Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Δημήτρης Χατζής, Ο Σιούλας ο ταμπάκος

 



Απο τη Συλλογη Το τέλος της μικρής μας πόλης (1963). Σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας υπήρχαν ως τα τελευταία χρόνια συντεχνίες, δηλαδή κλειστές επαγγελματικές ομάδες, που λέγονταν εσνάφια ή ισνάφια ή σινάφια· τέτοιες ήταν: των χαλκωματάδων, ασημουργών, γουναράδων, βυρσοδεψών (ταμπάκηδων ή ταμπάκων) κ.ά. Πολλές απ' αυτές τις συντεχνίες έχουν τις ρίζες τους στην οικονομική οργάνωση των βυζαντινών χρόνων. Η εποχή μας εξαφάνισε τις περισσότερες. Στο μαρασμό της συντεχνίας των ταμπάκων στα Γιάννενα αναφέρεται και το διήγημά μας.

Γαλαζοπράσινη και βαθιά, δίπλα στη μικρή πόλη, απλώνεται η λίμνη. Μέσα στα νερά της καθρεφτίζει τα ψηλά του τα τείχια το παλιό μεσαιωνικό και —θέλουν να λεν— ακόμα παλιότερα κάστρο της.

Πίσω απ' την ανατολική πλευρά του κάστρου, στην άκρη άκρη της λίμνης, πάνω στην όχτη της, βρισκόταν ο μαχαλάς των ταμπάκικων. Έτσι τα λέγανε τα βυρσοδεψεία. Και ταμπάκους λέγανε τους βυρσοδέψες — ταμπάκηδες που τους λένε στις Σέρρες, στο Βόλο, θαρρώ και στη Σύρα.

Σ' όλο το μάκρος του μαχαλά, μέσα στο νερό της λίμνης, αραδιαζότανε τα τομάρια, τεζαρισμένα καλά σε ξύλινα τελάρα και τα παίρναν ύστερα, άμα μουλιάζαν και τ' αργάζανε μέσα στ' αργαστήρια — στα ταμπάκικα.

Όλα θα 'τανε καμιά δεκαπενταριά-είκοσι αυτά τ' αργαστήρια, λιθόκτιστα, δίπατα όλα, με θολωτές μεγάλες πόρτες, στη σειρά κι ακουμπισμένα στα τείχια του κάστρου. Το κάτω πάτωμα είχε τα παράθυρα μικρά, σαν πολεμίστρες. Ήταν όλο ένα μεγάλο χαγιάτι πλακόστρωτο, με κάτι ξύλινες σκάφες από δω κι από κει. Μέσα σ' αυτά τα χαγιάτια, κάνε ξιπόλητοι, κάνε με κάτι μεγάλα ποδήλατα και ξεβράκωτοι —δηλαδή μονάχα με το βρακί τους— δουλεύαν οι ταμπάκοι τα δέρματα. Τ' απάνω πάτωμα πρόβαλλε στο δρόμο κάπου μισό μέτρο παραέξω απ' το κάτω κι είχε τα παράθυρα μεγάλα — είδος βενετσιάνικα. Ήτανε το κατοικιό τους εκεί κι ανέβαιναν από μια μικρή ξύλινη σκάλα μέσ' απ' τ' αργαστήρια. Ο τόπος όλος τριγύρω βρωμοκόπαγε την ξινή δριμίλα* του τομαριού.

Οι ταμπάκοι παινεύονταν πως ήταν από τους παλιότερους κατοίκους αυτής της πόλης και πως ήταν όλοι τους αρχόντοι «καστρινοί», που τους πέταξαν οι Τούρκοι απ' το κάστρο υστέρα απ' την επανάσταση του Σκυλόσοφου, στα 1612. Και στ' αλήθεια, μιλούσανε το ιδίωμα της πόλης καθαρότερα απ' όλους τους άλλους και το κρατούσαν αμόλευτο στο λεξιλόγιο και στη φωνητική του.

Τα νταραβέρια τους ωστόσο με την πόλη ήτανε πολύ λιγοστά. Σχεδόν ποτέ δεν ανέβαιναν «απάνω» αν δεν είχανε κάποια δουλειά. Καταφρονούσανε τους καινούριους κατοίκους της και μπορεί κανένας να πει πως μήτε τους ήξεραν τους μαχαλάδες που φκιάσαν οι μικρασιάτες πρόσφυγες. Έμεναν εκεί, πίσω από το κάστρο, ένας κόσμος ξεχωριστός και κλεισμένος. Τελειωμένος.

Λίγο παραπάνω απ' τα δικά τους τ' αργαστήρια ήτανε τα ξυλάδικα. Μετσοβίτες και ζαγορίσιοι —απ' τα βλαχοζάγορα— δουλεύαν εκεί. Οι ταμπάκοι δεν είχανε κανένα νταραβέρι μαζί τους. Δυο δρόμους παραπάνω, οι βαρελάδες —μετσοβίτες και βλάχοι κι αυτοί, βοβουσιώτες* και ντομπρινοβίτες*- κοπανούσανε χρόνια εκεί πέρα, πάνω στα ρόμπολα και τις οξιές, με τα ξύλινα σφυριά τους, τον ίδιο μόχτο. Οι ταμπάκοι τους ξέρανε, τους καλημέριζαν, διαφορές δεν είχαν μαζί τους και πάρε-δώσε δεν είχαν. Ήταν, βλέπεις, ντατσκαναραίοι, ήγουν χωριάτες. Λίγο παρακάτω, δίπλα στ' αργαστήρια τους ήταν η Σκάλα. Τα μεγάλα καΐκια της λίμνης, σκαφιδωτά κι αργοκίνητα, ξεφόρτωναν εκεί, απ' τα χωριά που βρίσκονταν αγνάντια, καυσόξυλα, σφαχτά, τυριά, βουτύρατα και τα τέτοια. Οι ταμπάκοι ψωνίζαν άμα χρειαζόντανε κάτι, μα και κει δεν είχανε πολλά νταραβέρια —τι νταραβέρια με τους χωριάτες; Το βράδυ πηγαίνανε σε δικά τους κρασοπουλειά όπου δεν πατούσαν χωριάτες— μονάχα καϊκτσήδες από το μικρό νησί της λίμνης μπαίνανε καμιά φορά και πίνανε λίγο μαζί τους, πριν γυρίσουν στο νησί τους το βράδυ. Μ' αυτούς τους ένωνε το πάθος του κυνηγιού — γι' αυτό τους δίναν το ελεύτερο να κάτσουνε δίπλα τους.

Σ' αυτά τα κρασοπουλειά τα δικά τους, τα τραπέζια ήτανε χαμηλά κι είχανε στη μέση μια τρύπα, για να μπαίνει το χειμώνα το μαγκάλι. Καθόντανε γύρω γύρω, σε σκαμνιά που 'τανε κι αυτά χαμηλά και το κρασί πριν το πιούνε το ζεσταίνανε σε χαλκωμένους μαστραπάδες. Η κουβέντα γύριζε πάντα σε παλιές ιστορίες, κυνήγια, τέτοια πράματα. Άντρες σκληροί και περήφανοι, σπάνια μιλούσανε για δουλειές και συμφέροντα —δεν το καταδέχονταν. Και πολιτική δε μιλούσανε — δεν είχανε με ποιον να τσακωθούνε, γιατί 'ταν όλοι τους σφόδρα βενιζελικοί — Ελλάδα των πέντε θαλασσών, καθώς ταιριάζει σε παλιούς καστρινούς αρχοντάδες. Ψήφιζαν πάντοτε και το βενιζελικό υποψήφιο δήμαρχο και τους βενιζελικούς επιτρόπους στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου και τελειώνανε και μ' αυτά. Αυτάρκεια. Ηθική. Κοινωνική. Πολιτική.

Και επαγγελματική. Κανένας δεν έφυγε απ' το επάγγελμα και κανένας ξένος δεν έμπαινε —η παράδοση του σιναφιού, που 'ταν κι από τα παλιότερα της πόλης, λεν οι αρμόδιοι, δεν είχε αλλάξει ακόμα. Μόνο που στα χρόνια που γράφω, καθώς ήταν λιγοστοί και δένονταν όλοι με συγγένειες μεταξύ τους, είχε γίνει πια και δουλεύαν συνεταιρικά σε κάθε εργαστήρι. Μαστόροι και καλφάδες γίναν ένα —ήταν όλοι τους μαστόροι πια— και νοικοκυραίοι. Αυτό μονάχα είχε αλλάξει. Όλα τ' άλλα μέναν όπως ήταν από τον καιρό που πρωτόγιναν αυτά τ' αργαστήρια. Πολύ λίγο γνοιαζόνταν αυτοί να μάθουν τι γίνεται αλλού με τα δέρματα. Ακόμα και την ψαρόκολλα — τσουκάλι τη λέγανε— τη φκιάχνανε πάντα μονάχοι τους από τα ψάρια της λίμνης. Και βαφές και βαψίματα, όπως τα ξέραν, όπως τα βρήκαν. Και όλα. Όπως τα ξέραν, όπως τα βρήκαν. Αναντάμ παπαντάμ.*

 

Ταμπάκος αναντάμ παπαντάμ ήτανε κι ο Σιούλας. Από πατέρα ταμπάκο, από μάνα κόρη ταμπάκου. Εκεί γεννήθηκε. Εκεί έπαιξε τα κότσια και τη σκλέντζα —όπως λέγανε το ξυλίκι— τις ομάδες — όπως λέγανε τις αμάδες— τ' αμπελοπήδημα και τα σκλαβάκια και χτυπήθηκε στον πετροπόλεμο με τα παιδιά απ' τους γειτονικούς μαχαλάδες. Εκεί έμαθε γράμματα και κολύμπι, πρωτοπήγε στην εκκλησιά και στο κυνήγι στη λίμνη. Και μεγάλωσε, μπήκε στη δουλειά, παντρεύτηκε κι έφκιασε δική του φαμίλια κι έμεινε πάντα με την ψυχή του γεμάτη κλειστή περηφάνεια, ατράνταχτη αυτάρκεια κι αδυσώπητη καταφρόνια για κάθε καινούριο. Κάθε νεωτερισμός ήταν ξιπασμός.*

Ένας δικός τους —σπανιότατο πράμα— πήγε και ξενιτεύτηκε. Πήγε μακριά και γύρισε κάποτε με χρυσή καδένα στο γιλέκο και παράδες στην τζέπη: Και καθώς το αίμα δε γίνεται νερό, στριφογύριζε όλη μέρα στα ταμπάκικα και το βράδυ πήγαινε στα κρασοπουλειά τα δικά τους και καθόταν μαζί τους. Και γιατί να μη κάθεται; Μόνο που ξεπήδαγε κάθε τόσο κι ήθελε πάντα να λέει για τις χώρες τις μακρινές και τα θάματα που 'δαν τα μάτια του. Τον στραβοκοιτάξανε στην αρχή, τον αποπήρανε καναδυό φορές, πάλι δεν έλεγε να το κόψει.

Ήτανε λέει μεσημέρι, καλοκαίρι, κι οι ταμπάκοι, όπως ήτανε με τα βρακιά τους μονάχα στ' αργαστήρια, βγήκαν λίγο να ξαποστάσουν και να πάει και το ψωμί παρακάτω, όσο να πιάσουνε πάλι δουλειά. Ήτανε κι αυτός εκεί και πήγε πάλι κάτι να πει, πάλι για τα ταξίδια.

— Και δε μου λες, σε περικαλούμε, τον ρώτησε άξαφνα ο Σιούλας και σηκώθηκε σιγά σιγά και πήγε κοντά του. Έμαθες και να διαβάζεις τίποτα φράγκικα εκεί που πήγες;

— Και βέβαια... Κατιτίς έμαθα, είπε ο ανύποπτος άνθρωπος.

— Τότες διάβασέ μας εδώ πέρα τι γράφει. Του γύρισε τα πισινά του και χτυπούσε με τις δυο του τις παλάμες τα μεγάλα γράμματα της ξενικής μάρκας που 'τανε σταμπαρισμένα στο πανί του βρακιού του.

Οι ταμπάκοι γελούσανε δυνατά, γελούσαν κι οι γυναίκες απ' τα παράθυρα. Αυτός χτύπαγε πάντα μ' άγριο πάθος τα πισινά του με τις παλάμες του:

— Διάβασέ τα, ντε...

Ο άνθρωπος λέει έβγαλε την καδένα απ' το γιλέκο και ποτές του δεν ξαναμίλησε για τα ταξίδια του και τους Φράγκους του — τουλάχιστον εκεί στα ταμπάκικα. Δεν είχε αστεία μ' αυτούς.

 

Περνάν ωστόσο τα χρόνια, οι άνθρωποι γερνάνε, ρεύουνε χρόνο με χρόνο τα τείχια του κάστρου, αλλάζουν όλα και μήτε προφταίνεις να το νιώσεις. Δίχως να το νιώσει κι ο Σιούλας, τα μαλλιά του πήραν κι ασπρίζαν. Τα πόδια του, χρόνια μέσα στα νερά, κάπου κάπου το βράδυ πιανότανε. Η Σιούλαινα, σαν κουνέλα, κάθε χρόνο γεννούσε καινούριο Σιουλόπουλο. Και μια τρακάδα παιδιά, πρέπει να χορτάσουν και να ντυθούν και να ποδεθούν και να πάνε σκολειό — αλέθεται ο άνθρωπος με τούτο και κείνο και το 'να και τ' άλλο, με το σήμερα και με τ' αύριο, δεν προφταίνει μια στιγμή να σταθεί και να ιδεί τι γίνεται ολόγυρά του.

Κι οι ταμπάκοι δεν προφτάσαν κι αυτοί να ιδούνε τι γίνεται γύρω τους, τι ν' άλλαξε τάχα και πότε ν' άλλαξε, κι η δουλειά στα ταμπάκικα όλο και χειρότερα πήγαινε. Σεβρά, λουστρίνια, αδιάβροχα τα φέρναν απόξω, φτηνότερα και καλύτερα δουλεμένα, ακόμα και τις βακέτες και τα σολοδέρματα. Δυο τρεις παλιοί δερματεμπόροι στο παζάρι της πόλης το βρήκανε συμφερότερο, αντίς να παιδεύονται με τους ταμπάκους, να μαζώνουνε τα τομάρια και να τα στέλνουν ακατέργαστα στην Ιταλία, στη Μασσαλία, ακόμα και στη Σύρα, για να τ' αργαστούν εκεί. Με τις μηχανές.

Άρχισε έτσι σιγά σιγά και κάθε βράδυ στα κρασοπουλειά των ταμπάκων απλωνότανε μια θολή καταχνιά πάνω από τα σκυμμένα κεφάλια. Καμπόσοι δουλεύανε πια δυο τρεις μέρες τη βδομάδα μονάχα. Καμπόσοι το ξέραν πως δεν αφήσανε τίποτα στο σπίτι τους για το βράδυ. Και το ξέραν όλοι πως οι γυναίκες τους διακονεύονται η μια με την άλλη, μοιράζονται αυτές το φαρμάκι και το πίνουνε μοναχές τους, δίχως να τους λένε τίποτα μήτε παραέξω να λένε, αν τύχει κι έχουν δικούς τους.

Αυτοί —κανένας δεν κλαιγότανε, δεν μαρτύραγε τίποτα για τη φτώχεια του, ντρεπόνταν ο ένας τον άλλονε να μιλήσουν. Και κανένας δεν ξέκοβε, δεν έφευγε να πιάσει άλλη δουλειά, τέτοια προδοσιά δεν την έκανε. Βαστούσαν όλοι μαζί το ταμπάκικο, το βαστούσανε σαν ένα ταμπούρι, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Και τις Κυριακές, όλο το χειμώνα, τα δίκαννά τους από τη λίμνη αντιλαλούσανε πάντα στην πόλη σαν ένα αδάμαστο «παρών» — τ' αντρίκειo πάθος τους, τ' αρχοντικό του κυνηγιού.

Στα μεγάλα κλείσματα —κλεισίματα των πουλιών δηλαδή— που γίνονταν στη λίμνη απ' όλους μαζί τους κυνηγούς, αυτοί μένανε πάντα πρώτοι και καλύτεροι. Το 'χανε σαν προνόμιο ν' αρχίζουν αυτοί πριν από το χάραμα από την πιο μακρινή άκρα της λίμνης, λάμνοντας αγάλια αγάλια κι όλο κλείνοντας με το ντουφεκίδι τους προς τη μέση της λίμνης τα τρομαγμένα κοπάδια απ' αγριόπαπιες —γέσια και καναβές, καθώς τα 'λεγαν— φαλαρίδες — τα μαύρα νεροπούλια με τις άσπρες μύτες— και κάποτε και τις μεγάλες όμορφες αγριόχηνες πόχουνε μπροστά στα στήθια τους, κάτω απ' τα φτερά τους ένα δεύτερο φτερό, σα μετάξι και σα μαλλί, που το λένε μπάλσαμο και το φύλαγαν οι γυναίκες για τις πληγές— τέλειο πράμα.

Στη μέση της λίμνης στέκονταν αράδα μέσα στις βάρκες τους, με τα δίκαννα στο χέρι, οι άλλοι κυνηγοί από την πόλη και το νησί. Και τα πουλιά πέφτανε πάνω τους, κοπάδια ολόκληρα, χέρια μονάχα να 'χεις εκείνη την ώρα να ντουφεκίζεις κι άνθρωπο να σου γεμίζει —δουλειά που την έκανε συνήθως ο καϊκτσής, λάμνοντας κιόλας σιγά σιγά, για να μαζεύει τα σκοτωμένα πουλιά — σε κάθε βάρκα λογαριαζόταν δικό της το πουλί που βρισκόταν κοντά της, άσκετο από ποιον βαρέθηκε.

Και σ' αυτά τα κλεισίματα των πουλιών τα μεγάλα και στα δικά του τα μοναχικά κυνήγια της Κυριακής, ο Σιούλας ξαναζούσε ακόμα τους καημούς και τα μεράκια και τις περηφάνιες της ψυχής του από τον καιρό της νιότης του ως τα τώρα που πήρε και γέρασε, πήρε και φτώχυνε — ξέπεσε. Το βράδυ γύριζε σπίτι κατακομμένος, με τα πόδια πιασμένα από το κάτσιμο σταυροπόδι όλη μέρα μέσα στο στενό καραβούλι,* με τα ρούχα μουσκεμένα απ' την υγρασία. Άνοιγε την πόρτα σπρώχνοντάς την με την πλάτη και πετούσε τα κυνήγια στο πάτωμα, στη μέση από το δωμάτιο. Ξαπλωνότανε δίπλα στο τζάκι, στο «μπάσι» που 'χαν όλα τα σπίτια στο χειμωνιάτικο το δωμάτιο —έπεφτε μπρούμυτα κι έβαζε τα παιδιά του ν' ανεβούν όλα στην πλάτη του να τον πατήσουν— να πατήσουν την πλάτη του που τον πόναγε. Τα παιδιά ξεφώνιζαν, γελούσαν, τον χτυπούσαν κλοτσιές, ξεφώνιζε κι αυτός. Το σκυλί ξετρελαινόταν και δεν ήξερε ποιον να πρωτογαβγίσει. Ήταν ακόμα μια ευτυχισμένη στιγμή μέσα στην καταχνιά που κατέβαινε στα ταμπάκικα.

Μονάχα η Σιούλαινα γονατισμένη στο πάτωμα μέτραγε και ξαναμέτραγε τα παπιά. Τέσσερα για το σπίτι, ένα ζευγάρι στην αδερφή της, ένα ζευγάρι στην πεθερά της — αν πουλούσαν τα ρέστα; Ήταν μια σκέψη που μήτε με τα μάτια δεν είχε κουράγιο να τη φανερώσει σ' αυτόν. Οι καϊκτσήδες, οι νησιώτες κι άλλοι φουκαράδες μέσα στην πόλη κυνηγούσανε, κάναν το κέφι τους, τρώγαν όσα θέλαν και βγαίναν ύστερα στο παζάρι, κάνε μοναχοί τους καν οι γυναίκες ή τα παιδιά τους και τα περιπλέον τα πούλαγαν. Ένας ταμπάκος, ποτές. Για τον κόσμο όλον...

 

Κι ήρθε τότε μια βδομάδα ολόκληρη που τ' αργαστήρι του Σιούλα σταμάτησε. Ούτε στ' άλλα γινόταν τίποτα —ψευτοδούλευαν. Η γυναίκα του τα 'φερε βόλτα μοναχή της, ξετίναξε το σπίτι, πήρε κι από τις άλλες γυναίκες — είναι αλήθεια πως έδωσε κάτι κρυφά και στον εβραίο τον παλιατζή, που 'χε μυριστεί τι γινόταν στα ταμπάκικα. Αυτουνού δεν του 'πε τίποτα, δεν τον ρώτησε τίποτα, μήτε τον κοίταξε στα μάτια, όλη τη βδομάδα. Παραπάνω δεν το μπόρεσε. Σταύρωσε τα χέρια κι έκατσε κι έκλαψε καρτερώντας το μεσημέρι που θα 'ρχονταν όλοι και δε θα 'χε να τους δώσει μήτε φαΐ μήτε ψωμί.

Αυτός ανέβηκε πάνω, μπήκε στο δωμάτιο, την είδε στη γωνία, τα 'νιωσε τα μάτια των παιδιών του κι ήταν καρφωμένα πάνω του.

— Και τ' άφησες έτσι τα παιδιά;

Αυτή δε μίλησε, καθόταν πάντα στην άκρη με το κεφάλι σκυμμένο.

— Και δεν έπαιρνες κατιτίς από το μπακάλη;

Η γυναίκα σήκωσε μια φορά τα μάτια της και κοίταξε. Μήτε λύπη, μήτε παράπονο, μήτε θυμός δεν ήτανε μέσα —τα μάτια της τον παρακαλούσανε να σωπάσει. Αυτός αγρίεψε:

— Τι δε μιλάς; Γιατί;

Ξανάσκυψε το κεφάλι της:

— Δε μας δίνει πια, είπε με ταπεινοσύνη σα να 'φταιγε αυτή.

— Και ψωμί; Τι δεν έπαιρνες λίγο ψωμί;

— Μήτε ο φούρνος μάς δίνει.

Σηκώθηκε κι έφυγε γρήγορα γρήγορα για να κρύψει τα δάκρυα που την έπνιξαν. Πιο πολύ για την αδικία τη δική του παρά για τη δυστυχία.

Τα παιδιά σκορπίσανε, έφυγε κι εκείνη, πήγε στην αδερφή της να κλάψουν μαζί. Αυτός απόμεινε μόνος μέσα στο δωμάτιο, μέσα στο σπίτι. Πιο πολύ κι από τη δυστυχία, απ' την πληγωμένη περηφάνια και την ντροπή μπροστά στα παιδιά του, όλο τ' απόγεμα, μοναχός του εκεί μέσα, σκεφτότανε τη γυναίκα — την αδικία του. Ένας κόμπος ανέβαινε και ξανανέβαινε στο λαιμό του. Είκοσι χρόνια μαζί της, πρώτη φορά στοχαζότανε τώρα γι' αυτήν.

Έπαιρνε να βραδιάσει όταν σηκώθηκε. Κανένας τους δεν είχε ακόμα γυρίσει στο σπίτι. Ξεκρέμασε το δίκαννο, το κοίταξε, το ξανακοίταξε, το πήρε παραμάσκαλα και κατέβηκε.

— Τι έπαθε, ρώτησε ο γύφτος κι έκανε να το πάρει.

Δεν του 'χε την όρεξη ν' ανοίξει τώρα κουβέντες μαζί του. Ήταν ένας γύφτος, όνομα και πράμα, φουκαράς ψευτοντουφεξής σε μια τρύπα στα μπιζεστένια —δίπλα στ' αργαστήρια των κουδουνάδων— κι έφκιαχνε για ένα τίποτα τα ντουφέκια των φουκαράδων. Δεν του 'δωσε το ντουφέκι, τον κοιτούσε στα μάτια, τον κάρφωνε με τα μάτια του.

— Το 'χω για πούλημα, είπε τέλος κοφτά και του 'δωσε το ντουφέκι. Θα πάρω άλλο.

Ήταν ένα καλό βελγικό δίκαννο, δωδεκάρι δίχως λύκους. Ο γύφτος το 'ξερε από παλιά, μήτε το πήρε στα χέρια του μήτε το κοίταξε. Κοίταζε αυτόν, και τα γύφτικα, μπιρμπίλικα μάτια του παίζανε στο καπνισμένο του μούτρο. Κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε:

— Όχι, Σιούλα... Μη το δώσεις, αδερφέ μου.

— Δεν το παίρνεις δηλαδή;

— Εγώ το παίρνω και το παραπαίρνω... Και διάφορο θα 'χω...

— Δεν τ' αφήνεις αυτά τα γύφτικα τα παζάρια; Πόσα δίνεις;

— Ξέρω, είπε ήρεμα, ήταν μαθημένος να τον λένε γύφτο — δεν τον πείραζε. Ξέρω, Σιούλα, που δε θα πάρεις άλλο... Στενοχώριες, αναδουλειές, τα παιδιά... Μα μη το δώσεις, αδερφέ μου, το δίκαννο, δεν το ξαναπαίρνεις ύστερα.

Ο γύφτος δεν παζάρευε.

— Ξέρω... Ήρθανε κι άλλοι ταμπάκοι, πολλοί, κακό πράμα. Όποιος το 'χε ένα μονάχο, εγώ δεν το πήρα... Χρόνια τρώω το ψωμί σας, όλο με τους φουκαράδες... Δώσ' το σ' άλλον. Δεν τα μολεύω τα χέρια μου...

Κατέβασε τα μάτια του, κατέβασε το κεφάλι του. Ένας γύφτος τον είχε πει φουκαρά. Και πως δεν μολεύει τα χέρια με το δίκαννο το δικό του. Δεν ήτανε γι' αυτό —μήτε το σκέφτηκε. Ακόμα μια φορά μέσα στην ίδια μέρα ξαναστοχαζότανε τώρα την αδικία— κι από το φούρνο τι δεν έπαιρνες λίγο ψωμί; —και δεν τ' αφήνεις τα παζάρια τα γύφτικα; Αν ο γύφτος δεν έβγαζε τα καπνά του να στρίψουν τσιγάρο, θα 'φευγε κυνηγημένος την ίδια στιγμή — ντρεπότανε.

— Έχεις δίκιο, είπε σε λίγο χωρίς να σηκώσει τα μάτια του. Ύστερα τα σήκωσε και τον κοίταξε. Καλός άνθρωπος είσαι, του 'πε σα να του το χρώσταγε και του χαμογέλασε. Κίνησε να φύγει.

Ο γύφτος τον σταμάτησε.

— Ξέρω, είπε πάλι... Δυσκολίες, αναδουλειές, τα παιδιά... Μα μη το δώσεις το ντουφέκι σου, ταμπάκος άνθρωπος. Θα μαραθείς.

Έβγαλε και του 'δωσε ένα κατοστάρικο.

— Άμα είναι το, το ξαναφέρνεις...

Το πήρε. Το πήρε και δεν ένιωθε καμιά ντροπή. Το κράταγε μέσα στη χούφτα του και μια γλύκα περνούσε σ' όλη του την ψυχή, ως το κορμί του την ένιωθε, σα μια ζέστα. Όχι που θα το πήγαινε σπίτι. Πιο πολύ γι' αυτή τη γνωριμιά των ανθρώπων —πρώτη φορά στη ζωή του, τη γνωριμιά των φουκαράδων, που 'πε κι ο γύφτος, πρώτη γνωριμία του εαυτού του— δεν είσαι άδικος, εσύ Σιούλα... Καθώς περνούσε τους δρόμους κατεβαίνοντας για τα ταμπάκικα, κατιτίς καινούριο, ζωντανό και ζεστό, σαν ένα φως έπαιζε μέσα του. Σχεδόν χαρούμενο μέσα στην κατάμαυρη δυστυχία. Κάτι που δε μαραίνεται.

Είχε νυχτώσει πια όταν πέρναγε το δρόμο που 'χαν τ' αργαστήρια τους οι ξυλάδες κι οι βαρελάδες. Άκουσε που φώναζαν τ' όνομά του. Ήταν ένας βαρελάς Μετσοβίτης —ένας ροδοκόκκινος, καταστρόγγυλος άνθρωπος με φουσκωμένες τις πλάτες από το σκύψιμο.

— Καλησπέρα.

— Και για πού βραδιάτικα με το δίκαννο;

— Να μωρέ, ζάβωσε λίγο και το πήγα στο γύφτο. Καλός άνθρωπος, είπε ξαφνικά χωρίς να το θέλει.

— Δεν τον ξέρω, είπε ο βαρελάς. Και τι μας έφταιξε εμάς; Έλα να πιεις μια ρακή.

Ποτές του δεν είχε μπει σ' αυτό το κρασοπουλειό — χάνι και κρασοπουλειό μαζί, που πήγαιναν οι ξυλάδες, οι βαρελάδες, φαμελίτες νοικοκυραίοι, φουκαράδες της γειτονιάς και χωριάτες που νυχτώθηκαν στην πόλη. Ο βαρελάς κέρασε το ρακί κι άρχισε κι έλεγε για τις αναδουλειές και τα βάσανα.

— Κι εσείς δεν είστε καλά, είπε σε μια στιγμή.

— Όχι, δεν είμαστε καλά, αποκρίθηκε αυτός και δε ντρεπόταν καθόλου που το 'πε. Δεν είμαστε καλά.

— Και τι θα κάνετε;

— Δεν ξέρω... Κανένας δεν ξέρει...

— Κακό πράμα, είπε ο βαρελάς.

Αυτός δεν τον άκουγε πια. Ένιωθε μέσα του κείνη την ώρα σαν ένα ξεχείλισμα και τίποτα άλλο δεν ήθελε παρά να σηκωθεί και να τους κεράσει όλους εκεί μέσα, τους βλάχους, τους γύφτους, τους χωριάτες, τους φουκαράδες, όλους. Δεν έκαμε τίποτα τέτοιο. Κέρασε κι αυτός ένα ρακί το βαρελά του και τον καληνύχτισε πρόσχαρα.

— Καλός άνθρωπος είναι κι αυτός, το 'λεγε και το ξανάλεγε μέσα του, να το νιώσει, να το χορτάσει. Καλός άνθρωπος —μα πού στο διάολο κρύβονταν όλοι τους;

Μπαίνοντας στο δρόμο των ταμπάκικων, βρέθηκε μπροστά σ' ένα απ' τα κουτσούβελα τα δικά του. Το φώναξε κοντά, του 'δωσε κρυφά λεφτά να τα δώσει στη μάνα του, του 'δωσε και το ντουφέκι. Ντρεπότανε να πάει μονάχος του. Κι ούτε πήγε ως αργά τη νύχτα, όταν σιγουρεύτηκε πια πως εκείνη πλάγιασε και κοιμήθηκε. Έπεσε δίπλα της στο στρώμα, ούτε κείνη μίλησε, ούτε αυτός, ούτε σάλεψαν.

Πριν απ' το χάραμα σηκώθηκε. Πατώντας στα νύχια, πήρε πάλι το δίκαννο και κατέβηκε. Εκείνη ούτε σάλεψε πάλι. Αυτός μπήκε στο καραβούλι και τράβηξε για τη Μεγάλη Βαθειά —έτσι το λέγανε τ' ανοιχτό μέρος της λίμνης. Έλαμνε κατά τις καλαμιές, χώνοντας βαθιά τα κουπιά στο νερό— βιαζότανε.

Όταν γύρισε πίσω είχε φέξει πια για καλά. Μια κρύα φωτεινή χειμωνιάτικη μέρα. Στην πόρτα στ' αργαστήρι στάθηκε κι έβαλε μια φωνή. Τα παιδιά κατεβήκαν και θάμαζαν το πλούσιο κυνήγι. Ξεκρέμασε απ' την πλάτη του το δίκαννο και τους το 'δωσε, τους έδωσε και τρία παπιά.

— Δώστε τα στη μάνα σας, τους είπε μόνο.

Ξανάφυγε με καμιά δεκαριά πουλιά στα χέρια του κι ούτε γύρισε να κοιτάξει κατά το σπίτι. Ήξερε πως πίσω απ' το τζάμι ήταν τα δάκρυά της. Και τράβηξε γραμμή κατά το παζάρι, μέσα απ' τα ταμπάκικα, μπροστά απ' τ' αργαστήρια, στητός, χτυπώντας βαριά τα ποδήματά του...

...Έτσι πήγε κάποτε ο πρώτος ταμπάκος, στάθηκε στο παζάρι και πούλησε το κυνήγι του — ύστερα πήγανε κι άλλοι. Πίσω του εκείνη τη μέρα οι σάλπιγγες των νέων καιρών γκρέμιζαν από θεμέλια τα τείχη της ταμπάκικης Ιεριχώς μέσα σε πανδαιμόνιο απ' ουρλιαχτά μηχανών. Κόντευε η άνοιξη και πάνω απ' τη λίμνη κοπάδια αγριόχηνες τραβούσανε πια για ψηλότερα. Σαν τρομαγμένα κι αυτά...

Ερ. Καψωμένος: Πολιτισµοί της εντοπιότητας. Από το χθες στο αύριο

http://old.ntua.gr/MIRC/5th_conference/ergasies/13%20%CE%9A%CE%91%CE%A8%CE%A9%CE%9C%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A3%20%CE%95%CE%A1%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%A3%CE%98%CE%95%CE%9D%CE%97%CE%A3.pdf 

ΓΙΑΝΝΗΣ Η.ΠΑΠΠΑΣ Βίωμα ιθαγένειας και μυθοποιητική εντοπιότητα στις συλλογές διηγημάτων του Χριστόφορου Μηλιώνη: Καλαμάς κι Αχέροντας (1985) και Τα φαντάσματα του Γιορκ (1999)

 

Η λογοτεχνία, σημειώνει ο Ερατοσθένης Καψωμένος,[1] αντιπροσωπεύει την κορυφαία εκδήλωση της δημιουργικότητας του νέου ελληνισμού. Και συνεχίζει σημειώνοντας ότι σύμφωνα με τη θεωρία της λογοτεχνίας, ο συγγραφέας όταν δημιουργεί λειτουργεί -συνειδητά ή μη -ως φορέας της συλλογικής συνείδησης. Εκφράζοντας τον εαυτό του, διερμηνεύει ταυτόχρονα την εποχή, τον πολιτισμό, την κοινωνία που τον εξέθρεψε. Μέσα στα πιο προσωπικά βιώματα, ιδέες, αντιλήψεις, βρίσκεται το κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο που τον συνδέει με τους άλλους.

Και συνεχίζει:

Ένα έγκυρο τυπολογικό κριτήριο για την ταξινόμηση των πολιτισμών είναι -μεταξύ άλλων - η αντίληψη που έχει μια ανθρώπινη κοινωνία για το χώρο και το χρόνο και τη μεταξύ τους σχέση. Σύμφωνα μ’ αυτό το κριτήριο, διακρίνομε πολιτισμούς του χώρου και πολιτισμούς του χρόνου. Οι πολιτισμοί του χώρου χαρακτηρίζονται από την προτεραιότητα που παίρνει μέσα στο κοσμοείδωλο της αντίστοιχης κοινωνίας ο τόπος, η πάτρια γη, προτεραιότητα που εκφράζεται με μια σχέση οικειότητας και αρμονίας προς τη φύση· και μ’ ένα αίσθημα συγγένειας των ανθρώπων που κατοικούν στον ίδιο τόπο. Η κοινή τοπική καταγωγή γίνεται ο κυριότερος παράγοντας κοινωνικής συνοχής. Και ο τόπος αναγνωρίζεται ως το κατ’ εξοχήν πεδίο ενεργοποίησης, δημιουργίας και ολοκλήρωσης του ατόμου και της κοινότητας. Η συνείδηση ταυτότητας του ανθρώπου διαμορφώνεται σε άμεση συνάρτηση με τον τόπο και την τοπική κοινότητα.

Οι πολιτισμοί του χρόνου, αντίθετα, χαρακτηρίζονται από την εμμονή στην προτεραιότητα του χρόνου, η οποία εκφράζεται με την αποσύνδεση από ένα γενέθλιο τόπο, με τη συνεχή μετακίνηση, την αποδημία, την ελεύθερη περιπλάνηση. […]

Σ’ ένα αφετηριακό στάδιο, η προτεραιότητα του χώρου χαρακτηρίζει τις αγροτικές

παραδοσιακές κοινωνίες, που είναι δεμένες με τη γη και αντιπροσωπεύουν μη επεκτατικούς και κατά βάση ειρηνικούς πολιτισμούς· ενώ η προτεραιότητα του χρόνου χαρακτηρίζει τις νομαδικές παραδοσιακές κοινωνίες, που συνδέουν την ύπαρξή τους με την περιπλάνηση και την αναζήτηση των αναγκαίων αγαθών και συνεπώς, με μια επιθετική και κατακτητική συμπεριφορά.[2]

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης ανήκει στη λεγόμενη δεύτερη μεταπολεμική γενιά των πεζογράφων, στην οποία εντάσσονται όσοι γεννήθηκαν από το 1930 και μετά και έζησαν τον πόλεμο του 40 και την Αντίσταση σε παιδική ηλικία και τον Εμφύλιο σε εφηβική.

Ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ Θανάσης Κούγκουλος στη διατριβή του σημειώνει ότι:

Η  Ήπειρος είναι δρων τόπος, γίνεται πρωταγωνιστής, συμπυκνώνει όλους τους τόπους της δοκιμασίας του ανθρώπου, βιώνεται ως τραγικό μέγεθος και παρεμβαίνει δραστικά στο ύφος και στους μυθοποιητικούς μηχανισμούς.

Ο χώρος μετατρέπεται σε μύθο, η ηπειρώτικη φύση και τα αστικά κέντρα εκφράζουν τα βιώματα του αφηγητή και/ή των χαρακτήρων συνθέτοντας μια μυθολογία της εντοπιότητας, της μνήμης και της νοσταλγίας, στην οποία κεντρική θέση κατέχει η μυθοποίηση των Ιωαννίνων μέσα από την αναπόληση της παρελθοντικής πόλης των παιδικών χρόνων και την απόρριψη της πόλης του εκάστοτε παρόντος. Όλοι σχεδόν οι Ηπειρώτες συγγραφείς απεικονίζουν συστηματικά τα Ιωάννινα ως κατεξοχήν άστυ και ομφαλό της ηπειρώτικης ενδοχώρας, χωρίς βέβαια να ελλείπουν και άλλες περιοχές. Στη λογοτεχνία της γενέθλιας Ηπείρου απαντάται σωρεία τοπωνυμίων, που με ευθύτητα ταυτίζουν τον χώρο της δράσης και ενισχύουν την αληθοφάνεια. Ο τόπος εκλαμβάνεται ως σύνορο, ένα γεωγραφικό, ιστορικό, γλωσσικό, κοινωνικό και συνάμα ηθικό-εσωτερικό μεταίχμιο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στο οικείο και στο ξένο, στο παρελθόν και στο παρόν, στην παράλογη βία της Ιστορίας και στην ανάγκη για επιβίωση, στον κώδικα αξιών και στη βάναυση καταπάτησή του, στην ευφορική (παιδική ηλικία) και στη δυσφορική (πόλεμος, μεταπολεμική αθλιότητα) μνήμη.[3]

Κοινώς αποδεκτή παρατήρηση της κριτικής είναι ότι η πεζογραφία του Μηλιώνη έχει αμετάβλητες, σχεδόν, χωροχρονικές συντεταγμένες που ορίζονται τοπικά από τη γενέθλια Ήπειρο και χρονικά από τη μνημονική αναδρομή σε οδυνηρά βιώματα της δεκαετίας 1940-1950.

Εξάλλου κι ο συγγραφέας το παραδέχεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια: η γενέτειρά μου μού πρόσφερε πλούσιο εμπειρικό υλικό, γλωσσική ευαισθησία και συνολική αντίληψη για τον κόσμο

 

κι ακόμα:

 

όταν σήμερα μιλώ για κείνη την εποχή [τη δεκαετία του 1940] και για κείνον τον τόπο [την Ήπειρο], έχω την αίσθηση ότι μιλώ για τη μοίρα της πατρίδας μας ολόκληρης. Αυτή είναι «της Τέχνης μου η περιοχή».

 

Ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος γράφει στη συλλογή Νυχτολόγιο [ Κέδρος 1990] ότι: «Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο» Για τον Μηλιώνη θα μπορούσαμε να πούμε ότι ερχόταν συνεχώς από τα Γιάννενα και από τον γενέθλιο τόπο του τα χωριά του Πωγωνίου.

Ο Μηλιώνης ανήκει στην λεγόμενη δεύτερη μεταπολεμική γενιά των πεζογράφων, στην οποία εντάσσονται όσοι γεννήθηκαν από το 1930 και μετά και έζησαν τον πόλεμο του 40 και την Αντίσταση σε παιδική ηλικία και τον εμφύλιο σε εφηβική.

Όπως είναι γνωστό ο γενέθλιος τόπος, η πρώτη και πρωτεύουσα πηγή μνήμης, είναι η πατρίδα της σύλληψης του εαυτού. «Εδώ εκκολάπτεται το εωθινό βλέμμα του παιδιού και το παιχνίδι του στον κόσμο, εδώ εκτελούνται τα πρώτα βήματα και οι πρώτοι ρόλοι, εδώ γεννιούνται ορισμένα ερωτήματα που συντροφεύουν τη συνείδηση του ανθρώπου σε όλη τη ζωή του.»[4]

Έχει επίσης ειπωθεί για τη σχέση της λογοτεχνίας με τον τόπο ότι: «Τα βιώματα, και ειδικά όσα συν­δέονται με τη γενέθλια γη, τροφοδοτούν με πρώτες ύλες τη λογοτεχνία. Ο “βιωμένος χώρος” και οι εικόνες του γίνονται η κατοικία της μνήμης και των συναισθημάτων, το καταφύγιο  όπου αναζητείται ο χαμένος χρόνος.

 

Ο Μηλιώνης κατάγεται από το χωριό Περιστέρι της επαρχίας Πωγωνίου το οποίο βρίσκεται κοντά στα ελληνοαλαβανικά σύνορα, χώρο των πρώτων πολεμικών επιχειρήσεων του 40, και με τη Μουργκάνα, θέατρο σκληρών εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων. Αυτή η γειτνίαση είχε πολλές σημαντικές επιπτώσεις στο έργο του. Στον Μηλιώνη κυρίαρχο στοιχείο είναι η βιωματικότητα, η άμεση εμπειρία. Είναι, όπως έχει ειπωθεί, συγκεκαλυμμένα αυτοβιογραφούμενος. Στα περισσότερα κείμενά του το βίωμα έχει πρωταρχική λειτουργική σημασία.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της συγγραφικής του θεματολογίας είναι η στενή του σχέση με τη φύση και το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες του. Περιορίζεται σε ένα τοπικό πλαίσιο, το χωριό του και τις περιοχές κοντά στα σύνορα. Από το μυθοποιημένο χωριό του παρατηρεί τα μυθοποιημένα βουνά Μουργκάνα (Ακροκεραύνια), Κασιδιάρη, Νεμέρτσικα και το βλέμμα του φτάνει μέχρι τον κάμπο της Δερόπολης. Αυτός είναι ο κόσμος του, το κέντρο της γης, ο παράδεισός του. Αυτόν τον κόσμο περιγράφει ο Μηλιώνης στα περισσότερα κείμενά του. Από αυτούς τους μυθοποιημένους τόπους το βλέμμα του επεκτείνεται προς την επαρχία Πωγωνίου και στη συνέχεια ως τον Νομό Ιωαννίνων. Φτάνει μέχρι τον Νομό Θεσπρωτίας και από κει και πέρα δεν τον απασχολούν άλλοι τόποι. Τα μεγάλα αστικά κέντρα του είναι αδιάφορα έως και εχθρικά. Με όχημα τη μνήμη ο Μηλιώνης επανέρχεται συνεχώς στα ίδια πράγματα. Το καμένο από τους Γερμανούς σπίτι, ο δάσκαλος πατέρας, η μάνα, οι παιδικοί φίλοι, οι συγχωριανοί και οι ξένοι είναι αυτά που συγκροτούν τον δικό του μικρόκοσμο. Επίσης τα τοπωνύμια της περιοχής του, η χλωρίδα, το φυσικό τοπίο, οι κλιματολογικές συνθήκες, οι συγκεκριμένες ανθρώπινες μορφές με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά και νοοτροπία είναι οι πηγές από τις οποίες αρδεύεται το συγγραφικό του έργο.

Οι ρη­τές ή υ­παι­νι­κτι­κές α­να­φο­ρές, τα το­πω­νύ­μια, οι πε­ρι­γρα­φές των χώ­ρων­ και της φύ­σης, η ι­στο­ρί­α και οι πα­ρα­δό­σεις, η ι­διω­μα­τι­κή γλώσ­σα α­πο­τε­λούν τα ρήγματα α­πό τις ο­ποί­ες εκ­βάλ­λει στο κεί­με­νο η ε­ντο­πιό­τη­τα. Η α­φή­γη­ση και η πε­ρι­γρα­φή εί­ναι με­ρι­κά α­πό τα ρη­το­ρι­κά σχή­μα­τα με τα ο­ποί­α α­πο­κτά­ φω­νή ο τό­πος. Η πε­ρι­γρα­φή, α­να­στέλ­λο­ντας το χρό­νο, α­νι­χνεύ­ει και ση­μαί­νει πρό­σω­πα και χώ­ρους, χτί­ζει σκη­νι­κά και σύμ­βο­λα, ε­νώ η α­φή­γη­ση εκ­θέ­τει πρά­ξεις και συμ­βά­ντα προ­ω­θώ­ντας τη χρο­νι­κή ε­ξέ­λι­ξη.

Η ιθαγέ­νεια, λοιπόν, του συγ­γρα­φέ­α πρέ­πει να α­να­ζη­τη­θεί στο βιω­μέ­νο χώ­ρο, στον τό­πο ο ο­ποί­ος εί­ναι πο­ντι­σμέ­νος στην ε­πο­χή της α­με­τα­κί­νη­της παι­δι­κής η­λι­κίας, σύμφωνα με τον Γκαστόν Μπασλάρ, και α­πο­τε­λεί πη­γή της έ­μπνευ­σής του.

Σημειώσαμε και πιο πριν ότι ο Μηλιώνης είναι ένας πεζογράφος της Μνήμης. Μπορεί πολλές φορές να ξεκινάει από ένα σύγχρονο με τον συγγραφέα γεγονός αλλά αυτό δεν είναι παρά το ερέθισμα, το έναυσμα για μια επιστροφή στον νοσταλγημένο κόσμο των παιδικών χρόνων. Ο συγγραφέας επιλέγει γεγονότα και καταστάσεις που έχουν εντυπωθεί με έντονο τρόπο στον ψυχισμό του και κυρίως γεγονότα και καταστάσεις εκείνου του κόσμου που οδηγείται σιγά σιγά προς την αποσύνθεση και την διάλυση του, αποτέλεσμα των πολεμικών συμφορών και των μεταπολεμικών εξελίξεων στον ελληνικό χώρο. Στο έργο του Μηλιώνη αντιπαρατίθονται δύο κόσμοι, δύο εποχές. Από τη μια είναι το παρόν του αφηγητή, οδυνηρό και αποκρουστικό και από την άλλη ο χώρος και ο χρόνος που σημάδεψαν τραυματικά τη μνήμη του. Αυτός ο νοσταλγημένος κόσμος που έφυγε ανεπιστρεπτί ανάγεται από τον Μηλιώνη σε μύθο, αποτελεί την προσωπική του  μυθολογία από την οποία δεν μπορεί αλλά ούτε και θέλει να ξεφύγει. Επανέρχεται πάλι και πάλι πυροδοτώντας με συνειρμικό τρόπο τον μηχανισμό της μνήμης, ανακαλώντας γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις του χρόνου που έζησε ως παιδί ή έφηβος στην Ήπειρο. Αντλεί όμως όλα αυτά τα στοιχεία από την βιωμένη εμπειρία, δεν κατασκευάζει, δεν επινοεί. Η φωνή του Μηλιώνη σε πολλά διηγηματά του αποβάλλει την ατομικότητά της και αποκτά έναν γενικότερο και καθολικότερο χαρακτήρα, τείνοντας να γίνει η φωνή ολόκληρης  της γενιάς του, της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.

Σύμφωνα με τον Ευριπίδη Γαραντούδη «το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας είναι μια θεματική σταθερά πολλών Ελλήνων ποιητών και πεζογράφων της μεταπολεμικής και της μεταπολιτευτικής εποχής και αφορά, συγκεκριμένα, στη διαπίστωση ότι το έργο τους φέρει αισθητά και διάχυτα ίχνη της τοπικής καταγωγής και ταυτότητάς τους.»[5]

Με άλλα λόγια, οι λογοτέχνες αυτοί θεματοποιούν τη σχέση τους με τη γενέτειρά τους ή τον γενέθλιο τόπο, που κατά κανόνα εντοπίζεται στην ελληνική επαρχία, ή τον τόπο που γνώρισαν στην παιδική, εφηβική και νεανική ηλικία τους. Το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας γίνεται το κλειδί της συνολικής αντίληψης αυτών των λογοτεχνών για τον κόσμο, τον ιδιωτικό και τον δημόσιο, τον ατομικό και τον συλλογικό, τον βιωμένο και τον ιστορικό. Εντέλει στους λογοτέχνες αυτούς το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας εξελίσσεται από μια θεματική σταθερά σε ένα σύστημα αξιών, σε μια μέθοδο αναγνώρισης και κατοχύρωσης της ταυτότητας (ή μιας διακριτής ταυτότητας), ατομικής και συλλογικής, όπως αυτή διαμορφώνεται σε έναν πολλαπλά προσδιορισμένο χώρο. 

Το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας βασίζεται στην αντίθεση του διαφορετικού χωροχρόνου του συγγραφέα. Έτσι, στην πραγματικότητα συγκρούονται ψυχικά η γενέθλια πόλη με όλη τη συναισθηματική οικειότητα που προσφέρει στο ποιητικό υποκείμενο. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η ζωή στον παρόντα χρόνο σε έναν χώρο ανοίκειο, εχθρικό, αλλοτριωτικό, με έντονο το στοιχείο της μοναξιάς, με ρυθμούς ζωής που καταπιέζουν τον ενήλικα δημιουργό.

Τον όρο όμως αυτόν της μυθοποιητικής εντοπιότητας τον εισήγαγε, πριν από τον Γαραντούδη, ο ποιητής Ηλίας Γκρής όταν σε κείμενό του για τον Τάκη Σινόπουλο, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή το 2002, αναφέρεται στις λέξεις – σύμβολα του ποιητικού σύμπαντος του ποιητή, όπως είναι ο Πύργος, η Αγουλινίτσα με τα χέλια της ή ο Αλφειός ποταμός, λέξεις σύμβολα που συνθέτουν μια μυθοποιητική εντοπιότητα.[6]

Ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Θανάσης Κούγκουλος, στη διατριβή του[7] εξετάζει τη λειτουργία της γεωγραφικής περιοχής της Ηπείρου ως λογοτεχνικού μύθου στην πεζογραφία, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και, ειδικότερα, στην πεζογραφία που μυθοποιεί τον ηπειρώτικο χώρο ως γενέθλιο τόπο.

 Ο τόπος, επισημαίνει ο Κούγκουλος, σύμφωνα με τον PBrunel, ένας καθορισμένος τόπος, στο βαθμό που απασχολεί με μία συγκεκριμένη οπτική, πχ. της ιθαγένειας ή του βιώματος, ένα σύνολο αλληλεξαρτώμενων κειμένων διαφόρων λογοτεχνών και διαφόρων περιόδων, τότε είναι εφικτό να μετατραπεί στον πυρήνα ενός λογοτεχνικού μύθου.

Επικεντρώνοντας στην ελληνική περίπτωση, ο Θανάσης Κούγκουλος αναφέρει ότι στον ίδιο άξονα βαδίζουν οι πολύ χρήσιμες συμβολές της Γεωργίας Λαδογιάννη για τη Δυτική Θεσσαλία ως λογοτεχνικό μύθο του γενέθλιου τόπου.[8] Στον μύθο του γενέθλιου τόπου το εξωλογοτεχνικό έναυσμα είναι ο αρχέγονος δεσμός με την πατρώα γη, το αρχέτυπο της πατρίδας – μάνας που λαμβάνει τη μορφή του απόλυτου και του ιδανικού, σηματοδοτεί τον νόστο της παιδικής αθωότητας, οργανώνει το κοσμοθεωρητικό σύστημα του κειμένου[9] και εκφράζει την επιθυμία της λυτρωτικής ένωσης με τον κόσμο των προγόνων, την παραμυθία που αντλείται από την επαφή με τον κώδικα αξιών τους και την επιταγή της μετάδοσής του στις επόμενες γενεές.

Τόποι, τοπωνύμια, παράδοση και ιστορία είναι, ειδικά, στον Χριστόφορο Μηλιώνη, σήματα «ρωγμές» μιας αναδυόμενης εντοπιότητας, που στον πεζογράφο αυτόν αποκαλύπτεται περιβεβλημένη με μ ύ θ ο. Έτσι που την καθιστά μ υ θ ο π ο ι η τι κ ή.

 

Η συλλογή Καλαμάς και Αχέροντας (1985), με τα 11 διηγήματά της, μας δίνει αρκετά πλούσιο υλικό για το θέμα που μας απασχολεί. Ξεκινώντας από τον τίτλο ο Μηλιώνης οριοθετεί ουσιαστικά το πεδίο δράσης των ιστοριών που περιλαμβάνονται στη συλλογή. Ο Καλαμάς (οι πηγές του οποίου βρίσκονται στα όρια του Νομού Ιωαννίνων με την Αλβανία)  είναι το βόρειο σύνορο των ιστοριών και ο Αχέροντας (ο οποίος εκβάλει στο χωριό Αμμουδιά της Πρέβεζας) το νότιο. Μέσα σε αυτά τα όριο ξετυλίγονται όλες οι ιστορίες της συλλογής. Τα κυριότερα τοπόσημα των ιστοριών του Μηλιώνη είναι, όπως σημειώσαμε και πιο πριν, ο γενέθλιος τόπος του ανάμεσα Μουργκάνα και Κασιδιάρη στα χωριά του Πωγωνίου. Ο Μηλιώνης έχει μια έμμονη προσήλωση στον τόπο του, μια βαθιά νοσταλγία, αλλά χωρίς εξειδανίκευση. στον οποίο επιστρέφει με κάθε αφορμή. Αντί για πόλη, ο Χρ. Μηλιώνης «όλο φεύγει και όλο εκεί γυρίζει», στα ερημωμένα χωριά του Πωγωνίου, με τα σπίτια που κατάντησαν «λιθοσουριές, σκεπασμένες από βάτα και χλίμερες».

Στο πρώτο διήγημα της συλλογής «Ο φρύνος» ο Μηλιώνης, όπως κάνει στα περισσότερα διηγήματά του ξεκινάει από κάτι απλό όπως είναι η συνάντησή του ένα καλοκαίρι, μετά από σαράντα χρόνια, με τον παιδικό του φίλο Τριαντάφυλλο που είχε μετακομίσει στη Σουηδία και ήρθε τουρίστας στην Ελλάδα. Την αφορμή για να καλυφθεί αυτό το μεγάλο χρονικό άνυσμα είναι το πήδημα ενός σιχαμερού και αποκρουστικού ζώου, μιας ζιάμπας όπως την αποκαλούν στην τοπική διάλεκτο.[10] Το ζώο πυροδοτεί τη μνήμη του συγγραφέα και του δίνει τη δυνατότητα να μεταφερθεί ο ίδιος και μαζί του και όλοι εμείς οι αναγνώστες στον γενέθλιο χώρο του συγγραφέα και στην παιδική του ηλικία στο χωριό. Η περιγραφή του σιχαμερού ζώου δίνει την δυνατότητα στον αφηγητή, μέσω της συνειρμικής διαδικασίας, να κάνει συγκρίσεις με την τωρινή ασφυκτική κατάσταση που βιώνει και ο ίδιος, αλλά και η πλειοψηφία των κατοίκων στην μεγάλη, αφιλόξενη και εχθρική πόλη την Αθήνα. Ο αφηγητής θέλοντας να βρει διέξοδο από ένα έντονο αγχωτικό και αλλοτριωτικό παρών καταφεύγει μέσω της μνήμης στον ασφαλή, χαρούμενο  και ευτυχισμένο χώρο της παιδικής ηλικίας που βίωσε στον γενέθλιο τόπο, που του προσφέρει αντοχές για να αντιμετωπίσει το τωρινό αποξενωμένο και εχθρικό περιβάλλον της ζωής του ενήλικα.

 

Τώρα που το καλοσκέφτομαι, βρίσκω πως από πολλές απόψεις ο φρύνος σήμερα είναι το πιο κοινό είδος στην Αθήνα: φρύνος ο Αθηναίος, Χωμένος στην τρύπα της πολυκατοικίας του, Κύριος οίδε μέσα σε τι βρωμιά, ή φερέοικος με τέσσερις ρόδες, έτοιμος να σου εκτοξεύσει το φαρμάκι του κάθε στιγμή που θα υποψιαστεί πως απειλείται.

 

Ο Μηλιώνης επιστρέφει λοιπόν στο παρελθόν, στον γενέθλιο χώρο του και με την ιστορία μιας φτωχής κοντολαίμας γριάς που ζούσε στη γειτονιά τους την οποία φωνάζανε περιπαικτικά ζιάμπα. Μεταφερόμαστε έτσι στον χώρο του χωριού και στην παιδική ηλικία του συγγραφέα όπου παρακολουθούμε την τραγική ιστορία της γριάς η οποία ζούσε σε ένα καλύβι στην άκρη του χωριού και όλα έκλαιγε για τον χαμένο της Μιχάλη που είχε φύγει για να δουλέψει στην Πόλη αλλά μετά χάθηκαν τα ίχνη του.

Όταν ο αφηγητής μαζί με τον φίλο του τον Τριαντάφυλλο επιστρέφουν μετά από σαράντα χρόνια στο χωριό όλα έχουν αλλάξει δραματικά. Δεν είχε πια απομείνει εκεί κανένας δικός τους, το καλύβι της γριάς, ήταν ένας σωρός χορταριασμένος. Παντού ερημιά, εγκατάλειψη και ερείπια, όπως ακριβώς είναι το τώρα και των δύο πρωταγωνιστών. Το διήγημα κλείνει με την ανακάλυψη του λαγηνιού που είχε θάψει η θεία του συγγραφέα η θεια Αργύραινα. Και όταν ο Τριαντάφυλλος έσκαψε με τα χέρια του και έβγαλε το λαγήνι, τότε από μέσα του ξεπετάχτηκε μια ζιάμπα. Αυτή η εικόνα συνδέει το παρόν με το παρελθόν εξατμίζοντας στο μυαλό του αφηγητή τον χρόνο. Ο Τριαντάφυλλος, αλλοτριωμένος μετανάστης, αποκομμένος πλέον από τον γενέθλιο τόπο παίρνει το λαγήνι ως σουβενίρ στη Σουηδία. Αλλά, όπως αναφέρει ο αφηγητής στο κλείσιμο του διηγήματος η ιδέα του αυτή δεν είναι καλή και κάποια μέρα θα το πληρώσει.

 

Και στο διήγημα με τίτλο «Καλαμάς κι Αχέροντας», με προμετωπίδα στίχο του Βύρωνα: «Να κι ο Καλαμάς, ο σκοτεινός Αχέροντας εκείνος», η μνήμη έχει πισωγυρίσματα στις ιστορίες του χτες και του σήμερα και στο τι μπορεί να είναι ο Καλαμάς κι Αχέροντας για τους πολλούς. Ο αφηγητής βρίσκεται στον οικείο χώρο της γενέθλιας γης «σ’ ένα μικρό οροπέδιο, στα λιβάδια του μοναστηριού, που στη μιαν άκρη του, στα ριζά ενός λόφου, ήταν το παλιομονάστηρο και στην άλλη ένα στεφάνι από βράχια, στο φρύδι του γκρεμού. Από κει πάνω μπορούσες ν’ αγναντεύεις στα δυτικά τον κάμπο της Δερόπολης με τα νερά του Δρίνου να λαμποκοπάνε, κι ακόμα μακρύτερα, ως τα βουνά του Αργυροκάστρου και του Τεπελενιού, που κάποτε, τέτοιαν ώρα, βογκούσανε βαθιά από το κανονίδι μα τώρα λούφαζαν στο ήμερο ηλιοβασίλεμα. Λούφαζε αντίκρυ κι η Μουργκάνα […]». Η αναφορά αυτή μας θυμίζει έντονα το μικρό βοσκόπουλο του διηγήματος του Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα»

Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ’ έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ’ ανερχόμενα αποτόμως διά κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.

Ο πρωταγωνιστής αφηγητής καταφεύγει και πάλι στη μνήμη για να μας περιγράψει την κατάσταση που βίωνε ως άνεργος περιμένοντας την επαγγελματική του αποκατάσταση, στο χωριό του, μαζί με τους γέροντες οι οποίοι είχαν απομείνει εκεί καθώς, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «Οι πιο καλοί είχαν χαθεί στους πολέμους και οι πιο ικανοί μαράζωναν στα εργοστάσια της Γερμανίας και στα ορυχεία ή ξεχέρσωναν τις πάμπες της Αυστραλίας. Οι λίγοι που είχαμε απομείνει ήμασταν οι μαραζιάρηδες, κι αυτοί που μπεκρουλιάζανε όλη τη μέρα με σκέτο ούζο,  λιώνανε στα δάχτυλα τα λιγδιασμένα τραπουλόχαρτα και ρουφιάνευαν άγρια ο ένας τον άλλον

Μια τυχαία, όμως, γνωριμία του συγγραφέα στο χωριό, φέρνει την ανατροπή, καθώς τον οδηγεί στα Γιάννενα στο Χάνι του Κόρακα και στον κύριο Κώστα όπου είναι τα λημέρια του Γάκια πρωτοπαλίκαρου του Ναπολέοντα Ζέρβα. Μετά από ταλαιπωρία βρίσκεται δάσκαλος στη Λάκα Σουλίου να κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι στο οποίο κοιμήθηκε και ο Ζέρβας. Έτσι του δίνεται η ευκαιρία να μας μιλήσει για τις αγριότητες του εμφυλίου ένθεν κακείθεν. Όμως το πιο σημαντικό σημείο για το θέμα που αναπτύσσουμε εδώ είναι η αδυναμία που νοιώθει ο αφηγητής να συνεννοηθεί με τους συνανθρώπους του αφού άλλα πράγματα έχει ο καθένας στον νου του, όταν μιλάει. Η αλλοτρίωση των σημερινών ανθρώπων είναι μεγάλη, και αντιμετωπίζουν τους τόπου από τους οποίος περνάνε με την τουριστική ματιά, μη γνωρίζοντας την ιστορία και τα τραγικά και δραματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκεί κατά τη διάρκεια του εμφύλιου σπαραγμού. Ο αφηγητής, αισθάνεται μεγάλη πικρία και απογοήτευση όταν διαπιστώνει ότι ενώ οι άλλοι, ως τουρίστες πλέον, περνούν αδιάφορα από μέρη, όπως είναι ο κάμπος του Φαναρίου και ο Αχέροντας,  αυτός μιλάει για την πίσω μεριά, την αθέατη, την πίσω μεριά του θανάτου.

 

Στο διήγημα, «Η Μαναμεγάλη», ο Μηλιώνης τιμάει τη μνήμη της ηρωίδας του με την παρουσία του στον θάνατό της, όπως της είχε υποσχεθεί. Το γεγονός αυτό του δίνει την ευκαιρία να επιστρέψει στον γενέθλιο χώρο και στον χρόνο της παιδικής ηλικίας.

Περιγράφοντας την Μαναμεγάλη, μια αρχετυπική μορφή ενός κόσμου και ενός πολιτισμού που εξαφανίστηκε για πάντα, ο Μηλιώνης μας μεταφέρει στην παιδική του ηλικία όπου δέσποζαν οι γυναικείες μορφές σε έναν πολιτισμό που την εξουσία την ασκούσαν κατ΄ όνομα οι άντρες. Ειδικά για την Ήπειρο και για τις κοινωνίες στις οποίες οι άντρες αναγκάζονταν να μετακινούνται διαρκώς προς εύρεση εργασίας η γυναίκα ήταν αυτή που στήριζε και φρόντιζε την οικογένεια και είχε την ευθύνη της οικιακής οικονομίας και της ανατροφής των παιδιών.

Η Μαναμεγάλη,  η οποία έχαιρε της εκτίμησης όλου του χωριού, δέσποζε με το μπόι της, με τον ίσκιο της, αλλά και με τον κόσμο της -κουνιάδους, συννυφάδες, παιδιά και αγγόνια- και το παλαιικό τους σπίτι βρίσκονταν δίπλα σ’ αυτό του συγγραφέα. Η Μαναμεγάλη ήταν η μάνα τροφός για όλα τα μέλη της παραδοσιακής εκτεταμένης οικογένειας. Ο συγγραφέας ανταποκρινόμενος στην επιθυμία της Μαναμεγάλης αφήνει όλες τις υποχρεώσεις του και ανεβαίνει στο χωριό του μέσα στον άγριο χειμώνα για να παραστεί στην κηδεία της αν και δεν ήταν στενή του συγγενής. Είναι μια τιμή του συγγραφέα προς τον γενέθλιο τόπο του και στους ανθρώπους που τον σημάδεψαν στην παιδική του ηλικία. Ουσιαστικά ο Μηλιώνης με αυτή την επιστροφή αποδίδει φόρο τιμής σε έναν κόσμο που έφυγε ανεπιστρεπτί, σ’ έναν κόσμο που εξέφραζε συλλογικές και αλληλέγγυες αξίες,  σε έναν κόσμο που ήταν σε απόλυτη αρμονία με τη φύση, σε αντίθεση με τον άκρατο ατομισμό που βιώνουν οι σημερινοί άνθρωποι στις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες. 

 

Τριγύριζαν στο μυαλό μου κι άλλες εικόνες, παλιές κι αδέσποτες. Ένας μεγάλος σοφράς, χαμηλός κι ολοστρόγγυλος, καταμεσής του σπιτιού, κι ολόγυρα σκυμμένα κεφάλια, αμίλητα, που άπλωναν και τρώγανε από μια χάλκινη γαβάθα-γερόντοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, που δεν τους γνώριζα, σκυμμένοι καθώς ήταν, μόνο τα χείλη τους άκουγα που πλαταγίζανε και τα κουτάλια που χτυπούσαν. Μια ξύλινη σκάφη στη γωνιά, γεμάτο καλαμποκίσιο αλεύρι, θησαυρός κι η Μαναμεγάλη με την ξύλινη κουτάλα να ανακατεύει με το ένα χέρι και με τ’ άλλο να χύνει βραστό νερό. Το ψωμί της που φάγαμε. Γυναίκες φουρνίζανε με ξαναμμένα πρόσωπα, μωρά ξεβράκωτα αρκουδίζανε στο χώμα. Βελάζανε πρόβατα στα ριζά, εκεί, εκεί που τελειώνουν τα κοντόραχα κι άρχιζε ο κάμπος, στα χειμαδιά του Ζήκου. Ύστερα, μέσα στη νύχτα, μια φωτιά αναμμένη στον όχτο του μεγάλου χωραφιού με τα καλαμπόκια, κοντά στο ποτάμι, και δίπλα στρώματα στην αράδα, με τα πρόσωπα έξω από τις βελέντζες να μετράνε τ’ άστρα.»

Ο αφηγητής μετά από την παραμονή του για ένα βράδυ στα Γιάννενα παίρνει το πρωί το δρόμο για το χωριό του για την κηδεία της Μαναμεγάλης. Ανεβαίνοντας για τα Πωγώνια, όπως γράφει, αρχίζει η επανασύνδεση με το παρελθόν κυρίως με το φυσικό περιβάλλον το οποίο ήταν και είναι πηγή ευδαιμονίας, ένας χώρος, γνωστός, οικείος σε αντίθεση με το αλλοτριωτικό και ανοίκειο περιβάλλον της πόλης.

«Περνώντας μέσα από χιονισμένες κοιλάδες που με ξέρανε και τις ήξερα -από την καλή κι από την ανάποδη-, μέσα από δάση βελανιδιές, όπου ίσως θα υπήρχαν ακόμη λύκοι κι αγριογούρουνα, αν δεν είχαν κατέβει χαμηλά στα χειμαδιά του Ζήκου -ποια χειμαδιά, ποιοι λύκοι και ποια αγριογούρουνα; -κοιτάζοντας αντίκρυ τη Μουργκάνα, το φοβερό βουνό με το σκοτεινό όνομα, φορτωμένη χιόνι και σύννεφα, έφτασα στο χωριό. Έριξα μια κλεφτή ματιά στο ρημαγμένο σπιτικό μου και τράβηξα κατευθείαν στη διπλανή εξώπορτα».

Στο τέλος, ο γερο-Ζήκος θα μείνει μόνος και θα καπνίζει σκεφτικός, με κρεμασμένα μουστάκια και τα μάτια στυλωμένα στις φλόγες,  ήδη το δεύτερο τσιγάρο του (η συχωρεμένη η Μαναμεγάλη τού απαγόρευε να καπνίζει). Το μόνο που είπε όταν ήρθαν να σηκώσουν το φέρετρο ήταν μονάχα: «Ψυχή μου».

 

Στο διήγημα «η Φρύνη» από την ίδια συλλογή ο Μηλιώνεις αποτίει φόρο τιμής στον μεγάλο δάσκαλο τον άγιο των ελληνικών γραμμάτων τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και το διήγημά του «Όνειρο στο κύμα». Ο συγγραφέας μέσα από τις συνεχείς παλινδρομήσεις της μνήμης, μετακινείται από το παρόν στο παρελθόν και στο τέλος του διηγήματος πάλι στο παρόν για να μας διηγηθεί μια ιστορία ερωτικής ενηλικίωσης στην εφηβική του ηλικία που έρχεται σε αντίθεση με το άχαρο και αλλοτριωτικό παρόν της πόλης.

Οι κάτοικοι της Ηπείρου, είναι τραχείς, λιγομίλητοι, λιτοδίαιτοι λόγω των συνθηκών μέσα στις οποίες ζουν, είναι όμως αγνοί και απλοί,  μυρίζουν καβαλίνα και βαρβατίλα και ο χώρος που ζουν και δουλεύουν είναι απόλυτα εναρμονισμένος με το φυσικό περιβάλλον και συγκροτούν μαζί  του ένα ενιαίο σύνολο. Ο άνθρωπος μέσα σε αυτό το ενιαίο σύμπαν νοιώθει ευτυχισμένος και ολοκληρώνεται ως προσωπικότητα, πάντα σε συνάρτηση με τον τόπο και την κοινότητα μέσα στην οποία ζει και δραστηριοποιείται:

Έξω από το χωριό ήταν ένα βαθύ ρέμα, κάτω από έναν γκρεμό θεόρατο, όπου φωλιάζανε τα όρνια, κι ολόγυρα πυκνή βλάστηση: μεγάλα σφεντάμια, ξεροπλάτανοι και φτελιές, σκεπασμένες από άγρια κλήματα κι αγράμπελες, έτσι που χανόμασταν στα μονοπάτια με τη Φρύνη, τα υγρά και τ’ ανήλιαγα. Ύστερα άρχιζαν οι κήποι, μικρές πεζούλες ανάμεσα σε κερασιές και καρυδιές, ως κάτω, ως το ρέμα με τα πολυτρίχια, όπου μεγάλες ιτιές σκύβανε πάνω στο νερό που κυλούσε σβέλτο, αφού πρώτα γκρεμιζόταν απ’ τον ψηλό καταρράχτη μέσα σ’ ένα κάτασπρο σύννεφο. Ποτίζαμε συντροφικά τους κήπους μας και μετά κατεβαίναμε στο ρέμα. (Χ. Μηλιώνης, «Η Φρύνη», σ. 118)

Αξιοσημείωτη και χαρακτηριστική των κοινωνιών αυτών είναι  η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη, των χωριανών στην καθημερινή τους ζωή αλλά και  τις μέρες που κρύβονται στα δάση λόγω της παρουσίας των Γερμανών κατακτητών:

Σ’ αυτό το διάστημα ζούσαμε στα δάση μια ζωή αλλιώτικη. Τα ζώα είχαν σκορπίσει τα πιο πολλά κι είχαν γίνει κοινόχρηστα, όποιος έβρισκε άρμεγε. Και βέβαια είχαν γίνει κοινόχρηστα και τα σπίτια με ό,τι είχε απομείνει μέσα, και τα ατρύγητα αμπέλια - Αύγουστος ήταν — κι οι λαχανόκηποι, όλα στη διάθεση αυτών που τολμούσαν να μπουν κρυφά στο χωριό, όπου υπήρχε κίνδυνος να βρεθούν μπροστά στους Γερμανούς. Φέρνανε τα σακούλια γεμάτα με ό,τι προλάβαιναν να πάρουν στ’ αρπαχτά, κι όσοι τύχαιναν κοντά τους μαζεύονταν γύρω τους και τα μοιράζονταν. Αλεύρι, ποιος λίγο ποιος πολύ, όλοι είχαμε, και το ψωμί το ψήναμε τη νύχτα μέσα στις σπηλιές, για να μη φαίνεται ο καπνός κι η φωτιά.

Μετά από την περιγραφή της ιστορίας με τη Φρύνη και τον τράγο του Γκόντου ο αφηγητής επιστρέφει στο παρόν του ενήλικα όπου σε αντίθεση με το παρελθόν και τη ζωή στο χωριό, βιώνει την απουσία ζωής και την έλλειψη των παιδιών που αντιπροσωπεύουν το μέλλον της κάθε χώρας.

Τώρα όλα ξεχάστηκαν πια. Και μόνο εγώ τα θυμάμαι ακόμα κι ανεβοκατεβαίνω τις κλίμακες, εδώ στο διαμέρισμα της οδού Ιπποκράτους, όπου δεν ακούγεται ούτε μια φωνή παιδιού, λες και σταμάτησε η ζωή. Κι η Φρύνη, μαρμαρωμένη Αϕροδίτη, σαν εκείνες που τεχνουργούσαν ο Πραξιτέλης κι ο Απελλής.

 

Ο αφηγητής μας περιγράφει έναν κόσμο «της κλειστής αγροτικής κοινωνίας» και έναν πολιτισμό που χάθηκαν για πάντα. Είναι όμως ένας κόσμος που τον κρατάει ζωντανό μέσω της μνήμης, ένας κόσμος που δίνει ζωή και στον ίδιο να αντέξει το αλλοτριωτικό και αδιάφορο παρόν. Ο συγγραφέας νιώθει ότι έχει ένα χρέος απέναντι σ’ αυτόν τον κόσμο να τον κρατήσει ζωντανό μέσω της λογοτεχνίας.

Η δική μας Φρύνη είχε πρόσωπο σταρένιο, ψημένο στον ήλιο, και μάτια που πετούσαν σκοτεινές λάμψεις. Κι όσο για το κορμί της... Τώρα που τα σκέφτομαι όλα, εδώ στο διαμέρισμα της Ιπποκράτους, λέω πως πρέπει να ήμουν ο πιο τυχερός μέσα σ’ εκείνον τον κόσμο της «κλειστής αγροτικής κοινωνίας», όπως λένε σήμερα οι σπουδαιολόγοι, όταν μιλούν για κείνον τον καιρό που χάθηκε, λένε, για πάντα. Με κάτι τέτοια με κάνουν να αισθάνομαι πως είμαι ο τελευταίος μάρτυρας και, για να το πούμε αλλιώς, ο άνθρωπος που του ’χε δοθεί η χάρη.

 

Το 1998 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Τα φαντάσματα του Γιορκ. Το διήγημα που εντάσσεται πιο πολύ στην προβληματική μας είναι το «Ακούω τον Άνεμο». Είναι το πεζό με τα πιο πολλά ηπειρώτικα τοπωνύμια σε όλο το έργο του Μηλιώνη. Μέσα σε είκοσι οκτώ σελίδες συνωθούνται ογδόντα ένα τοπωνύμια, είκοσι εννέα μικροτοπωνύμια και ένδεκα κύρια εθνικά ονόματα ή τοπικά επίθετα.

Για τους Ηπειρώτες συγγραφείς η γη της ιδιαίτερης πατρίδας είναι άβατη στους ξένους και κυρίως στους τουρίστες που δεν κατανοούν τη μυστική της δύναμη. Για παράδειγμα, στο «Ακούω τον άνεμο» του Μηλιώνη το Πωγώνι είναι το μοναχοπαίδι του αφηγητή που θέλει να το προστατέψει από τους αδηφάγους τουρίστες.[11]

Τι ξέρουν οι τουρίστες και τι να καταλάβουν; ...

Παραπέρα είναι το Πωγώνι, που δεν αξίζει τίποτε — «το παιδί μου είναι το πιο άσχημο παιδί του κόσμου! Έχει μάτια σαν του ποντικού, βγάζει απαίσιες φωνές, δεν ξέρει να μιλάει...», όπως λέγανε οι Κινέζοι, όταν ήταν να παρουσιάσουν το μοναχοπαίδι τους σε ξένους ανθρώπους. Κάτι χειρότερο: Σε τουρίστες!

Στη μεταπολεμική πεζογραφία της ηπειρώτικης εντοπιότητας το δημοτικό τραγούδι -ιδίως το μοιρολόι-, οι τραγουδιστές, οι οργανοπαίχτες, οι χορευτές και τα παραδοσιακά πανηγύρια αναδεικνύονται σε κεντρικό θέμα. Ο αφηγητής του Μηλιώνη αποφαίνεται για τη δημοτική ποίηση της Ηπείρου: όλα τα τραγούδια της πατρίδας μου μοιάζανε με μοιρολόγια («Οι Φωνές»), υπεραμύνεται της γνησιότητας των ηπειρώτικων πανηγυριών, θεωρεί πως ευτελίζονται πασίγνωστα δημοτικά τραγούδια, όταν τραγουδιούνται από την κουλτούρα της Αθήνας ή ανθρώπους ανίδεους απέναντι στον πόνο που εκφράζουν, και υπερασπίζεται σθεναρά την ιδιαίτερη ποιότητα, την ιδιόμορφη μουσική κλίμακα και τις αυθεντικές πολυφωνικές εκτελέσεις των τραγουδιών:

Τα ηπειρώτικα πανηγύρια είναι άλλο πράμα, κρατούν την παλιά τους εικόνα. Όχι όπως στην άλλη Ελλάδα που κατάντησαν σαν τα σκυλάδικα του Αιγάλεω με τις αμανετζούδες. …

Οι Βησσανιώτισσες ήταν ωραίες γυναίκες και παιγνιδιάρες. Αυτό θέλει να πει και το τραγούδι, που το ’κανε γνωστό ο Αγγελόπουλος και το ’μαθε όλη η Κουλτούρα της Αθήνας. Μου το χαλάσανε, το ξεφτιλίσανε. Δε μου ’ρχεται να το τραγουδήσω. Αρχίζω να λέω:

 

Μωρή κοντούλα λεμονιά με τα πολλά λεμόνια

Βησσανιώτισσα

σε φίλησα κι αρρώστησα,

 

και μου ’ρχεται να ξεράσω. Αυτό και το «Χαλασιά μου». Κι ακόμα πιο πολύ, το «Γιάννη μου, το μαντίλι σου», που για να το πεις και να το τραγουδήσεις, πρέπει να ’σαι Βορειοηπειρώτισσα, γέννημα-θρέμμα, να φοράς μονέτρα, να ’χεις πιει ένα ποτάμι φαρμάκια, να ξενοπλένεις στα σπίτια της Αθήνας και να σε λένε Αλβανή. Ούτε κι εγώ μπορώ να το τραγουδήσω. Οι Δεροπολίτες είναι γι’ αυτά. Σου στρώνουν στο άψε ολόκληρη χορωδία, με πάρτη, με κλώστη, με τσακιστή με ισοκράτη. Έχω ένα δίσκο με τους «Πέντε Γλυνιώτες», προπολεμική εγγραφή, από τη μια μεριά το «Βλάχα πλένει στο ποτάμι» κι από την άλλη το «Κάπου μια ’μορφή, κάπου μια μαυρομάτα μαντιλόπλενε μαντίλια μεταξένια κι αραθύμωσε»—αραθύμωσε θα πει: φουρτούνιασε η καρδιά της. Εκεί ν’ ακούσεις κλώσιμο και τσάκισμα! Κι ένα κλαρίνο που πατάει γερά σε κάθε σκαλοπάτι».

 

Στο παραπάνω απόσπασμα ο αφηγητής επιδίδεται σε μία σειρά συγκρίσεων και αξιολογικών κρίσεων υπέρ της ηπειρώτικης παράδοσης: α. πανηγύρια με παλιά αίγλη στην Ήπειρο vs σκυλάδικα με αμανετζούδες στην υπόλοιπη Ελλάδα, β. τραγούδια όμορφα στον τόπο τους vs τραγούδια «χαλασμένα» εκτός γενέθλιου τόπου, γ. τραγούδια ταιριαστά στις φαρμακωμένες Βορειοηπειρώτισσες vs τραγούδια αταίριαστα στο στόμα ατυράννητων ανθρώπων.[12]

Ειδικά για τη λειτουργία του πανηγυριού στις παραδοσιακές κοινωνίες θα πρέπει να σημειώσουμε ότι συνδύαζαν το θρησκευτικό στοιχείο με τα στοιχεία της διασκέδασης, της κοινωνικής συνοχής και της οικονομίας, με την έννοια της εμποροπανήγυρης.

Tα πανηγύρια είναι ένα μέσο έκφρασης του λαϊκού πολιτισμού, μια ζωντανή και σύγχρονη παράδοση που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον· ένα μοναδικό και αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού. Περιλαμβάνουν ένα σύνολο αναμνήσεων, οι οποίες αντανακλούν στις ιστορικές, συλλογικές εμπειρίες του ανθρώπου. Τα κύρια συστατικά ενός πανηγυριού, που συνδέονται με φάσεις της αγροτικής, κτηνοτροφικής ή κοινωνικής ζωής, όπως είναι ο χορός, το τραγούδι, η μουσική, τα όργανα, το γλέντι και το φαγοπότι, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον τόσο ως σύνολο, όσο και μεμονωμένα.[13]

Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ο θεσμός των πανηγυριών αναπτύχθηκε κυρίως μέσα στο πλαίσιο της κοινότητας και του κοινοτισμού, θεσμών που διαμορφώθηκαν εξελικτικά στην πορεία του ελληνισμού, ειδικά κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας τότε που οι υπόδουλοι Έλληνες είχαν ανάγκη να κρατηθούν και να κρατήσουν την ελληνική συνείδηση και ταυτότητα. Η κοινότητα και ο κοινοτισμός υπήρξαν κατά τη χρονική εκείνη περίοδο σημείο αναφοράς συσπείρωσης και συνοχής του ελληνικού στοιχείου και αυτόνομης λειτουργίας, στο πλαίσιο του ευρύτερου σχηματισμού της αυτοκρατορίας.

Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι η κοινότητα και ο κοινοτισμός, υπήρξαν πολύ σημαντικά στοιχεία καθώς έχουν διάσταση και ρόλο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και πολιτικό ταυτόχρονα αντανακλώντας ένα συγκεκριμένο ήθος που διέπει την κοινοτική ζωή και αντανακλά το σύνολο αξιών, κανόνων και τρόπων συμπεριφοράς που συνθέτουν την ελληνική ταυτότητα.

Οι αξίες δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά μόνο σε σχέση με τους θεσμούς και η κοινότητα αποτέλεσε ένα θεσμό που διαμόρφωσε ιστορικά συγκεκριμένες αξίες, οι οποίες μπορούν να ερμηνεύσουν το πνεύμα της κοινότητας ως σύνολο κανόνων και προσδοκιών.[14]

Ο ίδιος ο Μηλιώνης σε συνέντευξή του λέει για το ζήτημα της παράδοσης:

Είμαι από τους λίγους που έμειναν πια που έχουμε ζήσει την παράδοση ζωντανή. Τους χορούς, τα έθιμα, τα τραγούδια, εγώ τα έζησα λειτουργικά. Ήταν καθημερινά στοιχεία στη ζωή μας τα χρόνια που έζησα στο χωριό, δηλαδή μέχρι τα φοιτητικά μου χρόνια.

Χόρεψα με τους χωριανούς μου χορούς ντόπιους σε πανηγύρια ή σε απλές διασκεδάσεις και σε γάμους. Τραγούδησα με τους χωριανούς μου∙ ξέρω ο ίδιος πάρα πολλά δημοτικά τραγούδια και τα ξέρω από τη ζωντανή παράδοση και όχι από τα βιβλία. Μεγαλώσαμε με παραμύθια που λέγαμε εμείς τα παιδιά που τα μαθαίναμε από παλιότερα παιδιά ή που τ’ ακούγαμε να τα διηγούνται οι γυναίκες μεταξύ τους. Το παραμύθι ήταν στοιχείο της κοινοτικής αυτής ζωής.

 

Και συνεχίζει:

 Εμείς λοιπόν που ζήσαμε στην  επαρχία κοντά στη φύση, κοντά σ’ αυτή την παραδοσιακή ζωή μάθαμε συνάμα τη γλώσσα συγχρόνως με τα πράγματα.

Είναι βιωματική η σχέση που έχουμε με τη γλώσσα και από την άποψη αυτή είμαστε γλωσσικά προνομιούχοι όσοι καταγόμαστε από την επαρχία, ιδιαίτερα από αγροτικές περιοχές.[15]

 



[1] Ερατ. Καψωμένος, Εισαγωγή στον τόμο Η πόλις Άδουσα, Ανθολόγιο ηπειρωτικής πεζογραφίας, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, 2002.

[2] Ερατ. Καψωμένος, «Πολιτισµοί της εντοπιότητας. Από το χθες στο αύριο». http://old.ntua.gr/MIRC/5th_conference/ergasies/13%20%CE%9A%CE%91%CE%A8%CE%A9%CE%9C%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A3%20%CE%95%CE%A1%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%A3%CE%98%CE%95%CE%9D%CE%97%CE%A3.pdf

[3] Θανάσης ΚούγκουλοςΗ Ήπειρος ως λογοτεχνικός μύθος στη μεταπολεμική πεζογραφία, Φιλοσοφική σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Τμήμα φιλολογίας. Γιάννενα 2012.

[4] Γιώργος Π. Πεφάνης, Ο γενέθλιος τόπος, το στρατόπεδο και η λειτουργία της μνήμης στην Καμπανελλική σκηνή. https://www.academia.edu/40139476/

[5] Ευριπίδης Γαραντούδης: Το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας στην ελληνική μεταπολεμική και μεταπολιτευτική ποίηση. Περ. Νησίδες, Καλοκαίρι 2017, Τεύχος 16, σσ. 36-56.

[6] Ηλίας Γκρής, «Τάκης Σινόπουλος: Ένας κατεξοχήν τραγικός ποιητής», εφημ. Καθημερινή 14/5/2002.

[7] Θανάσης ΚούγκουλοςΗ Ήπειρος ως λογοτεχνικός μύθος στη μεταπολεμική πεζογραφία, ό.π.

[8] Περισσότερες αναφορές στη διδακτορική διατριβή του Θανάση Κούγκουλου.

[9] Γ. Λαδογιάννη, «Η Θεσσαλία ως λογοτεχνικός μύθος στους σύγχρονους Δυτικο-Θεσσαλούς λογοτέχνες », σσ. 128-129.

[10] «Η χρήση του τοπικού ιδιώματος της Ηπείρου συμβάλλει στη μυθοποίηση του χώρου. Οι ηπειρώτικες λέξεις μεταμοσχεύουν στη λόγια εξιστόρηση τη στιβαρότητα και την αμεσότητα της προφορικής διήγησης. Το ύφος της γειτνιάζει με το λαϊκό ύφος που τη γοητεύει, εφόσον, με δημιουργική πάντα διάθεση, το αντιγράφει. Η λέξη αυτονομείται, χρησιμοποιείται σαν ένα αισθητικό κατάλοιπο του παρελθόντος που αξίζει όχι μόνο να διασωθεί αλλά και να επανενταχθεί στον γλωσσικό πλούτο των σημερινών ελληνικών. Η ερμηνεία του, μέσα ή έξω από το κείμενο, δεν είναι πάντα απαραίτητη για να παρακολουθήσουμε τα διαδραματιζόμενα. Είναι σαν να ακούμε μια λαϊκή αφήγηση στο περιβάλλον της, την οποία χαιρόμαστε όχι μόνο για το περιεχόμενό της αλλά και για τον λεκτικό θησαυρό που μεταδίδει. Με άλλα λόγια, οι ιδιωματικές λέξεις ενισχύουν πολλαπλά τον μύθο του γενέθλιου τόπου και τον συνδέουν με τις ρίζες του, με την ηπειρώτικη προφορική λογοτεχνία». Θανάσης Κούγκουλος, Διδακτορική διατριβή ό.π.

[11] Θανάσης Κούγκουλος, ό,π.

[12] Θανάσης Κούγκουλος, ό.π.

[13]https://www.ekalampaka.gr/article/ta-paradosiaka-panigyria-kai-i-simasia-toys-grafei-o-thanasis-sioytas-syntaksioyxos-daskalos

[14] https://www.stagonnews.gr/to-panigiri-stin-elliniki-paradosi/

[15] Συνομιλία του Χριστόφορου Μηλιώνη με τον Γιάννη Η. Παππά, περ. Ελίτροχος, τχ. 7, Φθινόπωρο 1995.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...