Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Συνέντευξη με τον ποιητή Μιχάλη Γκανά


Συνέντευξη με τον ποιητή Μιχάλη Γκανά

 

Συναντήσαμε τον Μιχάλη Γκανά στον πολυχώρο του βιβλιοπωλείου Παπασωτηρίου στις 17 Οκτωβρίου 2007 και μας παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη:

 

Ερ: Σε όλες τις συλλογές σας και ιδιαίτερα στα “Γυάλινα Γιάννενα” αναδύεται η παιδική ηλικία και η μνήμη φαίνεται να λειτουργεί ως αφορμή για τη γραφή. Η Ποίηση είναι για εσάς βίωμα;

Μ.Γκ: Η βάση ναι, θα έλεγα ότι είναι αυτή- τουλάχιστον εγώ έτσι λειτουργώ. Δεν μπορώ την πολλή αφαίρεση, δεν μπορώ, αν θέλετε, αυτή την αίσθηση τού να βασίζεται κανείς σε διαβάσματα και σε σκέψεις. Βάση μου είναι το βίωμα-μιλάω περισσότερο για πράγματα που έχω ζήσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι κάτι πολύ πιο περιορισμένο απ’ ό,τι έχει να κάνει με την σκέψη και την ανάγνωση και τη μόρφωση και την καλλιέργεια- νομίζω ότι είναι εξίσου ισχυρό και, εν πάση περιπτώσει, έχει να κάνει με την ψυχοσύνθεση και με τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει ο καθένας.

 

Ερ: Μία μερίδα της κριτικής, ωστόσο, ή και των συναδέλφων σας, ακόμη, λογοτεχνών, υποστηρίζει ότι η κατάθεση του βιώματος ισοδυναμεί κατά κάποιον τρόπο με προδοσία του. Υπήρξαν στιγμές κατά τις οποίες αισθανθήκατε πως προδίδετε ένα κομμάτι του εαυτού σας;

Μ.Γκ: Ναι, πολλές φορές, αλλά έχω την αίσθηση ότι αυτό είναι μέσα στο παιχνίδι. Όταν κανείς αποφασίζει να εκτεθεί, ρισκάρει. Υπάρχει ο τρόπος τού να προφυλάσσεσαι- όχι απαραίτητα να κρύβεσαι, αλλά να μη θέλεις να εκτεθείς σε προσωπικό επίπεδο για πράγματα που έχεις ζήσει-, αλλά φοβάμαι ότι σε αυτές τις περιπτώσεις κι αν κανείς δεν είναι πολύ μεγάλος καλλιτέχνης, κινδυνεύει να είναι πάρα πολύ αραιό το έργο του, να μην έχει στέρεα βάση, να είναι στον αέρα εντελώς. Εγώ με το ρίσκο του να εκτεθώ προτιμώ αυτό που κάνω.

 

Ερ: Τι θεωρείτε ποιητική αρετή κι, αντίστροφα, τι καλλιτεχνική ανεντιμότητα;

Μ.Γκ: Καλλιτεχνικά ανέντιμο θεωρώ το να μην είναι κανείς συνεπής ως προς αυτό που αισθάνεται, να προσπαθεί να δείξει έναν άλλο εαυτό: ότι είναι πιο καλλιτέχνης απ’ ό,τι είναι, πιο ευαίσθητος απ’ ό,τι είναι, πιο υποψιασμένος… Ότι έχει διαβάσει τον τάδε και τον τάδε και τον τάδε και τον τάδε και τα χίλια δύο.

Νομίζω ότι ποιητική αρετή είναι να μένει κανείς πιστός σε αυτό που τον εκφράζει βαθύτερα, έστω κι αν αυτό εγκυμονεί τον κίνδυνο που λέγατε προηγουμένως, δηλαδή να κάνει τον αναγνώστη καμιά φορά να νιώθει αδιάκριτος- αλλά δε γίνεται αλλιώς, δεν υπάρχει τρόπος να γίνει αλλιώς, τουλάχιστον για μένα.

 

Ερ: Στον Ύπνο του Καπνιστή παρατηρούμε πως παραθέτετε ανομοιογενείς μεταξύ τους, ως προς το ρυθμό, στίχους (που ποικίλλουν από το μέτρο των δημοτικών τραγουδιών ως τον –λίγο πολύ- ελεύθερο στίχο) κι αλλού πως παρεμβάλλετε ανάμεσα σε ποιητικά κείμενα και κάποια πεζά που έχουν τον χαρακτήρα της μαγνητοφωνικής καταγραφής κι, ωστόσο, η συλλογή σας εντάσσεται στην κατηγορία Ποίηση. Πόσο ρευστά θεωρείτε ότι είναι τα όρια ανάμεσα στην Ποίηση και την Πεζογραφία;

Μ.Γκ: Είναι και δεν είναι. Δηλαδή, από την μια είναι και το έχω νιώσει στο πετσί μου: έχω γράψει ένα πεζογράφημα όλο κι όλο, το οποίο έχει αυτοβιογραφική βάση, τη Μητριά Πατρίδα, που έχει να κάνει με την ομηρία που ζήσαμε μετά τον Εμφύλιο και την επιστροφή μας στην Ελλάδα ως απαχθέντες το 1954, όταν δε γύριζε κανένας πολιτικός πρόσφυγας- αυτό εννοώ.

Γράφοντας αυτό το βιβλίο, όμως, ένιωσα ότι δεν είμαι πεζογράφος: ήταν ένα υλικό από το οποίο θα μπορούσε να βγει όχι ένα, αλλά τρία μυθιστορήματα, το πριν, το κατά και το μετά˙ κι εκεί που κάποιος άλλος θα μπορούσε να γράψει 300 σελίδες, εγώ το είχα φτάσει στις 60 όλες κι όλες. Έχω την τάση να αφαιρώ συνέχεια κι από αυτήν την άποψη είναι διαφορετικό.

Από την άλλη, όμως, πιστεύω ότι η βάση είναι ίδια κι από εκεί και πέρα είναι θέμα ρυθμών κι αντοχών. Έτσι, νιώθω ότι – το λέω έτσι εντελώς σχηματικά και μπορεί να ακούγεται και βάρβαρο- ο ποιητής είναι, αν πάμε στους δρομείς, σαν κατοστάρης, σε αντίθεση με τον πεζογράφο, ο οποίος είναι μαραθωνοδρόμος: χρειάζεται να έχει πνευμόνια, να μπορεί ν’ αναπτύξει τα θέματα. Να κατέβει, να έχει εντάσεις άλλες από την ποίηση, δηλαδή ν’ αραιώνει ο λόγος, να πυκνώνει, χωρίς να σημαίνει πως δεν έχει ποίηση η πεζογραφία. Έχει πολλή ποίηση και καμιά φορά έχει και καλύτερη ποίηση απ’ ό,τι η λεγόμενη ποίηση. Έτσι, βρίσκει κανείς πολύ περισσότερη ποίηση στον Βιζυηνό απ’ ό,τι σ’ έναν puro ποιητή, ο οποίος είναι- πώς να το πω- δεύτερος... Με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν διαφορές. Κι αυτό μ’ ενδιέφερε να δείξω στον Ύπνο του Καπνιστή, επειδή λίγο μ’ έχει κουράσει αυτό το άρτιο ποίημα, το εντελές ποίημα που δεν ξέρω αν μπορεί να ισχύσει στην εποχή μας στην οποία είναι τόσοι οι πειρασμοί που σε τραβούν απ’ το μανίκι κι οπότε δεν μπορείς να είσαι εκεί ή αν είσαι, είσαι λίγο ή δήθεν˙ το κάνεις, ας πούμε, γιατί πρέπει ιδεολογικά να το κάνεις, να υπερασπιστείς την καθαρότητα της ποίησης.

Εμένα μ’ ενδιαφέρει να είναι και λίγο μουτζουρωμένα τα πράγματα, γι αυτό βγήκα σε αυτόν το δρόμο: δηλαδή, μ’ ενδιέφερε περισσότερο το σπάραγμα, η κραυγή, αυτό που δεν είναι ακέραιο και που προσπαθεί, μισοτελειωμένο, κάτι να πει, να αρθρώσει έναν λόγο κι όλα αυτά μαζί, έπειτα, κάτι να λένε.

 

Ερ: Θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή πως ο λόγος (ή ένας από τους λόγους) που στα Μικρά συμπεριλαμβάνονται ποιήματα όλα μικρά σε έκταση, επιγράμματα, μονόστιχα είναι αυτός; Για να διαφυλαχθεί με αυτόν τον τρόπο ακέραια η ένταση του συναισθήματος και της πρώτης εντύπωσης; Σαν να εγκλωβίζεται έτσι η στιγμή;

Μ.Γκ: Όχι, είναι η αίσθηση που έχω. Δηλαδή είναι στιγμές που δεν μου περισσεύει ο λόγος, είναι ένα επιφώνημα, ας πούμε, το οποίο εκφράζεται με τρεις λέξεις. Άλλοτε, έχω τη διάθεση να πω κάτι περισσότερο, τότε γράφω, ας πούμε, ένα ποίημα αφηγηματικό, όπως τα Γυάλινα Γιάννενα που έχουν τέτοια ποιήματα. Άλλοτε, θέλω να τραγουδήσω και γράφω στίχους για τραγούδια˙ δηλαδή, είναι ανάλογα με τη διάθεσή μου.

Ερ: Κρίνοντας από την στάση της κριτικής απέναντι στα έργα σας, πιστεύετε ότι συμβάλλει ουσιαστικά στην εξέλιξη τη δική σας προσωπικά ως δημιουργού και της ποίησης γενικότερα;

Μ.ΓΚ: Μπορεί, δεν ξέρω... Δεν είμαι σίγουρος γι αυτά τα πράγματα, γιατί κακά τα ψέματα, εκτίθεσαι και όταν αυτά που γράφεις βγαίνουν στην αγορά, θα σε κρίνουν, δεν υπάρχει περίπτωση. Συνήθως, όμως, ο τρόπος με τον οποίο σε κρίνουν δεν υποκρύπτει ένα πνευματικό συμφέρον, αλλά υποκρύπτει άλλου είδους συμφέροντα που έχουν να κάνουν με την ιεραρχία των ποιητών.

Μπορεί αυτός που σε κρίνει να είναι ένας αποτυχημένος ποιητής, ο οποίος σου την έχει στημένη και θέλει εκείνη την ώρα να βγάλει το άχτι του. Με αυτή την σκέψη δε νομίζω ότι βοηθάνε. Σπάνια έχω βοηθηθεί από τις κριτικές, ακόμη και όταν είναι θετικές ή εγκωμιαστικές. Δεν το πολυεμπιστεύομαι αυτό το πράγμα. Πιστεύω, ίσως επειδή είμαι λίγο- πολύ αυτοδημιούργητος, όπως οι περισσότεροι στον χώρο και την χώρα μας- ότι μάλλον μόνος μου βρίσκω πού πατάω σε σάπιο ξύλο και πού όχι. Περισσότερο εμπιστεύομαι το ένστικτό μου, δηλαδή. Ίσως, γιατί δεν ευτύχησα να έχω μια, ας πούμε έτσι, συνολική εκτίμηση του έργου μου, ώστε να έχω μια πιο καθαρή εικόνα.

 

Ερ: Θεωρείτε πως κάποιος ο οποίος βγαίνει από μια σχολή Φιλολογίας έχει

ένα –σχετικό- πλεονέκτημα στη συγγραφή λογοτεχνικού έργου ή έχοντας

ζήσει από μέσα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Θεωρία και η Κριτική,

αυτό επιδρά μάλλον ανασχετικά;

Μ.Γκ: Αυτή είναι μια ιστορία στην οποία κάποιοι σαν τα μικρά παιδιά ανοίγουν ένα ρολόι για να δουν τί έχει μέσα και στο τέλος τούς περισσεύουν κάποιες βίδες. Δε θέλω να πω ότι συμβαίνει πάντα, γιατί μπορεί να γράφετε κι εσείς και άλλοι... Δε θέλω να πω ότι συμβαίνει πάντα, αλλά υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος σ’ αυτή την ιστορία. Τουλάχιστον όσον αφορά εμένα, νιώθω ευτυχής που δεν σπούδασα Φιλολογία, ενώ θα το ήθελα, θα το ήθελα πάρα πολύ. Πήγα στη Νομική, δάρθηκα εκεί πέρα 5-6 χρόνια, τα παράτησα, γιατί δεν μ’ ενδιέφερε η επιστήμη κι έκανα τα δικά μου. Με ενδιέφερε η Φιλολογία, αλλά το βλέπω σε κάποιους ποιητές: τους γίνεται τροχοπέδη και ίσως περισσότερο σε ποιητές που λειτουργούν περισσότερο με το ένστικτο, όπως είμαι εγώ.

Αφήνομαι στο πράγμα... Υπάρχουν ποιήματα που έχω την αίσθηση ότι μου υπαγορεύτηκαν, ότι απλώς τα αντέγραψα. Με αυτή τη λογική δεν σε βοηθάει, ας πούμε, το να ξέρεις πώς γράφεται ένα καλό σονέτο, γιατί εγώ στην συγκεκριμένη περίπτωση, θα το έκανα χάλια το σονέτο. Ενώ αφήνοντας τις χασμωδίες του, νομίζω ότι έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον για μένα.

 

Ερ: Κατά την επεξεργασία των ποιημάτων σας, πότε αισθάνεστε ότι πρέπει να σταματήσετε, προκειμένου να μην γίνουν μηχανικά; Προκειμένου να μην χάσουν κάτι από το συναίσθημα που εκφράζουν;

Μ.Γκ: Αρχίζω μ’ έναν τρόπο που με βοηθάει, γιατί δεν γράφω καθημερινά. Δεν έχω τη λογική του Ρίτσου, ο οποίος καθόταν κι έγραφε οκτάωρο ποίηση και δεν αποτελεί μομφή αυτό˙ ο Ρίτσος για μένα είναι πολύ σπουδαίος ποιητής, είναι άλλη λειτουργία απλώς. Εγώ, αν δεν έρθει το κύμα να με κατακλύσει, δεν μπορώ: πρέπει να περάσουν σιωπές, ιστορίες, η ζωή, διαβάσματα και κάποια στιγμή αυτό να είναι πιεστικό, να θέλει να βγει. Τότε νιώθω ότι περνάει από αφή πραγματική, οπότε το πολύ πράγμα έχει βγει εκεί- μετά η επεξεργασία είναι λιγότερη, δεν μου παίρνει πάρα πολύ χρόνο, ώστε να προβληματίζομαι πότε τελειώνει. Οπότε, έχω λίγα πράγματα να κάνω μετά. Βέβαια, δεν τα βγάζω αμέσως. Τα καθυστερώ, τα ψειρίζω να σιτέψουν, να τα δω, να τα ξαναδώ, αλλά είναι σ’ αυτό το επίπεδο. Μου χαρίζεται λίγο-πολύ από την αρχή, επειδή λειτουργώ με αυτόν τον τρόπο.

 

Ερ: Την τελική αποτίμηση των ποιημάτων σας την κάνετε, συνεπώς, εσείς ή έχετε κάποιο πρόσωπο που σας κάνει κριτική κι έπειτα διορθώνετε τα σημεία;

Μ.Γκ: Θεσμικά δεν έχω κανέναν που να το κάνει. Πρώτος και πιο αυστηρός αναγνώστης είναι η γυναίκα μου, η Πόπη, εκδότρια στις εκδόσεις Μελάνι, πάντα, όμως, έκανε αυτή τη δουλειά. Τα διάβαζε και την ευχαριστώ θερμά, γιατί αν κάτι δεν της άρεσε, το έλεγε. Καμιά φορά, σε αυτές τις ιστορίες αισθάνεσαι...τί να του πω τώρα, ας πούμε, και του το λες μελωμένα... Αυτό με επηρεάζει κι επίσης, κάποιοι καλοί φίλοι. Αλλά και πάλι λειτουργεί λίγο-πολύ κανείς σ’ αυτές τις περιπτώσεις –όχι μόνο εγώ, πιστεύω όλοι- σαν τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών που δέχεται τις εισηγήσεις, αλλά την απόφαση την παίρνει ο ίδιος. Δηλαδή, υπάρχει περίπτωση να μου πει ένας αγαπημένος φίλος του οποίου το κριτήριο εμπιστεύομαι πολύ για κάτι ότι αυτό, βγάλ’το, Μιχάλη και να μην το βγάλω, γιατί εγώ -και να’ναι, αν θέλεις, λάθος, δηλαδή η κριτική να πει ότι αυτό ήταν αδύνατο, αδιόρθωτο σημείο- το νιώθω έτσι κι αφού έτσι το νιώθω, για να είμαι έντιμος, πρέπει να το κάνω έτσι.

 

Ερ: Και κάτι πιο προσωπικό για το τέλος: πώς βιώσατε εσείς και η οικογένειά σας την ανάγκη σας να γράφετε;

Μ.Γκ: Αυτό είναι μια άλλη ιστορία...Είμαι γόνος αγροτικής οικογένειας και λίγο-πολύ το ότι είμαι ποιητής το φέρω και λίγο βαρέως με την έννοια ότι δεν υπάρχει αυτό το πράγμα στην παράδοση της οικογένειάς μου και της φάρας μου. Οι άνθρωποι έκαναν μια πολύ πρακτική δουλειά: όλοι ήταν αγρότες, ήταν σιδεράδες, ήταν κτηνοτρόφοι και λέγανε πώς βγαίνει αυτός ο τύπος από το πουθενά και κάνει αυτό το πράγμα το οποίο γι’ αυτούς δεν είναι τόσο ευχάριστο. Γενικά, νομίζω ότι σε μια οικογένεια ο ποιητής δεν είναι και το καλύτερο που μπορεί να σου τύχει και μιλάω για τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους μικροαστούς. Οι αστοί μπορεί να το ανέχονται, γιατί έχουν άλλους τρόπους, αν κρίνω από τον Εμπειρίκο και τον Ελύτη που τους είχαν κόψει και μισθό και επίδομα, γιατί ήτανε άλλη κατάσταση. Εντάξει, δεν είχανε πρόβλημα. Αλλά, όταν ο πατέρας και η μάνα μου περίμεναν από μένα να τελειώσω τη Νομική, να γίνω δικηγόρος, να πάω στην Ηγουμενίτσα, στα Γιάννενα ν’ ανοίξω γραφείο, να νιώθουν περήφανοι να με βλέπουν με γραβάτα, λευκό πουκάμισο και κοστούμι, αυτό δεν αναιρείται ακόμη κι αν –το λέω, για να γελάσουμε- έπαιρνα το Νόμπελ! Δηλαδή το πτυχίο της Νομικής που δεν πήρα ποτέ, δεν εξισώνεται με αυτή την ιστορία˙είναι ανώτερο!

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα http://www.litering.net

Αρχισυντάκτης: Κάλφα Βάγια

Συντακτική ομάδα: Βατάκογλου Έλσα, Βουνάση Γεωργία, Περδίκη Ελπίδα,

Πρασσάς Κωνσταντίνος, Κρυωνά Ειρήνη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...