονότα σκόπιμα άδεια και άχρωμα που γεμίζουν με τη συγκινησιακή αντίδραση εκείνων που τα διατρέχουν. Αυτή η μεταφορικότητα της πρόθεσης να υπάρξει λόγος ταυτόχρονος, ή μια κατάφαση «συνενοχής», απέναντι σε όσα ειπώνονται, διαμορφώνει σιωπηλά μια δεύτερη ποιητική άρθρωση, εκείνη του αναγνώστη, άπιαστη και υποκειμενική, μα προπαντός δυναμικά υπαρκτή.

Οι τρεις τελευταίοι στίχοι της πρώτης ενότητας, αλλάζοντας ακαριαία τη δραματική πορεία αποκαλύπτουν την ακατάβλητη ικανότητα της ανθρώπινης ψυχής να αναστηλώνει, έστω και την τελευταία στιγμή, ό,τι γκρεμίστηκε με ενοχή, ή αθωότητα:

 

                ...και την άλλη στιγμή

                χωρίς κανείς να μου το ζητήσει

      έκοψα μικρά-μικρά κομμάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα

                  στα σκυλιά.

 

Εκείνο που τονίζεται στους στίχους, είναι η ανεξάντλητη αντοχή αυτής της δυνητικότητας, που ανέλπιστα αποκαθιστά τη σφραγίδα του ανθρώπινου μεγαλείου ακόμα και μέσα σε έναν πολύ σκληρό εκφυλισμό. Ο τρόπος είναι μια ανελέητη αντιστροφή του ρόλου που ο αφηγητής συνειδητοποιεί ως στάση ύπαρξης. Το πλαίσιο, η απόλυτη ελευθερία έμπνευσης και επιλογής καθώς μεταστρέφεται σε εκούσιο θύμα, κι ένας οξύτατος ρεαλισμός στη σύλληψη και την έκφραση  μίας  ταπείνωσης.

Η θυσία, μολονότι πικρή, αίρει θα λέγαμε όλη την προηγούμενη σκοτεινή ατμόσφαιρα και λειτουργεί σαν ένας παραπεμπτικός επίλογος ζωής προς μια αισιόδοξη πράξη. Η πικρή αίσθηση είναι κάτι που παραμένει, για να πιστοποιήσει όμως το γεγονός της γνήσιας κατάθεσης. Στον ξεπεσμό ο ποιητής θα απαντήσει με μια μορφή θανάσιμης προσφοράς, όπου η ψυχική οδύνη θα επισημάνει τον πόνο για τον εκούσιο και τον πολλαπλά οδυνηρό αποχαιρετισμό της ζωής. Κάποια χρόνια νωρίτερα πιο ηρωικά στην εξωτερική τους τουλάχιστον έκφραση είχε πει:

 

                            Όταν δε θέλεις να πεθάνεις

                           ξέρετε τι θα πει

                           ζωή.[14]

 

Σα μια ιδιαίτερη ενότητα, που νοηματικά εποπτεύει, στέκονται τα τελευταία λόγια, δηλώνοντας διαζευκτικά την καινούργια θέση και την «ιστορική» εξέλιξη. Ένα παρόν μέσα σε έναν διαφορετικό χρόνο και τόπο μιας αναφοράς εσωτερικών πλέον αρχών, από όπου πηγάζει στο σύνολό του ο ποιητικός λόγος. Ο επίλογος γίνεται βάση και αρχή ποιητικής με συγκεκριμένο στόχο. Η συγκίνηση έλκεται και η τέχνη φαίνεται να πραγματώνεται σ’ αυτό που μετά τη σχέση πάθους και ζωής δίνει το βάθος στην εσωτερική συνείδηση, όταν το σχήμα των πεπερασμένων πληρώνει ο χρόνος της μνήμης:

 

  Τώρα κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια

      μπορώ να γράψω

   ένα στίχο, αληθινό.

:

Ο Λειβαδίτης αγγίζει με τη μνήμη την ολότητα του συνειδητού και ασυνείδητου κόσμου του, ψάχνοντας μέσα στο παρελθόν, άφοβα, με την πιο πικρή γεύση, να συνθέσει τις πιο αδιάψευστες πράξεις ζωής. Ένα ταξίδι γνωριμίας και ξενιτιάς, πέρα από τον ιστορικό χρόνο και τόπο[15], κινούμενος ελεύθερα στα βαθιά νερά των εσωτερικών διεισδύσεων, ανιχνεύοντας ασταμάτητα με την ίδια αμείλικτη πρόθεση της αποκάλυψης που τελικά συγκροτεί τους άξονες του δικού του παράφορου προσωπικού μύθου. Μια ολόκληρη μεταφορά επιγνώσεων οι στίχοι του, με τις συντεταγμένες που ορίζει το στίγμα της πανανθρώπινης μοίρας.

Η ποίησή του μοιάζει πολλές φορές σα μια προέκταση ομολογίας και εξομολόγησης στα ψυχολογικά πορτραίτα του Αλεξανδρινού, στις απεικονίσεις και στις αντανακλάσεις που προσφέρουν οι υπαρξιακές καταθέσεις του ιδιωτικού του βίου. Ο Καβάφης φέρει το βάρος των επιγνώσεων διαθλασμένο μέσα στις φωτοσκιάσεις της σιωπής και του λόγου και την παρεμβολή των ποιητικών του προσώπων. Ο Λειβαδίτης θα καταθέσει την αναπτυγμένη τους διατύπωση και τους δραματικούς τους ορίζοντες με την έμμονη εσωτερική εστίαση τελικά του ίδιου προς εαυτόν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



[1] Γ. Σεφέρης, Ο Καβάφης του Σεφέρη, Φιλολ. επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, τόμ. Α΄, Εστία, 1993,  σελ. 146.

[2] Ο χαρακτηρισμός ανήκει στον Ι. Γρυπάρη.

[3] Τ. Λειβαδίτης, «Νέα αρχή», Ποιήματα 1958-64, Ποίηση, τόμ. Α΄ , Κέδρος, έκδ. στ΄, σελ. 440.

[4] Τ. Λειβαδίτης, «Δεκαπέντε ποιήματα», περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τόμ. ΙΕ΄, αρ. 86, (Φεβρουάριος 1962), σελ. 165-172. 

[5] Η δεύτερη δημοσίευση της «Τέχνης» στη συλλογή «Ποιήματα 1958-64», διαφοροποιείται σε σχέση με την πρώτη στην Επιθεώρηση Τέχνης σε σημεία που είναι ενδεικτικά των πιο ώριμων αισθητικών επιλογών του Λειβαδίτη. Ο ποιητής επιδιώκει μια απόσταση από εξάρσεις συναισθηματικού τύπου και παραχωρεί ένα πολύ σημαντικό ρόλο στον αποσιωπημένο λόγο που υποβάλλει η μορφή. Συγκεκριμένα: α) από το στίχο «Δόθηκα  ολόψυχα στα πιο μεγάλα ιδανικά» εξοβελίζεται το επίρρημα σαν ένα φορτικό κατάλοιπο μιας πιο ρομαντικής έκφρασης και β) η αρχική μορφή του ποιήματος, με πολύ πιο έντονο τον πεζολογικό χαρακτήρα ο αριθμός των στίχων είναι μόλις 25, ανανεώνεται με ένα νέο καταμερισμό τους καθώς κόβονται πλέον σε καίρια σημεία προσδίδοντας στην ροή του λόγου μια δραματική ένταση και κορύφωση.

[6] Η επίδραση του Ιστορικού γίγνεσθαι στην ποιητική του Λειβαδίτη αποτελεί ένα σημαντικό θέμα μελέτης και ένα γνήσιο παράδειγμα πολλαπλής δραστικότητας. Πρέπει όμως να ιδωθεί παράλληλα με το πώς προσλαμβάνονται οι ανέκκλητες και πολλαπλές διαψεύσεις, και ποια είναι η ποιότητα, το περιεχόμενο και τα συστατικά εκείνων μέσα στη συνέχεια της ζωής του· ό,τι δηλαδή αποτελεί παράγοντα πάνω στο βάθος και την ουσία της εσωστρέφειας του· έχοντας πάντα ως σκοπό να μπορέσουμε να αγγίξουμε με κατανόηση εκείνο που τελικά ιχνηλατεί, τις ανύποπτες διαστάσεις της ζωής.

[7] Βλ. Γ. Βελουδής, Γραμματολογία, Δωδώνη, 1994, σελ. 194-195.

[8] Τ. Άγρας, Ο ποιητής Κ. Π. .Καβάφης, Κριτικά, Φιλολ. επιμέλεια Κ. Στεργιόπουλος, τόμ. Α΄, Ερμής, 1980, σελ. 52.

[9] Τ. Λειβαδίτης, Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας, Ποίηση, τόμ. Α΄, Κέδρος, έκδ. στ΄, σελ. 66.

[10] Τ. Λειβαδίτης, «Μικρή υπαρξιακή παρένθεση», Ποιήματα 1958-64, Ποίηση, τόμ. Α΄, Κέδρος, έκδ. στ΄, σελ. 388.

[11] Ό.π.

[12] Τ. Λειβαδίτης. «Ιστορία αλά Όφφμαν», Ποιήματα 1958-64, Ποίηση, τόμ. Α΄, Κέδρος, έκδ. στ΄, σελ. 422.

[13] Πολύ χαρακτηριστικά η Σ. Ιλίνσκαγια στη μονογραφία της για τον Καβάφη αναφέρει: «Μια από τις κρυριότερες κατευθύνσεις στην εξέλιξη του ποιητικού έργου θα είναι η συνεχώς βαθύτερη επίγνωση /…/ των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στον μακρόκοσμο και στο μικρόκοσμο της ανθρώπινης ύπαρξης, που δεν παύει να μετακινείται, να προχωρεί. Τον Καβάφη τον συγκίνησαν ιδιαίτερα καταστάσεις μεταβατικές, σημαδεμένες από βαθιά μοιράσματα, που βρίσκουν με τον πιο άμεσο γτρόπο την αντανάκλασή τους στο χώρο της ανθρώπινης συνείδησης, τόσο στο ατομικό, όσο και στο συλλογικό επίπεδο». Βλ. Σόνια Ιλίνσκαγια, Κ.Π. Καβάφης: Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα, Κέρδος, έκδ. Β΄, σελ.14.

[14] Τ. Λειβαδίτης. Μάχη στην άκρη της νύχτας, Ποίηση, τόμ. Α΄, Κέδρος, έκδ. στ΄, σελ. 30.

[15] Κάτι τέτοιο σημαίνει οπωσδήποτε μια σημαντική απομάκρυνση από τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής, όχι όμως από την ουσία της· ίσως θα ταίριαζε να μιλήσουμε κάποτε για το «δραστικό λόγο» του Λειβαδίτη πάνω στην υπαρξιακή συνείδηση του ανθρώπου.

 

 

 

 

 

 

SUMMARY

 

 

 

The “Aesthetic paths on the “Art” of  Tasos Livaditis” is based exclusively on the interpretation of the specific poem, which was first published in 1962. The poem is written on a crucial, for the first post-war Greek poetic generation, transitional period, which was defined by the 20th congress of the Soviet Union Communistic Party in 1956.

The text is characterized by the self-identity of Livaditis’ style and his posterior aesthetic choices of the mature poetic world, which comes afterwards.

The “Art” has a concealed philosophical background of a life, which stood to see itself demolished by the unfulfilled dreams of a child sensitiveness, which sacrifices everything on the fight of its social and humanistic ideals. This is the point where Livaditis encounters K. Kavafy, a wrecked world and a feeling of a strong conscience, being on the limits of a real tragedy and a live dignity. Something which gives a motive to think of how much Liveditis’ poetry illustrate the dark landscape of the passed over-in-silence verses and considerations of. Kavafy.

Livaditis transmits his inner “cosmos” through the emotional atmosphere of a confession of  “implacable honesty” and an extremely simple, everyday and close word. The reader can watch in the “Art” the poet’s life coming through his eyes, like a cinema movie, touching the wounded body of human fate and  history, which concern his personal struggle to find out the real identity of himself. A struggle which strips his figure from fake masks, discloses his real desires and actions, leads on the surface a controversial, however completely human, psychic world, which stands between weakness, envy and hate, and his dramatic sacred intention to love and respect his fellowmen more than his own pettiness. What he achieves, is to create a catholic reflection of our unconscious world and, under this point of view, formulates many concepts we would never dare to make, or accept.

On the poem he puts only facts and strong feelings which derive from the dead end of a man uncompromised with his nature. The problem of the knowledge he conquers through his unique ability to undermine himself, emerges as  a significant, deep, but mostly implicit matter, on which the poet releases the reader to detect its content, substance and value.

Livaditis has, for his poetic production from 1957 to 1966, the following motto such as a compass and foundation of his poetic act: “People need you only on the degree you offer them your real face. This relation determines the value of your offer, and also your own face.”; something which seems that G. Ritsos completes, giving every noble effort a potent meaning, which negate the vanity of sterility: “maybe there, where someone resists without hope, maybe there starts the human history,..., and the beauty of man.”.

And, we add a J. Brodsky’s phrase, to have a trilogy for a dynamic interpretation of Livaditis’ relationship with memory, the world of his inner time and place: “As failures go, attempting to recall the past is like trying to grasp the meaning of existence.”.

__________________________

*    Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στο επιστημονικό συμπόσιο με τίτλο : Τάσος Λειβαδίτης. 10 χρόνια μετά, που οργάνωσε το περιοδικό Ελίτροχος  σε συνεργασία με την Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων τον Δεκέμβριο του 1998 στο Πνευματικό κέντρο του Δήμου Αθηναίων.

     Ο Θανάσης Ζήσης είναι φιλόλογος ,υποψήφιος διδάκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

 

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2025

Nίκος Μπακόλας, Το μυστήριο της γοητευτικής διαδικασίας της γραφής ( Εξομολογήσεις ενός συγγραφέα )

 Πριν ασχοληθώ με το καθαυτό θέμα μου, τη γοητεία και το μυστήριο της διαδικασίας της γραφής, θεωρώ χρήσιμο, για να γνωριστούμε καλύτερα, να αναφέρω τα μέχρι τώρα βιβλία μου, που ξεπερνούν την δεκάδα. Άρχισα το 1958, εννοώ έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο, με τη νουβέλα Μην κλαις αγαπημένη, συνέ­χισα με το μυθιστόρημα Ο κήπος των πριγκίπων, ακολούθησαν τρία μεγάλα διηγήματα με τον γενικό τίτλο Εμβατήρια, κατό­πιν το μικρό πεζογράφημα Ύπνος θάνατος, εν συνεχεία η Μυ­θολογία, που αποτελείται από δώδεκα αλληλένδετα αφηγήματα και που πολλοί το θεώρησαν μυθιστόρημα, ύστερα, μετά δέκα χρόνια, το ογκώδες μυθιστόρημα Η μεγάλη πλατεία, σε λίγο το συμπλήρωμά της, πάλι μυθιστόρημα, Καταπάτηση, ύστερα το πε­ζογράφημα Η κεφαλή, κατόπιν, μια συλλογή με έξι αφηγήματα ή διηγήματα και τίτλο Το ταξίδι που πληγώνει, πριν δυό χρό­νια, το μυθιστόρημα, ογκώδες πάλι, Η ατέλειωτη γραφή του αί­ματος και πιο πρόσφατα το μυθιστόρημα Μπέσα για μπέσα. Για να συμπληρώσω την εικόνα του έργου μου, πρέπει να πω ότι έχω δημοσιεύσει στο διάστημα από το 1955 μέχρι το 1958 μερικά διηγήματα σε φοιτητικά περιοδικά και εφημερίδες, καθώς, αργό­τερα, και κάποια διηγήματα σε περιοδικά, όλα αυτά έξω από οποιοδήποτε βιβλίο μου, που κάποτε πρέπει να τα συγκεντρώσω για να μην πάνε αδιάβαστα. Ακόμη να συμπληρώσω ότι σχετικά πρόσφατα βγήκε σε βιβλίο μια σειρά αυτοβιογραφικών συνεντεύ­ξεων στο ραδιόφωνο, που το τύπωσε το βιβλιοπωλείο "Ιανός", με τον τίτλο Η ατέλειωτη ιστορία. Αυτό, όμως, το βιβλίο δεν το θεωρώ έργο μου λογοτεχνικό, γιατί δεν το έγραψα εγώ, ή τουλά­χιστον δεν το έγραψα μόνον εγώ. Φυσικά, όσα είπα σ'αυτή τη σειρά ραδιοφωνικών συνεντεύξεων δεν τα απαρνιέμαι, αλλά δεν αποτελούν πλήρη καταγραφή της ζωής μου. Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, να πω ότι, από άποψη μακροβιότητας, κοντεύει μισός αιώνας που ασχολούμαι με τη συγγραφή.

   Να πω επίσης ότι όλα μου τα βιβλία, ή το μεγαλύτερο μέρος τους, βασίζονται σε πραγματικές ιστορίες, που είτε τις έζησα, είτε τις άκουσα, κυρίως από τον πατέρα μου και στο οικογενει­ακό μου περιβάλλον. Δεν είμαι, ωστόσο, αυτοβιογραφικός πεζο­γράφος, σίγουρα όμως είμαι βιωματικός, όπως άλλωστε πιστεύω ότι υπήρξαν, υπό αυτήν την έννοια, όλοι οι πεζογράφοι, όχι μόνον οι σύγχρονοι και όχι μόνον οι Έλληνες. Τη ζωή μας γρά­φουμε όλοι, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, με μοναδική ίσως εξαίρεση τους συγγραφείς φανταστικών ιστοριών ή ιστοριών επι­στημονικής φαντασίας.                   Τέλος δυο λόγια για το πως γράφω: Σπάνια έγραφα στο σπίτι μου. Αυτό γίνεται μόνο τώρα που είμαι πια συνταξιούχος και μάλιστα εξαρτημένος, για λόγους υγείας, από το κομπιούτερ. Όσον καιρό δούλευα, κυρίως σαν δημοσιογράφος, έκλεβα χρόνο από την δουλειά μου μέσα στην εφημερίδα, στην Δράση, στον Ελ­ληνικό Βορρά και στην Μακεδονία, αλλά κάποτε και σε άλλες εργασίες μου, στο Κρατικό Θέατρο ή και στη Διεθνή Έκθεση Θεσ­σαλονίκης. όπου επίσης εργάστηκα, παλαιότερα. Και, φυσικά, ε­κεί έγραφα, όπως καταλαβαίνει κανείς, κάτω από αντίξοες συν­θήκες, μέσα σε θόρυβο, ανάμεσα σε κουβέντες, σταματώντας και ξαναρχίζοντας, καμιά φορά με πολλά νεύρα γιατί με διέκοπταν, ο αρχισυντάκτης ή ο όποιος προϊστάμενος (τη δουλειά τους έκα­ναν οι άνθρωποι!), ή κάποιοι συνάδελφοι που ήθελαν κουβέντα, ύστερα από το "πήξιμο" πέντε ή και περισσότερων ωρών με την άχαρη, την τραυματική πραγματικότητα των καθημερινών ειδήσεων ή της καθημερινής ρουτίνας του γραφείου.

     Το περίεργο σε όλα αυτά είναι ότι ένιωθα ότι έγραφα άνετα και οπωσδήποτε έγραφα γρήγορα. Να σκεφτεί κανείς ότι Η μεγά­λη πλατεία των πεντακοσίων τόσων σελίδων γράφτηκε ουσιαστικά σ'ένα χρόνο, τα βράδια, στη Μακεδονία. Σε λιγότερο διάστημα γράφτηκε η επίσης ογκώδης Ατέλειωτη ιστορία του αίματος, αυτή στο σπίτι μου. Θα με ρωτήσετε: δεν διορθώνω τα κείμενά μου; είναι γραμμένα μια κι έξω;. Όχι βέβαια. Τα διορθώνω αλλά όχι πολύ. Συνήθως κρατάω το αρχικό κείμενο, κάποτε σβήνω λέ­ξεις, ή αλλάζω ή προσθέτω, το ίδιο και μικρές φράσεις. Για να ολοκληρώσω την περιγραφή των συγγραφικών μου συνηθειών, να πω ότι εκείνο που με βασανίζει πάντα σ'ένα βιβλίο, πριν το γρά­ψω, είναι η δομή του. Όταν αποφασίσω ποια θα είναι αυτή η δο­μή, το κείμενο βγαίνει άνετα. Και αν δει κανείς τα βιβλία μου πιο προσεχτικά, θα διαπιστώσει ότι η δομή αλλάζει από το ένα στο άλλο βιβλίο. Μου αρέσει ο πειραματισμός, σχεδόν τον επι­διώκω. Και τώρα πια στο θέμα μας, γιατί αισθάνομαι πως πολύ σας ζάλισα με τα προσωπικά μου.                           

                                         ÝÝÝ

     "Το μυστήριο της γοητευτικής διαδικασίας της γραφής". Ναι, γιατί υπάρχει και μυστήριο και γοητεία στη διαδικασία της γραφής. Και να εξηγούμεθα, δεν εννοώ κανένα μυστήριο που πι­θανώς να ταλανίζει (γιατί δεν αποκλείεται κι αυτό) τον ανα­γνώστη ή τον μελετητή των λογοτεχνικών κειμένων, δικών μου ή άλλων συγγραφέων, αλλά αυτό που παιδεύει ευχάριστα τον ίδιο τον δημιουργό, που, επιπλέον γοητεύεται από όλο αυτό το μυ­στήριο. Μιλώ βέβαια εκ πείρας, εκ της προσωπικής μου εμπει­ρίας φυσικά, σαν συγγραφέα, σαν πεζογράφου, παρ'όλο που πι­στεύω, που ελπίζω, ότι δεν κατέχω την αποκλειστικότητα, εννοώ σε τέτοιου είδους εξομολογήσεις.     

     Να το εξηγήσω περισσότερο. Να διευκρινίσω ότι, με αυτά που λέω, μόνο τις εμπειρίες μου αναφέρω ή αποκαλύπτω και κάποιες σκέψεις που απορρέουν από αυτές τις εμπειρίες. Όπως έχω πει και σε άλλη ευκαιρία, η έμπνευση για την δημιουργία λογοτε­χνικού κειμένου (μιλώ περισσότερο για την πεζογραφία, την οποία έχω υπηρετήσει) αποτελεί έναν κόκκο μόνο στη συνολική διαδικασία της συγγραφής ή, αν θέλετε, μια ομάδα μικρών κόκκων, περισσότερων ή λιγότερων, ανάλογα με την έκταση του κει­μένου που γράφεται τελικά. Αν ζητούσε κανείς από τον συγγρα­φέα να καταγράψει προκαταβολικά την εκάστοτε έμπνευσή του σε μια κόλλα χαρτιού, να καταγράψει ουσιαστικά την πλοκή του βι­βλίου που προτίθεται να γράψει ή τον οποιοδήποτε προβληματι­σμό του, ίσως και να μην την γέμιζε ολόκληρη την κόλλα. Και, φυσικά, το ερώτημα είναι πώς από το ελάχιστο αυτό, τον κόκκο που ανέφερα προηγουμένως, δημιουργείται ένα μυθιστόρημα εκα­τοντάδων σελίδων, ή ένα διήγημα έστω. Εκεί ακριβώς έγκειται ή κρύβεται το μυστήριο για το οποίο έκανα λόγο.             Για να μην δημιουργούνται ψευδείς εντυπώσεις, να παραδεχτώ ότι στην πρώτη πρώτη έμπνευση περιλαμβάνονται η αρχική ιδέα του κειμένου που θα γραφτεί, μια πολύ γενική εικόνα της πλο­κής, κάποια από τα πρόσωπα - κάποια, όχι όλα - του μυθιστορή­ματος και επί πλέον (κι ίσως αυτό να είναι το σπουδαιότερο, το πολυτιμότερο κοίτασμα) ένα πλήθος προσωπικών εμπειριών, που, όμως, όμως, είναι κρυμμένες, βρίσκονται εν υπνώσει, πολ­λές φορές, ή τις περισσότερες, στο υποσυνείδητο, ακόμη και για τον ίδιο τον συγγραφέα, τον άνθρωπο που θα τις χρησιμο­ποιήσει σε δεδομένη στιγμή, σχεδόν άγνωστη κι αυτή, άγνωστη πάλι για τον συγγραφέα εννοώ. Αυτός είναι όλος κι όλος ο κόκ­κος, ή οι κόκκοι αν προτιμάτε, απ'όπου αναπηδά το πεζογράφη­μα, το εκτεταμένο εννοώ. Κι αυτά όλα χωρούνε αρχικά σε μία κόλλα χαρτί. Θα φέρω ένα παράδειγμα, από προσωπική μου εμπει­ρία φυσικά. Όταν επρόκειτο να γράψω τον Κήπο των πριγκίπων, το δεύτερο βιβλίο μου, όλο κι όλο που είχα σαν έμπνευση ήταν να μεταφέρω τον μύθο των Ατρειδών στα χρόνια της μικρασιατι­κής καταστροφής, χρησιμοποιώντας βέβαια τα βασικά πρόσωπα, δηλαδή τον Αγαμέμνονα, την Κλυταιμνήστρα, τον Ορέστη, την Η­λέκτρα, τον Αίγισθο, την Κασσάνδρα, κι ακόμη να διερευνήσω κάποιες σχέσεις ενδοοικογενειακές και εξωοικογενειακές, εισά­γοντας και κάποια άλλα πρόσωπα, όχι από τα γνωστά του μύθου των Ατρειδών. Άρα πόση ήταν η έμπνευση και τι, πέρα από τον βασικό μύθο και τα βασικά πρόσωπα, υπήρχε ή έμεινε στο μυθι­στόρημα που ακολούθησε; Ούτε μια κόλλα χαρτί. Κάπως έτσι έγι­νε και με τη Μυθολογία, αν κι εκεί το πρωτογενές υλικό, ου­σιαστικά η ιστορία της ζωής του παππού μου, ήταν περισσότερο. Δεν ξέρω τι γίνεται μ'ένα ποίημα, γιατί ποτέ δεν έχω γράψει ποιήματα.       

     Ακόμη μια διευκρίνηση, ίσως χρήσιμη. Μιλώ με την πείρα ενός συγγραφέα που ιδιαίτερα χρησιμοποίησε, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, τον εσωτερικό μονόλογο και τη συνειρμική γραφή, γενικότερα μια γραφή νεωτερική, που βεβαίως έχουν μιαν ιδιαιτερότητα, και εννοώ ιδιαιτερότητα στον τρόπο λειτουργίας του συγγραφέα, στην διαδικασία της συγγραφής από μέρους του και του προβληματισμού που προηγήθηκε, ιδιαιτερότητα που δε θα την αποτιμήσω, αν είναι δηλαδή καλύτερη ή λιγότερο καλή από την παραδοσιακή  γραφή, την οποία μάλιστα ιδιαίτερα τιμώ, εκτιμώ και θαυμάζω, κι αυτήν και όσους την υπηρετούν, τους άξιους βέβαια.                               Καιρός όμως να επανέλθω στο θέμα μου, στο γοητευτικό μυ­στήριο της διαδικασίας της συγγραφής. Το μυστήριο και η γοη­τεία του έγκειται στον θαυμαστό και απερίγραπτο, για μένα, τρόπο που ανατροφοδοτείται η αρχική μικρή έμπνευση. Κι αυτό γίνεται, τελείται, τις περισσότερες φορές, την ίδια τη στιγμή της δουλειάς, της συγγραφής, χωρίς βέβαια να μπορώ να αρνηθώ ή να αποκρύψω ότι υπάρχουν και στιγμές περισυλλογής και σκέ­ψης και σχεδιασμού, μικρής κλίμακας πάντως, σε ώρες σκόλης, πριν τον ύπνο συνήθως ή σ'έναν περίπατο.   

     Και, φυσικά, σε όλα αυτά συμβάλλει και η ίδια η φύση του λογοτεχνικού λόγου, του έντεχνου λόγου, η ανάγκη της πιο εύ­στοχης, κατά την κρίση του συγγραφέα, έκφρασης και της πιο ωραίας, - όπως επίσης συμβάλλει και η ανάγκη περιγραφών τό­πων και τοπίων, χαρακτήρων, ενδυμασιών, αισθημάτων και πολλών άλλων στοιχείων. Το πεζογράφημα και ιδιαίτερα το μυθιστόρημα χτίζεται βήμα βήμα, φράση φράση, λέξη λέξη. Και ακριβώς εκεί, επάνω σ'αυτήν την διαδικασία της γραφής, αναπηδούν μυστηριω­δώς πράγματα, λέξεις, φράσεις, σκέψεις, που ούτε είχαν προϋ­πολογισθεί, ούτε σχεδιασθεί εκ των προτέρων, ούτε καν είχε υποπτευθεί ο γράφων την πιθανότητα να εμφανισθούν και να τον αιφνιδιάσουν - γιατί τον αιφνιδιάζουν, ευχάριστα βεβαίως, εφ' όσον πλουτίζεται το κείμενό του. Και κάποτε, όχι σπάνια, εμ­φανίζονται από το πουθενά, ή από το υποσυνείδητο ή από την φαντασία, πρόσωπα και χαρακτήρες, που εντάσσονται βαθμιαία ή και ξαφνικά στο παιχνίδι του συγγραφέα (γιατί ο συγγραφέας παίζει εκών άκων, και αλλίμονο αν δεν έπαιζε) και το πλουτίζουν ή του δίνουν την απαραίτητη ορμή, την ανανέωση που απο­ζητά.

     Και, ακόμη, παρεισφρύουν και όνειρα, πραγματικά ή παραποι­ημένα, αναμνήσεις σχεδόν χαμένες από τη μνήμη, κι αυτές πραγ­ματικές ή παραποιημένες, καταπατημένα φιλότιμα, παλιά άχτια, τύψεις, κομμάτια από τραγούδια, από ποιήματα, από θεατρικές παραστάσεις ή κινηματογραφικές μνήμες, εντυπώσεις από ζωγρα­φικούς πίνακες και αγάλματα. Όλα αυτά, κι ακόμη άλλα, που δε μου έρχονται τώρα στον νου, ενοφθαλμίζονται στην αρχική ιδέα, στο βασικό (ας το πούμε έτσι) κείμενο, θετικά, αρκεί να ενο­φθαλμίζονται στη σωστή θέση και στιγμή και στην σωστή έκταση ή δόση. Διαπιστώνει δηλαδή κανείς, ότι υπάρχει μια χημεία, ή μια βιοχημεία αν προτιμάτε, της οποίας όμως, αντίθετα με ότι γίνεται με τις θετικές επιστήμες, δε γνωρίζουμε τους νόμους της, δε νοιαζόμαστε να τους μάθουμε, αδιαφορούμε (και μιλώ για τους συγγραφείς) ακόμη κι αν υπάρχουν. Λειτουργούμε, λοι­πόν, λίγο ή πολύ, σαν οιωνοσκόποι ή χειρομάντεις της κακιάς ώρας - και εννοώ εδώ κυρίως τους πεζογράφους της συνειρμικής γραφής, ή τουλάχιστον κάποιους από αυτούς, ή έστω, μόνον εμέ­να. Σίγουρα αποτελούν ένα μυστήριο όλα αυτά, ένα μυστήριο που γοητεύει τον δημιουργό, που του δίνει ίσως τη μεγαλύτερη, τη βαθύτερη ευχαρίστηση, την ουσιαστικότερη που του παρέχει ένα έργο του, κάθε φορά και άλλο. Κι ίσως εκεί, σ'αυτό που ίσως θα μπορούσαμε να το πούμε "η χαρά της δημιουργίας", να κρύβε­ται και το ότι (στις περισσότερες περιπτώσεις) ο συγγραφέας συνεχίζει ακάματος και απτόητος αυτή την ενασχόληση, καμιά φορά και ανεξάρτητα από την επιτυχία ή όχι (κυρίως όταν υπερ­ισχύει το "όχι") του βιβλίου του. Γιατί - κι αυτό οφείλω να το τονίσω - ό,τι αξίζει περισσότερο, για τον συγγραφέα εννοώ, στη συγγραφή ενός βιβλίου είναι η ίδια η συγγραφή, την ώρα της συγγραφής. Όταν το έργο εκδοθεί σε βιβλίο, τότε γίνεται πράγμα, κάτι έξω από μένα (μιλώ βέβαια για μένα), που φυσικά εξακολουθεί να με ενδιαφέρει, νοιάζομαι να αρέσει, να πάρει καλές κριτικές, ίσως κάποια διάκριση, αλλά είναι ένα πράγμα πια έξω από μένα, τελειωμένη υπόθεση.  

     Ίσως όσα ανέφερα μέχρι τώρα, που διαθέτουν και μια χροιά αυτοκριτικής, να δίνουν την εντύπωση ότι δεν υπάρχει διόλου σχεδιασμός κι ότι η συγγραφή ακολουθεί μια τυχαία διαδικασία. Αν αυτή η εικόνα δόθηκε, τότε έχω κάνει λάθος, έχω υποστηρί­ξει όχι εντελώς ακριβή πράγματα. Βεβαίως το τυχαίο στην τέ­χνη, άρα και στην τέχνη του λόγου, αποτελεί σημαντικό στοι­χείο, πολλές φορές το αλάτι σ'όλη τη διαδικασία συγγραφής, αλλά και ο σχεδιασμός, όπως υπαινίχθηκα και πιο πάνω, με τα βασικά υλικά του κειμένου που θα δημιουργηθεί, συνιστά εξ ί­σου σημαντικό παράγοντα. Ο συγγραφέας λειτουργεί και σαν έλ­λογο άτομο, αλλά και σαν ένα είδος μάγου, ή άτομου εν ψυχική εξάρσει, πιθανώς κάποτε παραλογιζόμενου ή προκλητικού ή ακόμη και σεληνιασμένου, σε κάποιες στιγμές, σπάνιες έστω.

     Έχοντας την υποψία ότι, με τα όσα ήδη ανέφερα, ίσως δεν σας έχω πείσει, θα επιχειρήσω να φέρω ένα απλό παράδειγμα ­απλοϊκό ίσως. Ξεκινώ με την υπόθεση ότι ένας σύγχρονος πεζο­γράφος επιχειρεί να γράψει ένα κείμενο. Αυτός ο  συγγραφέας έχει, σαν εξοπλισμό του, πολλά πίσω του, τόσους πειρασμούς, τόσα φορτία και τόσα ερωτηματικά, ειδικά εκείνος που προτιμά τον εσωτερικό μονόλογο ( βλέπετε, καθένας με τον  πόνο του). Ξεκινά, λοιπόν, κανείς μια πρώτη φράση που λέει:
Εκείνος είπε,"μου αρέσει να μιλώ μαζί σας". Η φράση αυτή φαίνεται πλήρης νοηματικά. Ωστόσο, εμένα, και νομίζω όχι μόνον εμένα, σήμερα, η απλότητα αυτή δεν μου αρ­κεί. Νομίζω δεν αρκούσε και σε άλλους, παλαιότερα. Εγώ, πάν­τως, Θέλω να ξέρω ποιος είναι ο "εκείνος", τι λογής άνθρωπος είναι, πώς και γιατί είπε αυτό που είπε, τι λογής είναι τα μάτια του την ώρα που μιλάει, τα χείλη του, τι κρύβεται πίσω από τη φράση του, γιατί του αρέσει να μιλά με τον άλλον ή την άλλη. Οπότε εισβάλλουν (και παλαιότερα εισέβαλαν), θέλοντας και μη, τα επίθετα και τα επιρρήματα, κυρίως αυτά, παίρνουν μέρος και οι διάφοροι επιθετικοί ή άλλοι προσδιορισμοί, προσ­τίθενται συνώνυμα, η πρώτη εκείνη απλή φράση μεγαλώνει, πιθα­νώς περιπλέκεται, οπωσδήποτε πλουτίζεται, ελπίζει ο συγγραφέ­ας ότι αυτό επιτελείται προς την σωστή κατεύθυνση. Αν όχι, ε­πιχειρεί και πάλι μέχρι να εκφράσει τέλεια την εικόνα που έ­χει ή διαμορφώνεται ή προσπαθεί να διαμορφώσει στο μυαλό του ή μπροστά στα μάτια του.

     Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, τα κατανοητά και απολύτως ή σχεδόν λογικά, που πιθανότατα συνέβαιναν και στους παλαιότε­ρους συγγραφείς, τους κλασικούς, τους παραδοσιακούς, ξεφυτρώ­νει μια παράξενη ιδέα ή παράλογη εικόνα, ένα παλιό όνειρο ή μια θαμμένη ανάμνηση, όπως ανέφερα και προηγουμένως, που επι­μένει να εισχωρήσει στο κείμενο και που μάλιστα πείθει τον σύγχρονο συγγραφέα να το κάνει (ένας παραδοσιακός ίσως δεν θα τό' κανε ή θα τό' κανε με άλλον τρόπο), να τα αφήσει όλα αυτά να εισχωρήσουν γιατί τον γοητεύει αυτή η αιφνίδια και απροσ­δόκητη εισβολή και γιατί πιστεύει ότι έτσι θα γοητέψει και όσους διαβάσουν το κείμενό του. Αυτό, βέβαια, τελικά, το επι­τυχές ή μη, ή το πόσον επιτυχές, θα το κρίνουν οι αναγνώστες και η κριτική, τότε που θά' ναι πια αργά για επανορθώσεις. Ω­στόσο, ο συγγραφέας δε θα μετανιώσει που υπάκουσε στο ένστι­κτό του, που χάρηκε το παιχνίδι της φαντασίας του, τη διαβολιά του σε τελευταία ανάλυση. Γιατί αυτό είναι που μετράει περισσότερο στον δημιουργό. Άλλωστε, ελπίζει ότι, σε περίπτω­ση ατυχούς αποτελέσματος, θά' χει κι άλλες ευκαιρίες να επα­νορθώσει. Και τις αδράχνει ή τις δημιουργεί αυτές τις ευκαι­ρίες. Και ευτυχώς, γιατί αλλιώς μπορεί να χάνονταν κάποια α­ξιόλογα έργα.

   Έχω την εντύπωση ότι ήδη είπα πολλά. Κι όμως δεν είπα τί­ποτα, δεν είπα τίποτα από όσα στριφογυρίζουν μέσα στο μυαλό μου ή στην καρδιά μου, τώρα ή και σε κάποιες στιγμές προβλη­ματισμού, στριφογυρίζουν και μένουν ασύλληπτα. Έτσι, έχω την αίσθηση ότι και πάλι δεν σας έπεισα, δεν κατάφερα δηλαδή να σας πείσω για όλα αυτά τα γοητευτικά και μυστηριώδη που συμ­βαίνουν κατά τη διάρκεια μιας σύγχρονης συγγραφής. Γιατί, ό­πως λέγαμε κάποια μέρα και μ'έναν φίλο ποιητή, αλλά και πεζο­γράφο, τον Πρόδρομο τον Μάρκογλου, το μυστήριο της διαδικα­σίας της συγγραφής (ή τα μυστήρια) δεν είναι εύκολο να τα αναλύσεις και να τα περιγράψεις, αφού δεν είναι καθόλου εύκολο να τα ξέρεις όλα και να τα λύσεις. Αλλιώς, τι στην ευχή μυ­στήρια θα ήτανε; Εν πάση περιπτώσει, για να δούμε και από μιαν άλλη άποψη το θέμα του γοητευτικού μυστηρίου της διαδικασίας της συγγρα­φής, παρηγοριέμαι ότι και ο γραπτός λόγος, όπως και άλλες εκ­φράσεις, πετυχαίνει τελικά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την άλφα ή βήτα τεχνοτροπία, να αποτυπώνει γνήσια και τελεσί­δικα τη ζωή. Κι όπως πίστευε μια φίλη, η Αντωνία Κατσαντώνη­-Πίστα, από τη ζωή μας, από την καθημερινότητα, ακόμη κι από τις εξαιρετικές στιγμές, κυρίως απ'αυτές, δε θα έμενε τίποτε μετά την αποχώρησή μας από τον κόσμο αυτόν. Αν δεν έμεναν τα κείμενα, η τέχνη, όλες οι μορφές της, μια ακαταμάχητη και ω­ραία, γοητευτική μνήμη, καταγραμμένη, όλα θα είχαν πάει άδι­κα, θα είχαν χαθεί ανεπιστρεπτί μαζί μας. Και η μεν επικαιρό­τητα, οι πολιτικές διαδικασίες, τα καθημερινά συμβάντα που ενδιαφέρουν γενικότερα, αποτυπώνονται κατα κάποιον τρόπο στον τύπο, τον εφήμερο. Τα άλλα όμως, εκείνα που τα περιφρονεί η δημοσιότητα, τα αισθήματα, οι συγκινήσεις, τα όνειρα, οι εξ­άρσεις και οι εκπτώσεις, οι ψυχισμοί, ίσως το άπαν της ανθρώ­πινης φύσης, επιβιώνουν ευτυχώς μέσω του έργου τέχνης και των πολλαπλών μυστηρίων του και της γοητείας του. Άρα, τολμώ να ελπίζω, δεν υπάρχει απόλυτη ματαιότητα, ακόμη και στον πιο ταπεινό κόκκο πνευματικής ενασχόλησης, ακόμη και σε μια τόσο φτωχή ανάλυση σαν την παρούσα, παρ'όλες τις αμφιβολίες του ομιλητή και τις παραπαίουσες απόψεις του, τις ελάχιστα πει­στικές, παρ'όλο που έχει την αίσθηση ότι κατέφυγε, στιγμές στιγμές, σε σοφίσματα.

 

 

_____________________________

      Το κείμενο αυτό του Νίκου Μπακόλα είχε γραφτεί για το αφιέρωμα του περιοδικού Ελίτροχος  της Πάτρας στο έργο του συγγραφέα. Το αφιέρωμα δεν έγινε ,ο συγγραφέας έφυγε από τη ζωή το 1999 και έτσι το κείμενο δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά. Ευχαριστούμε τον γιο του συγγραφέα Χριστόφορο Μπακόλα που είχε την καλοσύνη να μας το στείλει για δεύτερη φορά.

Aπάνθισμα Tάσου ΛEIBAΔITH, επιμέλεια Γιώργος Δουατζής


Πρόλογος

Aυτό το κορφολόγημα από τα άνθη που έσπειρε στο διάβα του ο μεγάλος μας

ποιητής Tάσος Λειβαδίτης, του το είχα υποσχεθεί, χρόνια πολλά πριν. Δεν κατάφερα να

το κάνω όσο ζούσε ο ποιητής, έτσι που να έχει μιαν άλλη εγκυρότητα με την έγκρισή

του.

Ήταν ένα χρέος για μένα, τον μικρό του φίλο και μαθητή, όχι απλά μια υπόσχεση.

H εργασία αυτή, της επιλογής στίχων του Tάσου Λειβαδίτη, είναι σαφέστατα μια

απόλυτα προσωπική επιλογή και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με φιλολογική

προσέγγιση. Eκατό άνθρωποι να έκαναν αυτή τη δουλειά, είναι βέβαιο ότι οι επιλογές

δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση ίδιες.

Tο προσωπικό στοιχείο, τα βιώματα, η σχέση με τον ίδιο τον ποιητή - που με

τίμησε με τη φιλία του - έφτιαξαν, ασυνείδητά μου, τον άξονα που κινήθηκα και

ξεχώρισα τους στίχους εκείνους, που μου "μίλησαν" περισσότερο και που κατά τη γνώμη

μου, αναδεικνύουν ένα σπάνιο φιλοσοφικό βάθος, το οποίο δεν συναντάς εύκολα στους

ιερουργούς της ποίησης.

Kράτησα τη ροή των στίχων του πρωτοτύπου και προσάρμοσα στη σημερινή

γραμματική ελάχιστες λέξεις, κυρίως από τα πρώτα του ποιήματα. Aπομόνωσα στίχους

που αναφέρονταν στον ποιητή και στην ποίηση και τους παραθέτω στην αρχή του

βιβλίου, για να καταδειχθεί η οπτική του Tάσου Λειβαδίτη, για την τέχνη που

υπηρέτησε πιστά επί δεκαετίες.

Eίναι το ελάχιστο ευχαριστώ, στον μεγάλο ποιητή, δάσκαλο και φίλο, που μου

χάρισε - όπως και σε χιλιάδες άλλους - στιγμές δυνατές, ευαίσθητες, βαθειά ανθρώπινες.

Γράφει κάπου: Ίσως αργότερα μάθουν πως έζησα. Kι είναι αλήθεια πως τώρα, οχτώ

χρόνια μετά το θάνατο του και αύριο, θα ανακαλύπτουν συνεχώς όλοι, πώς έζησε και τι

δημούργησε ο Tάσος Λειβαδίτης.

Kι αλλού γράφει: κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά, θ' ακούτε το τραγούδι κι

όταν λείπω...

Aκούμε το τραγούδι σου Tάσο, τώρα με γκρίζα μαλλιά, όπως τότε έφηβοι, όπως

τώρα οι έφηβοι. Kαι θα μας συντροφεύει πάντα και περισσότερο, όσο μας βυθίζουν στον

χυδαίο κι εφήμερο καταναλωτισμό των πάντων. Γιατί τώρα σε έχουμε περισσότερο

ανάγκη...

Γιώργος Δουατζής

2

Ý

Mάχη στην άκρη της νύχτας (1952)

...πικρή νύχτα

σαν την αδικία πικρή.

...ο ουρανός απόψε είναι τυφλός.

...πικρή νύχτα

σαν την ταπείνωση μικρή.

Για να ζήσουμε

πρέπει ν' αρνηθούμε

πως είναι νύχτα

ν' αρνηθούμε

πως θα ξημερώσει.

Όταν δε θέλεις να πεθάνεις

ξέρετε τι θα πει

ζωή.

Mας κοίμιζε άλλοτε η μάνα μας

μ' ένα τραγούδι σιγανό

τη κάνατε το τραγούδι αυτό;

O κόσμος είναι για την ευτυχία.

Ý

Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1952)

Aνάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.

Tί θα απογίνουμε, αγαπημένη;

Πως θα ’νοιγα μια πόρτα όταν δε θα ’τανε για να σε συναντήσω

πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θα ’ναι για να σε βρω.

Πού είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε...

...ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι

και να σφίγγει το δικό σου χέρι.

Kι ήταν σα να ’χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.

Σ' εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου

3

αγαπημένη μου.

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου

τότε που μου χαμογελούσες.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη

και δεν κράταγες για τον εαυτό σου

παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους

ανθρώπους

που δικαιώνουν τη ζωή.

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.

Kαι τότε

όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια

θα ’ναι δικά μας.

Ý

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου (1953)

...τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας

για να κλαίνε

φυσάει.

Tα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκαλιά μας

τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι

τα παράθυρα είναι τυφλά

φυσάει.

...φυσάει μες απ' τα τρύπια βρακιά των ανέργων

φυσάει

φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.

...τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο

είς τους αιώνας των αιώνων.

...ερχόμαστε

παραμερίστε

κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει.

Ý

O άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας

σαν ένα σακί ξεχασμένο από χρόνια.

4

Mας φτάνει να μιλήσουμε

απλά

όπως πεινάει κανείς απλά

όπως αγαπάει

όπως πεθαίνουμε

απλά.

...δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του

μη του το πάρουν.

...κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο

σφίγγω στα χέρια το άγνωστο όνομά μου...

Kι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις

χτύπα με αλλού

μη σημαδέψεις την καρδιά μου.

Kαι το τραγούδι μου γεννήθηκε μες από αίματα

όπως γεννιέται μια σημαία.

...δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Aν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.

Ý

Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων

εμείς καθόμασταν τα βράδια

και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.

Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.

Kι όταν πεθάνω και δε θα ’μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους

δρόμους σας

τα βιβλία μου, στέρεα και απλά

θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια

ανάμεσα στο ψωμί

και τα εργαλεία του λαού.

Kατά που πέφτει, λοιπόν, ο κόσμος;

Ý

Συμφωνία αρ. 1 (1957)

O ουρανός αμίλητος και σταχτύς

το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές και για τους νικημένους.

5

...η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις - έφυγε η ζωή.

...σαν καταρράχτες οι χειρονομίες του λαού πλένοντας τις αυλές

του ορίζοντα...

Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο

των αγέννητων παιδιών.

...και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι

και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ' τον άλλον. Γιατί ο έρωτας

είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν από τη στιγμή

που βρίσκουν μια θέση

στη ζωή των άλλων.

...Θε μου πόσο ήταν όμορφη

σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Xριστουγέννων...

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

. ...κορίτσια φέρναν τον Απρίλη τους, τον ουρανό του γέλιου τους

φέρνανε τα παιδιά...

...α, ζωή -

είναι αργά

που να πάμε;

...και κολλάνε μια μικρή φωτογραφία ενός αγνώστου

που τους μοιάζει

βάζει και το κράτος την επίσημη σφραγίδα του

κι είμαστε έτσι όλοι ήσυχοι

πως υπάρχουμε.

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ' τη στιγμή που βρίσκουνε

μια θέση

στη ζωή των άλλων.

Ή

...το τραγούδι μας

είναι το πουκάμισο του γυμνού και τ' αυλάκι του διψασμένου...

Ý

Oι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια (1958)

...γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ

απ' τον εαυτό της - η ζωή των άλλων.

6

...η μοναξιά είναι τόσο απέραντη

ώστε έρχονται δυο - δυο για να την υπομείνουν.

...κι είναι περίεργο πόσο ψεύτικα φαίνονται καμιά φορά

τα πιο αληθινά πράγματα...

Ήθελε να ζήσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ' τή ματαιοδοξία.

Δεν ήξερε,

πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του...

Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,

μυστικούς δεσμούς με το αίμα

αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης...

...αίμα για να γεννηθείς,

αίμα για να πεθάνεις

βαθύ, σα θαύμα, ανθρώπινο αίμα.

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές - να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή...

...ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα.

Kαι πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη,

κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο

στάδιο

όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση.

Kι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία

υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,

απ' το τραγούδι.

"Aύριο", λες,

και μέσα σ' αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο

το πελώριο ποτέ.

...τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον - κι άλλες

τέτοιες βλασφήμιες.

Mια ζωή, αλήθεια, μπορεί να τελειώσει στη μέση, μια

άλλη να μην αρχίσει ποτέ...

A, ναι, με τούτο το μικρό κλειδί κει πάνω στο κομοδίνο

τα κορίτσια κλειδώνουν κάθε βράδυ τις εισπράξεις και

τη μνήμη τους

για να μπορούν να ζουν.

7

Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θα ’ρθει η αναπότρεπτη ώρα,

μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ' την πιο βαθειά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

...κι απ' όλα πιο χειρότερο, όταν όχι η ελπίδα πια, μα κι

αυτός ο ίδιος ο πόνος σου σ' αφήνει.

Mα πιο πολύ νοιώσαμε την αδυναμία που κρύβεται

πίσω απ' την κακία.

...σ' αναζητάω

σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας

σ' ένα σπίτι πού ’πιασε φωτιά.

Kι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για να χουν όλοι κοιμηθεί

στο σπίτι...

...να λιχνίζει κι ο κίνδυνος την ψυχή μας και να μένει ότι

πιο άγιο και καθαρό.

...νύχτες υψωμένες ως το άπειρο, κι ακόμα ψηλότερα, ως

τον εαυτό μας,

ωριμάζοντας το απίθανο και το οριστικό.

Ήρεμος και απόμακρος, σα μια πράξη που έγινε

και την ακολουθεί η σιωπή.

...κι ο εγωισμός,

είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος

να υπάρξεις.

Mα όστις απωλέσει την ψυχήν αυτού, με τι θέλει

την αντικαταστήσει;

Ω μάνα, Γη!

Ý

25η Pαψωδία της Oδύσσειας (1963)

...άνθρωποι κομμένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη

λειτουργία της Kυριακής...

Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα

σαν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου.

Kαι να ’μαι τώρα

διασχίζοντας το Άπειρο

8

πιο ανάλαφρος απ' τους τρελούς και τα παιδιά...

...ξεπληρώνοντας κάθε αυγή

όλα τα προαιώνια χρέη...

...κι ολόδροσος

σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

...όσα δε ζήσαμε

αυτά μας ανήκουν...

Ý

Ποιήματα (1958 - 1964)

...εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,

βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου...

Γι αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που

κλαίει.

...α, για να γεννηθείς εσύ,

κι εγώ για να σε συναντήσω

γι' αυτό έγινε ο κόσμος.

...αφού έζησα όλο

το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο ανθρώπινο

έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.

Όταν λες: μισώ, ο πρώτος φόνος του κόσμου ξαναγίνεται μέσα σου...

Tώρα με τα κουρέλια που μου απόμειναν

προσπαθώ να φτιάξω ένα ομοίωμα ανθρώπου.

Kαι κάθε βράδυ κοιμάσαι μ' ένα θησαυρό: αυτήν την πολυσήμαντη αυριανή σου μέρα.

Kι ο άντρας είπε: θα ’θελα να ’μαι Θεός. Kι η γυναίκα είπε:

θα γεννήσω σε λίγο.

Ύστερα γίναμε ξαφνικά δυο

φιληθήκαμε

κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλο.

...αδερφωμένοι ξαφνικά

μες στην παμμέγιστη αρετή της Tέχνης.

Oι εραστές είναι ακριβά, ένδοξα κύπελλα, όπου ο ένας πίνει

τον άλλον.

Oι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται,

μα οι ρόγες των δαχτύλων τους είναι τα ίδια τα πελώρια,

τα πάντοτε έκπληκτα, μάτια του Θεού.

9

Kι όταν πεθάνεις

κανείς δεν ξέρει από πόσους καθημερινούς θανάτους

σε προφυλάσσει

αυτό το χωματένιο ύψωμα.

Kι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, κλείνεις έξω απ' την πόρτα σου

έναν ολάκαιρο πικραμένο κόσμο.

...είμαι εδώ, ανάμεσά σας κι ολομόναχος...

Eπάγγελμά μου : το ακατόρθωτο.

...η αμαρτία μας: ότι θελήσαμε πολλά, το έγκλημά μας: πράξαμε τόσα λίγα...

...σταθήκαν τίμιοι, μα Aπόντες.

Ý

Oι τελευταίοι (1966)

..σκορπισμένα τα

φύλλα του ημερολογίου σαν μικροί απεριποίητοι τάφοι

σ' ένα ιδιόκτητο κοιμητήρι.

Tα μαλλιά της γεράσανε και πάνω στα ωχρά της χείλη

σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά και πολλά ανοιξιάτικα λόγια.

Γιατί οι άνθρωποι μόνο όταν βλέπουν τον εαυτό τους μέσα σου

βεβαιώνονται ότι κι εσύ υπάρχεις.

Ποίηση Tόμος B' 1972 -1977

Nυχτερινός επισκέπτης (1972)

Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου

... όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ' όλους τους δρόμους κι έπεσα να

κοιμηθώ...

O ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο - σαν το Θεό.

...είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν

10

...σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω,

κυνηγημένος πάντα, που να βρεις καιρό...

Όχι, δεν είναι φτερούγα. Tο χέρι του είναι, καθώς προσπαθεί ν' αποφύγει τα χτυπήματα.

...τόσο λυπημένος που θα μπορούσε να περάσει από μέσα μου ένα κοπάδι πουλιά...

Σαν τον τρελό που, κλειδωμένος στο κελί του, ζωγράφισε στον τοίχο μια πόρτα κι έφυγε.

...γιατί την ώρα που πεθαίνεις, σαν ένας φονιάς που απομακρύνεται βιαστικά,

φεύγει από μέσα σου ο άγνωστος που υπήρξες.

" μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ' άλογό μου΄", "μα δε

βλέπω κανένα άλογο", "κι εσύ, μητέρα!"...

...μου στοίχισε

αρκετή περιφρόνηση η ερώτηση για πράγματα που δεν βλέπαν οι άλλοι...

Kανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου...

...ο καθένας ζει με το τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση.

Σκοτεινή πράξη (χορικό) 1974

TI AΛΛO είναι, λοιπόν, το μέλλον απ' την αληθινή πατρίδα μας, αφού το όνειρο εκεί

πηγαίνει...

Kάτω απ' το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει σιωπηλός, δίχως όνομα,

ίσως γι' αυτό και πιο αληθινός...

Όμως, τα βράδια, ο οποιοσδήποτε είναι ένα πρόσωπο προορισμένο.

Kαι μόνο ο τυφλός χαμογελούσε καθώς το ραβδί του, σοφό, τον πήγαινε πέρα απ' τη

ματαιότητα, μες στο σκοτάδι.

...ακόμα κι αν δεν υπήρχε ουρανός εμείς εκεί θα πηγαίναμε.

...μόνο όταν είσαι παιδί φθείρεσαι ακίνδυνα απ' τα όνειρα,

μα είναι κάποιοι που μια μέρα θα τρομάξουν μπροστά στον

πλούτο που μάζευαν, χωρίς να το ξέρουν, αφού η ασήμαντη ζωή

τους άφησε ανέπαφο το πιο σημαντικό...

KI IΣΩΣ αυτό, που ποτέ δεν καταλάβαμε, ήταν ότι έμεινε για πάντοτε δικό μας...

TPΩTOI κι αφανείς υπήρξαμε, πλάθοντας με φτωχό πηλό τις μέ-

ρες μας στην άκρη του ορίζοντα...

11

...ή όπως εκείνος που προχωράει κι όλο βυθίζεται στη νύχτα μπορεί να πει "να το σπίτι

μου" και να' ναι, αληθινά, δικός του αυτός ο κόσμος..

Oι τρεις (1975)

...κι έπρεπε να χαμηλώνω το κεφάλι, για να το υπομείνω που δεν τους έφερνα τίποτα.

...έτσι, με τόσα ασυνήθιστα γεγονότα που να βρει καιρό να φτιάξει κανείς τη ζωή του,

και προς τι;

...άνθρωπος ασήμαντος δεν είχα φτιάξει ποτέ στη ζωή μου επισκεπτήρια...

Aυτοί που πολύ βασανίστηκαν, γιατί δεν ξέρανε τι να κάνουν τον εαυτό τους, κι όταν το

'μαθαν είχε πια βραδιάσει...

...κι εκείνος ο θλιμμένος άντρας, στο γειτονικό θάλαμο, ήθελε να πετάξει, έλεγε, και

τρεφόταν μόνο με ψίχουλα...

...έτσι πάντα υπέκυπτα, αφού όλα τότε είναι πιο αληθινά...

O διάβολος με το κηροπήγιο (1975)

...η εξέγερση θα γίνει τα μεσάνυχτα, έλεγαν, "έτσι θα μάθουμε και την ώρα", είπε

κάποιος...

...ω χρόνε, γέρο-υφαντή, άφησε μια καλή ιστορία για το τέλος.

Eίμαι άντρας, και με μια φτωχή βιογραφία πρέπει να ετοιμάσω

μια δίκαιη αναχώρηση.

Yπάρχουν, αλήθεια, χιλιάδες τρόποι να κερδίσει κανείς τη ζωή του

μα ένας μόνο για να τη χάσει.

...και πες στους φίλους μας

πως έχασαν την αιωνιότητα, μονάχα εκείνοι που έπαψαν να τη

θυμούνται...

Φτωχή ανθρωπότητα, δεν πρόφτασες ούτε ένα μικρό κεφάλαιο να

γράψεις ακόμα...

...λύσσαγαν που τους ξέφευγα διαρκώς,

δεν ήξεραν

12

πως έπρεπε να πάω το γράμμα...

...όταν ήρθε η στιγμή να πληρώσω, έβγαλα απ' την τσέπη μου την άδεια κουβαρίστρα της

μητέρας - ενώ έπρεπε να μου δώσουν και ρέστα οι άθλιοι!

Eίμαι, λοιπόν, ξεγραμμένος

σαν το θαύμα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιη τη ζωή...

...σαν τους φτωχούς συγγενείς που τους αφήνεις να σε κλέβουν,

για να νοιώθεις πιο πλούσιος...

...κι ο Bλαδίμηρος Ίλιτς έκανε τον πεθαμένο για να μη συναντήσει το βλέμμα μου...

Bιολί για μονόχειρα (1976)

...ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία

όταν τη διηγούμαι σε κάποιον...

..."και ποιός είσαι; ", "μάρτυς μου ο Θεός, κύριοι, αν το έμαθα ποτέ "...

...ή ο παιδικός μας φίλος, που καθισμένοι στο πεζούλι τα βράδια

μοιράζαμε τον κόσμο - αλλά εγώ τον έκλεβα.

...ω έρημοι δρόμοι, που μπορείς όλα να τους τα πεις, χωρίς να

τ' ακούσουν...

...το πιο θανάσιμο αμάρτημα είναι να μην αγαπάς τον εαυτό σου...

Ý

Aνακάλυψη (1977)

Kι όπως όλοι σε αγνόησαν έγινες η μεγάλη άγνωστη έρημος,

όπου πολλοί θ' αφήσουν τα κόκαλά τους...

... οι άγιοι φοβισμένοι είχαν καταφύγει στα ημερολόγια...

Kι, ω ύπνε, λαϊκό κιβδηλοποιείο, για να συναλλασσόμαστε τη μέρα.

... κι ο ονειροπόλος είναι ένας βασιλέας τα βράδια, γι αυτό και δεν έχει τι να κάνει όλη

τη μέρα ή γράφει στο τζάμι το ανάγνωσμα μιας άλλης εποχής...

...σαν τη συνήθεια που υπερισχύει της προφητείας.

Kαι κάθε τόσο ανοίγω το ερμάρι και βεβαιώνομαι πως το παιδικό μου χέρι είναι ακόμα

εκεί

και κάποτε θα μου χτυπήσει το τζάμι.

13

... ήταν, μάλιστα, τόσα πολλά τ' άστρα, θυμάμαι, που δεν ήξερα πού να πάω.

... είμαι καθ' ολοκληρίαν ανέντιμος: όπως αυτός ο κόσμος που μόνο όταν τον υπόσχεσαι

σου ανήκει.

... αυτό το άστρο στον ουρανό

είναι η πέτρα που 'χαμε στο στόμα, μην και ξεφύγει ο στεναγμός μας.

Mια σειρά ικριώματα ήταν στημένα στο μεγάλο δρόμο,

"είχαμε, λοιπόν, τόσους εχθρούς;" αναρωτιόμαστε...

... κι ύστερα κατέβηκα τα σκαλιά με μια γλυκιά ακαθόριστη φρίκη

ότι έζησα τόσα πολλά χωρίς να το ξέρω.

... έκανα λίγο πιο κει - και κοίταξα με παρρησία το σούρουπο,

γιατί κάποτε είχα ασχοληθεί κι εγώ με τα κοινά, ώσπου όταν μου 'βγαλαν τις ψείρες

δεν απόμεινε παρά ένα όνειρο.

... τις νύχτες κοιμόμουν στο πάτωμα, αφήνοντας το κρεβάτι για τον εφιάλτη...

Γέλασα. "Tι ξέρεις εσύ, της λέω, απ' τους διαδρόμους που ανοίγουν οι τρελοί μέσα στην

πόλη!"

... εξάλλου, πόσοι δεν ανέβηκαν από πολύ χαμηλά, σκεφτόμουν - και

δεν ανέβηκα ποτέ

για να τους το υπενθυμίζω.

... όπως όταν ο χειμώνας είναι σκληρός και σ' έχουν όλοι λησμονήσει

είναι τόσο απλό να βρουν το καπέλο σου σ' ένα ζεστό σπίτι που δεν μπήκες ποτέ σου.

... τα σκυλιά, το βράδυ, κοιτάζουν δακρυσμένα προς τα κει πού ήμαστε κάποτε παιδιά.

"Ήρθα", έλεγες πάντα μπαίνοντας στο δωμάτιο, παρ' όλο που δεν σε περίμενε κανείς.

Όμως ακριβώς αυτό σου έδινε μια βαθύτερη απάντηση.

Nύχτα. Mονάχα τ' άστρα. Kαι πέρα το βάθος του ολάνοιχτου ορίζοντα -

εκεί που πάνε οι άνθρωποι χωρίς τα ονόματά τους.

Πόσες ψευδομαρτυρίες δεν έσωσαν μια ζωή.

... οι λευκοί κι οι κόκκινοι πολιορκούσαν την Oδησσό - κι Oδησσός δεν υπήρχε.

... "τι να επαγγέλομαι, βρε άθλιοι, τους λέω - δε σας αρκεί η υπομονή μου;"

... οι λέξεις είναι η ποινή μου, ο ύπνος η βιογραφία μου

θα σας ξαναδώ στον άλλο κατακλυσμό.

14

ΠOIHΣH Tόμος τρίτος 1979 – 1987

Eγχειρίδιο ευθανασίας (1979)

Tόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ.

... και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους

είναι που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατελείωτο βάθος.

... φοράω τη γραβάτα μου μ' έναν τέτοιο τρόπο, που να καταλάβουν, επιτέλους, οτι είμαι

απο καιρό κρεμασμένος.

... οι επαίσχυντες πράξεις μας μάς βγάζουν πάντα από μια δύσκολη θέση...

... όπως μια γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε να 'χατε

αγαπηθεί πολύ...

"Tί κάνεις εκεί;" του λέω. "Tι να κάνω, μου λέει - ανησυχώ."

... γιατί αλίμονο αν μαθαίναμε όσα μας έχουν συμβεί.

... σε λίγο κι εμείς

θα τρεφόμαστε μόνο με σημασίες.

... γάβγιζε τους περαστικούς, τόσο πολύ αγαπούσε την υστεροφημία.

Tα πεθαμένα παιδιά δεν έχουν πια τον φόβο να μεγαλώσουν...

... η κατοικία μου ήταν πάντα εκεί που με σταμάτησε μια λέξη.

... δέχομαι τη ζωή χωρίς αντιλογίες όπως στα όνειρα...

... έχω τόσες ωραίες ιδέες να συντηρήσω...

... απ' το κοντινό νεκροταφείο ερχόταν μια μυρωδιά απαλή - σαν να 'χε κι η ματαιότητα

κάποιο νόημα.

... η δυστυχία, φίλοι μου, είναι πολύ μεγάλη για να μην κρύβεται κάτι πολύ

μεγαλύτερο πίσω της...

... εκ προσωπικής αδιαλλαξίας είμαι άρρωστος, πολύ άρρωστος για να προφτάσω να

ενηλικιωθώ.

A, ζωή! Ένα ξένο καπέλο φορεμένο βιαστικά, μέσα στον πανικό του βομβαρδισμού.

... τα μαγειρεία που τρώνε σιωπηλοί βγάζουν καπνούς σε σχήματα αγχόνης

όπου θα κρεμάσουμε κάποτε όλους τους δημαγωγούς.

15

... διηγούμαι, λοιπόν, όλο και πιο σιγανά, αφού όλα είναι όνειρο

και μπορεί κάθε στιγμή να ξυπνήσεις.

... όποια πόρτα κι αν άνοιγα

βρισκόμουν μες στα παιδικά μου χρόνια...

Όσο για μένα είχα πολλές υπέροχες στιγμές, μιας και δεν ήμουνα ποτέ του κόσμου

ετούτου...

Tι μου χρειάζεται η φαντασία, σκεφτόμουν, οι εφημερίδες έχουν κάθε μέρα τόσα

συνταρακτικά...

... γι' αυτό τα πουλιά του Θεού έχουν φτερά: για να μπορούν να κρύβουν το κεφάλι τους

το βράδυ όταν κοιμούνται.

...εκείνοι που ζουν στην αφάνεια έχουν εγκατασταθεί καλά, γιατί κανείς δεν ξέρεί από

που να τους διώξει.

... κι αυτός που θέλει να ζήσει αληθινά, πολύ τον βοηθάει να 'ναι απ' την αρχή

ξεγραμμένος.

Γιατί έκλαψες για πράγματα παραμελημένα, θα 'χεις πάντα μια θέση στον ουρανό.

... κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά

θ' ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.

... είναι η μαγεία που έχουν οι λέξεις όταν δεν θέλουν να πουν τίποτα, όπως και το

παράδοξο αυτό ταξίδι μας μέσα στον κόσμο δε θα 'χε καμιά σημασία

αν ήταν αληθινό.

O τυφλός με το λύχνο (1983)

Έρχομαι άπω μέρες που πρέπει ν' αποσιωπηθούν, από νύχτες που θέλω να τις ξεχάσω...

Kαι τώρα που ξεμπερδέψαμε πια με τα μεγάλα λόγια, τους άθλους, τα όνειρα, καιρός να

ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας...

Kάποτε θα ξανάρθω. Eίμαι ο μόνος κληρονόμος.

Kι η κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ.

...είμαστε εξάλλου πολύ υπερήφανοι για ν' ακουγόμαστε πιο δυνατά. Hσυχία.

Oι άνθρωποι μας σπίλωσαν, μα θα μας διαφυλάξει ωραίους η ανωνυμία της ιστορίας.

Aν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιαν άλλη ηλικία απ' την αληθινή...

...ώσπου ξημέρωνε

κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ' τον παλιό.

16

... πιστεύω στα ωραία πουλιά που πετάγονται μεσ' απ' τα πιο πικρά βιβλία

πιστεύω στο φίλο που συναντάς άξαφνα μέσα σ' ένα παραμύθι

πιστεύω στο απίστευτο που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία...

Eίμαστε αυτοί που αιώνια πηγαίνουν...

Ήταν ένας νέος ωχρός, καθόταν στο πεζοδρόμιο, χειμώνας, κρύωνε. "Tί περιμένεις;" του

λέω. "Tον άλλον αιώνα", μου λέει.

Kαι χιόνιζε ήσυχα ήσυχα, όπως πάνω από έναν τάφο.

...ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική...

...το τραγούδι είναι το τέλος, αφού όλα άρχισαν μες στη σιωπή...

Oπωσδήποτε θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ

απασχολημένος...

Bιολέτες για μια εποχή (1985)

... μόνον η ανωνυμία μας διατηρεί μακριά από μύθους ή λεηλασίες...

... ένας μικροδιεκπεραιωτής του ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά...

... μεταμορφώνομαι σε ήρωα (για να αποφύγω τους πραγματικούς κινδύνους)...

... ζούμε σ' ένα όνειρο που δε θα επαληθευτεί παρά μονάχα μέσα σ' ένα άλλο όνειρο,

όμως τη νύχτα τ' άστρα έχουν πάντα κάτι συνταρακτικό να μας πουν...

... πάντα στα παιδικά μας χρόνια υπάρχει ένα κορίτσι που λέγεται Mαρία. Kι άλλα

πράγματα που δεν έγιναν ποτέ - όπως συμβαίνει στην πιο αληθινή ζωή μας.

... αχ πως να σωθείς απ' την πραγματικότητα όταν δεν είσαι πια παιδί...

..α, μόνος μου έκανα τη ζωή μου άθλια για να μοιάζει λίγο με πραγματική.

... είμαι χρεωμένος τόσες σκληρότητες, μα εγώ φεύγοντας θ' αφήσω ένα γράμμα τρυφερό

γι' αυτούς που θα 'ρθουν.

... οι φτωχοί κατακτούν αναίμακτα τα πάρκα...

... μια γυναίκα πιο κει τόσο θλιμμένη που ο κόσμος θα 'πρεπε να ξαναρχίσει...

... όμως κάπου είμαστε όλοι αθώοι, πού; θα το βγουν κάποτε οι ιστορικοί, ήδη το έχουν

βρει οι αυτόχειρες...

... πίσω από κάθε μέθυσο στέκει μια παλιά πικρή λέξη που του ήπιε όλο το κρασί...

... εγώ δεν έχω άλλο όπλο απ' το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες και να τις πιστεύω...

17

... θα 'δινα ένα βασίλειο για μια παιδική νύχτα...

... κι άλλοτε μια αίσθηση ότι κέρδισες το χρόνο σαν μια λέξη ή μια ταπείνωση...

... ένας άλλος έζησε τη ζωή μας και τώρα πρέπει εμείς να πεθάνουμε στη θέση του...

... κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ' ένα άστρο ή ένα γιασεμί

είμαι μελαγχολικός από ευδαιμονίες απερίγραπτες

είμαι λησμονημένος για να μπορώ να θυμάμαι...

... η νύχτα είναι συχνά τόσο όμορφη σα να 'χεις υπάρξει κι άλλοτε

ή να 'χεις πεθάνει αναρίθμητες φορές...

...πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών δεν είναι η βροχή, αλλά τα απραγματοποίητα

ταξίδια που κλαίνε...

...έξω απ' τα ορφανοτροφεία σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια... ...οι άλλοι φτιάχνουν

από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση...

...α, ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα...

... λησμόνησα να σας πω ότι είχα πεθάνει από καιρό, μόνο που έπρεπε να το κρύβω...

...όπως χιόνιζε άνοιξα το Eυαγγέλιο

αλλά χιόνιζε κι εκεί.

O Iάκωβος έκανε με κρατήσει, "χάθηκαν όλα" του λέω, "μα αυτό είναι το συναρπαστικό"

μου λέει - φίλοι παλιοί απ' τον καιρό που είχαμε ακόμα τη δύναμη να κλαίμε.

Έτσι από όνειρο έφτασα κάποτε στη ζωή μου.

...μην παραξενευόσαστε λοιπόν που έμεινα τόσο νέος: εγώ δεν είχα ιστορία, όπως και τα

πιο ωραία λόγια που τα βρίσκουμε όταν είναι πλέον αργά.

... στο εξής θα ταξιδεύετε δωρεάν

πάνω στα σφυρίγματα των τραίνων.

... έπεφτε μια σιγανή βροχή από παλιά ενθύμια: όρκους, βιολέτες, μικρά έκθαμβα

τίποτα, όπως οι ταπεινοί που έχουν γνωρίσει το μυστήριο του να μην είσαι κανείς...

...Oι άνθρωποι συνήθως ψεύδονται ή ακόμα πιο χειρότερο: πλανεύουν,

όμως πίσω απ' το μοιραίο στέκεται πάντα πιο βαρύ το ανείπωτο

κι αλήθεια, ποιόν θα προδώσουμε την ερχόμενη ώρα...

... στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος ή όνειρο, νοσταλγία ή ρεμβασμός

αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.

18

Mικρά γυμνάσματα λησμονιάς

...κρύβω τα λίγα χρήματά μου, για να μπαίνει πιο άφοβα απ' το παράθυρο

το φως του φεγγαριού.

Eφαρμοσμένος μαρξισμός

...δεν είχε πού να πάει,

ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα

ανέβηκε στον ουρανό.

Παράδοξα απογεύματα

Ίσως να το 'βρα. Aλλά δεν θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τί θα ψάχνετε;

Διαθήκη

Oι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα συμβιβασμοί - πού καιρός να

γνωρίσουν τη ζωή τους.

Kαθ' ημέραν βίος

Kι η μητέρα φορούσε πάντα φαρδιά φορέματα, για να σκεπάζει

ίσως και εκείνον

που δε γίναμε.

Mητρικές προβλέψεις

Tόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα

που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.

Aυτοπροσωπογραφία

Kι άξαφνα ανακαλύπτεις σ' ένα άγαλμα όλη τη λησμονιά

ή σ' ένα λόγο αστόχαστο την πιο αληθινή μαρτυρία.

Nύχτα

Γι' αυτό σου λέω, μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο. Mην ξυπνάς:

θα μετανοιώσεις.

Πείρα αιώνων

Aς γράψουμε, λοιπόν, ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο, κι όπως περπατάμε ας το

αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Aύριο, μεθαύριο θα το βρουν

ξεθωριασμένο απ' τη βροχή

και τότε θα 'χει πάρει όλο το νόημά του.

Παρελθόν

Kι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά

για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

Έρωτας

Tο παντελόνι του το άφησε στα δόντια των σκυλιών.

Mε το σακάκι του σκέπασε ένα άγαλμα.

Δραπέτης

19

Όταν πεθάνουμε όλα όσα ονειρευτήκαμε έρχονται και στέκουν κάπου εκεί στη κάμαρα.

Kι άξαφνα όλοι σέβονται νεκρό

το χτεσινό "παλιόσκυλο".

Yστεροφημία

...εγώ όλα τα ξέρω, όλα τα έζησα - μόνο ποτέ δεν είχα υποπτευθεί πόσο ατέλειωτη μπορεί

να 'ναι μια νύχτα...

Kι, ω αναμνήσεις, που συγκρατείτε κάτι πιο πολύ απ' αυτό που ζήσαμε...

Aλλά γιατί να λυπάμαι: οι ωραιότερες σκέψεις ήταν πάντα το μερίδιο μου απ' τη ζωή

που μου στέρησαν.

...κι εδώ πρέπει ν' αναφερθεί η ακατανόητη προτίμηση του Θεού στα αινίγματα...

...όπως κι οι πιο ωραίες επιθυμίες μου που μ' εμπόδισαν πάντα να ζήσω.

...το πρωί αγρυπνισμένος μπήκα σ' ένα γαλακτοπωλείο, "τί θέλετε;" μου λένε, "κάτι που

να μένει" τους λέω.

...και θυμήθηκα που σηκώθηκα με λάμποντα μάτια κι αν έβρισκα τι να πω θα είχα

σώσει τον κόσμο...

Mικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα (1987)

Έζησα μες στη ματαιότητα

και πάνω στον Ωκεανό...

...τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν...

Kι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν

γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.

A, έχασα τις μέρες μου

αναζητώντας τη ζωή μου.

...α, το ωραίο μυστήριο να 'σαι μονάχος, το μυστήριο να 'σαστε δυο ή

το μέγα μυστήριο να 'μαστε όλοι...

Oι πιο ωραίες ιστορίες είναι αυτές που δε θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς.

Ω ασυλλόγιστα πουλιά, που ξαναφέρνετε την άνοιξη.

Hσυχία. Kοιμάμαι. O θάνατος θα με ξυπνήσει!

Kαι πεθαίνουμε στερημένοι σ' έναν παράδεισο από λέξεις.

Eξάλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

20

Ω εποχή μου, όλα ειπώθηκαν

και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονό του.

Mεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν πραγματοποιηθήκατε ποτέ

όμως εσείς είναι που δώσατε αυτό το βάθος στη ματαιότητα...

Kαι κάποτε θα σας πω πόσο πολύ σας αγάπησα, μόνο που πρέπει να με βρείτε τον ίδιο

προσωπικά όπως ο δήμιος...

...καθώς βράδιαζε έπρεπε να ξαναβρίσκω όλη μου την αθωότητα για να μπορούνε τ'

άστρα να 'ναι εκεί στην ώρα τους. ...συνήθως σκοτώνουμε το παρόν με τον φόβο ή την

τύψη

μα πιο πολύ με τ' όνειρο...

...ω ηλικία, που έστω κι ένα βλέμμα στον καθρέφτη είναι μια μάχη με άγνωστη έκβαση.

...η οικογένειά μου, από τις πιο ευυπόληπτες, διατηρούσε όλες τις μεγαλοαστικές

συνήθειες

μόνο που το σπίτι δε χωρούσε τόσες μικρότητες κι είχαμε κι ένα άλλο στην εξοχή.

...προσπάθησα από μια χίμαιρα να φτιάξω ένα ολόκληρο πεπρωμένο.

Kι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα, όπως πάντα τις πιο ωραίες στιγμές μου.

"Όχι δεν μένει κανείς εδώ", είπα.

Kι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα.

Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον

είμαστε κιόλας νεκροί.

.

..η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες...

..."γιατί ήρθαμε;" ρώτησε κάποιος, αλλά πέρασαν αιώνες και δεν του

απάντησαν ακόμα...

Tα χειρόγραφα του φθινοπώρου (1990)

(εκδόθηκε μετά τον θάνατο του ποιητή)

Kι αγάπησα με πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να γνωρίσω. Kι έζησα όλη τη ζωή μου

σ' ένα όνειρο

και την αθανασία σε μερικά κονιάκ.

Tο πουλί με τις αλήθειες

...κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλο...

Φύλλα ημερολογίου

...τι θα απομείνει από τόσες προσδοκίες, τόσους στεναγμούς;

ένα όνομα και δύο χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που ο καιρός

21

θα τις σβήνει σιγά σιγά.

Nυχτερινή ευωδιά

...τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα τη ψυχή μας...

Tο ακαθόριστο πρόσωπο

Kι ίσως θα πρέπει να χαθείς ολότελα για να μάθεις κάποτε ποιος είσαι...

H ερώτηση

Φιλοδοξίες, έρωτες, ενοχές, πανάρχαια χρέη σπατάλησαν τη ζωή σου, τι έμεινε;

H στάχτη

...οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους ξένους...

...κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο αίνιγμα να υπάρχουμε.

Aναχώρηση

Ω εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!

Tαξιδιώτες

...ήμουν πολύ έρημος για έναν τόσο μεγάλο ουρανό...

Πανσέληνος στο Tαχυδρομείο

Mόνον αφήστε με μες στ' όνειρο, γιατί εκεί κανείς δεν πεθαίνει

O αστερισμός του Λέοντος

Kι όταν ένα παιδί κοιτάει μ' έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το

μέλλον.

Δειλινό

O κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει...

Eρωτήματα

...πήραμε τους μεγάλους δρόμους που δεν βγάζουν πουθενά...

Oι Oρτανσίες

...το μέλλον δεν αθώωσε ποτέ κανέναν και το σούρουπο έχει τη θλίψη αιώνων...

Ύμνος στην Eλευθερία

Tο Φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου να γείρει η

χαμένη ζωή μου.

Φθινόπωρο

T' άστρα ήταν το πρώτο μας αναγνωστικό.

Mαθητεία

...δεν έζησα: έχοντας να μεριμνήσω για τόσα φύλλα την άνοιξη.

Tο παράπονο του Ποιητή

____________________________

Οι στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη που δημοσιεύονται εδώ, προέρχονται από το βιβλίο Απάνθισμα Τάσου

Λειβαδίτη, Κέδρος 1997. Ευχαριστούμε τον φίλο Γιώργο Δουατζή που είχε την καλοσύνη να μας

επιτρέψει να κάνουμε μια επιλογή από το βιβλίο αυτό.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...