Σε αυτήν την ποιητική συλλογή ο Γιάννης
Παππάς κάνει καταδύσεις στη μνήμη της παιδικής και πρώτης ενήλικης ζωής, δημιουργώντας
μια ποίηση ποιοτική και αξιόλογη με τα
θιγόμενα θέματα και με την τέχνη της γραφής του. Τα ποιήματά του με την
αξιοποίηση της μνήμης αναδεικνύουν εικόνες και καταστάσεις από τον παιδότοπο
και την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή του, με κεντρικό θεματικό άξονα τη φθορά με
την παρέλευση του χρόνου στον άνθρωπο
και στον αναφερόμενο γεωγραφικό χώρο. Άλλος θεματικός άξονας που διατρέχει την
ποίησή του είναι ο θάνατος με τα συναισθήματα που προκαλεί, όχι ως θρήνος, αλλά
ως μια κατάσταση που επισυμβαίνει, καθώς ζωή και θάνατος είναι συνυφασμένα.
Γίνεται μνεία και στην απώλεια αγαπημένων που δημιουργεί έντονα συναισθήματα,
ακόμα και για όσους έφυγαν πλήρεις ημερών. Ένα άλλο θέμα που εντοπίστηκε και απασχολεί
τον ποιητή-δημιουργό είναι η ποίηση και η αποστολή της, η Τέχνη της ποίησης (ποιήματα
ποιητικής).
Πιο αναλυτικά, διαβάζοντας το ποίημα «Μνήμη
Κλεφτοφάναρο», αφιερωμένο στον ομότεχνό του Ηλία Γκρη, από τον τίτλο φαίνεται η
βιωματική εικόνα του κλεφτοφάναρου, που αναδύεται από τη μνήμη. Οι μνημονικές
εικόνες γίνονται ποίηση, που ταξιδεύει τον/την αναγνώστη/στρια σε εικόνες και
ποιητικές αφηγήσεις ζωής, όπως η εικόνα με το βρέφος στη «νάκα/νιάκα», κρεμασμένο από το δέντρο
για προστασία, καθώς η μητέρα του εργαζόταν στα χωράφια (ενέχει αυτοβιογραφικά
ίσως στοιχεία). Άλλη εικόνα μας οδηγεί
στον στοχασμό για τη φθορά, με εστίαση στο δέντρο, που με το πέρασμα του χρόνου
έγινε στάχτη, π.χ. «Το δέντρο που βρέφος
σε κρεμάγανε, /για να μη σε φάνε τα σκυλιά,/ έγινε στάχτη τώρα πια.». Με
κινηματογραφική τεχνική δίνονται οι εικόνες του τότε, με τον πατέρα στο
τρίκυκλο, που σηκωνόταν πολύ πρωί για τη δουλειά του («πρωινό αστέρι»), αλλά
τώρα επήλθε η φθορά και ο θάνατος, καθώς «σκουριάζει παρατημένο» το ποδήλατο
(απώλεια ανθρώπου, αντίστιξη στο τότε και τώρα).
Ακολουθεί εικονοστάσι αγαπημένων, με τα
όνειρα και τη δράση τους, που βρίσκονται «παρά δήμον ονείρου» (Ομήρου Οδύσσεια,
ραψ, ω, στ. 12), όπως ο κοντός ξάδερφος με τα μεγάλα όνειρα (εικόνα, αντίστιξη)
και τα ροζιασμένα χέρια (εργατικότητα), ο θείος με την ψησταριά και τα
καρπούζια και η όμορφη βόλτα της Κυριακής με τα «κλεφτά δειλά βλέμματα» (υποδήλωση
ερωτικών βλεμμάτων). Μετά την παρουσίαση
όλων αυτών των ανθρώπινων πορτρέτων, ο ποιητής παρουσιάζει, ποιητικά, τον
γενέθλιο τόπο, την Άρτα, σωματοποιημένη, με τις μυρωδιές και την ανάμνηση «των
ανεκπλήρωτων ερώτων». Ο ποιητής σε έναν μετεωρισμένο στίχο, με την τεχνική της
ανάμνησης, μας ενημερώνει ότι όλα αυτά έγιναν ανάμνηση που βγήκαν από «τις
ρωγμές του μυαλού» ως ονειρικό στοιχείο, όταν ξυπνάει το υποσυνείδητο. Μάλιστα,
δίνεται η εικόνα του μυαλού ως ύλη με ρωγμές από τον χρόνο, οι οποίες αφήνουν
χώρο για να ζωντανέψει το παρελθόν. Ακολουθεί η τελευταία στροφή, με την εικόνα
του παιδιού με «ματωμένα γόνατα» που έπαιζε κουτσό στον τότε παιδότοπο
(ειρωνεία), στους δρόμους με τα χώματα. Είναι φανερό ότι γίνεται κατάδυση στη
μνήμη και η ανάμνηση γίνεται ποίηση με ξεχωριστές εικόνες και συναισθήματα, με
στοχασμό για τη ζωή και τη φθορά. Όλα αυτά η μνήμη ως θησαυροφυλάκιο τα
διασώζει και ο ποιητής «ποιεί» ποίηση. Η οπτική του ποιήματος, οι στροφές και η
οπτική του στη σελίδα αναδεικνύουν μια μοντέρνα καλά δομημένη ποίηση.
Και στο ποίημα με τίτλο «Στο κήπο πίσω από
το σπίτι» ο χρόνος ανατρέπει τα πάντα. Ο Γιάννης Παππάς με λέξεις επιλεγμένες
«σκάβει», όχι σε χωράφι της Άρτας, αλλά στο χωράφι της γραφής με εστίαση στον
τότε κήπο του σπιτιού του, με φίλους που έγιναν ανάμνηση, καθώς μπήκαν σε
φωτογραφίες και έγιναν όνειρο και εικόνες (οπτικές, ακουστικές ή και οσφρητικές).
Μέσα από όλα αυτά και πάλι η πολύσημη ποιητική γλώσσα υποδηλώνει τη φθορά, π.χ.
«ονόματα
και εικόνες τώρα πια,
μιας
νιότης που φαντάζει μακρινή και μέσα στο όνειρο
ακούγοντας
γέλια και φωνές.»
Είναι εξαιρετικής επινόησης η εικόνα με τον
νέο (το βρέφος έγινε παιδί και νέος), ο οποίος πάνω στο άλογο των ονείρων του
(συνομιλία με τα δημοτικά τραγούδια και με μετάπλασή τους) φτάνει στη
«Σαλονίκη» για σπουδές. Εκεί ανακαλύπτει πράγματα νέα, ταξιδεύει σε άλλες
χώρες, αλλά, τελικά, πνίγεται «στη λίμνη της κυρά-Φροσύνης» και αρχίζει πάλι
από την αρχή τη ζωή μόνος: «όλο και πιο μόνος τώρα πια», θίγοντας το θέμα της μοναξιάς
της σύγχρονης ζωής, καθώς το περιβόλι έχει μείνει χωρίς φωνές παιδιών και φίλων.
Με το ποίημα «Επιστροφή», από τη ζωή και
τις καθημερινές εικόνες, ξεφλουδίζει το παλίμψηστο της μνήμης και απλώνει
μπροστά στον αναγνώστη/στρια κάμπους με δροσιά, με πορτοκαλιές σαν ονόματα
ξεχασμένων φίλων, με πετεινούς που βραχνιάζουν φωνάζοντας εγερτήριο κάθε πρωί,
αναζητώντας στη μνήμη και στο όνειρο ένα πρόσωπο αγαπημένο, που δεν υπάρχει:
«το ξέρεις τώρα πια πως κανείς δεν σε περιμένει.». ΄Έτσι παρόν, παρελθόν,
μνήμη, ζωή και θάνατος συμπορεύονται και φτιάνουν το κουβάρι της ζωής, το οποίο
ο ποιητής ξηλώνει λίγο και κάνει τη δική του «Νέκυια» σε μνήμες παρόντων και
απόντων.
Στο κλίμα της αναζήτησης ελπίδας και του
ταξιδιού κινείται το ποίημα «Ναυαγοί Ονείρων», που grosso modo συνομιλεί με την
ομηρική Οδύσσεια με λέξεις όπως: «Ούριος άνεμος», «συντρόφους», προσαρμόζοντάς
τες στη σύγχρονη ζωή. Δίνονται εικόνες και δράσεις, το ταξίδι με τις τρικυμίες
και τις ανατροπές, με τους νέους αρχηγούς, σε καράβια και τραίνα, που οδηγούν
στο πουθενά (με υποδηλώσεις για τη σύγχρονη εποχή). Όμως οι ναυαγοί ονείρων που
κάθονται στις βραχονησίδες δε χάνουν την ελπίδα ότι κάποιο νέο καράβι με καλό
σκαρί θα έρθει για νέο ταξίδι. Η εικόνα με τις βραχονησίδες ως αναγνώστρια με
οδήγησαν στον οικείο χώρο του Αιγαίου με τα διάσπαρτα νησιά και τις
βραχονησίδες του και με τον ποιητή ως Σεβάχ Θαλασσινό (μέσα σε αυτό το ποίημα)
να αναζητάει ελπίδα σε νέα ταξίδια.
Το
ποίημα «Προορισμός» είναι ποίημα αυτοαναφορικό με προμετωπίδα στίχο του Eugenio
Montale La poesia non e’ fatta per nessuno (Η ποίηση δεν είναι φτιαγμένη για
κανέναν). Ο Γ. Παππάς προεκτείνει τη σκέψη του Ιταλού ποιητή με το ερώτημα που
θέτει στον πρώτο στίχο του ποιήματος: «Για ποιον προορίζεται η ποίηση;» και η
απάντησή του δίνεται στους δύο μετεωρισμένους στίχους (επανάληψη και αυτονομία)
ότι το ποίημα «απλώς υπάρχει», το ποίημα που γεννιέται επώδυνα και στην απόλυτη
μοναξιά, π.χ. «σαν το νερό […] από την πυρωμένη πέτρα», «σαν το αηδόνι που
κελαηδάει μονάχο ολημερίς στο δάσος,» (δυναμικές παρομοιώσεις). Οι δύο
τελευταίοι στίχοι ως επιμύθιο βεβαιώνουν ότι ο χρόνος όλα θα τα «ρημάξει» και εκείνο
που μένει μετά τη ζωή είναι το ποίημα ως προέκτασή της, ως κάτι πολύτιμο: «θα
λάμπουν πάνω στην άμμο».
Και
το ποίημα «Της Τέχνης Υπηρέτης» είναι ποίημα ποιητικής, συνομιλεί με τον Καβάφη
«Το Πρώτο Σκαλί» και έχει αφιέρωση (στην αείμνηστη καθηγήτρια Σόνια Ιλίνσκαγια).
Το ποίημα έχει δύο στροφές (5 και 7 στίχων), διφωνία, καθώς έχει σε εισαγωγικά
τα λόγια του συνομιλητή του ποιητικού υποκειμένου, με μετάπλαση του καβαφικού, προσαρμοσμένο
στο σήμερα της πολυτέλειας και της εκζήτησης, με φανερή την προθετικότητα του
ποιητή: «το ωραίο σπίτι, τα ακριβά σερβίτσια, τα ωραία ρούχα». Αυτή η φωνή
έρχεται σε αντίστιξη με την άλλη, η οποία παλεύει για «τα προς το ζειν». Στη
δεύτερη στροφή προβάλλεται ο διάλογος της ευθύνης του ταπεινού ποιητή.
Ο
τίτλος στο ποίημα «Τα μέσα μου ποτάμια», αφιερωμένο στον ηπειρώτη καθηγητή και
ποιητή Γιάννη Δάλλα, συνομιλεί με το περιεχόμενο όπου είναι κυρίαρχα δύο
ποτάμια σε κυριολεξία και μεταφορά με τις αλυσιδωτές συνδηλώσεις τους. Τα
ποτάμια, Άραχθος και Λούρος, στοιχεία εντοπιότητας, δίνονται οπτικά και ηχητικά.
Συνεικόνες δημιουργούνται με της παρουσίαση του ηπειρώτικου τοπίου (βουνά, γεφύρια,
ξωκλήσια, αλώνια, βρύσες, ξερολιθιές και άλλα, που συγκροτούν έναν μοναδικό πίνακα.
Στην τρίτη στροφή εισβάλλει και το ανθρώπινο στοιχείο με τον μόχθο του και τα
εικονίσματά του, όλα ως δρόμοι νερών των ανθρώπων και των πολιτισμών. Το ποίημα
ολοκληρώνεται με επανάληψη των δύο
πρώτων στίχων «Μέσα μου κυλάνε δυο ποτάμια,/ δυο φλέβες που χτυπάνε δυνατά»
(μεταφορές).
Και στο ποίημα «Η Μοίρα των Ανθρώπων», η
σκοτεινή Μοίρα, συνδέεται με τα ποτάμια και «κυλάει» με τον χρόνο ως μια αέναη
διαδρομή προς την «ακοίμητη θάλασσα». Στο ποίημα ο στοχασμός για τη μοίρα των
ανθρώπων (φθορά, θάνατος) είναι εύστοχα δοσμένος με τη μεταφορά της κίνησης των
ποταμιών με το πέρασμα των χρόνων στους ανθρώπους, που οδηγούνται όχι στη
θάλασσα, αλλά στην άβυσσο: «κατεβαίνουμε στην άβυσσο». Πρόκειται για κατάδυση «Νέκυια»,
χωρίς ανάδυση.
Ο θάνατος διαπερνά και το ποίημα, με αφιέρωση
στον ποιητή Α. Φωστιέρη, δομημένο έξυπνα με ρητορικές ερωτήσεις, π.χ. «Ποιος θα
δεχόταν να τον νανουρίσει ο θάνατος;». Εδώ ο θάνατος σωματοποιείται, όταν
ορίζεται από τον ποιητή για τη μοναξιά του, χωρίς φίλους, απόκληρος, με
κορύφωση το επιμύθιο όπου ο πόνος του θανάτου γίνεται πόνος για τον θάνατο που
δεν έχει θάνατο. Οι στίχοι αυτοί ενέχουν ειρωνεία κατάστασης, π.χ.
«Δυστυχισμένος είναι ο θάνατος,/ που ούτε έναν θάνατο δεν έχει.». Στο ίδιο
κλίμα στοχασμού για τον χρόνο και τον θάνατο με διαμεσολαβητές τους «κλέφτες» κινείται
και το ποίημα «Λιποτάκτες του χρόνου».
Στην Οχρίδα μας μεταφέρει το ποίημα «Η
κραυγή της μνήμης», που μετά την περιγραφή του χώρου, η λίμνη μιλάει για το
παρελθόν και την ιστορία της με τις συνδηλώσεις τους. Ο ποιητής εισβάλλει στο
τοπίο από το Ξενοδοχείο (διεύρυνση οπτικής) και με τη φαντασία του αναπαριστά
εικόνες με πρόσωπα και γεγονότα του παρελθόντος, που ζητούν «δικαιοσύνη»
(συνομιλία με Σεφέρη). Ολοκληρώνεται η αφηγηματική ποίηση με τις εύστοχες
εικόνες με το ρητορικό ερώτημα για το εμείς: «Εμείς τουρίστες αναζητούμε τι,/
ξεφυλλίζοντας παλιά ψαλτήρια/ και ακουμπώντας αρχαίες κολώνες;». Στο ποίημα
«Στοιχειωμένη Πόλη» επανέρχεται στην πόλη των Ιωαννίνων τη «στοιχειωμένη στα
νερά της μνήμης», όπου παρελαύνουν ο θάνατος, σε αντίστιξη με τη ζωή, οι
γνωστοί και οι συγγενείς, με εικόνες της τότε καθημερινότητας, με τα ψαλτήρια
όπου έψελνε ο παππούς, όλα ως συνόψιση ζωής, τώρα που και το ποιητικό
υποκείμενο έχει μεγαλύτερο παρελθόν από μέλλον, καθώς βρίσκεται κοντά στο
βασίλειο του «μαύρου», όπως αποκαλείται
ο θάνατος και το βασίλειό του συνεκδοχικά, π.χ. « Τώρα που φτάσαμε στα μισά το
μαύρο ξεχωρίζει».
Ακολουθεί
το ποίημα ποιητικής και στοχασμού «Μετάθεση», αφιερωμένο στον Σ. Παστάκα, που
μιλάει για τη γραφή, για τον ποιητή, για τον έρωτα, για την Απουσία και τη
Σιωπή, για το Άπειρο και τον θάνατο/«μετάθεση» και για την αγάπη. Την αγάπη των
ζωντανών επιζητεί ο ποιητής πριν αναχωρήσει «στο σκοτεινό βασίλειο». Η συλλογή
ολοκληρώνεται με το ποίημα «Αποχώρηση», αφιερωμένη στον Γ. Μίχο, με προμετωπίδα
στίχο του Μ. Αναγνωστάκη, που αναφέρεται στο πέρασμα του χρόνου και τη
φθορά. Ο ποιητής μας δείχνει τι βλέπει,
ποιους βλέπει να γίνονται άγγελοι και να
αναχωρούν για τον άλλο κόσμο (δείξη και προθετικότητα). Ο στοχασμός παίρνει τη
σκυτάλη με τον προβληματισμό ότι ο Παλιός Κόσμος φεύγει με όσα τον
συγκροτούσαν, αλλά και την ανησυχία αν θα έρθει ο Καινούργιος και κυρίως τι θα
φέρει, αν οι 20άρηδες και οι 30άρηδες που βρίσκονται στα τείχη θα έχουν την
ευαισθησία και «το έλεος των παππούδων μας». Σε αυτό το ποίημα ο ποιητής
στοχάζεται για το μέλλον του τόπου και του Κόσμου, μέσα από τους νέους του μέλλοντος.
Με
αυτήν την περιήγηση στην ποίηση του Γιάννη Παππά, προσπάθησα να διερευνήσω την
ποιητική του κατάθεση, εστιάζοντας στα θεματικά κέντρα, στην τέχνη και τεχνική
της γραφής του και θεωρώ ότι δημιούργησε ένα ποιητικό σύμπαν εξαιρετικό, που
έχει αρχή και μέλλον χωρίς όρια. Πρόκειται για ποιητική δημιουργία δυναμική και
σημαντική.
Γλυφάδα Ιούλιος 2025
Η Χριστίνα Αργυροπούλου είναι Επίτιμη Σύμβουλος του
Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, συγγραφέας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου