Κύριε Τζανετάκη,
μπορείτε να μας προσδιορίσετε την ποιητική σας πορεία μέσα από τις επτά
ποιητικές σας συλλογές;
Γ.Τζ.: Ήδη από το πρώτο βιβλίο η ποίησή μου στόχευε –ασυνείδητα– την ατομική περιπέτεια, και κυρίως την έλλειψη, την απώλεια. Λέω «ασυνείδητα», γιατί σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών που ξεκίνησα να γράφω, στην «αθώα» επαρχία της δεκαετίας του ’60, ήταν αδιανόητη η έλλειψη. Τα ’χαμε όλα τότε, ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Σ’ εμένα όμως όλο και κάτι εξείχε και έβρισκε το «φίδι» να δαγκώνει. Θέλω να πω ότι έως σήμερα ακριβώς αυτού του κάτι την πληγή παλεύω ολοένα με την ποίηση να επουλώσω. Και βέβαια, είναι ευτύχημα που δεν τα καταφέρνω. Γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχα τίποτα πια να γράψω.
Η προσπάθεια
διατήρησης της ιστορικής και πνευματικής κυρίως συνέχειας του ελληνισμού και
της γλωσσικής μας ταυτότητας, νομίζετε ότι κινδυνεύει από της παντοίου τρόπου
επεμβάσεις του ευρωπαϊκού παράγοντα;
Γ.Τζ.: Είμαστε μια χώρα παρορμητική, κι αυτό σαφώς εγκυμονεί κινδύνους. Διαθέτοντας όμως το αδιαμφισβήτητο αυτό ελάττωμα η φυλή μας, διαθέτει ταυτόχρονα και τα αντανακλαστικά τού μη παρέκει: όταν πλησιάζει στην πλήρη αμετροέπεια, ενστικτωδώς πισωγυρίζει. Γι’ αυτό και εν τέλει πιστεύω πως, παρότι σήμερα είναι ορατοί, στη νέα γενιά κυρίως, οι κίνδυνοι του ερωτήματός σας, θα τους αντιπαρέλθουμε. Απλώς, δεν έχουμε φθάσει ακόμα στο όριο, στην κόψη…
Η γενιά του ’60 έκλεισε μια εικοσαετία από την εμφάνισή της. Οι
προσπάθειες ομαδικής παρουσίασης του στίγματος (περιοδικά Νέο Επίπεδο και Ελίτροχος)
που προηγήθηκαν, δείχνουν την ανησυχία της γενιάς σας, ότι δεν έχει αναδείξει
άκρως ενδιαφέρουσες ποιητικές μορφές, οι οποίες μπορούν να σημαδέψουν και να
εκφράσουν πρωτοποριακά το νέο ρίγος που προσπάθησε να περάσει στα ποιητικά δρώμενα
της χώρας μας;
Γ.Τζ.: Η ομαδική ανησυχία είναι νεανικό
φαινόμενο: με τα χρόνια αντικαθίσταται από την ατομική. Πίσω από την ομάδα
πάντα υποβόσκει η μονάδα, μην το ξεχνάμε. Εντάξει, η ομαδοποίηση συνιστά μια
συστέγαση, έναν κοινόχρηστο ξενώνα. Προσέξτε, όμως, λέω «ξενώνα», το σπίτι του
καθενός είναι άλλο. Ωστόσο, είναι λάθος, νομίζω, να ερμηνεύσουμε τις όποιες
προσπάθειες συνύπαρξης, συστοίχισης αν θέλετε, των ποιητών που απαρτίζουν τη
γενιά του ’80 ως προσπάθεια να επιβιώσει το μέρος μέσω του όλου. Η ιστορία της
λογοτεχνίας έχει φροντίσει να μας διδάξει το αντίθετο. Απ’ την άλλη, θα ήταν
σχήμα οξύμωρο, μια γενιά που συναντήθηκε μετωπικά με το AIDS να μην αναζητά συντρόφους…
Όσο για το αν έχει αναδείξει άκρως ενδιαφέρουσες ποιητικές μορφές, θα σας προτείνω να περιμένουμε. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η γενιά του ’80 πορεύεται λογοτεχνικά παράλληλα με έναν εξοντωτικό βιοπορισμό – ποτέ άλλοτε η δημιουργικότητα δεν έμοιαζε να ασφυκτιά τόσο. Θαρρώ, πάντως, πως ήδη έχουν διαφανεί πλούσια ποιητικά «οπλοστάσια» σε ορισμένους εκπροσώπους της. Με την επερχόμενη ωριμότητα της γενιάς θα αξιολογήσουμε με μεγαλύτερη ασφάλεια τις επιδόσεις της.
Μήπως με τη
μαζικοποίηση του «κινήματος» αυτού, η γενιά του ’80 προσπαθεί αφενός να
αποδείξει την αντοχή της στην αφόρητη πίεση της γενιά του ’70, που ως άλλη
γενιά του ’30 δυναστεύει ακόμα την ποιητική ζωή της χώρας, και αφετέρου να
χαράξει τα σαφή της όρια από τον επερχόμενο κίνδυνο της γενιάς του ’90, που
αρχίζει να δείχνει το πρόσωπό της;
Γ.Τζ.: Δεν ένιωσα ποτέ πίεση από τη γενιά του ’70. Το ότι οι εκπρόσωποί της κατέχουν καίριες θέσεις στα τεκταινόμενα του λογοτεχνικού χώρου (περιοδικά ή εκδοτικό βέτο σε ορισμένες εκδόσεις, για παράδειγμα), είναι φυσικό: στις τρεις προηγούμενες γενιές η δραστηριοποίηση αυτή τελούσε περίπου εν υπνώσει. Έτσι όμως ευάριθμοι ποιητές του ’80 μπόρεσαν και στεγάστηκαν από τα πρώτα τους κιόλας βιβλία σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Δεν νομίζω ότι αυτό από μόνο του είναι λίγο, έστω κι αν σημαίνει πως κάποιοι ευνοήθηκαν, ενώ άλλοι όχι. Αν αποδώσουμε λοιπόν ρόλους κλειδούχων στους ποιητές του ’70, θα έλεγα πως χρησιμοποίησαν τα κλειδιά για να μας ανοίξουν πόρτες, και όχι να τις κλείσουν. Προσωπικά, πάντως, έτσι κι αλλιώς, σπάνια νιώθω αδικημένος, παραμελημένος. Πιστεύω πως κανείς δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν, άρα ό,τι χαρίζεται πρέπει να είναι καλοδεχούμενο. Κι όσο για τη χάραξη «σαφών ορίων» από τους επερχόμενους ποιητές του ’90, έχω τη γνώμη πως αυτό ελάχιστα μας απασχολεί. Πώς να χρεώσεις εξάλλου σύνορα σε μια γενιά που είδε σε «έγχρωμο σινεμασκόπ» την πτώση του τείχους του Βερολίνου…
Αντέχει ακόμα η
ονομασία «γενιά του ιδιωτικού οράματος», ή χρειάζεται επαναπροσδιορισμός των
τάσεων, των νέων προθέσεών της;
Γ.Τζ.: Κάτω από αυτήν την ονομασία στεγάστηκε, επιτυχημένα νομίζω, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, μια ομάδα ποιητών με μόνο κοινό –πέραν της ηλικίας τους– γνώρισμα το ότι δεν είχαν μεταξύ τους τίποτα κοινό. Θα μπορούσε να έχει ονομαστεί «γενιά του εγώ», αυτό ναι. Το λέω, γιατί δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στην εποχή των «έξυπνων πυραύλων», το «ιδιωτικό όραμα» ηχεί ίσως κάπως γλαφυρά. Ωστόσο, ναι, ως «γενική εξέταση αίματος» της γενιάς, η ονομασία αντέχει ακόμα. Όσο για τον επαναπροσδιορισμό των τάσεων, των νέων προσπαθειών της, μάλλον στην ηλικία των σαράντα, που βρίσκονται σήμερα οι περισσότεροι ποιητές που την απαρτίζουν, αυτές πλέον διαμορφώνονται ερήμην τους, αποκλειστικά μέσω του παραγόμενου έργου τους.
Είπατε πριν, πως
ποτέ άλλοτε η δημιουργικότητα δεν έμοιαζε να συνθλίβεται τόσο μέσα στην
καταβροχθιστική μηχανή του βιοπορισμού. Εσείς, πάντως, σε είκοσι ένα χρόνια
εκδοτικής παρουσίας στα λογοτεχνικά δρώμενα έχετε ήδη στις αποσκευές σας επτά
ποιητικές συλλογές…
Γ.Τζ.: Ναι, είναι αλήθεια, ωστόσο απορώ κι εγώ πώς τα κατάφερα. Από το 1990 έως σήμερα εργάζομαι δέκα με δώδεκα ώρες την ημέρα. Και η δημοσιογραφία είναι, όπως ξέρετε, επάγγελμα απαιτητικό. «Θα ’πρεπε να ’μουνα ντελικανής και όχι ντελικάτος για να αντέξω», λέω σε ένα ποίημα. Τα δύο τελευταία χρόνια ειδικά, ποίηση γράφω πια μόνο μες στο αμάξι μου, στα φανάρια. Αποσπασματικά πράγματα, θρύψαλα, που ένας Θεός ξέρει αν θα κολλήσουν ποτέ μεταξύ τους. Γνωρίζω κι άλλους ανθρώπους της Τέχνης που αλέθονται απ’ την ίδια –θα τολμήσω τη λέξη– πνευματομηχανή. Να ψάχνεις παρανυχίδες χρόνου για το είναι σου: ηχεί εφιαλτικά.
Ποια είναι τα
ερεθίσματα, τα μηνύματα, και γενικά το κλίμα της τελευταία σας συλλογής Στο νήπιο με στυλό, η θετική και
επαινετική κριτική που εισέπραξε, σημαδεύει μήπως μια αλλαγή πλεύσεως από τα
μέχρι στιγμής επιτεύγματά σας;
Γ.Τζ.: Η θεματολογία της συλλογής Στο νήπιο με στυλό είναι μια εξώθηση στα
άκρα της εμμονής μου στη ματιά προς τα πίσω. Σκηνικό ή γενέθλια πόλη, η
Καλαμάτα, όπου επαναβιώνονται επεισόδια της παιδικότητας: παιχνίδια, ερωτικά
σκιρτήματα, Επιτάφιοι, μπάνια, ποδηλατάδες… Μιλάμε για τη δεκαετία του ’60, η
κόπια φυσικά είναι ασπρόμαυρη, κάθε φορά όμως διασχίζει τις σεκάνς κάτι
πολύχρωμο, όπως το παγώνι στο «Amacord»
του Φελίνι. Το πολύχρωμο αυτό ακριβώς είναι η πληγή της μνήμης που αιμορραγεί,
το στοπ καρέ του φακού στο φευγαλέο, το οριστικά χαμένο. Πέρασα, όπως είπα και
στην αρχή, ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, μου είναι δύσκολο να μην τα αναπολώ. Κι
όσο για την αντίφαση που εμπεριέχει ο τίτλος της συλλογής, το στυλό δηλαδή αντί
για το μολύβι με το οποίο γράφουν τα παιδάκια στο νήπιο, δείχνει ότι από τότε
ήδη παρατηρούσα και κατέγραφα τον κόσμο γύρω μου με κάτι ανεξίτηλο. Θα μου
πείτε, αυτό δεν κάνει ένα παιδάκι ευτυχισμένο; Σύμφωνοι, αλλά εγώ έτσι
αισθανόμουν, άσχετα αν είχα αγγιχτεί βαθιά μέσα μου από κάτι…
Πηγαίνοντας, τέλος, στην ερώτησή σας για πιθανή αλλαγή πλεύσεως στην ποίησή μου μετά την ευμενή υποδοχή της νεωτεριστικότητας που εντοπίστηκε από την κριτική στο βιβλίο, αυτό είναι κάτι που το ξέρει μόνο ο δαίμονας: το ηρακλείτειο ήθος που υπαγορεύει τις διακυμάνσεις της περιπέτειας κάθε γνήσιου δημιουργού.
Η ποίηση δεν «πουλάει» μέσα
στην αντιποιητική μας εποχή. Ποια είναι τα μείον και τα συν αυτού του
φαινομένου;
Γ.Τζ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ
δεν βρίσκω την εποχή μας αντιποιητική: τα όσα συμβαίνουν γύρω μας είναι άγρια,
αιμάσσουσα ποίηση. Στην αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε ως
αντιποιητικό το «Brazil»
ή τη «Βροχή από πέτρες». Το ότι δεν ασχολούμαστε όσο θα έπρεπε με κάτι, δεν
αναιρεί το κάτι. Τώρα, αν αυτό έχει αντίκτυπο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων,
είναι άλλος λόγος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μην ξεχνάμε ότι οι ποιητές
γράφουν για τον εαυτό τους, αντίθετα με τους πεζογράφους, που στη συντριπτική
πλειοψηφία τους γράφουν για τους άλλους…
Ως «παλαιός των
ημερών», τι θα λέγατε σε έναν ποιητή της γενιάς του ’90;
Γ.Τζ.: Ομολογώ ότι έχω ελλιπή γνώση της ποιήσεως της
γενιάς του ’90. Ο περιορισμένος, λόγω φόρτου εργασίας, χρόνος μου δεν μου
επιτρέπει να ενημερώνομαι όσο άλλοτε. Σε ένα νέο ποιητή θα έλεγα, ωστόσο, να
παραδώσει πάση θυσία την ποίηση ανθισμένη στους επερχόμενους. Αυτός είναι ο
μέγιστος ρόλος των σπανίων πουλιών που είμαστε: να διασώσουμε σφύζουσα τη
σπανιότητά μας. Γιατί ο κόσμος σίγουρα θα είναι πολύ διαφορετικός χωρίς την
ύπαρξη, έστω και ως επίφασης, της ποιήσεως. Από εκεί και έπειτα, θα τον συμβούλευα
να καλλιεργεί το «αισθητικώς οράν», να είναι ταπεινός, να μη φθονεί τους
ομότεχνούς του. Και πάνω απ’ όλα, να ταΐζει ανελλιπώς το «τέρας». Αν δεν
πληρώσεις αίμα, δεν παίρνεις αίμα – για αυτό είμαι βέβαιος.
Τι ρόλο παίζει
ένα μεγάλο πλεονέκτημα της ποιήσεώς σας, ο σαρκασμός, στην προσωπική ζωή;
Γ.Τζ.: Στην ποίησή μου σαρκάζω, αυτοσαρκάζομαι θα έλεγα σωστότερα, γιατί αισθάνομαι ακόμα νέος. Αργότερα ίσως τρομάξω και σταματήσω. Πρόκειται, πάντως, για μια «συμπεριφορά», που στην προσωπική μου ζωή επιφυλάσσω αποκλειστικά για τον εαυτό μου. Με τους άλλους είμαι πολύ προσεκτικός, κι όχι από πολιτική, αλλά από τρυφερότητα. Αλλά, αν μην γελιόμαστε: είναι παρέκκλιση ο σαρκασμός, μπορεί μέσα σου να σε βλάψει ανεπανόρθωτα. Γιατί, όντας μια οχύρωση του φθαρτού –βάλτε πλάι πλάι τις λέξεις «σαρκασμός» και «σάρκα»– σε κάνει ταυτόχρονα πιο επιθυμητή λεία για το Άλλο.
Αφού ακραίος μπακ
ο Θόδωρος Πάλλας, που αναφέρετε σε ένα ποίημά σας στη συλλογή Στο νήπιο με στυλό, πώς σας επηρέασε και
γίνατε δεκάρι (της ποιήσεως) με γυαλιά;
Γ.Τζ.: Μόνο στο γήπεδο έπαιζα στο κέντρο. Στα άλλα
κινούμαι πάντα στις παρυφές. Και σαν τον Πάλλα αισθάνομαι με την τέχνη μου
ακραίος. Κι αμύνομαι, Θανάση, να κρατήσω το Μηδέν, να διατηρηθεί εντός μου
ανέπαφη η εστία, η φωτιά της ποιήσεως.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου