Κι ως φιλική υπόδειξη προτείνει :
Άκουσε
Το βουητό του ωκεανού· το βουητό.
Κι όχι το αμέριμνο τραγούδι των ψαράδων.
5
Παράρτημα
Όμως τα ποιήματα
Δεν επαιτούν τον έπαινο
Ούτε τη στάλα το μελάνι από τον κάλαμο
Του κάθε κριτικού.
Α. Φ.
1. Στα ποιήματά μας σεργιανάνε πεθαμένοι
Οι στίχοι μας εγκυμονούνε τέρατα
2. Γιατί αν νωρίς δε σ’ εξουδετερώσουμε
−Άτιμο ποίημα − θα μας γονατίσεις.
3. Αλλά το ποίημα
Είναι ποτάμι από δάκρυα ξένα
……………………………………
Συχνά το βλέπω να γυρνάει προς την πηγούλα του
Κι όταν φουσκώνει
Απ’ την πολλήν αγάπη
Πνίγει.
4. Με στίχους δεν υψώνεται κανείς σε οργασμό
5. Το μόνο που με ανησυχεί
(Καθόλου δε μ’ ανησυχεί, αστειεύομαι)
Είναι που απ’ όσα έγραψα
Από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
6. Σαν ποίημα·
Που όλο γλιστράει
Στην άκρη των δακρύων.
7. Τρεις ώρες φτάνουν για να γράψεις ένα ωραίο ποίημα.
Όμως τριάντα χρόνια δεν αρκούν να γράψεις ένα ποίημα.
8. Αν είναι αλήθεια δυνατόν
Εξήντα χρόνια αργότερα να υπάρχουνε
Ακόμη δάκρυα και ποιήματα! Ε, όχι.
9. (Αδυνατεί να κάνει ωραίους στίχους
η πραγματικότης, βλέπετε).
10. Οι στίχοι
Είναι τα στάχυα που θέρισαν
Ελισσόμενες μέρες.
11 Τις περισσότερες φορές σκέπτομαι δωρεάν
Χωρίς μολύβι.
6
2. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Στ’ αλήθεια τι άπραγοι
Τι ανεπίδεκτοι αθανασίας οι θνητοί.
Α.Φ.
Ο Φωστιέρης γνωρίζει τη βαθιά οδύνη του θανάτου. Το τετελεσμένο γεγονός,
το ανερμήνευτο μυστήριο. Η φθορά και το αναπάντεχο κάναν καλά τη δουλειά τους.
Το αναπόδραστο, έτσι κι αλλιώς, ήρθε. Το τίποτα και το πουθενά σκιάζουν όλες τις
μέρες, όλες τις ώρες:
Η μόνη βεβαιότητα είν’ ο θάνατος.
Κι ακόμα η πικρή παραδοχή είναι αυτονόητη :
Όποιος μπαίνει στο θάνατο, δε μιλάει πια γι’ αυτόν.
Η μεταγωγή από το εφήμερο στο αιώνιο και η ταξινόμηση στις σκιές γίνονται
από τον αόρατο υπολογιστή σε χρόνο μηδέν :
Μόνο οι νεκροί είναι σίγουροι -
Με χέρια σταυρωμένα σε παραίτηση.
Ποιο συγκλονιστικό σημείο ήταν το καθοριστικό για το μοιραίο συμβάν ; Τι
ψάχνεις να βρεις ;
Αφού το ξέρεις, ένα μόνο δευτερόλεπτο αρκεί
Ν’ αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους.
Κι όμως, σε μια μικρή σπηλιά του μυαλού μας οι νεκροί μας «ζουν». Τους
κουβεντιάζουμε, λέμε τα δικά μας :
Τα αισθήματα είναι το καλώδιο
Που φτάνει στην καρδιά του μηδενός.
Είναι ο τηλέγραφος για να μιλάμε και στους πεθαμένους.
Προσπαθούμε να τους εξηγήσουμε το παράλογο, αυτοί με τη σειρά τους
κρατάνε πείσματα, θυμώνουν και πάντα η τελευταία τους κουβέντα μας τσακίζει :
Οι νεκροί μπαρκάρανε στα φέρετρά τους
Φύγανε μουτρωμένοι δεν είπαν ούτε αντίο.
Από τη στιγμή που θα γεννηθεί ένα μωρό, μόνον ο αδυσώπητος θάνατος το
περιμένει – κι ο Φωστιέρης, μαιτρ της θεματολογίας του θανάτου, το υπογράφει :
Όμως εγώ
Νεκρός
Από τη γέννησή μου κιόλα ένας νεκρός
Μιλώ μαζί σας.
7
Και το επιβεβαιώνει ξανά με σιγουριά :
Από τώρα στο μέλλοντα χρόνο μου έχω πεθάνει
Νεκρός δροσερός στα σκοτάδια μου είμαι.
Για την εν ζωή παραβατότητα, ο Φωστιέρης υπενθυμίζει το τίμημα :
Σαν τους νεκρούς που αμάρτησαν
Και μένει ανέπαφο στο λάκκο το κορμί τους.
Αλήθεια, έχουμε σκεφτεί καμιά φορά τα παράδοξα ;
Πού ακούστηκε να πέθανε ποτέ το πεθαμένο ;
Ή:
Όλοι μαθαίνουνε το θάνατό τους
Από τρίτους.
Ο Φωστιέρης δεν ξεχνά τους ποιητές που αγάπησε και τους τιμά – πάντα
ποτίζοντας τη μνήμη τους με τον δικό του τρόπο, τον βαθύτατα σαρκαστικό :
Καλότυχοι νεκροί αυτοί,
Που λησμονάμε
Ποσο ανύπαρκτοι στ’ αλήθεια υπήρξανε
Ο Φωστιέρης έχει σεργιανίσει στους μυστικούς μαιάνδρους γύρω από το
μοναδικό σε ενδιαφέρον θέμα του θανάτου, με την επιμονή σχολαστικού
αρχαιολόγου. Γνώση και στοχασμός, και ιδού το ξέσπασμα :
Όμως, δε γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη να εξηγεί
Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος
Με πόσα θά και πόσα νά που ψιθυρίζει ο θάνατος
Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή.
Στην τελική επιμέτρηση, ο Φωστιέρης, ενώπιος ενωπίω, εξομολογείται :
Δεν πιστεύω βεβαίως σε ανάσταση.
Πιστεύω εν τούτοις
Με πάθος
Στο θάνατο.
Στην πιο σπαρακτική στιγμή, όταν σκέφτεσαι το μεγάλο κενό του νεκρού που
έφυγε αλλά ζει μέσα μας, ένας χείμαρρος τρυφερότητας, νοσταλγίας και φροντίδας σε
συνεπαίρνει, καθώς του ψιθυρίζεις τρέμοντας με μύχιο θρήνο :
Να σκεπάζεσαι καλά.
Με το χώμα σου.
8
Παράρτημα
1. (γιατί νέοι πεθαίνουν οι φίλοι μας, γιατί όλοι πεθαίνουμε νέοι).
2. Η σιωπή – τη βλέπεις πάνω της χτυπάς –
Το καρφωμένο φέρετρο μ’ ένα νεκρό που ασφυκτικά ανασαίνει.
3. Ενόσω αθέατος
Περνάει ο θάνατος κάτω απ’ τους ήχους της αγάπης.
4. Ένας αυτόχθων του θανάτου ένας
Αυτοκτόνος.
5. Κοιτάω την άνθιση και βλέπω τα κλαδιά σου
Ξερά στο θάνατο.
6. Και τα νεκροταφεία – βέβαια – είναι νεκροταφεία
Κι ας λέν οι άλλοι οτ’ είν’ αεροδρόμια.
3. Ο ΕΡΩΤΑΣ
Είσαι το σύννεφο που αρκεί να αρκεί να κρύψει τ’ άστρα.
Είμαι το γέλιο το σπασμένο κι ο λυγμός.
Α. Φ.
Ο Τάσος Λειβαδίτης έχει σκιαγραφήσει τον ερωτικό Φωστιέρη : «Στον Αντώνη
Φωστιέρη η έννοια “εφηβεία” καθορίζει ως ένα μεγάλο βαθμό όλη τη συναισθηματική του
συμπεριφορά. Κι ακριβώς γιατί έτσι είναι πλασμένη η “εφηβίζουσα” ιδιοσυγκρασία του
Φωστιέρη βρίσκει τον καλύτερο εαυτό της στον έρωτα και στην ποίηση».
Κι ο Αλέξης Ζήρας προσθέτει : « Το έργο του Φωστιέρη, μετά το ’80, είναι κατ’ εξοχήν
συναισθηματικής υφής».
Το μεγάλο καρδιοχτύπι, ο σιωπηλός οδυρμός, το γλυκό χαμόγελο, το δάσος της πλησμονής
όπου χαθήκαμε, το βλέμμα που κρύβει ένα κόμπο στο λαιμό :
Έτσι, σαν έρωτας.
Όσο ζεσταίνεις, τόσο αφανίζεις.
Μα πόση, αλήθεια, τέχνη χρειάζεται
Για να πετύχει ο αφανισμός.
Πόσος, αλήθεια, χρειάζεται αφανισμός
Για να ζεστάνεις.
Έστω στο βάθος ο έρωτας· πικρός εσπερινός στης νύχτας τις ξερολιθιές, βαλσαμωμένος
όρθρος στην κατεδάφιση της μέρας – κι όμως ανασαίνει, αερικό και ξόρκι, κλεφτοφάναρο
στα σκοτάδια μας :
9
Είσαι στο βάθος και σ’ ακούω που τραγουδάς
Ένα τραγούδι εξαρθρωμένο δίχως φθόγγους.
Έρωτας βάλσαμο, μόνιμο θρόισμα, το παράλογο του παφλασμού των κυμάτων στα
σπλάχνα, βέλος μπηγμένο στο κέντρο της καρδιάς, σπαραγμός στην ομίχλη, μόνος στη
σφαγή – και στο τέλος, τι;
Το αίσθημα σου μένει
Συντριβής
Για τον αιώνιο θρίαμβο
Των αισθημάτων.
Και πώς γίνεται, ενώ στις φλέβες μου είσαι πυρρίχιος χορός, ξαφνικά να
μεταμορφώνεσαι,·δίκοπο μαχαίρι και πρόσωπο ξένο ;
Πως λιώνει από μέσα το πρόσωπο
Πως
Σα μελάνι συμπάθειας μένει
Μια στάλα
Το απύθμενο
Αίσθημα.
Παράλυτος στους δρόμους, χάνομαι, χάνομαι στα σοκάκια και στην πόλη του
μυαλού μου, το στήθος μου διάτρητο, οι στίχοι μου κουρέλια :
Πόσο στυφό το σ’ αγαπώ σε στόμα ξένο
Πόσο σπασμένος των ποιημάτων μου ο ρυθμός.
Το παιχνίδι των κρυφών στεναγμών παίζεται στη φαντασία, σε χώρους
άγνωστους στους τρίτους – κι ο ποιητής στη μοναξιά του, απόμακρος. Το μόνο
σίγουρο είναι πως :
Το σώμα θρέφεται με ακρίδες νοσταλγίας
Το σώμα ξεδιψάει με δάκρυα.
Η σάρκα με τις παρορμήσεις της, στην πάλη των δαιμόνων:
Το σώμα εγκαταλείπει βιαστικά τα ξένα σώματα.
Η αυτοψία πραγματοποιείται δημόσια κι αθόρυβα κοινοποιείται στον
ενδιαφερόμενο . και το συμπέρασμα όπως παλιά :
Το σώμα είναι ζώο και βοσκάει ανάμνηση.
Κι ακόμα κανείς δεν απάντησε στο ερώτημα :
Το σώμα σπούδασε ποτέ του αθανασία ;
10
Παράρτημα
1. Η όρασή μου συνορεύει με το δέρμα σου.
2. Υπέθετα
Πολυβολεία και σειρήνες
Μα το αγκάλιασμα
Είναι πιο δόλια μέθοδος να με συλλάβεις.
3. Θα εφεύρω το μαστίγιο
Και των ματιών σου οι λίμνες ήδη καθρεφτίζουνε
Μαρτύρια της αγάπης.
4. Γι’ αυτό ερωτεύτηκα τα σπίτια. Και τους ανθρώπους βέβαια
Που μοιάζουνε με σπίτια.
5. Καθώς θριαμβεύει η αφέλεια του αισθήματος
Κι όλα τα σχήματα της ερμηνείας γίνονται
Κομπάρσοι να θωπεύουν το όραμα
Του θεόπνευστου πάθους.
6. Αυτός που πάει να συλλαβίσει το «αγαπώ»
Γλιστράει, ασήμαντος,
Σε μουσική από πάγο.
7. Κι όταν αγγίζεις αίσθημα
Να είναι σάρκα μόνο, σάρκα που ερωτεύεται
Χωρίς τη χρεία του έρωτα
Χωρίς καμία προπαιδεία συνειρμών.
Χωρίς τ’ αχρεία εκείνα ρουλεμάν της ομιλίας.
8. Κι ο έρωτας λοιπόν είναι μια κίνηση
Να μπω ή να μη μπω :
Εκείνη η παλινδρόμηση
Έρχομαι – φεύγω.
9. Αν σ΄ αγαπώ είναι που σ΄ αγαπώ στον πόνο σου
Αν σε μισώ είναι που με τυφλώνει ο πόνος μου.
10. Δεν ξέρω άλλη αδικία παρά του έρωτα
Όταν ενήλικο το πνεύμα σέρνεται
Κουρέλι μπρος στη νήπια ορατή ωραιότητα.
11. Της σάρκας
Το ακόρεστο
Σαράκι.
11
12. Είναι βαρύς χειμώνας
Αυτός της εγκατάλειψης
Αλλά η φυγή αναπόφευκτη.
13. Όταν πειθήνιο σκλαβώνεται στο πάθος
Και σφουγγαρίζει τις αυλές του ακατανόητου
Με φλογισμένα δάκρυα
Ευλαβείας.
14. Μεταμορφώνεται σε πύρινο Μηδέν
Μουνούχος φύλακας στο στόμιο
Της γυναίκας.
4) Η ΥΠΑΡΞΗ
Και πες τό εγώ «κανείς».
Α. Φ.
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος έγραψε : «Ο Φωστιέρης μας παρέδωσε στο φως
τη μυστική πηγή της υπαρξιακής φωταψίας».
Και πράγματι μας χάρισε στίχους-διαμάντια :
Απόψε σκέφτομαι
Αυτούς που βασανίζονται κλεισμένοι στο καβούκι τους
Αυτούς που ο φόβος τους φυτεύει στις ερμιές
Αυτούς που άυπνοι αιωρούνται στον αέρα
Αυτούς που κάναν έρωτα και μείνανε πιο μόνοι
Αυτούς που λιώνουν βουτηγμένοι στα χαρτιά.
Ο Φωστιέρης ασφυκτιά στα καθιερωμένα. Πραγματοποιεί τη ρήξη, αισθητικά
και ουσιαστικά, όχι από πρόκληση, αλλά από το κίνητρο της απόλυτης ελευθερίας,
μέσα από μια βαθύτατη επιθυμία οι αισθήσεις να πάρουν το ζωντανό σχήμα μιας
ποιητικής αστραπής :
Να μάθω πως δεν είμαι. Με πάθος να σκεφτώ πως
δεν υπάρχω. Γιατί αν υπήρχα, βέβαια, δε θα σκεφτόμουνα.
Ο Φωστιέρης σκάβει και η σκαπάνη ανοίγει διαδρόμους, βαθιές λαβωματιές,
η μέσα πόλη ηλεκτροδοτείται, ανασαίνουν τα έγκατα της ψυχής :
Σταγόνα στον ωκεανό – μα είμ’ εγώ η σταγόνα
Ή νάμ’ ο ωκεανός.
Κι αλλού :
Ο μόνος πόθος τού εγώ είναι το εγώ.
12
Κι ακόμα :
Εγώ είμ’ άγαλμα
Κι από το στόμα μου αναβλύζει ο καιρός.
Ή :
Είμαι τα μάτια μου κι αυτά όχι πάντα.
Ο Φωστιέρης, κρατημένος στο υπαρκτικό πέλαγος από το μαδέρι της
μοναξιάς του, κατασταλάζει με νηφάλια λύτρωση :
Ο χρόνος η βαθιά στοά το διαμπερές μου τραύμα
Ζωή το φίδι που άγρυπνο δαγκώνει την ουρά του
Το ποίημα ένας θόρυβος μια σφήκα στο κεφάλι μου
Ο κόσμος ο αράγιστος
Κι ο άγρια ρημαγμένος.
Πάλι, όμως, η αμφιβολία υπάρχει στο βάθος και διερωτάται :
Ή μήπως είναι η απουσία των πραγμάτων
Δικιά μας απουσία που καθρεφτίζεται
Στην αναχώρηση και τη φθορά των γύρω ;
Σ’ αυτά τα ερωτήματα ανοίγει παράθυρα στο φως :
Ήμουν μικρός δεν ήξερα
Χωρίς τον ήχο πώς ακούγεται οιμωγή.
Και de profundis δικαιολογείται :
Αντάλλαξα
Τον άνεμο με χώμα, σκότωσα
Το έμβρυο της έκπληξης για κάτι αειθαλές
Με την ελάχιστη ελπίδα πως το ανέλπιστο
Θέλει δολώματα από σιγουριά για να τσιμπήσει.
Αστόχησα.
Όμως νοιάζεται για την άνευ όρων παράδοση των γύρω του, για το αμείλικτο της
φθοράς τους – και υποφέρει :
Οι φίλοι μου οι συμμαθητές φορέσανε γραβάτα
Χωρέσαν σε μια τσάντα γίναν επιστήμονες.
Οι κραδασμοί της ψυχής του ποιητή πηγάζουν από τη θερμοκρασία της
ιδιοσυγκρασίας του, από την πυρκαγιά του βιωματικού του φορτίου :
Για πολλά χρόνια υπήρξα νέος
Και στη νεότητα θυσίασα τα νιάτα μου.
13
Ή :
Γιατί όλοι είμαστε κάποιος νεκρός που αμάρτησε
Και μένει ανέπαφο τη νύχτα το κορμί μας.
Ή :
Γιατί είναι αμάρτημα να ζεις, να περιφέρεσαι με το κορμί
σου ανέπαφο.
Ο ποιητής εξαργυρώνει τους παλμούς της ψυχής του με την εφιαλτική σωματική
δοκιμασία – γι αυτό και η παρότρυνση :
Ροκάνισε το μισητό σου σώμα.
Στο άυλο φως της αγωνίας της ψυχής, τα τραύματα αποτελούν το ζωτικό υλικό
της υπαρξιακής περισυλλογής, με σήματα που γίνονται κραυγές, η ύλη, ο όγκος
ανύπαρκτα – και οι αισθήσεις σωσίβια λέμβος :
Μάταιο φως
Σε δυο σχισμές δακρύων χώρεσες τον κόσμο.
Η θύμηση
Κι η φαντασία
Παραμυθία ζητούν στις μεγεθύνσεις.
Μια μικρή λέξη, το «τίποτα» αποκτά υπόσταση, γίνεται κλειδί για
οντολογικές εμβαθύνσεις :
Πάρε λοιπόν το μολύβι τού Τίποτα
Ζωγράφισε τα γνήσια τοπία :
Και πες τό εγώ «κανείς»
Τον κόσμο «κήπο απότιστο».
Κι ακόμα :
Εσύ που πρώτα γέμιζες το σάκο με τα ευρήματα
Τίποτα τώρα τίποτα :
Ο πάτος όλο τρύπες.
Παράρτημα
1. Ο ένοχος
Με καταδίκη σ ε ζ ω ή θα ξεπληρώσει.
2. Ρωτά εκείνος που γνωρίζει από τα πριν.
3. Γιατί πάντα προμηνύεται κάποιος χειμώνας, γιατί πάντα
θαρρώ είναι χειμώνας.
14
4. Έτσι γεννήθηκα κι εγώ· που ο άγγελος
Ήθελε κάτι σκούρο απάνω ν’ απλωθεί
Να δείξει
Αντίθετη στο δέρμα μου η ασπράδα του.
5. Θυμάμαι τη ζωή απ’ τα τρυπήματα.
6. Κάθε μορφή αθανασίας αντίκειται
Στην έννοια του όντος.
7. Ο άγγελος δεν ξέρει τίποτ’ απ’ την
oμορφιά του αγγέλου.
8. Είμαι τα μάτια μου κι αυτά όχι πάντα.
9. Αν θα πεινάσω κάποτε δε θα μπορώ να θυμηθώ να πω ψωμί.
10. Όλοι φοβούνται
Όλοι ποθούνε αχόρταγα
Το εφήμερο.
11. Το τελειότερο πλάσμα της δημιουργίας δαπανάει την ύπαρξη
Στριμωγμένο σε ουρές από τέλεια πλάσματα
Που κι αυτά περιμένουνε κάτι.
12. Κάποτε
Ήμουν αυτός
Που γράφει τώρα.
13. Γερνάω και γέρνω καθώς κάποια έμψυχα
Του κόσμου αυτού σταθερά προς το χώμα.
14. Απ’ τα δεκάξι μου υπήρξα αιωνόβιος.
15. Τι θέλω εγώ σ’ αυτό το αέρινο άπειρο
Χωρίς ιδέες χωρίς σκοπό χωρίς ταυτότητα ;
16. Αυτό είσαι συ.
Ένα κουβάρι αλλότριων στιγμών
Μια σκοτεινή χοάνη γεγονότων.
17. Κι αν ήταν κάτι να μπορούσα να πιστέψω θα ’μουν άτρωτος.
18. Και λέω εγώ και είναι εδώ.
19. Κι ήταν η αράχνη αυτός κι ήταν το έντομο
που θα ’τρωγε η αράχνη.
20. Πότε το πνεύμα αναπαμένο μες στο μαύρο του
Θ’ αρχίσει να ονειρεύεται το βάθος.
15
21. Ξεφλουδίζω το ξύλο και βρίσκω το κάρβουνο.
22. Πού να σε βρω – αλίμονο
Ο κόσμος λιώνει μέσα μου – μαζί του λιώνω.
23. Να ζεις σα να θυμάσαι
Πως θυμάσαι
Τι έζησες.
24. Τι άραγε
Να είναι αυτό που δεν υπήρχε πριν και τώρα υπάρχει ;
25. Αφού ό,τι ζει
Μιλάει μονάχο για τη δόξα της ζωής του.
26. Βλέπω τα σώματα ν’ ανήκουν στην εικόνα τους
Κι όλα του κόσμου ετούτου στ’ όνομά τους.
27. Οι ψυχές φοράνε δέρμα ζώου για να γνωρίζονται
Και την ανυπαρξία εξευμενίζουν με κορμί.
28. Είχα ξεχάσει ότι ο άγγελος
Με πέταξ’ έξω απ’ το μηδέν δια της βίας.
29. Τι θέλουμε
Στης ορατότητας
Τις τρομερές ερήμους ;
5. Ο ΧΡΟΝΟΣ
Όμως χθόνιος εχθρός
Ο χρόνος προχωράει.
Α.Φ.
Ο Φωστιέρης εκτιμά ως δώρο Θεού την πεμπτουσία του εφήμερου και με
βαθιά προσήλωση βάζει στο χρονοντούλαπο την έκπτωση της διάρκειας :
Αφού, όσο ξέρω, δεν υπάρχει ακόμα η συνταγή
Να φτιαχτεί μια στιγμή διαρκείας.
Η αμφισβήτηση κατασταλάζει στην πικρή διαπίστωση :
Έτσι περνούν οι εποχές
Η μια βαθιά μέσα στην άλλη.
Γίνεται πια κοινή παραδοχή η δύναμη του χρόνου :
Συνείδηση του χρόνου μου.
Ανατινάζοντας τα μέγαρα των αιώνων –
Πέτρες και σίδερα.
16
Ελλοχεύει πάντοτε υποδόρια η μελαγχολική εγκαρτέρηση πως δεν μπορεί
τίποτα ν’ αλλάξει, τίποτα να μετακινηθεί :
Ποτέ και πάντοτε
Τις χρυσωμένες προσωπίδες, πάντοτε
Για το
προσω-
ρινό.
Ο χρόνος, ακίνητος και ανίκητος, καραδοκεί στα σκοτεινά λιβάδια, στις
αφύλακτες στοές. Δεν προειδοποιεί, εφορμά, χτυπά και φεύγει – και ο
ανυπεράσπιστος ξεσπάει :
Φαλακρό να μείνει το παρόν, φαλακρό και γλοιώδες. Σα
γέρικο μωρό.
Η άμυνα του αδύναμου περιορίζεται σε σπασμωδικές κινήσεις :
Να στήσω αυτί στην ησυχία του τίποτα. Ν’ ακούσω το βαθύ
ροχαλητό, το χρρρ του χρόνου.
Τα πάντα ρει, όλα παρέρχονται, αλλάζουν, τα λόγια χάνονται, η λήθη
θριαμβεύει :
Καθώς εκείνο που λατρεύτηκε μισιέται
Κι αυτό που ειπώθηκε το παίρνει ο καιρός
Τ’ αλέθει η λήθη το σκορπάει στο έ γ ι ν ε.
Κρυφός καημός του πάσχοντα :
Η λήθη να σκεπάσει με το χώμα της τα λείψανα του κάποτε.
Να γίνω μνήμα ημερών.
Στο διασωληνωμένο άνθρωπο ο χρόνος προκαλεί καταλυτικές παρενέργειες :
Ορρός προσωρινός· στην αρτηρία ο χρόνος
Σταλάζοντας μηχανικά τις ώρες του
Σταλάζοντας
το
τίποτα
ξανά
στο
πουθενά.
Η εμπεριστατωμένη μελέτη του χρόνου καταλήγει σε στέρεα συμπεράσματα :
Όπου παρόν
Σημαίνει απλώς το παρελθόν του μέλλοντος
Ή, πιο σωστά, το μέλλον ενός άλλου παρελθόντος.
17
Η αιώνια αναμονή έχει τις συνακόλουθες παρενέργειες :
Περιμένω σημαίνει πενθώ τη ζωή που ανέβαλα.
Περιμένω σημαίνει
Προσκυνώ τη συνέχεια του χρόνου.
