Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Ερατοσθένης Γ. ΚΑΨΩΜΕΝΟΣ Το υπερρεαλιστικό κείμενο. Προβλήματα Θεωρίας και μεθόδου

 


Το πρώτο ζήτημα που έχομε ν’ αντιμετωπίσομε είναι ο θεωρητικός ορισμός του αντικειμένου. 

Πώς ορίζεται λοιπόν το υπερρεαλιστικό ποίημα; Οι ορισμοί των γραμματολόγων απαρτίζονται από ένα σύνολο γνωρισμάτων. Ας θυμηθούμε τα κυριότερα: ψυχικός  αυτοματισμός (αυτόματη γραφή), απουσία θεματικού πυρήνα και μηνύματος, απουσία  λογικής και αφηγηματικής οργάνωσης, απόρριψη αισθητικής πρόθεσης, αλχημεία των λέξεων, πρόκληση-έκπληξη (σοκ), πραγμάτωση αντικειμενικού τυχαίου και ακόμη, μια  σειρά δευτερογενή γνωρίσματα: το παράλογο, το θαυμαστό, το ονειρικό, το ιερό, η  μυθολογία του καθημερινού, ο τρελός έρωτας, το (μαύρο) χιούμορ, η εικόνα­-αντικείμενο, το ποίημα-γεγονός. Εννοείται ότι τα γνωρίσματα αυτά σε κανένα κείμενο  δεν τα βρίσκεις όλα μαζί. Ούτε υποστήριξε κανείς ότι η ταυτόχρονη συνύπαρξη όλων  αυτών είναι απαραίτητη συνθήκη για να έχομε υπερρεαλιστικό ποίημα ή, αντίστροφα,  ότι η απουσία ενός ή περισσότερων απ' αυτά τα γνωρίσματα ακυρώνει υποχρεωτικά την  "υπερρεαλιστικότητα" ως ειδολογικό γνώρισμα μιας κατηγορίας κειμένων. Πρόκειται  λοιπόν για ένα ευρετήριο μη υποχρεωτικών γνωρισμάτων, από τα οποία ορισμένα  (λιγότερα ή περισσότερα) είναι πιθανό να συναντήσομε σ' ένα υπερρεαλιστικό ποίημα  και άλλα όχι. Άρα, δε φαίνεται ν' αποτελούν μια αυστηρά αρθρωμένη και συνεκτική  ολότητα. Αντίθετα, είναι βέβαιο πως ένα υπερρεαλιστικό ποίημα μπορεί κάλλιστα να  περιέχει κάποια στοιχεία αντίθετα ή και ασυμβίβαστα προς τα παραπάνω γνωρίσματα,  όπως λ.χ. αφηγηματικές ή λογικές δομές, καθιερωμένα (και άρα όχι τυχαία) σχήματα,  συμβάσεις, τεχνήματα. Και από την άλλη μεριά, ποιήματα μη υπερρεαλιστικά μπορούν  ασφαλώς να έχουν πολλά απ' αυτά τα γνωρίσματα, όπως λ.χ. το ονειρικό, το Θαυμαστό,  τον αποενοχοποιημένο (αδέσμευτο και λυτρωτικό) έρωτα, το υπονομευτικό μαύρο  χιούμορ, ακόμη και το παράλογο ή το μη-σημαίνον.1

'Ωστε τα παραπάνω γνωρίσματα, ενώ έχουν αυξημένη -κατά το μάλλον ή ήττον ­συχνότητα σε κείμενα υπερρεαλιστικά, δεν είναι πάντως "διακριτικά" ("perfinents")2,αφού μπορεί και ν' απουσιάζουν ή να συναντώνται και σε άλλες κατηγορίες κειμένων.  Είναι απλώς πιθανά. Επιπλέόν, είναι ανομοιογενή, καθώς αναφέρονται σε διαφορετικά  επίπεδα: οι αυτόματοι ψυχικοί συνειρμοί ανήκουν στη διαδικασία ποιητικής παραγωγής,  το αντικειμενικό τυχαίο πραγματώνεται πρώτα-πρώτα στο επίπεδο του σημαίνοντος, ο  τρελός έρωτας συναρτάται με το επίπεδο της Θεματικής και της βιοθεωρίας του  κινήματος και το μαύρο χιούμορ είναι κατά βάση ζήτημα τεχνικής. Και είναι δύσκολο να  ισχυριστεί κανείς ότι τα διάφορα επίπεδα στα οποία ανάγονται αυτά τα γνωρίσματα  ενοποιούνται σε οργανικό σύστημα, από το οποίο να μπορούν να προκύψουν θεωρητικά  πλήρεις και συνεπείς ορισμοί. Πρόκειται για απλό άθροισμα ιδιοτήτων, οι οποίες  εμπλέκουν αμέθοδα -κι εδώ είναι το πρόβλημα- διάφορες επιστήμες, από την  ψυχανάλυση ως τη φιλοσοφία και την ιστορία των ιδεών. 'Όπως λέει ο Jakobson για  ανάλογη περίπτωση, οι γραμματολόγοι ενεργούν σαν τους αστυνομικούς, που  Θέλοντας να συλλάβουν έναν τρομοκράτη, πιάνουν όλους όσους έτυχε να  επισκεφτούν το διαμέρισμα ή να περάσουν από το δρόμο.

Μ' ένα λόγο, λείπει το υπόβαθρο μιας συνολικής συνεκτικής θεωρίας, με τις  έννοιες βάσης και την ιεραρχική τους διάταξη. Γι' αυτό και δε μπορούν να στηρίξουν  μια συστηματική μέθοδο προσέγγισης.

Το ζητούμενο είναι λοιπόν μια Θεωρία του υπερρεαλιστικού φαινομένου.

Κάτι τέτοιο είναι δυνατό; και σκόπιμο; Τι απαντήσεις δίνουν σ' αυτό το αίτημα οι  σύγχρονοι θεωρητικοί της λογοτεχνίας;

Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι στη σχετική βιβλιογραφία η υπερρεαλιστική ποίηση  δεν αντιμετωπίζεται βέβαια ως ιδιαίτερη ειδολογική κατηγορία. Καλύπτεται από τους  γενικότερους ορισμούς για την ποίηση και την ποιητική Λειτουργία. Καθώς μάλιστα οι  περισσότεροι θεωρητικοί, από τους ρώσους φορμαλιστές και τους δομιστές της  σχολής της Πράγας ως την Kristeva και τον Barthes μιλώντας για την ποίηση έχουν στο  νου τους τα πρωτοποριακά κινήματα της εποχής τους, με τα οποία συχνά συνδέουν τις  θεωρητικές τους Θέσεις, οι ορισμοί τους ισχύουν για το υπερρεαλιστικό κείμενο στο  μέγιστο βαθμό.

Ας δούμε λ.χ. ορισμένες θέσεις των ρώσων φορμαλιστών. Ξεκινούν από τη  διαπίστωση ότι η εξοικείωση που φέρνει η μακρά χρήση ενός συστήματος κωδίκων  αυτοματοποιεί την αναγνώριση και κατανόηση των σημαινομένων κι αυτό αμβλύνει την ευαισθησία του δέκτη απέναντι στη γλωσσική μορφή· παύει να βλέπει την έκφραση,  πάει κατευθείαν στο νόημα. Η έκφραση χάνει την αυτονομία της, την εικονιστική της  λειτουργία, γίνεται απλός μεταφορέας, αχθοφόρος του νοήματος. 'Έτσι η λεκτική  μορφή απολιθώνεται, πεθαίνει. Είναι το κρίσιμο σημείο της μετάβασης από τον  ποιητικό στον πεζό λόγο.

Όμως, για τους φορμαλιστές, η ποίηση δεν είναι "σκέψη με εικόνες", ο ποιητικός  ήχος δεν υπάρχει για να εξωτερικεύει ένα στοιχείο που υπάρχει πίσω απ' αυτόν. Αυτή  είναι η λογική του συμβολισμού, που περιορίζει προς μία διάσταση την ποιητική  λειτουργία. Οι ήχοι δεν είναι ούτε απλοί φορείς του νοήματος ούτε απλοί μεταφορείς  εικόνων ούτε στοιχεία μιας εξωτερικής διακοσμητικής ευφωνίας. Αποτελούν  αυτοδύναμη αξία; με δική της, αυτόνομη λειτουργία, που τοποθετείται στο επίπεδο της  προφοράς και της άρθρωσης. Κι εδώ είναι ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο. Οι  φορμαλιστές δεν τοποθετούν το πρόβλημα στην περιοχή του καθαρού ήχου, δηλ. στο  ηχητικό και ακουστικό επίπεδο, άποψη που τροφοδοτεί εντυπωσιολογικές ερμηνείες  για τη σχέση ήχου και περιγραφής αντικειμένων, ήχου και εξωτερικευμένης  συγκίνησης. Το τοποθετούν στο επίπεδο της προφοράς και της άρθρωσης, δηλ. στο  φωνηματικό επίπεδο. Όπως λένε, για την απόλαυση μιας ακατάληπτης λέξης, η  αρθρωτική πλευρά του λόγου, ο αυτόνομος χορός των γλωσσικών οργάνων είναι το  σημαντικό, αυτό που παράγει αισθητική ικανοποίηση.

Σύμφωνα μ' αυτά, ο μηχανισμός που ανανεώνει μια φθαρμένη από την εξοικείωση  ποιητική γλώσσα είναι η ανοικείωση, η παραδοξοποίηση της λεκτικής μορφής, έτσι  ώστε να γίνεται ορατή η προφορική της λειτουργία εις βάρος της κατανόησης. Αυτή  είναι η ανάσταση της λέξης που διακήρυξαν οι ρώσοι φορμαλιστές: δημιουργία μιας  νέας ποιητικής που να στοχεύει όχι στην αναγνώριση αλλά στη θέαση της λέξης.3 Η  θεωρητική αυτή θέση επαληθεύεται πλήρως στην περίπτωση του υπερρεαλισμού, από  την πρόθεσή του να απελευθερώσει τη δυναμική της γλώσσας, να τη μετατρέψει, κατά  τη διατύπωση του Μ. Blanchot, από όργανο σε υποκείμενο.

Μέσα απ' αυτή την προβληματική βγαίνει ο ορισμός της ποιητικής λειτουργίας από  τον Jakοbson, που συνοψίζεται στην αυτααναφορικότητα της ποιητικής μορφής.  Ορισμός που ισχύει βέβαια για κάθε είδος ποίησης αλλά κατεξοχήν για τις  πρωτοποριακές γραφές, όπως η υπερρεαλιστική. Το ανάλογο ισχύει για τον κατά Hjelmslev και Barthes ορισμό του ποιητικού λόγου ως λόγου συνδήλωσης,4 που συνεπάγεται το χαρακτηριστικό της πολυσημίας. Χαρακτηρίζει κάθε είδος ποιητικής γραφής και κατά μείζονα λόγο την υπερρεαλιστική.

'Ομως στενότερη σχέση με το θεωρητικό και μεθοδολογικό πρόβλημα που μας απασχολεί έχουν κάποιες άλλες απόψεις, τις οποίες αξίζει να συζητήσομε πιο διεξοδικά.

 

                Αρνητικότητα, διακειμενικότητα, παραγραμματισμός, κατά Kristeva

 

Η Julia Kristeva οικοδομεί την προβληματική της σε μια βασική διαπίστωση. Η "επανάσταση του ποιητικού λόγου", που -με πρωτοπόρους τον Lautreamont και τον Mallarme- εγκαινιάζεται στο 2ο μισό του 19ου αι., ως σύμπτωμα μιας γενικότερης κρίσης (κοινωνικής, πολιτικής, πολιτισμικής), γκρεμίζει μια χιλιόχρονη παράδοση λόγου και μαζί της, τους καθιερωμένους ποιητικούς κώδικες και συμβάσεις γραφής, καθώς και την αντίληψη για το ομιλούν υποκείμενο, τον ποιητή. Η ανατροπή αυτή επιβάλλει να αναθεωρηθεί ριζικά η λογοτεχνική θεωρία και να διαμορφωθεί μια νέα σημειωτική επιστήμη, ανοιχτή στην ψυχανάλυση και στη μαρξιστική διαλεκτική. Μια σημειωτική που να υπερβαίνει τη στατική και ανιστορική αντίληψη της ποίησης, να καταργεί τους περιορισμούς του λογικού προτύπου οργάνωσης: υποκείμενο ­κατηγόρημα και να ανταποκρίνεται στην ελευθερία της ποιητικής παραγωγικότητας.

Στα πλαίσια αυτής της προβληματικής και της μεθοδολογίας που επεξεργάζεται και που ονομάζει "σημανάλυση"5 επιχειρεί να ορίσει την ιδιομορφία του νεωτερικού ποιητικού κειμένου με βάση τα εννοιολογήματα της αρνητικότητας (negativite) και της διακειμενικότητας (intertextualite).

Η αρνητικότητα προσδιορίζει το σημειωτικό σύστημα της νεωτερικής ποίησης σε σχέση με το σημειωτικό σύστημα της γλώσσας (στην καθημερινή της χρήση). Ειδικότερα, αναλύει τον τρόπο που πραγματώνονται στα ποιητικά σημαινόμενα οι σχέσεις θετικό-αρνητικό, αληθινό-ψεύτικο, ρεαλιστικό-πλασματικό. Διαπιστώνει πρώτα ότι, αντίθετα προς το γλωσσικό σύστημα και γενικά τον μη ποιητικό λόγο, που δηλώνει είτε κάτι συγκεκριμένο και ατομικό είτε κάτι αφηρημένο και γενικό, το σημαινόμενο του (νεωτερικού) ποιητικού λόγου περιλαμβάνει τα δυο αντίθετα μαζί, σε μια ένωση όχι συνθετική και ειδικότερα τον αμφίσημο συνδυασμό συγκεκριμένο-μη ατομικό. Τη διαπίστωση αυτή εξειδικεύει στη συνέχεια ως ιδιαιτερότητα που διέπει τη συνάρτηση του ποιητικού σημαινόμενου προς το αντικείμενο αναφοράς του: "το  ποιητικό σημαινόμενο παραπέμπει και δεν παραπέμπει σε ένα αντικείμενο αναφοράς".  Μοιάζει να παραπέμπει σε κάτι που με το κριτήριο της λογικής υπάρχει και ξαφνικά το  συνδέει με όρους που με το κριτήριο της λογικής δεν υπάρχουν (π.χ. αποδίδει  ιδιότητες έμψυχου στα άψυχα). 'Έτσι πραγματώνει την αμφισημία του ποιητικού  σημαινόμενου βεβαιώνοντας την ύπαρξη του μη υπαρκτού, την ταυτόχρονη συνύπαρξη  του δυνατού και του αδύνατου, του πραγματικού και του πλασματικού. Η μεταφορά, η  μετωνυμία και όλα τα σχήματα εγγράφονται στην περιοχή που ορίζεται από αυτή τη  διπλή σημασιακή δομή.

Από την άποψη της διακειμενικότητας, θεωρεί ότι το ποιητικό σημαινόμενο είναι ο  τόπος διασταύρωσης δύο ή περισσότερων κωδίκων, που θα πει, εμπεριέχει ταυτόχρονα  υπαινικτικές παραπομπές σε περισσότερα κείμενα, που βρίσκονται μεταξύ τους σε μια  σχέση αμοιβαίας άρνησης, αντίθεσης ή αντίφασης. 'Ετσι το ποιητικό μήνυμα απορροφά  μια πολλαπλότητα κειμένων και σημασιών και ταυτόχρονα εμφανίζεται επικεντρωμένο  σε μια ενιαία σημασία. Τις διαπιστώσεις αυτές η Kristeva αποκρυσταλλώνει στον  ακόλουθο νόμο της διακειμενικής λειτουργίας: Το ποιητικό κείμενο παράγεται μέσα  στη σύνθετη διαδικασία μιας ταυτόχρονης βεβαίωσης και άρνησης άλλων κειμένων.  Το φαινόμενο αυτό, που το θεωρεί Θεμελιώδη ιδιομορφία της λειτουργίας του  ποιητικού λόγου, το ονομάζει "παραγραμματισμό", συσχετίζοντάς το με μια ανάλογη προβληματική του Saussure.

Πάνω σ' αυτό συγκεκριμένα, η Kristeva παίρνει ως αφετηρία τις αρχές που  διατύπωσε ο F. de Saussure στα Αναγράμματά του.­­­6

α. Ο ποιητικός λόγος δίνει έναν άλλο τρόπο ύπαρξης, τεχνητό, προστιθέμενο στον  αρχικό που η λέξη έχει μέσα στο γλωσσικό σύστημα.

β. Υπάρχει μια ανταπόκριση των στοιχείων μεταξύ τους, κατά ζεύγη και κατά ρίμα.

γ. Οι διπολικοί ποιητικοί νόμοι φτάνουν ως το σημείο να παραβιάζουν τους νόμους της γραμματικής.  δ. Είναι δυνατόν να υπάρχει μια λέξη-θέμα, που τα στοιχεία της (γραφηματικά­ φωνηματικά) να απλώνουνται σ' όλη την έκταση του κειμένου, ή ακόμη, να  συσσωρεύονται σ' έναν μικρό χώρο, στην έκταση μιας ή δύο λέξεων.

Αυτή η "παραγραμματική" -όπως την ονόμασε ο ίδιος ο Saussure- αντίληψη του  ποιητικού ιδιώματος εμπεριέχει τρεις μείζονες Θέσεις. Η Κrιsteva τις συνοψίζει ως  εξής:

 

1. Ο ποιητικός λόγος συνιστά έναν άπειρο κώδικα, δηλ. μια απειρία κωδικοποιήσεων,  δυνητική για τον ποιητή, προγραμματική για τον μελετητή.

2. Το ποιητικό κείμενο είναι μια διπολικότητα: γραφή-ανάγνωση.

3. Το ποιητικό κείμενο είναι μια δέσμη συναρτήσεων, όπου παίζονται οι διαλογικές σχέσεις και οι παραβιάσεις ως μια ατέρμονη κειμενική πρακτική, την οποία η Κristeva ονομάζει significance: σημαίνουσα πρακτική.

Οι τρεις αυτές ιδιαιτερότητες του ποιητικού ιδιώματος απορρίπτουν την αντίληψη που απομονώνει την ποίηση ως μια απόκλιση ή ως ένα πρόσθετο και μη αναγκαίο "στολίδι" και της αποδίδουν ένα καθεστώς κοινωνικής πρακτικής. Γιατί, το ποιητικό ιδίωμα δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να εξωτερικεύει τη γενική λειτουργία του συνόλου. Με άλλα λόγια, κοινωνική ιστορία, ως χώρος άσκησης μιας πρακτικής, δομείται κι αυτή, σ' όλα της τα επίπεδα (κι ένα απ' αυτά είναι η ποίηση) ως παράγραμμα. Φύση-κοινωνία, νόμος-επανάσταση, άτομο-ομάδα, ταξική οργάνωση-πάλη των τάξεων, ιστορία γραμμική-ιστορία συνοπτική, αποτελούν τα αντιθετικά (αλλ' όχι αποκλειστικά) ζεύγη ανάμεσα στα οποία παίζονται οι διαλογικές σχέσεις και οι "παραβιάσεις" που επανέρχονται συνεχώς.

Σ' αυτή την προοπτική, το λογοτεχνικό κείμενο παρουσιάζεται ως ένα σύστημα πολλαπλών συνδέσεων, που θα μπορούσαμε να περιγράψομε ως μια δομή από παραγραμματικές δέσμες. Η Kristeva ονομάζει παραγραμματικές δέσμες το συνοπτικό μοντέλο επεξεργασίας της λογοτεχνικής εικόνας, με άλλα λόγια, το δυναμικό γράφημα, που εκτείνεται χωρικά μέσα στο ποιητικό κείμενο και ιχνογραφεί τον πολλαπλό καθορισμό του νοήματος (διάφορο από τις σημασιακές και γραμματικές νόρμες του χρηστικού λόγου).

Ο όρος "δέσμη" αντικαθιστά τη μονοδιάστατη και μονοσήμαντη κατεύθυνση περιλαμβάνοντάς την και υπονοεί ότι κάθε σύνολο, κάθε ακολουθία είναι ταυτόχρονα κατάληξη και αφετηρία μιας σχέσης πολλαπλής αξίας (plurivalent).

Μέσα σ' αυτή τη δέσμη τα στοιχεία είναι πιθανό να εμφανίζονται ως κορυφές ενός γραφήματος (σύμφωνα με τη θεωρία του Konig), κάτι που θα μας βοηθήσει να μορφοποιήσομε τη συμβολική λειτουργία του λόγου ως δυναμικό αποτύπωμα, ως "γράμμα" κινούμενο (άρα, ως παράγραμμα ); το οποίο φτιάχνει μάλλον παρά που εκφράζει ένα νόημα. 'Ετσι, κάθε κορυφή (φωνητική, σημασιακή, συνταγματική) θα παραπέμπει τουλάχιστον σε μιαν άλλη κορυφή, έτσι ώστε το σημειωτικό πρόβλημα να εντοπίζεται στο να βρούμε κατάλληλες κωδικές φόρμουλες γι' αυτή τη διαλογική σχέση, δηλ. έναν φορμαλισμό που να είναι ισόμορφος προς τη λογοτεχνική παραγωγικότητα.

'Εναν τέτοιο φορμαλισμό η Kristeva επιχειρεί να επεξεργαστεί με αφετηρία δυο μεθοδολογίες:

       α. τα μαθηματικά και τα μεταμαθηματικά, γλώσσες τεχνητές, οι οποίες με την ελευθερία της παρασημαντικής τους ξεφεύγουν από τους περιορισμούς της τυπικής λογικής και προσαρμόζονται καλύτερα στην περιγραφή της ποιητικής λειτουργίας της γλώσσας

β. τη γενετική γλωσσολογία (γραμματική και σημαντική) στο μέτρο που αντιμετωπίζει το λεκτικό ως δυναμικό σύστημα σχέσεων.

Η ποιητική πρακτική, ιδωμένη ως παραγραμματική, εκδηλώνεται τόσο στο επίπεδο της άρθρωσης του κειμένου όσο και στο επίπεδο του καταδηλωτικού μηνύματος. Ο παραγραμματισμός είναι πιο εύκολα περιγράψιμος στο επίπεδο του ποιητικού λόγου, γι' αυτό η σημειωτική οφείλει να τον συλλάβει και να τον αποσαφηνίσει πρώτα εκεί, πριν τον αναζητήσει σε όλη την παραγωγικότητα του πνεύματος.

 

     Μη σημασία, υπόγραμμα, δικτυωτή μεταφορά, κατά Riffaterre

 

Ο Μ. Rίffaterre έχει επισημάνει και αναλύσει τα λογικά ασυμβίβαστα και σημασιακές αντιφάσεις ως χαρακτηριστικό της αυτόματης γραφής.7 Την ιδιομορφία ωστόσο του υπερρεαλιστικού κειμένου την ορίζει με διαφορετικούς όρους. Ξεκινά από το γνώρισμα της μη-σημασίας (ηοη-sens), που σε επίπεδο επιφάνειας εμφανίζεται ως έκφραση γραμματικής ανωμαλίας (agrammaticalite), στην ουσία όμως είναι προϊόν απόλυτης κατάχρησης και ακραίας μετατροπής μιας λανθάνουσας μήτρας. Η μήτρα συντίθεται από διακειμενικά στοιχεία, δηλ. από την ισοδυναμία που εγκαθιδρύει το συγκεκριμένο κείμενο με άλλα κείμενα και πραγματώνεται σε επίπεδο επιφάνειας με διαδοχικές παραλλαγές, που συνιστούν παραδειγματικές σειρές, γενετικές της σημασίας. Η μορφή αυτών των παραλλαγών κυβερνάται από την πρωταρχική (πυρηνική ή στοιχειώδη) γραμματική και λεξιλογική πραγμάτωση της μήτρας, το υπόγραμμα (hypogramme). Το υπόγραμμα είναι άμεσα προσλήψιμο, γιατί είναι αποκρυσταλλωμένο σε λέξεις που περικλείονται μέσα σε φράσεις του κειμένου. 'Ετσι κάθε συστατικό της μη-σημασίας ανταποκρίνεται σε κειμενικά σημεία του υπογράμματος, που είναι υφολογικά υπογραμμισμένα μέσα στο συμφραστικά τους περιβάλλον. 'Ωστε το κείμενο υπερκαθορίζεται απ' αυτή τη διαδικασία μετατροπής της μήτρας, που στα υπερρεαλιστικά κείμενα που παράγονται με αυτόματη γραφή λειτουργεί, στο γραμματικό επίπεδο, με τρόπο κατεξοχήν μηχανικό.8

Δεν υιοθετούμε αυτό τον ορισμό, πρώτα γιατί η διχοτομία συνταγματικής­παραδειγματικής οργάνωσης παρέχει τη δυνατότητα για έναν απλούστερο και καθολικότερης ισχύος ορισμό. 'Υστερα γιατί ο ορισμός του Riffaterre, παρόλο που αποκαλύπτει και διευκρινίζει μηχανισμούς ποιητικής παραγωγής, που βρίσκουν εφαρμογή σε συγκεκριμένα υπερρεαλιστικά και μη κείμενα, μοιάζει να καθολικεύει τουλάχιστον όσον αφορά το εννοιολόγημα hypogramme- φαινόμενα που αντιστοιχούν σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις. Θα πρέπει εξάλλου να σημειώσουμε ότι ο ορισμός του Riffaterre ξεπερνά προγραμματικά την υπερρεαλιστική ποίηση και αναφέρεται σε ένα ευρύτερο φάσμα νεωτερικών κειμένων που χαρακτηρίζονται από τη "μη-σημασία" ή τη "σκοτεινότητα που συνδέεται με τον τύπο γραφής". Στην ουσία λοιπόν ο ορισμός που αφορά αποκλειστικά τα υπερρεαλιστικά κείμενα είναι η εξειδίκευση ότι εκεί ο μηχανικός χαρακτήρας της μετατροπής γίνεται πιο φανερός.9

Ο Riffaterre διαπιστώνει ότι και οι πιο αυθαίρετες -με το κριτήριο της εμπειρικής λογικής- υπερρεαλιστικές συνδέσεις μπορούν να βασίζονται σε έμμεσους συνειρμούς μετωνυμικού ή μεταφορικού χαρακτήρα.

Σημειώνει ότι πολλές από τις εικόνες που φαίνονται σκοτεινές κaι αυθαίρετες εξηγούνται μέσα στα συμφραζόμενά τους, όταν αποκαταστήσομε τις αφανείς συνδέσεις τους με άλλες προηγούμενες, συνδέσεις που έχει διαρρήξει η αυτόματη γραφή. Οι εικόνες αυτές συνθέτουν μια ακολουθία που μπορεί να καθοριστεί και να αποδειχτεί μέσα στο ίδιο το επίπεδο του λόγου από τους συσχετισμούς που επιβάλλει η λεκτική οργάνωση. Στο εσωτερικό αυτού του μικρόκοσμου επιβάλλεται μια άλλη λογική των λέξεων, που δημιουργεί έναν ειδικό κώδικα ανάγνωσης, ο οποίος δεν έχει τίποτε να κάμει με την κανονική γλωσσική επικοινωνία. Για να εξηγήσει αυτό το φαινόμενο χρησιμοποιεί τον όρο δικτυωτή μεταφορά (metaphore filee), που την ορίζει ως μια σειρά μεταφορές που συνδέονται μεταξύ τους μέσω της σύνταξης και που η καθεμιά εκφράζει μια ιδιαίτερη άποψη ενός συνόλου (πράγματος ή έννοιας), που καθορίζεται από την πρώτη μεταφορά της σειράς. Μολονότι αυτός ο ακριβής ορισμός σχηματοποιεί έναν μηχανισμό που, κατά τη γνώμη μας, λειτουργεί με μεγαλύτερη συνειρμική ελευθερία και όχι αναγκαστικά μέσα από συντακτικές σχέσεις, η άποψη του Riffaterre συνοψίζεται ορθά στη διαπίστωση ότι η πλήρης αυθαιρεσία του υπερρεαλιστικού κειμένου είναι φαινομενική και συνδέεται με τις λογικές μας συνήθειες, που απορρέουν από την εμπειρική πραγματικότητα και τη χρήση του λόγου.10 Αν η εγκυρότητα αυτής της διαπίστωσης αποδειχθεί καθολική, πολλά πρέπει να αναθεωρηθούν στην ισχύουσα αντίληψη για τη δομή και τη λειτουργία του υπερρεαλιστικού κειμένου.

 

Σημειώσεις

 

         1  O τρελός έρωτας και το μαύρο χιούμορ, σύμφωνα με ρητή υπόδειξη του Breton, ανάγονται σε προγενέστερη λογοτεχνική (ή επιστημονική) παραγωγή (γερμανικός και γαλλικός  ρομαντισμός, Μ. De Sade, Lautreamont, Poe, Baudelaiιe, Fourier, Freud κ:ά.). Βλ. Α. Breton,  1937α, 1937b, 1980. Το παράλογο και το μη-σημαίνον εξάλλου είναι γνωρίσματα κοινά με  το φουτουρισμό.

2 "Perfinents" (καθοριστικά, διακριτικά, χαρακτηριστικά) ονομάζονται τα στοιχεία εκείνα που  η παρουσία τους σε ένα μήνυμα αποτελεί απολύτως αναγκαία και επαρκή συνθήκη (την  ελάχιστη σημασιακή ένδειξη) για να ανήκει το μήνυμα αυτό στο νοηματικό πεδίο ενός συγκεκριμένου κώδικα. Για ν' αποκαλύψομε λοιπόν τον κώδικα είναι απαραίτητο να  εντοπίσομε τα καθοριστικά στοιχεία (ή σχέσεις) που συνθέτουν ή απαρτίζουν το νοητικό  πεδίο του κώδικα. Για το εννοιολόγημα "perfίnence" (καθοριστικότητα, διακριτικότητα, χαρακτηριστικότητα, καταλληλότητα) και τις σημασίες που παίρνει στη γλωσσολογία και  στη σημειωτική βλ. Α. Martinet, 1960: 37 κ.α. [και ελλην. μτφρ., 1976, κεφ. 3 και 4]. - Επίσης  Α. Martinet, 1985: 27-30, i04-110, 282 κ.ε. - R. Barthes, 1964: 135 (= ελλην. μτφρ., 1981:  132), και, με την έννοια που μας ενδιαφέρει, L. Prieto, 1986: 106-117, 198-202, 209-216.  Πρβλ. και τα σχετικά λήμματα στα ειδικά λεξικά: Ο. Ducrot-Tzv. Τοdοrον, 1972, A.J. Greimas­J. Courtes, t. 1: 1979, t. 2: 1986 και Σωτ. Δημητρίου, Λεξικό 'Ορων, τ. I-IV, 1978 κ.ε.

       3 Βλ. Βίκτωρ Σκλόβσκι, "Η ανάσταση της λέξης", στον τόμο Β. Σκλόβσκι-Μπ. Αϊχενμπάουμ,  Για το Φορμαλισμό, 1985: 13-25 (= Russian Formalίsm. Α collection of articles and texts ιn  translation, ed. St. Bann-J.E. Bowel, Edinburgh, Scottish Academic Press, 1973). Πρβλ. R.  Jakobson, "Linguistique et poetique", στο Essais de lίnguϊstίque generale, Parϊs, Mίnuit, 1963, chap.  ΧI. Επίσης: "Poesie de la grammaire et grammaire de lα poesie", στο: Hυίt quesfions de poetique,  Paris, Seuil/Points, 1977:89-108.

4 L. Hjelmslev, Prolέgomέnes ά une thέorie du langage, Paris, Minuit, 1968-1971 και R. Barthes, "Élements de sέmiologie", Communicafions Νο 4, 1964: 91-135 (ελλην. μτφρ. Κ. Παπαγιώργη, στον τόμο Κείμενα Σημειολογίας, Αθήνα, Νεφέλη, 1981: 55-135).

5 Βλ. συνοπτικά στο μελέτημά της "Sέmanalyse et pιoduction de sens", δημοσιευμένο στο συλλογικό τόμο: A.J. Greimas (ed.), Essais de sίmiotίque poέtique, Paιis, Laroυsse, 1972: 207­237. Αναλυτικότερα, στα βιβλία της: Σημειωτική. Recherches pour une sέmanalyse, Essais, Paris, Seuil, 1969 και La riνοlυtiοη du langage poίtique. L'avant garde a Ιa fin du XIXe siέcle: Lautrίamont ef Mallarme, Paris, Seuil, 1974

6 Τα Αναγράμματα είχαν, κατά ένα μέρος, δημοσιευθεί από τον J. Starobinskί οτο Mercure  de France, fevrier 1964 (= περ. Tel Quel 37):Πρβλ. J. Starobinski, Les Mots sous les mots. Paris,  Gallimard, 1971.

7 "Semantic incompatibilities in Automatic Writing" στον τόμο About French Poetry from Data to Tel Quel, Mary ΑnnCaws ed., Detroit, Wayne State University Press, 1974, σ. 223-241 [= Μ. Riffaterre, 1979: 217-234].

8 Βλ. Μ. Riffaterre, Semίotique de Ιa poesίe, trad. J.-J. Thomas, Paris, Seuil/Collection Poetique, 1983: 94-96 (σε συνδυασμό με τις σ. 25, 33-37, 86, 175 κ.ε.).

         9 Μ. Riffaterre, 1983: 94.

        10 Μ. Riffaterre, La productίon du texte, Paris, Seuil/Collection Poetique,1979: 217-234 (κεφ. "La metaphore filee dans Ιa poesie surrealiste").

 

__________________________________________________________________________________________

 

    * Το κείμενο αυτό αποτελεί εισήγηση στο συνέδριο που οργάνωσε το περιοδικό Ελίτροχος στην Πάτρα το 1995 σε συνεργασία με την Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με θέμα τον Μεταπολεμικό Ελληνικό υπερρεαλισμό.To κείμενο θα δημοσιευθεί ολόκληρο στα πρακτικά του συμποσίου, τα οποία είναι υπό έκδοση από τις εκδόσεις Περί Τεχνών της Πάτρας .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...