Ἡ δεκαοχτούρα
2008
Ἡ μάνα μου, κάθε φορὰ ποὺ προσπαθοῦσε μὲ δυσκολία νὰ διαβάσει ἕνα καινούργιο μου βιβλίο (εἶχε προχωρημένον καταρράκτη), μοῦ ἔλεγε παρακλητικά:
— Νὰ γράψεις καὶ γιὰ τὴν καταστροφή μας…
Θυμᾶμαι πῶς ἄρχισε ὅλη αὐτὴ ἡ καταστροφή. Ἦταν ἕνα καλοκαιρινὸ ἀπομεσήμερο τὴν πρώτη χρονιὰ τῆς ἰταλικῆς Κατοχῆς, καὶ μὲ τὸν μικρότερο ἀδελφό μου παίζαμε στὰ μουλωχτὰ κάτω ἀπὸ τὴ μεγάλη κληματαριὰ τῆς δυτικῆς αὐλῆς. Ἀκοῦμε, ξαφνικά, κάποιο χλιμίντρισμα ζώου καί (ταυτοχρόνως) βλέπουμε δύο ἄλογα, ἕνα λευκὸ κι ἕνα καφέ, νὰ παίρνουν φόρα καὶ νὰ ὑπερπηδοῦν τὸ συρματόπλεγμα, ποὺ ὅριζε τὰ σύνορα τοῦ χτήματος ἀπὸ τὸν βορειοδυτικὸ δημόσιο χωματόδρομο. Τὰ ἵππευαν δύο Ἰταλοὶ ἐν στολῇ.
Ὁ ἐπικεφαλῆς μὲ τὸ λευκὸ ἄλογο (φοροῦσε τρία γαλόνια), ἀρκετὰ κοντός, μὲ μπότες καὶ μαστίγιο, ἄρχισε νὰ φέρνει βόλτες μέσα στὸ χτῆμα, ἔφιππος πάντα, μιλώντας καὶ δείχνοντας κάθε τόσο κάτι στὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς κουνοῦσε τὸ κεφάλι καταφατικά. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα, καὶ ἀφοῦ εἶχαν πραγματοποιήσει ἀρκετὲς βόλτες κατὰ μῆκος καὶ πλάτος τοῦ χτήματος (ἐμᾶς δὲν μᾶς ἀξίωσαν βλέμματος), ἐκεῖνος μὲ τὸ καφὲ ἄλογο ἔγειρε βαθιὰ ἀριστερὰ πάνω ἀπὸ τὴ σέλα καὶ τράβηξε τὴ σιδερένια ἀμπάρα, μὲ τὴν ὁποία ἀσφάλιζε ἀπὸ μέσα ἡ πάνω πόρτα. Τὴν ἄνοιξε – καὶ ἔκανε τόπο νὰ περάσει ὁ κοντὸς ἀξιωματικός. Τὰ ἄλογά τους ἄρχισαν καὶ πάλι νὰ τρέχουν στὸν μακρὺ χωματόδρομο.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωί, ὅταν ἡ μάνα μου σηκώθηκε νὰ βράσει τὸ γάλα καὶ νὰ μᾶς ἑτοιμάσει, ἄρχισε αἰφνιδίως νὰ φωνάζει φράσεις σχεδὸν ἀκατάληπτες, ποὺ ξεσήκωσαν τὸν πατέρα μου καὶ ἐμᾶς: στὸ χτῆμα εἶχε κατασκηνώσει, ἀθόρυβα τὴ νύχτα, μιὰ ἰταλικὴ μονάδα μεταγωγικῶν, μὲ ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος μουλαριῶν. Κάτω ἀπὸ κάθε δέντρο, κυρίως στὶς ἀμυγδαλιές, τὶς ἀχλαδιὲς καὶ τὶς συκιές, βρισκόταν δεμένο ἀπὸ ἕνα μουλάρι, ποὺ εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ μασάει τὴ φλούδα τοῦ κάθε κορμοῦ.
Ὁ πατέρας μου, ἀλλόφρων, ἄρχισε νὰ τρέχει ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, ἀναζητώντας κάποιον ἐπικεφαλῆς. Στὸ τέλος ἕνας βαθμοφόρος τὸν ἀπώθησε βίαια καὶ τὸν ἔριξε στὸ χῶμα. Ἐμεῖς ὅλοι, κλαίγοντας γοερά, προσπαθούσαμε νὰ τὸν τραβήξουμε στὸ σπίτι. Τότε ἔπαθε τὴν πρώτη καρδιακὴ προσβολή.
Τὴν ἴδια ἐκείνη ἡμέρα σταμάτησε μὲ θόρυβο μπροστὰ στὴν πόρτα μας ἕνα μικρὸ στρατιωτικὸ φορτηγό, ἀπὸ ὅπου βγῆκαν τρεῖς Ἰταλοὶ φαντάροι, συνοδευόμενοι ἀπὸ ἕνα ντόπιο μοῦτρο («ἕναν παληάνθρωπο, ἕναν λεμβοῦχο»), ποὺ ἐκτελοῦσε χρέη διερμηνέως στὸν ἐπικεφαλῆς ὑπαξιωματικό.
Μὲ ὕφος ἀρειμάνιο (φοροῦσε κι ἕνα στραπατσαρισμένο δίκοχο), μᾶς δήλωσε ψυχρὰ ὅτι τὸ πατρικὸ τῆς μάνας μου στὸ κέντρο τῆς πόλης (ὅπου σχεδιάζαμε νὰ μετακομίσουμε) ἐπιτάσσεται, προκειμένου νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς κατοικία τοῦ Ἰταλοῦ διοικητοῦ καὶ τῆς φρουρᾶς του. Προσέθεσε, δέ, μὲ σημασία ὅτι ὁ Κολονέλος ἐπιθυμοῦσε νὰ δέχεται τὶς Ἀρχὲς σὲ σαλόνι ντυμένο μὲ βυσσινὶ βελοῦδο.
Πρὶν καταλάβουμε καλὰ καλὰ τί ἐννοεῖ, οἱ φαντάροι εἶχαν ὁρμήσει στὸ σπίτι καὶ κουβαλοῦσαν στὸ καμιόνι τὶς πολυθρόνες ἀπὸ τὸ σαλόνι μας. Μόνο ὁ καναπὲς τοὺς δυσκόλεψε κάπως.
*
Ὁ πατέρας μου πέθανε ἀπὸ καρδιὰ λίγο προτοῦ οἱ Ἰταλοὶ παραδοθοῦν στοὺς τέως συμμάχους τους, τοὺς Γερμανούς. Ἐγκατέλειψαν τὸ χτῆμα ἀφήνοντας πίσω τους ξεραμένα παλούκια· τοὺς περισσότερους κορμοὺς τῶν ξεραμένων ἀπὸ τὰ μουλάρια δέντρων τοὺς εἶχαν χρησιμοποιήσει γιὰ καυσόξυλα.
Τὸ ζευγάρι τῶν προσφύγων ἀπὸ τὴ Μικρασία, ποὺ διέμεναν μαζί μας ἀπὸ τὸ 1922, γνώριζε τρόπους νὰ ἀντιμετωπίζει τὶς καταστροφές: κατάφεραν νὰ ὀργώσουν τὰ χωράφια, ἔσπειραν στάρι (καί, μάλιστα, ἐξοικονόμησαν δύο ποικιλίες – τὴν πρώιμη «μεντάνα» καὶ τὸ ἀνεκτίμητο «ἀραπάκι»), ἔφτιαξαν κοτέτσια, ἀνάστησαν κοτόπουλα καὶ κουνέλια, κουβάλησαν μιὰ κατσικούλα μαλτέζα γιὰ τὸ γάλα, ἀκόμη καὶ φραγκόκοτες ἄρχισαν νὰ κυκλοφοροῦν, τὰ «φαραώνια», καθὼς τὰ ἔλεγαν· τὰ παγώνια, ποὺ φώλιαζαν πάνω στὰ ψηλὰ δέντρα, τὰ εἶχαν ἐξαφανίσει ἀπὸ καιρὸ οἱ Ἰταλοί.
Τότε (ἦταν τέλη Νοεμβρίου καὶ ἔβρεχε συνέχεια ἀπὸ τὸν ᾽Οκτώβριο), ἔγινε, γύρω στὰ μεσάνυχτα, ἕνας γερὸς σεισμὸς καὶ μέσα στὴ φοβερὴ καταιγίδα ποὺ συνεχιζόταν, ἀκούσαμε ξαφνικὰ ἕναν τρομαχτικό, ὑπόκωφο ὀρυμαγδό. Τὸ σπίτι ἄντεξε (δυὸ τοῖχοι του, ὅμως, παρουσίασαν ρωγμές), ἀλλὰ τὸ πρωὶ εἴδαμε πὼς εἶχε καταρρεύσει ἡ μεγάλη ἀποθήκη τοῦ χτήματος. Μόνο μία γωνία της εἶχε διασωθεῖ καί, κατὰ ἕναν ἀνεξήγητο τρόπο, συγκρατοῦσε ἕνα τμῆμα τῆς στέγης. Ἐκεῖ ἀκριβῶς, πάνω στὸ ἀκριανὸ κεραμίδι, καθόταν ἕνα μοναχικὸ πουλί (λίγο μεγαλύτερο ἀπὸ τρυγόνι, λίγο πιὸ μικρὸ ἀπὸ περιστέρι), πού, καθὼς ἔμαθα πολὺ ἀργότερα, λέγεται «δεκαοχτούρα».
*
Ἡ μετακόμιση ἔγινε (ἂν μπορῶ νὰ χρησιμοποιήσω αὐτὸν τὸν ὅρο) μὲ βαλίτσες, ποὺ κουβαλούσαμε ὅλοι σὲ ἀλλεπάλληλα δρομολόγια, μὲ τὰ πόδια. Ξεκινούσαμε ὅταν σουρούπωνε καὶ περνούσαμε ἀπὸ ἀπόμερους δρόμους, κακοφωτισμένους καὶ μὲ λάσπες, ἀποφεύγοντας συστηματικὰ νὰ συναντήσουμε κάποιον γνωστό. Τὰ περισσότερα ὑπάρχοντά μας τὰ ἀφήσαμε ἐκεῖ.
Τὸ τελευταῖο δρομολόγιο τὸ ἔκανα μόνος μου, μιὰ Κυριακὴ πρωὶ ποὺ δὲν εἴχαμε σχολεῖο. Ἐπισκέφθηκα ὅλα τὰ δωμάτια, ἐξετάζοντας τὰ παράθυρα, τὶς κλειδαριές, τοὺς σύρτες.
Ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη διάλεξα δυὸ τρία βιβλία – ἄδετα, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν βάρος, ἀλλὰ καὶ ἕνα πολὺ μικροῦ σχήματος καὶ ἀρκετὰ χοντρό, δεμένο μὲ μαῦρο δέρμα στὴ ράχη: ἦταν μιὰ παληὰ ἔκδοση τοῦ 1894 μὲ τὶς περιπέτειες (καὶ τὰ ψεύδη) ἑνὸς Γάλλου ἥρωα.
Μὲ τὸ μεγάλο, σιδερένιο κλειδί, κλείδωσα στὸ τέλος τὴν ἐξώπορτα (εἶχα φροντίσει νὰ λαδώσω ἐπιμελῶς τὴν κλειδαριά) καί, φεύγοντας, ἔριξα μιὰ τελευταία ματιὰ στὴν γκρεμισμένη ἀποθήκη. Ἡ μοναχικὴ δεκαοχτούρα καθόταν κουρνιασμένη στὸ ἴδιο πάλι κεραμίδι, ἀκίνητη μέσα στὸ κρύο καὶ στὴ βροχή. Μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ὅτι μὲ παρακολουθοῦσε.
*
Τὸ μεσημέρι τῶν Χριστουγέννων καθίσαμε οἱ τρεῖς μας νὰ φᾶμε μιὰ βραστὴ κότα μὲ ρύζι, μέσα σὲ ἕνα δωμάτιο παγωμένο καὶ ὑγρό. Ἀμέσως μετὰ τὸ φαγητὸ ὁ ἀδελφός μου πῆγε στὴ διπλανὴ αὐλή, ὅπου τὸν περίμεναν οἱ φίλοι του. Ἐγὼ κάθισα κοντὰ στὸ παράθυρο, τύλιξα τὰ πόδια μου μὲ μιὰ μάλλινη κουβέρτα καὶ πῆρα τὸ μικρό, χοντρὸ βιβλίο, κυττάζοντας ἀφηρημένα τὸν τίτλο του:
Ἀλφόνσου Δωδὲ
«Ταρταρῖνος ὁ ἐκ Ταρασκόνης»
Μετάφρασις ὑπό:
Ἀλ. Παπαδιαμάντη
Καταστήματα «Ἀκροπόλεως»
Β. Γαβριηλίδη
Κανένα ὄνομα δὲν μοῦ ἦταν γνωστό – ἀλλὰ οἱ περιπέτειες τοῦ ἥρωα, ποὺ τὶς διάβαζα σὲ μιὰ γλώσσα περίεργη (καὶ τὴν ὁποία δὲν πολυκαταλάβαινα), μὲ παρέσυραν ἐπὶ ὧρες σὲ ἄλλους, παράξενους κόσμους.
Κάποτε (εἶχε ἀρχίσει, πιά, νὰ σκοτεινιάζει) ἡ μάνα μου μπῆκε ἀθόρυβα στὸ δωμάτιο καί, χωρὶς νὰ πεῖ τίποτα, γύρισε τὸν διακόπτη τοῦ ἠλεκτρικοῦ, ἀνάβοντάς μου τὸ φῶς.
Ὁ χοῖρος
Μοῦ κάνει ἐντύπωση πόσο τρυφερὰ ἀναφέρονται, στὸ νησί, σὲ ὁρισμένα κατοικίδια. Γιὰ τὰ γουρούνια σπάνια χρησιμοποιοῦν αὐτὴν τὴ λέξη, συνήθως λένε ὁ χοῖρος.
— Ἐμεῖς δὲν μεγαλώνουμε πιὰ χοίρους, λέει ἡ Ἀργυρώ, μόνο κατσικάκια τρέφουμε. Τὴν τελευ-ταία φορὰ ποὺ εἴχαμε ἕνα γουρουνάκι, ἔτρεχε σὲ ὅποιον ἐρχόταν σπίτι, ξάπλωνε στὰ πόδια του, καὶ ζητοῦσε νὰ τὸ χαϊδέψουν, ὅπως οἱ γάτες. Κι αὐτὸ συνεχιζόταν μέχρι ποὺ μεγάλωσε, κι ἔγινε ὁλόκληρο θερίο… Τὰ Χριστούγεννα φώναξε ὁ ἄντρας μου ἕναν ποὺ ἔσφαζε τὰ μεγάλα ζῶα. Μόλις ἐκεῖνος μπῆκε στὴν αὐλή, ἔτρεξε ὁ χοῖρος, ξάπλωσε στὰ πόδια του ἀνάσκελα καὶ γουργούριζε γιὰ χάδια. Τὸν ἔσφαξε ἐπὶ τόπου ὁ χασάπης καὶ κατόπιν μοῦ ἔφερε τὸ κρέας στὸ σπίτι. Ἐμένα ἔσφαξες, τοῦ λέω.
1996
Ἐρχόταν μὲ τὸ τρακτεράκι καὶ ὄργωνε τὸ χτῆμα. Στὴν καρότσα, μπροστὰ μπροστά, καθόταν πάντα ἕνα μικρὸ μαῦρο σκυλί.
Ἦταν ἕνα ἀεικίνητο, ἐξαιρετικὰ παιχνιδιάρικο ζῶο, ἔλαμπαν τὰ μάτια του, γυάλιζε τὸ τρίχω-μά του, ὁ ἀφεντικός του τὸ εἶχε μὴ βρέξει καὶ μὴ στάξει. Ὅσες ὧρες ἐκεῖνος δούλευε, τὸ σκυλὶ ἔμενε ξαπλωμένο κάτω ἀπὸ τὴν καρότσα.
Δὲν θὰ ξεχάσω τὶς χαρὲς ποὺ ἔκανε, μόλις τέλειωνε ἡ δουλειά: ἔτρεχε πέρα δῶθε, κρεμιόταν πάνω μας, μᾶς ἔγλειφε, ὕστερα πηδοῦσε στὴν καρότσα καὶ βολευόταν, δίπλα στὸν ὁδηγό. Καθὼς τὸ τρακτεράκι ἀπομακρυνόταν, τὸ σκυλὶ γυρνοῦσε κάθε τόσο καὶ μὲ κύτταζε μὲ ἕνα ζωηρότατο καί (μπορῶ νὰ πῶ) εὐτυχισμένο βλέμμα.
Ἐφέτος ἦρθαν χωριστά – ὁ ἀφεντικὸς μὲ τὸ τρακτεράκι του, τὸ σκυλὶ 5-6 μέτρα πιὸ πίσω. Φαινόταν ἄκεφο, σὰν ἄρρωστο, τὸ βλέμμα του σὰν τρομαγμένο. Μάτην περίμενα νὰ πάρει τὴ γνώριμη θέση του κάτω ἀπὸ τὴν καρότσα· τράβηξε πιὸ πέρα, ἔπιασε τὸν ἥσκιο ἑνὸς δέντρου καὶ παρέμεινε ὅλη τὴν ἡμέρα ἐκεῖ.
Ρώτησα τὸν ἀφεντικό του τί συμβαίνει, ἂν εἶναι ἄρρωστο τὸ σκυλί.
Ἐκεῖνος ἔσκυψε τὸ κεφάλι, προσποιήθηκε τὸν πολυάσχολο, δὲν μοῦ ἀπάντησε.
Φεύγοντας τὸ ἀπομεσήμερο, κι ἐνῶ τὸ σκυλὶ τὸν παρακολουθοῦσε ἀπὸ μακριά, μοῦ ἐξομο-λογήθηκε:
— Τὸν χειμώνα ἄρχισε νὰ τρώει ξένες κότες, καὶ μὲ πίεζαν στὸ χωριὸ νὰ τὸ ξεκάνω. Τὸ πῆ-γα ἕνα βράδυ καὶ τὸ ἔριξα σὲ ἕνα ξεροπήγαδο. Δυὸ νύχτες δὲν ἔκλεισα μάτι, τὴν τρίτη πῆρα τὸν φακό, πῆγα στὸ πηγάδι, τράβηξα τὸ καπάκι καὶ εἶδα τὰ μάτια του νὰ μὲ κυττάζουν. Τοῦ ἔριξα ἕναν κουβὰ καὶ τὸ ἀνέβασα. Ἀπὸ τότε χάλασε ἡ φιλία μας, μένει μαζί μου, μὲ ἀκολουθεῖ, ἀλλὰ δὲν παίζει, οὔτε στὴν καρότσα ἀνεβαίνει πιά.
https://kichli.com/ilias-ch-papadimitrakopoulos-io-thisavros-ton-aidonion-i/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου