Λογοτεχνικό περιοδικό για την ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία, την κριτική, το δοκίμιο, τις τέχνες. Η επίσημη σελίδα του περιοδικού στο διαδίκτυο είναι www.diapolitismos.net η οποία αυτή τη στιγμή δεν λειτουργεί, γιατί γίνονται εργασίες αναμόρφωσης. Σιγά σιγά θα μεταφέρουμε εδώ τα σημαντικότερα κείμενα που υπήρχαν στην παλιά σελίδα του περιοδικού. Θα δημοσιεύονται όμως και νέα κείμενα. Επικοινωνία: Γιάννης Η. Παππάς, Σπερχειού 31, Πάτρα. Εμαιλ: gpappas1962@yahoo.gr
Πέμπτη 4 Απριλίου 2024
Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024
Η Οριάνα Φαλλάτσι «αποχαιρετά» τον Πιερ Πάολο Παζολίνι
Η Οριάνα Φαλλάτσι
«αποχαιρετά» τον Πιερ Πάολο Παζολίνι με μια δημόσια επιστολή στο περιοδικό Europeo στις 15
Νοεμβρίου 1975 λίγες μέρες μετά την στυγερή δολοφονία του
Μετάφραση: Χρυσόστομος Μπομπαρίδης
Γίναμε αμέσως φίλοι, εμείς
φίλοι οι τόσο αταίριαστοι. Δηλαδή εγώ μια φυσιολογική γυναίκα και εσύ ένας
άνδρας μη φυσιολογικός, σύμφωνα με τους υποκριτικούς κανόνες της αποκαλούμενης
πολιτισμένης κοινωνίας, εγώ ερωτευμένη με την ζωή και εσύ ερωτευμένος με τον
θάνατο. Εγώ τόσο σκληρή εσύ τόσο γλυκός.
Υπήρχε μια θηλυκή γλυκύτητα σε
σένα, μια θηλυκή ευγένεια. Και η φωνή σου συνολικά είχε κάτι το θηλυπρεπές, κι
αυτό ήταν περίεργο γιατί τα χαρακτηριστικά σου ήταν ανδροπρεπή: τραχιά, άγρια.
Υπήρχε πράγματι μια κρυφή
αγριότητα κάτω από τα έντονα ζυγωματικά σου, κάτω από τη μύτη του πυγμάχου,
κάτω από τα λεπτά χείλη, μια παράνομη σκληράδα. Κι αυτή μεταφερόταν στο
μικροσκοπικό και αδύναμο σώμα σου, στο ανδρικό βάδισμα σου, αεικίνητο, σαν
θηρίο που πηδά πάνω σου και δαγκώνει. Όταν όμως μιλούσε ή χαμογελούσες ή
κινούσες τα χέρια σου γινόσουν ευγενής σαν μια γυναίκα, γλυκύς σαν μια γυναίκα.
Κι εγώ ένιωθα τόσο αμήχανα να
βιώνω αυτή τη μυστηριώδη έλξη για σένα. Σκεφτόμουν: ουσιαστικά είναι η ίδια
αίσθηση να σε ελκύει μια άλλη γυναίκα.
Σαν δύο γυναίκες, κι όχι ένας
άνδρας και μια γυναίκα, πηγαίναμε να αγοράσουμε πανταλόνι για τον Νινέτο,
μπουφάν για τον Νινέτο, και συ μιλούσες γι’ αυτόν σαν να ήταν γιος σου:
βγαλμένος από τα σπλάχνα σου και όχι γεννημένος από το σπέρμα σου. Σαν να
ζήλευες τη μητρότητα που απέδιδες στη μητέρα σου και σε όλες εμάς τις γυναίκες.
Για τον Νινέτο σ’ ένα μαγαζί του Βίλλατζ, λάτρεψες ένα πουκάμισο που ήταν
ακριβές αντίγραφο αυτών που χρησιμοποιούσαν στις φυλακές του Σινγκ-Σινγκ. Στην
αριστερή τσέπη ήταν γραμμένο. «Κρατική Φυλακή. Νούμερο Κρατουμένου 3678». Το
δοκίμασες επαναλαμβάνοντας: «Υπέροχο, θα του αρέσει.»
Έπειτα βγήκαμε έξω όπου
πραγματοποιούνταν μια διαδήλωση για τη στήριξη του πολέμου του Βιετνάμ,
θυμάσαι; Μεσήλικοι κρατούσαν πανό όπου έγραφαν: «Βομβαρδίστε το Ανόι» και
ενοχλήθηκες. Για μια εβδομάδα προσπάθησε επίμονα να μου εξηγήσεις πως η
πραγματική επαναστατική στιγμή δεν γίνονταν στην Κίνα ούτε στη Ρωσία αλλά στην
Αμερική.
«Πας στη Μόσχα, πας στην
Πράγα, πας στη Βουδαπέστη και αντιλαμβάνεσαι πως εκεί η επανάσταση απέτυχε: ο
σοσιαλισμός έφερε στην εξουσία μια άρχουσα διοικητική τάξη και ο εργάτης δεν
είναι κάτοχος της μοίρας του. Πας στη Γαλλία, στην Ιταλία και καταλαβαίνεις πως
ο Ευρωπαίος κομμουνιστής είναι ένας κενός άνθρωπος. Έρχεσαι στην Αμερική και
ανακαλύπτεις μια αριστερά πιο ωραία απ’ αυτή που ένας μαρξιστής μπορεί να
ανακαλύψει. Οι εδώ επαναστάτες θυμίζουν τους πρώτους χριστιανούς, σ’ αυτούς
υπάρχει η ίδια απολυτότητα του Χριστού. Μου ήρθε μια ιδέα: να μεταφέρω στην
Αμερική τα γυρίσματα της ταινίας μου για τον Απόστολο Παύλο».
Απενοχοποιούσες σχεδόν τα
πάντα από την αμερικανική κουλτούρα, αλλά πόσο υπέφερες το βράδυ που δύο
αμερικανίδες φοιτήτριες σε ρώτησαν ποιος ήταν ο αγαπημένος σου ποιητής, εσύ
φυσικά απάντησες ο Ρεμπώ, και οι δυο τους αγνοούσαν ποιος ήταν ο Ρεμπώ. Γι αυτό
άφησες τη Νέα Υόρκη τόσο ανικανοποίητος; Δεν το νομίζω. Θα έλεγα πως έφυγες απο
την Νέα Υόρκη απογοητευμένος γιατί δεν είχες πεθάνει, γιατί έφτασες μπροστά
στον γκρεμό και δεν έπεσες. Από τις νύχτες που περνούσες επιζητώντας την
αυτοκτονία έμειναν μόνο τα ακόμα πιο
λιπόσαρκα τα μάγουλα σου, το βλέμμα σου πιο υγρό σαν να είχες πυρετό. Νιώθω,
έλεγες, σαν ένα παιδί που του έδωσαν μια τούρτα και μετά του την πήραν της
στιγμή που ήταν έτοιμος να την φάει. Πράγματι, θα έπρεπες να πιείς χίλιες ακόμη
πίκρες προτού κάποιος σου έκανε δώρο τον φόνο σου, να σου δώσει ένα θάνατο
σύμφωνο με μια ανάλογη ζωή.
Έλεγαν πως αδυνατούσες να
είσαι χαρούμενος, πως ήσουν εξωστρεφής, και γι’ αυτό σου άρεσε η συντροφιά των
νέων: να παίζεις ποδόσφαιρο, για παράδειγμα, με τα παιδιά των φτωχογειτονιών.
Αλλά εγώ δεν σε είδα ποτέ έτσι.
Την μελαγχολία την κουβαλούσες
πάνω σου σαν άρωμα και η τραγωδία ήταν η μόνη ανθρώπινη κατάσταση που
κατανοούσες πλήρως. Εάν ένας άνθρωπος δεν ήταν δυστυχής, δεν σε ενδιέφερε.
Θυμάμαι με πόση στοργή, μια μέρα, υποκλίθηκες μπροστά μου και μου έσφιξες τον καρπό
και ψιθύρισες: «Κι εσύ, από απελπισία, δεν πας πίσω!».
Ίσως γι’ αυτό η μοίρα μας έφερε να
συναντηθούμε ξανά, χρόνια μετά. Ήταν στο Ρίο ντε Τζανέιρο όπου ήρθες για
διακοπές μαζί με τη Μαρία Κάλλας. Οι εφημερίδες έγραφαν πως ήσασταν εραστές.
Ισχύει; Ξέρω πως δύο φορές στη ζωή σου ένιωσες να αγαπάς μια γυναίκα μένοντας
ωστόσο απογοητευμένος. Δεν νομίζω όμως πως μια από αυτές τις δύο γυναίκες ήταν
η Μαρία.
Ήσασταν πολύ διαφορετικοί,
τόσο αισθητικά, ψυχολογικά και πολιτιστικά. Την ίδια στιγμή μοιάζατε τόσο
ενωμένοι από μια μυστηριώδη συνενοχή. Η άποψη μου είναι πως την υιοθέτησες
σαν αδελφή σου, για να την κάνεις να
ξεχάσει την εγκατάλειψη της από τον Αριστοτέλη Ωνάση. Δεν ξεκολλούσες από
εκείνη, την βοηθούσες να ντυθεί και να γδυθεί. Στην παραλία της έβαζες
αντηλιακό στην πλάτη για να μην κοκκινίσει.
Στα εστιατόρια ανεχόσουν κάθε
παραξενιά της. Πάντα συγκαταβατικός, υπομονετικός, ήρεμος σαν άλλος νοσοκόμος
του Λαμπαρέν ( πόλη στο Γκαμπόν όπου ο Άλμπερτ Σβάιτσερ ίδρυσε το νοσοκομείο
του). Ναι, υπήρχε σ’ σένα ο ηρωισμός του ιεραπόστολου που σπεύδει να φροντίσει
του λεπρούς, η καλοσύνη του αγίου που με χαρά υφίσταται το μαρτύριο . Ένα βράδυ
μιλήσαμε γι’ αυτό στην Κόπα Καμπάνα, πίσω από ένα χρυσοκόκκινο ηλιοβασίλεμα.
H
Μαρία
λαγοκοιμόταν στην άμμο φορώντας ένα μαύρο μαγιό, κι εγώ σου μιλούσα για τα
βασανιστήρια που οι Βραζιλιάνοι υπέβαλαν τους πολιτικούς κρατούμενους: τους
ραβδισμούς, τα ηλεκτροσόκ. Με άκουγες με δυσκολία, σαν να σε εξόργιζε η
ενόχληση ενός χρυσοκόκκινου ηλιοβασιλέματος με τέτοιες συζητήσεις. Ούτε καν απαντούσες.
Μόνο όταν κατάλαβες πως αυτό με πλήγωνε, κι εγώ σου επιτέθηκα λέγοντας πως δεν
είσαι ειλικρινής στις διαμαρτυρίες και στους αγώνες, πως ήσουν ένας Νάρκισσος
που έκανε πως πολεμούσε την αδικία για ικανοποιήσει την ματαιοδοξία του, άρχισε
τότε να μου μιλάς για τον Ιησού Χριστό και τον Άγιο Φραγκίσκο.
Κανείς ιερέας δεν μου μίλησε,
όπως εσύ, για τον Ιησού Χριστό και για τον Άγιο Φραγκίσκο. Μια φορά μου μίλησες
και για τον Άγιο Αυγουστίνο, για την αμαρτία και την σωτηρία όπως τις έβλεπε ο
Άγιος Αυγουστίνος.
Ήταν τότε που μου απήγγειλες όλη την παράγραφο που ο Άγιος
Αυγουστίνος διηγείται τη ιστορία της μητέρας του που έπινε. Κι εγώ κατάλαβα σ’ εκείνη την περίσταση που
αναζητούσες την αμαρτία για να βρεις τη σωτηρία, με την προϋπόθεση πως η
σωτηρία μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την αμαρτία, και πως όσο σοβαρότερη ήταν
η αμαρτία τόσο πιο λυτρωτική θα ήταν η σωτηρία.
Γι’ αυτό όμως ό,τι μου έλεγες
για τον Ιησού Χριστό και τον Άγιο Φραγκίσκο, ενώ η Μαρία λαγοκοιμόταν στην
παραλία της Κόπα Καμπάνα, παρέμεινε στη μνήμη μου ως τραύμα. Γιατί ήταν ένας
ύμνος στην αγάπη που τον τραγουδούσε ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει στη ζωή.
Διόλου τυχαία το χρησιμοποίησα στο βιβλίο μου που δεν θέλησες να διαβάσεις. Το
έβαλα στο στόμα του παιδιού που παρεμβαίνει στη δίκη κατά της μαμάς του: «Δεν
είναι αλήθεια πως δεν πιστεύεις στην αγάπη, μαμά. Πιστεύεις τόσο που
απελπίζεσαι γιατί βλέπει τόσο λίγη είναι, και γιατί αυτή που βλέπεις δεν είναι
ποτέ τέλεια. Είσαι φτιαγμένη από αγάπη. Αλλά αρκεί να πιστεύεις στην αγάπη αν
δεν πιστεύεις στη ζωή;»
Κι εσύ ήσουν φτιαγμένος από
αγάπη. Η πιο αυθόρμητη αρετή σου ήταν η γενναιοδωρία. Δεν ήξερες να πεις όχι.
Δωρίζει τα πάντα σε όποιον σου ζητούσε κάτι: είτε επρόκειτο για χρήματα, είτε
ήταν δουλειά, είτε ήταν φιλία. Στον Παναγούλη, για παράδειγμα, χάρισες την
εισαγωγή στις δύο ποιητικές του συλλογές. Και στίχο-στίχο, με το πρωτότυπο
ελληνικό κείμενο δίπλα, ήθελες να ελέγξεις μέχρι κι αν έχουν μεταφραστεί σωστά.
Γι’ αυτό ξαναβρεθήκαμε,
θυμήθηκα. Αρχίσαμε να συναντιόμαστε όταν εκείνος αποφυλακίστηκε και ήρθε
εξόριστος στην Ιταλία. Πηγαίναμε συχνά οι τρεις μας για φαγητό. Το φαγητό μαζί
σου ήταν πάντα μια γιορτή, γιατί τρώγοντας μαζί δεν πλήττεις ποτέ. Ένα βράδυ, σε
εκείνο το εστιατόριο που σου άρεσε για τις μοτσαρέλες του, ήρθε και ο Νινέτο.
Σε φώναζε «μπαμπά». Κι εσύ του συμπεριφερόσουν όπως ένας μπαμπάς τον γιο που
γέννησε από τα σπλάχνα και όχι από το σπέρμα του.
Το να σε αφήσουμε μετά το
δείπνο ήταν κάτι επώδυνο. Γιατί ξέραμε, κάθε φορά, που πήγαινες. Και κάθε φορά,
ήταν να σε βλέπω να πηγαίνεις σε ραντεβού με τον θάνατο. Κάθε φορά θα ήθελα να
σε βουτήξω από το μπουφάν, να σε κρατήσω, να σε ικετεύσω, να σου επαναλάβω ό,τι
σου είχα πει στη Νέα Υόρκη: «Θα σου κόψουν τον λαιμό, Πιερ Πάολο!». Θα ήθελα να
σου φωνάξω πως δεν είχες το δικαίωμα γιατί η ζωή σου δεν σου ανήκει, δεν ανήκει
στη δίψα σου για σωτηρία και μόνο. Ανήκε σε όλους εμάς. Κι εμείς την είχαμε
ανάγκη. Δεν υπήρχε άλλος στην Ιταλία σε
θέση να αποκαλύψει τις αλήθειες που εσύ αποκάλυπτες., ικανός να μας κάνει να
σκεφτόμαστε όπως το έκανες εσύ, να μας εκπαίδευση στην έννοια της δημόσιας
συνείδησης όπως μας εκπαίδευες εσύ.
Και σε μισούσα όταν εσύ απομακρυνόσουν
μέσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο με το οποίο οι ταραξίες θα ποδοπατούσαν την καρδιά
σου. Σε καταριόμουν. Αλλά αμέσως μετά το μίσος μετατρεπόταν σ’ ένα βαθύτατο
θαυμασμό και αναφωνούσα: «Τι θαρραλέος άνθρωπος!». Δεν μιλώ, τώρα, για το ηθικό σου σθένος, το
κουράγιο, δηλαδή αυτό που σε έκανε να γράφεις απέναντι σε συκοφαντίες,
παρερμηνείες, προσβολές και βεντέτες. Μιλώ για το κουράγιο του σώματος.
Απαιτείται τεράστιο συκώτι να συγχρωτίζεσαι με τον όχλο που εσύ
συναναστρεφόσουν τα βράδια. Το συκώτι των χριστιανών που γεμάτοι από προσβολές
και χειροδικίες έμπαιναν
στο Κολοσσαίο για κατασπαραχθούν από τα λιοντάρια.
Εικοσιτέσσερις ώρες προτού σε
κατασπαράξουν, ήρθα στη Ρώμη με τον Παναγούλη. Ήρθα αποφασισμένη να σε
δω, να σου απαντήσω δια ζώσης σ’ αυτά που μου είχες γράψει. Ήταν μια Παρασκευή.
Και ο Παναγούλης τηλεφώνησε από το σπίτι μου, στο τρίτο χτύπημα ακούστηκε μια
φωνή που έλεγε: «Προσοχή. Λόγω του σαμποτάζ που έγινε τις προηγούμενες ημέρες
στο κεντρικό τηλεφωνικό κέντρο του Έur η κλήση στα νούμερα που
αρχίζουν από 59 είναι προσωρινά ανέφικτη». Την επόμενη μέρα συνέβη το ίδιο.
Λυπηθήκαμε γιατί πιστεύαμε πως θα δειπνούσαμε μαζί σου, το βράδυ του Σαββάτου,
αλλά μας παρηγόρησε η σκέψη πως θα κατορθώναμε να σε δούμε το πρωί της
Κυριακής.
Για την Κυριακή είχα κανονίσει
να βρεθούμε με τον Τζιανκάρλο Παγιέτα και την Μύριαμ Μαφάι στην Πιάτσα Ναβόνα:
θα πίναμε αρχικά ένα απεριτίφ και έπειτα θα πηγαίναμε για φαγητό. Έτσι γύρω
στις δέκα σε ξαναπήραμε τηλέφωνο. Αλλά, ξανά, ακούστηκε εκείνη η φωνή του
τηλεφωνητή: προσοχή, λόγω της βλάβης το τηλέφωνο δεν λειτουργεί.
Πήγαμε χωρίς εσένα στην Πιάτσα
Ναβόνα. Ήταν μια ωραία μέρα, ηλιόλουστη. Καθισμένοι στο μπαρ «Τρε Σκαλίνι»
αρχίσαμε να μιλάμε για τον Φράνκο που δεν έλεγε να πεθάνει, κι εγώ σκεφτόμουν:
θα μου άρεσε να ακούω τον Πιερ Πάολο να μιλά για τον Φράνκο που δεν λέει να
πεθάνει. Έπειτα πλησίασε ένας νεαρός που πωλούσε την Ουνιτά και είπε στον
Παγιέτα: «Δολοφόνησαν τον Παζολίνι».
Το είπε χαμογελώντας, σαν να
ανακοίνωνε την ήττα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Ο Παγιέτα δεν κατάλαβε. Ή δεν
θέλησε να καταλάβει; Ανασήκωσε το βαθύ μέτωπο του, είπε ψευδίζοντας: «Ποιον;
Ποιον σκότωσαν;». Ο νεαρός απάντησε: «Τον Παζολίνι». Κι εγώ παράδοξα έκπληκτη:
«Ποιον Παζολίνι;». Και ο νεαρός είπε: «Πως τι ποιον; Πώς ποιον Παζολίνι; Τον Πιερ
Πάολο Παζολίνι». Ο Παναγούλης αναφώνησε: «Δεν είναι αλήθεια» Η Μίριαμ Μαφάι
είπε: «Αυτό είναι αστείο». Την ίδια στιγμή όμως σηκώθηκε και έτρεξε να τηλεφωνήσει για να μάθει
αν όλο αυτό ήταν ένα αστείο. Επέστρεψε σχεδόν αμέσως κάτωχρη στο πρόσωπο. «
Είναι αλήθεια, τον δολοφόνησαν».
Στην μέση της πλατείας ένας
κλόουν με ένα πράσινο παντελόνι έπαιζε φλάουτο. Παίζοντας χορεύει σηκώνοντας με
τρόπο αστείο τα πόδια του με το κολλημένο πράσινο παντελόνι και ο κόσμος
γελούσε. «Τον σκότωσαν στην Όστια απόψε» προσέθεσε η Μίριαμ.
Κάποιος γέλασε πιο δυνατά
γιατί ο κλόουν κουνούσε το μακρύ φλάουτο και τραγουδούσε ένα αλλοπρόσαλλο
τραγούδι. Οι στίχοι του ήταν: «Η αγάπη πέθανε, κόμμα, η αγάπη είναι πέθανε,
τελεία! Έτσι εγώ κλαίω, κόμμα, έτσι εγώ κλαίω, τελεία!».
Δεν πήγαμε για φαγητό. Ο
Παγιέτα και η Μαφάι απομακρύνθηκαν με σκυμμένο κεφάλι, εγώ και ο Παναγούλης
αρχίσαμε να περπατούμε χωρίς να ξέρουμε που πάμε. Σ’ ένα έρημο δρόμο υπήρχε ένα
άδειο μπαρ, με την τηλεόραση ανοιχτή. Μπήκαμε ακολουθούμενοι από ένα νεαρό που
ρωτούσε σαστισμένος: «Είναι αλήθεια; Είναι αλήθεια;». Και η ιδιοκτήτρια του
μπαρ ρώτησε: «Τι πράγμα;». Ο νεαρός απάντησε: «Για τον Παζολίνι. Δολοφονήθηκε ο
Παζολίνι». Η ιδιοκτήτρια φώναξε: « Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι; Χριστέ μου: Χριστέ
και Παναγία! Δολοφονημένος! Χριστέ μου! Θα είναι μάλλον πολιτικό έγκλημα!» Στη
συνέχεια στην οθόνη της τηλεόρασης εμφανίστηκε ο Τζιουζέπε Βαννούκι και διάβασε
την επίσημη ανακοίνωση.
Εμφανίστηκαν και οι δύο
χωριάτες που ανακάλυψαν το σώμα σου. Είπαν πως από μακριά δεν έμοιαζες με άψυχο
σώμα, τόσο αγρία ήσουν δολοφονημένος. Έμοιαζες με ένα σωρό σκουπιδιών και μόνο
αφότου σε κοίταξαν από κοντά αντιλήφθηκαν πως δεν ήσουν σκουπίδια αλλά ένα
ανθρώπινο σώμα. Θα με κακοχαρακτηρίσεις ακόμα κι αν σου έλεγα πως δεν ήσουν
ένας απλός άνθρωπος, ήσουν ένα φως, και πως αυτό το φως έσβησε;
Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022
Γιώργης Ε. Μανουσάκης, Γραφή εκτός κήπου, του Δημήτρη Περοδασκαλάκη
Γιώργης Ε. Μανουσάκης
Γραφή εκτός κήπου, του Δημήτρη Περοδασκαλάκη,
εκδόσεις Κουκκίδα,Αθήνα 2022
Αυτή είναι η έκτη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Περοδασκαλάκη. Έχουν προηγηθεί το Μες στο λευκό και μες στο μαύρο το 2005, το Με τον Ξένο το 2008, το Επί γαν μέλαιναν το 2012, το Παιγνίδι ανοιχτό το 2015 και το Η Σφίγγα έστειλε email το 2018 όλα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Το εξώφυλλο της συλλογής κοσμεί το Μολύβια από κορμούς δέντρων της Φινλανδής Jonna Pohjalainen (έργο με άμεση αναφορά στους δύο κύριους νοηματοδοτικούς άξονες της συλλογής),η φροντίδα της έκδοσης ανήκει στον Κώστα Θ. Ριζάκη και η επιμέλεια του εξώφυλλου στην Εύη Κώτσου.
Οι βασικοί άξονες του πονήματος εντοπίζονται στο τετράεδρο: Γραφή – Κήπος – Άνθρωπος – Θεός. Όπως το τετράεδρο εμπεριέχει τέσσερις έδρες σε μορφή τριγωνικής πυραμίδος, έτσι και εδώ η υψηλότερη κορυφή του καταλαμβάνεται από το κυρίαρχο θέμα, που δεν είναι άλλο από την περιπέτεια/δύναμη της γραφής. Αυτός ο άξονας συνιστά ουσιώδες δομικό στοιχείο της συλλογής.
Δεύτερο βασικό στοιχείο: Η έννοια του θείου διατρέχει την ποιητική συλλογή, ένα βαθύ ιδιάζον θρησκευτικό συναίσθημα, ένας διάλογος (σχεδόν συνομιλία λ.χ. Θεία Πλάνη, σελ. 20) με το θείο ως μοχλός κατανόησης του ανθρώπου, του κόσμου και του πολιτισμού. Το θρησκευτικό βίωμα όμως χρησιμοποιείται εδώ από τον ποιητή για να στοχαστεί, να μιλήσει για τη γραφή. Έτσι συγκροτεί (με συνειδητές ενέργειες) ένα σχεδόν μεθοδολογικό υπόβαθρο, ώστε να αναλύσει τον κόσμο και να κατανοήσει την εξέλιξή του. Ο γράφων, εκπεπτωκώς του Παραδείσου (Κήπου), παρατηρεί την εξέλιξη του ανθρώπου και φυσικά τις τρέχουσες εξελίξεις στον κόσμο μας. Δεν προξενεί απορία το γεγονός ότι αρκετά από τα ποιήματα συστοιχούν με τον άξονα βιβλικής αφήγησης.
Σε όλο το έργο ανιχνεύεται ένταση γραφής και συγκινησιακό βάθος λόγου. Η γραφή αντιμετωπίζεται ως στοιχείο σύνδεσης γήινου-θεϊκού κόσμου. Ο Περοδασκαλάκης μελετά το ανθρώπινο ήθος μέσα από το ανθρώπινο πάθος (μην απολησμονούμε τη μελέτη του Σοφοκλής: Τραγικό θέαμα και ανθρώπινο πάθος το 2012 στις εκδόσεις Gutenberg).
Στη γλώσσα τώρα ενυπάρχουν στοιχεία ντοπιολαλιάς που σαφέστατα συνθέτουν στοιχεία ειρωνείας. Ο στίχος είναι ελεύθερος, ολιγοσύλλαβος, τεχνοτροπικά νεωτερικός. Εγκιβωτίζει ένα δυναμικό εσωτερικό ρυθμό, που αποδίδει τους εσώτερους κραδασμούς της ποιητικής αντίληψης. Η γραφή του είναι διαυγής και καλοδουλεμένη.Ιχνηλατήθηκε κάποια ηθελημένη απουσία στίξης, τα νοήματα σχεδόν αποδίδονται με μια ανάσα.
Στο περιεχόμενο πολλάκις ανιχνεύουμε πολυεπίπεδο νόημα (λ.χ. η χρήση του ρήματος λάλησε στο ποίημα Κατά τας Γραφάς, όπου αποκρυσταλλώνονται τρία διαφορετικά νοηματικά επίπεδα σε συνύπαρξη: αναγγελία, καθοδήγηση, δημιουργικότητα). Εδώ συνεισφέρει βεβαίως και η ντοπιολαλιά. Ο ποιητής σε όλο το έργο πραγματοποιεί μια διαδικασία κατάδυσης: από το αναφερόμενο στοιχείο επιφανείας βυθίζεται στο ουσιώδες. Σε κάποια σημεία στέκεται στο διλημματικό μεταίχμιο οντολογίας και μεταφυσικής.
Όλη τη συλλογή διατρέχει η άρρηκτη σχέση του Ποιητού των πάντων με τη Γραφή και μια τάση αυτογνωσίας (και ανθρωπογνωσίας).Το δεύτερο αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του γράφοντος και συναντάται σε όλο το άνυσμα της ποιητικής του πορείας. Αρέσκεται στη μελέτη της ύπαρξης (και των ατελειών της),ειδικά μετά την έκπτωση από την αρχική πληρότητα, την έξωση από τον Παράδεισο, την εκδίωξη από τον Κήπο.Η γραφή σχεδόν ανάγεται σε κατάσταση θεϊκή σε σημείο να ανθρωποποιεί τον θεό. Η λυτρωτική επίδραση της Τέχνης επιδιώκεται ως στόχος. Συμπερασματικά επισφαλής λοιπόν η γραφή, ωστόσο για τον ποιητή δεν υπάρχει άλλος δρόμος από αυτή τη διακινδύνευση. Η εικονοπλασία του σχεδόν σολωμική(π.χ. Δίψα, σελ.24).
Μια ενδεικτική ματιά ακροθιγώς και συνοπτικότατα:
Κατά τας Γραφάς, σελ. 9: η Γραφή δοκιμάζει τον ποιητή των πάντων, θανάτους και αναστάσεις(να σου ορίζει…, όλα τα έχει κανονίσει…).
Η λέξη που δεν έχει Κλητική για τον Θεό, σελ. 10: πόνος και παράπονο μάνας. Η Παναγία έγινε το εργαλείο τη θείας βούλησης, θυσίασε τα πάντα. Συγκινητική αποστροφή: ο γράφων τείνει παρηγορητικά να εξισορροπήσει εκ μέρους του ανθρώπινου στοιχείου την έλλειψη αυτή της Κλητικής/ανταπόδοσης ανάγοντάς την σε σύμβολο μητέρας όλων. Δρα υποστηρικτικά στο θείο πάθος.
Ένοχο χρώμα, σελ. 11: βαθύτατα συγκινητικό.
Έτσι και η δύση κάθε βράδυ κοκκινίζει
αθροίζονται ως φαίνεται οι ματιές
όσων προδώσαμε τη μέρα.
Διακρίνεται ένα πλέγμα ενοχής που επιβεβαιώνει την κλασική ρήση των προγόνων μας:«Αι χρείαι του τι πρακτέον αναιρούσι τους λογισμούς». Αντιστοίχιση: εμείς ως Ιούδες απέναντι στην ουσία της ζωής – η καθημερινή τύρβη και η εξουσία της πάνω μας.
Γραφή εκτός κήπου, σελ. 12: φερώνυμο της συλλογής. Ο κήπος συμβολίζει την πληρότητα. Έξωση και περιπέτειές της; Το μυαλό πάει στον Milton και στοParadise Lost. Ο Κύριος δεν έγραψε, όπως ο Σωκράτης. Σε προσωπικό επίπεδο: (Για αυτό και γράφω… να δώσει). Καθιέρωση/καθαγίαση περιπέτειας γραφής, συγκινησιακό βάθος λόγου.
Μίμου μάρτυρος, σελ. 13: καβαφικές συντεταγμένες και αύρα. Μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη. Θέατρο-ζωή: η λειτουργία του εξύψωσε το ποιητικό υποκείμενο. Η ανάπτυξη αφήνει μια αίσθηση πρωτοχριστιανικού στοιχείου.
Αναμονή, σελ. 14: εντελώς βιωματικό. Ο περίκλειστος στην πανδημία συγγραφέας βρίσκει καταφυγή στη γραφή. Αντίστιξη: περιορισμός – βλέμμα και πνεύμα που φεύγει. Το χρονοδιάγραμμα λειτουργίας μάς εμπεριέχει, μάς ορίζει.
Αποκάλυψη, σελ. 15: υλιστική θεώρηση ζωής ≠ στέρηση. Και οι έσχατοι έσονται πρώτοι;
Η γιαγιά – Ελπίδα, σελ.17: σίγουρα δεν είναι τυχαίο το όνομα, αποτελεί σύμβολο. Βαθύτατα συγκινητικό. Απηχεί βιωματικά στοιχεία. Συνιστά ένα θυμίαμα από πλευράς ανθρώπων προς τον ουρανό. Έμφαση στην απλότητα, μου φέρνει στον νου τη ρήση του William Blake: «Το μονοπάτι της απλότητας οδηγεί στο παλάτι της σοφίας». Η ερμηνεία του ποιητή για το βάθος και την ουσία των πραγμάτων. Εικόνα ζωής χωριού, που παραπέμπει στο μιλτώνειο Paradise Lost.
Κρυφτό, σελ. 18: Ακόμη πιο συγκινητικό και βιωματικό, δίνει την αθωότητα των παιδικών χρόνων. Σκιαγράφηση της απώλειας (…με αγγέλους στην ανάσα της). Αγίασε; Ίσως να έζησε άγια σε όλη της τη ζωή. Εικόνες γιαγιάς – μάνας καθαγιασμένες. Ο γράφων συνεχίζει τη δράση της γιαγιάς. (….κι ένα νερό ποτήρι); Σίγουρα ηθελημένο σχήμα χιαστί. Ταιριάζει σε ρυθμό 15σύλλαβο, που θυμίζει και περιγράφει το περιρρέον πλαίσιο. Απαντοχή. Άδικα περιμένει; Δεν έχει σημασία. Η απάντηση είναι στο Κρυφτό και πώς το προσεγγίζουμε εμείς.
Spleen, σελ.19: το ποιητικό υποκείμενο ως συμπάσχον με αόριστη επανάληψη κάθε Μεγάλη Πέμπτη. Θείο Πάθος και ενσυναίσθηση; Το Θείο Πάθος απολήγει στο ανθρώπινο πάθος. Η λυτρωτική διάσταση του πρώτου προοιωνίζεται το δεύτερο; Προς το παρόν: στον Σταυρό.
Με τον Πρόδρομο, σελ. 21: ύλη; Ζωϊκά ένστικτα; (… να ζωντανεύει η μελάνη πάνω σου); Αντίθεση: αγύριστο κεφάλι – πλανήτης που γύριζε. Προειδοποίηση: φίδι η γραφή, (… χάθηκε στα χαλάσματα), συνεπαγωγικά η γραφή κατακρημνίζει;
Στους κήπους, σελ. 23: βιωματικό. Παππούς και πατέρας. Φύση. Παράδεισος. Αγνή ζωή χωριού. Αέναη ροή πραγμάτων στο τέλος (ξεσκάλισμα: μολύβι – ράμφος).
Ανεύρυσμα εορτής, σελ.25: ευρηματικό το λογοπαίγνιο στον τίτλο. Το Μεγάλο Σάββατο φουσκώνει στην καρδιά μαςως ανεύρυσμα για την Ανάσταση και την απαντοχή της.
Το φίδι: Κήπος – φίδι συμβολισμός με απώλεια Παραδείσου και εικόνα φύσης. Το φίδι – άνθρωπος «χωνεύει» το θαύμα της Ανάστασης. Κύκλος: χώμα/Τάφος – Ανάσταση/Ουρανός – φίδι/χώμα. Η πορεία: Γη – Ουρανός – Γη.
Απόδειξη, σελ. 30: θεός και άνθρωπος. Λεπτό σχόλιο για το θείο πάθος. Ειρωνική διάσταση στον στίχο καβαφικής χροιάς.
Τρία ποιήματα για την Μαρία την Αιγυπτία, σελ. 33 - 35: καβαφικό άρωμα εδώ. Το Εκτός εικόνος μού θυμίζει τον Άγιο Μηνά από τον Καπετάν Μιχάλη. Το δίστιχο «Έμεινα απέξω καρφωμένος στις ερημιές του νου τις πιο μεγάλες» συνιστά κορυφαία αποτύπωση του τρίπτυχου: μέθεξη – απώλεια – σάστισμα. Η δεύτερη στροφή απηχεί βιωματικά στοιχεία.
Σε ένα περιστέρι κρεμασμένοι, σελ. 37: έντονη εικονοπλασία (… τρίζει ακόμα η νύχτα στα παντζούρια). Ενδιαφέρουσα καταληκτική αντίστιξη: (… κι όμως ακόμη τα πουλιά πετούνε) ≠ όχι όμως εμείς.
Έλεγχος, σελ. 41: πραγματικότητα πανδημίας. Ωραία μέθεξη πνευματικού – υλικού στοιχείου. Χρήση καβαφικής ειρωνείας στην αποτύπωση της πραγματικότητας.
Συγγραφείς, σελ. 42: Γραφή εντός – εκτός κήπου. Διαδικασία γραφής στη διαχρονία της. Στην τελευταία στροφή εμφιλοχωρεί το κεντρικό μήνυμα της συλλογής: «Μέσα και έξω από τον κήπο μας δένει και μας λύνει η γραφή». Το ουσιαστικό γραφήμετ’ επιφάσεως τελευταίο, ως κατακλείδα.
Καταληκτικά η ποίηση του Περοδασκαλάκη συνιστά ουσιωδώς ανθρωποκεντρική ποίηση, ταυτόχρονα αρδεύεται από το προσωπικό βίωμα, την πραγματικότητα (λ.χ. Από σεισμού, σελ. 40), τη γνώση (και των βιβλικών κειμένων), αποδίδει κατά αριστοτεχνικό τρόπο εκφραστική συνέπεια (και συνοχή) και ενέχει στοιχεία κοσμοθεωρίας στο περιεχόμενο, στη δομή, στη μεθοδολογία και στην έκφραση. Εντοπίζεται υψηλή βαθμίδα εταστικής συνείδησης και συλλήπτορος νου, περισκοπικής εποπτείας και μεταπλαστικής φαντασίας, παραστατικότητας λόγου και εικονοπλασίας έκφρασης. Σας φαίνεται λίγο;
Παρασκευή 29 Απριλίου 2022
Ο "ΒΡΑΧΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ" "ΟΙ ΓΛΥΦΕΣ ΣΥΛΛΑΒΕΣ" ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΒΡΑΒΕΥΜΕΥΝΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΣΤΟ ΕΚΠΑ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗ.
Τετάρτη 23 Μαρτίου 2022
Γιάννης Ευσταθιάδης: Η ποίηση του Ηλία Γκρή και ...ο άλλος Οιδίποδας
ΑΝΘΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΣ
Η ποίηση του Ηλία Γκρή
και ...ο άλλος Οιδίποδας
του Γιάννη Ευσταθιάδη
Πολλοί ίσως γνωρίζουν τον Ηλία
Γκρή περισσότερο ως ανθολόγο παρά ως ποιητή.
Πράγματι, μέσα στην τελευταία
δεκαπενταετία έχει δημιουργικά συλλάβει και υλοποιήσει 6 θεματικές ανθολογίες:
από την 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία (Το
μελάνι φωνάζει, 2003) έως ποιήματα για τον ταχυδρόμο (Ο ταχυδρόμος φέρνει γράμματα-ποιήματα, 2017) και, μόλις προ μηνών,
με την ευκαιρία των 200 χρόνων, το 1821 στην ελληνική ποίηση (Όταν τραγούδαγε το αίμα, 2020).
Αλλά και η προσωπική συγγραφική
εργασία είναι πλούσια, αφού έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές (εκτός από το
πρωτόλειό του), τρία βιβλία πεζογραφίας και δύο βιβλία δοκιμίων.
Ασφαλώς, όμως, πέρα από την
ποσότητα, το σημαντικό είναι η ποιότητα. Και εδώ να σημειώσω ότι, μολονότι
άργησα (όπως και άλλοι, υποθέτω) να τον γνωρίσω, τον κατατάσσω στους
σημαντικούς εκπροσώπους της σύγχρονης ποίησής μας.
Η τελευταία του συλλογή, η οποία
εκδόθηκε το 2018, συμπυκνώνει χαρακτηριστικά την ποιητική του οπτική και
φιλοσοφία, κάτω από τον τίτλο Σαν άλλος
Οιδίποδας.
Ο τίτλος και μόνο προετοιμάζει
για μια εσωτερική αναμέτρηση με τα προβλήματα της ύπαρξης και τα διλήμματα της
ψυχής. Όμως, όποιος ξεφυλλίσει τη συλλογή θα συναντήσει πολλά πρόσωπα και
τοπωνύμια της αρχαίας Ελλάδας, σε τίτλους και σε στίχους, ακόμα και στο
εισαγωγικό παράθεμα/μότο.
Απαριθμώ: Παλλαδάς ο
Αλεξανδρεύς, Βεργίνα, Σαλαμίνα, Ιουλιανός, Δημόκριτος, Μακεδόνες και Πυθία,
Περσέας, Αλέξανδρος, Έφεσος, Ηράκλειτος, Ικτίνος, Φαίδων, Κριτόλαος, Άδωνις.
Όμως, αυτό δεν είναι κάτι νέο
στην ποίηση του Γκρή: στη συλλογή Αλφειός
πρόγονος του 2005 συναντάμε δύο ποιήματα με τίτλους «Το αίμα του Κλείτου»
και «Η ερημία του Πύρρωνος».
Εδώ, πάντως, οι αναφορές
πολλαπλασιάζονται. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η συχνά παρούσα αρχαιότητα δεν
αποτελεί καβαφικό κατάλοιπο, αλλά έναν συμβολικό τρόπο για να κάνει ο Γκρής όσο
πιο αντικειμενική γίνεται την ποιητική του κατάθεση (και εδώ –να η αντίθεση– η
κόντρα με τη γενιά του ’70, που συχνά ερωτοτροπεί με το υποκειμενικό βίωμα).
Περιέργως, όμως, στην ίδια
συλλογή, στις παράπλευρες οδούς, στα σταυροδρόμια των λεωφόρων, στις άγνωστες
πλατείες, περιπλανώνται και περιφέρονται οδοιπόροι της θλίψης, ποιητές και
συγγραφείς (οι αγαπημένοι του, να εικάσω).
Αποτέλεσμα: ο αναγνώστης θα
συναντήσει αναπάντεχα τον Σολωμό, τον Φώσκολο, τον Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον
Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Εμπειρίκο, τον Σαχτούρη, τη Βακαλό.
Έτσι, ο Γκρής συνενώνει αρμονικά
τη φιλοσοφημένη σκέψη με τη μοντέρνα ευαισθησία, και τον διαχρονικό στοχασμό με
τη σύγχρονη θεώρηση των πραγμάτων.
Όλα όσα έχω γράψει έως τώρα για
τον Ηλία Γκρή, επιβεβαιώνονται από τον ίδιο, στο δοκίμιό του Περί ποιήσεως.
Γράφει: «Ο ποιητής που ρέπει στο
δράμα, τηρεί από ψυχολογικήν άποψη μια συμφιλιωτική στάση απέναντι στο τραγικό.
Γνωρίζει ότι το ποιητικό υποκείμενο έχει φύση τραγική. Που αντιστοιχεί άλλωστε
σε κάθε άνθρωπο. Και γι’ αυτό η εκδραμάτιση πρέπει να υπερβαίνει το στενό
ατομικό βίωμα και να το αντικειμενικοποιεί».
Ο Γκρής, ως ρεπόρτερ του βίου,
έχει εξαιρετικά καταθέσει το αντικειμενικό ρεπορτάζ του πολύ πριν απ’ αυτό το
βιβλίο.
Το 2005, φέρ’ ειπείν, στη
συλλογή Αλφειός πρόγονος, έγραφε:
«αξίες νάυλον και αυτός αγέρωχος να φτύνει την κομμένη του γλώσσα, στη λάμπουσα
βιτρίνα ενός διάσημου, γλοιώδους συρφετού». Ή, τόσο νωρίς όσο στα 1983, στη
συλλογή Εχθρικό τοπίο, το εξαίσιο
«και οι ποιητές κατηφείς τρωγλοδύτες της γλώσσας επιστρέφουν στην παιδική
ηλικία ξεθάβοντας άχραντες λέξεις».
Ο Γκρής επιλέγει –θαρρείς με
λαβίδα έμπειρου συλλέκτη– τις λέξεις και τους προσθέτει τη δυναμική του
αναπάντεχου. Ας προσέξουμε πόσο εμπνευσμένα συνταιριάζει επίθετα με ουσιαστικά:
«υπερήλικη γαλήνη», «ιλιγγιώδης τρόμος», «πελιδνή ηλικία», «άσβηστη φωνή»,
«ρακένδυτα απομεινάρια», «πλειστόκαινη στεριά», «υπόβραχνος ψελλισμός».
Ο Γκρής, υψώνοντας «σημαία
θλίψης», βρίσκεται «στο χείλος μια ηλικίας που ακροβατεί αθωότητα» κι όπου ο
αριθμός των σκαλοπατιών δεν έχει σημασία, και στήνει «με ανάγλυφες λέξεις την
κρήνη του» (στίχοι του, όλα).
Οι λέξεις του Γκρή, όπως
υπονόησε η εισαγωγή μου, είναι εύρωστες, ηχηρές, αλλά όταν πρέπει με σουρντίνα,
υγιείς, αντικειμενικές, ακόμα κι όταν καταγράφουν συναισθήματα, κάποτε
επικήδειες, κάποτε θρηνητικές, συχνά στοχαστικές.
Είναι μια άσκηση ουτοπίας, ένα
ακροβατικό χωρίς δίχτυ, γιατί, όπως λέει ο ποιητής, «Τρως πραγματικότητα,
χορταίνεις ουτοπία».
Όμως, και η πραγματικότητα
κατατίθεται μ’ έναν απρόσμενο ρεαλισμό και με στίχους που προσφέρονται για
μελοποίηση: «Ροδαλίνα, δεσποσύνη της θλίψης / που τη βρήκες στην πλατεία
Παπαδιαμάντη / να ράβει σκυφτή αναμνήσεις / με κλωστή ασημένια κλωστή του
θανάτου».
Θέλω τώρα να συνοψίσω τις
απόψεις μου για τον Ηλία Γκρή και την ποίησή του με έμφαση στην τελευταία
συλλογή του.
Πρώτον
Διαθέτει ύφος πυκνό και ενίοτε
σκοτεινό, το οποίο, εντούτοις, δεν επηρεάζει τη διαφάνεια του νοήματος («κι
όπως σε πηλό και μάρμαρο έχυνε ιδέες / μες στα υπόγεια και τους εφιάλτες του /
άνοιγε δρόμο για της μορφής την άχραντη τελειότητα»), ούτε, πολύ περισσότερο,
τη μαγεία του αποτελέσματος: «όταν σιντριβάνι απελπισίας / ξεπήδησε η φωνή
του», ή: «ν’ ακούει τρομπέτες μιας εποχής αλλόκοτης / ανοίγει το σεντούκι της χαϊδεύοντας
ολόξανθες αναμνήσεις», ή: «μες στο νυγμό του θανάτου / έμπηξαν παλίνδρομο
αμφίστομο σπαθί / στο ροδαλό κοχύλι της».
Δεύτερον
Διαθέτει μια αγωγή υψηλών τόνων.
Δεν ψιθυρίζει· καταθέτει τις λέξεις μεγαλόφωνα.
Δεν κλείνεται στο καβούκι του·
αντικρίζει με δυναμισμό τον κόσμο.
Δεν εκλιπαρεί· απαιτεί: «με
πυξίδα το στίχο σου στον λαλημένο κόσμο / σπάσε το μολύβι όστρακο της αυγούλας
/ και στάσου στην πόρτα της λογικής / ν’ αγναντεύεις αισθήματα».
Η μοναξιά του δεν είναι
προσωπική – δεν το καταδέχεται· είναι οικουμενική.
Αν οι συλλαβές του ήταν νότες,
θα ήταν όλες γραμμένες σε κλίμακα μείζονα· ποτέ ελάσσονα.
Και ακόμα κι όταν ανοίγει
λογαριασμούς με τη θλίψη, δεν καταδέχεται να κλάψει· θρηνεί.
Ναι: η ποίηση του Γκρή έχει
συχνά έναν σύγχρονο επικό χαρακτήρα.
Τρίτον
Διαθέτει μια ιδιότυπη
ρυθμολογία: κάθε στίχος έχει ρυθμό, εσωτερική μελωδικότητα· όπως: «Έσκυψε μέσα
του και είδε / αστρίτες χειμερίας σαλεύαν οι αναμνήσεις», ή: «βγαίνουν περίπολα
/ με παρασύνθημα ανατροπής τα όνειρα / να σκορπίσουν φωλιές αρουραίων».
Οι στίχοι του είναι ελεύθεροι ως
προς το νόημα, αλλά ποτέ ως προς το ρυθμό. Κάποτε η ρυθμολογία του αυτή δείχνει
να κατάγεται και απ’ το δημοτικό τραγούδι: «Λοξοκοιτά λοξοπατά / μα
ορθοσυλλογιέται», ή: «μέσ’ στο αντιλάμπισμα / ενός ήλιου από μέλι», ή:
«ηρωισμούς αθλιότητες / χλιδάτες δυναστείες».
Τέταρτον
Διαθέτει αντικειμενική ματιά στα
πράγματα, στα συναισθήματα, στη θεώρηση του κόσμου. Σπανίως καταφεύγει στο
«εγώ». Προτιμά το «αυτός» ή το «εμείς», οι λέξεις του λειτουργούν σαν εσωτερική
κάμερα που καταγράφουν τα γεγονότα.
Μετά, ο ποιητής, νηφάλιος και
αντικειμενικός, τα σχολιάζει.
Πέμπτον
Διαθέτει τεράστιο οπλοστάσιο
λέξεων, απερίγραπτο πλούτο ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων, που τον βοηθά όχι
απλώς να ράβει καλολογικά τις έννοιες, αλλά και να κεντά με απαστράπτοντα τρόπο
πάνω στις μελωδίες που υφαίνει, και να επιτυγχάνει έναν ιδιότυπο «σκληρό
λυρισμό» – όχι, δεν είναι αντίφαση· ισχύει στους στίχους του.
Θα μπορούσα να παραθέσω και άλλα
χαρακτηριστικά αυτής της ξεχωριστής ποίησης, αλλά, κατά τη γνώμη μου, αυτά που
μόλις παρέθεσα είναι αρκετά για να ορίσουν την ιδιότυπη περίπτωση του Ηλία
Γκρή.
Θέλω απλώς να ορίσω –αυθαίρετα,
αλλά πάντως νόμιμα ως αναγνώστης– την καταγωγή αυτής της ποίησης.
Πιστεύω, λοιπόν, πως ο Γκρής
είναι ένας σύγχρονος, ικανός διαχειριστής μιας ιδιότυπης παλαμικής κληρονομιάς·
γιατί τα χαρακτηριστικά του που ανέφερα –πυκνότητα και στιβαρότητα λόγου,
πλούτος λέξεων, υψηλοί τόνοι και ζηλευτή ρυθμολογία–κατάγονται –κατά τη γνώμη
μου πάντα– από τον Παλαμά.
Και για να τελειώσω με τρόπο
ολίγον ευτράπελο (άλλωστε, και ο ίδιος κάπου κάνει λόγο, με εμπεδόκλειο τρόπο,
για «γκρήφυλλο κήπο»), να πω πως τα ποιήματα της συλλογής Σαν άλλος Οιδίποδας είναι κάτι παραπάνω από 50.
Θα μπορούσα, λοιπόν, να προσθέσω
πως εδώ έχουμε να κάνουμε με τις 50
αποχρώσεις του Γκρή, αλλά με την απαραίτητη διευκρίνιση πως είναι οι
αποχρώσεις μιας στοχαστικής και φιλοσοφημένης θεώρησης του κόσμου, που βρίσκει
την αντιστοιχία της στους στίχους.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...
-
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...
-
Το τελευταίο βιβλίο της Τζούλιας Γκανάσου με τον τίτλο Δευτέρα παρουσία είναι μυθιστόρημα αντιπολεμικό, μυθιστόρημα υπαρξιακής αν...
-
Το υλικό σώμα της λέξης αλλάζει σύσταση, αποκτά άλλη μάζα, όταν στοιχειοθετεί αλληγορία, υπακούοντας σε μια νοητική αλχημεία μετουσίωσ...

