Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

1ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός ποίησης -διηγήματος 2026

 

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ–ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΟ ΔΟΝΤΙ

 

1ος ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ – 2026

 

Το ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Διαπολιτισμός (www.periodikodiapolitismos.blogspot.com), οι εκδόσεις Διαπολιτισμός και οι εκδόσεις–βιβλιοπωλείο Το Δόντι προκηρύσσουν τον 1ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος για το έτος 2026.

 

Στόχοι του Διαγωνισμού

 

Ο διαγωνισμός αποσκοπεί στην ενίσχυση της σύγχρονης ελληνικής ποιητικής και πεζογραφικής δημιουργίας, στην ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση χωρίς θεματικούς ή υφολογικούς περιορισμούς, στην ανάδειξη αξιόλογων λογοτεχνικών έργων και δημιουργών, στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας μέσω έντυπων και ψηφιακών εκδόσεων, στη δημιουργία ενός ζωντανού πυρήνα λογοτεχνών με κοινό όραμα τον πολιτισμό και τη διαπολιτισμική επικοινωνία.

Όροι Συμμετοχής


Κάθε διαγωνιζόμενος/-η δύναται να συμμετάσχει με ένα (1) ποίημα ή ένα (1) διήγημα, σε ελεύθερο θέμα.

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι/-ες έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους και διαθέτουν ελληνική ή κυπριακή υπηκοότητα.

Τα έργα πρέπει να είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, σε ηλεκτρονική μορφή, με χρήση γραμματοσειράς Times New Roman, μεγέθους 12.

Το ποίημα μπορεί να είναι σε παραδοσιακό ή ελεύθερο στίχο και δεν πρέπει να υπερβαίνει τους σαράντα πέντε (45) στίχους.

Το διήγημα δεν πρέπει να υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) λέξεις.

Τα υποβαλλόμενα έργα δεν πρέπει να έχουν εκδοθεί, δημοσιευθεί (έντυπα ή ηλεκτρονικά) ούτε να έχουν βραβευθεί ή διακριθεί σε άλλον διαγωνισμό.

Τρόπος Υποβολής

Το έργο αποστέλλεται σε πέντε (5) δακτυλογραφημένα αντίγραφα, με αναγραφή μόνο του ψευδωνύμου.

Τα αντίγραφα τοποθετούνται σε μεγάλο φάκελο, όπου στη θέση του αποστολέα αναγράφεται μόνο το ψευδώνυμο.

Σε ξεχωριστό μικρό, σφραγισμένο φάκελο, με ένδειξη το ψευδώνυμο, περιλαμβάνονται:

 

Ψευδώνυμο

όνομα και επώνυμο

τίτλος έργου

ταχυδρομική διεύθυνση

τηλέφωνο (σταθερό & κινητό)

e-mail

 

Προθεσμία – Διεύθυνση Αποστολής

 

Καταληκτική ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2026

Αποστολή στη διεύθυνση:

Γιάννης Η. Παππάς

Σπερχειού 31

Τ.Κ. 26442 – Πάτρα

(Με την ένδειξη: Για τον 1ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος – Διαπολιτισμός-Το Δόντι).

 

Κρίση – Βραβεία – Δημοσίευση

 

Η αξιολόγηση θα πραγματοποιηθεί από πενταμελή επιτροπή, μέλη της οποίας είναι:

 

Θανάσης Μαρκόπουλος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας

Γιάννης Η. Παππάς,  ποιητής, διηγηματογράφος, μεταφραστής

Αντώνης Φωστιέρης, ποιητής

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, κριτικός λογοτεχνίας

Γιάννης Χρυσανθόπουλος,  ποιητής

 

Θα απονεμηθούν τρία (3) βραβεία και τρεις (3) έπαινοι στην κατηγορία της ποίησης και αντίστοιχα τρία (3) βραβεία και τρεις (3) έπαινοι στην κατηγορία του διηγήματος.

Τα δέκα (10) πρώτα ποιήματα και τα δέκα (10) πρώτα διηγήματα θα εκδοθούν σε συλλογικό τόμο από τις εκδόσεις Διαπολιτισμός και τις εκδόσεις το Δόντι της Πάτρας και θα δημοσιευθούν στην ιστοσελίδα:

www.periodikodiapolitismos.blogspot.com

 

Αποτελέσματα – Τελετή Απονομής

 

Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού θα ανακοινωθούν στα τέλη Νοεμβρίου 2026.

Η απονομή των βραβείων θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της 2ης Συνάντησης Λογοτεχνών, η οποία θα διεξαχθεί στην Πάτρα στις 11–12 Δεκεμβρίου 2026.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης θα διαβαστούν τα βραβευθέντα ποιήματα και διηγήματα.

 

Πληροφορίες – Επικοινωνία

 

Γιάννης Η. Παππάς

Διεύθυνση: Σπερχειού 31, 26442 Πάτρα

Τηλέφωνο: 693 666 6802

E-mail: gpappas1962@yahoo.gr

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΦΩΣΤΙΕΡΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟ


 

«ΗΛΙΘΙΟΣ ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΟΣ ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ»[1]

Από το πρώτο σας βιβλίο, το Έρεβος, έχουν περάσει περισσότερα από πενήντα χρόνια. Διαβάζοντάς το κανείς νομίζει ότι ανακαλύπτει εδώ κι εκεί, εν σπέρματι, τα χαρακτηριστικά του ιδιότυπου ποιητικού ιδιώματος που αναπτύξατε αργότερα. Η προσωπική φωνή και το στίγμα ενός ποιητή είναι άραγε δεδομένα εξαρχής και απλώς τα κάνει εμφανέστερα συν τω χρόνω, ή μήπως τα διαμορφώνει σιγά-σιγά, καθ' οδόν;

Αν θέλει κανείς να χάσει τη σοβαρότητά του, δεν έχει παρά να απαντήσει χωρίς καμιά επιφυλακτικότητα στην ερώτησή σας, που εκ πρώτης όψεως δείχνει αθώα, φυσική, εμπνέει εμπιστοσύνη. Αλλά δείτε, πως, ίσως με τη φιλόξενη ευγένεια του οικοδεσπότη, με ωθείτε να νιώσω νάρκισσος που ανενδοίαστα καθρεφτίζεται στα νερά της διαυγώς τάχα κατακτημένης προσωπικής μου φωνής. Εγώ όμως θα στρίψω στην πιο κοντινή μου παράκαμψη για να βγω σε κείνη την δημοκρατική άποψη, στην οποία όλοι νομίζω οι ποιητές συναντώνται, ότι η ποίηση είναι μια συγχορδία φωνών ή μια χορωδία που συγχωνεύοντας τις διαφορετικές ποιότητες μορφής αναδεικνύει την εποικοδομητική συνεργασία της για μια καλλίφωνη κατά το δυνατόν απόδοση. Ποιητές είστε πριν απ' όλα τα άλλα, κι έχουμε πιστεύω πολλές φορές συναντηθεί και βράσει μέσα στο ίδιο καζάνι. Δε μιλάμε βέβαια για την Κάλλας. Τέτοιες φωνές καλούνται να τραγουδήσουν στην όπερα των φαινομένων.

Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, λέω τούτο: Και στολή δύτη να φορέσω και να κατέβω στο βυθό των πραγμάτων, αυτόν τον πράγματι βυθό των πενήντα χρόνων, σίγουρα θα με κατασπαράξουν τα σκυλόψαρα των αλλοιώσεων. Τα δεδομένα εξαρχής, όπως δεδομένα όλα πιστεύω πως είναι, θα έχουν πια μεταλλαχθεί σε άμμο ή σε φωλιές φυσαλίδων. Σε κοράλλια πάντως όχι. Και να προεξοφλήσω επομένως ότι, όντως, ευθύς εξαρχής χαράζεται το δεσμευτικό «στίγμα», αλλά δεν δρα χωρίς να υποστεί τη σκληραγώγηση του χρόνου, των συνθηκών της ζωής, των βιωμάτων και του εγκλεισμού του στο εφιαλτικό στρατόπεδο της πείρας. Με λιγότερα λόγια, με ξαλαφρώνει από ενοχές, να πιστεύω ότι εκ γενετής στιγματισμένο είναι του καθενός το δρομολόγιο.

Το έργο σας αποσπά «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών», γίνεται ολοένα και πιο γνωστό στο ευρύ κοινό, ολοένα και πιο αγαπητό. Θεωρείτε ότι μια ποίηση σαν τη δική σας μπορεί να προσληφθεί και να εκτιμηθεί σε όλα της τα επίπεδα, ή μήπως λειτουργούν περισσότερο τα συναισθηματικά και τα συγκινησιακά της επιφαινόμενα;

Αυτή η ερώτησή σας, σαν να επιδιώκει ακόμα πιο σαφώς να με κάνει ακόμα πιο αμαρτωλή. Να παραδεχτώ δηλαδή ότι ναι, έχω «αποσπάσει» κλέφτικο ρήμα ετούτο – τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών, ότι η ποίησή μου έχει πολλά επίπεδα και να βαθμολογήσω αν αυτά μου εξοικονομούν τον έπαινο, ή αν εντονότερα λειτουργούν τα συναισθηματικά και συγκινησιακά επιφαινόμενα.

Ακούστε με. Δεν θα αποκλείσω ότι μπορεί να υπάρχουν πολλά επίπεδα, μια και δεν τα επεδίωξα, ούτε τα κατασκεύασα. Ό,τι έγινε, ήρθε. Ήρθε, μετά από έναν ηλίθιο σχεδόν παρατεταμένον ρεμβασμό μου μπροστά σε ένα τίποτα, μακάρια ξαπλωμένο σε ένα κενό. Επίσης, δεν θα αποκλείσω ότι το αγαπητότατο κοινό μπορεί, αν όχι να ξεφυλλίσει σχολαστικά τα όσα επίπεδα υπάρχουν, αν υπάρχουν, πάντως ότι διαγωνίως, με το γρήγορο βλέμμα του ενστίκτου, μπορεί να τα εννοήσει εν περιλήψει. Δεν υπάρχει βέβαια καμιά αμφιβολία, ότι την ταχύτερη και πιο ξεκούραστη προτίμηση μαγνητίζουν τα «επιφαινόμενα» στοιχεία, όντας πιο κοντά στην έκθετη καθημερινή ψυχή

Αν κοιτάξει κανείς κάθετα στον χρόνο, και σε μεγάλο μάλιστα βάθος, θα δει ότι δύο κύρια ρεύματα διατρέχουν τα εδάφη της ποίησης: το ένα πηγάζει από το συναίσθημα, το άλλο από τη νόηση. Στον δικό σας λόγο, τα δύο φαίνονται να ενώνονται σε μία κοίτη, και ίσως εκεί να οφείλεται εν πολλοίς η δραστικότητά του. Όμως, ποια είναι η πρωταρχική του αφετηρία;

Θέλετε να πείτε ότι, μέσα σ’ αυτή την τόσο αγωνιώδη προσπάθεια, να γράψουμε ένα ποίημα, με αβέβαιη την έκβαση, να το προχωρήσουμε, λειτουργεί μια κατασκοπευτική κάμερα, που ελέγχει ποιο ρεύμα πρωταρχικά κινείται όντας οδηγός του επόμενου; Μα αυτό το παρορμητικό ρεύμα δεν κατεβάζει μόνο ευγενή ερεθίσματα, αλλά και δύσμορφα: κοτρόνες, σκουπίδια, πτώματα, κακοποιημένα λάθη, λέξεις του πειρασμού που τις ψιθυρίζει η ευκολία, κλαδιά δέντρων απ' όπου πιαστήκαμε και σπάσανε, το ένα παπούτσι μιας ευκαιρίας – και δεν είναι γοβάκι κάποιας Σταχτοπούτας – και πόσα ακόμα που καμώνομαι πως τα ξέχασα. Παρασυρμένοι κι εμείς απ’ αυτή την άναρχη κινητοποίηση πόσο πολυτελώς ψύχραιμοι είμαστε για να μπορούμε να διακρίνουμε, ποιο απ’ όλα αυτά τα ρεύματα ήταν ο εμπνευστής αυτού του παρασυρμού; Άλλωστε – αφήστε να σας διαφθείρω στιγμιαία – λίγο θρονιάστηκαν στη νόησή μας τα σκουπίδια και λίγες κοτρόνες ή πτώματα αγάπησε το συναίσθημά μας;

Τέλος, τυφλά ψαύοντας άγγιξα ότι, αν κάτι από τις δικές μου βέβαια προσπάθειες, βγήκε στην ακτή κάποιας διατύπωσης, οι λέξεις, η γλώσσα την τράβηξαν έξω. Συχνά μάλιστα πείθομαι ότι εκείνες αποφασίζουν για την τύχη ενός ποιήματος, εκείνες το προετοιμάζουν, για να μην τους δώσω την άκρα αρμοδιότητα να το έχουν εκείνες γράψει. Και το λέω αυτό εν γνώσει των συνεπειών, να χαρακτηριστεί δηλαδή αυτό κατασκευή, μανιέρα, μεγάλη ανάμειξη της νοήσεως. 'Αλλά ένα μέρος μόνο ή ένα σημείο κάθε ποιήματος έρχεται από τη γνησιότητα. Το υπόλοιπο, το πλάθουν οι πιθανότητες.

Μία συχνή, σχεδόν συνήθης, ένσταση για ποιητές με διακριτό προσωπικό ύφος είναι ότι η έκφρασή τους παγιώνεται σε αυτό και δεν επιχειρούν νέους πειραματισμούς. Πιστεύετε ότι στα ζητούμενα ενός ποιητή είναι οπωσδήποτε και η διαρκής «ανανέωση», ή μήπως, αντίθετα, η εμμονή στην εκφραστική του ιδιοτυπία αποτελεί στοιχείο συνέπειας και απόδειξη αυθεντικότητας;

Η εμμονή μου σε έναν εκφραστικό τρόπο δεν οφείλεται στην αναζήτηση της ιδιοτυπίας, αλλά στην αδυναμία να έχω ανοιχτό μπροστά μου το περιθώριο της επιλογής πολλών τρόπων.

Στο κάτω κάτω, αν ισχύει αυτό που λέγεται, ότι η ποίηση είναι ένα ποίημα, πάντα το ίδιο, που δεν τελειώνει, γιατί να μην ταμπουρωθώ πίσω απ' αυτή την άποψη που προστατεύει την μη εκ βαθέων ανανέωση της γραφής; Εξάλλου, για να μετακινηθείς προς έναν άλλον νέο χειρισμό, θα πρέπει να μετακινηθεί προς αυτή την απόπειρα και η ιδιοσυγκρασία σου. Και αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό, αποκλείεται να μας την έχει στήσει κι εκεί η μανιέρα;

Το αυθεντικό εν τέλει, φοβάμαι ότι είναι η πρώτη αιτία των ονείρων και η ανυπαρξία του, η πρώτη αιτία που τα όνειρα συμβιβάζονται με τις απομιμήσεις.

Μια ερώτηση μπορεί να είναι κοινότοπη, όμως δεν προεξοφλεί καθόλου κοινοτοπία της απάντησης. Λοιπόν: Στα ποιήματά σας υπάρχει συνήθως η αίσθηση μιας απουσίας, μιας έλλειψης, ενός απολεσθέντος παραδείσου – είτε αυτός αφορά σε ένα πρόσωπο, είτε σε μια ηλικία, σε ένα αντικείμενο, σε μια κατάσταση. Η ποίηση είναι άραγε, αναγκαστικά, το παραπλήρωμα μιας στέρησης, η παραμυθία μιας δυστυχίας, η επούλωση ενός τραύματος;

Πέρα απ’ όλ’ αυτά που απαριθμείτε και αναμφισβήτητα είναι, υπάρχει και ένας ιδιαίτερος μυστικοπαθής χρόνος που νοιάζεται μόνο να καλλιεργεί το μέλλον της γλώσσας, την εύηχη χρήση της, τη λειτουργική σχέση της με την αφαίρεση, τη συμβίωσή της με τον υπαινιγμό, να καλλιεργεί τέλος πάντων αυτό το μυστηριώδες πως: ενώ όλα σχεδόν έχουν ειπωθεί, η γλώσσα να επιμένει και να μας πείθει ότι δεν ειπώθηκαν τα σημαντικότερα.

Μας δίδεται έτσι ένα ατέρμον περιθώριο να πειραματιζόμαστε επάνω στο ενδεχόμενο μιας άλλης ομιλητικότερης, θερμότερης επικοινωνίας, από εκείνην την έως τώρα, που ούτε μας καθησύχασε, ούτε λιγότερο θνητούς μας έκανε. Στο κάτω-κάτω κάποτε πρέπει να μάθει να μιλάει σωστά και η σιωπή, οπότε γιατί να μην αναδειχθεί σε ποίηση η απουσία; Εγώ πάντως τη βρίσκω πολύ πιο κοινωνική, πιο πολιτισμένη από την παρουσία.

Πολύτιμη βέβαια και η παρουσία. Σου εξασφαλίζει τον επιούσιο θρήνο. Αλλά και η απουσία, τόσο μικρόσωμη, ελαστική που είναι, δεν δημιουργεί πρόβλημα χώρου στην ύπαρξη, ούτε διατροφής.

Οι γνωμικοί στίχοι, που βρίθουν στην ποίησή σας, είναι ο αρχικός πυρήνας που γύρω του κλώθεται η υπόλοιπη σύνθεση, η προκύπτουν ως πυκνώσεις του νοήματος κατά την ίδια τη διαδικασία της γραφής;

Αυτά τα «γνωμικά», εκτός του ότι μπορεί να προέρχονται και από πρωτοβουλία της γραφής και από το τυχαίο, που είναι ένας συχνός επισκέπτης του επιδιωκόμενου – ωθώντας το μάλιστα σε μια πολύ συναρπαστική λοξοδρόμηση –, έρχονται όμως και από την πύκνωση ενός φραστικού αδιεξόδου, μιας αμήχανης αφωνίας. Πιο πολύ ωστόσο υποπτεύομαι ότι είναι γεννήματα πύκνωσης φόβων, σινιάλα ίσως μιας προειδοποίησης προς κάθε αισιόδοξη απροσεξία των παραφορών μας.

Τις περισσότερες φορές η ποίησή σας φαίνεται να συλλαμβάνει το γενικό και να το διαχειρίζεται ως γενικό, με πολλαπλές δυνατότητες ερμηνείας αλλά και εφαρμογής. Υπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις, ελάχιστες πάντως, που δεν διστάζετε να μιλήσετε για το ορισμένο και το ειδικό, είτε πρόκειται για ένα γλυπτό στην πλατεία Κυψέλης ή στην πλατεία Κλαυθμώνος, είτε για το Μαντείο των Δελφών ή το Βρετανικό Μουσείο. Εν πάση περιπτώσει, η αφορμή των ποιημάτων βρίσκεται συνήθως σε συγκεκριμένα, έστω αφανή, βιωματικά ερεθίσματα, ή στον καθαρό χώρο, τον οιονεί φιλοσοφικό, της Ιδέας και του Αισθήματος;

Όχι, μην αποδίδετε τόσο ηχηρά κίνητρα στην αγάπη μου για τα συγκεκριμένα θέματα, τα ορατά, όπως είναι π.χ. ένα άγαλμα. Μπορεί να το κοιτάζω αδιάφορα. Αλλά αν πέσει το μάτι μου σε μια φλούδα από πασατέμπο, αυτό ακαριαία μου σμιλεύει τη μεγαλειώδη εξάρτηση του μεγάλου από το μικρό και σκιαγραφεί την αφετηρία του σημαντικού από το ασήμαντο. Επίσης καθόλου δεν με θυμώνει η κουτσουλιά που αφήνει ένα περιστέρι – ως μήνυμα; – στο σκεπτόμενο κεφάλι μιας προτομής. Την εκλαμβάνω σαν κατασίγαση της μάχης μεταξύ των μεγάλων σημασιών, ποιας η επικράτηση. Από κει και πέρα ό,τι σοβαρότερο με διεγείρει, κρύβεται πίσω από την αδυναμία μου να το συλλάβω.

Εννοείτε ότι πράγματι ξεκινάτε από την παρατήρηση μιας ασήμαντης σκηνής ή μιας αδιάφορης εικόνας και στη συνέχεια ζητάτε, με αναγωγές, το κρυμμένο της νόημα;

Πρώτον, δεν είναι τίποτα περίεργο, ότι ενώ κοιτάζω επάνω, προς το έργο τέχνης, κοιτάζω συγχρόνως και κάτω, αφού μία η οδός. Αλλά επειδή αυτό που είπα δεν απαντάει ορθόδοξα στην ερώτησή σας, και απλώς υπενθυμίζει, συμπληρώνω: Είμαι μάλλον παρατηρητική παρά περίεργη. Αυτές οι δύο ιδιότητες, ενώ έχουν το ίδιο περίπου αίμα, διαφέρουν από άποψη αγωγής. Έχουν τον ίδιο προορισμό, είναι εξ ίσου παραγωγικές, χρησιμοποιούν το ίδιο μεταφορικό μέσον. Στη στάση υπάρχει ουρά. Εάν λοιπόν προηγείται η παρατηρητικότητα, η περιέργεια που στέκει πίσω της θα την σπρώξει, θα της πάρει τη σειρά, θα μπει στο λεωφορείο, ενώ η άλλη ίσως και να μείνει απέξω. Δεν την πειράζει όμως και πολύ. Όσο περιμένει, αξιοποιεί την ήττα της... παρατηρώντας. Η περιέργεια βέβαια είναι πιο ενδιαφέρουσα, πιο φιλόδοξη, διεκδικεί ηρωισμό, διότι ομολογουμένως εισχωρεί βαθύτερα, αδίστακτα, στον μεγάλο κίνδυνο. Πράγματι είναι πολύ επικίνδυνο να σκαλίζεις, να κρυφοκοιτάζεις, να ανακαλύπτεις, να αποκαλύπτεις, να ξέρεις δηλαδή τι κρύβεται κάτω απ' αυτό που βλέπεις.

Συχνά, το πολύ κινδυνεύει να θεωρηθεί λιγότερο από το λίγο και το μεγάλο μικρότερο από το μικρό. Εσείς όμως δεν φοβηθήκατε τα μεγάλα ποιήματα, ούτε και την αφηγηματική τους ενίοτε ανάπτυξη. Αντιθέτως, το εκτεταμένο μέγεθος συνδυάστηκε (όσο και αν αυτό είναι δύσκολο) με την πυκνότητα, και έγινε σχεδόν στοιχείο ύφους. Αυτό φανερώνει μια γενικότερη αντίληψη περί ποιητικής, η ήταν ανταπόκριση στις ανάγκες των θεματικών σας επιλογών;

Λάθος ότι δεν φοβήθηκα τα μεγάλα ποιήματα που έγραψα και γράφω. Αλλά έχει πάρει διαστάσεις σχεδόν μοίρας, ένα ποίημα να μη χορταίνει βασανισμό αν δε φάει και τη μισή δεύτερη σελίδα. Τόσο μετρημένο αυτό το σύμπτωμα, λες και αντιγράφει το καθορισμένο, πιστεύω, διάστημα που θα ζήσουμε αυτό το ποίημα κι εγώ. Δεν ανησυχώ γι’ αυτό. Βρίσκω πως επαρκώς φλυάρησε η ζωή. Ψεύδομαι βέβαια. Λέω πως η ζωή αν δέχτηκε να υπάρξει, είναι επειδή κάτι ή κάποιος ή ένα διαβολικό «ίσως» της υποσχέθηκαν ότι θα παραμείνει μια αθάνατη... φλυαρία. Αλλιώς δε θα έμπαινε σ' αυτόν τον τεράστιο κόπο της εξαντλητικής... συντομίας.

Μετά τη γραφή των ποιημάτων, επίπονη είναι συχνά και η διαδικασία της επιλογής τους για τη συγκρότηση μιας συλλογής. Με ποια κριτήρια διαχωρίζετε συνήθως τα δημοσιεύσιμα από τα μη, τα πρόβατα από τα ερίφια;

Με απολύτως άγονη δυσκολία και με κριτήριο την πλήρη σύγχυση. Αν ένα ποίημα μου αρέσει, αυτό δεν μου γίνεται κριτήριο ότι είναι όντως καλό. Από την άλλη δεν διστάζω να υποπτεύομαι ότι ένα ποίημα που το θεωρώ μέτριο, έχει κάποιο λόγο να μου κρύβει την έντεχνη τουλάχιστον αφορμή χάρη στην οποία γράφτηκε.

Τελικά, τα παραδίδω σχεδόν όλα στην έκδοσή τους εφευρίσκοντας και μια αθωωτική αιτιολογία: την εντιμότητα. Λέω: αφού τα έγραψα και δεν τα έσκισα, γιατί να νοθεύσω με την αφαίρεσή τους τον αληθινό βηματισμό και αυτής της διαδρομής; Εξαιτίας της αδυναμίας μας να μεγαλουργούμε, επιμένουμε να γράφουμε.

Έτσι σκέπτομαι, κρυφοαγαπώντας βέβαια εκείνα τα ποιήματα που γράφτηκαν με μιαν άγνωστη σε μένα ευκολία και ταχύτητα, σαν από μία διάθεση επιθετική, αργοπορημένη, απρόσωπη, εντελώς ξένη προς τη γνωστή εκείνη επιθυμία · που μας σπρώχνει να δώσουμε μορφή σε κάποιο, σκόρπιο στους πέντε ανέμους ποίημα.

