Ποίηση μες στην ποίηση (1977)
2
Σ' ένα ποίημα βρέχει ασταμάτητα
— Comme il pleure dans mon Coeur—
Κι η βροχή θα κρατάει για πάντα για πάντα
Σ' αυτό το βιβλίο θα βρίσκεται πάντα
Ένα φύλλο υγρό.
Πάνω στο στίχο πού θα γράψω ακροβατώ
Πάνω στο στίχο πού 'χω γράψει ισορροπώ
Ένα κλαδί γερό είναι το ποίημα
Που δένω πότε πότε εκεί την κούνια μου
Να αιωρούμαι πάνω από το μαύρο.
Εδώ δε βρίσκεται καθόλου ένα ποίημα
Σιντριβάνι ονείρου, ελιξίριο αγάπης —
Η φιλοπαίγμων μου μονάχα φαντασία
Που ακροβατεί από τη λέξη Εδώ
Ως την τελεία μετά τη λέξη Καληνύχτα.
8
Ποιήματά μου εσείς
Ποιο συρματόσκοινο μας έχει ενώσει έως θανάτου
Εσείς, περικοκλάδες σ' έναν πύργο πού θα πέσει,
Ποιήματά μου σας μισώ
Με το καταραμένο μίσος πού 'χουμε στον εαυτό μας.
10
Εδώ ήτανε κάποτε ένα ποίημα
Εμπόδιο του καιρού, φτερό των πόθων·
Ερείπιο κατάντησε
Μια μαύρη τρύπα κι άσκημη κατάντησε
Τέσσερις πέντε στίχοι που καπνίζουν.
11
Αυτό το ποίημα γράφει αυτό το ποίημα
Κόβει απ’ το σώμα του και τρέφει τον εαυτό του.
Οι λέξεις του τινάζονται ψηλά και ξαναπέφτουνε
Ανοίγει δρόμο μες στο χιόνι της σελίδας
— Έκπληκτος βλέπω να μου αποκαλύπτεται.
12
Μ' αυτό το ποίημα παίζουμε απόψε
Σας το πετάω και το πετάτε πίσω
Τ ανοίγουμε στα δυο κι οι λέξεις χύνονται.
Γιατί αν νωρίς δεν σ' εξουδετερώσουμε
—Άτιμο ποίημα — θα μας γονατίσεις.
15
Η νύχτα απόψε βρέχει όλους τους φόβους μου.
Εις σε προστρέχω τέχνη της ποιήσεως
Χτίζω με νύχια και με δόντια ένα ποίημα
Λαχανιασμένος μπαίνω να προφυλαχτώ
Και κλείνω πίσω μου τον τελευταίο στίχο.
16
Το ποίημα.
Μοτοσυκλέτες
Και μηχανοκίνητα
Στο άσπρο
Τοπίο.
Σκοτεινός έρωτας (1977)
ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
Περπάτησα ως εκεί που το σκοτάδι
Πυκνό απ τα φώτα του γυρνάει σε σκοτάδι
Δεν ξέρω πού ήταν πού περπάτησα
Ο γνώριμος μεγάλος φόβος ή εφηβεία μου
Κρατάει εν' ανελέητο μαχαίρι
Χτυπάει πρώτα εμένα κι έπειτα
Χτυπάει και σφάζει αδιάκριτα γυρνάει τα μέσα έξω
Χύνοντας τα εντόσθια των πραγμάτων καταγής
Ξεσκίζοντας τη σάρκα των ψυχών σας παίζοντας.
Πού είσαι συ ποιος είσαι συ δεν ξέρω πού περπάτησα
Άγνωστοι δρόμοι ελικοειδείς αιθέρια τούνελ
Όλα εκεί αιωρούνται στο στερέωμα
Κόσμοι επάλληλοι ανοίγουνε τα πέταλά τους τρέμοντας
Άγγελοι μ' αλεξίπτωτο άνωθεν καταβαίνουν.
(Α τι οδυνηρή ευφροσύνη η ομορφιά
Τι άγρια τραγωδία η τελειότητα).
Μια βόμβα φως εκρήγνυται στο άπειρο.
Πετάγομαι απ’ τον ύπνο μου
Τινάζοντας στον τοίχο τα όνειρά μου
Και να με μέσα σ' άλλον ύπνο πιο βαθύ
Έχοντας πια ξεχάσει τα όνειρά μου — ή τις αγάπες μου —
Κι επιθυμώντας μοναχά μια λέξη
Να βρω μια λέξη να χωθώ στον κόρφο της
Κατάκοπος απ’ τη ζωηρή ακινησία του ταξιδιού
Σαν τους νεκρούς που περιμένουν να ξαναπεθάνουνε
Κάτω απ’ τη γαλήνια σκέπη του θεού που ελπίζουν.
Τι θέλω τέλος πάντων να συγκινηθώ τι με βαραίνει
Οι άλλοι κολυμπούν στο πέλαγο εγώ βουλιάζω
Κανείς δεν κολυμπάει όλοι βουλιάζουνε
Η βία ταρακουνάει τον πλανήτη μου σα χαλασμένο δόντι
Το χαλασμένο δόντι μου ταρακουνάει εμένα
Κι εγώ ταρακουνάω το δέντρο τ' ουρανού, να πέσουν τ' άστρα του.
Που είσαι συ ποιος είσαι συ δεν ξέρω που περπάτησα
Δεν ξέρω τίποτα και δε μαθαίνω τίποτα
Αν σ' αγαπώ είναι γιατί δεν έχω τι να κάνω ή να σκεφτώ
Κι είναι γιατί δε θα σε ξαναδώ στα χρόνια πού 'ρχονται
Ούτε στο χρόνο πού 'ρχεται μετά τα χρόνια
Κι έτσι μπορώ να πω η ευτυχία μου είναι πλήρης
Όπως εξάλλου όλα στον κόσμο αυτό είναι πλήρη
Μία σταγόνα παραπάνω και ξεχείλισαν
Και θα χυθεί ο αφρός της τρέλας τους.
Καλά κοιμάται εδώ καλά ονειρεύομαι
Καλά γυρνάω στους δρόμους άγνωστος μ' αγνώστους
Κι αν ήταν κάτι να μπορούσα να πιστέψω θα 'μουν άτρωτος
Να το λατρέψω ν' αφοσιωθώ
Κι όχι ν’ ανεβοκατεβαίνω μάταια
Στα παγωμένα υπόγεια των αιώνων
Να στήνω μες στην ησυχία αυτί στο βόμβο των πραγμάτων
Άχρηστα πράματα χιμαιρικά παράλογα
Πριν έξι εφτά χιλιάδες χρόνια θα 'μουν άλογο
Να κλαίω στο λάκο του κυρίου μου
Και τώρα κλαίω γι' αυτό πού χάθηκε και δε ν το ξέρω
Κι ούτε που θέλω να το μάθω — είμαι πλήρης.
Σκοτάδι αστραφτερέ καθρέφτη μου
Μέσα σου ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι
Μες στο στομάχι σου ήχοι και χρώματα όλα χωνεύονται
Μέσα σου λιώνω εξαχνούμαι χάνομαι
Σκοτάδι εκτυφλωτικό μου φως
Είσαι το σύμπαν πριν απ' τη γέννηση και μετά θάνατον
Άρα είσαι το σύμπαν κι εν ζωή μέσα σου χάνομαι
Είσαι το τίποτα γυμνό κι είμαι το τίποτα
Μέσα σου χάνομαι.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Ένα παιδί κοιμάται στο μουσείο
Εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια.
Τα κόκκαλά του φρίξαν απ' το κρύο
Γέμισαν τρύπες απ' το πείσμα του αμετάκλητου.
Ένα παιδί σηκώνεται τη νύχτα απ' το κρεβάτι του
Ανοίγει τις κουρτίνες στο φεγγάρι
Τ' άγριο φως το τρόμαξε υπνοβατεί στη στέγη
Λίγο ακόμα θ' ανεβεί στα σύννεφα
Λίγο ακόμα θα μαδήσει τη γενειάδα του θεού.
Ψέματα ψέματα ένα παιδί κοιμάται στο μουσείο
Οι αιώνες κελαρύζουν μέσα του κρύο νερό
Οι αιώνες στα μηνίγγια του βουίζουν μέλισσες
Μυρμήγκια οι αιώνες γύρω από το στρώμα του
Λίγο ακόμα θα ξεσκίσει την κουρτίνα του ύπνου του
Θα σηκωθεί ν' αγκαλιαστούμε κλαίγοντας.
ΣΤΟΥΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ
Η ποίηση απαντάει στους κριτικούς με ποίηση
Όπως η φύση στους σοφούς σα φύση,
Κι ένα τεράστιο κύμα αδιαφορίας καβαλάει τα
κράσπεδα Σαρώνοντας τις πολιτείες απ' τους
μάταιους στίχους.
Άλλοτε λέω:
Οι στίχοι
Είναι τα στάχυα που θέρισαν
Ελισσόμενες μέρες
Και παίρνοντας φωτιά ξεκίνησαν
Σ' ονειρώδη ουρανό.
Λυπάμαι
Που μάλλον μιλάω
Μια γλώσσα νεκρή.
Δεν πιστεύω βεβαίως σε ανάσταση·
Πιστεύω
Εντούτοις
Με πάθος
Στο
Θάνατο.
Ο διάβολος τραγούδησε σωστά (1981)
Η ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΟΤΗΤΑΣ
Ο διάβολος διδάχτηκε Ένα παιχνίδι απατηλό
— Του ταπεινού — Λέει πως ειν' το τίποτα
— Μια τρύπα —
Μεταμορφώνεται σε πύρινο Μηδέν
Μουνούχος φύλακας στο στόμιο
της γυναίκας.
Ο έρωτας περνάει από
τη σήραγγα
Κάτι φοβάται
Είναι σκοτάδι πάει ψηλαφητά
Ο διάβολος μετράει τα χτυπήματα
Γελάει και βουίζουν τα τοιχώματα
Το γέλιο μοιάζει μουγκρητό
Καθώς φοράει πορφύρα από κραυγές
Μπαίνοντας βγαίνοντας
να φέρει
τα χρειώδη.
Στο τέλος γίνεται Εγώ
Πετάει μικρά φτερά
Κουρνιάζει κάπου χαμηλά
Και κλαίει.
Στο τέλος γίνεται Αυτός,
Σπάζει τις μήτρες του ορατού
θυμάται τη χαρά
της δύναμης
Φουσκώνει, υψώνεται
Χειροκροτεί με σιδερένια δάχτυλα
Ουρλιάζει.
Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ ΣΩΣΤΑ
Αν πέρασες για λίγο στο τραγούδι μου
Είναι που δεν υπάρχεις.
Αφού ό,τι ζει
Μιλάει μονάχο για τη δόξα της ζωής του
Αφού ό,τι έζησε, ξεφούσκωσε στο φως
το θούριο το μπαλόνι του θριάμβου του.
Όμως κι εσύ τραγούδησες σωστά,
Με σιωπή,
Περίμενες να εξαντληθεί ο ύμνος
Να σβήσουν τα καντήλια της θεότητας
Καθώς εκείνο που λατρεύτηκε μισιέται
Κι αυτό που ειπώθηκε το παίρνει ο καιρός
Τ’ αλέθει η λήθη το σκορπάει στο έγινε.
Τραγούδησες σωστά, με σιωπή,
Βουίξανε οι σάλπιγγες της μήτρας
Κι απάντησε στην ίδια γλώσσα ο θάνατος
Άηχη φωνή
Πηχτό ακατάσχετο το μαύρο απ' την αρχή
Μέσα του λιώνει
Με στριγγλιές φωτός
Η σφαίρα.
Το θα και το να του θανάτου(1987)
ΤΟ ΘΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Έτσι λοιπόν χωρέσανε στα μάτια σου τόσες κοινές ασήμαντες εικόνες
Ποιος θα 'χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη μιας ανάμνησης
Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο
Όμως, δε γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη να εξηγεί
Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος
Με πόσα θα και πόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος
Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή
Αφού, το ξέρεις, ένα μόλις δευτερόλεπτο αρκεί
Ν 'αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους
Και, μην ακούς, τα δευτερόλεπτα πληρώνονται ακριβά
Γι' αυτό κι ο άνθρωπος εκείνος φεύγει απένταρος
Με τον πνιγμένο ρόγχο ενός κυνηγημένου
Λεπτά χρειάστηκε λεπτά
Χιλιάδες δευτερόλεπτα
Για ν' αγοράσει τί; ασήμαντες εικόνες
Μα πώς μπορεί να ξεχρεώσει τώρα που να δανειστεί
Πόσες εικόνες να πουλήσει απ’ την ανάμνηση
Μια δυναστεία εικόνες παλιωμένες
Γεννοβολάνε τα λεπτά κι ο τόκος βγαίνει αβάσταχτος —
Κανείς λοιπόν δεν έχει να πληρώσει;
ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΟΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ
Τρεις ώρες φτάνουν για να γράψεις ένα ωραίο ποίημα
Όμως τριάντα χρόνια δεν αρκούν να γράψεις ένα ποίημα
Όσο αν ζητάς κι αν θυσιάζεις. Η άνοιξη
Κατάλαβα πώς είναι υπόθεση ρουτίνας για τη φύση
Που εχθρεύεται το πνεύμα και αμαυρώνει το άφθαρτο.
Σκέψου καλά: κάθε μορφή αθανασίας αντίκειται
Στην έννοια του όντος. Κάθε αντίθεση
θα συντριβεί κάτω απ' τη φτέρνα του καιρού
Καθώς πατάει με δρασκελιές και πέλματα γρανίτη. Ανοίγοντας
Μια υπόνοια παρόντος
Καίγοντας
Τα φρύγανα των πράξεων σε ουρανομήκεις φλόγες ήλιου.
Όπου παρόν
Σημαίνει απλώς το παρελθόν του μέλλοντος
Ή, πιο σωστά, το μέλλον ενός άλλου παρελθόντος
Αφού, όσο ξέρω, δεν υπάρχει ακόμα η συνταγή
Να φτιαχτεί μια στιγμή διαρκείας.
Τί άπληστοι
Σταθήκαμε στ 'αλήθεια τί άσωτοι
Μες στη φιλαργυρία μας. Ποιος θα πιστέψει άραγε
Πως σπαταλήσαμε τη λίγη αιωνιότητα που μας αναλογεί
Χαμένοι σε μιαν έρημο από λέξεις. Σπέρνοντας
Και περιμένοντας το νέο φρούτο να φυτρώσει απ’ το κουκούτσι, αφήνοντας
Το γινωμένο φρούτο να σαπίσει.
Στ' αλήθεια τί άπραγο
Τί ανεπίδεκτοι αθανασίας οι θνητοί.
ΣΤΗΝ ΑΡΓΥΡΗ ΣΕΛΗΝΗ
Σελήνη να 'ναι αλήθεια οτ' είσαι από ασήμι;
Κι όλοι αυτοί πού στο βελούδο της προθήκης στέκονται
Αρθρώνοντας ψιθύρους αισθημάτων
Άραγε
Σε ρίχνουνε στο τάσι του ματιού ζυγίζοντας
Βάρη κι αξίες;
Δε βρίσκω άλλη εξήγηση. Πώς μαγνητίζεις
Τον πόθο της απόκτησης και αλλοπαρμένοι
Ανοίγουν τις κουρτίνες βιαστικά ή απ' το μπαλκόνι
Ορμάνε να σε ιδούν. Ουράνια δόκανα
Στην έχουνε στημένη. Κι έχουνε στείλει δυο αρκούδες να οσμίζονται
Τα βήματά σου. Πρόσεξε
Το βέλος του Τοξότη, φυλάξου απ' το φαρμάκι του Σκορπιού.
Σελήνη, θα 'ναι αλήθεια οτ' είσαι από ασήμι. Δέξου το
Πώς μόνο εκείνο που μπορεί να πουληθεί έχει τιμή και είναι
Απ' όλους σεβαστό. Απ' όλους μας τιμώνται οι πουλημένοι. Διάβολε
Δέκα χιλιάδες στίχοι έχουν γραφτεί για σένανε
Κι ούτε για δείγμα ένας που να πει
Τα στοιχειώδη. Ούτ' ένας αργυραμοιβός που να τολμήσει
Ξεκάθαρα μια προσφορά. Το απρόσιτο μένει συχνά στο ράφι.
Κι ας το ορέγονται.
Κάνε λοιπόν εσύ το πρώτο βήμα
Τώρα που ολόκληρη σε βλέπω κι αυγωμένη
Γιατί απ' αύριο θ' αρχίσεις να φυραίνεις κι έπειτα
Ποιος θα βρεθεί το ωραία λεφτά του να πετάξει
Για τα ασήμι σου
ΤΟ σώμα σου
ΤΟ εφήμερο
Το ελλιποβαρές
ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ ΔΑΣΟΣ
Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος.
Αυτά τα έπιπλα που ακούτε ν' ανασαίνουν
Φυλάνε ακόμα ενστικτώδη φτερωτά
Μες στα φυλλώματα. Κι αν τρίζουνε
Κάθε πού μπαίνει νέος επισκέπτης
θα 'ναι που νιώθουνε κρυμμένο το τσεκούρι
Να τροχίζεται. Σε ανώδυνο χαμόγελο
Αβροφροσύνης τούτη τη φορά.
Τις νύχτες αλαφιάζονται
Και το χοντρό τους νύχι από ρίζα
Χώνεται
Στο βράχο του τσιμέντου. Οι κλώνοι τους
Ρημάζουν τα ταβάνια — να οι ρωγμές
Του ξύλου πού μουγκρίζει. Αφήστε τα·
Ούτε μ' αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται
Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών· αφήστε τα.
Κι αν το τικ τακ του σκουληκιού υποδύεται
Το χτύπο της καρδιάς τους
Αυτά ονειρεύονται το ηρωικό λαμπάδιασμα
Να 'ρθεί επιτέλους να χωρίσει πνεύμα
Από κορμί
— Λάμψη και κάρβουνο.
Η σκέψη ανήκει στο πένθος (1996)
ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ
Γι' αυτό ερωτεύτηκα τα σπίτια. Και τους ανθρώπους βέβαια
Που μοιάζουνε με σπίτια.
Φορώντας πέδιλα μετοικεσίας δεν ταξιδεύουνε
Παρά το βλέμμα των παραθυριών ρεμβάζοντας
Ως το απέναντι. Κλωσσάνε σιωπή. Και αχνίζουνε
Τα σπλάχνα τους συμπόνια για τον ένοικο
Που καταρρέει καθώς τα συντηρεί. Ανίδεος
Τα οχυρώνει από παντού μα ελεύθερο
Γεννοβολάει στις κάμαρες ένα σκουλήκι.
Τα σπίτια είναι κάστρα. Είναι και κύματα
Με τοίχους από αφρούς
Είναι και άγκυρες
Που ας λιώνουν στο βυθό κρατήσανε
Συνήθειες κιβωτού.
Πολλά είναι τάφοι με εισόδους καλλιμάρμαρες.
Οικογενειακοί Μόλις βραδιάσει ανάβουν τα καντήλια τους
Και συνωθούνται ανάπηρες σκιές
Να θυμηθούν σε οθόνη σαλονιού
Πώς να 'ν' ο απάνω κόσμος.
Τα σπίτια διαθέτουν μαγνητόφωνα
Τηλέφωνα κεραίες ενισχυτές
Τα σύνεργα μιας προηγμένης πλέον
μεταφυσικής. Κι απ' την ακρώρεια της ταράτσας στέλνουνε
Με κάτοπτρα ηλιακών
Στεντόρεια σήματα
Το τελευταίο ταμ-ταμ προς το υπερπέραν.
Απέξω κλιμακούται η έντασις
Οδομαχίες χαιρετισμών και κλάξον λεωφόρων.
Εκείνα δεν γνωρίζουν τίποτα. Ψεύδονται ασύστολα
Δεν άκουσαν δεν είδαν. Είναι που ενδύονται
Την πέτρινη ακαμψία του υπηρέτη — ελπίζοντας . ·
Μα ταυτοχρόνως τρέμοντας
Του αφέντη τους μια πιθανή απώλεια.
Πιάνουν φιλία με ζώα
Και πόες κατοικίδιες. Κυλάει στις φλέβες τους θερμό
Νερό των σωληνώσεων. Έχουν καρδιά και βρυχηθμό
Καυστήρα.
Ετούτα ξέρω σχετικά. Και αρκέσανε
Να ερωτευτώ τα σπίτια έως θανάτου.
Έως του δικού τους του θανάτου βέβαια.
Που ενώ γεμίζουν τρυφερότητα ως απάνω, ουδέποτε
Λυγίζουν ή ορρωδούν.
Μα όταν φθάσει η ώρα κι όταν χρειαστεί
Με κομπρεσέρ στον κρόταφο κι εξ’ επαφής
Σε σκόνη κρότο κουρνιαχτό τελειώνουνε.
Ή ακέραια,
Σαν κυπαρίσσια πού έζησαν αιώνες μοναξιά
Και άντεξαν,
Ένα τσεκούρι αιφνίδιου σεισμού
Θα τα τσακίσει.
ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ Η ΦΥΣΗ
Στον Νικόλα
Να τρώτε φύλλα της μουριάς, αν θέλετε
Ή μύξα σας να γίνει από μετάξι.
Και προπαντός να 'στε σκουλήκια. Που έρποντας —
Και τα λοιπά και τα λοιπά.
Τί ανήθικη τί ευτελής που γίνεται
Συχνά η φύση! Ορίστε μας·
Πώς ν' αμολήσεις νήπιο στους αγρούς,
Να το διδάξουν ποιοι;
Γλειψιματίες κισσοί φτηνιάρες πεταλούδες
(Ρουφούν στα χείλια τους ανθούς και χάνονται)
Δέντρα που εκεί που σου κουνούν τα φύλλα, αιφνίδια
Κόβουνε ύπνους νηνεμίας, τα αγενέστατα.
Και να 'ταν μόνο δέντρα; Ομοταξίες ολόκληρες
Του ζωικού
Το 'χουνε ρίξει στα σκληρά και αποχαυνώνονται
Με χειμερία. (Προσέξατε-
Δε μνημόνευα) εδώ ούτε τη βία ούτε το σεξ
Που, αντί για ωραίες προσευχές, ακούγονται
Κάθε λογής ξεσκίσματα στην αίθουσα
Και ολολυγμοί).
Δεν είναι αυτό σχολείο για μικρά παιδιά. Να κλείσει.
Η ΑΡΑΧΝΗ
Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα
Όπως το κάνουν όλοι αυτοί πού κουραστήκανε
Από τα τόσα πού ελπίζουν ότι ζήσανε
Στο χλιαρό κενό του να μη σκέφτομαι καθόμουνα
Παρατηρώντας μιαν αράχνη πού αιωρείτο.
Εκείνη κάτι θα σκεφτότανε φαντάζομαι
Γιατί όλο ανέβαινε το σιχαμένο ιστό της
Έμενε ακίνητη συσπώντας τις κεραίες κι έπειτα
Ακάθεκτη ορμούσε στο κενό.
Μύγα ή ζωύφιο δεν πέρασε, όσο είδα.
Όμως η θήρα προχωρούσε δίχως θήραμα
Με τη σοφία εκείνου που γνωρίζει πώς το ανύπαρκτο
Θέλει δραστήρια τέχνη να το αδράξεις.
Σοφία ωραία λιλιπούτειου τέρατος
Που σε κλωστούλα σάλιου παραμόνευε
Να παγιδέψει το άπιαστο.
Και με χαψιές μεγάλες τέλος καταβρόχθισε
Τις ώρες μου, την πλήξη, το κενό.
ΕΝΩΠΙΟΝ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟΥ
Πήγαινα νύχτα παρά θιν αλός
Κι απάγγελλα από μέσα μου καινούργιους στίχους.
Θύελλα στο ακροατήριο
Με ηχηρά χειροκροτήματα που φτάναν κατά κύματα
Επευφημίες και γιούχα των αφρών.
Αυτό στ' αλήθεια είναι κοινό!
Με το ρευστό των λέξεων στα κόκκαλά του,
Αμφίθυμο
Απ' την αστάθεια των σημαινόμενων. Η έμπνευση
Ρυτίδωνε το δέρμα του όλο ρίγη
Κι ήταν βυθός η επιφάνεια που αλάλαζε
Στα σκοτεινά.
Ποιος άλλος πίστεψε ποτέ ότι τα ποιήματα
Είναι ο βόγγος του νερού που σπάει και ντρέπεται
Ζητώντας μόνο να χαθεί σ' εν' άλλο βόγγο;
Ας είμαστε λιγότερο μικρόψυχοι. Έρπει ή φειδώ
Με κρύο αίμα δαψιλεύεται
Μικρά ψιχία. Όμως τα ποιήματα
Δεν επαιτούν τον έπαινο
Ούτε τη στάλα το μελάνι από την κάλαμο
Του κάθε κριτικού. Διψούν μια θύελλα βρυχηθμών
Μια λαοθάλασσα
Να τρέμει σύγκορμη απ' τη ρώμη των ρημάτων
Ή να σφυρίζει έστω
Μια γελοία παρήχηση (σαν την πιο πάνω)
Αφρίζοντας
Από έκσταση κι από θυμό.
Μη σας γελά ή σεμνότητα
Και τα sub specie aeternitatis
Των μιξοπάρθενων. Όλοι φοβούνται
Όλοι ποθούνε αχόρταγα
Τo εφήμερο.
Επευφημίες και γιούχα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου