Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Γιάννης Η. Παππάς: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

 



https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/9546-giannis-pappas-sinenteuksi

Δημοσιεύτηκε 03 Απριλίου 2018

Ο Γιάννης Η. Παππάς γεννήθηκε στην Άρτα (Χαλκιάδες) το 1962. Τελείωσε το γυμνάσιο στην Άρτα και το λύκειο στη Θεσσαλονίκη. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Για δύο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα ιταλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στα Πανεπιστήμια της Περούτζια και του Μπάρι της Ιταλίας. Από το 1990 εργάζεται ως καθηγητής φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Υπήρξε συνδιευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ελίτροχος της Πάτρας (1993-1999). Από το 2002 μέχρι το 2015 ήταν πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Πάτρας. Από το 2003 είναι εκδότης-διευθυντής του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού www.diapolitismos.net. Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων έχει εκπονήσει τη διδακτορική του διατριβή με θέμα τον συγγραφέα Αντρέα Φραγκιά. Έχει μεταφράσει Παβέζε, Ουνγκαρέτι, Μοντάλε, Πέννα. Οι Θαμπές ζωές είναι το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο μετά από δύο ποιητικές συλλογές.

Είσαστε πιο γνωστός ως ποιητής. Τώρα γράψατε το πρώτο σας βιβλίο με πεζά. Πώς προέκυψε αυτή η έκδοση του βιβλίου;

Το ποια μορφή θα πάρει η έκφραση πολλές φορές καθορίζεται από το τι θέλεις να πεις. Η ποίηση έχει μια πυκνότητα και μια λιτότητα που δεν την έχει η πεζογραφία. Ο πεζός λόγος έχει άλλη δομή και χρειάζεται άλλη τεχνική. Πολλές φορές οι ποιητές, επειδή θέλουν να πουν περισσότερα πράγματα, καταφεύγουν στο διήγημα, κυρίως, και παραπέρα στο μυθιστόρημα. Εγώ ήθελα, δεν ξέρω αν το πέτυχα, τη λιτότητα και την πυκνότητα της ποίησης να τη μεταφέρω και στα διηγήματα. Γι’ αυτό ίσως κανένα από αυτά δεν ξεπερνά τις 10 σελίδες. Μάλιστα, τα πιο πολλά εκτείνονται σε 2-3 σελίδες. Το ότι έγραψα διηγήματα δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπω την ποίηση. Όλα εξαρτώνται από το θέμα και την επιθυμία να εκφραστώ. Οι ιστορίες που περιέχονται στο βιβλίο με απασχολούσαν χρόνια. Κάποιες εικόνες ή κάποια θραύσματα εισχώρησαν σε κάποια μου ποιήματα. Ήθελα όμως να πω πιο πολλά απ’ όσα λέγονται με την ποίηση.

Από τα πρώτα πεζογραφήματα είναι φανερή η μυρωδιά του γενέθλιου τόπου. Ποια είναι η σημασία του για σας στη συγγραφική σας πορεία;

Ο γενέθλιος τόπος είναι καθοριστικός, γιατί είναι ο τόπος όπου κάποιος βλέπει το πρώτο φως, μυρίζει τις πρώτες μυρωδιές, γνωρίζει τους ανθρώπους, τα πουλιά, τα ποτάμια, τη φύση. Αφήνει βαθιές χαρακιές στη μνήμη, ακριβώς γιατί σου δίνει τα πρώτα εφόδια για να πορευτείς στον κόσμο. Εγώ πέρασα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στην επαρχία. Παιδικά χρόνια μέσα στη χούντα, εφηβικά στη μεταπολίτευση. Πολλά από τα διηγήματα του βιβλίου αναφέρονται σε πρόσωπα και καταστάσεις αυτού του γενέθλιου χώρου, χωρίς βέβαια οι ιστορίες που περιγράφονται να είναι αποκλειστικά δικές μου. Θα τις χαρακτήριζα βιωματικές, με την έννοια ότι πολλές από αυτές τις ιστορίες είτε τις έζησα είτε τις άκουσα είτε άλλες τις εμπνεύστηκα. Ο μεγάλος Θεσσαλονικιός πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου έλεγε για τον όρο «βιωματική λογοτεχνία»: «Λέγοντας βιωματική, εννοώ τη λογοτεχνία εκείνη που αντλείται από τα προσωπικά βιώματα του συγγραφέα [...]. Τα βιώματα πάλι δεν είναι μονάχα εκείνα που προέρχονται από την εμπειρία, αλλά και οι φαντασιώσεις και οι ισχυρές πνευματικές καταστάσεις που έχει ζήσει ο άνθρωπος [...]. Ανακουφίζομαι γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο. Είναι για μένα κάτι σαν ψυχολογική ανάγκη. Ωστόσο τα περισσότερα από αυτά που γράφω δεν είναι βιογραφικά και δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι, όπως μεταφέρονται στο χαρτί. Άλλωστε, στα πεζογραφήματά μου υποδύομαι και πολλά πρόσωπα που θα ήθελα να είμαι» (συνέντευξη του συγγραφέα στη Μ. Θερμού, εφ. Καθημερινή, 24.7.1977).

Οι ήρωες του βιβλίου είναι απλοί ανώνυμοι άνθρωποι που έχουν να πουν τις δικές τους σημαντικές ιστορίες. Ποιοι είναι οι λόγοι που η κοινωνία δεν καταγράφει και δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτές τις ιστορίες;

Οι απλοί ανώνυμοι άνθρωποι είναι αυτοί που δημιουργούν την ιστορία. Οι μικροϊστορίες, οι μικρές καθημερινές εικόνες δημιουργούν τη μεγάλη εικόνα της ζωής αλλά και της λογοτεχνίας. Η οποιαδήποτε μορφή τέχνης δεν πρέπει να αντανακλά την πραγματικότητα, αλλά να μπορεί να ερμηνεύει διάφορες πτυχές της. Πολλοί θεωρούν ότι επειδή αυτές τις ιστορίες τις βιώνουν απλοί καθημερινοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας δεν έχουν τόσο μεγάλη αξία όσο έχουν οι ιστορίες των επωνύμων. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι λάθος. Ο καθένας από μας έχει να διηγηθεί ωραίες και άσχημες ιστορίες. Η τέχνη πρέπει να εκφράζει με καλλιτεχνικό τρόπο τους απλούς αυτούς ανθρώπους. Να μπορεί, δηλαδή, ο καθένας να βρίσκει κομμάτια της δικής του ζωής μέσα στις διάφορες μορφές τέχνης και ιδιαίτερα στα διηγήματα και στα μυθιστορήματα.

Παιδικές μνήμες παιχνίδια που μας σημάδεψαν, φίλοι που δεν τους ξεχνάμε. Τι έχει αφήσει η μνήμη μετά το πέρασμα τόσων δεκαετιών;

Η μνήμη είναι ο βασικός τροφοδότης της λογοτεχνίας. Εάν δεν υπήρχε η μνήμη, δεν θα μπορούσε να ζήσει ο άνθρωπος και δεν θα μπορούσε να προχωρήσει ο πολιτισμός. Υπάρχει η ατομική μνήμη αλλά υπάρχει και η συλλογική. Κάθε συγγραφέας, πιστεύω, πρέπει να αναμετρηθεί και με τα δύο. Το μεγάλο πρόβλημα της γραφής είναι, κατά τη γνώμη μου, με ποιον τρόπο το ατομικό να γίνει συλλογικό και καθολικό. Δεν νομίζω ότι ενδιαφέρει κανέναν να διαβάσει ιστορίες που αφορούν μόνο τον συγγραφέα. Η αυτοαναφορικότητα είναι ένα φαινόμενο που ταλαιπωρεί τη λογοτεχνία και ειδικά την ποίηση. Οι αρχαίοι τραγικοί μπορούν και συνομιλούν ακόμη με το κοινό, αν και έχουν περάσει δυόμισι χιλιάδες χρόνια, γιατί κατάφεραν με την τέχνη τους να αναδείξουν πανανθρώπινες αξίες που ήταν και είναι ζωντανές στο διάβα της ανθρωπότητας. Πρέπει να σκύψουμε σε αυτούς τους τεράστιους τεχνίτες του λόγου και να αντλήσουμε υλικό, το οποίο προσαρμοσμένο στη σημερινή πραγματικότητα θα μας βοηθήσει να αναδείξουμε και μεις τα σημερινά προβλήματα που απασχολούν τους ανθρώπους και τις κοινωνίες.

Οι απλοί ανώνυμοι άνθρωποι είναι αυτοί που δημιουργούν την ιστορία. Οι μικροϊστορίες, οι μικρές καθημερινές εικόνες δημιουργούν τη μεγάλη εικόνα της ζωής αλλά και της λογοτεχνίας.

Οι δυσκολίες των ανθρώπων για την επιβίωση και η αβεβαιότητα για το μέλλον των παιδιών τους. Σήμερα έχει αλλάξει τίποτε από εκείνες τις καταστάσεις, που συνέβαιναν τότε;

Ο αγώνας των απλών ανθρώπων είναι κοινός σε όλες τις εποχές. Η καθημερινότητα απαιτεί απαντήσεις και δεν περιμένει. Απλά η κάθε εποχή έχει τις δικές της δυσκολίες και αγωνίες. Σήμερα, έχουμε λύσει σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, το πρόβλημα της τροφής και της επιβίωσης, αλλά παραμένει η αβεβαιότητα και η αγωνία για το αύριο. Ειδικά οι νέες γενιές, αντί να ζήσουνε καλύτερα φοβάμαι ότι θα ζήσουνε χειρότερα από τους προηγούμενους. Οι παλιότερες γενιές ζούσαν με την αγωνία της επιβίωσης. Αυτό που κοιτούσαν πριν απ’ όλα ήταν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα προς το ζην. Σήμερα, όπως έλεγε και ο μεγάλος Ιταλός διανοούμενος Πιερ Πάολο Παζολίνι, «βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια καταστροφική καταιγίδα της καταναλωτικής μανίας ενός χυδαίου και ανιστόρητου καπιταλιστικού συστήματος, μιας μανίας όμως που, δυστυχώς, τα ίδια τα άτομα την επιλέγουν, οι ίδιες οι μάζες την ακολουθούν εφευρίσκοντας χιλιάδες τρόπους δικαιολογητικής απόρριψης». Η κατανάλωση και η τεχνοκρατία μάς βρήκε απροετοίμαστους. Και όπως λέει και ο συγγραφέας Δημήτρης Χατζής, «η σημερινή καταναλωτική κοινωνία μας δεν ήρθε από δική μας προετοιμασία, από μια αστική πορεία και πρόοδο, από μια νομοτέλεια, μας ήρθε ξαφνικά και, βρίσκοντάς μας απροετοίμαστους, μας διέλυσε» Μας έχει λοιπόν υποδουλώσει και μας έχει απομακρύνει από τη φύση και τη λιτότητα του βίου, στον οποίο είχαν μαθητεύσει για αιώνες οι Έλληνες, λόγω και της λιτότητας του φυσικού ελλαδικού χώρου. Ήρθε λοιπόν η κατανάλωση και η απόλυτη επικράτηση της τεχνοκρατίας να μας κάνει να πιστέψουμε, αφελώς, ότι η καταναλωτική μανία θα καλύψει τις εσωτερικές μας ανάγκες και ότι δεν χρειάζεται η ανθρωπιστική παιδεία και η μόρφωση για να προοδεύσουμε. Αποκοπήκαμε έτσι από την παράδοση και τις ρίζες μας γεγονός που μας στέρησε τους ζωογόνους χυμούς που χρειάζεται οι άνθρωποι και οι κοινωνίες για να προχωρήσουν.

Οι Θαμπές ζωές είναι ιστορίες με ήρωες αδύναμους, μοναχικούς που αναμετριούνται με τον έρωτα και τον θάνατο. Πώς μπορεί ο συγγραφέας να φέρει στην επιφάνεια αυτές τις ιστορίες;

Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν δεν υπήρχε ο θάνατος, η ζωή θα ήταν αφόρητα πληκτική. Οι αντιθέσεις είναι αυτές που δίνουν νόημα στη ζωή. Η λογοτεχνία έλκεται από την ιδιαιτερότητα των χαρακτήρων και πιο πολύ έλκεται από το κακό. Οι μεγαλύτεροι λογοτεχνικοί ήρωες είναι προβληματικοί ή με φοβερές αντιφάσεις και αδυναμίες που αναμετρώνται με τους προσωπικούς τους δαίμονες, φανερώνοντας έτσι τις αδυναμίες και τα πάθη τους. Οι αδύναμοι, οι μοναχικοί, οι άνθρωποι με πάθη είναι αυτοί που τραβάνε το ενδιαφέρον της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας κουβαλάει τις ιστορίες, τις έχει μέσα του, και όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου αυτές βγαίνουν στην επιφάνεια και γίνονται διήγημα ή μυθιστόρημα. Πρέπει να χωνευτούν αρκετά οι ιστορίες, να καταλαγιάσουν στο υποσυνείδητο, έτσι ώστε κάποια στιγμή μόνες τους σαν το νερό που ξεπηδάει από την πηγή να έρθουν και να γεμίσουν το λευκό χαρτί. Το πώς γίνεται αυτό δεν μπόρεσε και ούτε, πιστεύω, θα μπορέσει κανένας να το αναλύσει με σαφήνεια.

Με συγκλόνισε η επίσκεψή σας σε ένα χωριό της Ουγγαρίας. Μπορείτε να αναφέρετε τι είναι αυτό που σας έκανε να καταγράψετε αυτή την επίσκεψη;

Πήγα το 2013 στη Βουδαπέστη για να μιλήσω στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης για τον μεγάλο Ηπειρώτη συγγραφέα Δημήτρη Χατζή. Εκεί γνώρισα πολλούς Έλληνες που είχαν φύγει από την Ελλάδα την περίοδο του Εμφυλίου. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων είναι, σε μεγάλο βαθμό, η τραγική ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ήθελα να καταγραφεί και λογοτεχνικά η μαρτυρία της Αρετής Σκεύη, μιας 16χρονης Ηπειρωτοπούλας, η οποία οδηγήθηκε στην αναγκαστική εξορία όπως και χιλιάδες Έλληνες αριστεροί αντάρτες την εποχή εκείνη. Η Αρετή, όπως και όλοι οι άλλοι πολιτικοί πρόσφυγες, είναι τα θύματα της ιστορίας, η οποία δεν συγκινείται από τις τραγικές ατομικές ιστορίες. Δοκίμασα, λοιπόν, έντονα συναισθήματα όταν γνώρισα από κοντά αυτούς τους ανθρώπους, τους οποίους για μια στιγμή τους άγγιξε το χέρι της ιστορίας και τους δημιούργησε βαθιές πληγές που θα κλείσουν όταν και οι ίδιοι κλείσουν τα μάτια τους για πάντα.

Μέσα από το χιούμορ και τον σαρκασμό βλέπουμε τον ελληνικό κόσμο των δεκαετιών του 1970, 1980 και 1990. Τι θα θέλατε να κρατήσετε από εκείνες τις περιόδους και τι να ξεχάσετε;

Η κάθε γενιά δημιουργεί τον δικό της μύθο. Η δική μου γενιά μεγάλωσε τη δεκαετία του ’70, και έζησε τα εφηβικά της χρόνια στη μεταπολίτευση. Μεγαλώσαμε με την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Οι σημερινές γενιές δημιουργούν τον δικό τους μύθο με τα έξυπνα κινητά, τα τάμπλετ και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Εμείς ζήσαμε στην επαρχία, κοντά στη φύση, και είναι λογικό αυτές οι εμπειρίες να μεταγράφονται και στη λογοτεχνία. Το χιούμορ και ο σαρκασμός είναι στοιχεία που, κατά τη γνώμη μου, κάνουν πιο ενδιαφέρουσα και πιο ευχάριστη την ανάγνωση ενός κειμένου. Από κείνη την περίοδο κρατάω την αθωότητα, την απλότητα, τη φτώχεια και την πίστη ότι θα μπορούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο.

Έχετε μεταφράσει ξένους ποιητές και έχετε επιμεληθεί το έργο τους. Σας έχει επηρεάσει κάποιος από αυτούς τους ποιητές στο έργο σας;

Ναι, έχω μεταφράσει αρκετούς Ιταλούς ποιητές, όπως τον Παβέζε, τον Μοντάλε, τον Ουνγκαρέτι, τον Πένα και άλλους. Θα έλεγα ότι η μετάφραση με βοήθησε και με βοηθάει να καταλάβω καλύτερα και σε βάθος τη γλώσσα μου. Ψάχνοντας να βρω την πιο ταιριαστή λέξη για να αποδώσω την ξένη, δοκιμάζομαι γλωσσικά και βασανίζομαι δημιουργικά. Θεωρώ τη μετάφραση πρωτότυπη ποίηση, γιατί ο μεταφραστής, αν, κατά την γνώμη μου, δεν είναι και ο ίδιος ποιητής, δεν θα μπορέσει να πετύχει την καλύτερη απόδοση του αλλόγλωσσου ποιήματος.

Το μεγάλο πρόβλημα της γραφής είναι, κατά τη γνώμη μου, με ποιον τρόπο το ατομικό να γίνει συλλογικό και καθολικό. Δεν νομίζω ότι ενδιαφέρει κανέναν να διαβάσει ιστορίες που αφορούν μόνο τον συγγραφέα. Η αυτοαναφορικότητα είναι ένα φαινόμενο που ταλαιπωρεί τη λογοτεχνία και ειδικά την ποίηση.

Παλαιότερα ήσασταν συνεκδότης του περιοδικού Ελίτροχος. Γιατί τα έντυπα περιοδικά μοιάζουν να φθίνουν και τα περισσότερα κλείνουν;

Όταν αλλάζει η εποχή θα πρέπει να προσαρμοστούν όλοι και όλα. Τα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά νομίζω ότι έχουν κλείσει τον κύκλο τους. Ο κόσμος μας ψηφιοποιείται. Οι νέοι συνηθίζουν να διαβάζουν στην οθόνη παρά στο χαρτί. Για κάποιο μεταβατικό διάστημα το οποίο δεν μπορώ να καθορίσω, το χαρτί θα συνυπάρχει με την οθόνη. Έχω όμως την αίσθηση ότι τελικά η αναμέτρηση θα γείρει προς τη μεριά της οθόνης, όσο κι αν αυτό με πονάει, γιατί κι εγώ είμαι παιδί της χάρτινης εποχής.

Τι θα προτείνατε στους νέους που γράφουν;

Να είναι πρώτα απ’ όλα καλοί αναγνώστες. Δεν νομίζω ότι κάποιος που δεν διαβάζει καθόλου μπορεί να γράψει καλά. Είναι λυπηρό και εξοργιστικό συνάμα να βλέπω νέους ποιητές και πεζογράφους να αγνοούν παλιότερους συγγραφείς. Δυστυχώς πολλοί νέοι συγγραφείς έχουν μια απαξιωτική και αλαζονική συμπεριφορά προς τους παλιότερους. Η τέχνη, όμως, πρέπει να έχει μια συνέχεια. Από την όσμωση του παλιού και του νέου θα προκύψει το καινούριο. Δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη. Αυτό θα πρέπει να το καταλάβουν κάποιοι νεότεροι, που έχουν «ψωνιστεί» με την ευκολία που υπάρχει σήμερα στο να διαδίδουν το έργο τους και να σκύψουν, με πραγματικό ενδιαφέρον, πάνω στην τέχνη τους. Σ' αυτό έχουν μεγάλη ευθύνη και ορισμένοι εκδότες οι οποίοι εκδίδουν σωρηδόν λογοτεχνικά έργα, κυρίως ποίηση, με μοναδικό κριτήριο την οικονομική συμβολή του νέου δημιουργού. Αυτό αλλοιώνει τα πράγματα και προκαλεί σύγχυση για το τι είναι λογοτεχνία. Δεν θα πρέπει λοιπόν το κριτήριο να είναι το οικονομικό στοιχείο αλλά, πρωτίστως, η ποιότητα του έργου.

Τι σας έχουν μάθει οι γονείς σας και εξακολουθείτε να το τηρείτε;

Ταπεινότητα, απλότητα, σεβασμός προς τους άλλους, αλληλεγγύη και ενδιαφέρον για τα κοινά.

 

Θαμπές ζωές
Γιάννης H. Παππάς
Καστανιώτης, Αθήνα 2008
200 σελ.

Αιμιλία Καραλή, Δημήτρης Χριστόπουλος «Έλα να παίξουμε!» μυθιστόρημα (εκδ. Το ροδακιό)



https://prin.gr/2024/06/ela-na-paixoume/

Το Έλα να παίξουμε! (εκδ. Το Ροδακιό) είναι το τέταρτο λογοτεχνικό έργο του Δημήτρη Χριστόπουλου. Έχουν προηγηθεί οι Δημόσιες ιστορίες (διηγήματα, Πηγή 2013), η Σπουδή στο κίτρινο (ιστορίες, Το Ροδακιό 2018), το Τζίντιλι(μυθιστόρημα, Το Ροδακιό 2020) το οποίο και τιμήθηκε με Ειδικό Κρατικό Θεματικό Βραβείο. Ο άτιτλος πρόλογος σε πρώτο πρόσωπο, ακολουθείται από δύο μέρη. Το πρώτο επιγράφεται «Σιωπή παντού» και το δεύτερο «Κι έναν-έναν τους νεκρούς ανασταίνεις». Ένα δίπολο καταστροφής και  (ανα)δημιουργίας που χαρακτηρίζει τη βαθιά σκοτεινή δομή της νεοελληνικής κοινωνίας.

Ο τίτλος αποτυπώνει φαινομενικά μια προτροπή χαράς. Τι άλλο άραγε θα μπορούσε να προσφέρει ένα παιχνίδι; Το όλο μυθιστόρημα όμως αποκαλύπτει άλλες διαστάσεις του «παιχνιδιού». Εξάλλου, η λέξη σχετίζεται ετυμολογικά με την παιδεία αλλά και με το παίδεμα, άλλοτε με τη σημασία του αναθρέμματος, άλλοτε με την έννοια του μαθήματος άλλοτε ως βάσανο και ταλαιπωρία. Αλλά και το θαυμαστικό που στιγματίζει τον τίτλο μπορεί να δηλώνει ποικίλα συναισθήματα: θαυμασμό, χαρά, ελπίδα, πόνο, φόβο. Όλες αυτές τις πλευρές -και ακόμα περισσότερες- ξετυλίγει ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του.

Σε τρία μέρη της Ελλάδας κινείται η ζωή του πρωταγωνιστή, του Στέργιου. Το πρώτο  είναι η Ελευσίνα, η γενέθλια πόλη,  εξαχρειωμένη πλέον, με τον σαλό της (τον σαλεμένο) Παναγιώτη Φαρμάκη -υπαρκτό πρόσωπο- να διασώζει την ιερή ιστορία της ψάχνοντας στα σκουπίδια αρχαία ευρήματα. Είναι ο τόπος όπου βασανίστηκε, με διαφορετικό τρόπο, από μάνα και πατέρα. Εκεί όμως συνάντησε και τον φωτισμένο και τρυφερό καθηγητή του, τον Φάνη, που πέθανε στα 35 του, και του κληροδότησε το ημιτελές μυθιστόρημά του, οδηγώντας τον να γράψει το «μυθιστόρημα της δικής του ζωής».

Το δεύτερο είναι η Θεσσαλονίκη, η πόλη των φοιτητικών του χρόνων. Πάντα ένιωθε ξένος σε αυτήν και του θύμιζε τον πατέρα του, «μια ζωή να κρύβει τις βρωμιές», «πότε με φωτιές, πότε με καραμούζες».

 Το τρίτο μέρος, όπου διαδραματίζεται και το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας είναι η Σίφνος, τόπος καταγωγής της μάνας του. Θα εργαστεί ως γιατρός χωρίς να ξέρει αν είναι «πηγή να ξεδιψάσει ή πάλι ο δρόμος για την κόλαση». Μένει στης γιαγιάς του της Μαργαρώς, που ακόμη ψάχνει το παιδί της, το Σπυριδωνάκι, που εξαφανίστηκε τα Χριστούγεννα του ’42.

Στη Γενεαλογία του Στέργιου καταγράφονται οι περιπέτειες της νεότερης Ελλάδας: Μικρασιατική καταστροφή, Αλβανικό μέτωπο, Κατοχή. Αυτές άλεσαν προπάππου, παππού και σημάδεψαν με τρόπο τραγικό και απροσδόκητο την ζωή της προγιαγιάς, της γιαγιάς και  της μάνας του και «πήραν» το Σπυριδωνάκι.

 Θαυμασμός, χαρά, ελπίδα, πόνος, φόβος. Όλες αυτές τις πλευρές ξετυλίγει ο συγγραφέας

Η πορεία για την ανακάλυψη του μυστηρίου της εξαφάνισής του σημαδεύεται από την ανάπλαση της ζωής ανθρώπων της Σίφνου. Των ανθρώπων που δίνουν πνοή στον τόπο με τα έργα των χεριών τους, τις ιστορίες και τα παραμύθια  τους διατυπωμένα στην ιδιωματική τους γλώσσα αλλά κι εκείνων που τον στραγγαλίζουν με τα εμπορευματικά τους σχέδια και τον στυγνό τους λόγο.

Ο λόγος της αφήγησης ακολουθεί τον ρυθμό και την ποιότητα των συναισθημάτων, των σκέψεων, των καταστάσεων που βιώνουν και εκφράζουν οι χαρακτήρες. Οι πολυάριθμες αφηγηματικές τεχνικές (πρόσωπα, σχήματα, σύνταξη, εικόνες) άλλοτε ακολουθούν τον αρμονικό ρυθμό των παραμυθιών και των δημοτικών τραγουδιών με το ρεαλιστικό και το φανταστικό να δημιουργούν μια ενιαία πραγματικότητα, άλλοτε τον λυγμό και την απόγνωση,  άλλοτε αποτυπώνουν τη βία, τον κυνισμό, την υποκρισία.

Το δυναμικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος είναι η ανάδειξη μέσω του λόγου μιας τραυματικής ανθρώπινης κατάστασης: εκείνης της σιωπής. Την «ακούμε», την «μυρίζουμε», την «αγγίζουμε», την «βλέπουμε», την «γευόμαστε». Δεν την αισθανόμαστε μόνο· την συναισθανόμαστε από την αρχή ως το τέλος του μυθιστορήματος: στα πρόσωπα και στις αντοχές τους, στους κλειστούς χώρους και στους υπαίθριους τόπους, στα όριά τους και στην υπέρβασή τους. Κι όταν τελικά αρθρώνεται, απελευθερώνει νεκρούς και ζωντανούς.

 Και αυτό κάνει και το σημαντικό αυτό βιβλίο του Δ. Χριστόπουλου


Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

Θανάσης Μαρκόπουλος XΡΗΣΤΟΣ ΜΠΡΑΒΟΣ Των λυπημένων

                                                         



Κι είδα τα σκέλια του βουνού· ανοιχτά και ταράζονταν. Έβγαινε με κεφάλι ματωμένο η μέρα. «΄Ολα γράφονται πάλι, όλα γράφονται πάλι» εψιθύρισα.

(Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985)

 

 

Πολλές φορές σκέφτηκα να περάσω από τη Δεσκάτη Γρεβενών, καθώς βρίσκεται κοντά στον τόπο της καταγωγής μου, τα Κρανίδια Σερβίων, αλλά κάπως απόμερα, έξω από τον οδικό άξονα Κοζάνης-Λάρισας. Τελικά τα κατάφερα τον Ιούλιο του 2003. ΄Ομορφη κωμόπολη, ανάμεσα στα άγρια βουνά των Καμβουνίων, με περιποιημένη πλατεία, πολιορκημένη από καταστήματα, και μια μεγάλη εκκλησία, όπου καταλήγει ένα  ευρύ δίκτυο από πεζόδρομους. Σύντομη περιδιάβαση στη μικρή πόλη κι επίσκεψη στην άλλη πλατεία, μπροστά από το Δημαρχείο, όπου και το μνημείο των ηρώων. Μνημείο στο οποίο αναγράφονται όλοι οι πεσόντες, χωρίς καμιά διάκριση φρονήματος. Εύλογα βέβαια, αφού όλοι οι νεκροί ήταν παιδιά της Δεσκάτης. Στο ηρώο λοιπόν αυτό ξαναδιάβασα, αν και με άλλη διαρρύθμιση στίχων, το ποίημα του Χρήστου Μπράβου «Οικογενειακό νεκροταφείο» (Ορεινό καταφύγιο):

 

Μην περπατήσεις

τούτα τα βουνά

 

η μάνα λέει

δεν κάνει να πατάμε

πεθαμένους.

 

Ένιωσα μεγάλη έκπληξη, γιατί τον Μπράβο τον ήξερα χρόνια και με συνέπαιρνε η γραφή του, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πως ήμασταν και συντοπίτες. Ήταν άλλωστε τόσο νέος, για να μπει σε ηρώο. Έκτοτε επανερχόταν στη μνήμη μου όλο και πιο επίμονα, διεκδικώντας, θαρρείς, κάτι που του ανήκε. Ποιος γνήσιος δημιουργός άλλωστε δε διεκδικεί μια γωνιά στο κεφάλι μας; Αν δεν το έκανε, θα είχε παραιτηθεί από την καλλιτεχνική του ευθύνη.

     Ο Χρήστος Μπράβος γεννήθηκε στη Δεσκάτη το 1948 και σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών, αλλά από το 1976 έζησε στην Αθήνα και εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών. Έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή, στις 20 Απριλίου 1987, δεύτερη μέρα του Πάσχα, στα 39 του μόλις χρόνια. Ας δούμε τι λέει ο ίδιος σε ένα ιδιόχειρο σημείωμά του, το οποίο επιγράφει χιουμοριστικά «Βιογραφικό σημείωμα (όχι για πρόσληψη σε δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση)» και υπογράφει με ημερομηνία 31 Μαρτίου 1982. Στο σημείωμα αυτό, που μου παραχώρησε η γυναίκα του η Ερμιόνη, φαίνεται ουσιαστικά ο κόσμος που τον σημάδεψε και αποτέλεσε το υλικό της ποίησής του: «Γεννήθηκα στη Δεσκάτη το 1948. Τις νύχτες του χειμώνα η γιαγιά μου μου ’λεγε δημοτικά τραγούδια – ακούω ακόμα τον ‘‘Πραματευτή’’· ο πατέρας μού διηγόταν ιστορίες απ’ τ’ αντάρτικο. Θυμάμαι εξόριστους να γυρίζουν – με τον Χ.[ρήστο] Ν.[άτσιουλα, παλιό αντάρτη] λύνουμε σταυρόλεξα τα καλοκαίρια. Ο καλύτερος, ίσως, φίλος μου δεν γνώρισε πατέρα – σκοτώθηκε στο Βίτσι το ’49. Τα καλοκαιριάτικα βράδια λέγαμε ιστορίες για φαντάσματα – μερικοί τολμηροί κατηφόριζαν ως το νεκροταφείο και γύριζαν με κρανία ή κόκαλα. Απ’ το 1976 ζω στην Αθήνα».

Ο Μπράβος ανήκει στη γενιά του 1970, αλλά κυκλοφορεί όψιμα την πρώτη του ποιητική συλλογή Ορεινό καταφύγιο, μόλις το 1983. Δυο χρόνια αργότερα εκδίδει μια δεύτερη, Με των αλόγων τα φαντάσματα, κι ένα μονόφυλλο το 1986 με το ποίημα «Σονέτο του σκοτεινού θανάτου», το οποίο γράφεται με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Λόρκα. Δημοσίευσε άρθρα, χρονογραφήματα και κείμενα κριτικής. Ανάμεσα στα τελευταία, πέντε όλα κι όλα, ενήμερα από βιβλιογραφική άποψη και οξυδερκή από αναγνωστική, ξεχωρίζουν τρία για τον λόγο ότι αναφέρονται στον Μίλτο Σαχτούρη, έναν ποιητή στον οποίο ο Μπράβος μαθήτεψε  ιδιαίτερα γόνιμα: «Η κριτική και ο Μίλτος Σαχτούρης. Ένας ‘‘περίπατος’’ απ’ αφορμή την Εισαγωγή στην ποιητική του Μίλτου Σαχτούρη του Γιάννη Δάλλα», περ. Ο Πολίτης 43 (Ιούνιος 1981) 70-73· «‘‘Η αποκριά’’ του Μίλτου Σαχτούρη: Ξόρκι ή όχημα της φρίκης;», περ. Γράμματα και Τέχνες 16 (Απρίλιος 1983) 24-25· «Μίλτου Σαχτούρη Εκτοπλάσματα, σελίδα 21», περ. Το Δέντρο 33-34 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1987) 21-23. Ύστερα από τον θάνατό του, το 1996, εκδίδεται η συλλογή Μετά τα μυθικά, με εικόνες του Χρόνη Μπότσογλου, πρόλογο του Μιχάλη Γκανά και επιμέλεια-επίμετρο του Μισέλ Φάις. Η συλλογή, στην οποία εμπεριέχεται και το μονόφυλλο του 1986,  μοιράζεται σε δύο ενότητες, «Ξύλινα τείχη» και «Μετά τα μυθικά», με πέντε και εφτά ποιήματα αντίστοιχα. Τα πρώτα, χρονολογημένα, γράφονται ανάμεσα στις 28-3-1982 και 23-6-1983 (ένα στις 9-4-1985), ενώ τα δεύτερα είναι αχρονολόγητα αλλά πάντως γραμμένα μετά τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του.

Το ποίημα του Χρήστου Μπράβου, ελευθερόστιχο κατά βάση και σύντομο, της μιας το πολύ σελίδας, σπάνια παίρνει τη φόρμα του πεζού, ενώ αξιοποιεί συνηθέστερα την έμμετρη της παράδοσης. Η πεζή μορφή εμφανίζεται μοναδική φορά στο ποίημα «Ανατολή» της δεύτερης συλλογής και πιθανότατα οφείλεται στον αφηγηματικό του χαρακτήρα, στον μύθο του μάγου. Συχνότερα απαντά το έμμετρο ποίημα. Έτσι δομούνται τέσσερα κείμενα της πρώτης συλλογής (Ορεινό καταφύγιο), δύο της δεύτερης (Με των αλόγων τα φαντάσματα) και πέντε της μεταθανάτιας έκδοσης (Μετά τα μυθικά), ενόλω έντεκα. Ο έμμετρος στίχος του Μπράβου είναι ρωμαλέος, δίχως παρατονισμούς και κακόηχες συνιζήσεις, με πρωτότυπες ομοιοκαταληξίες και μια ηχητική που συναρπάζει, στίχος της έντασης και του θανάτου. Ιδιότυπη είναι ενπροκειμένω η χρήση του δημοτικού δεκαπεντασύλλαβου. Συγκεκριμένα, στο ποίημα «Ανεπίδοτο» (Ορεινό καταφύγιο), το μόνο που ακολουθεί στο σύνολό του τους δημοτικούς τρόπους, ο πρώτος στίχος σε καθεμιά από τις τρεις τετράστιχες στροφές αντλείται ατόφιος από το δημοτικό τραγούδι, ενώ οι άλλοι τρεις ντύνονται απλώς το σχήμα του δεκαπεντασύλλαβου. Ωστόσο δεν πρόκειται για μίμηση τύπου Κρυστάλλη, γιατί ο Μπράβος εκφράζει μέσα από την παλιά φόρμα τη σύγχρονη ευαισθησία με καινοφανείς τρόπους. Συχνότερα ο ποιητής ενσπείρει το δεκαπεντασύλλαβο σχήμα εντός του ποιήματος είτε ολόκληρο σε έναν στίχο είτε μοιράζοντάς το σε δυο (8+7):

 

Κι είδα τα ρούχα μου στεγνά

τα χρόνια μου να στάζουν.

(«Η Σοφία», Ορεινό καταφύγιο)

 

Κι είν’ από μισοφέγγαρο τα πέταλα του αλόγου.

(«Στα ορεινά του ’50», Με των αλόγων τα φαντάσματα)

 

Η προτίμηση του Μπράβου στον έμμετρο λόγο φαίνεται να συναρτάται με την ισχυρή δημοτική παράδοση του τόπου του αλλά και με την αγάπη του για τον Λόρκα, έναν δημιουργό που πολύ λατρεύτηκε στην Ελλάδα τόσο για την άδικη εκτέλεσή του από τους φασίστες του Φράνκο όσο και για την ιθαγένεια του έργου του, ποιητικού και θεατρικού. Πέρα όμως από την όποια επίδραση στην έμμετρη ποιητική του, ενδιαφέρον παρουσιάζει η βαθύτερη συνάφεια, θεματική και ιδεολογική, που συνδέει τον ποιητή με το δημοτικό τραγούδι και τον Λόρκα κι ακόμα, με συγκαιρινούς του ποιητές, όπως ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Μάρκος Μέσκος κι ο Μιχάλης Γκανάς.

Είναι προφανές πως από τα είδη του δημοτικού τραγουδιού ο Μπράβος προτιμά την παραλογή. Στην παραλογή, ως γνωστόν, θεματοποιείται κατεξοχήν ο θάνατος και οι παράλογες συμφύρσεις επάνω και κάτω κόσμου. «Παραλογή» επιγράφεται ένα ποίημα του Μπράβου (Με των αλόγων τα φαντάσματα), Παραλογή η τέταρτη συλλογή του Γκανά (1993) και Παραλογαίς η δεύτερη συλλογή του Σαχτούρη (1948). Την επαφή όμως με τη δημοτική παράδοση πιστοποιούν και συγκεκριμένα μοτίβα, όπως το νανούρισμα και η στοιχειωμένη του γεφυριού («Νανούρισμα», «Σφραγίδα»,  Με των αλόγων τα φαντάσματα), το μοιρολόι («Η μηλιά») αλλά και οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που γεννήθηκαν, θαρρείς, για να θρηνούν τους πεθαμένους («Εμφύλιος λώρος», Ορεινό καταφύγιο).

     Η συνάφεια με τον Λόρκα, του Ματωμένου γάμου κυρίως,  έγκειται, σε έναν μεγάλο βαθμό, στα μοτίβα της νύφης και του γαμπρού. Δύο ποιήματα της μεταθανάτιας συλλογής τιτλοφορούνται «Η νύφη» και «Ο γάμος». Η νύφη άλλοτε παρασταίνεται νεκρή κι άλλοτε απειλείται από έναν αδιόρατο κίνδυνο. Στον γάμο πάλι ο γαμπρός, ντυμένος στα μαύρα, συνοδεύεται από δάκρυα ή πυροβολισμούς, ενώ την τελετή πλαισιώνουν άλογα και βιολιά. Η σχέση με τον μεγάλο Ισπανό κορυφώνεται στο «Σονέτο του σκοτεινού θανάτου», ένα έξοχο δεκατετράστιχο, στο οποίο ως πρωτογενές υλικό αξιοποιείται η ποιητική και η ανθρώπινη εμπειρία του Λόρκα:

 

Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό.

΄Οπως το φως, έχει εφτά πέπλα.

 

IV. οι ήχοι

 

Ανάκουστος κελαηδισμός – σαν κλάμα.

Η νύφη μοναχή

σαλεύει ο φράχτης φέγγουν κοντακιές

πιο κάτω πλένουν σκούτινα

δε βάφουν της Λαμπρής τ’ αυγά.

Στάχυ της νύφης η φωνή

κι αλεύρι ο θάνατος

εκεί που οπλίζει ο γαμπρός

ο τόπος λαμπαδιάζει.

Η Χειμερία νάρκη έπεται.

    (Ορεινό καταφύγιο)

 

Ο διάλογος με τον Σαχτούρη είναι πιο εκτεταμένος και διαφαίνεται σαφέστερα στην πρώτη και την τελευταία συλλογή. Ορισμένες κινήσεις των ηρώων του Μπράβου δεν μπορούν παρά να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της εξπρεσιονιστικής ματιάς του Σαχτούρη. Πρόκειται για ενέργειες που δείχνουν μια αποστασιοποίηση του ανθρώπου από το σώμα του, όπως του πατέρα, που καρφώνει το πτώμα του μέσα σε σανίδες και παραγγέλλει να τον φωνάξουν από το καφενείο, όταν βγει το φάρμακο («Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό. ΄Οπως το φως, έχει εφτά πέπλα. V. τα όνειρα», Ορεινό καταφύγιο). Ακόμα, βεβαιώνονται απίθανες συναρτήσεις προσώπων και πραγμάτων (κεφάλια-ρολόι, γυναίκες-τοπίο, «Εμφύλιος λώρος», Ορεινό καταφύγιο), περίεργες πτήσεις ανθρώπων («Συντέλεια», «Τα λόγια», Μετά τα μυθικά) και γενικότερα κλίμα παραλόγου («Εμφύλιος λώρος», Ορεινό καταφύγιο, «΄Ολη τη νύχτα εφύτρωναν τριαντάφυλλα», Μετά τα μυθικά). Αλλά κι ως προς τη φόρμα φαίνεται να παίζει τον ρόλο της η ποιητική του Σαχτούρη. Σ’ αυτήν οφείλονται μάλλον οι ολιγοσύλλαβοι στίχοι της πρώτης κυρίως συλλογής, με τις μικρές, ασύνδετα εκφερόμενες, προτάσεις.

Κοντά στον Σαχτούρη ρόλο σημαντικό διαδραματίζει κι ο Μέσκος, πράγμα που επισημαίνει στον πρόλογο της μεταθανάτιας έκδοσης ο Μιχάλης Γκανάς, ομότεχνος και φίλος του ποιητή. «Ο ιδιότυπος υπερρεαλισμός του Σαχτούρη, τον οποίο ο Χρήστος θαύμαζε και αγαπούσε», γράφει ο Γκανάς, «συνδυάζεται με απόηχους του δημοτικού τραγουδιού, με ρυθμούς και μοτίβα μιας χερσαίας και ορεσίβιας, θα ’λεγα, ποιητικής, που γενάρχης της θα μπορούσε να αποκληθεί ο σημαντικότατος Εδεσσαίος ποιητής Μάρκος Μέσκος. Ο Χρήστος ήξερε το έργο του, όπως κι εγώ. Εκεί βρήκαμε και οι δύο τη χαμένη υπερηφάνεια της μητρικής μας γλώσσας. ΄Ωστε μπορούν να γραφτούν και τέτοια ποιήματα, λέγαμε μεταξύ μας. Οι λέξεις που πρωτακούσαμε από το στόμα της μάνας μας ή του παππού μας μπορούν ν’ ακουστούν έτσι ατόφιες χωρίς κανενός είδους καλλωπισμό!». Μάλιστα η σχέση του Μπράβου με τον Γκανά είναι ενδιαφέρουσα και για τον λόγο ότι, πέρα από τις αμοιβαίες αφιερώσεις ποιημάτων, ο δεύτερος, όπως κι ο Γιάννης Δάλλας ενμέρει στην «Καισαριανή» του (Αποθέτης, 1993), κάνει θέμα του τον θάνατο του πρώτου σε τρία ποιήματα: «Των κεκοιμημένων» (Γυάλινα Γιάννενα), [«Πένα που ξύνει το χαρτί»] (Παραλογή, σ. 26-28), [«Ύπνος ιερός λιονταρίσιος»] (Ο ύπνος του καπνιστή, σ. 39).

Η ορεσίβια ποιητική των Μέσκου, Γκανά και Μπράβου συναρτάται ασφαλώς με το γεγονός ότι και οι τρεις εισάγουν τις εμφύλιες μνήμες στο ποίημα, καθώς και το γενέθλιο επαρχιακό τοπίο. Ωστόσο εκείνος που δίνεται κυριολεκτικά στον κόσμο της ιστορικής μνήμης είναι ο Μπράβος. Φαντάζει περίεργο το γεγονός ότι αυτός που δεν έζησε τον Εμφύλιο αφοσιώνεται τόσο απόλυτα στον κόσμο των ‘‘λυπημένων’’ («Δημήτριος απών», Με των αλόγων τα φαντάσματα). Η βαθιά εμπλοκή του τόπου του στο εμφύλιο δράμα και η μεγάλη αδικία που διαπράχτηκε από τους νικητές σε βάρος των αγωνιστών αλλά και οι αφηγήσεις των μεγαλυτέρων επέδρασαν, φαίνεται, αποφασιστικά στη διαμόρφωση του ψυχισμού και της συνείδησης του ποιητή. Η σχέση του αυτή με την ιστορική μνήμη προδιαγράφει, όπως είναι εύλογο, και τον χαρακτήρα της θεματολογίας του.

Η τρέχουσα πραγματικότητα καταρχήν μοιάζει να είναι απούσα από το ποιητικό σύμπαν του Χρήστου Μπράβου. Οι αναφορές σ’ αυτήν είναι περιορισμένες και βρίσκονται κατά βάση στο Ορεινό καταφύγιο: το περιβάλλον («Τροχήλατος ίππος», «Άστρα. Οικολογική αποκάλυψη του μικρού Ιωάννη»), η κατά Καρυωτάκη μίσθια δουλειά («Θάνατος μισθωτού»), η παθολογία της πατρίδας («Ερωτική μνήμη»). Κυρίως το παρόν αντιμετωπίζεται ως χώρος απουσίας των λυπημένων, όπου όσοι απομένουν δεν έχουν άλλο καθήκον παρά να γνοιάζονται εκείνους που έφυγαν για πάντα. Αν όμως η επικαιρική πραγματικότητα εμπνέει ελάχιστα τον Μπράβο, τον συναρπάζει ιδιαίτερα το παρελθόν, ένα παρελθόν που ανακαλείται μέσα από τις φωτογραφίες και τη μνήμη. 

Στις φωτογραφίες βέβαια δε διακρίνεται πάντα με σαφήνεια αν ο ποιητής βλέπει απλώς την εικόνα και τη μεταποιεί σε στίχους ή σκηνοθετεί ο ίδιος την εικόνα και την απαθανατίζει σαν φωτογραφία. Πως η επιφύλαξη είναι εύλογη βεβαιώνεται κι από τους στίχους: Φωτογραφίζεις από μνήμης / τους απόντες («Αναστάσιμο», Ορεινό καταφύγιο). ΄Οπως κι αν είναι, τα ποιήματα-φωτογραφίες διασώζουν στον χρόνο θλιβερές συνήθως στιγμές: μια νεκρή ντυμένη στ’ άσπρα,  την πεθαμένη θεία ως νύφη, τον ληστή, που, σε μια αντιστροφή των ρόλων, επισκέπτεται εκείνος τον φωτογράφο των Τρικάλων άγγελος με τα δόντια στο μαχαίρι («΄Οπου στα 1923 ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας, ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί», Με των αλόγων τα φαντάσματα).

Κυρίως όμως το παρελθόν ανακαλείται μέσω της μνήμης. Θα μπορούσαμε να πούμε εξαρχής πως όλα είναι θάνατος στην ποίηση του Μπράβου, θάνατος ωστόσο που ορίζεται από τις ιστορικές συντεταγμένες του τόπου και του χρόνου. «Δε θα ήταν περιοριστικό να ισχυριστεί κάποιος», συνοψίζει εύστοχα ο Μισέλ Φάις στο επίμετρο της μεταθανάτιας έκδοσης, «ότι το δεσπόζον ‘‘θέμα’’ στην ποίηση του Χρήστου Μπράβου είναι ο θάνατος. Σε όλο σχεδόν το έργο του συναντάμε μια μεγάλη κλίμακα απευκταίων συμβάντων. Κι αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Καθώς ο ‘‘περιγεγραμμένος χρόνος’’ και ο ‘‘γενέθλιος τόπος’’ του ποιητή είναι ο Εμφύλιος. Ακριβέστερα: ο απόηχός του. Καθώς η ζοφερή ιστορική περίοδος βιώνεται μέσα από αφηγήσεις»:

 

Γενέθλιος τόπος

 

Πατρίδα των απόντων.

 

Οι φράχτες

κι οι φωλιές των βράχων

κρατούν ακόμα βογγητά.

 

Ο χρόνος μετριέται

με Ψυχοσάββατα.

Περιγεγραμμένος χρόνος

 

Ενέδρα των βουνών.

Βρίσκεσαι κυκλωμένος

από παντού.

 

Μη δοκιμάσεις να ξεφύγεις.

 

Οι σκοτωμένοι κλείσαν

όλα τα περάσματα.

         (Ορεινό καταφύγιο)

 

    Πράγματι τόπος και χρόνος ανακαλούν στη μνήμη την πρόσφατη Ιστορία της Δεσκάτης. Το σκηνικό ορεινό, το χρώμα της νύχτας, χιόνια και λύκοι, αίμα και φόβος και να πέφτουν οι σφαίρες στην πίσω πλαγιά / του χρόνου («Εμφύλιος λώρος», Ορεινό καταφύγιο). Η Δεσκάτη λειτουργεί ουσιαστικά σαν μια μικρογραφία της Ελλάδας των εμφύλιων χρόνων και των μετεμφυλιακών διώξεων. Αν και δεν απουσιάζει ο ιδιωτικός θάνατος, το ποίημα εντούτοις στοιχειώνουν εκείνοι που έπαιξαν κορόνα γράμματα τη ζωή τους στη δεκαετία του ’40. Αυτοί είναι που επανέρχονται κάθε τόσο επάνω στα μαύρα τους άλογα, φορώντας το δίκοχο, έτσι που να μη μένει καμιά αμφιβολία για την ιστορική τους διάσταση και την ιδεολογική τους άποψη. Σ’ αυτούς ανήκουν και τα κομμένα κεφάλια στο σακί και στους φράχτες, στους παράνομους και τους λυπημένους, που δόθηκαν στον αγώνα για μια καλύτερη κοινωνία και είδαν τους ξένους και τους συνεργάτες τους να διαφεντεύουν το δικό τους αίμα. Απόντες πια στον θάνατο εκείνοι, κυνηγημένοι και αδικημένοι από τη ζωή, δίχως δικαίωση, και πίσω τους οι μαυροφόρες, μάνες και γυναίκες, να τους ξαναζωντανεύουν στα θλιβερά μνημόσυνα:

 

Του λυπημένου

 

                       Στη Γεωργία Παπαγεωργίου

 

Σε φράχτη θα το δείτε το κεφάλι μου.

 

Σε καθαρή πετσέτα να το βάλετε

και να το πάτε.

Στάχτη και πριονίδι μη σκορπίσετε –

πίνουν το αίμα όχι τη φωνή του.

 

Δέστε το μαύρο άλογο που τρέχει

δέστε τ’ άσπρα φτερά του που χτυπούν·

κι ανοίξτε στη γριά με τ’ άγρια

δάχτυλα να μπήξει στο σανίδι

το καρφί της.

         (Με των αλόγων τα φαντάσματα)

 

Η έκφραση του Μπράβου παρακολουθεί τη βαναυσότητα των ιστορικών στιγμών. Οι εικόνες του είναι άγριες, οι λέξεις από πέτρα, ο λυρισμός τραχύς. Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτήν είναι το «Σονέτο του σκοτεινού θανάτου», το σονέτο του Λόρκα:

 

Της νύχτας και του ανέμου Federico

Garcia Lorca, πέφτει  π έ ν τ ε  η ώρα.

Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα·

στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.

Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει

κει που η βροντή κλωσάει την αστραπή της.

Του φεγγαριού το πέταλο μαγνήτης

σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι

κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.

Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –

και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι

που σου ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;

Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει

και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.

(Μετά τα μυθικά)

 

Εικόνες σκληρές, νατουραλιστικές, της αιμάσσουσας Ισπανίας του ’36 και της θανής του Λόρκα. Η άγρια εκδοχή του θανάτου, όπως είναι φυσικό, οδηγεί σε μια αντίστοιχη εκφραστική, η οποία όμως, αξιοποιώντας εύστοχα την εικονοποιία, δικαιώνεται αισθητικά. «Η ιδιαιτερότητα της γραφής του Μπράβου», παρατηρεί ο Βαγγέλης Κάσσος, «συνίσταται στο ότι η μελαγχολία, που συνήθως χρησιμοποιεί σχήματα ανεικονικά, στα δικά του ποιήματα αναδεικνύεται μέσα από σχήματα κατεξοχήν εικονικά. Οι εικόνες από τη φύση τους καταργούν κάθε μελαγχολικό τόνο. Και όμως. Στην περίπτωση του Χρήστου Μπράβου κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Κι αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να προσεχθεί και να επαινεθεί ιδιαίτερα. Στο σονέτο, μάλιστα, που ο ποιητής αφιερώνει στο Λόρκα, η ιδιαιτερότητα αυτή γίνεται φανερή με τον πιο ανάγλυφο τρόπο» [περ. Νέες Τομές 8 (Ιανουάριος-Ιούνιος 1987) 74]. Κοντά στις εικόνες κυριαρχική είναι ακόμα η επιβολή των υγρών συμφώνων λ και ρ, του δεύτερου μάλιστα σε συνδυασμούς με άλλα, ώστε να επιτείνεται ο ήχος (ρκ, κρ, βρ, ρν, στρ, σπρ), αλλά και η πρωτότυπη ομοιοκαταληξία, καθώς τα ομοιοκαταληκτούντα μέρη δεν είναι της ίδιας τάξης και συνεπώς δεν είναι αναμενόμενα (Federico-λύκο, βγάλει-κεφάλι, αστραπή της-μαγνήτης, παντιέρας-αέρας, νύφη-γλείφει).

    Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του Μπράβου, η οποία αναδεικνύεται παραστατικότερα σε ένα ποίημα που καταρχήν με τον τίτλο του, «Νανούρισμα», έρχεται σε ισχυρή αντίθεση με το προηγούμενο:

 

Μες στου νεκρού το μάτι

κοιμούνται δέντρα και πουλιά.

 

Βγαίνουν με το φεγγάρι

τα παιδιά, λεν για τους ζωντανούς

μετρούν τα χρόνια·

φύλλα μασούν της λησμονιάς

και τραγουδάνε.

Τ’ ακούνε οι όμορφες, ξυπνούν

τ’ ακούνε οι κολασμένες, βγαίνουν κρυφά

στη μαύρη χλόη απάνω

τα κοιμούνται.

 

Μα οι μάνες που μαραίνονται

για τις χαρές δεν ξέρουν

του άλλου κόσμου.

(Με των αλόγων τα φαντάσματα)

 

Πέρα από τη χαρακτηριστική κι εδώ τεχνική –ρομαντικό σκηνικό (θάνατος, φεγγάρι, τραγούδι, έρωτας), εικονοποιία, προτάσεις μικρές, ρυθμός γοργός, τόνοι δημοτικοί, σχήματα λόγου (υπερβατό, ασύνδετο, αντίθεση, χιαστό, επαναφορά), συντακτικές ανατροπές (πρόταξη εμπροθέτων, αντικειμένου, ρήματος, επίταξη υποκειμένου)–, η τιτλοφόρηση παραπέμπει άμεσα στον γνωστό θεματικό κύκλο του δημοτικού τραγουδιού και γενικότερα σ’ αυτήν την τόσο  τρυφερή στιγμή του ανθρώπου. Κι ωστόσο ακόμα κι αυτή η στιγμή διαδραματίζεται πέρα από τη ζωή, στην επικράτεια του θανάτου. Θα μπορούσε ίσως κανείς να προσλάβει το ποίημα σαν μια δέσμη φωτός στη νύχτα στον βαθμό που αποκαλύπτει στις χαροκαμένες μάνες πόσο όμορφα ζουν τα παιδιά τους στον άλλο κόσμο. Κι έτσι να είναι όμως, δεν αναιρείται η κεντρική άποψη αυτής της ποίησης. Από όποια μεριά κι αν σηκώνει τη ζωή ο Μπράβος βρίσκει από κάτω τον θάνατο. Ο θάνατος είναι η μοίρα του. Τον βρήκε άλλωστε τόσο νωρίς.

 

(Ματιές ενόλω ΙΙ, Μελάνι, Αθήνα 2017, σ. 155-166)

Παντελής Μπουκάλας, ΤΡΕΙΣ ΕΠΙ ΤΡΙΑ. Εννιά ποιήματα για τον Χαλεπά, τον Θεόφιλο, και τον Παπαδιαμάντη

 





ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...