Αληθεύει ότι δυσανασχετήσατε για τη συμπερίληψη ποιημάτων σας στα σχολικά βιβλία της Γ΄ Λυκείου, και ότι μάλιστα ζητήσατε να αφαιρεθούν από τη διδακτέα ύλης

Για να επιμένει αυτή η σχεδόν παραπληροφορημένη εντύπωση, επιβεβαιώνομαι ότι περισσότερο με αγαπάει ο ψόγος παρά η κατανόηση. Δίνω βέβαια πολλά ελαφρυντικά στην παρανόηση όσων είπα πάνω σ' αυτό το θέμα, μια και αυτός που επιχειρεί να εκφραστεί στον αέρα, προφορικά, εις επήκοον διαφόρων και διαφορετικών προσλήψεων των όσων εκφράζει, με απροετοίμαστη μάλιστα την ακριβολογία, φυσικό είναι να αποβεί έκπτωτός της. Επομένως δεν αδικώ το πως εξέλαβαν μαθητές κυρίως, την ξαφνιασμένη, ομολογώ, από την ερώτησή τους απάντησή μου, τόσο ξαφνιασμένη που δικαίως ίσως έδωσε αφορμή για παρερμηνείες.

Επαναλαμβάνω και εδώ την απάντηση που ήδη έδωσα σε εφημερίδα και σε όποιαν άλλη τρέχουσα, προφορική απορία μου επετέθη: έτυχε, προ των πανελληνίων εξετάσεων να δεχτώ μαθητές έντρομους από το ενδεχόμενο να πέσει στις πανελλήνιες εξετάσεις δικό μου ποίημα που του έγινε η τιμή να συμπεριληφθεί στην εξεταστέα ύλη. Μου ζήτησαν να τους φωτίσω το νόημα. Αλλά και μόλις χτες να είχα γράψει αυτό το ποίημα, θα είχα ίσως ήδη αποξενωθεί από το που απέβλεπε η όποια σκοτεινότητά του. Πολλώ μάλλον που το συγκεκριμένο ποίημα είχε γραφτεί πριν δεκαπέντε χρόνια. Θεέ μου σε τι αδυναμία βρέθηκα να βοηθήσω, πόσο ένοχη αισθάνθηκα. Και λυπήθηκα που η ποίηση ιδίως, ως εξεταζόμενη ύλη, παρά την μεγάλη ευκαιρία που δίδεται στα παιδιά να την γνωρίσουν, να την αγαπήσουν ίσως, καταντάει ένα αποδιοπομπαίο κέρδος.

Αυτή τη σκέψη διατύπωσα, ακόμα σε φιλολόγους που διδάσκοντας ξέρω ότι δε σηκώνουν μικρότερο σταυρό. Με αποστόμωσαν λέγοντάς μου πως μάθημα που δεν εξετάζεται και απλώς διδάσκεται, δεν μαθαίνεται. Σεβαστή απολύτως και είθε κάτι επωφελώς να προσθέσει πανελληνίως – τιμητικά –εξεταζόμενη και η δική μου ποίηση.

Οι πρώτοι στίχοι του πρώτου ποιήματος του πρώτου σας βιβλίου είναι οι ακόλουθοι: «Δυο στήλες χαρακώστε / για τις ζημιές της μέρας τούτης / και τα κέρδη της». Αν χαρακώνατε σήμερα δυο στήλες, ποιες θα ήταν οι μεγαλύτερες ζημιές και τα μεγαλύτερα κέρδη από ολόκληρη τη διαδρομή του βίου σας, εντός και εκτός ποιήσεως;

Η στήλη των κερδών είναι βέβαια για το θεαθήναι. Και δεν θα σπεύσω να την γεμίσω με το κέρδος ότι έζησα. Ό,τι χάνεις είναι σαν να μην το κέρδισες. Εκτός αυτού που ξέρω, τι αδιαμφισβήτητα και ξεκούραστα σημαντική θα ήμουν ως ανύπαρκτη;

Μου περιέρχεται, επίμονα συχνά, ένας ψίθυρος, που ασφαλώς θα είναι η λεγόμενη ντοπιολαλιά της ελπίδας, ότι ιδέα της ανυπαρξίας ήταν και η επιστήμη και τα γράμματα και οι τέχνες και ο έρωτας και το διαδίκτυο των ονείρων. Και πως ο θάνατος είναι ιδέα, σύλληψη, κρυφή επιθυμία της ζωής της ίδιας. Όχι της ανυπαρξίας. Ότι αυτή δεν είναι τίποτα απ' όσα φοβόμαστε, τίποτα περισσότερο από μια άλλη τεχνοτροπία αβεβαιότητας, απ’ αυτήν που εφαρμόζει στα έργα του ο βίος μας. Ένα κούριερ ας πούμε, για την ασφαλή και γρήγορη απώλειά μας.

Πιστεύω ότι, παρά τις κερδισμένες στιγμές που έζησα, σήμερα και τις δύο στήλες με ζημιές θα τις γέμιζα. Του κέρδους προηγείται και έπεται μια εκκρεμότης. Εμένα αυτές με πνίγουν, κι ας λένε ότι οι εκκρεμότητες είναι φλέβα νερού βαθιά στη γη, απ’ όπου αντλεί το αειθαλές της η αναμονή.

Ένα μικρό παράδειγμα: ήρθα να σας συναντήσω μισή ώρα νωρίτερα απ' αυτήν που ορίσαμε. Το κάνω πάντα, και μόνο ένας φίλος με ανταγωνίζεται σ' αυτό, χωρίς καμιά, ευτυχώς, ανταγωνιστική διάθεση. Και δεν πρόκειται, πάντα τουλάχιστον, για ανυπομονησία. Είναι αυτή η εκκρεμότητα του να φτάσει η κανονική ώρα, το αβέβαιον αν θα φτάσει – τίποτα δεν μας παρακολουθεί και δεν μας λιγουρεύεται τόσο, όσο η ματαίωση. Για προσωπικούς της λόγους.

Στη στήλη των κερδών λοιπόν, ο απολογισμός. Ότι πέρασα προς στιγμήν και από δω.

______________

Η Κική Δημουλά γεννήθηκε και έζησε στην Αθήνα (1931-2020). Παντρεύτηκε τον πολιτικό μηχανικό και ποιητή Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος επί 25 χρόνια. Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Το 1964 απέσπασε εύφημη μνεία από την Ομάδα των Δώδεκα για τη συλλογή Επί τα ίχνη. Το 1972 τιμήθηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης. Το 2001 της απονεμήθηκε το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της, και Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο. Η Association Capitale Européenne des Littératures την βράβευσε, τον Μάρτιο του 2010, με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας στο πλαίσιο της πέμπτης Ευρωπαϊκής Συνάντησης Λογοτεχνίας. Την ίδια χρονιά, τιμήθηκε για τον σύνολο του έργου της με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Το 2015 αναγορεύτηκε σε επίτιμη διδάκτορα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά, τα γερμανικά και τα σουηδικά.


[1] Περιοδικό η λέξη, τεύχος 194, οκτώβρης - δεκέμβρης 2007. Ευχαριστώ πολύ τους διευθυντές του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, καθώς και την κόρη της ποιήτριας Έλσα Δημουλά για την άδειά τους να δημοσιεύσω τη συνέντευξη.

 

Γιώργης Παυλόπουλος Το Κατώγι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο συγγραφέας Βασίλης Ιωακείμ συζητά με την Αγγέλα Καστρινάκη

 


 

 

 

Στο βιβλίο σας Η λογοτεχνία, μια σκανδαλιά, μια διαφυγή ελευθερίας ενώνετε τον αφηγηματικό με τον δοκιμιακό λόγο. Από τα βιογραφικά αφηγήματα του πρώτου μέρους φτάνετε σε αμιγώς δοκιμιακά κείμενα. Ένα σχόλιο παρακαλώ…

 

Αυτή την ανάμιξη την επιχειρώ ουσιαστικά από τότε που άρχισα να γράφω. Τα διηγήματά μου έχουν δοκιμιακό στοιχείο και οι μελέτες μου λογοτεχνικό. Τη διατριβή μου, που αφορά τις συγκρούσεις των γενεών στην ελληνική πεζογραφία, την τιτλοφόρησα, να φανταστείτε, Οι περιπέτειες της νεότητας, και για καιρό έλεγα (με θλίψη) πως θα είναι το μοναδικό μου «μυθιστόρημα». Σε αυτό το τελευταίο βιβλίο, τη Σκανδαλιά, όπως χαϊδευτικά καθιερώθηκε, αποφάσισα να επισημοποιήσω τον συνδυασμό των ειδών: την αυτοβιογραφία, το διήγημα και το δοκίμιο. Το ένα είδος εισχωρεί μέσα στο άλλο και θεματολογικά και ως ύφος. Όταν καμιά φορά ξαναδιαβάζω τώρα τα δοκίμια, απορώ με το θράσος μου να τα υποβάλω για κρίση στο Πανεπιστήμιο ως επιστημονικά κείμενα. Μου φαίνεται όμως πως δεν λειτουργούν άσχημα ως σύνολο.

 

Στις δύο τελευταίες συλλογές διηγημάτων σας Τα όρια της ζεστασιάς και Εκδοχές της Πηνελόπης θεματικά ασχολείστε με τα ερωτικά των διανοουμένων, και κυρίως των γυναικών διανοουμένων. Εντάσσετε τη γραφή αυτή στο λεγόμενο campus novel  (πανεπιστημιακό αφήγημα), που δεν ανθεί βέβαια στην Ελληνική λογοτεχνία;

 

Το ένα από τα διηγήματα των «Πηνελοπών» το έγραψα πράγματι παίζοντας με το είδος του campus novel. Βέβαια πρόκειται για ένα campus novel σε πολύ μικρή μικρογραφία. Ούτε καν ένα campus-διήγημα δεν είναι. Εκεί λοιπόν έχουμε έναν Οδυσσέα πανεπιστημιακό, που τριγυρνά επί είκοσι βδομάδες σε ξένα πανεπιστήμια, ενώ η Πηνελόπη του γίνεται επί είκοσι βδομάδες μια πιστή σύζυγος. Ταυτόχρονα το κείμενο αυτό είναι και ένα σχόλιο στη μορφή της Πηνελόπης, που μας παραδίδεται στη λογοτεχνία είτε εντελώς πιστή είτε εντελώς άπιστη. Στη δική μου εκδοχή, η Πηνελόπη είναι πιστή, αλλά πιστή ειδικά για μια ορισμένη χρονική περίοδο: όταν απουσιάζει ο Οδυσσέας.

Κατά τα άλλα, δεν έχω γράψει ακριβώς «πανεπιστημιακά» διηγήματα. Είναι όμως πράγματι διηγήματα με διανοουμένους. Αυτός είναι ο χώρος που γνωρίζω καλύτερα, αλλά και ο χώρος που νομίζω πως δικαιούται επιτέλους να μπει στο παιχνίδι της λογοτεχνίας. Γιατί ως πρόσφατα η πεζογραφία μας ασχολείτο αποκλειστικά σχεδόν με τους αγρότες, με τους μικροαστούς και τους περιθωριακούς. Τελευταία ευτυχώς πλούτισε το καστ των ηρώων της.

 

Πώς προέκυψε η αγάπη σας για την λογοτεχνία που αναφέρεται στο ταξίδι;

 

Προέκυψε από μια παραγγελία. Έπρεπε να δώσω μια διάλεξη με θέμα «το ταξίδι στη λογοτεχνία». Έπεσα με τα μούτρα στο θέμα, για να διαπιστώσω ότι από τα τέλη του 19ου αιώνα έως σχεδόν τις μέρες μας δεν υπάρχει στην ελληνική λογοτεχνία σχεδόν κανένα μεγάλο (σε μέγεθος αλλά και σημασία) έργο που να ασχολείται με την περιγραφή ενός ταξιδιού. Σε πάμπολλα έργα γίνεται λόγος για την επιθυμία του ταξιδιού, για το όνειρο της φυγής, αλλά σχεδόν πουθενά δεν περιγράφεται ένα πραγματοποιημένο ταξίδι. Με εντυπωσίασε αυτό το εύρημα, κι έτσι μεγάλωσε το κέφι μου για την έρευνα. Τις πρώτες μου σκέψεις δημοσίευσα, αλλά η έρευνα συνεχίζεται. Στα τέλη του 20ού αιώνα, ωστόσο, ας το πούμε αυτό, η εικόνα της «αταξίδευτης λογοτεχνίας» αλλάζει ολοσχερώς, και πιάνει την ελληνική πεζογραφία ένας φοβερός ταξιδιωτικός οίστρος.

 

            Ως καθηγήτρια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Κρήτης πώς βλέπετε το επίπεδο των φοιτητών, των μελλοντικών δηλαδή διδασκάλων της λογοτεχνίας;

 

Η άνοδος του χρηματιστηρίου υπήρξε μια καταστροφή για τη φιλολογία, και η κάθοδός του δεν επέφερε δυστυχώς μια κάποια ανάκαμψη για μας. Αστειεύομαι λίγο: το χρηματιστήριο δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας που έστρεψε τους καλούς μαθητές μακριά από τις φιλοσοφικές σχολές, υπήρξαν και άλλες αιτίες.

Το γεγονός είναι ότι οι πιο πολλοί πρωτοετείς φοιτητές είναι δραματικά ακατάρτιστοι και κυρίως (αυτό είναι το βασικό πρόβλημα) αδιάφοροι για το αντικείμενο. Ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς κάπου αλλού ήθελε να πετύχει. Σιγά σιγά όμως «τσιμπάνε». Στο τρίτο έτος πια δεν είναι λίγοι οι φοιτητές και οι φοιτήτριες που όχι μόνο έχουν συμβιβαστεί με τη μοίρα τους, αλλά αρχίζουν κιόλας να βλέπουν με καλό μάτι τη λογοτεχνία. Πότε πότε ο διδάσκων πετυχαίνει καταπληκτικά ακροατήρια. Μου συνέβη κατά το προηγούμενο εξάμηνο, και έχω πραγματικά αναθαρρήσει.

 

            Ως διδάσκουσα την νεοελληνική λογοτεχνία, και μάλιστα την πολύ σύγχρονη, πώς  βλέπετε το επίπεδό της, τις κατευθύνσεις της, την εξέλιξή της;

 

Δεν διδάσκω την πολύ σύγχρονη λογοτεχνία. Απλώς μερικά από τα θέματά μου (όπως το «ταξίδι» ή το «νησί» ή οι «καλλιτέχνες») τα τραβάω έως τις μέρες μας. Μου έχει συμβεί να διδάξω βιβλία του 21ου αιώνα, αλλά αυτό δεν το κάνω συστηματικά, οπότε δεν έχω συνολική εικόνα για την εντελώς σύγχρονη λογοτεχνία. Διαβάζω μόνο όσο προλαβαίνω. Αν μπορώ λοιπόν να μιλήσω πολύ γενικά, θα έλεγα ότι έχουμε εξορμήσει να συλλάβουμε το μεγάλο κοινό, και σε αυτήν την προσπάθεια κάπου χάνουμε και κάπου κερδίζουμε. Κερδίζουμε την υπέρβαση των δύστοκων πειραματικών έργων και χάνουμε, ενίοτε, κομμάτι από την ψυχή μας.

 

            Αισθάνεστε περισσότερο καθηγήτρια ή συγγραφέας;

 

Άλλοτε έτσι, άλλοτε αλλιώς. Τώρα έχω εντελώς ξεχάσει την ιδιότητα της «συγγραφέως». Κατά το καλοκαιράκι, υποθέτω, θα την ξαναθυμηθώ.

 

Η συγγραφή είναι επάγγελμα ή λειτούργημα; Πρέπει ο συγγραφέας να προσδοκά στο οικονομικό κέρδος;

 

Το να βγάζει κανείς λεφτά από τα βιβλία του είναι πολύ καλό. Αλλά αν γίνει ο στόχος του, τότε μάλλον κινδυνεύει.

 

            Η αυτοβιογραφική, ή έστω, η με στοιχεία αναγνωρίσιμα του βίου μας, λογοτεχνία, μας εκθέτει; Ή πρέπει ο βίος μας να μένει κρυφός και απρόσιτος;

 

Εκθέτουμε τη ζωή μας, γιατί αλλιώς δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε στις καταστάσεις. Μου φαίνεται πως πρέπει να έχουμε την τόλμη να το κάνουμε, να βγάζουμε στο χαρτί στοιχεία του εαυτού μας, γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να παίζουμε παιχνίδια στην επιφάνεια. Από την άλλη είναι δυσάρεστη ή και οδυνηρή αυτή η έκθεση, γιατί δεν έχουμε βέβαια όρεξη να γίνουμε αντικείμενο ούτε κουτσομπολιού ούτε ψυχαναλυτικής μελέτης από τους γύρω μας. Εκθέτουμε στοιχεία του εαυτού μας με πόνο ψυχής: αυτό νομίζω όμως πως είναι καλό για τη λογοτεχνία.

 

 

Θανάσης ΒΕΝΕΤΗΣ Με φώτα της ποίησης (σκέψεις πάνω στην ποίηση του Γιάννη Τζανετάκη)


«Τα είχα χαμένα – αλήθεια ήταν άραγε ή σκριπτ;» Μόλις πατώντας στο φως ο ποιητής «αφήνει τα πεντάλ» και «συνεπαρμένος σκίζει τα χρόνια». Ακριβέστερα καταργεί τον τόπο και το χρόνο και συνθέτει το παρόν με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Η τομή, με την κινηματογραφική γραφή του Γιάννη Τζανετάκη, αέρινη και ουσιώδης, ανασύρει από το υπόγειο των παιδικών αναμνήσεων και καταξιώνει ποιητικές μορφές αγιασμένες με το μύρο της αγάπης, εξ ου και ο λόγος βαθύτατα ερωτικός, η λαχτάρα ιερατική, η τρυφερότητα στο φόρτε – να ακυρώνει το χρόνο χαρίζοντας την αιωνιότητα στις εφήμερες στιγμές της ζωής. Η μνήμη ξεχωρίζει με αυστηρότητα στις επιλογές της και η γλώσσα υπηρετεί την ουσία της ποίησης και την πεμπτουσία της: δηλαδή του συγκινησιακού στοιχείου που λειτουργεί ως συνδετικός ιστός των ποιημάτων. Γι’ αυτό απτά σώματα αιωρούνται, καθαρές ψυχές αφήνονται στη δίνη της νοσταλγίας:

Με τη σειρά του σκάλιζε ο καθένας τη φωτιά
– ω η χαρακτική της ζωής μας! Έλαμπε μέσα στο δωμάτιο η πυρήνα ήταν και τα φώτα λιγοστά. Γι’ αυτό από τότε αγάπησα τ’ αστέρια».

 

Επεισόδια της καθημερινής ζωής τυλίγονται στη χλαίνη του σαρκασμού και αναπαύονται στη θαλπωρή των στίχων οικεία, προσφέροντας τη μαθητεία στο μέγα της ζωής σχολείο ως πρώιμο θαύμα, ως ακριβή ανταύγεια της σιωπής και του ονείρου:

Ώσπου ένα βράδυ τα λατινικά τι να τα κάνει ένας Λατίνος είπε καλού κακού θέλω να μπω στη Νομική απάντησα. Πού να μαζεύεις τώρα τόσα μόρια λέει με ένα μόνο μπαίνεις κάπου αλλού.
Και πέφτουν πάνω μου τα κόκκινα μαλλιά πέτυχα σκέφτηκα ας μην είχα δώσει ακόμα εξετάσεις.

Ο Τζανετάκης «δίνει τη μάχη με τις σκιές» και την κερδίζει με τη μαστοριά και το ταλέντο του αυθεντικού ποιητή. Η κατάθεσή του φωτίζει με φώτα της ποίησης τους σκοτεινούς δαιδάλους της ανθρώπινης ψυχής ποιώντας όχι μύθους, προσφέροντας μόνο την ψυχή του και τη σάρκα του βορά στο «τέρας». Όπως χαρακτηριστικά γράφει στη συνέντευξή του: «Αν δεν πληρώσεις αίμα, δεν παίρνεις αίμα».


Γιώργος Μαρκόπουλος Στη Μάντρα του Ασύλου (χειρόγραφο)

 

Γιώργος Μαρκόπουλος Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου (χειρόγραφο)

 

Γιώργος Μαρκόπουλος Η φοβερή πατρίδα μου (χειρόγραφο)

 

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Γιώτα Ξυλιά - Ελένη Ροδοπούλου Τζούλιας Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Καστανιώτης, 2024.

 



 

Το τελευταίο βιβλίο της Τζούλιας Γκανάσου με τον τίτλο Δευτέρα παρουσία είναι μυθιστόρημα αντιπολεμικό, μυθιστόρημα υπαρξιακής αναζήτησης, που καταπιάνεται με σύγχρονα θέματα, όπως οι εμπόλεμες συγκρούσεις και οι ζοφερές συνέπειες για τους άμαχους πληθυσμούς, ο ιδιαίτερος ρόλος των γυναικών στον πόλεμο, το θέμα της παρένθετης μητρότητας και η εμπορευματοποίησή της, η απώλεια της πατρώας γης, ο ρόλος των ηλικιωμένων ως δυναμικών μελών μιας κοινωνίας σε κατάρρευση, το σώμα ως πεδίο πειράματος και εκμετάλλευσης αλλά και ως μέσο αντίστασης.

Η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία έχει απομακρυνθεί, θα λέγαμε, από τη διαπραγμάτευση του θέματος της βίας, του πολέμου και των ολέθριων συνεπειών της στους κατοίκους μιας χώρας. Όμως, η πραγματικότητα, η επικαιρότητα γύρω μας, όπως στην Ευρώπη ο πόλεμος στην Ουκρανία, η γενοκτονία στη Γάζα, ο εμφύλιος και ο λιμός στο Σουδάν και όπου αλλού υπάρχουν πολεμικές συγκρούσεις, θάνατος, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, προσφέρει, δίνει τις αφορμές στους νέους ευαισθητοποιημένους και προβληματισμένους πεζογράφους μας, όπως η Τζούλια Γκανάσου, να στρέψουν το βλέμμα, να ασχοληθούν, μέσω της μυθοπλασίας, με αυτά τα θέματα, έχοντας κατά νου να αναδείξουν την πολύτιμη και υπέρτατη αξία του ανθρώπου και του ανθρωπισμού στην κοινωνία μας που καταρρέει.

Εξάλλου, από τα περικειμενικά, κατά τον Gérard Genette[1], στοιχεία του μυθιστορήματος που το πλαισιώνουν συμβάλλοντας, ποικιλότροπα, στη νοηματική του οργάνωση και, επομένως, στην πρόσληψη και ερμηνεία του, δηλαδή εκείνα τα στοιχεία που κάθε αναγνώστης συναντά, καθώς αρχίζει να το διαβάζει, και τα οποία προσδιορίζουν το περιεχόμενο του λογοτεχνικού κειμένου πριν καν διαβαστεί, είναι

 ο ίδιος ο τίτλος: Δευτέρα παρουσία

 και το μότο - φράση του Λάο Τσε:

«Αυτό που η κάμπια αποκαλεί τέλος,

                        η πεταλούδα το αποκαλεί αρχή».

Αυτά τα στοιχεία πληροφορούν για την κυρίαρχη προβληματική αλλά και για την άποψη της αφηγήτριας-συγγραφέως, καθώς και η δήλωση τόσο στην αρχή όσο και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ότι:  

«Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από τα αληθινά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία και κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών κατοικημένων πόλεων όπως στη Λωρίδα της Γάζας και σε άλλα σημεία του πλανήτη. Η ιστορία και τα πρόσωπα είναι προϊόντα μυθοπλασίας», αφού πρόκειται για ερμηνευτικό σχολιασμό του κειμένου πάλι από την ίδια τη συγγραφέα.

Σε ένα βομβαρδιζόμενο, λόγω του πολέμου, τόπο, «υπό τον ήχο των εκρήξεων και τις δονήσεις του εδάφους»[2], δύο γυναίκες, η 17χρονη εγγονή, η Άννα, και η γιαγιά της, η 75χρονη Όλγα που μένει παράλυτη, προσπαθώντας να ξεφύγουν και να επιζήσουν βρίσκονται σε ένα καταφύγιο ή στρατόπεδο ή γκέτο, χώρο πειραμάτων,  με παρένθετες μητέρες, για τα συμφέροντα μιας εταιρείας. Εκεί, παρά την εκμετάλλευση του γυναικείου σώματος που συμβαίνει, αναπτύσσονται σχέσεις αλληλεγγύης που δίνουν την ευκαιρία σε γυναίκες του «καταφυγίου», αλλά και σε άλλα άτομα, να αγωνιστούν για την ελευθερία τους, για την επανακατάκτηση  της ανθρώπινής τους ύπαρξης που κινδυνεύει.  

Η ιστορία διαδραματίζεται σε μία άγνωστη πόλη μιας ακαθόριστης χώρας, που οι κάτοικοι της δέχονται τα δεινά του πολέμου με έναν αδιευκρίνιστο εχθρό, και σε απροσδιόριστο χρόνο, παραπέμποντας, έτσι, σε κάθε δοκιμαζόμενο από τον πόλεμο μέρος και άνθρωπο, παντού, στον πλανήτη.

Κάποια στιγμή, προς το τέλος του μυθιστορήματος, οι δυο γυναίκες θα αναρωτηθούν και θα ρωτήσουν «Τι μέρα είναι; Τι μήνας είναι; Και ποια χρονιά;» «Πόσον καιρό έχουμε πόλεμο;»[3] καταδεικνύοντας, όχι μόνο τη διάρκειά του, αλλά και τον βαθμό που έχει επηρεάσει τα πρόσωπα. 

Η εγγονή Άννα διασώζει την παράλυτη γιαγιά της Όλγα μεταφέροντάς την στην πλάτη όπως ο Αινείας τον πατέρα του. Έτσι σχηματίζεται ένα ζωντανό διττό σώμα σαν διπλοκινούμενο γλυπτό. Το κάτω μέρος του σώματος είναι της εγγονής Άννας και το πάνω μέρος της γιαγιάς Όλγας.

Οι δύο γυναίκες αλληλοεπιδρούν, αλληλοβοηθούνται, συνεργούν. Η ωριμότητα και η πείρα της γιαγιάς Όλγας συνυπάρχει με τον δυναμισμό της νεαρής Άννας. «Οι δύο γυναίκες σαν ένα σώμα θα έρθουν αντιμέτωπες με την αποσύνθεση ενός κόσμου, με σκιές και αγρίμια με αποκριάτικες μάσκες, με παρένθετες μητέρες και καταφύγια-φυλακές, με παιδομάζωμα, αλλά και με κάθε λογής όμορφα πλάσματα, προσπαθώντας να επιζήσουν»[4].

 Αυτό που εξασφαλίζει την ενότητα, τη νέα οντότητα του διττού σώματος, είναι τα «χέρια-ζυμάρια» της γιαγιάς που αγκαλιάζουν σαν κισσοί την εγγονή, την προστατεύουν, την θωπεύουν, την κρατούν σε αγωνιστική διάθεση. Τα «χέρια - ζυμάρια - κισσοί» χαρακτηρίζονται με διάφορα προσδιοριστικά όπως «ασφυκτικοί κισσοί»[5], «χαδιάρικοι»[6], «αμήχανοι»[7], «θλιμμένοι»[8], «ξεδιψασμένοι»[9], «ετοιμοπόλεμοι»[10], επαναστατημένοι»[11], «οργισμένοι»[12] και άλλα, ανάλογα με το βίωμα της κάθε ξεχωριστής στιγμής.

Μια φορά μονάχα τα χέρια γίνονται και «χέρια – ζυμάρια - φίδια»[13] δηλώνοντας τη διαφωνία των δύο γυναικών.

Εδώ διαφαίνεται η ποιητικότητα και η λυρικότητα της γλώσσας της Τζούλιας Γκανάσου, έστω και μέσα από ζοφερές εικόνες. Το διττό σώμα υπάρχει και σα σύμβολο και σε άλλες εικόνες, όπως της γυναίκας που θηλάζει, της ένωσης των ερωτευμένων αλλά και των δίπολων θανάτου - ζωής, παραίτησης - αγωνιστικότητας, μίσους - αγάπης, γήρατος - νεότητας.

Το σώμα που πονά, το σώμα των γυναικών στο καταφύγιο, το σώμα που κακοποιείται και εμπορευματοποιείται είναι ο καθρέφτης του κόσμου, όπως λέει και στο ποιητικό της έργο η ποιήτρια Lola Ridge με τον τίτλο Το σώμα που πονά. Ο καθρέφτης του κόσμου[14]. Στο σώμα καθρεφτίζεται, αρχετυπικά, η καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αλλά και το σώμα ορίζεται ως σημείο συνάντησης της ατομικής με τη συλλογική ελευθερία, ως μέσο σύνδεσης και όχι διαχωρισμού φυλετικού, έμφυλου, ταξικού, εθνικού, ως αναζήτηση της ενότητας, όχι της διάσπασης.

Στο μυθιστόρημα, και ειδικά στο Α΄ μέρος του, προβάλλονται οι συνθήκες που επικρατούν στον πόλεμο, τον «πολιτισμένο πόλεμο».

Οι βομβαρδισμοί: «Σείστηκε η γη, τραντάχτηκαν οι τοίχο, οι σκέψεις, τα πετρώματα»[15],

η πείνα και η δίψα: «“Πεινάω”. “Κι εγώ… πεινάω και διψάω πάρα πολύ!”»[16], «Δεν είχαν βάλει μπουκιά στο στόμα εδώ και μέρες. Το νερό είχε στερέψει, ακόμα και στα καλοριφέρ»[17],

o θάνατος: «Η Άννα έβαλε μια τούφα κόκκινα μαλλιά στην παλάμη της Όλγας. Τόνισε πως δεν υπήρχε τίποτε άλλο στην αυλή. […] Η Όλγα κοίταξε τα απομεινάρια από τα μαλλιά της φιλενάδας της και βούρκωσε. Έβαλε την τούφα μες στον κόρφο…»[18],

η ανασφάλεια, ο φόβος και η φρίκη: «Είδε σκιές να ψάχνουν στα χαλάσματα, να απειλούν, να βογκάνε. Αναζήτησε τη μάνα, τον πατέρα, τον αδερφό, μια γειτόνισσα, μια φίλη. Λαχτάρησε ιπτάμενα χαλιά, λυχνάρια, τζίνι. Ευχήθηκε για ελεημοσύνη. Απέστρεψε το βλέμμα από τα ανθρώπινα μέλη που ήταν διασκορπισμένα στα συντρίμμια»[19],

ο ατομισμός και η αλλοτρίωση:

«“Φύγετε!” είπε ο δήμαρχος.

“Το σχολείο είναι δημόσιος χώρος. Έχουμε δικαίωμα να…”

“Ξεκουμπιστείτε!“ φώναξε ο μανάβης.

“Δεν χωράτε, είμαστε πλήρεις!” τόνισε ένας άγνωστος.

“Άργησες…” πρόσθεσε η σνομπ καθηγήτρια των μαθηματικών.»[20],  

η απανθρωποποίηση:

«Από τους βραχίονες που ήταν σπαρμένοι στα χαλάσματα είχαν εξαφανιστεί τα ρολόγια, οι βέρες, τα βραχιόλια. Είχαν κοπεί τα δάχτυλα»[21], «Παρέμεναν μπρούμυτα, φοβισμένες, σιωπηλές, ακίνητες να παρακολουθούν λαρύγγια να γδέρνονται, φλέβες να κόβονται, σωθικά να χαράσσονται, έντερα να εκσφενδονίζονται, πλάτες να μαχαιρώνονται σαν να ήταν μέρος ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο»[22],

η προσφυγιά και η αντιμετώπισή της από τα άλλα κράτη:

«“We are doctors!” φώναξε. “We are refugees!”

Go away!” ακούστηκε μια φωνή πίσω από τα συρματοπλέγματα.

“Ειρήνη!”

“Μείνετε στη χώρα σας!”

“Έγκυος!”

“Δεν θέλουμε άλλους ξένους, άλλους βρομιάρηδες, άλλες πόρνες!”

“Μωρά!”

“Μακριά!”»[23].

Ένας πόλεμος που χαρακτηρίζεται από την ηλικιωμένη Όλγα «πολιτισμένος»:

«Ο  “πολιτισμένος” πόλεμος» που «θα μας επέτρεπε να πηγαίνουμε στη δουλειά, να ψωνίζουμε, να κάνουμε περιπάτους, να βγαίνουμε με φίλους. Έτσι έλεγαν… θα κρυβόμασταν μόνο όταν θα ηχούσαν οι σειρήνες. Κουραφέξαλα!»[24]

και στον οποίο «δεν θα έπεφταν βόμβες εκεί όπου λατρεύονταν θεοί! Το ίδιο είχαν δηλώσει για τα σημεία όπου βρίσκονταν ασθενείς, μωρά, παιδιά, ηλικιωμένοι. Όχι, βέβαια, για τους χώρους Τέχνης ή για τα μουσεία… ούτε λόγος για τις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία»[25].

Η συγγραφέας παραθέτει  στις υποσημειώσεις του έργου τις πηγές από όπου άντλησε το αποδεικτικό της υλικό (όπως βίντεο και άρθρα). Δίνονται τα στοιχεία της ουκρανικής Εταιρείας που δραστηριοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου στις διαδικασίες της παρένθετης μητρότητας και που στην Ουκρανία είναι εγκεκριμένη δια νόμου από το 2007[26].  Επιτρέπεται, δηλαδή, μεγάλη ποικιλία επεμβάσεων και εμπορίου πολλών προϊόντων αναπαραγωγής, ανεξάρτητα από ηθικές προδιαγραφές και ζητήματα εκμετάλλευσης του ανθρώπινου σώματος.

Νομίζουμε ότι η σύνδεση της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα και το ντοκουμέντο επιτυγχάνεται με τον πιο κατάλληλο τρόπο, σε ένα είδος «μεικτό αλλά νόμιμο», και μέσα από παραμυθικά στοιχεία που παρηγορούν, απαλύνουν τον πόνο και γλυκαίνουν τους ανθρώπους. Επίσης, με τη χρήση του μαγικού ρεαλισμού, της ποιητικότητας αλλά και με τη χρήση αρχετύπων, όπως η χρήση του γάλακτος ως πηγής ζωής, του σώματος που, όταν πεθάνει, δεν πρέπει να εγκαταλείπεται και να μένει άταφο, ή της γέννησης ενός νέου ανθρώπου ως αρχής της ζωής και της ελευθερίας, ή των συνόρων ως ξεκινήματος μιας νέας ζωής καλύτερης από την προηγούμενη.   

Έτσι, με εργαλεία του μαγικού ρεαλισμού, του φανταστικού, του ανοίκειου και του ενστικτώδους, η συγγραφέας αντιμάχεται τη ζοφερή πραγματικότητα του πολέμου, την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, εκπέμπει σύμβολα και μηνύματα για τη διαφύλαξη της αξίας της ζωής, εγείρει ερωτήματα και ζητήματα βιοηθικής.

Η γλώσσα του μυθιστορήματος διακρίνεται για τη λυρικότητα και την ποιητικότητά της, σε πλήρη αντίθεση με το ζοφερό περιβάλλον των βομβαρδισμών και του επικείμενου θανάτου, μέσα σε μια γκροτέσκα εκδοχή. Πολλά επίθετα, σε κάποια σημεία χρήση έμμετρου λόγου ή παραμυθητικά στοιχεία, γιατί, όπως γράφει και ο  Γ. Σεφέρης στο ποίημά του Τελευταίος Σταθμός:

«Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

  είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

  δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

  γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·»[27]

Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Μπαχτίν[28] πέρα από την «εξωτερική διαλογοποίηση», δηλαδή ως συνθεσιακή μορφή της δομής της ομιλίας (διάλογος μεταξύ ενδοκειμενικών προσώπων), λειτουργεί παράλληλα κι ένας άλλος αφανής διάλογος, μια εσωτερική διαλογοποίηση, κάτι που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιτυγχάνεται  μέσω του τίτλου δευτέρα παρουσία αλλά και της παράθεσης αρκετών αποσπασμάτων από το έργο Οι Σατανικοί Στίχοι του Salman Rushdie, φράσεων από έργα του Gabriel García Márquez και του Albert Camus‎‎, λόγων που αποδίδονται στον Máo, φράσης του Ευαγγελίου «Θεέ μου… Θεέ μου, γιατί μας εγκατέλειψες;»[29], στίχων από το Νανούρισμα «Νάνι του Ρήγα το παιδί» του Μ. Χατζιδάκι  και Ν. Γκάτσου[30] ή από το παραδοσιακό γαλλικό ναυτικό τραγούδι «Ήταν ένα μικρό καράβι» στην ελληνική εκδοχή του[31].

Τα λογοτεχνικά αποσπάσματα αποκαλύπτουν πως πρόκειται για έναν αγώνα επιβίωσης πίσω από τον οποίο βρίσκεται ο πολιτισμικός κώδικας. Η ανθρώπινη ιδιότητα κατακτάται με την υπεράσπιση των αξιών. Και οι αξίες μεταδίδονται μέσω του λογοτεχνικού κώδικα, προνομιακού φορέα πολιτισμικών αξιών. Αλλά και μέσω της Τέχνης.

«Λαχτάρησε όσα της είχαν υποσχεθεί τα παραμύθια, οι ταινίες, τα βιβλία, η γιαγιά όταν μιλούσε για ζωή»[32].

Στο μυθιστόρημα έκδηλη είναι και η χρήση της ειρωνείας (βλ. τον χαρακτηρισμό «πολιτισμένος πόλεμος»), που σε συνδυασμό με την επανάληψη και το ασύνδετο σχήμα, σε αρκετά σημεία, διαψεύδει και ανατρέπει στάσεις και απόψεις, μέσω των αντιθέσεων, που την καθιστούν φανερή και την κάνουν να ξεχωρίζει στο έργο. Ο αναγνώστης καλείται να συμμετάσχει νοερά συνειδητοποιώντας την ασυμφωνία ή δυσαρμονία ανάμεσα στις λέξεις και στη σημασία τους ή ανάμεσα στις πράξεις και στα αποτελέσματά τους ή ανάμεσα στα φαινόμενα και στα πράγματα:

«Όλα λειτουργούσαν ρολόι στο  καταφύγιο των εργαζόμενων μανάδων και των μωρών. Χαρωπά, τρυφερά, ανθηρά.»[33],

«Όλα λειτουργούσαν ρολόι στο  καταφύγιο των εργαζόμενων μανάδων και των μωρών. Ήρεμα, χαρωπά και ευοίωνα.»[34],

«Όλα πήγαιναν περίφημα στο καταφύγιο των παρένθετων θηλέων και των βρεφών. Ομαλά, γλυκά και φιλόξενα.»[35],

«Έπρεπε να δείξουν στον κόσμο πως όλα έβαιναν καλώς στον “πολιτισμένο“ πόλεμο η ικανοποίηση των αναγκών των πολιτών, η μεταφορά των προσφύγων, η ανθρωπιστική και η ιατρική βοήθεια, οι ειδικές αποστολές, οι εταιρικές δραστηριότητες, όλα λειτουργούσαν ρολόι»[36].

Η αγάπη για τον άνθρωπο και τον σεβασμό των δικαιωμάτων του στη ζωή και σε τούτο τον κόσμο είναι η κινητήρια δύναμη που σπρώχνει τη Τζούλια Γκανάσου στη συγγραφή. Με τον ίδιο τρόπο που η συγγραφέας διαμορφώνει με μια έλλογη κατασκευή τον άλογο χώρο, τον κόσμο, μπορεί και ο άνθρωπος να αγωνιστεί για ένα καλύτερο παρόν και μέλλον, για «Μια πατρίδα, ένα σπίτι, ένα γεύμα, το πρώτο φιλί»[37], για «“μια χώρα που δεν θα απορρίπτει κανέναν, δεν θα εγκαταλείπει κανέναν, δεν θα βασανίζει κανέναν, δεν θα σκοτώνει κανέναν…”»[38].

Η συγγραφέας ενστερνίζεται πανανθρώπινα οράματα, γίνεται φορέας του ουμανιστικού και διαχρονικού αιτήματος του ανθρώπου για ειρήνη, ελευθερία, ισότητα, για την υπεράσπιση της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, την προστασία και την παροχή βοήθειας σε κάθε πρόσφυγα, αδύναμο ή κατατρεγμένο άνθρωπο, για την αντιμετώπιση του ρατσισμού, της έμφυλης βίας, του κέρδους, της εμπορευματοποίησης των πάντων.  

Κι αν μιλάει για τον μικρό απροσδιόριστο κόσμο που περιβάλλει τους ήρωές της, μιλάει ταυτόχρονα για τον μεγάλο κόσμο, το παντού.

«“Θα σου φτιάξω μια χώρα που δεν θα σε διώχνει…” είπε το αγόρι.

“Θα σου φτιάξω μια χώρα που δεν θα σε πληγώνει…” απάντησε το κορίτσι και άγγιξε τα χείλη του αγοριού […]»[39]

αφήνοντας την ελπίδα στον άνθρωπο που παλεύει και αγωνίζεται για έναν καλύτερο κόσμο, για μια δεύτερη ευκαιρία, το όραμα για μια δευτέρα παρουσία στη ζωή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

___________

Ομιλία που διαβάστηκε στην 1η Συνάντηση Λογοτεχνών που έγινε στην Πάτρα στις 19-20 Δεκεμβρίου 2025.



[1] Gérard Genette, Seuils, coll. Poetique, Seuil, 1987, σ. 10. 

[2] Τζούλιας Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2024, σελ.16.

[4] Στο ίδιο, από το οπισθόφυλλο.

[6] Στο ίδιο, σελ. 35.

[7] Στο ίδιο, σελ. 38.

[9] Στο ίδιο, σελ. 64.

[10] Στο ίδιο, σελ. 99.

[11] Στο ίδιο, σελ. 110.

[12] Στο ίδιο, σελ. 113.

[13] Στο ίδιο, σελ. 51.

[14] Lola Ridge, Το σώμα που πονά. Ο καθρέφτης του κόσμου, μετάφραση: · Ελένη Χατζή, Αθήνα: Εκδόσεις Κείμενα, 2023.

[15] Τζούλιας Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2024, σελ.13.

[16] Στο ίδιο, σελ. 19-20.

[18] Στο ίδιο, σελ. 28.

[21] Στο ίδιο, σελ. 31.

[22] Στο ίδιο, σελ. 60.

[23] Στο ίδιο, σελ. 234-235.

[25] Στο ίδιο, σελ. 47.

[26] Στο ίδιο, σελ. 97-98, 117-119.

[27] Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Β', Τελευταίος Σταθμός, στίχοι 83-86.

[28] Μιχαήλ Μπαχτίν, Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, μτφρ. Γιώργος Σπανός, Πλέθρον, Αθήνα    1980, σελ. 182-189.

[29] Τζούλια Γκανάσου, Δευτέρα παρουσία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2024, σελ.63.

[31] Στο ίδιο, σελ. 32-33.

[32] Στο ίδιο, σελ. 52.

[34] Στο ίδιο, σελ. 155.

[36] Στο ίδιο, σελ. 200.

[37] Στο ίδιο, σελ. 189.

[38] Στο ίδιο, σελ. 242.

[39] Στο ίδιο, σελ. 268.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...