Ο χρόνος δεν έχει διαφυγές, δεν υπογράφει συμβάσεις :
Α, πόσο αντίδικη μνήμη ο χρόνος
Και νικητή αναδεικνύει ξανά την προδοσία
Καλώντας την κίνηση.
Και αναπότρεπτα :
Γι’ αυτό κάθε μνήμη
Γι’ αυτό κάθε ώρα είναι άθλιο, λέω,
Κενοτάφιο στιγμών.
Έτσι υπονομεύεται η ροπή στη νοσταλγική θύμηση:
Ποιος θα ’χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη
μιας ανάμνησης.
Γι’ αυτό :
Κανένας ρολογάς δεν έχει εμπιστοσύνη στο ρολόι του.
Κανένα ρολόι δεν πιστεύει την ώρα.
Απλά ο ποιητής, μονήρης και φευγάτος, καταμετρά την απώλεια :
Κι εγώ που πόθησα την πιο βαθιά ζωή της ομορφιάς
Γυρνάω έρημος στο νυχτωμένο δρόμο των ωρών μου
Καπνίζοντας την υποχθόνια λύπη αυτού του κόσμου.
Παράρτημα
1. Ο ακαθόριστος καιρός που καθορίζεται
Στο μέλλον μόνο.
2. Μπορώ από τώρα λοιπόν να πενθώ
Το μικρό χωρισμό το δικό σου
Που ακόμα δε σ’ είδα.
3. Οι εποχές η μια με ρίζες στην καρδιά της άλλης.
4. Η νύχτα ενσαρκώνοντας τον έναστρο χρόνο.
5. Κάθε αυγή παραδουλεύτρα αστραπιαία τακτοποιεί
Δρόμους και κτήρια στη χτεσινή τους θέση.
18
6. Γιατί δεν έχει ο χρόνος διαφυγές ;
7. Ίσως μια μέρα αποδειχτεί
Πως το φθινόπωρο αυτό
Ήταν η άνοιξη ενός άλλου φθινοπώρου.
8. Έτσι περνούν οι εποχές περνούν οι εποχές
Η μια το μέσα πρόσωπο της άλλης.
9. Βλέπω το φωτισμό του μέλλοντός σου να ’ρχεται
Μεσ’ από τις βαριές κουρτίνες ενός τυχαίου συμβάντος.
10. Και το τικ-τακ της αιωνιότητας στις φλέβες μου.
11. Η αιωνιότητα πεθαίνει από ανία.
12. Λέτε να γίνει καμιά πλάκα
Και απερχόμενος
Να πάρω κι όση αιωνιότητα απομένει ;
13. Ο μίσχος μαραμένος πριν απ’ τη σπορά.
6. Η ΣΚΕΨΗ
Η σκέψη το πεπιεσμένο σύμπαν
Α.Φ.
Η σκέψη στον Φωστιέρη είναι ο φωτεινός πίνακας του σύμπαντος, όπου ο
διαλογισμός που πραγματοποιείται, με τον ποιητή ενώπιον-ενωπίω, φτάνει στο άκρον
του στοχασμού. Κρίσεις και ιδέες, διανοήματα και ανησυχίες φιλτράρονται, γίνονται
η περιπέτεια του νου.
Ο Φωστιέρης ασκείται με τις λέξεις – αλλά η άσκηση αυτή ματώνει το σώμα,
αιφνιδιάζει το μυαλό, γιατί κάτω από τις λέξεις κυλάει αθόρυβο το ποτάμι της φθοράς,
θολό και μαυρισμένο.
Γιατί να δεις
Να ξαναδείς, σα να μην έχεις ξαναδεί,
Το ιδωμένο ;
Πολλές φορές η συνήθεια ωριμάζει άλλους καρπούς από τους αναμενόμενους :
Προσποιούμενος συχνά συγκινήσεις
Κατάντησα ευαίσθητος.
Ο Φωστιέρης ζει με πάθος την εσωστρέφεια, κάτω από το κέλυφος θάλασσα
ταραγμένη η φόρτιση :
19
Μες στην καρδιά μου
Σπαρταράει ένα πουλί
Με τη φτερούγα του τη μια
Σε δόκανο πιασμένη.
Η αίσθηση του μάταιου, ο σαρκασμός του απραγματοποίητου κεντρίζουν :
Το απρόσιτο μένει συχνά στο ράφι.
Κι ας το ορέγονται.
Ο ποιητής, εραστής της καθαρότητας, συχνά συνομιλεί με τον αναγνώστη και
σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν ξεχνά να συμβουλεύει καλοπροαίρετα :
Ξέρετε
Η σκολιά οδός προς την προφάνεια
Με τι γυαλάκια λογικής είναι σπαρμένη. Ξέρετε
Χωρίς παιδεία
Τι παθαίνει
Ο ανυπόδητος.
Ο Φωστιέρης, φίλος των καθαρών λύσεων, ξεκαθαρίζει τα αυτονόητα :
Ούτε θα ήτανε πρωτότυπο
Να υπονομεύω την πρωτοτυπία πιστεύοντας
Ότι πρωτοτυπώ.
Ο ποιητής πιστεύει στο έργο του. Αυτό μένει, ανίκητο απ’ το χρόνο, το φθόνο,
την υστεροβουλία :
Όμως σοφό, σοφό το κτίσμα πιο πολύ
Απ’ το μάστορη
Γιατί με απόγνωση κερδίζεται η γνώση.
Τ’ αγκάθια του νου ματώνουν την ύπαρξη. Ο μετέωρος πάσχει, το ερώτημα
παραμένει :
Αφού το εύκολο
Είν’ απ’ το δύσκολο ευκολότερο
Γιατί να στέρξεις μ’ ευκολία στη δυσκολία ;
Τον Φωστιέρη τον καίει το άναρχο, το αιφνίδιο, το διαφορετικό – δυσφορεί
για τη σιδηρά τάξη :
Κι εξάλλου πέστε μου
Γιατί θα πρέπει να μυρίζει εξάπαντος η ψαλμωδία
λιβάνι ;
Όποιος αμφιταλαντεύεται, μένει μετέωρο στον άνεμο κουρέλι :
20
Διστάζοντας
Πάντα διστάζοντας ν’ απαλλαγώ απ’ το δισταγμό.
Όμως ο αμφίρροπος έχει ένσταση σοβαρή, γοητευτική :
Η αμφιβολία είναι αυτή που συναρπάζει.
Ο έρωτας του ενδεχομένου.
Ανασκαλεύοντας τη ζωή του ο ποιητής, ζυγίζοντας τη στάχτη των
περασμένων, πολλές φορές έχει την πικρή γεύση της διάψευσης, αφού εκ των
υστέρων ανακαλύπτει πως :
Η σωστότερη κίνηση θα ’ναι αυτή που δεν κάναμε.
Ο ποιητής παραμένει ψύχραιμος εκτιμητής μέσα από το γυάλινο πύργο των
οραμάτων του. Ζυγίζοντας καταχωρίζει στο αόρατο τετράδιο του μυαλού τις
συγκρίσεις του :
Η προσδοκία ταιριάζει στην ανάμνηση :
Κι οι δυο παραχαράζουν όσο δύνανται
Την ατυχή πραγματικότητα. Το βλέπεις.
Εισάγοντας «καινά δαιμόνια» η αυστηρή γλώσσα του ποιητή, βάζει τα
πράγματα στη θέση τους με αμείλικτη ειρωνεία :
Αναρχικούληδες
Των βόρειων προαστίων και του κέντρου, ποιος να υπέθετε
Πως τέτοια υπέρλαμπρα υποδείγματα προγόνων θα έβγαζαν
Τόσο ξενέρωτα φρικιά !
Η διελκυστίνδα της αμφιβολίας, το φοβερό τόξο του έρωτα, του θανάτου, της
σκέψης, της ύπαρξης και της ποίησης τελειώνει με το αναπάντεχο, το ασύλληπτο –
όπως το χαμόγελο της Μόνα Λίζα :
Και μόνο η μουσική με τα ρευστά της κύματα
Υψώνει την άμορφη μοίρα
Στην πιο τιμημένη στιγμή της :
Το ίσως.
Το άρρητο αναδύεται μέσα από τα μάτια του ποιητή, οι καταδύσεις του στη
λίμνη των ονείρων πλουτίσανε τους χάρτες του μυαλού μας με άγνωστες εικόνες, με
καταιγίδες και αστραπές :
Με τη σοφία εκείνου που γνωρίζει πως το ανύπαρκτο
Θέλει δραστήρια τέχνη να το αδράξεις.
Με ρίγος πυρετού τραβάμε την κουρτίνα της αποκάλυψης :
Η σιωπή· μητέρα αγία πόρνη που κρατά
Στη μήτρα της απ’ την αρχή το νόημα του τέλους.
21
Παράρτημα
1. Τα σπίτια διαθέτουν μαγνητόφωνα
Τηλέφωνα κεραίες ενισχυτές
Τα σύνεργα μιας προηγμένης πλέον
μεταφυσικής.
2. Θα ’ναι κλεψύδρα υπέθεσα
Το κάθε νόημα.
3. Ουρανέ ουρανέ άκου τη σκέψη μου
Είσαι το ανάστροφο κρεβάτι ενός πορνείου
Είσαι το άχρηστο κρανίο ενός νεκρού.
4. Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα
Όπως το κάνουν όλοι αυτοί που κουραστήκανε
Από τα τόσα που ελπίζουν ότι ζήσανε.
5. Λύκος και πρόβατο στο ίδιο πάντα δόκανο.
6. Χοντρά, κωφάλαλα τα πράγματα
Υποστηρίζουνε πεισματικά ένα σχήμα.
7. Δώσε μας, ύπνε, τα σκοτάδια τζάμια σου.
8. Με την ουρά του μ’ άρπαξε και με σηκώνει ατσάλινος
Ο γαλαξίας των άφαντων πραγμάτων.
9 Α, η ρόδα η σοφή της επανάληψης
Όταν μετά από τη βροχή
Την ορατή πλευρά της λέμε
Ουράνιο τόξο.
10. Γκρι αρκετό (σε όλα πάντα περισσεύει
ο δισταγμός, το ξέρουμε).
11. Με τέτοιαν έλλειψη ελλείψεων, μπορώ
Να πάρω απολυτήριο ; Δεν μπορώ.
12. Το ανύπαρκτο δεσπόζει στο υπαρκτό
Το αόρατο δεσπόζει στο ορατό
Ο Θεός κι ο αόρατος στρατός δεσπόζει.
13. Τα επουράνια
Είναι μονάχα οφθαλμαπάτη της ψυχής.
14. Γιατί κολάζει ο Θεός μονάχα τους πιστούς του.
15. Ποιο άγαλμα κοιμάται μες στο μάρμαρο ;
22
16. Όμως τα μάτια μου γεννάνε κάμπιες στους ανθούς.
17. Αλλά το νείκος
Μήπως κι αυτό δεν είναι παίγνιο
Για νήπιο πνεύμα;
18. Ό,τι αν σκεφτώ, μια παλλακίδα σκέψη θα ’ναι.
19. Όπου να πιάσω όπου κοιτάξω γύρω στο μυαλό μου.
20. Κι η Γνώση ένα τεράστιο δέντρο βγαίνοντας απ’ το
νεκρό καιρό, να δείχνουνε τα δάχτυλα κλαδιά του
εκατομμύρια δρόμους
21. Ο έρωτας του μη πραγματικού
Είναι μοιχεία του πνεύματος.
7. Η ΦΥΣΗ
Τι ανήθικη τι ευτελής που γίνεται
Συχνά η φύση.
Α. Φ.
Ο ποιητής πορεύεται στο φυσικό περιβάλλον ως ενεργός οργανισμός, με τις
κεραίες του σε συνεχή ετοιμότητα :
Όραση βλέπω και όσφρηση οσμίζομαι
Σ’ ένα πεντάγραμμο αισθήσεων παίζοντας
Τα όργανα που προμηθεύει η φύση.
Πομπός και δέκτης ερωτικών μηνυμάτων ο Φωστιέρης ομολογεί :
Τώρα μονάχα φύση αρχίζω να υποπτεύομαι
Το νόημα της φωνής σου.
Η δεκτικότητα του ποιητή πολλές φορές δοκιμάζεται έντονα :
.
Αλίμονο
Πώς αβαντάρει τους θρασείς
Ως κι η θρησκεία της φύσης.
κι αλλού :
Ο αμνός πώς να ’ξερε αν είναι σαρκοβόρο ;
Για το χορτάρι ωστόσο, σαρκοβόρο είναι.
Έχοντας γίνει ένα με τη φύση ο ποιητής αποφαίνεται :
23
Το καλό ισορροπεί
Αυτό που λέμε οικονομία της φύσης.
Και αλλού :
Η άνοιξη
Κατάλαβα πως είναι υπόθεση ρουτίνας για τη φύση.
8. Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ
Τι γούνα ολόθερμη και θαλπωρή από άγνοια
Να προσκυνάς μ’ ευγνωμοσύνη νομοτέλειες
Ως θαύμα.
Α. Φ.
Στη σύνθεση των αντιθέσεων η ευρηματικότητα του Φωστιέρη ξεχειλίζει από
την απροσδόκητη ιδιοτυπία και τη διαύγεια μιας νέας αντίληψης που εμπεριέχει το
ιδιάζον στοιχείο της πρωτοτυπίας.
Η ποικιλία των αντιθέσεων μεταφέρει σε νέα εδάφη τις αναζητήσεις, καθώς η
ευρηματικότητα πλουτίζει τον ορίζοντα, κεντάει τη σκέψη με καινούργιες προκλήσεις.
Ώρα μηδέν κι ο ποιητής συνομιλεί με το χρόνο, ανιχνεύοντας τον βαθύτερο
ρυθμό της ζωής :
Αυτό που μένει περισσότερο
Είναι αυτό που φεύγει
Καθώς το τίποτα είναι πολύ
Ενώ το λίγο τίποτα.
Συνακόλουθη η σίγουρη παραδοχή :
Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο.
Το ένδον σκάπτειν γίνεται εφαλτήριο για άγνωστα ταξίδια :
Να καθαρίσω το μυαλό μου από τα αίματα, να πλύνω
τους νεκρούς της Ιστορίας.
Να καταστρώσω σχέδια για το παρελθόν.
Επειδή η γνώση καταλήγει στην αμείλικτη αλήθεια :
Το πάντα τελειώνει στο τώρα.
Η διαλεκτική των στίχων του, η σύνθεση των αντιθέτων, εκφράζει τη μαγική
δύναμη της γνήσιας ποίησης :
Στο απόλυτο σκοτάδι του λευκού.
Και αλλού :
24
Δε σκέφτομαι – άρα υπάρχω
Ο άνθρωπος ανασαίνει και κινείται σ’ ένα κόσμο που κοιτάζει και μετρά τα
πάντα με τους δικούς του ρυθμούς, με τα δικά του μέτρα – αντίθετα ο ποιητής ζει την
υπέρβαση με τον δικό του τρόπο :
Εκπλήττομαι
Με την ταχύτητα που επενεργεί η πλήξη.
Σίγουρα στην περίπτωση του συντελεσμένου παίρνει κρίσιμες αποφάσεις :
Έκαψα γράμματα κάηκαν φίλοι.
Και αλλού :
Παλιό μου ίνδαλμα
Κι ύστερα φίλε
Και τώρα απόβλητε
Ο Φωστιέρης αντιπαρέρχεται τις συγκυρίες, όταν χρειάζεται, με σαρκαστική
διάθεση :
Μας τα ’παν, τα ξανάπαν, σαν το αυτονόητο
Να είχε χρείαν ερμηνείας.
Γεύεται την απογοήτευση ενός κόσμου που αφέθηκε στην ευκολία, που
έβγαλε στο σφυρί τα όνειρά του :
Κινήσεις μέδουσας
Στο κύμα ενός κόσμου που ερωτεύτηκε το κύμα
Και φιλοδόξησε ακινησία βυθού.
Και η «κατανόηση» εκφράζεται με στυφή ειρωνεία, με πικρή εμπειρία :
Δέξου το
Πως μόνο εκείνο που μπορεί να πουληθεί έχει τιμή και είναι
Απ’ όλους σεβαστό. Απ’ όλους μας τιμώνται οι πουλημένοι.
Η απάντηση έρχεται απ’ την αντίπερα όχθη κυνικά :
Παρά να λέτε χαμερπής
Καλύτερα αρριβίστας.
Με πλούσιο εμπειρικό υπόστρωμα ο Φωστιέρης, ένθερμος λάτρης της
ομορφιάς, προβληματίζεται :
Α τι οδυνηρή ευφροσύνη η ομορφιά
Τι άγρια τραγωδία η τελειότητα.
Ακόμα και στον αιφνιδιασμό δεν καταθέτει τα όπλα :
25
Αλήθεια λέει.
Μην τον πιστεύετε.
Με σκεπτικισμό αποδέχεται την ομηρία του και φυσικά του δίνεται η ευκαιρία να
σταθμίσει τις εξελίξεις :
Εγκέφαλοι μιας νέας εποχής εκφράζουνε
Το αόριστο
Με όλως ακριβή
Αοριστία.
Δυνάστης ο πανδαμάτωρ επικρατεί του πολύπαθου ανθρώπου :
Καθρέφτης τυφλός παντεπόπτης.
Σφυριά τον χτυπούσαν, εκείνος αράγιστος.
Ανάμεσα στην αλήθεια και την αυταπάτη, στην έξαρση και το τίποτα
διερωτάται :
Αυτή δεν είναι η νοσταλγία του παρόντος ; Ο απόλυτος
ας πούμε σπαραγμός για την απόσταση
που σε χωρίζει από το σώμα που αγκαλιάζεις ;
Φίδι φαρμακερό δαγκώνει την καρδιά του :
Τότε κατάλαβα : μονάχα ο χωρισμός
Ενώνει τους ανθρώπους.
Η ώρα της αυτογνωσίας, με περίσκεψη και τόλμη :
Η χαύνωση του οικείου
(Και πόσο οικείο αλήθεια το αναπάντεχο)
Δε μ’ άφησε να σε περιφρονήσω όσο σου άξιζε
Εαυτέ μου τυχάρπαστε.
Ο ποιητής οραματίζεται και οι σκέψεις του προκαλούν εκπλήξεις κύρους :
α) Τρέχω με ιλιγγιώδη ακινησία προς το μέλλον.
β) Τέτοια ιλιγγιώδης μετατόπιση σημειωτόν.
γ) Όμως έχουμε τόση βιασύνη, κι ας συμβαίνουνε όλα τόσο αργά.
δ) Ο μαραγκός χωρίς τα ξύλα του δε μοιάζει μαραγκός.
Ακόμη ο ποιητής θυμίζει βασικές αρχές :
α) Η πράξη ειν’ η μόνη θεωρία
Που μετράει.
26
β) Γιατί σοφία είναι το ελάχιστα σοφό.
γ) Το πιο παράλογο είναι παιδί της λογικής.
Το παιχνίδι των χρωμάτων θέλγει και αιχμαλωτίζει απατηλά :
Λάμπει το φως η πρόστυχη απόχρωση του σκότους
Η μεγαλύτερη φενάκη του παντός.
Ο Φωστιέρης προχωράει σε ακραίες συγκρίσεις με το ένστικτο και την
δεξιοτεχνία του θηρευτή της ουσίας :
α) Τι όμορφα
Που γουργουρίζουν μες στη θαλπωρή του παλαιού
Οι καινοτόμοι.
β) Γεννήθηκα σε χώρα μουσικών
Που δε νογάει κανείς τους από νότες.
γ) Αλλ’ αν το άσκημο πληγώνει το πιο άσκημο
Η ομορφιά
γελοιοποιείται
απ’ το ωραίο.
Παράρτημα
1. Κι αυτά και τ’ άλλα όλα
χωνεμένα
Μες στην απάνθρωπη ευαισθησία του ποιητή.
2. Λίγο από κείνο το σωστό αστιγματισμό
Λίγους βαθμούς απ’ τη σωτήρια μυωπία σου.
3. Με αστραπιαία βραδύτητα.
4 Σκέψη αισθήματος.
5. Νοσταλγώ το παρόν που θα ζήσω.
6. Πράξεις
Και λόγια που έφυγαν
Μένουν για πάντα, ως φαίνεται· να μας θυμίζουν.
7. Γιατί κάθε γνωστή εποχή έχει κι αυτή τον άγνωστο χειμώνα της.
8. Ο δαίμονας με κάτασπρα φτερά.
9. Σα νά χρειάζεται
Πιο λίγος κόπος να ξεμάθεις το γνωστό.
27
10. Την αναπάντεχη κληρονομιά
Της φτώχιας.
11. Είκοσι χρόνια στα σχολειά κι ακόμη αναλφάβητος.
12. Φωτογραφία δευτερολέπτου, πώς να επωμίζονταν
Δεκαετίες ολόκληρες βλεμμάτων.
13. Η θεραπεία του κακού είναι το χειρότερο.
14. Σφυρί και ραγίζει, γυαλί κι ειν’ αράγιστο.
15. Ούτε μ’ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται
Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών.
16. Το τέλος τρέφεται – σκεφτείτε – απ’ τη διάρκεια
Το τέλος έρχεται με την αρχή.
17. Να διδάξει μ’ απροσποίητη γνώση την άγνοια.
18. Τραγούδι ερωτικό είναι το έγκλημα.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ
Ακολουθούν στίχοι που δεν μπορούν να ενσωματωθούν στις προηγηθείσες θεματικές ενότητες, θα άφηναν όμως δυσαναπλήρωτο κενό για μια ολοκληρωμένη μελέτη, εάν παραλείπονταν :
1. Δε λένε ψέματα οι παλιές φωτογραφίες.
2. Ηχώ τα όχι που επιστρέφουνε.
3. Ένα φεγγάρι δυσανάλογο ανατέλλει μέσα μου.
4. Τίποτα τίποτα από σένα πια ουρανέ.
5. Γεμάτα απογέματα
Δειλά δειλινά
Ωραίες μου ώρες.
6. Κι απάνω η νύχτα, ένα κουβούκλιο επιταφίο.
7. Όλα τα πράγματα που δε θα δω γελούν σαρδόνια.
8. Τράβα το νήμα όλων των πράξεων που μένουν
Εξάντλησέ με ως τη μεγάλη δυνατότητα.
9. Σφαίρες κυκλοφορούν στο αίμα.
28
10. Ο γνώριμος μεγάλος φόβος η εφηβεία μου.
11. Τα πράγματα μουσκέψανε στο φως.
12. Πώς δε μπορώ
Να συνταχθώ μ’ ένα ωραίο ψέμα.
13. Έπεσα σε λάκκο με άσπρο και κάηκα.
14. Όμως ο κίνδυνος
Διπλασιάζει το είδωλο μεθώντας τους δειλούς
Που αγάλλονται στον ίσκιο ενός συντρόφου.
15. Καθότι η ματαιότητα
Δεν άφησε πόρο ανοιχτό.
16. Άκουσε
Τους παφλασμούς τα μουγκρητά ή τα κλάματα:
Με τέτοιους ήχους πλάστηκε ο κόσμος.
17. Και το χυμένο αίμα η ανταπόκριση
Δωράκι απ’ τη χαμένη παρθενία.
18. Ομφάλιο καλώδιο που με κρατάς
Δεμένο με τον κόσμο.
19. Πώς κουρελιάζεις έτσι το αόρατο
Με ποιο δικαίωμα πειράζεις το υπερπέραν.
20. Όσο προχώραγα στο φως
Τα χρώματα ωχραίνανε.
21. Ανάσανα τόσο σκοτάδι, που άρχισαν
Στην εκπνοή μου να τινάζονται άστρα.
22. Το ζώο της ξηράς από αγέννητο ξέρει
Το μάταιο της πτήσης το ρηχό της κατάδυσης.
23. Στο στήθος κιόλας
Κρεμασμένα στο μαστό
Με θηλασμό
Αποστηθίζουνε
Το φόνο.
24. Ενδόμυχη οργή πως κάθε πρόοδος
Ανοίγει αστείρευτους κρουνούς
Καταλαλιάς.
25. Στη φάκα του φακού.
29
26. Γιατί η θάλασσα ρουφάει τους ναυτικούς και
ο αέρας τους αεροπόρους.
27. Δεν είναι ο τομογράφος στυλογράφος.
28. Κι όπως θυμήθηκα
Τη νοσταλγία εκείνου του παρόντος,
Τη νοσταλγία εκείνη
Τη νοστάλγησα.
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΩΣΤΙΕΡΗ
Είναι λόγια της καρδιάς και της διάνοιας. Αποστάγματα βίωσης. Η πάλη των
λέξεων που σαρκώνονται μέσα από την πάλη της ζωής. Καραβάνια που ταξιδεύουν στο μεθύσι της ύπαρξης.
Ο Φωστιέρης δεν διεκδικεί δάφνες φιλοσόφου. Ο λόγος του λιτός, μεστός, καίριος, περνάει πληγωμένος μέσα από τ’ αγιάζι και το αναπάντεχο και βγαίνει κερδισμένος σε ποίηση, αυτόνομη υφολογικά και θεματολογικά. Ποίηση προκλητική, με το κοφτερό γυαλί του σαρκασμού, έχοντας σημαία την υποστασιακή δοκιμασία ν’ αστράφτει δίψα και όνειρο.
Ποίηση χωρίς διδακτισμούς, που ευλαβείται την αισθητική – γι’ αυτό και η αισθητική την ανταμείβει. Ποίηση που τιμά την αίγλη του κάλλους και το μεδούλι της αλήθειας – γι’ αυτό και οι στίχοι του είναι μυρωμένοι με το δυσεύρετο άρωμά τους.
Ο Φωστιέρης σέβεται την ψυχή που σκύβει πάνω στην ποίησή του. Ποίηση μακριά από ταμπέλες και κηρύγματα, καθαρόαιμα ανθρώπινη και εξομολογητική, όπου ο μονόλογος γίνεται ανεπαίσθητα διάλογος με τον αναγνώστη, σύμφωνα με τους άγραφους θεσμικούς κανόνες που ορίζουν τον ποιητή θεματοφύλακα και ιερέα της αγωνίας για την ανθρώπινη περιπέτεια, ανένδοτο στο φοβερό δέλεαρ ης ευκολίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου