Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Θανάσης Βενέτης Η ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΦΩΣΤΙΕΡΗ

 



Τη νεοελληνική ποίηση στολίζουν ορισμένοι γνωμικοί στίχοι που τη σημάδεψαν, κατοχυρώνοντας την προσωπική μυθολογία, το ύφος, τη στάση και το στίγμα των ποιητών που είχαν την ευρηματικότητα και τον οπλισμό να εκφράσουν διαχρονικά και δυναμικά το ουσιώδες και καθολικό της εποχής τους, καλύπτοντας και αποκαλύπτοντας είτε τις πολιτικοκοινωνικές συγκυρίες είτε τις μυστικές ρωγμές του υπαρξιακού προβληματισμού.
Ενδεικτική η παρακάτω παράθεση αποφθεγματικών στίχων που με το βαθύ τους στοχασμό θεμελίωσαν ένα ιδιαίτερο κλίμα ποιητικής σοφίας, επιβλήθηκαν και υιοθετήθηκαν ως απόκτημα του μεγάλου κοινού, που τους χρησιμοποιεί ως αποδεικτικό μέσο για να αναδείξει μια αλήθεια, ένα συναίσθημα καθολικής αποδοχής, ένα γεγονός υψίστης και αδιαμφισβήτητης σημασίας.

Ας θυμηθούμε τους στίχους του Κ. Π. Καβάφη:

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Κι ακόμα :

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
Μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Επίσης τις κορυφώσεις των ποιητών μας :

Οδυσσέα Ελύτη : Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή.

Γιάννη Ρίτσου : Σε τούτα ’δώ τα μάρμαρα
Κακιά σκουριά δεν πιάνει.

Γιώργου Σεφέρη : Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει 
Κώστα Βάρναλη : Αχ, πού’σαι νιότη που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος.

Κώστα Ουράνη : Αν είναι νά ’ρθει θε να ’ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει.

Λορέντζου Μαβίλη :

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι  
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Μιλτιάδη Μαλακάση :

Ω το λεβέντη του Μεσολογγιού μας

Τον ήλιο της αυγούλας μου ζωής !

Και να μετρώ και να ’ναι ο Τάκης Πλούμας

τριάντα τρία χρόνια μες στη γης.

2

Μανόλη Αναγνωστάκη :

Σαν πρόκες να καρφώνονται οι λέξεις.

Τίτου Πατρίκιου :

Κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα

κανένα ποίημα δεν κινητοποιεί τις μάζες.

Θανάση Κωσταβάρα :

Μη με ρωτάτε τι είναι η ποίηση

πέστε μου μόνο τι θα ήταν η ζωή

δίχως αυτή.

Γιάννη Βαρβέρη : Ο θάνατος το στρώνει.

Ο Αντώνης Φωστιέρης γράφει ποίηση που ξεχωρίζει για την τεχνική της αρτιότητα, την εκφραστική της πρωτοτυπία και, κυρίως, για τη φιλοσοφική τηςενόραση και πληρότητα που δονείται από γνήσιο πάθος και ουσία ζωής.
Ο Γιώργος Μαρκόπουλος παρατηρεί : «Με τη γραφή και τη δύναμη, έτσι που είναι δοσμένα τα ποιήματα του Αντώνη Φωστιέρη, σε κάνουν να νομίζεις πως είσαι ένας πυρπολημένος, ένας χωρίς σπίτι, που δεν θα βρεις πουθενά ησυχία».

Όλο το ποιητικό έργο του Φωστιέρη, από το «Μεγάλο Ταξίδι» (1971), ως την πρόσφατα βραβευμένη «Πολύτιμη Λήθη» (2003), είναι διάσπαρτο από γνωμικούς στίχους, προϊόντα ενός ανεξάντλητου πνευματικού ορυχείου, με κύριο χαρακτηριστικό τη γνησιότητα, τη μοναδικότητα της έμπνευσης και την αναμφισβήτητη διαχρονικότητα.

Κατά τον Γιάννη Βαρβέρη : «Ο Φωστιέρης υπογραμμίζει τα ποιητικά του συμπεράσματα μ’ ένα γνωμικό χαρακτήρα γραφής, αφ’ ετέρου δε διασκεδάζει αντιστικτικά το ισαιώνιο “μαύρο” με διαλείμματα παιγνιωδών εμπνεύσεων».

Η πινακοθήκη των στοχαστικών αφορισμών του Φωστιέρη κοσμείται από τα ευρήματα ενός σπινθηροβόλου πνεύματος, που με στίχους λιτούς και μεστούς πιάνει το σφυγμό της ζωής και αρδεύει τις ρίζες μιας ποίησης που ξαφνιάζει με το φιλοσοφικό της σφρίγος. Η θεματολογία της είναι πολυσχιδής, ακραιφνώς προσωπική και εξαντλεί όλο το φάσμα της ποιητικής του.

Από την ανωτέρω θεματολογία ξεχώρισα και σχολίασα τα εξής ειδικότερα :
την Ποίηση, το Θάνατο, τον Έρωτα, την Ύπαρξη, το Χρόνο, τη Σκέψη, τη Φύση
και τη Σύνθεση των αντιθέτων.

Στο τέλος των παραπάνω θεμάτων παρατίθενται, σε παράρτημα, σχετικοί με
αυτά στίχοι άνευ σχολιασμού. Καταχωρίσθηκαν για να καταδείξουν τη δυναμική και πλούσια παραγωγικότητα της ποίησης του Αντώνη Φωστιέρη, αλλά παρέμειναν ασχολίαστοι, για τη συνολική οικονομία του εγχειρήματος.

1. Η ΠΟΙΗΣΗ

Ποιήματα μου εσείς

Ποιο συρματόσκοινο μας έχει ενώσει έως θανάτου.

Α. Φ.

Η ποίηση είναι φρυκτωρία στο σκοτάδι, δοκιμασία και πνοή ζωής, πρέπει να

πιστεύεις στον οίστρο της. Ακόμα και στην πλήρη ήττα να πυρπολείσαι, να ελπίζεις,

να στοχάζεσαι, να δουλεύεις – στο τέλος η γνήσια ποίηση ανταμείβει, γιατί :

Ας μη γελιόμαστε.

3

Από το ποίημα βγαίνεις πάντα ζωντανός.

Τα ποιήματα επαναστατούν, πάντα ατίθασα, καταργούν συμβάσεις, σβήνουν

σχολές, τάσεις, γενιές, φυγοδικούν στα λημέρια των ταμένων – κι ο ποιητής

εξομολογείται :

Αν γράφω ποιήματα είναι γιατί το ξέρω

Όλα τ’ αλφάβητα του κόσμου έχουνε λιώσει.

Όλες οι λέξεις κι όλ’ οι στίχοι έχουν τελειώσει.

Αλήθεια, τι είναι αυτό το ολοκληρωμένο θαύμα που απλοϊκά το λέμε

«ποίημα» ; Ποιο είναι το φαράγγι του και ποιο το ριζικό του;

.

Ένα κλαδί γερό είναι το ποίημα

Που δένω πότε- πότε εκεί την κούνια μου

Να αιωρούμαι πάνω από το μαύρο.

Ο Φωστιέρης ξεδιπλώνει αριστοτεχνικά το κρυφό του δίχτυ, τα γερά χαρτιά

του :

Το μαύρο είν’ οι λέξεις

Που πέσανε η μια πάνω στην άλλη

Τα τυπωμένα ποιήματα

Το ένα πάνω στ’ άλλο.

Καθολική η διαμαρτυρία του ποιητή, η βάσανος της δημιουργίας τού δίνει

λαβή να κοντράρει συναισθηματικά την υποστασιακή του μοίρα, πάσχει και ξεσπά :

Απόκαμα

Να κατοικώ σε λέξεις τσιμεντένιες

Να ’χω επίπλωση από λέξεις

ξύλου.

Αυτός είναι ο λόγος που ο ποιητής, στην έσχατη απελπισία του, την ύστατη

στιγμή, μέσα στον τυφώνα της ζωής, σηκώνει bandiera rossa :

Ν’ ανάψω ποιήματα, να κάψω λέξεις.

Να διώξω το αδηφάγο φίδι που έρχεται.

Η ποίηση είναι ενέργεια αυτοδύναμη, πιστή αρωγός στη φρενίτιδα τού χρόνου,

ιστός στην αρμονία των αντιθέσεων, κρυφή οδός στη μετάληψη του έρωτα, μουσική

στην ατελείωτη μεταρσίωση· το γνωρίζει καλά ο ποιητής :

Τα πράγματα γεννιούνται από τη λέξη τους.

Κι ακόμα πιο βαθιά :

Η πίσω όψη των πραγμάτων είναι η ποίηση.

4

Γι αυτό ένα ποίημα-πουλί σου χαρίζει τη θέαση ενός άλλου κόσμου, την ορμή

της λύτρωσης :

[Το ποίημα]

Καίγοντας λέξεις διασχίζει στέπες.

Τα ποιήματα αυτοδύναμα, ολοκληρωμένα, ταξιδεύουν μέσα στο χρόνο

αδέσποτα, δίνουν τον δικό τους ανένδοτο, ανάμεσα στη στέρηση και στη φωτιά, στη

γνώση και στη βίωση – κι ο ποιητής δε θα μάθει ποτέ :

Ποιος περπατάει σ’ αυτό το ποίημα, ποιος το διάβασε

Και ποιος μετά από χρόνια σ’ άλλην εποχή

Θα το διαβάσει.

Η ποίηση, ακέραια και υψηλόφρων, βαθιά και επικίνδυνη, αειθαλής και

αγέρωχη :

Απαντάει στους κριτικούς με ποίηση

Όπως η φύση στους σοφούς σα φύση.

Ο Φωστιέρης θεωρεί την ιερή υπόθεση της ποίησης ως αξία αδιαπραγμάτευτη

και δεν παίζει με μισόλογα, δεν υπογράφει παραχωρήσεις :

Μάθε λοιπόν, οι ποιητές είναι μαλάκες όλοι τους

Αλλιώς δε θ’ άφηναν

Να τους φωνάζουν ποιητές.

Ο ποιητής παροτρύνει πτήσεις, δεν αναγνωρίζει εκπτώσεις, δεν υπάρχει

παρθενογένεση, δεν θέλει εκκρεμείς λογαριασμούς, μονάχα ταλέντο και – προπαντός

– δουλειά :

Γι΄ αυτό σου λέω

Πάρε χαρτί πιάσε μολύβι κι άρχισε −

Τον πρώτο στίχο, αν δεν στον δώσουν οι θεοί,

δανείσου τον :

Ο παφλασμός γεννάει τη θάλασσα κι ιδού η φωνή.

Μονήρης, συνομιλεί με την ύπαρξη και το τίποτα και μ’ αυτά γεμίζει τον

ουρανό του :

Αλλά σκεφτείτε το
Κανένας στίχος δεν αρμόζει ως ομιλία καμιά έμπνευση
Δεν στέκει ως έκφραση της έμπνευσης.
Κι ως φιλική υπόδειξη προτείνει :

Άκουσε

Το βουητό του ωκεανού· το βουητό.

Κι όχι το αμέριμνο τραγούδι των ψαράδων.

5

Παράρτημα

Όμως τα ποιήματα

Δεν επαιτούν τον έπαινο

Ούτε τη στάλα το μελάνι από τον κάλαμο

Του κάθε κριτικού.

Α. Φ.

1. Στα ποιήματά μας σεργιανάνε πεθαμένοι

Οι στίχοι μας εγκυμονούνε τέρατα

2. Γιατί αν νωρίς δε σ’ εξουδετερώσουμε

−Άτιμο ποίημα − θα μας γονατίσεις.

3. Αλλά το ποίημα

Είναι ποτάμι από δάκρυα ξένα

……………………………………

Συχνά το βλέπω να γυρνάει προς την πηγούλα του

Κι όταν φουσκώνει

Απ’ την πολλήν αγάπη

Πνίγει.

4. Με στίχους δεν υψώνεται κανείς σε οργασμό

5. Το μόνο που με ανησυχεί

(Καθόλου δε μ’ ανησυχεί, αστειεύομαι)

Είναι που απ’ όσα έγραψα

Από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

6. Σαν ποίημα·

Που όλο γλιστράει

Στην άκρη των δακρύων.

7. Τρεις ώρες φτάνουν για να γράψεις ένα ωραίο ποίημα.

Όμως τριάντα χρόνια δεν αρκούν να γράψεις ένα ποίημα.

8. Αν είναι αλήθεια δυνατόν

Εξήντα χρόνια αργότερα να υπάρχουνε

Ακόμη δάκρυα και ποιήματα! Ε, όχι.

9. (Αδυνατεί να κάνει ωραίους στίχους

η πραγματικότης, βλέπετε).

10. Οι στίχοι

Είναι τα στάχυα που θέρισαν

Ελισσόμενες μέρες.

11 Τις περισσότερες φορές σκέπτομαι δωρεάν

Χωρίς μολύβι.

6

2. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Στ’ αλήθεια τι άπραγοι

Τι ανεπίδεκτοι αθανασίας οι θνητοί.

Α.Φ.

Ο Φωστιέρης γνωρίζει τη βαθιά οδύνη του θανάτου. Το τετελεσμένο γεγονός,

το ανερμήνευτο μυστήριο. Η φθορά και το αναπάντεχο κάναν καλά τη δουλειά τους.

Το αναπόδραστο, έτσι κι αλλιώς, ήρθε. Το τίποτα και το πουθενά σκιάζουν όλες τις

μέρες, όλες τις ώρες:

Η μόνη βεβαιότητα είν’ ο θάνατος.

Κι ακόμα η πικρή παραδοχή είναι αυτονόητη :

Όποιος μπαίνει στο θάνατο, δε μιλάει πια γι’ αυτόν.

Η μεταγωγή από το εφήμερο στο αιώνιο και η ταξινόμηση στις σκιές γίνονται

από τον αόρατο υπολογιστή σε χρόνο μηδέν :

Μόνο οι νεκροί είναι σίγουροι -

Με χέρια σταυρωμένα σε παραίτηση.

Ποιο συγκλονιστικό σημείο ήταν το καθοριστικό για το μοιραίο συμβάν ; Τι

ψάχνεις να βρεις ;

Αφού το ξέρεις, ένα μόνο δευτερόλεπτο αρκεί

Ν’ αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους.

Κι όμως, σε μια μικρή σπηλιά του μυαλού μας οι νεκροί μας «ζουν». Τους

κουβεντιάζουμε, λέμε τα δικά μας :

Τα αισθήματα είναι το καλώδιο

Που φτάνει στην καρδιά του μηδενός.

Είναι ο τηλέγραφος για να μιλάμε και στους πεθαμένους.

Προσπαθούμε να τους εξηγήσουμε το παράλογο, αυτοί με τη σειρά τους

κρατάνε πείσματα, θυμώνουν και πάντα η τελευταία τους κουβέντα μας τσακίζει :

Οι νεκροί μπαρκάρανε στα φέρετρά τους

Φύγανε μουτρωμένοι δεν είπαν ούτε αντίο.

Από τη στιγμή που θα γεννηθεί ένα μωρό, μόνον ο αδυσώπητος θάνατος το

περιμένει – κι ο Φωστιέρης, μαιτρ της θεματολογίας του θανάτου, το υπογράφει :

Όμως εγώ

Νεκρός

Από τη γέννησή μου κιόλα ένας νεκρός

Μιλώ μαζί σας.

7

Και το επιβεβαιώνει ξανά με σιγουριά :

Από τώρα στο μέλλοντα χρόνο μου έχω πεθάνει

Νεκρός δροσερός στα σκοτάδια μου είμαι.

Για την εν ζωή παραβατότητα, ο Φωστιέρης υπενθυμίζει το τίμημα :

Σαν τους νεκρούς που αμάρτησαν

Και μένει ανέπαφο στο λάκκο το κορμί τους.

Αλήθεια, έχουμε σκεφτεί καμιά φορά τα παράδοξα ;

Πού ακούστηκε να πέθανε ποτέ το πεθαμένο ;

Ή:

Όλοι μαθαίνουνε το θάνατό τους

Από τρίτους.

Ο Φωστιέρης δεν ξεχνά τους ποιητές που αγάπησε και τους τιμά – πάντα

ποτίζοντας τη μνήμη τους με τον δικό του τρόπο, τον βαθύτατα σαρκαστικό :

Καλότυχοι νεκροί αυτοί,

Που λησμονάμε

Ποσο ανύπαρκτοι στ’ αλήθεια υπήρξανε

Ο Φωστιέρης έχει σεργιανίσει στους μυστικούς μαιάνδρους γύρω από το

μοναδικό σε ενδιαφέρον θέμα του θανάτου, με την επιμονή σχολαστικού

αρχαιολόγου. Γνώση και στοχασμός, και ιδού το ξέσπασμα :

Όμως, δε γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη να εξηγεί

Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος

Με πόσα θά και πόσα νά που ψιθυρίζει ο θάνατος

Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή.

Στην τελική επιμέτρηση, ο Φωστιέρης, ενώπιος ενωπίω, εξομολογείται :

Δεν πιστεύω βεβαίως σε ανάσταση.

Πιστεύω εν τούτοις

Με πάθος

Στο θάνατο.

Στην πιο σπαρακτική στιγμή, όταν σκέφτεσαι το μεγάλο κενό του νεκρού που

έφυγε αλλά ζει μέσα μας, ένας χείμαρρος τρυφερότητας, νοσταλγίας και φροντίδας σε

συνεπαίρνει, καθώς του ψιθυρίζεις τρέμοντας με μύχιο θρήνο :

Να σκεπάζεσαι καλά.

Με το χώμα σου.

8

Παράρτημα

1. (γιατί νέοι πεθαίνουν οι φίλοι μας, γιατί όλοι πεθαίνουμε νέοι).

2. Η σιωπή – τη βλέπεις πάνω της χτυπάς –

Το καρφωμένο φέρετρο μ’ ένα νεκρό που ασφυκτικά ανασαίνει.

3. Ενόσω αθέατος

Περνάει ο θάνατος κάτω απ’ τους ήχους της αγάπης.

4. Ένας αυτόχθων του θανάτου ένας

Αυτοκτόνος.

5. Κοιτάω την άνθιση και βλέπω τα κλαδιά σου

Ξερά στο θάνατο.

6. Και τα νεκροταφεία – βέβαια – είναι νεκροταφεία

Κι ας λέν οι άλλοι οτ’ είν’ αεροδρόμια.

3. Ο ΕΡΩΤΑΣ

Είσαι το σύννεφο που αρκεί να αρκεί να κρύψει τ’ άστρα.

Είμαι το γέλιο το σπασμένο κι ο λυγμός.

Α. Φ.

Ο Τάσος Λειβαδίτης έχει σκιαγραφήσει τον ερωτικό Φωστιέρη : «Στον Αντώνη

Φωστιέρη η έννοια “εφηβεία” καθορίζει ως ένα μεγάλο βαθμό όλη τη συναισθηματική του

συμπεριφορά. Κι ακριβώς γιατί έτσι είναι πλασμένη η “εφηβίζουσα” ιδιοσυγκρασία του

Φωστιέρη βρίσκει τον καλύτερο εαυτό της στον έρωτα και στην ποίηση».

Κι ο Αλέξης Ζήρας προσθέτει : « Το έργο του Φωστιέρη, μετά το ’80, είναι κατ’ εξοχήν

συναισθηματικής υφής».

Το μεγάλο καρδιοχτύπι, ο σιωπηλός οδυρμός, το γλυκό χαμόγελο, το δάσος της πλησμονής

όπου χαθήκαμε, το βλέμμα που κρύβει ένα κόμπο στο λαιμό :

Έτσι, σαν έρωτας.

Όσο ζεσταίνεις, τόσο αφανίζεις.

Μα πόση, αλήθεια, τέχνη χρειάζεται

Για να πετύχει ο αφανισμός.

Πόσος, αλήθεια, χρειάζεται αφανισμός

Για να ζεστάνεις.

Έστω στο βάθος ο έρωτας· πικρός εσπερινός στης νύχτας τις ξερολιθιές, βαλσαμωμένος

όρθρος στην κατεδάφιση της μέρας – κι όμως ανασαίνει, αερικό και ξόρκι, κλεφτοφάναρο

στα σκοτάδια μας :

9

Είσαι στο βάθος και σ’ ακούω που τραγουδάς

Ένα τραγούδι εξαρθρωμένο δίχως φθόγγους.

Έρωτας βάλσαμο, μόνιμο θρόισμα, το παράλογο του παφλασμού των κυμάτων στα

σπλάχνα, βέλος μπηγμένο στο κέντρο της καρδιάς, σπαραγμός στην ομίχλη, μόνος στη

σφαγή – και στο τέλος, τι;

Το αίσθημα σου μένει

Συντριβής

Για τον αιώνιο θρίαμβο

Των αισθημάτων.

Και πώς γίνεται, ενώ στις φλέβες μου είσαι πυρρίχιος χορός, ξαφνικά να

μεταμορφώνεσαι,·δίκοπο μαχαίρι και πρόσωπο ξένο ;

Πως λιώνει από μέσα το πρόσωπο

Πως

Σα μελάνι συμπάθειας μένει

Μια στάλα

Το απύθμενο

Αίσθημα.

Παράλυτος στους δρόμους, χάνομαι, χάνομαι στα σοκάκια και στην πόλη του

μυαλού μου, το στήθος μου διάτρητο, οι στίχοι μου κουρέλια :

Πόσο στυφό το σ’ αγαπώ σε στόμα ξένο

Πόσο σπασμένος των ποιημάτων μου ο ρυθμός.

Το παιχνίδι των κρυφών στεναγμών παίζεται στη φαντασία, σε χώρους

άγνωστους στους τρίτους – κι ο ποιητής στη μοναξιά του, απόμακρος. Το μόνο

σίγουρο είναι πως :

Το σώμα θρέφεται με ακρίδες νοσταλγίας

Το σώμα ξεδιψάει με δάκρυα.

Η σάρκα με τις παρορμήσεις της, στην πάλη των δαιμόνων:

Το σώμα εγκαταλείπει βιαστικά τα ξένα σώματα.

Η αυτοψία πραγματοποιείται δημόσια κι αθόρυβα κοινοποιείται στον

ενδιαφερόμενο . και το συμπέρασμα όπως παλιά :

Το σώμα είναι ζώο και βοσκάει ανάμνηση.

Κι ακόμα κανείς δεν απάντησε στο ερώτημα :

Το σώμα σπούδασε ποτέ του αθανασία ;

10

Παράρτημα

1. Η όρασή μου συνορεύει με το δέρμα σου.

2. Υπέθετα

Πολυβολεία και σειρήνες

Μα το αγκάλιασμα

Είναι πιο δόλια μέθοδος να με συλλάβεις.

3. Θα εφεύρω το μαστίγιο

Και των ματιών σου οι λίμνες ήδη καθρεφτίζουνε

Μαρτύρια της αγάπης.

4. Γι’ αυτό ερωτεύτηκα τα σπίτια. Και τους ανθρώπους βέβαια

Που μοιάζουνε με σπίτια.

5. Καθώς θριαμβεύει η αφέλεια του αισθήματος

Κι όλα τα σχήματα της ερμηνείας γίνονται

Κομπάρσοι να θωπεύουν το όραμα

Του θεόπνευστου πάθους.

6. Αυτός που πάει να συλλαβίσει το «αγαπώ»

Γλιστράει, ασήμαντος,

Σε μουσική από πάγο.

7. Κι όταν αγγίζεις αίσθημα

Να είναι σάρκα μόνο, σάρκα που ερωτεύεται

Χωρίς τη χρεία του έρωτα

Χωρίς καμία προπαιδεία συνειρμών.

Χωρίς τ’ αχρεία εκείνα ρουλεμάν της ομιλίας.

8. Κι ο έρωτας λοιπόν είναι μια κίνηση

Να μπω ή να μη μπω :

Εκείνη η παλινδρόμηση

Έρχομαι – φεύγω.

9. Αν σ΄ αγαπώ είναι που σ΄ αγαπώ στον πόνο σου

Αν σε μισώ είναι που με τυφλώνει ο πόνος μου.

10. Δεν ξέρω άλλη αδικία παρά του έρωτα

Όταν ενήλικο το πνεύμα σέρνεται

Κουρέλι μπρος στη νήπια ορατή ωραιότητα.

11. Της σάρκας

Το ακόρεστο

Σαράκι.

11

12. Είναι βαρύς χειμώνας

Αυτός της εγκατάλειψης

Αλλά η φυγή αναπόφευκτη.

13. Όταν πειθήνιο σκλαβώνεται στο πάθος

Και σφουγγαρίζει τις αυλές του ακατανόητου

Με φλογισμένα δάκρυα

Ευλαβείας.

14. Μεταμορφώνεται σε πύρινο Μηδέν

Μουνούχος φύλακας στο στόμιο

Της γυναίκας.

4) Η ΥΠΑΡΞΗ

Και πες τό εγώ «κανείς».

Α. Φ.

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος έγραψε : «Ο Φωστιέρης μας παρέδωσε στο φως

τη μυστική πηγή της υπαρξιακής φωταψίας».

Και πράγματι μας χάρισε στίχους-διαμάντια :

Απόψε σκέφτομαι

Αυτούς που βασανίζονται κλεισμένοι στο καβούκι τους

Αυτούς που ο φόβος τους φυτεύει στις ερμιές

Αυτούς που άυπνοι αιωρούνται στον αέρα

Αυτούς που κάναν έρωτα και μείνανε πιο μόνοι

Αυτούς που λιώνουν βουτηγμένοι στα χαρτιά.

Ο Φωστιέρης ασφυκτιά στα καθιερωμένα. Πραγματοποιεί τη ρήξη, αισθητικά

και ουσιαστικά, όχι από πρόκληση, αλλά από το κίνητρο της απόλυτης ελευθερίας,

μέσα από μια βαθύτατη επιθυμία οι αισθήσεις να πάρουν το ζωντανό σχήμα μιας

ποιητικής αστραπής :

Να μάθω πως δεν είμαι. Με πάθος να σκεφτώ πως

δεν υπάρχω. Γιατί αν υπήρχα, βέβαια, δε θα σκεφτόμουνα.

Ο Φωστιέρης σκάβει και η σκαπάνη ανοίγει διαδρόμους, βαθιές λαβωματιές,

η μέσα πόλη ηλεκτροδοτείται, ανασαίνουν τα έγκατα της ψυχής :

Σταγόνα στον ωκεανό – μα είμ’ εγώ η σταγόνα

Ή νάμ’ ο ωκεανός.

Κι αλλού :

Ο μόνος πόθος τού εγώ είναι το εγώ.

12

Κι ακόμα :

Εγώ είμ’ άγαλμα

Κι από το στόμα μου αναβλύζει ο καιρός.

Ή :

Είμαι τα μάτια μου κι αυτά όχι πάντα.

Ο Φωστιέρης, κρατημένος στο υπαρκτικό πέλαγος από το μαδέρι της

μοναξιάς του, κατασταλάζει με νηφάλια λύτρωση :

Ο χρόνος η βαθιά στοά το διαμπερές μου τραύμα

Ζωή το φίδι που άγρυπνο δαγκώνει την ουρά του

Το ποίημα ένας θόρυβος μια σφήκα στο κεφάλι μου

Ο κόσμος ο αράγιστος

Κι ο άγρια ρημαγμένος.

Πάλι, όμως, η αμφιβολία υπάρχει στο βάθος και διερωτάται :

Ή μήπως είναι η απουσία των πραγμάτων

Δικιά μας απουσία που καθρεφτίζεται

Στην αναχώρηση και τη φθορά των γύρω ;

Σ’ αυτά τα ερωτήματα ανοίγει παράθυρα στο φως :

Ήμουν μικρός δεν ήξερα

Χωρίς τον ήχο πώς ακούγεται οιμωγή.

Και de profundis δικαιολογείται :

Αντάλλαξα

Τον άνεμο με χώμα, σκότωσα

Το έμβρυο της έκπληξης για κάτι αειθαλές

Με την ελάχιστη ελπίδα πως το ανέλπιστο

Θέλει δολώματα από σιγουριά για να τσιμπήσει.

Αστόχησα.

Όμως νοιάζεται για την άνευ όρων παράδοση των γύρω του, για το αμείλικτο της

φθοράς τους – και υποφέρει :

Οι φίλοι μου οι συμμαθητές φορέσανε γραβάτα

Χωρέσαν σε μια τσάντα γίναν επιστήμονες.

Οι κραδασμοί της ψυχής του ποιητή πηγάζουν από τη θερμοκρασία της

ιδιοσυγκρασίας του, από την πυρκαγιά του βιωματικού του φορτίου :

Για πολλά χρόνια υπήρξα νέος

Και στη νεότητα θυσίασα τα νιάτα μου.

13

Ή :

Γιατί όλοι είμαστε κάποιος νεκρός που αμάρτησε

Και μένει ανέπαφο τη νύχτα το κορμί μας.

Ή :

Γιατί είναι αμάρτημα να ζεις, να περιφέρεσαι με το κορμί

σου ανέπαφο.

Ο ποιητής εξαργυρώνει τους παλμούς της ψυχής του με την εφιαλτική σωματική

δοκιμασία – γι αυτό και η παρότρυνση :

Ροκάνισε το μισητό σου σώμα.

Στο άυλο φως της αγωνίας της ψυχής, τα τραύματα αποτελούν το ζωτικό υλικό

της υπαρξιακής περισυλλογής, με σήματα που γίνονται κραυγές, η ύλη, ο όγκος

ανύπαρκτα – και οι αισθήσεις σωσίβια λέμβος :

Μάταιο φως

Σε δυο σχισμές δακρύων χώρεσες τον κόσμο.

Η θύμηση

Κι η φαντασία

Παραμυθία ζητούν στις μεγεθύνσεις.

Μια μικρή λέξη, το «τίποτα» αποκτά υπόσταση, γίνεται κλειδί για

οντολογικές εμβαθύνσεις :

Πάρε λοιπόν το μολύβι τού Τίποτα

Ζωγράφισε τα γνήσια τοπία :

Και πες τό εγώ «κανείς»

Τον κόσμο «κήπο απότιστο».

Κι ακόμα :

Εσύ που πρώτα γέμιζες το σάκο με τα ευρήματα

Τίποτα τώρα τίποτα :

Ο πάτος όλο τρύπες.

Παράρτημα

1. Ο ένοχος

Με καταδίκη σ ε ζ ω ή θα ξεπληρώσει.

2. Ρωτά εκείνος που γνωρίζει από τα πριν.

3. Γιατί πάντα προμηνύεται κάποιος χειμώνας, γιατί πάντα

θαρρώ είναι χειμώνας.

14

4. Έτσι γεννήθηκα κι εγώ· που ο άγγελος

Ήθελε κάτι σκούρο απάνω ν’ απλωθεί

Να δείξει

Αντίθετη στο δέρμα μου η ασπράδα του.

5. Θυμάμαι τη ζωή απ’ τα τρυπήματα.

6. Κάθε μορφή αθανασίας αντίκειται

Στην έννοια του όντος.

7. Ο άγγελος δεν ξέρει τίποτ’ απ’ την

oμορφιά του αγγέλου.

8. Είμαι τα μάτια μου κι αυτά όχι πάντα.

9. Αν θα πεινάσω κάποτε δε θα μπορώ να θυμηθώ να πω ψωμί.

10. Όλοι φοβούνται

Όλοι ποθούνε αχόρταγα

Το εφήμερο.

11. Το τελειότερο πλάσμα της δημιουργίας δαπανάει την ύπαρξη

Στριμωγμένο σε ουρές από τέλεια πλάσματα

Που κι αυτά περιμένουνε κάτι.

12. Κάποτε

Ήμουν αυτός

Που γράφει τώρα.

13. Γερνάω και γέρνω καθώς κάποια έμψυχα

Του κόσμου αυτού σταθερά προς το χώμα.

14. Απ’ τα δεκάξι μου υπήρξα αιωνόβιος.

15. Τι θέλω εγώ σ’ αυτό το αέρινο άπειρο

Χωρίς ιδέες χωρίς σκοπό χωρίς ταυτότητα ;

16. Αυτό είσαι συ.

Ένα κουβάρι αλλότριων στιγμών

Μια σκοτεινή χοάνη γεγονότων.

17. Κι αν ήταν κάτι να μπορούσα να πιστέψω θα ’μουν άτρωτος.

18. Και λέω εγώ και είναι εδώ.

19. Κι ήταν η αράχνη αυτός κι ήταν το έντομο

που θα ’τρωγε η αράχνη.

20. Πότε το πνεύμα αναπαμένο μες στο μαύρο του

Θ’ αρχίσει να ονειρεύεται το βάθος.

15

21. Ξεφλουδίζω το ξύλο και βρίσκω το κάρβουνο.

22. Πού να σε βρω – αλίμονο

Ο κόσμος λιώνει μέσα μου – μαζί του λιώνω.

23. Να ζεις σα να θυμάσαι

Πως θυμάσαι

Τι έζησες.

24. Τι άραγε

Να είναι αυτό που δεν υπήρχε πριν και τώρα υπάρχει ;

25. Αφού ό,τι ζει

Μιλάει μονάχο για τη δόξα της ζωής του.

26. Βλέπω τα σώματα ν’ ανήκουν στην εικόνα τους

Κι όλα του κόσμου ετούτου στ’ όνομά τους.

27. Οι ψυχές φοράνε δέρμα ζώου για να γνωρίζονται

Και την ανυπαρξία εξευμενίζουν με κορμί.

28. Είχα ξεχάσει ότι ο άγγελος

Με πέταξ’ έξω απ’ το μηδέν δια της βίας.

29. Τι θέλουμε

Στης ορατότητας

Τις τρομερές ερήμους ;

5. Ο ΧΡΟΝΟΣ

Όμως χθόνιος εχθρός

Ο χρόνος προχωράει.

Α.Φ.

Ο Φωστιέρης εκτιμά ως δώρο Θεού την πεμπτουσία του εφήμερου και με

βαθιά προσήλωση βάζει στο χρονοντούλαπο την έκπτωση της διάρκειας :

Αφού, όσο ξέρω, δεν υπάρχει ακόμα η συνταγή

Να φτιαχτεί μια στιγμή διαρκείας.

Η αμφισβήτηση κατασταλάζει στην πικρή διαπίστωση :

Έτσι περνούν οι εποχές

Η μια βαθιά μέσα στην άλλη.

Γίνεται πια κοινή παραδοχή η δύναμη του χρόνου :

Συνείδηση του χρόνου μου.

Ανατινάζοντας τα μέγαρα των αιώνων –

Πέτρες και σίδερα.

16

Ελλοχεύει πάντοτε υποδόρια η μελαγχολική εγκαρτέρηση πως δεν μπορεί

τίποτα ν’ αλλάξει, τίποτα να μετακινηθεί :

Ποτέ και πάντοτε

Τις χρυσωμένες προσωπίδες, πάντοτε

Για το

προσω-

ρινό.

Ο χρόνος, ακίνητος και ανίκητος, καραδοκεί στα σκοτεινά λιβάδια, στις

αφύλακτες στοές. Δεν προειδοποιεί, εφορμά, χτυπά και φεύγει – και ο

ανυπεράσπιστος ξεσπάει :

Φαλακρό να μείνει το παρόν, φαλακρό και γλοιώδες. Σα

γέρικο μωρό.

Η άμυνα του αδύναμου περιορίζεται σε σπασμωδικές κινήσεις :

Να στήσω αυτί στην ησυχία του τίποτα. Ν’ ακούσω το βαθύ

ροχαλητό, το χρρρ του χρόνου.

Τα πάντα ρει, όλα παρέρχονται, αλλάζουν, τα λόγια χάνονται, η λήθη

θριαμβεύει :

Καθώς εκείνο που λατρεύτηκε μισιέται

Κι αυτό που ειπώθηκε το παίρνει ο καιρός

Τ’ αλέθει η λήθη το σκορπάει στο έ γ ι ν ε.

Κρυφός καημός του πάσχοντα :

Η λήθη να σκεπάσει με το χώμα της τα λείψανα του κάποτε.

Να γίνω μνήμα ημερών.

Στο διασωληνωμένο άνθρωπο ο χρόνος προκαλεί καταλυτικές παρενέργειες :

Ορρός προσωρινός· στην αρτηρία ο χρόνος

Σταλάζοντας μηχανικά τις ώρες του

Σταλάζοντας

το

τίποτα

ξανά

στο

πουθενά.

Η εμπεριστατωμένη μελέτη του χρόνου καταλήγει σε στέρεα συμπεράσματα :

Όπου παρόν

Σημαίνει απλώς το παρελθόν του μέλλοντος

Ή, πιο σωστά, το μέλλον ενός άλλου παρελθόντος.

17

Η αιώνια αναμονή έχει τις συνακόλουθες παρενέργειες :

Περιμένω σημαίνει πενθώ τη ζωή που ανέβαλα.

Περιμένω σημαίνει

Προσκυνώ τη συνέχεια του χρόνου.

Ο χρόνος δεν έχει διαφυγές, δεν υπογράφει συμβάσεις :

Α, πόσο αντίδικη μνήμη ο χρόνος

Και νικητή αναδεικνύει ξανά την προδοσία

Καλώντας την κίνηση.

Και αναπότρεπτα :

Γι’ αυτό κάθε μνήμη

Γι’ αυτό κάθε ώρα είναι άθλιο, λέω,

Κενοτάφιο στιγμών.

Έτσι υπονομεύεται η ροπή στη νοσταλγική θύμηση:

Ποιος θα ’χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη

μιας ανάμνησης.

Γι’ αυτό :

Κανένας ρολογάς δεν έχει εμπιστοσύνη στο ρολόι του.

Κανένα ρολόι δεν πιστεύει την ώρα.

Απλά ο ποιητής, μονήρης και φευγάτος, καταμετρά την απώλεια :

Κι εγώ που πόθησα την πιο βαθιά ζωή της ομορφιάς

Γυρνάω έρημος στο νυχτωμένο δρόμο των ωρών μου

Καπνίζοντας την υποχθόνια λύπη αυτού του κόσμου.

Παράρτημα

1. Ο ακαθόριστος καιρός που καθορίζεται

Στο μέλλον μόνο.

2. Μπορώ από τώρα λοιπόν να πενθώ

Το μικρό χωρισμό το δικό σου

Που ακόμα δε σ’ είδα.

3. Οι εποχές η μια με ρίζες στην καρδιά της άλλης.

4. Η νύχτα ενσαρκώνοντας τον έναστρο χρόνο.

5. Κάθε αυγή παραδουλεύτρα αστραπιαία τακτοποιεί

Δρόμους και κτήρια στη χτεσινή τους θέση.

18

6. Γιατί δεν έχει ο χρόνος διαφυγές ;

7. Ίσως μια μέρα αποδειχτεί

Πως το φθινόπωρο αυτό

Ήταν η άνοιξη ενός άλλου φθινοπώρου.

8. Έτσι περνούν οι εποχές περνούν οι εποχές

Η μια το μέσα πρόσωπο της άλλης.

9. Βλέπω το φωτισμό του μέλλοντός σου να ’ρχεται

Μεσ’ από τις βαριές κουρτίνες ενός τυχαίου συμβάντος.

10. Και το τικ-τακ της αιωνιότητας στις φλέβες μου.

11. Η αιωνιότητα πεθαίνει από ανία.

12. Λέτε να γίνει καμιά πλάκα

Και απερχόμενος

Να πάρω κι όση αιωνιότητα απομένει ;

13. Ο μίσχος μαραμένος πριν απ’ τη σπορά.

6. Η ΣΚΕΨΗ

Η σκέψη το πεπιεσμένο σύμπαν

Α.Φ.

Η σκέψη στον Φωστιέρη είναι ο φωτεινός πίνακας του σύμπαντος, όπου ο

διαλογισμός που πραγματοποιείται, με τον ποιητή ενώπιον-ενωπίω, φτάνει στο άκρον

του στοχασμού. Κρίσεις και ιδέες, διανοήματα και ανησυχίες φιλτράρονται, γίνονται

η περιπέτεια του νου.

Ο Φωστιέρης ασκείται με τις λέξεις – αλλά η άσκηση αυτή ματώνει το σώμα,

αιφνιδιάζει το μυαλό, γιατί κάτω από τις λέξεις κυλάει αθόρυβο το ποτάμι της φθοράς,

θολό και μαυρισμένο.

Γιατί να δεις

Να ξαναδείς, σα να μην έχεις ξαναδεί,

Το ιδωμένο ;

Πολλές φορές η συνήθεια ωριμάζει άλλους καρπούς από τους αναμενόμενους :

Προσποιούμενος συχνά συγκινήσεις

Κατάντησα ευαίσθητος.

Ο Φωστιέρης ζει με πάθος την εσωστρέφεια, κάτω από το κέλυφος θάλασσα

ταραγμένη η φόρτιση :

19

Μες στην καρδιά μου

Σπαρταράει ένα πουλί

Με τη φτερούγα του τη μια

Σε δόκανο πιασμένη.

Η αίσθηση του μάταιου, ο σαρκασμός του απραγματοποίητου κεντρίζουν :

Το απρόσιτο μένει συχνά στο ράφι.

Κι ας το ορέγονται.

Ο ποιητής, εραστής της καθαρότητας, συχνά συνομιλεί με τον αναγνώστη και

σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν ξεχνά να συμβουλεύει καλοπροαίρετα :

Ξέρετε

Η σκολιά οδός προς την προφάνεια

Με τι γυαλάκια λογικής είναι σπαρμένη. Ξέρετε

Χωρίς παιδεία

Τι παθαίνει

Ο ανυπόδητος.

Ο Φωστιέρης, φίλος των καθαρών λύσεων, ξεκαθαρίζει τα αυτονόητα :

Ούτε θα ήτανε πρωτότυπο

Να υπονομεύω την πρωτοτυπία πιστεύοντας

Ότι πρωτοτυπώ.

Ο ποιητής πιστεύει στο έργο του. Αυτό μένει, ανίκητο απ’ το χρόνο, το φθόνο,

την υστεροβουλία :

Όμως σοφό, σοφό το κτίσμα πιο πολύ

Απ’ το μάστορη

Γιατί με απόγνωση κερδίζεται η γνώση.

Τ’ αγκάθια του νου ματώνουν την ύπαρξη. Ο μετέωρος πάσχει, το ερώτημα

παραμένει :

Αφού το εύκολο

Είν’ απ’ το δύσκολο ευκολότερο

Γιατί να στέρξεις μ’ ευκολία στη δυσκολία ;

Τον Φωστιέρη τον καίει το άναρχο, το αιφνίδιο, το διαφορετικό – δυσφορεί

για τη σιδηρά τάξη :

Κι εξάλλου πέστε μου

Γιατί θα πρέπει να μυρίζει εξάπαντος η ψαλμωδία

λιβάνι ;

Όποιος αμφιταλαντεύεται, μένει μετέωρο στον άνεμο κουρέλι :

20

Διστάζοντας

Πάντα διστάζοντας ν’ απαλλαγώ απ’ το δισταγμό.

Όμως ο αμφίρροπος έχει ένσταση σοβαρή, γοητευτική :

Η αμφιβολία είναι αυτή που συναρπάζει.

Ο έρωτας του ενδεχομένου.

Ανασκαλεύοντας τη ζωή του ο ποιητής, ζυγίζοντας τη στάχτη των

περασμένων, πολλές φορές έχει την πικρή γεύση της διάψευσης, αφού εκ των

υστέρων ανακαλύπτει πως :

Η σωστότερη κίνηση θα ’ναι αυτή που δεν κάναμε.

Ο ποιητής παραμένει ψύχραιμος εκτιμητής μέσα από το γυάλινο πύργο των

οραμάτων του. Ζυγίζοντας καταχωρίζει στο αόρατο τετράδιο του μυαλού τις

συγκρίσεις του :

Η προσδοκία ταιριάζει στην ανάμνηση :

Κι οι δυο παραχαράζουν όσο δύνανται

Την ατυχή πραγματικότητα. Το βλέπεις.

Εισάγοντας «καινά δαιμόνια» η αυστηρή γλώσσα του ποιητή, βάζει τα

πράγματα στη θέση τους με αμείλικτη ειρωνεία :

Αναρχικούληδες

Των βόρειων προαστίων και του κέντρου, ποιος να υπέθετε

Πως τέτοια υπέρλαμπρα υποδείγματα προγόνων θα έβγαζαν

Τόσο ξενέρωτα φρικιά !

Η διελκυστίνδα της αμφιβολίας, το φοβερό τόξο του έρωτα, του θανάτου, της

σκέψης, της ύπαρξης και της ποίησης τελειώνει με το αναπάντεχο, το ασύλληπτο –

όπως το χαμόγελο της Μόνα Λίζα :

Και μόνο η μουσική με τα ρευστά της κύματα

Υψώνει την άμορφη μοίρα

Στην πιο τιμημένη στιγμή της :

Το ίσως.

Το άρρητο αναδύεται μέσα από τα μάτια του ποιητή, οι καταδύσεις του στη

λίμνη των ονείρων πλουτίσανε τους χάρτες του μυαλού μας με άγνωστες εικόνες, με

καταιγίδες και αστραπές :

Με τη σοφία εκείνου που γνωρίζει πως το ανύπαρκτο

Θέλει δραστήρια τέχνη να το αδράξεις.

Με ρίγος πυρετού τραβάμε την κουρτίνα της αποκάλυψης :

Η σιωπή· μητέρα αγία πόρνη που κρατά

Στη μήτρα της απ’ την αρχή το νόημα του τέλους.

21

Παράρτημα

1. Τα σπίτια διαθέτουν μαγνητόφωνα

Τηλέφωνα κεραίες ενισχυτές

Τα σύνεργα μιας προηγμένης πλέον

μεταφυσικής.

2. Θα ’ναι κλεψύδρα υπέθεσα

Το κάθε νόημα.

3. Ουρανέ ουρανέ άκου τη σκέψη μου

Είσαι το ανάστροφο κρεβάτι ενός πορνείου

Είσαι το άχρηστο κρανίο ενός νεκρού.

4. Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα

Όπως το κάνουν όλοι αυτοί που κουραστήκανε

Από τα τόσα που ελπίζουν ότι ζήσανε.

5. Λύκος και πρόβατο στο ίδιο πάντα δόκανο.

6. Χοντρά, κωφάλαλα τα πράγματα

Υποστηρίζουνε πεισματικά ένα σχήμα.

7. Δώσε μας, ύπνε, τα σκοτάδια τζάμια σου.

8. Με την ουρά του μ’ άρπαξε και με σηκώνει ατσάλινος

Ο γαλαξίας των άφαντων πραγμάτων.

9 Α, η ρόδα η σοφή της επανάληψης

Όταν μετά από τη βροχή

Την ορατή πλευρά της λέμε

Ουράνιο τόξο.

10. Γκρι αρκετό (σε όλα πάντα περισσεύει

ο δισταγμός, το ξέρουμε).

11. Με τέτοιαν έλλειψη ελλείψεων, μπορώ

Να πάρω απολυτήριο ; Δεν μπορώ.

12. Το ανύπαρκτο δεσπόζει στο υπαρκτό

Το αόρατο δεσπόζει στο ορατό

Ο Θεός κι ο αόρατος στρατός δεσπόζει.

13. Τα επουράνια

Είναι μονάχα οφθαλμαπάτη της ψυχής.

14. Γιατί κολάζει ο Θεός μονάχα τους πιστούς του.

15. Ποιο άγαλμα κοιμάται μες στο μάρμαρο ;

22

16. Όμως τα μάτια μου γεννάνε κάμπιες στους ανθούς.

17. Αλλά το νείκος

Μήπως κι αυτό δεν είναι παίγνιο

Για νήπιο πνεύμα;

18. Ό,τι αν σκεφτώ, μια παλλακίδα σκέψη θα ’ναι.

19. Όπου να πιάσω όπου κοιτάξω γύρω στο μυαλό μου.

20. Κι η Γνώση ένα τεράστιο δέντρο βγαίνοντας απ’ το

νεκρό καιρό, να δείχνουνε τα δάχτυλα κλαδιά του

εκατομμύρια δρόμους

21. Ο έρωτας του μη πραγματικού

Είναι μοιχεία του πνεύματος.

7. Η ΦΥΣΗ

Τι ανήθικη τι ευτελής που γίνεται

Συχνά η φύση.

Α. Φ.

Ο ποιητής πορεύεται στο φυσικό περιβάλλον ως ενεργός οργανισμός, με τις

κεραίες του σε συνεχή ετοιμότητα :

Όραση βλέπω και όσφρηση οσμίζομαι

Σ’ ένα πεντάγραμμο αισθήσεων παίζοντας

Τα όργανα που προμηθεύει η φύση.

Πομπός και δέκτης ερωτικών μηνυμάτων ο Φωστιέρης ομολογεί :

Τώρα μονάχα φύση αρχίζω να υποπτεύομαι

Το νόημα της φωνής σου.

Η δεκτικότητα του ποιητή πολλές φορές δοκιμάζεται έντονα :

.

Αλίμονο

Πώς αβαντάρει τους θρασείς

Ως κι η θρησκεία της φύσης.

κι αλλού :

Ο αμνός πώς να ’ξερε αν είναι σαρκοβόρο ;

Για το χορτάρι ωστόσο, σαρκοβόρο είναι.

Έχοντας γίνει ένα με τη φύση ο ποιητής αποφαίνεται :

23

Το καλό ισορροπεί

Αυτό που λέμε οικονομία της φύσης.

Και αλλού :

Η άνοιξη

Κατάλαβα πως είναι υπόθεση ρουτίνας για τη φύση.

8. Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

Τι γούνα ολόθερμη και θαλπωρή από άγνοια

Να προσκυνάς μ’ ευγνωμοσύνη νομοτέλειες

Ως θαύμα.

Α. Φ.

Στη σύνθεση των αντιθέσεων η ευρηματικότητα του Φωστιέρη ξεχειλίζει από

την απροσδόκητη ιδιοτυπία και τη διαύγεια μιας νέας αντίληψης που εμπεριέχει το

ιδιάζον στοιχείο της πρωτοτυπίας.

Η ποικιλία των αντιθέσεων μεταφέρει σε νέα εδάφη τις αναζητήσεις, καθώς η

ευρηματικότητα πλουτίζει τον ορίζοντα, κεντάει τη σκέψη με καινούργιες προκλήσεις.

Ώρα μηδέν κι ο ποιητής συνομιλεί με το χρόνο, ανιχνεύοντας τον βαθύτερο

ρυθμό της ζωής :

Αυτό που μένει περισσότερο

Είναι αυτό που φεύγει

Καθώς το τίποτα είναι πολύ

Ενώ το λίγο τίποτα.

Συνακόλουθη η σίγουρη παραδοχή :

Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο.

Το ένδον σκάπτειν γίνεται εφαλτήριο για άγνωστα ταξίδια :

Να καθαρίσω το μυαλό μου από τα αίματα, να πλύνω

τους νεκρούς της Ιστορίας.

Να καταστρώσω σχέδια για το παρελθόν.

Επειδή η γνώση καταλήγει στην αμείλικτη αλήθεια :

Το πάντα τελειώνει στο τώρα.

Η διαλεκτική των στίχων του, η σύνθεση των αντιθέτων, εκφράζει τη μαγική

δύναμη της γνήσιας ποίησης :

Στο απόλυτο σκοτάδι του λευκού.

Και αλλού :

24

Δε σκέφτομαι – άρα υπάρχω

Ο άνθρωπος ανασαίνει και κινείται σ’ ένα κόσμο που κοιτάζει και μετρά τα

πάντα με τους δικούς του ρυθμούς, με τα δικά του μέτρα – αντίθετα ο ποιητής ζει την

υπέρβαση με τον δικό του τρόπο :

Εκπλήττομαι

Με την ταχύτητα που επενεργεί η πλήξη.

Σίγουρα στην περίπτωση του συντελεσμένου παίρνει κρίσιμες αποφάσεις :

Έκαψα γράμματα κάηκαν φίλοι.

Και αλλού :

Παλιό μου ίνδαλμα

Κι ύστερα φίλε

Και τώρα απόβλητε

Ο Φωστιέρης αντιπαρέρχεται τις συγκυρίες, όταν χρειάζεται, με σαρκαστική

διάθεση :

Μας τα ’παν, τα ξανάπαν, σαν το αυτονόητο

Να είχε χρείαν ερμηνείας.

Γεύεται την απογοήτευση ενός κόσμου που αφέθηκε στην ευκολία, που

έβγαλε στο σφυρί τα όνειρά του :

Κινήσεις μέδουσας

Στο κύμα ενός κόσμου που ερωτεύτηκε το κύμα

Και φιλοδόξησε ακινησία βυθού.

Και η «κατανόηση» εκφράζεται με στυφή ειρωνεία, με πικρή εμπειρία :

Δέξου το

Πως μόνο εκείνο που μπορεί να πουληθεί έχει τιμή και είναι

Απ’ όλους σεβαστό. Απ’ όλους μας τιμώνται οι πουλημένοι.

Η απάντηση έρχεται απ’ την αντίπερα όχθη κυνικά :

Παρά να λέτε χαμερπής

Καλύτερα αρριβίστας.

Με πλούσιο εμπειρικό υπόστρωμα ο Φωστιέρης, ένθερμος λάτρης της

ομορφιάς, προβληματίζεται :

Α τι οδυνηρή ευφροσύνη η ομορφιά

Τι άγρια τραγωδία η τελειότητα.

Ακόμα και στον αιφνιδιασμό δεν καταθέτει τα όπλα :

25

Αλήθεια λέει.

Μην τον πιστεύετε.

Με σκεπτικισμό αποδέχεται την ομηρία του και φυσικά του δίνεται η ευκαιρία να

σταθμίσει τις εξελίξεις :

Εγκέφαλοι μιας νέας εποχής εκφράζουνε

Το αόριστο

Με όλως ακριβή

Αοριστία.

Δυνάστης ο πανδαμάτωρ επικρατεί του πολύπαθου ανθρώπου :

Καθρέφτης τυφλός παντεπόπτης.

Σφυριά τον χτυπούσαν, εκείνος αράγιστος.

Ανάμεσα στην αλήθεια και την αυταπάτη, στην έξαρση και το τίποτα

διερωτάται :

Αυτή δεν είναι η νοσταλγία του παρόντος ; Ο απόλυτος

ας πούμε σπαραγμός για την απόσταση

που σε χωρίζει από το σώμα που αγκαλιάζεις ;

Φίδι φαρμακερό δαγκώνει την καρδιά του :

Τότε κατάλαβα : μονάχα ο χωρισμός

Ενώνει τους ανθρώπους.

Η ώρα της αυτογνωσίας, με περίσκεψη και τόλμη :

Η χαύνωση του οικείου

(Και πόσο οικείο αλήθεια το αναπάντεχο)

Δε μ’ άφησε να σε περιφρονήσω όσο σου άξιζε

Εαυτέ μου τυχάρπαστε.

Ο ποιητής οραματίζεται και οι σκέψεις του προκαλούν εκπλήξεις κύρους :

α) Τρέχω με ιλιγγιώδη ακινησία προς το μέλλον.

β) Τέτοια ιλιγγιώδης μετατόπιση σημειωτόν.

γ) Όμως έχουμε τόση βιασύνη, κι ας συμβαίνουνε όλα τόσο αργά.

δ) Ο μαραγκός χωρίς τα ξύλα του δε μοιάζει μαραγκός.

Ακόμη ο ποιητής θυμίζει βασικές αρχές :

α) Η πράξη ειν’ η μόνη θεωρία

Που μετράει.

26

β) Γιατί σοφία είναι το ελάχιστα σοφό.

γ) Το πιο παράλογο είναι παιδί της λογικής.

Το παιχνίδι των χρωμάτων θέλγει και αιχμαλωτίζει απατηλά :

Λάμπει το φως η πρόστυχη απόχρωση του σκότους

Η μεγαλύτερη φενάκη του παντός.

Ο Φωστιέρης προχωράει σε ακραίες συγκρίσεις με το ένστικτο και την

δεξιοτεχνία του θηρευτή της ουσίας :

α) Τι όμορφα

Που γουργουρίζουν μες στη θαλπωρή του παλαιού

Οι καινοτόμοι.

β) Γεννήθηκα σε χώρα μουσικών

Που δε νογάει κανείς τους από νότες.

γ) Αλλ’ αν το άσκημο πληγώνει το πιο άσκημο

Η ομορφιά

γελοιοποιείται

απ’ το ωραίο.

Παράρτημα

1. Κι αυτά και τ’ άλλα όλα

χωνεμένα

Μες στην απάνθρωπη ευαισθησία του ποιητή.

2. Λίγο από κείνο το σωστό αστιγματισμό

Λίγους βαθμούς απ’ τη σωτήρια μυωπία σου.

3. Με αστραπιαία βραδύτητα.

4 Σκέψη αισθήματος.

5. Νοσταλγώ το παρόν που θα ζήσω.

6. Πράξεις

Και λόγια που έφυγαν

Μένουν για πάντα, ως φαίνεται· να μας θυμίζουν.

7. Γιατί κάθε γνωστή εποχή έχει κι αυτή τον άγνωστο χειμώνα της.

8. Ο δαίμονας με κάτασπρα φτερά.

9. Σα νά χρειάζεται

Πιο λίγος κόπος να ξεμάθεις το γνωστό.

27

10. Την αναπάντεχη κληρονομιά

Της φτώχιας.

11. Είκοσι χρόνια στα σχολειά κι ακόμη αναλφάβητος.

12. Φωτογραφία δευτερολέπτου, πώς να επωμίζονταν

Δεκαετίες ολόκληρες βλεμμάτων.

13. Η θεραπεία του κακού είναι το χειρότερο.

14. Σφυρί και ραγίζει, γυαλί κι ειν’ αράγιστο.

15. Ούτε μ’ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται

Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών.

16. Το τέλος τρέφεται – σκεφτείτε – απ’ τη διάρκεια

Το τέλος έρχεται με την αρχή.

17. Να διδάξει μ’ απροσποίητη γνώση την άγνοια.

18. Τραγούδι ερωτικό είναι το έγκλημα.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ

Ακολουθούν στίχοι που δεν μπορούν να ενσωματωθούν στις προηγηθείσες θεματικές ενότητες, θα άφηναν όμως δυσαναπλήρωτο κενό για μια ολοκληρωμένη μελέτη, εάν παραλείπονταν :

1. Δε λένε ψέματα οι παλιές φωτογραφίες.

2. Ηχώ τα όχι που επιστρέφουνε.

3. Ένα φεγγάρι δυσανάλογο ανατέλλει μέσα μου.

4. Τίποτα τίποτα από σένα πια ουρανέ.

5. Γεμάτα απογέματα

Δειλά δειλινά

Ωραίες μου ώρες.

6. Κι απάνω η νύχτα, ένα κουβούκλιο επιταφίο.

7. Όλα τα πράγματα που δε θα δω γελούν σαρδόνια.

8. Τράβα το νήμα όλων των πράξεων που μένουν

Εξάντλησέ με ως τη μεγάλη δυνατότητα.

9. Σφαίρες κυκλοφορούν στο αίμα.

28

10. Ο γνώριμος μεγάλος φόβος η εφηβεία μου.

11. Τα πράγματα μουσκέψανε στο φως.

12. Πώς δε μπορώ

Να συνταχθώ μ’ ένα ωραίο ψέμα.

13. Έπεσα σε λάκκο με άσπρο και κάηκα.

14. Όμως ο κίνδυνος

Διπλασιάζει το είδωλο μεθώντας τους δειλούς

Που αγάλλονται στον ίσκιο ενός συντρόφου.

15. Καθότι η ματαιότητα

Δεν άφησε πόρο ανοιχτό.

16. Άκουσε

Τους παφλασμούς τα μουγκρητά ή τα κλάματα:

Με τέτοιους ήχους πλάστηκε ο κόσμος.

17. Και το χυμένο αίμα η ανταπόκριση

Δωράκι απ’ τη χαμένη παρθενία.

18. Ομφάλιο καλώδιο που με κρατάς

Δεμένο με τον κόσμο.

19. Πώς κουρελιάζεις έτσι το αόρατο

Με ποιο δικαίωμα πειράζεις το υπερπέραν.

20. Όσο προχώραγα στο φως

Τα χρώματα ωχραίνανε.

21. Ανάσανα τόσο σκοτάδι, που άρχισαν

Στην εκπνοή μου να τινάζονται άστρα.

22. Το ζώο της ξηράς από αγέννητο ξέρει

Το μάταιο της πτήσης το ρηχό της κατάδυσης.

23. Στο στήθος κιόλας

Κρεμασμένα στο μαστό

Με θηλασμό

Αποστηθίζουνε

Το φόνο.

24. Ενδόμυχη οργή πως κάθε πρόοδος

Ανοίγει αστείρευτους κρουνούς

Καταλαλιάς.

25. Στη φάκα του φακού.

29

26. Γιατί η θάλασσα ρουφάει τους ναυτικούς και

ο αέρας τους αεροπόρους.

27. Δεν είναι ο τομογράφος στυλογράφος.

28. Κι όπως θυμήθηκα

Τη νοσταλγία εκείνου του παρόντος,

Τη νοσταλγία εκείνη

Τη νοστάλγησα.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΩΣΤΙΕΡΗ

Είναι λόγια της καρδιάς και της διάνοιας. Αποστάγματα βίωσης. Η πάλη των

λέξεων που σαρκώνονται μέσα από την πάλη της ζωής. Καραβάνια που ταξιδεύουν στο μεθύσι της ύπαρξης.

Ο Φωστιέρης δεν διεκδικεί δάφνες φιλοσόφου. Ο λόγος του λιτός, μεστός, καίριος, περνάει πληγωμένος μέσα από τ’ αγιάζι και το αναπάντεχο και βγαίνει κερδισμένος σε ποίηση, αυτόνομη υφολογικά και θεματολογικά. Ποίηση προκλητική, με το κοφτερό γυαλί του σαρκασμού, έχοντας σημαία την υποστασιακή δοκιμασία ν’ αστράφτει δίψα και όνειρο.

Ποίηση χωρίς διδακτισμούς, που ευλαβείται την αισθητική – γι’ αυτό και η αισθητική την ανταμείβει. Ποίηση που τιμά την αίγλη του κάλλους και το μεδούλι της αλήθειας – γι’ αυτό και οι στίχοι του είναι μυρωμένοι με το δυσεύρετο άρωμά τους.

Ο Φωστιέρης σέβεται την ψυχή που σκύβει πάνω στην ποίησή του. Ποίηση μακριά από ταμπέλες και κηρύγματα, καθαρόαιμα ανθρώπινη και εξομολογητική, όπου ο μονόλογος γίνεται ανεπαίσθητα διάλογος με τον αναγνώστη, σύμφωνα με τους άγραφους θεσμικούς κανόνες που ορίζουν τον ποιητή θεματοφύλακα και ιερέα της αγωνίας για την ανθρώπινη περιπέτεια, ανένδοτο στο φοβερό δέλεαρ ης ευκολίας. 
Ταμένος εργάτης του στίχου ο Φωστιέρης, τρυπώνει στα μυστικά της φύσης και την εξαγνίζει. Τρυγάει και αποθησαυρίζει από το ορυχείο της γλώσσας μας τους πιο πολύτιμους θησαυρούς της, τους επεξεργάζεται και τους παραδίδει στην κοινή χρήση, αντίδωρο σ’ εκείνον που αναζητά στους καρπούς της ποίησης το έσωθεν σύμπαν, την ουσία του κόσμου. Έτσι κληροδοτεί αφειδώλευτα το θρόισμα του σπάνιου Έρωτα, τον αιχμηρό σαρκασμό, το ανοιχτό παράθυρο απ’ όπου ακούς να χρησμοδοτεί το όραμα.

Αιχμή του δόρατος στην ποίηση του Φωστιέρη είναι, πράγματι, η φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων, που βρίσκει όχημα και εκφραστική δυναμική στις γλωσσικές του δεξαμενές. Αυτές, όμως, έχουν ευλογηθεί από τη γλώσσα των αισθήσεων, έχουν υποστεί τη διήθησή τους μέσα στην οδύνη και το παράφορο, έχουν ζήσει την αναπνοή του κουνουπιού, το αλύχτισμα του σκύλου μέσα στη νύχτα, έχουν φυλαχτό το σαράκι του ξύλου. Έχουν συνθέσει το ρέκβιεμ του θανάτου και το θρίαμβο του μέτρου σε φως ελληνικό, έχουν ματώσει σώματα και μνήμες, έχουν ζυγίσει το τίποτα, το πάντα και την αιωνιότητα.

30

Όλα τούτα αποτελούν την ποιητική ύπαρξη του Φωστιέρη. Σ’ αυτά μετουσιώθηκαν το πάθος, η σοφία, η αγωνία και η μέχρι τώρα περιπέτεια της ζωής του. Είναι ο Σκοτεινός του Έρωτας, η έκσταση ενός αγγέλου, το «πέταγμα του διαβόλου με τρυφερά φτερά», η πολύτιμη λήθη που δεν ξεθωριάζει ποτέ.

Υ.Γ. Από συνέντευξη του Αντώνη Φωστιέρη στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» της 23.07.2003, το παρακάτω απόσπασμα :

« Χαίρομαι που διακρίνετε το πείραμα ως προς τις αντοχές, τις πολυσημίες και τελικά τη δυνατότητα της γραφής, εκεί που άλλοι μπορεί να υπέθεταν απλώς μια έγνοια για τη μορφή ή, επιπόλαια, ένα λεκτικό παιχνίδι. Δική μου επιδίωξη είναι μια μορφή λόγου που βγαίνει από τα σπλάχνα, από αληθινή συγκίνηση (είτε συναισθηματική είτε νοητική, ισότιμα) και να καταλήγει σε αληθινή συγκίνηση, χωρίς να εκμεταλλεύεται τα αντανακλαστικά του  αναγνώστη».

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ (επιλογή) Εισαγωγή - Επιμέλεια - Μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς


Περνώντας την Πρωτοχρονιά του 1950 στη Ρώμη με τη συντροφιά δύο φίλων (του Τσίτσιο

και της Νταντά που αναφέρονται μέσα στο γράμμα), ο Παβέζε γνώρισε τις αδελφές Κόνστανς και

Ντόρις Ντόουλινγκ, νεαρές αμερικανίδες ηθοποιούς που έψαχναν την επιτυχία στην πρωτεύουσα

του Νεορεαλισμού. Ήδη τότε, ίσως, ο συγγραφέας είχε υποσχεθεί να τις βοηθήσει με κάποιο καλό

κινηματογραφικό σενάριο. Ο Τσέζαρε κεραυνοβολήθηκε από την Κόνστανς, και στις αρχές του

Μαρτίου η γυναίκα πηγαίνει και τον βρίσκει και μένουν μαζί στην Τσερβΐνια και στο Τορίνο: Είναι

μια σύντομη ευτυχισμένη παρένθεση, πάντοτε όμως παγιδευμένη από τη σεξουαλική απογοήτευση

του Παβέζε, από την έμμονη ιδέα των προηγούμενων ερωτικών αποτυχιών. Για την Κόνστανς

δημιουργούνται τα τελευταία ποιήματα του Παβέζε, που εκδόθηκαν αργότερα με τον τίτλο Ο

Θάνατος θα 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σον.

˜™

ΣΤΗΝ ΚΟΝΣΤΑΝΣ ΝΤΟΟΥΛΙΝΓΚ, ΡΩΜΗ

[Τορίνο] 17 Μαρτίου 1950

Αγαπητή Κόννι,

Ήθελα να κάνω τον δυνατό άνδρα και να μη σου γράψω αμέσως αλλά σε τι

θα χρησίμευε; Θα ήταν μονάχα μια προσποίηση.

Σου έχω πει ποτέ ότι από παιδί έχω πάρει την πρόληψη των«καλών

πράξεων», όταν έπρεπε να περάσω έναν κίνδυνο, να δώσω εξετάσεις, για

παράδειγμα, πρόσεχα εκείνες τις μέρες να μην είμαι κακός, να μην προσβάλω

κανέναν, να μην υψώσω τη φωνή, να μην κάνω κακές σκέψεις. Και όλα αυτά για να

μην διώξω τη μοίρα μου. Τότε λοιπόν, εκείνες τις μέρες ξαναγίνομαι παιδί και

διατρέχω στ' αλήθεια έναν μεγάλο κίνδυνο, δίνω μια τρομερή εξέταση, επειδή

αντιλαμβάνομαι ότι δεν τολμώ να είμαι κακός, να αδικήσω τους άλλους, να

σκέφτομαι ευτελείς σκέψεις. Η θύμηση σου δεν ταιριάζει με κακές και ευτελείς

σκέψεις. Σ' αγαπώ.

Αγαπητή Κόννι, ξέρω το βάρος αυτής της λέξης, - την φρίκη και την ομορφιά

- και όμως στη λέω, σχεδόν ήρεμα. Την έχω χρησιμοποιήσει τόσο λίγο στη ζωή μου,

και τόσο άσχημα, που είναι σαν καινούργια για μένα.

Τώρα, είμαι μόνος με τη δουλειά μου, με το Τορίνο, με τους άλλους τον:

Τσίτσιο και την Νταντά. Κανένας από τους δύο δεν μου είπε τίποτα, τόσο το

καλύτερο - δεν ξέρω εάν θα μπορούσα ν' αντισταθώ και να μην προδοθώ όπως ένα

παιδί. Ο Τσίτσιο και η Νταντά είναι λιγάκι μελαγχολικοί, αυτό είναι όλο. Χθες τους

έστειλα τους δίσκους στ' όνομα σου (πες στην Ντ. ότι έκανα οικονομία τρεις

χιλιάδες λίρες). Σήμερα το πρωί σου έστειλα τα βιβλία που είχες διαλέξει.

Αγάπη, η σκέψη ότι όταν θα διαβάσεις αυτό το γράμμα θα είσαι στη Ρώμη -

έχοντας τελειώσει όλη η δυσκολία και η φασαρία του ταξιδιού - , ότι θα δεις μέσα

στον καθρέφτη σου το χαμόγελο σου και θα ξαναρχίσεις τις συνήθειες σου και θα

κοιμηθείς σαν καλό κορίτσι, με συγκινεί σαν να ήσουν η αδελφή μου. Αλλά εσύ δεν

είσαι η αδελφή μου, είσαι κάτι πιο γλυκό και πιο τρομερό, και με το που το

σκέφτομαι μου τρέμουνε τα χέρια.

Αγαπημένη. Δουλεύω για σένα, σύντομα.

˜™

[Μάρτιος του 1950]

Α(γαπητή) Κ (òννι)

καλύτερα να είσαι παρούσα πνευματικά παρά σωματικά. Αυτό είναι το

πνεύμα μου (όχι εκείνο το Άγιο), το πνεύμα μιας νεότητας που είχε κάτι το ωραίο.

Προσπάθησε να ξεχάσεις το ανώφελο μέρος του εαυτού μου και διάβασε (με)

κάποια φορά, όταν θα νιώσεις αληθινά μόνη, όταν αυτό θα μπορεί να σου δώσει

κάτι στο οποίο να πιστέψεις, όταν θα ξυπνήσεις για να αντιμετωπίσεις «μια άλλη

μέρα».

Η Κόννι αποφάσισε ότι στις 20 Απριλίου θ' αναχωρήσει για την Αμερική, κατά τη διάρκεια

μιας τελευταίας συνάντησης, στη Ρώμη, υπόσχεται να επιστρέψει σε δύο μήνες, αλλά ο Τσέζαρε

νιώθει ότι ο χωρισμός είναι αναπόφευκτος. Της στέλνει, ένα αντίτυπο του, Το φεγγάρι και οι φωτιές,

που μόλις είχε τυπωθεί. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σ' αυτή, με μια Σαιξπηρική επιγραφή: «Ripeness

is all» (Η ωριμότητα είναι το παν), η ίδια πάνω στην οποία είχαν σταθεί ο Melville και ο κριτικός

Matthissen που αυτοκτόνησε εκείνον τον ίδιο Απρίλιο του 1950. Είναι ένας οιωνός τέλους και ήττας

μαζί.

˜™

ΣΤΗΝ ΚΟΝΣΤΑΝΣ ΝΤΟΟΥΛΙΝΓΚ, ΡΩΜΗ

[Ρώμη; Απρίλιος; 1950]

Δεν μπορώ να σου προσφέρω κοσμήματα - αξίζεις πολλά - αλλά στ' αρχαία

χρόνια έλεγαν ότι το πιο σπάνιο κόσμημα είναι μια ειλικρινής καρδιά. Πίστεψέ το.

Είμαι δικός σου. Ζηλεύω τη Νέα Υόρκη σου. Τσέζαρε

Είχα γράψει αυτό το γράμμα πριν από το γεύμα μας. Τώρα κάτι άλλαξε.

Ίσως να γυρίσεις και εγώ ν' ευχαριστήσω «Τους Θεούς, όποιοι κι αν μπορεί να είναι

αυτοί». Αγαπημένη.

˜™

[Τορίνο,] 17 Απριλίου [1950J

Δεν έχω πλέον την δύναμη να γράψω ποιήματα. Τα ποιήματα ήρθαν με σένα

και φεύγουν με σένα. Αυτό το γράμμα το έγραψα κάποιο απόγευμα πριν, κατά τη

διάρκεια των ατέλειωτων ωρών στο ξενοδοχείο που περίμενα, διστάζοντας, να σου

τηλεφωνήσω. Συγχώρεσε τη θλίψη, αλλά με σένα ήμουνα και θλιμμένος.

Δες, ξεκίνησα με ένα ποίημα στ' αγγλικά και τελειώνω μ' ένα άλλο. Υπάρχει

μέσα σ' αυτά η ευρύτητα εκείνου που δοκίμασα μέσα σ' αυτό το μήνα, ο τρόμος και

ο θαυμασμός.

Πολυαγαπημένη μην θυμώνεις. Εάν μιλάω πάντοτε για συναισθήματα που

εσύ δεν μπορείς να συμμεριστείς, τουλάχιστον μπορείς να καταλάβεις. Θέλω να

ξέρεις ότι σε ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά. Οι λίγες μέρες του θαύματος που

πήρα από τη ζωή σου ήταν υπεραρκετές για μένα - ωραία, περάσανε, τώρα αρχίζει

η φρίκη, η γυμνή φρίκη και είμαι έτοιμος γι' αυτό. Η πόρτα της φυλακής πάει να

κλείσει ξαφνικά.

Πολυαγαπημένη δεν θα γυρίσεις πια σε μένα ακόμη κι αν ξανάρθεις στην

Ιταλία. Και οι δυο μας έχουμε κάτι να κάνουμε στη ζωή γεγονός που καθιστά

απίθανο να συναντηθούμε πάλι, ούτε να το συζητώ για να σε παντρευτώ, όπως

πίστεψα απελπισμένα. Αλλά η ευτυχία είναι κάτι που το λένε - Χάρρυ ή Τζόννυ -

όχι Τσέζαρε. Θα πιστέψεις - τώρα που δεν μπορείς πλέον να με υποπτευθείς ότι

«παίζω θέατρο» για να σε παγιδεύσω με κάποιον τρόπο -ότι απόψε έκλαψα όπως

ένα παιδάκι συλλογιζόμενος τη μοίρα μου, και τη δική σου, φτωχή, δυνατή, ικανή,

απελπισμένη γυναίκα που παλεύεις με τη ζωή;

Εάν έχω πει ή έχω κάνει κάτι που δεν επικροτούσες, συγχώρεσέ με. Εγώ σε

συγχωρώ για όλο αυτό τον πόνο που τρώει την καρδιά, ναι, τον καλωσορίζω. Αυτός

ο πόνος είσαι εσύ ο αληθινός τρόμος και ο θαυμασμός για σένα.

Ανοιξιάτικο πρόσωπο γεια σου. Σου εύχομαι καλή τύχη σε όλες σου τις μέρες

και έναν ευτυχισμένο γάμο. Ναι.

Θα προλάβεις να πάρεις Το φεγγάρι και οι φωτιές1. Ίσως να σε περιμένει ήδη

στην North Vista Avenue πριν να φθάσεις. Είμαι τόσο χαρούμενος που έχει τ' όνομα

σου. Θυμήσου ότι έγραψα αυτό το βιβλίο - εξ ολοκλήρου - πριν να σε γνωρίσω, και

όμως κατά κάποιο τρόπο ένιωθα σ' αυτό το βιβλίο ότι επρόκειτο να 'ρθεις. Δεν είναι

εκπληκτικό;

Ανοιξιάτικο πρόσωπο,2 εγώ αγαπούσα τα πάντα πάνω σου, όχι μόνο την ομορφιά

σου, πράγμα που είναι αρκετά εύκολη, αλλά και την ασχήμια σου, τις άσχημες

στιγμές σου, το σκοτεινό σου πρόσωπο. Και όμως σε συμπονώ. Μην το ξεχάσεις.

Τσέζαρε

________________________

1. Μυθιστόρημα του Παβέζε (Σ. τ. μ.)

2. Έτσι προσφωνούσε ο Παβέζε την Κόνστανς Ντόουλινγκ. Βλ. και το ποίημα «Οι γάτες θα το ξέρουν». (Σ.τ.μ.)

˜™

Στις 24 Ιουνίου ο Παβέζε είναι στη Ρώμη, όπου παίρνει το Βραβείο Στρέγκα. Στην

κοσμική εκδήλωση τον συνόδευσε η Ντόρις, ενώ ο ίδιος ήταν λίγο διστακτικός και

σαστισμένος.

«Στη Ρώμη, αποθέωση και τι μ' αυτό; Έφτασε η ώρα. Όλα γκρεμίζονται. Την

τελευταία χαρά την πήρα από την Ντόρις, όχι από εκείνην. Ο στωικισμός είναι η αυτοκτονία.

Εξάλλου στα μέτωπα οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν και πάλι (η σημείωση στο

Ημερολόγιο, αναφέρεται στον πόλεμο της Κορέας).

˜™

ΣΤΗ ΝΤΟΡΙΣ ΝΤΟΟΥΛΙΝΓΚ, ΡΩΜΗ

[Τορίνο] Ιούλιος 6 [1950]

Αγαπητή Ντόρις

ωραία, πήρα από την Κ. ευχάριστη και ενθαρρυντική κάρτα από το Νέο

Μεξικό (της 27 Ιουνίου) και ήμουν πολύ λυπημένος γνωρίζοντας, όπως γνωρίζω, ότι

δεν θα γυρίσει ποτέ. Αισθανόμουνα όπως ένας άνθρωπος στον οποίο λέγεται με

διφορούμενο τρόπο ότι έχει, καρκίνο. Κανένας δεν μπορεί να έχει πολλά από τη

ζωή (!) αλλά όλα αυτά που έχει κάποιος φαίνονται άχρηστα. Πάει πολύς καιρός

που κατάλαβα ότι η μοίρα μου είναι ν' αγκαλιάζω τις σκιές.

Ωραία, η Ρώμη ήταν μεγάλη, αλλά τι θα ήταν χωρίς τη δική σου

στοργικότητα και τη δική σου φροντίδα; Μ' έκανες να νιώθω ήσυχα μαζί σου και με

τη μοίρα μου - πράγμα δύσκολο - στάθηκες μια πραγματική φίλη, μια αφοσιωμένη

αδελφή, κάτι που δεν γνώριζα - γιατί δεν μπορεί κανείς να νιώθει πάντα έτσι. Γιατί

υπάρχουν πόλεμοι, απειλές, αγάπη, έρωτας, ωκεανοί και καρκίνος;

Ελπίζω ότι θα συμβεί κάτι που θα σε κρατήσει πιο πολύ στην Ιταλία. Αυτό

που μένει τώρα είναι να δουλέψω για τις αδελφές. Μη γελάς, είμαι σχεδόν γέρος.

Η Νταντά ήταν ευτυχισμένη και δεν βλέπει την ώρα να σε ξαναδεί.

Γιορτάζουν για μένα (εννοώ όλο το Τορίνο και η Ιταλία) σαν ένα μικρό Καίσαρα και

γω συμπεριφέρομαι όσο περισσότερο χαριτωμένα μπορώ. Το άσχημο με αυτά τα

πράγματα είναι ότι έρχονται πάντοτε όταν κάποιος τάχει ήδη ξεπεράσει και

κυνηγάει θεούς παράξενους και διαφορετικούς.

Ωραία, Ντόρις, από το Σάββατο ως τη Δευτέρα 8 - 10, θα πάω να επισκεφτώ

(για τελευταία φορά) το χωριό μου. Μην μου τηλεφωνάς εκείνες τις μέρες. Μετά θα

είμαι δικός σου και πάλι.

Χαιρέτησε τον Χάρρυ και τον Νίκο, και επέμεινε στο μικρό μας πρόβλημα.

Αγάπη

Ο Παβέζε, μπαίνοντας τώρα στην πιο οξεία φάση της καταθλιπτικής του κρίσης, περνάει ορισμένες

μέρες του Αυγούστου του 1950 στη Bocca di magra (παραθαλάσσιο χωριό κοντά στη Γένοβα) : εκεί

γεννιούνται οι επιστολές σε μια κοπέλα που την αποκαλεί με το προσωνύμιο Πιερίνα. Στην πρώτη

επιστολή, εκφράζεται ήδη μια σταθερή επιθυμία αποχαιρετισμού, η ίδια που παρουσιάζεται σε όλες

τις επιστολές (στους συγγενείς, στους φίλους, στους θαυμαστές) εκείνου του Αυγούστου που για τον

Παβέζε δεν θα τελειώσει.

˜™

Σ’ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ, BOCCA DI MAGRA

[Bocca di magra, Αύγουστος]

Αγαπητή Πιερίνα,

κάθε δικός σου χορός είναι και μια μέρα λιγότερο μέσα στη δική μου ζωή.

Μου μένουν λίγες.

Π.

˜™

(Sarzana; Αύγουστος 1950)

Αγαπητή Πιερίνα,

χθες το βράδυ επιστρέφοντας είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Δεν το

ήξερα ότι έφθασα σ' αυτό το σημείο. Ήσουν πολύ καλή για να μη μου πεις την

κατάσταση μου νωρίτερα.

Πρέπει να είπα και να έκανα πολλές παραξενιές και χοντράδες, χθες βράδυ,

αυτές τις μέρες. Αντιλαμβάνομαι ότι συμβαίνει πάντα ενώ εσύ χορεύεις ανάμεσα

στον κόσμο. Αλλά και να απομονωθώ, να μείνω μόνος, θα ήταν μια άξεστη

παραξενιά.

Ήθελα να πάω μόνος μου στην Sarzana να μείνω εκεί, να απομονωθώ, και μετά

εάν μου έμενε το κουράγιο να έρθω στην Bocca τελικά, όπως στην ιστορία του

επαρχιώτη εκείνου του Ορέστη, τον φοιτητή με την αγροτική καταγωγή, που ήταν

ερωτευμένος με την Γκαμπριέλα. Έτσι κάνω και γω.

Γιατί όλα αυτά; θα πεις εσύ, και γιατί μετά θα μου το γράψεις; Βλέπεις, όταν

η κουβέντα αφορά εμένα και σένα έχω τα χέρια μου δεμένα - υπάρχει μια τέτοια

δυσαναλογία καταστάσεων ψυχής μεταξύ των δυο μας, που τα ίδια μουντά λόγια

επιστρέφουν στο στόμα και με πληγώνουν.

Χρειάζεται λοιπόν να καταφέρω να ελέγχω αυτόν τον οργασμό. Σκέφτομαι,

ότι είναι η μουσική που χορεύεις που σκάβει μέσα μου που μου ταράζει το αίμα,

που κάνει το πρόσωπο μου σκληρό (αλλά είναι το σκληρό πρόσωπο ενός αυτόχειρα,

τίποτε άλλο).

Σήμερα το πρωί σου γράφω, κύριος του εαυτού μου και πληγωμένος. Θα πάω

στη Bocca, θα προσπαθήσω να μην γυρίσω το βράδυ για το χορό και θα σε περιμένω

εκεί τη Δευτέρα. Πιερίνα, σε παρακαλώ, μην εξαφανιστείς - εγώ σε αγαπώ.

Παβ.

˜™

[Bocca di magra, Αύγουστος 1950]

Αγαπητή Πιερίνα,

κατέληξα να σου δώσω αυτή την λύπη ή αυτή την ενόχληση αλλά πίστεψε

δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Η άμεση αιτία είναι η δυσκολία αυτής της

καταδίωξης όπου, μη χορεύοντας και μη οδηγώντας μένω πάντοτε χαμένος, αλλά

υπάρχει μια αιτία περισσότερο αληθινή. Είμαι, όπως λέμε, στο τέλος του

καντηλιού. Πιερίνα, θα ήθελα να είμαι αδελφός σου - πρώτ' απ' όλα γιατί έτσι θα

υπήρχε ανάμεσα μας ένας δεσμός όχι μάταιος, και έπειτα για να μπορούσες να με

ακούσεις και να με πιστέψεις με εμπιστοσύνη. Εάν είμαι ερωτευμένος μαζί σου δεν

είναι μονάχα επειδή, όπως λέγεται, σε ποθούσα, αλλά επειδή είσαι του ίδιου

επιπέδου με μένα, και κινείσαι και μιλάς όπως, ως άνδρας, θα έκανα εγώ εάν

αντίθετα με το να μάθω να γράφω, είχα το χρόνο να μάθω να σταθώ στον κόσμο.

Άλλωστε, υπάρχει η ίδια χάρη και σιγουριά σ' αυτό που έχω γράψει και στις δικές

σου μέρες. Άρα ξέρω σε ποιον μιλάω.

Όμως εσύ, όσο ξερή και σχεδόν κυνική και να είσαι δεν είσαι στο τέλος του

καντηλιού όπως εγώ. Εσύ είσαι νέα, απίστευτα νέα, είσαι αυτό που ήμουν εγώ στα

εικοσιοκτώ μου όταν, αποφασισμένος να αυτοκτονήσω δεν ξέρω από ποια

απογοήτευση, δεν το έκανα - ήμουν περίεργος για το αύριο, περίεργος για μένα τον

ίδιο -η ζωή μου φαινόταν φρικτή αλλά έβρισκα ακόμη ενδιαφέροντα τον εαυτό μου.

Τώρα συμβαίνει το αντίθετο: ξέρω ότι η ζωή είναι ωραία, αλλά ξέρω επίσης ότι εγώ

έμεινα έξω από αυτήν, από δική μου ευθύνη, και ότι αυτό είναι μια μάταιη

τραγωδία, σαν να έχεις τον διαβήτη ή τον καρκίνο των καπνιστών.

Μπορώ να σου πω αγάπη μου, ότι ποτέ δεν ξύπνησα με μια γυναίκα δική

μου στο πλάι μου, ότι όποια αγάπησα δεν με πήρε ποτέ στα σοβαρά, και ότι αγνοώ

το βλέμμα της ευγνωμοσύνης που απευθύνει μια γυναίκα σ' έναν άνδρα, και

θυμήσου ότι, εξαιτίας της δουλειάς που έκανα, είχα τα νεύρα πάντα τεντωμένα και

τη φαντασία έτοιμη και καθαρή, και τη γεύση από τις αποκαλύψεις των άλλων. Και

ότι βρίσκομαι στον κόσμο εδώ και σαρανταδύο χρόνια; Δεν μπορεί να καεί το κερί

και από τις δυο μεριές - στη δική μου περίπτωση τόχω κάψει όλο μόνο από τη μια

μεριά και η στάχτη είναι τα βιβλία που έγραψα.

Όλα αυτά σου τα λέω όχι για να σε συγκινήσω - ξέρω τι αξίζει ο οίκτος, σ'

αυτές τις περιπτώσεις - αλλά για κατανόηση, για να μην πιστέψεις ότι όταν είχα

μούτρα το έκανα για σπορ ή για να γίνομαι πιο ενδιαφέρων. Είμαι τώρα πια μακριά

από πονηριές. Ο έρωτας είναι σαν τη χάρη του θεού. Η πονηριά δεν χρειάζεται. Όσο

για μένα, σ' αγαπώ Πιερίνα, σ' αγαπώ διαρκώς. Ας το ονομάσουμε το τελευταίο

τρεμόσβημα του κεριού.

Δεν ξέρω εάν θα ειδωθούμε ξανά. Εγώ θα το ήθελα - κατά βάθος δεν θέλω τίποτε

άλλο παρά αυτό - αλλά αναρωτιέμαι συχνά τι θα σε συμβούλευα εάν ήμουν

αδελφός σου. Δυστυχώς δεν είμαι.

Αγάπη μου

Παβ.

˜™

Μια τελευταία, στοργική, σύγκρουση με την ευθυκρισία της αδελφής του Μαρίας, όπως στα χρόνια

της εξορίας. Σ' αυτήν, που βρίσκεται στο Σάντο Στέφανο, ανακοινώνει ότι νοίκιασε ένα δωμάτιο στο

Ξενοδοχείο «Η Ρώμη», απέναντι από το σιδ. σταθμό του Τορίνο.

˜™

ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΜΑΡΙΑ, ΣΑΝΤΟ ΣΤΕΦΑΝΟ ΜΠΕΛΜΠΟ

[Τορίνο] 17 Αυγούστου [1950]

Αγαπητή μου Μαρία,

το κλειδί το είχα. Όλα πάνε καλά, εκτός από το φως που δεν δουλεύει.

Τακτοποιήθηκα σ' ένα ξενοδοχείο που μου κοστίζει ελάχιστα και κοιμάμαι

περίφημα. Δεν είναι απαραίτητο να γυρίσεις τη Δευτέρα 21 του μήνα. Μπορείς να

μείνεις μέχρι το τέλος. Τα πουκάμισα και τα ρούχα μου τα καθαρίζω στο

ξενοδοχείο. Είμαι πλούσιος. Μόνο για μια νουβέλα μου δώσαν 30.000 λίρες.

Χαιρέτα μου τη Φεντερίκα και ευχαρίστησε την για το σημείωμα και πες της

ότι εάν ο Θεός μου έδωσε μεγάλα χαρίσματα, έχει όμως δώσει επίσης τον καρκίνο

σε πολλούς, άλλους τους έκανε ηλίθιους, άλλους τους έκανε να πέφτουν όταν ήταν

μικροί... Δεν μπορείς να δεις που βρίσκεται αυτή η μεγάλη καλοσύνη. Εκτός κι αν

πρέπει να τον ευχαριστούμε πάντοτε είτε σε χτυπά είτε σε χαϊδεύει και τότε δεν

καταλαβαίνω πια τίποτα. Αλλά ας μαλώσουμε μια άλλη φορά. Σου στέλνω 5.000

λίρες για τον ιερέα του Castellazzo1 έτσι θα συνεχίσει να κηρύττει παραμύθια. Ας

ελπίσουμε ότι τα πιστεύει τουλάχιστον αυτός. Να είστε καλά. Εγώ είμαι καλά,

όπως ένα ψάρι στον πάγο.

Χαιρετισμούς στον Γουλιέλμο.

Τσέζαρε

______________

1. Χωριό κοντά στη Μόντενα

˜™

ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΙΝΕΛΛΙ

[Τορίνο] 21 Αυγούστου [1950]

Αγαπητή μου Μαρία-Χριστίνα Αγαπητέ μου Τούλιο,

ζηλεύω το χριστιανικό πείσμα σας Είμαι πολύ κακόκεφος. Το Βραβείο ποιος

το θυμάται; Είναι ψεύτικα πράγματα. Αξίζει τον κόπο αυτή η δόξα; Είμαι σαν τον

Λαοκόωντα: στεφανώνομαι καλλιτεχνικά με τα φίδια, και θαυμάζομαι, έπειτα

κάθε τόσο αντιλαμβάνομαι την κατάσταση στην οποία είμαι και τότε τινάζω από

πάνω μου τα φίδια τους τραβάω την ουρά και αυτά στριφογυρίζουν και δαγκώνουν.

Είναι ένα παιχνίδι που διαρκεί εδώ και είκοσι χρόνια. Αρχίζω να έχω αρκετά απ'

αυτά. Δεν έψαξα να βρω κανέναν φίλο στη Ρώμη, γιατί δεν το ήθελα. Να ζείτε

ευτυχισμένοι και ας ελπίσουμε να ειδωθούμε - ποιος ξέρει - μακάρι στον ουρανό.

Παβέζε

Η δημοσιογράφος Μπόνα Αλτερόκκα, την οποία ο Παβέζε την εμπιστεύτηκε σε μια στιγμή

απελπισίας, του γράφει λίγες στοργικές γραμμές για να τον αποσπάσει από την ηθελημένη

απομόνωση εκείνου του καλοκαιριού.

ΣΤΗΝ ΜΠΟΝΑ ΑΛΤΕΡΟΚΚΑ, ΤΟΡΙΝΟ

[Τορίνο], 23 Αυγούστου [1950]

Αγαπητή Αλτερόκκα

όχι. Έχω άλλα στο κεφάλι μου. Χρειάζεται μια θεραπεία σιωπής. Λυπάμαι αλλά,

εάν ξέρω κάτι καλά είναι αυτό.

Παβέζε

˜™

ΣΤΟΝ ΤΖΙΟΥΖΕΠΠΕ ΒΑΟΥΝΤΑΝΙΑ, ΤΟΡΙΝΟ

Αύγουστος, Παρασκευή,

Τορίνο ταχυδρομική σφραγίδα της

[25 Αυγούστου 1950]

Αγαπητέ Τζιουζέππε,

τι είναι αυτές οι υστερίες; Λυπάμαι που είχα μια απελπισμένη χροιά

μιλώντας με τον Άντελε, αλλά είναι απλώς ότι η ψυχή μου είναι σημαδεμένη για

δικούς μου λόγους, είμαι κομμάτια, δεν έχω διάθεση να δω κανέναν και θα

πλήρωνα όλο το χρυσάφι του κόσμου έναν δολοφόνο για να με μαχαίρωνε στον

ύπνο μου. Προφανώς όλα αυτά γίνονται αντιληπτά από τη φωνή.

Ούτε ψάχνω για παρηγοριά. Δεν έχω διάθεση, ούτε ζωή. Τραβάω μπροστά

για λογαριασμό μου, ελπίζοντας ότι γρήγορα όλα θα έχουν τελειώσει.

Για σένα και για τις αδελφικές σου διαμαρτυρίες χρωστώ ευγνωμοσύνη και

αναγνώριση.

Μη σκέπτεσαι τίποτε άλλο. Αντίο.

Παβέζε

˜™

ΣΤΟΝ ΜΑΡΙΟ MOTTA, ΡΩΜΗ

[Τορίνο], 26 Αυγούστου [1950]

Αγαπητέ Μόττα,

δεν υπάρχουν νέα. Εμπιστεύομαι τα σχέδιά σου. Για τον Φορτίνι μπορείς να

δημοσιεύσεις αυτό που θέλεις, δεν έχω καμιά πρόθεση ν' απαντήσω.

Ποια «γύρισε»; Η αμερικάνα; Έχω άλλα να σκεφτώ.

Αντίο. Παβέζε

˜™

Τη νύχτα μεταξύ της 27ης και 28ης Αυγούστου ο Παβέζε αυτοκτονεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου

έμενε, καταπίνοντας το περιεχόμενο από αρκετά φακελάκια υπνωτικού. Αδιάφορος τώρα πια στη γοητεία της

ζωής που αστράφτει στο τελευταίο μήνυμα που έλαβε, αντιμετωπίζει με πεισματάρικη αποφασιστικότητα «το

ταξίδι στο βασίλειο των νεκρών». Βασανισμένη σκιά δεν του επιτράπηκε, όπως στον Whitman τον ποιητή της

νεότητάς του, ο λήθαργος και η γαλήνη της απομάκρυνσης: «ψυχή θα τολμούσες εσύ, τώρα, μαζί με μένα να

βαδίσεις προς την άγνωστη περιοχή, όπου δεν υπάρχει γη κάτω από τα πόδια, δεν υπάρχει κάποιο μονοπάτι

για να ακολουθήσεις;» Στην προμετωπίδα του έργου Διάλογοι με την Λεουκώ που ήταν τοποθετημένο πάνω στο

κομοδίνο, ο Παβέζε έγραψε τα τελευταία του λόγια.

Δίνω συγχώρεση σε όλους και από όλους ζητώ συγχώρεση. Εντάξει; Μην κουτσομπολέψετε πολύ.

______________________________________

* Οι μεταφράσεις των επιστολών έγιναν από το βιβλίο Cesare Pavese, Vita Attraverso le Lettere, εκδόσεις

Einaudi, 1998, Τορίνο. Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό οδός Πανός τευχ.115.Στο τεύχος 121( Ιούλιος

–Σεπτέμβριος 2003) του ίδιου περιοδικού το οποίο είναι αφιερωμένο στον Παβέζε, δημοσιεύονται

αρκετά ποιήματα από την συλλογή Θάρθει ο θάνατος και θάχει τα μάτια σου σε μετάφραση δική

μου. Καλό είναι τα ποιήματα αυτά να διαβαστούν με τις επιστολές που δημοσιεύονται εδώ.

Αντώνης Φωστιέρης (ανθολογία)


Ποίηση μες στην ποίηση (1977)

2

Σ' ένα ποίημα βρέχει ασταμάτητα

— Comme il pleure dans mon Coeur—

Κι η βροχή θα κρατάει για πάντα για πάντα

Σ' αυτό το βιβλίο θα βρίσκεται πάντα

Ένα φύλλο υγρό.

Πάνω στο στίχο πού θα γράψω ακροβατώ

Πάνω στο στίχο πού 'χω γράψει ισορροπώ

Ένα κλαδί γερό είναι το ποίημα

Που δένω πότε πότε εκεί την κούνια μου

Να αιωρούμαι πάνω από το μαύρο.

Εδώ δε βρίσκεται καθόλου ένα ποίημα

Σιντριβάνι ονείρου, ελιξίριο αγάπης —

Η φιλοπαίγμων μου μονάχα φαντασία

Που ακροβατεί από τη λέξη Εδώ

Ως την τελεία μετά τη λέξη Καληνύχτα.

8

Ποιήματά μου εσείς

Ποιο συρματόσκοινο μας έχει ενώσει έως θανάτου

Εσείς, περικοκλάδες σ' έναν πύργο πού θα πέσει,

Ποιήματά μου σας μισώ

Με το καταραμένο μίσος πού 'χουμε στον εαυτό μας.

10

Εδώ ήτανε κάποτε ένα ποίημα

Εμπόδιο του καιρού, φτερό των πόθων·

Ερείπιο κατάντησε

Μια μαύρη τρύπα κι άσκημη κατάντησε

Τέσσερις πέντε στίχοι που καπνίζουν.

11

Αυτό το ποίημα γράφει αυτό το ποίημα

Κόβει απ’ το σώμα του και τρέφει τον εαυτό του.

Οι λέξεις του τινάζονται ψηλά και ξαναπέφτουνε

Ανοίγει δρόμο μες στο χιόνι της σελίδας

— Έκπληκτος βλέπω να μου αποκαλύπτεται.

12

Μ' αυτό το ποίημα παίζουμε απόψε

Σας το πετάω και το πετάτε πίσω

Τ ανοίγουμε στα δυο κι οι λέξεις χύνονται.

Γιατί αν νωρίς δεν σ' εξουδετερώσουμε

—Άτιμο ποίημα — θα μας γονατίσεις.

15

Η νύχτα απόψε βρέχει όλους τους φόβους μου.

Εις σε προστρέχω τέχνη της ποιήσεως

Χτίζω με νύχια και με δόντια ένα ποίημα

Λαχανιασμένος μπαίνω να προφυλαχτώ

Και κλείνω πίσω μου τον τελευταίο στίχο.

16

Το ποίημα.

Μοτοσυκλέτες

Και μηχανοκίνητα

Στο άσπρο

Τοπίο.

Σκοτεινός έρωτας (1977)

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Περπάτησα ως εκεί που το σκοτάδι

Πυκνό απ τα φώτα του γυρνάει σε σκοτάδι

Δεν ξέρω πού ήταν πού περπάτησα

Ο γνώριμος μεγάλος φόβος ή εφηβεία μου

Κρατάει εν' ανελέητο μαχαίρι

Χτυπάει πρώτα εμένα κι έπειτα

Χτυπάει και σφάζει αδιάκριτα γυρνάει τα μέσα έξω

Χύνοντας τα εντόσθια των πραγμάτων καταγής

Ξεσκίζοντας τη σάρκα των ψυχών σας παίζοντας.

Πού είσαι συ ποιος είσαι συ δεν ξέρω πού περπάτησα

Άγνωστοι δρόμοι ελικοειδείς αιθέρια τούνελ

Όλα εκεί αιωρούνται στο στερέωμα

Κόσμοι επάλληλοι ανοίγουνε τα πέταλά τους τρέμοντας

Άγγελοι μ' αλεξίπτωτο άνωθεν καταβαίνουν.

(Α τι οδυνηρή ευφροσύνη η ομορφιά

Τι άγρια τραγωδία η τελειότητα).

Μια βόμβα φως εκρήγνυται στο άπειρο.

Πετάγομαι απ’ τον ύπνο μου

Τινάζοντας στον τοίχο τα όνειρά μου

Και να με μέσα σ' άλλον ύπνο πιο βαθύ

Έχοντας πια ξεχάσει τα όνειρά μου — ή τις αγάπες μου —

Κι επιθυμώντας μοναχά μια λέξη

Να βρω μια λέξη να χωθώ στον κόρφο της

Κατάκοπος απ’ τη ζωηρή ακινησία του ταξιδιού

Σαν τους νεκρούς που περιμένουν να ξαναπεθάνουνε

Κάτω απ’ τη γαλήνια σκέπη του θεού που ελπίζουν.

Τι θέλω τέλος πάντων να συγκινηθώ τι με βαραίνει

Οι άλλοι κολυμπούν στο πέλαγο εγώ βουλιάζω

Κανείς δεν κολυμπάει όλοι βουλιάζουνε

Η βία ταρακουνάει τον πλανήτη μου σα χαλασμένο δόντι

Το χαλασμένο δόντι μου ταρακουνάει εμένα

Κι εγώ ταρακουνάω το δέντρο τ' ουρανού, να πέσουν τ' άστρα του.

Που είσαι συ ποιος είσαι συ δεν ξέρω που περπάτησα

Δεν ξέρω τίποτα και δε μαθαίνω τίποτα

Αν σ' αγαπώ είναι γιατί δεν έχω τι να κάνω ή να σκεφτώ

Κι είναι γιατί δε θα σε ξαναδώ στα χρόνια πού 'ρχονται

Ούτε στο χρόνο πού 'ρχεται μετά τα χρόνια

Κι έτσι μπορώ να πω η ευτυχία μου είναι πλήρης

Όπως εξάλλου όλα στον κόσμο αυτό είναι πλήρη

Μία σταγόνα παραπάνω και ξεχείλισαν

Και θα χυθεί ο αφρός της τρέλας τους.

Καλά κοιμάται εδώ καλά ονειρεύομαι

Καλά γυρνάω στους δρόμους άγνωστος μ' αγνώστους

Κι αν ήταν κάτι να μπορούσα να πιστέψω θα 'μουν άτρωτος

Να το λατρέψω ν' αφοσιωθώ

Κι όχι ν’ ανεβοκατεβαίνω μάταια

Στα παγωμένα υπόγεια των αιώνων

Να στήνω μες στην ησυχία αυτί στο βόμβο των πραγμάτων

Άχρηστα πράματα χιμαιρικά παράλογα

Πριν έξι εφτά χιλιάδες χρόνια θα 'μουν άλογο

Να κλαίω στο λάκο του κυρίου μου

Και τώρα κλαίω γι' αυτό πού χάθηκε και δε ν το ξέρω

Κι ούτε που θέλω να το μάθω — είμαι πλήρης.

Σκοτάδι αστραφτερέ καθρέφτη μου

Μέσα σου ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι

Μες στο στομάχι σου ήχοι και χρώματα όλα χωνεύονται

Μέσα σου λιώνω εξαχνούμαι χάνομαι

Σκοτάδι εκτυφλωτικό μου φως

Είσαι το σύμπαν πριν απ' τη γέννηση και μετά θάνατον

Άρα είσαι το σύμπαν κι εν ζωή μέσα σου χάνομαι

Είσαι το τίποτα γυμνό κι είμαι το τίποτα

Μέσα σου χάνομαι.

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Ένα παιδί κοιμάται στο μουσείο

Εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια.

Τα κόκκαλά του φρίξαν απ' το κρύο

Γέμισαν τρύπες απ' το πείσμα του αμετάκλητου.

Ένα παιδί σηκώνεται τη νύχτα απ' το κρεβάτι του

Ανοίγει τις κουρτίνες στο φεγγάρι

Τ' άγριο φως το τρόμαξε υπνοβατεί στη στέγη

Λίγο ακόμα θ' ανεβεί στα σύννεφα

Λίγο ακόμα θα μαδήσει τη γενειάδα του θεού.

Ψέματα ψέματα ένα παιδί κοιμάται στο μουσείο

Οι αιώνες κελαρύζουν μέσα του κρύο νερό

Οι αιώνες στα μηνίγγια του βουίζουν μέλισσες

Μυρμήγκια οι αιώνες γύρω από το στρώμα του

Λίγο ακόμα θα ξεσκίσει την κουρτίνα του ύπνου του

Θα σηκωθεί ν' αγκαλιαστούμε κλαίγοντας.

ΣΤΟΥΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ

Η ποίηση απαντάει στους κριτικούς με ποίηση

Όπως η φύση στους σοφούς σα φύση,

Κι ένα τεράστιο κύμα αδιαφορίας καβαλάει τα

κράσπεδα Σαρώνοντας τις πολιτείες απ' τους

μάταιους στίχους.

Άλλοτε λέω:

Οι στίχοι

Είναι τα στάχυα που θέρισαν

Ελισσόμενες μέρες

Και παίρνοντας φωτιά ξεκίνησαν

Σ' ονειρώδη ουρανό.

Λυπάμαι

Που μάλλον μιλάω

Μια γλώσσα νεκρή.

Δεν πιστεύω βεβαίως σε ανάσταση·

Πιστεύω

Εντούτοις

Με πάθος

Στο

Θάνατο.

Ο διάβολος τραγούδησε σωστά (1981)

Η ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΟΤΗΤΑΣ

Ο διάβολος διδάχτηκε Ένα παιχνίδι απατηλό

— Του ταπεινού — Λέει πως ειν' το τίποτα

— Μια τρύπα —

Μεταμορφώνεται σε πύρινο Μηδέν

Μουνούχος φύλακας στο στόμιο

της γυναίκας.

Ο έρωτας περνάει από

τη σήραγγα

Κάτι φοβάται

Είναι σκοτάδι πάει ψηλαφητά

Ο διάβολος μετράει τα χτυπήματα

Γελάει και βουίζουν τα τοιχώματα

Το γέλιο μοιάζει μουγκρητό

Καθώς φοράει πορφύρα από κραυγές

Μπαίνοντας βγαίνοντας

να φέρει

τα χρειώδη.

Στο τέλος γίνεται Εγώ

Πετάει μικρά φτερά

Κουρνιάζει κάπου χαμηλά

Και κλαίει.

Στο τέλος γίνεται Αυτός,

Σπάζει τις μήτρες του ορατού

θυμάται τη χαρά

της δύναμης

Φουσκώνει, υψώνεται

Χειροκροτεί με σιδερένια δάχτυλα

Ουρλιάζει.

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ ΣΩΣΤΑ

Αν πέρασες για λίγο στο τραγούδι μου

Είναι που δεν υπάρχεις.

Αφού ό,τι ζει

Μιλάει μονάχο για τη δόξα της ζωής του

Αφού ό,τι έζησε, ξεφούσκωσε στο φως

το θούριο το μπαλόνι του θριάμβου του.

Όμως κι εσύ τραγούδησες σωστά,

Με σιωπή,

Περίμενες να εξαντληθεί ο ύμνος

Να σβήσουν τα καντήλια της θεότητας

Καθώς εκείνο που λατρεύτηκε μισιέται

Κι αυτό που ειπώθηκε το παίρνει ο καιρός

Τ’ αλέθει η λήθη το σκορπάει στο έγινε.

Τραγούδησες σωστά, με σιωπή,

Βουίξανε οι σάλπιγγες της μήτρας

Κι απάντησε στην ίδια γλώσσα ο θάνατος

Άηχη φωνή

Πηχτό ακατάσχετο το μαύρο απ' την αρχή

Μέσα του λιώνει

Με στριγγλιές φωτός

Η σφαίρα.

Το θα και το να του θανάτου(1987)

ΤΟ ΘΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Έτσι λοιπόν χωρέσανε στα μάτια σου τόσες κοινές ασήμαντες εικόνες

Ποιος θα 'χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη μιας ανάμνησης

Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο

Όμως, δε γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη να εξηγεί

Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος

Με πόσα θα και πόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος

Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή

Αφού, το ξέρεις, ένα μόλις δευτερόλεπτο αρκεί

Ν 'αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους

Και, μην ακούς, τα δευτερόλεπτα πληρώνονται ακριβά

Γι' αυτό κι ο άνθρωπος εκείνος φεύγει απένταρος

Με τον πνιγμένο ρόγχο ενός κυνηγημένου

Λεπτά χρειάστηκε λεπτά

Χιλιάδες δευτερόλεπτα

Για ν' αγοράσει τί; ασήμαντες εικόνες

Μα πώς μπορεί να ξεχρεώσει τώρα που να δανειστεί

Πόσες εικόνες να πουλήσει απ’ την ανάμνηση

Μια δυναστεία εικόνες παλιωμένες

Γεννοβολάνε τα λεπτά κι ο τόκος βγαίνει αβάσταχτος —

Κανείς λοιπόν δεν έχει να πληρώσει;

ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΟΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Τρεις ώρες φτάνουν για να γράψεις ένα ωραίο ποίημα

Όμως τριάντα χρόνια δεν αρκούν να γράψεις ένα ποίημα

Όσο αν ζητάς κι αν θυσιάζεις. Η άνοιξη

Κατάλαβα πώς είναι υπόθεση ρουτίνας για τη φύση

Που εχθρεύεται το πνεύμα και αμαυρώνει το άφθαρτο.

Σκέψου καλά: κάθε μορφή αθανασίας αντίκειται

Στην έννοια του όντος. Κάθε αντίθεση

θα συντριβεί κάτω απ' τη φτέρνα του καιρού

Καθώς πατάει με δρασκελιές και πέλματα γρανίτη. Ανοίγοντας

Μια υπόνοια παρόντος

Καίγοντας

Τα φρύγανα των πράξεων σε ουρανομήκεις φλόγες ήλιου.

Όπου παρόν

Σημαίνει απλώς το παρελθόν του μέλλοντος

Ή, πιο σωστά, το μέλλον ενός άλλου παρελθόντος

Αφού, όσο ξέρω, δεν υπάρχει ακόμα η συνταγή

Να φτιαχτεί μια στιγμή διαρκείας.

Τί άπληστοι

Σταθήκαμε στ 'αλήθεια τί άσωτοι

Μες στη φιλαργυρία μας. Ποιος θα πιστέψει άραγε

Πως σπαταλήσαμε τη λίγη αιωνιότητα που μας αναλογεί

Χαμένοι σε μιαν έρημο από λέξεις. Σπέρνοντας

Και περιμένοντας το νέο φρούτο να φυτρώσει απ’ το κουκούτσι, αφήνοντας

Το γινωμένο φρούτο να σαπίσει.

Στ' αλήθεια τί άπραγο

Τί ανεπίδεκτοι αθανασίας οι θνητοί.

ΣΤΗΝ ΑΡΓΥΡΗ ΣΕΛΗΝΗ

Σελήνη να 'ναι αλήθεια οτ' είσαι από ασήμι;

Κι όλοι αυτοί πού στο βελούδο της προθήκης στέκονται

Αρθρώνοντας ψιθύρους αισθημάτων

Άραγε

Σε ρίχνουνε στο τάσι του ματιού ζυγίζοντας

Βάρη κι αξίες;

Δε βρίσκω άλλη εξήγηση. Πώς μαγνητίζεις

Τον πόθο της απόκτησης και αλλοπαρμένοι

Ανοίγουν τις κουρτίνες βιαστικά ή απ' το μπαλκόνι

Ορμάνε να σε ιδούν. Ουράνια δόκανα

Στην έχουνε στημένη. Κι έχουνε στείλει δυο αρκούδες να οσμίζονται

Τα βήματά σου. Πρόσεξε

Το βέλος του Τοξότη, φυλάξου απ' το φαρμάκι του Σκορπιού.

Σελήνη, θα 'ναι αλήθεια οτ' είσαι από ασήμι. Δέξου το

Πώς μόνο εκείνο που μπορεί να πουληθεί έχει τιμή και είναι

Απ' όλους σεβαστό. Απ' όλους μας τιμώνται οι πουλημένοι. Διάβολε

Δέκα χιλιάδες στίχοι έχουν γραφτεί για σένανε

Κι ούτε για δείγμα ένας που να πει

Τα στοιχειώδη. Ούτ' ένας αργυραμοιβός που να τολμήσει

Ξεκάθαρα μια προσφορά. Το απρόσιτο μένει συχνά στο ράφι.

Κι ας το ορέγονται.

Κάνε λοιπόν εσύ το πρώτο βήμα

Τώρα που ολόκληρη σε βλέπω κι αυγωμένη

Γιατί απ' αύριο θ' αρχίσεις να φυραίνεις κι έπειτα

Ποιος θα βρεθεί το ωραία λεφτά του να πετάξει

Για τα ασήμι σου

ΤΟ σώμα σου

ΤΟ εφήμερο

Το ελλιποβαρές

ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ ΔΑΣΟΣ

Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος.

Αυτά τα έπιπλα που ακούτε ν' ανασαίνουν

Φυλάνε ακόμα ενστικτώδη φτερωτά

Μες στα φυλλώματα. Κι αν τρίζουνε

Κάθε πού μπαίνει νέος επισκέπτης

θα 'ναι που νιώθουνε κρυμμένο το τσεκούρι

Να τροχίζεται. Σε ανώδυνο χαμόγελο

Αβροφροσύνης τούτη τη φορά.

Τις νύχτες αλαφιάζονται

Και το χοντρό τους νύχι από ρίζα

Χώνεται

Στο βράχο του τσιμέντου. Οι κλώνοι τους

Ρημάζουν τα ταβάνια — να οι ρωγμές

Του ξύλου πού μουγκρίζει. Αφήστε τα·

Ούτε μ' αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται

Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών· αφήστε τα.

Κι αν το τικ τακ του σκουληκιού υποδύεται

Το χτύπο της καρδιάς τους

Αυτά ονειρεύονται το ηρωικό λαμπάδιασμα

Να 'ρθεί επιτέλους να χωρίσει πνεύμα

Από κορμί

— Λάμψη και κάρβουνο.

Η σκέψη ανήκει στο πένθος (1996)

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ

Γι' αυτό ερωτεύτηκα τα σπίτια. Και τους ανθρώπους βέβαια

Που μοιάζουνε με σπίτια.

Φορώντας πέδιλα μετοικεσίας δεν ταξιδεύουνε

Παρά το βλέμμα των παραθυριών ρεμβάζοντας

Ως το απέναντι. Κλωσσάνε σιωπή. Και αχνίζουνε

Τα σπλάχνα τους συμπόνια για τον ένοικο

Που καταρρέει καθώς τα συντηρεί. Ανίδεος

Τα οχυρώνει από παντού μα ελεύθερο

Γεννοβολάει στις κάμαρες ένα σκουλήκι.

Τα σπίτια είναι κάστρα. Είναι και κύματα

Με τοίχους από αφρούς

Είναι και άγκυρες

Που ας λιώνουν στο βυθό κρατήσανε

Συνήθειες κιβωτού.

Πολλά είναι τάφοι με εισόδους καλλιμάρμαρες.

Οικογενειακοί Μόλις βραδιάσει ανάβουν τα καντήλια τους

Και συνωθούνται ανάπηρες σκιές

Να θυμηθούν σε οθόνη σαλονιού

Πώς να 'ν' ο απάνω κόσμος.

Τα σπίτια διαθέτουν μαγνητόφωνα

Τηλέφωνα κεραίες ενισχυτές

Τα σύνεργα μιας προηγμένης πλέον

μεταφυσικής. Κι απ' την ακρώρεια της ταράτσας στέλνουνε

Με κάτοπτρα ηλιακών

Στεντόρεια σήματα

Το τελευταίο ταμ-ταμ προς το υπερπέραν.

Απέξω κλιμακούται η έντασις

Οδομαχίες χαιρετισμών και κλάξον λεωφόρων.

Εκείνα δεν γνωρίζουν τίποτα. Ψεύδονται ασύστολα

Δεν άκουσαν δεν είδαν. Είναι που ενδύονται

Την πέτρινη ακαμψία του υπηρέτη — ελπίζοντας . ·

Μα ταυτοχρόνως τρέμοντας

Του αφέντη τους μια πιθανή απώλεια.

Πιάνουν φιλία με ζώα

Και πόες κατοικίδιες. Κυλάει στις φλέβες τους θερμό

Νερό των σωληνώσεων. Έχουν καρδιά και βρυχηθμό

Καυστήρα.

Ετούτα ξέρω σχετικά. Και αρκέσανε

Να ερωτευτώ τα σπίτια έως θανάτου.

Έως του δικού τους του θανάτου βέβαια.

Που ενώ γεμίζουν τρυφερότητα ως απάνω, ουδέποτε

Λυγίζουν ή ορρωδούν.

Μα όταν φθάσει η ώρα κι όταν χρειαστεί

Με κομπρεσέρ στον κρόταφο κι εξ’ επαφής

Σε σκόνη κρότο κουρνιαχτό τελειώνουνε.

Ή ακέραια,

Σαν κυπαρίσσια πού έζησαν αιώνες μοναξιά

Και άντεξαν,

Ένα τσεκούρι αιφνίδιου σεισμού

Θα τα τσακίσει.

ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ Η ΦΥΣΗ

Στον Νικόλα

Να τρώτε φύλλα της μουριάς, αν θέλετε

Ή μύξα σας να γίνει από μετάξι.

Και προπαντός να 'στε σκουλήκια. Που έρποντας —

Και τα λοιπά και τα λοιπά.

Τί ανήθικη τί ευτελής που γίνεται

Συχνά η φύση! Ορίστε μας·

Πώς ν' αμολήσεις νήπιο στους αγρούς,

Να το διδάξουν ποιοι;

Γλειψιματίες κισσοί φτηνιάρες πεταλούδες

(Ρουφούν στα χείλια τους ανθούς και χάνονται)

Δέντρα που εκεί που σου κουνούν τα φύλλα, αιφνίδια

Κόβουνε ύπνους νηνεμίας, τα αγενέστατα.

Και να 'ταν μόνο δέντρα; Ομοταξίες ολόκληρες

Του ζωικού

Το 'χουνε ρίξει στα σκληρά και αποχαυνώνονται

Με χειμερία. (Προσέξατε-

Δε μνημόνευα) εδώ ούτε τη βία ούτε το σεξ

Που, αντί για ωραίες προσευχές, ακούγονται

Κάθε λογής ξεσκίσματα στην αίθουσα

Και ολολυγμοί).

Δεν είναι αυτό σχολείο για μικρά παιδιά. Να κλείσει.

Η ΑΡΑΧΝΗ

Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα

Όπως το κάνουν όλοι αυτοί πού κουραστήκανε

Από τα τόσα πού ελπίζουν ότι ζήσανε

Στο χλιαρό κενό του να μη σκέφτομαι καθόμουνα

Παρατηρώντας μιαν αράχνη πού αιωρείτο.

Εκείνη κάτι θα σκεφτότανε φαντάζομαι

Γιατί όλο ανέβαινε το σιχαμένο ιστό της

Έμενε ακίνητη συσπώντας τις κεραίες κι έπειτα

Ακάθεκτη ορμούσε στο κενό.

Μύγα ή ζωύφιο δεν πέρασε, όσο είδα.

Όμως η θήρα προχωρούσε δίχως θήραμα

Με τη σοφία εκείνου που γνωρίζει πώς το ανύπαρκτο

Θέλει δραστήρια τέχνη να το αδράξεις.

Σοφία ωραία λιλιπούτειου τέρατος

Που σε κλωστούλα σάλιου παραμόνευε

Να παγιδέψει το άπιαστο.

Και με χαψιές μεγάλες τέλος καταβρόχθισε

Τις ώρες μου, την πλήξη, το κενό.

ΕΝΩΠΙΟΝ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟΥ

Πήγαινα νύχτα παρά θιν αλός

Κι απάγγελλα από μέσα μου καινούργιους στίχους.

Θύελλα στο ακροατήριο

Με ηχηρά χειροκροτήματα που φτάναν κατά κύματα

Επευφημίες και γιούχα των αφρών.

Αυτό στ' αλήθεια είναι κοινό!

Με το ρευστό των λέξεων στα κόκκαλά του,

Αμφίθυμο

Απ' την αστάθεια των σημαινόμενων. Η έμπνευση

Ρυτίδωνε το δέρμα του όλο ρίγη

Κι ήταν βυθός η επιφάνεια που αλάλαζε

Στα σκοτεινά.

Ποιος άλλος πίστεψε ποτέ ότι τα ποιήματα

Είναι ο βόγγος του νερού που σπάει και ντρέπεται

Ζητώντας μόνο να χαθεί σ' εν' άλλο βόγγο;

Ας είμαστε λιγότερο μικρόψυχοι. Έρπει ή φειδώ

Με κρύο αίμα δαψιλεύεται

Μικρά ψιχία. Όμως τα ποιήματα

Δεν επαιτούν τον έπαινο

Ούτε τη στάλα το μελάνι από την κάλαμο

Του κάθε κριτικού. Διψούν μια θύελλα βρυχηθμών

Μια λαοθάλασσα

Να τρέμει σύγκορμη απ' τη ρώμη των ρημάτων

Ή να σφυρίζει έστω

Μια γελοία παρήχηση (σαν την πιο πάνω)

Αφρίζοντας

Από έκσταση κι από θυμό.

Μη σας γελά ή σεμνότητα

Και τα sub specie aeternitatis

Των μιξοπάρθενων. Όλοι φοβούνται

Όλοι ποθούνε αχόρταγα

Τo εφήμερο.

Επευφημίες και γιούχα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...