Η φλόξ
Ο ΜΑΚΑΡΙΤΗΣ ὁ μπάρμπας μου ὁ Γιώργης, ἀδελφὸς τῆς μητέρας μου, δὲν ἦταν ἕνας ἁπλὸς συντάκτης τῆς τοπικῆς ἐφημερίδος καί (ἐκ παραλλήλου) ἀνταποκριτὴς ὅλου, σχεδόν, τοῦ ἀθηναϊκοῦ Τύπου – ἀλλὰ πραγματικὸς ρέκτης τῆς δημοσιογραφίας, ὁ ὁποῖος θεωροῦσε αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα ὡς μία ἀναφανδὸν ἄσκηση ἀπόλυτης ἐξουσίας. Ψηλός, ὀστεώδης, ἀεικίνητος, πληθωρικός, βιαστικός, ἀπρόβλεπτος, νευρικός, ὀξύθυμος, εὐέξαπτος ἁλώνιζε (μὲ τραῖνο, ἢ συνηθέστερα μὲ ταξί) τὴν Ἀχαϊοήλιδα, προκειμένου νὰ προλάβει καὶ νὰ μεταδώσει ὁποιαδήποτε εἴδηση, ἢ συμβάν. Πολλὲς ἀνταποκρίσεις του (ἰδίως ἐκεῖνες γιὰ φονικὰ ἢ αἱμομιξίες) ἀποτελοῦν μνημεῖα δημοσιογραφικοῦ θορύβου – κορυφαῖες, ὅμως, ὅλων ὑπῆρξαν αὐτὲς ποὺ πρόβαλαν τὶς ἰαματικὲς καὶ σωτήριες ἰδιότητες τῆς πικραγγουριᾶς.
Ξεκίνησε τὴν ἱστορία στὶς ἀρχὲς τοῦ 1952, πιωμένος ἐλαφρῶς, γιὰ κάποιο περιστατικὸ καρκίνου (κάπου στὸν κάμπο τῆς Ἠλείας) ποὺ θεραπεύτηκε ὡς διὰ μαγείας μὲ ἀφέψημα πικραγγουριᾶς, καὶ ξαφνικά, ὅταν ἡ ὑπόθεση ἄρχισε νὰ παίρνει διαστάσεις χιονοστιβάδας καὶ νὰ συρρέουν στὸν Πύργο πάσχοντες, συγγενεῖς, δημοσιογράφοι (ἀκόμη καὶ ἀνταποκριτὲς ἐφημερίδων τοῦ ἐξωτερικοῦ), βρέθηκε στὴν ἀνάγκη νὰ ἀνατροφοδοτεῖ τὴ μαζικὴ ὑστερία τῆς ἐποχῆς μὲ συνεντεύξεις τέως ἀσθενῶν, μαρτυρίες κοινοταρχῶν, φωτογραφίες ἰαθέντων, εὐχαριστήρια εὐγνωμονούντων συγγενῶν κ.ο.κ.
Ὀφείλω νὰ ἐπισημάνω ὅτι σὲ αὐτό, ποὺ σήμερα ἀποκαλοῦμε ρεπορτάζ, ὑπῆρξε κατὰ κάποιον τρόπο πρωτοπόρος: πολὺ πρὸ τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εἶχε ἀγοράσει μιὰ Κόντακ.
Ἡ φωτογραφικὴ αὐτὴ μηχανή, μὲ τὴν ὁποία ἐξασφάλιζε τὰ διάφορα ἐνσταντανέ (ὅπως τὰ ἀποκαλοῦσε), θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἀρκετὰ ἐξελιγμένη γιὰ τὴν ἐποχή της, ἀφοῦ (καθὼς διαπιστώνω τώρα, ἀναδιφώντας παληὲς φωτογραφίες του ποὺ διασώθηκαν) καὶ ὑψηλὲς ταχύτητες ἐξασφάλιζε καὶ μιὰ ἄκρως ἀξιόλογη ποιότητα λήψεως. Πάντως, χάρις σὲ ἐκείνη τὴν Κόντακ καὶ τὸν μπάρμπα μου, διαθέτουμε καὶ ἐμεῖς μερικὰ στιγμιότυπα ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια – τὸν πατέρα μου μὲ κουστούμι καὶ γιλέκο ἀπογευματάκι στὸν κῆπο, τὴ μάνα μου σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἀτημέλητη στὸ χτῆμα νὰ προσπαθεῖ νὰ ἀποφύγει τὸν φακό, τὸν μικρότερο ἀδελφό μου καὶ ἐμένα ἀνάμεσα στὰ λουλούδια, καθὼς καὶ τὸ μοναδικὸ σκυλὶ μὲ τὸ ὁποῖο μεγαλώσαμε δίπλα δίπλα, τὴν Φλόξ.
Ὁ μπάρμπας μου ἐμφανιζόταν στὸ χτῆμα ξαφνικά, σὲ ὧρες μᾶλλον ἀκαθόριστες, συνήθως ἀπομεσήμερο, ἐπειδὴ λόγω ἐπαγγέλματος πήγαινε γιὰ ὕπνο ξημερώματα. Πρὶν ἔρθει στὸ σπίτι, ἐπισκεπτόταν ἀνελλιπῶς ἕναν παρακείμενον ἐλαιώνα μας, ὅπου καὶ παρέμενε ἀρκετὴ ὥρα. Κάποτε ποὺ πῆγα ὣς ἐκεῖ γιὰ νὰ τὸν προϋπαντήσω, ἀναγκάστηκε νὰ μοῦ ὁμολογήσει ὅτι εἶχε ἐπισημάνει μέσα στὸ λιοστάσι ἕνα ἀπόκρυφο ὑψωματάκι τελείως ἀπομονωμένο, χῶρο ἰδανικὸν γιὰ ἕνα γερὸ χέσιμο, ἐνῶ ταυτοχρόνως μποροῦσε νὰ ἀπολαμβάνει τὸ ἤρεμο καὶ γλαφυρὸ τοπίο, τοὺς χθαμαλοὺς γήλοφους, οἱ ὁποῖοι περιζώνουν τὸν Πύργο, βουτηγμένους μέσα στὴν ἀχλύ, τὴν ὑγρασία καὶ τὸ πούσι, καθὼς καί (σὲ πρῶτο πλάνο) τὴ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ μὲ τὶς ἀπαστράπτουσες ράγες, ποὺ γυάλιζαν στὸν δυτικὸ ἥλιο. Κορυφαία συγκυρία (μοῦ ἀποκάλυψε, τότε) θεωροῦσε τὴν ταυτόχρονη διέλευση τοῦ τραίνου Πύργου-Ἀρχαίας Ὀλυμπίας, ἔτσι καθὼς περνοῦσε μέσα σὲ καπνοὺς καὶ ἀντάρες, ἀναστατώνοντας τὸ τοπίο καὶ σφυρίζοντας συνεχῶς, γεγονὸς τὸ ὁποῖο στὴν ἀρχή (μοῦ ἐξομολογήθηκε) τὸν ἐξενεύριζε, ἀλλὰ ὅπως διαπίστωσε μετὰ ἀπὸ ἐπιτόπιο ἔλεγχο ποὺ διενήργησε (καὶ τὴ σχετικὴ κατσάδα ποὺ ἐξαπέλυσε στὸν Κεντρικὸ Σταθμάρχη), οἱ κανονισμοὶ ἐπέβαλλαν στὸν μηχανοδηγὸ νὰ σφυρίζει συνεχῶς καθ’ ὅλη τὴ διαδρομή, δεδομένου ὅτι ὑπῆρχαν πολλὲς διασταυρώσεις μὲ ἐπαρχιακοὺς δρόμους καὶ ἀγροτικὲς ὁδούς, ἡ δὲ γραμμὴ διέγραφε σὲ ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν περιοχὴ μία τεράστια καμπύλη, ἡ ὁποία περιόριζε σημαντικὰ τὴν ὁρατότητα.
Κατεβήκαμε ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ σπίτι, ὅπου καὶ μᾶς ἀπαθανάτισε μὲ τὸν μικρὸ ἀδελφό μου καὶ τὸ σκυλί. Θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης, γιατὶ βλέπουμε τὰ χειμωνιάτικα κρινάκια νὰ ἔχουν μόλις ἀπανθίσει, ἐνῶ τὰ δέντρα στὸ βάθος δὲν ἔχουν ἀκόμη γεμίσει μὲ φύλλα. Μπροστὰ ἀπὸ μᾶς φαίνονται οἱ πέτρες ἀπὸ τὸ ποτάμι, μὲ τὶς ὁποῖες ὁ πατέρας μου χώριζε τοὺς διαδρόμους ἀπὸ τὰ παρτέρια. Ἐγώ, μὲ ὕφος προστατευτικὸ καὶ κάπως ἀρειμάνιο, κρατῶ μὲ τὸ δεξί μου χέρι τὸν κατὰ τέσσερα ἔτη μικρότερον ἀδελφό μου (ποὺ εἶναι σχεδὸν βρέφος), ἐνῶ ἀριστερά μου φωτογραφίζεται ἀκουσίως, γιὰ πρώτη καὶ μοναδικὴ φορά, ἡ Φλόξ.
Ὁ ἀδελφός μου (ἀβάφτιστος, ἀκόμη) φοράει ἕνα φορεματάκι ἀπὸ χοντρὸ βαμβακερὸ ὕφασμα, πράγμα σύνηθες ἐκεῖνα τὰ χρόνια καί (θὰ ἔλεγα) ἰδεῶδες, γιατὶ διευκόλυνε ἀφάνταστα τὴ λήψη καὶ ἐφαρμογὴ μέτρων τοπικῆς ὑγιεινῆς: ἔτσι, στὰ βρέφη ἔπλεναν καὶ ἀέριζαν τὰ ἀχαμνά τους, ἀντὶ νὰ τοὺς τὰ μαρινάρουν (ὅπως στὰ σημερινά) μέσα στὰ διάφορα πάμπερς…
Ἡ Φλὸξ κάτι μυρίζει. Δὲν βλέπουμε τὰ μάτια της, οὔτε τὸ λυπημένο της βλέμμα. Ἔχει χρῶμα καφὲ σκοῦρο μὲ λευκὰ μπαλώματα καὶ ἕνα κοντό, ἄγριο τρίχωμα, ποὺ δὲν διακρίνεται στὴ φωτογραφία – πῶς ἦταν δυνατόν, ἄλλωστε!
Στὴν Κατοχὴ παρουσίασε ξαφνικὰ παράλυση τῶν πίσω ποδιῶν, καθὼς καὶ τάσεις ἐπιθετικότητας. Κάποιοι γείτονες ἀποφάνθηκαν ὅτι ἔπασχε ἀπὸ λύσσα (ποὺ ἐνδημοῦσε στὸν τόπο μας) κι ἔτσι ἀποφασίστηκε ἡ ἐκτέλεσή της – πλὴν ὅπλα δὲν ὑπῆρχαν τότε. Ἕνας ἐργάτης ἀνέλαβε νὰ τὴν ἐκτελέσει, πλησιάζοντάς την ἀθόρυβα ἀπὸ πίσω, καὶ χτυπώντας την στὸ κεφάλι μὲ μιὰ ἀξίνα. Τὸ σκυλὶ ἀλαφιάστηκε, οὔρλιαξε καὶ χρειάστηκε νὰ τῆς καταφερθοῦν ἀλλεπάλληλα χτυπήματα.
Στὸ τέλος τῆς ἔκοψαν τὸ κεφάλι καὶ τὸ παρέδωσαν στὸ Ὑγειονομικὸ Κέντρο, γιὰ νὰ σταλεῖ στὸ Λυσσιατρεῖο στὴν Ἀθήνα, πρὸς ἐξέτασιν. Ἐμεῖς ἀρχίσαμε νὰ ὑποβαλλόμαστε ὁμαδικὰ σὲ ἀντιλυσσικὴ ἀγωγή: κάθε ἡμέρα μᾶς ἔκαναν κάτι τεράστιες ἐνέσεις στὴν κοιλιά.
Σὲ κάνα μήνα, κι ἐνῶ ἐξακολουθούσαμε αὐτὴ τὴν ἐπώδυνη διαδικασία, μᾶς εἰδοποίησαν πὼς μπορούσαμε νὰ τὴν διακόψουμε: ἕνα τηλεγράφημα ἀπὸ τὸ Λυσσιατρεῖο μᾶς πληροφοροῦσε ὅτι στὸν ἐγκέφαλο τοῦ σκυλιοῦ, δὲν βρέθηκαν οἱ χαρακτηριστικὲς ἀλλοιώσεις ποὺ ἀπαντῶνται ἐπὶ λύσσας.
https://kichli.com/ilias-ch-papadimitrakopoulos-o-ovolos-prodimosiefsi/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου