Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Θανάσης Μαρκόπουλος, Οι στοχαστικές προσαρμογές του Αντώνη Φωστιέρη


 

Λάμπει το φως η πρόστυχη απόχρωση του σκότους

Η μεγαλύτερη φενάκη του παντός.

        (Σκοτεινός έρωτας, 1977)

     

 

Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953, αλλά κατάγεται από την Αμοργό. Οι σπουδές του είναι νομικές∙ γενικές στην Αθήνα, ειδικότερες στο Παρίσι. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1971, μόλις στα δεκαοχτώ του χρόνια, και είναι από τους νεότερους ποιητές της γενιάς του 1970, στην οποία ανήκει. Πρώτη του συλλογή Το μεγάλο ταξίδι. Ακολουθούν άλλες οχτώ, μία συγκεντρωτική έκδοση κι ένας δίσκος με αναγνώσεις του: Εσωτερικοί χώροι ή Τα είκοσι (1973), Ποίηση μες στην ποίηση (1977), Σκοτεινός έρωτας  (1977), Ο διάβολος τραγούδησε σωστά (1981), Το θα και το να του θανάτου (1987), Η σκέψη ανήκει στο πένθος (1996), Πολύτιμη λήθη (2003), Τοπία του Τίποτα (2013), Ποίηση 1970-2005 (2008), Ο Αντώνης Φωστιέρης διαβάζει Φωστιέρη (2009). Η δράση του όμως δεν περιορίζεται εδώ. Στα χρόνια 1974-76 εκδίδει το περιοδικό H Nέα Ποίηση. Από το 1975 ως το 1981 συνδιευθύνει την ετήσια έκδοση Ποίηση (’75-’81) κι από το 1981 ως το 2010 υπήρξε συνεκδότης και διευθυντής του περιοδικού Η Λέξη. Μετέφρασε τις Συμβουλές σ’ ένα νέο ποιητή του Μαξ Ζακόμπ (1984), ενώ κι ο ίδιος είναι πολυμεταφρασμένος. Και πολυβραβευμένος. 1993: Διεθνές έπαθλο Καβάφη∙ 1998: Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου του Δήμου Αθηναίων για τη συλλογή Η σκέψη ανήκει στο πένθος∙ 2004: Κρατικό βραβείο ποίησης και αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Διαβάζω για την Πολύτιμη λήθη  2008: Κρατικό βραβείο λογοτεχνικού περιοδικού στη Λέξη, εξ ημισείας με τη Νέα Εστία∙ 2010: Βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

Αν είναι να διακρίνουμε την ποίηση σε λυρική και φιλοσοφική, κατηγοριοποιήσεις που δεν είναι πάντα αμιγείς, τότε ο Φωστιέρης κλίνει σαφώς προς τη δεύτερη. Ασφαλώς κι έχει το δικαίωμα να γίνει ποίημα η σκέψη, η όποια σκέψη, συνεπώς και η φιλοσοφική. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει το προαπαιτούμενο και τελικό ζητούμενο κάθε τέχνης, η αισθητική συγκίνηση. Κι αυτήν την προκαλεί ο λυρισμός, την προκαλεί όμως και ο στοχασμός, η ευρηματική σύλληψη, η καινότροπη ματιά στα πράγματα αλλά και η οργάνωση όλων αυτών σε λόγο ηδυσμένο. Σε μια τέτοια ποίηση, που συχνά αξιοποιεί την απορηματική και την αποφθεγματική διατύπωση, σ’ αυτό το Ρυθμικά/ Σκεπτόμενο/ Αίσθημα, κατά την έκφρασή του, επιδίδεται ο Φωστιέρης, με τη διαφορά ότι η δική του εκδοχή πολύ απέχει από την υπαρξιακή των μεταπολεμικών ποιητών, καθώς εκείνη συνδέεται με αγωνίες και αναζητήσεις θρησκευτικού χαρακτήρα. Εδώ ο ουρανός δεν έχει θέση και οι δρόμοι του υπερβατικού είναι κλειστοί εξαρχής. Έτσι ο στοχασμός κινείται εντός της ανθρώπινης εμπειρίας  και όψεις αυτής της εμπειρίας  αναδεικνύει, τις οποίες το κοινό βλέμμα, θολό και κουρασμένο, αφιονισμένο από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, αδυνατεί να αντικρίσει.

Ύστερα από μια αρχική περίοδο αναζήτησης, που χαρακτηρίζεται από το κλίμα του μεσοπολεμικού νεοσυμβολισμού και την επίδοση στην ποιητική, από τον Σκοτεινό έρωτα κ.εξ. ιδιαίτερα, η φιλοσοφική σκέψη του Φωστιέρη διαγράφεται σαφέστερα. Στη συλλογή αυτήν το θέμα δεν είναι τόσο ο ανεκπλήρωτος έρωτας ή ο έρωτας μέσα σε ένα αδιέξοδο τοπίο όσο ο ‘‘έρωτας του σκότους’’, ενός σκότους ακαταμάχητου. Η εικόνα που αναδύεται από τα κείμενα της συλλογής είναι αυτή ενός ανθρώπου που μόνος κι έρημος βαδίζει στον δρόμο τη νύχτα. Ενός ανθρώπου που μοιάζει να μην έρχεται από πουθενά και να μην πηγαίνει πουθενά. Με τέτοιες προδιαγραφές ευλόγως τα πάντα γύρω του φαντάζουν απελπιστικά. Κυρίαρχο χρώμα το μαύρο, δεσπόζων χρόνος η νύχτα. Σύμπαν, ουρανός, φεγγάρι δεν έχουν κανένα νόημα και δεν προσφέρουν καμιά ελπίδα. Ο ποιητής αδυνατεί να χαρεί τις όμορφες μέρες και να συμφιλιωθεί με τον καιρό του μέσα σε έναν κόσμο τον οποίο δε γνωρίζει και νιώθει να τον απειλεί, κόσμο λυπημένο, της πλήξης και της τρέλας. Κάτι περισσότερο, επειγόμενος να ζήσει τον δικό του θάνατο, επιμένει να βλέπει το σκότος ακόμα και μέσα στην έξαρση της ομορφιάς.  Το μόνο που τον σώζει από το αδιέξοδο είναι η ικανότητα να μεταποιεί την απελπισία σε ποίηση, τέχνη που, όσο κι αν τη θεωρεί τελειωμένη υπόθεση, κατά βάθος πιστεύει πως δίνει νόημα στην ύπαρξή του:

 

Σκοτάδι αστραφτερέ καθρέφτη μου

Μέσα σου ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι

Μες στο στομάχι σου ήχοι και χρώματα όλα χωνεύονται

Μέσα σου λιώνω εξαχνούμαι χάνομαι

Σκοτάδι εκτυφλωτικό μου φως

Είσαι το σύμπαν πριν απ’ τη γέννηση και μετά θάνατον

Άρα είσαι το σύμπαν κι εν ζωή   μέσα σου χάνομαι

Είσαι το τίποτα γυμνό κι είμαι το τίποτα

Μέσα σου χάνομαι.

         («Σκοτεινός έρωτας»)

 

Με την επόμενη συλλογή Ο διάβολος τραγούδησε σωστά ο ποιητής μεταφέρεται στον κόσμο του φανταστικού και ανιχνεύει τις εκφάνσεις μιας πρωτεϊκής μορφής, η οποία διεισδύει σε κάθε όψη του ανθρώπινου βίου και μάλιστα του ποιητικού. Ο διάβολος, με όποιο όνομα κι αν εμφανίζεται (Σατανάς, Δόλιος, Δίβουλος, Τράγος, δαιμόνιο), φαίνεται πως είναι ένα πρόσωπο φανταστικό, ανύπαρκτο, που όμως μας επηρεάζει αποφασιστικά σαν το, εκτός του ζωγραφικού πίνακα, σημείο φυγής, το οποίο, ενώ λείπει από τη σύνθεση, την καθορίζει απόλυτα. Απών κι όμως τόσο χρήσιμος, καθώς σ’ αυτόν φορτώνουμε όλες τις αναποδιές, τη στραβή τιμονιά που τσακίζει, την αιφνίδια κακοκαιριά που γκρεμίζει το άνθος κι ακόμα, την αναπότρεπτη φθορά αυτού που έρχεται, την αναπόφευκτη λύπη γι’ αυτό που φεύγει.

            Από Το θα και το να του θανάτου και ύστερα (Η σκέψη ανήκει στο πένθος, Πολύτιμη λήθη, Τοπία του Τίποτα) τα πράγματα αλλάζουν ριζικά. Κι εδώ υπάρχει η στοχαστική διάθεση, είναι όμως περισσότερο εμπράγματη, γι’ αυτό και πιο ελκυστική. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το κέντρο γύρω από το οποίο στρέφεται και στη συλλογή αυτήν η σκέψη του Φωστιέρη είναι ο θάνατος, ενώ η αντιμετώπισή του είναι και πάλι στωική. Ένας θάνατος όμως που λειτουργεί ιδιότυπα. Αν και ανύπαρκτος για την προσωπική μας εμπειρία, ωστόσο ελέγχει τη ζωή μας, όπως ο διάβολος. Τα πάντα καθορίζονται από την ιδιόρρυθμη παρουσία-απουσία του, μόνο που εδώ όλα είναι πιο ευδιάκριτα και η θεματική διασπορά ευρύτερη, γεγονός που οφείλεται στη μεγαλύτερη γείωση της σκέψης και στη διεύρυνση του οπτικού πεδίου, η οποία συνεχίζεται και στις επόμενες συλλογές, όπου, όσο κι αν δεν παραμερίζεται ο θάνατος, χάνει ωστόσο το βάρος του και αντιμετωπίζεται πια σαν άρωμα που έρχεται από μακριά. Η απομάκρυνση αυτή από τον πεσιμισμό της νύχτας και του θανάτου και το άνοιγμα σε καινούριους χώρους πιστοποιείται από ορισμένα θέματα, που, κι αν όλα δεν πρωτοεμφανίζονται τώρα, πάντως αναδεικνύονται σαφέστερα.

Και πέρα από την ποιητική τέχνη, που αξιολογείται εντέλει ως υποδεέστερη από τη ζωή κι ανίκανη να κατακτήσει την αθανασία, πέρα κι από τη γλώσσα, η οποία αδυνατεί να εκφράσει το βίωμα σε όλες του τις διαστάσεις, εννοώ πρωτίστως τα κοινόχρηστα πράγματα, την κοινωνική κριτική και την αποστασιοποίηση από το παρόν.

Έχω τη γνώμη πως ιδιαίτερα ευτυχείς είναι οι στιγμές του Φωστιέρη στην επαφή του με τα πράγματα της καθημερινότητας, επαφή που τον φέρνει κοντά στη γενιά του. Θέλω να πω πως η αισθητική του αποτελεσματικότητα είναι μεγαλύτερη, όταν εγκαταλείπει τον στοχασμό γύρω από τις ιδέες, κάτι που κάνει στις πρώτες του συλλογές, και στοχάζεται γύρω από τα συγκεκριμένα, απτά και ταπεινά πράγματα, που τον περιβάλλουν, όπως κάνει αργότερα. Στις περιπτώσεις αυτές δεν ξεχωρίζει ποιητικές και μη ποιητικές στιγμές, ποιητικά και μη ποιητικά αντικείμενα. Το καθετί που είναι σε θέση να κινήσει τη σκέψη του κινεί και το ποίημα. Έτσι το ασήμαντο ανάγεται σε σημαντικό και το ευτελές σε πολύτιμο, γιατί ξέρει πως στην τέχνη οι αξιολογήσεις είναι αποκλειστικά αισθητικής τάξης. Πράγματα απλά και καταστάσεις οικείες, τηλέφωνο, έπιπλα, σπίτια, πάρτι, γενέθλια, άνθρωποι καθημερινοί αλλά και ζώα ή άλλα, άσημα όντα της φύσης (πεταλούδα, μύγα, κουνούπι, αράχνη, κατσαρίδα), γίνονται θέμα του ποιήματος, ενώ τα τελευταία λειτουργούν κάποτε και ως προσωπεία του δημιουργού:

 

Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος.

Αυτά τα έπιπλα που ακούτε ν’ ανασαίνουν

Φυλάνε ακόμα ενστικτώδη φτερωτά

Μες στα φυλλώματα. Κι αν τρίζουνε

Κάθε που μπαίνει νέος επισκέπτης

Θα ’ναι που νιώθουνε κρυμμένο το τσεκούρι

Να τροχίζεται. Σε ανώδυνο χαμόγελο

Αβροφροσύνης τούτη τη φορά.

Τις νύχτες αλαφιάζονται

Και το χοντρό τους νύχι από ρίζα

Χώνεται

Στον βράχο του τσιμέντου. Οι κλώνοι τους

Ρημάζουν τα ταβάνια – να οι ρωγμές

Του ξύλου που μουγκρίζει. Αφήστε τα∙

Ούτε μ’ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται

Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών∙ αφήστε τα.

Κι αν το τικ-τακ του σκουληκιού υποδύεται

Τον χτύπο της καρδιάς τους

Αυτά ονειρεύονται το ηρωικό λαμπάδιασμα

Νά ’ρθει επιτέλους να χωρίσει πνεύμα

Από κορμί

                          – Λάμψη και κάρβουνο.

         («Κατοικίδιο δάσος», Το θα και το να του θανάτου)

 

Όσο για την κοινωνική κριτική, τη λεγόμενη αμφισβήτηση, που χαρακτηρίζει τη γενιά του ’70, αυτή απουσιάζει από τις πρώτες συλλογές του ποιητή κι αρχίζει να εμφανίζεται στον Σκοτεινό έρωτα με ορισμένες αιχμές κατά της βίας και της αδικίας. Με τον καιρό ωστόσο καθίσταται σαφέστερη και οξύτερη, παρότι σε λίγα ποιήματα, στα οποία πάντως καταγγέλλεται ο σύγχρονος τρόπος ζωής, που κλείνει τους ευαίσθητους ανθρώπους στα ψυχιατρεία κι εξοντώνει τους άλλους στη βιοπάλη, εξωθώντας τους στην αλλοτρίωση και τη μόνωση. Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η κριτική που ασκείται σε μερίδα των νέων, οι οποίοι καταφεύγουν σε εντυπωσιακές αλλά φτηνές, ανατρεπτικές ενέργειες, αντί να ζουν τη ζωή με πάθος αλλά και σε βάθος. Η καταλυτική αυτή κριτική υιοθετεί αναπόφευκτα και μια τραχύτητα εκφραστική, στον βαθμό που θέλει να είναι αποτελεσματική, και στο σημείο αυτό η ενλόγω ποίηση βρίσκει και πάλι επαφή με τη γενιά της:

 

[…] Εκείνοι που έσκαψαν

Μισό χιλιοστό κάτω απ’ το σώμα τους

Τώρα μαραίνονται σε φυλακές ψυχιατρείων ή ταξιδεύουνε

Με λευκές και με μαύρες

Τα πελάγη του αέρα. Οι άλλοι συνεχίζουν να στριμώχνονται

Σε θυρίδες τραπέζης εκδοτήρια ουρές

Περιμένοντας κάτι

Το επόμενο τραίνο ή τον κύριο έφορο

Μπορεί και τη Δευτέρα Παρουσία –

Το τελειότερο πλάσμα της δημιουργίας δαπανάει την ύπαρξη

Στριμωγμένο σε ουρές από τέλεια πλάσματα

Που κι αυτά περιμένουνε κάτι. Περιμένω σημαίνει

Προσκυνώ τη συνέχεια του χρόνου

Προεξοφλώ τη ζωή μου για τρία λεφτά

Ως νά ’ρθει το λεωφορείο

Για έξι μήνες ως να πάρω το δάνειο

Προεξοφλώ επιταγές επιβίωσης

Δεκάδες κουρελόχαρτες συναλλαγματικές

Με αποδέκτη το μέλλον.

                        («Στάση αναμονής», Η σκέψη ανήκει στο πένθος)

 

Η αποστασιοποίηση τέλος από το παρόν συνιστά μια εντελώς ιδιότυπη, θεματική περιοχή. Είναι περίεργο που ο ποιητής δεν καταφεύγει στο παρελθόν, στο παιδικό μάλιστα παρελθόν, εκεί που άλλοι χτίζουν το πρόσωπό τους. Αντίθετα, ζει στο παρόν, μέσα στους φόβους του είναι αλήθεια και μέσα στην αγωνία της φθοράς, αλλά το νοσταλγεί κιόλας, δείχνοντας με τον τρόπο αυτόν πόσο πρέπει να το εκτιμούμε, μια και γρήγορα θα γίνει παρελθόν. Συχνά ωστόσο απομακρύνεται από αυτό και μετατοπίζεται στο μέλλον, με αποτέλεσμα το τελευταίο να αντιμετωπίζεται ως παρόν  κι ο ποιητής να ζει από πριν καταστάσεις μελλούμενες. Σε μια απώτερη αναγωγή λ.χ. βλέπει τον εαυτό του να θρηνεί τον θάνατο του αγέννητου ακόμα, γέροντα γιου του, ενώ σε μια άλλη φαντάζεται την οριστική απουσία της μητέρας, συνειδητοποιώντας έτσι τη σπουδαιότητα της παρουσίας της στο παρόν:

 

Μήνες και χρόνια

Χρόνια πια συνήθισα

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου να φαντάζομαι

Πώς θα ’ναι άραγε όταν αύριο

Πάψω στ’ αλήθεια να σε βλέπω. Και συνήθισα

Να ζω το σήμερα σα θύμηση του άλλοτε

Με νοσταλγία παρόντος, τέλεια φθίνοντος,

Αφού όσο μέλλον σου απομένει

Όχι αργότερα

Ήδη από τώρα λάμπει αθέατα

Παρελθόν.

         («Η μάνα μου αύριο», Υστερόγραφα (2004-2005),

Ποίηση 1970-2005)

 

Αυτά είναι τα βασικά, θεματικά γνωρίσματα της ενόλω ποίησης, τα οποία, σε συνδυασμό με τα μορφολογικά, συγκροτούν την ιδιοπροσωπία του Φωστιέρη.

            Φυσικά ο στίχος δεν μπορεί παρά να είναι ελεύθερος, άμετρος βέβαια, αλλά οπωσδήποτε έρρυθμος, με τον δικό του, ιδιόμορφο τρόπο, και προσεγγίζει τους τόνους του καθημερινού ιδιώματος. Τα έμμετρα ποιήματα είναι λίγα κι ακόμα πιο λίγα τα πεζόμορφα. Οι διασκελισμοί αξιοποιούνται εκτεταμένα κι έχουν την τάση να φέρνουν την τελεία στο εσωτερικό του στίχου και να διασπούν ακόμα και ισχυρά συντακτικά συμπλέγματα, ιδίως στους ολιγοσύλλαβους στίχους, ενώ συνήθης είναι η χρήση παρενθέσεων και ιδιόρρυθμη η επανάληψη στίχων, φράσεων και ιδεών από ένα ποίημα στην αφετηρία ενός άλλου.

Από κει και πέρα ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής χειρίζεται τη γλώσσα. Εννοώ τα λεκτικά παιχνίδια της ομοηχίας, της παρήχησης, του αναγραμματισμού, των καρκινικών λέξεων και φράσεων αλλά και των αναπάντεχων προθημάτων, που δημιουργούν καινούριες λέξεις. Όλοι αυτοί οι τρόποι δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να ανιχνεύουν τις δυνατότητες της γλώσσας και να δοκιμάζουν τις αντοχές της μπροστά στην ανεξάντλητη πραγματικότητα, με στόχο την αποτελεσματικότερη απόδοση της εμπειρίας. Τον ίδιο στόχο βέβαια υπηρετεί και το χιούμορ, η ειρωνεία κι ο σαρκασμός. Ο Φωστιέρης δεν αγαπά τη σοβαροφάνεια ούτε κι έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Κάποτε μάλιστα φτάνει ως την αυτοϋποτίμηση και τον αυτοσαρκασμό. Από την άλλη στρέφει την ειρωνική του αιχμή κατά της λογικής, που σκοτώνει τον αυθορμητισμό, αλλά και κατά των κριτικών, που κρίνουν το μέλλον των ποιητών.

Τέλος ιδιαίτερος είναι κι ο συχνά διαλεκτικός χαρακτήρας της γραφής. Κάθε ποίημα, ως γνωστόν, απευθύνεται σε κάποιον ή κάποιους αναγνώστες αλλά με λόγο συνήθως έμμεσο, πλάγιο. Μιλάει ένας ασώματος ή ενσώματος ομιλητής, αλλά σε κανέναν συγκεκριμένα. Ενπροκειμένω όμως ο αναγνώστης και οι αναγνώστες εισάγονται στο ποίημα είτε ως συμμέτοχοι μέσω του πρώτου πληθυντικού προσώπου είτε, συχνότερα, ως συνομιλητές μέσω του δεύτερου πληθυντικού, ανεξάρτητα από την ερωτηματική ή μη μορφή του λόγου. Από αυτήν τη συνθήκη απορρέει ο διαλεκτικός τόνος και οι συνήθεις εκφράσεις του καθημερινού λόγου: για να γίνω πιο ακριβής, σκέψου καλά, ας μη γελιόμαστε, με νιώθετε, μην το γελάτε, ας επανέλθουμε, σκεφτείτε το, μην απαντάτε, τα ξέρετε, ακούστε με. Θα μπορούσε να πει κανείς πως, προκειμένου να λειτουργήσει η σκέψη και να τρέξει ο λόγος, ο ποιητικός ομιλητής χρειάζεται τους αναγνώστες, για να μοιραστεί μαζί τους εμπειρίες και σκέψεις, αλλά και να υποβάλει ερωτήματα ή να προλάβει ενστάσεις, πράγμα που του επιτρέπει να συνεχίσει το ποίημα. Έτσι το κείμενο χτίζεται διαλεκτικά, που σημαίνει ότι ο λόγος, ευκίνητος και ευέλικτος, σπάει σε στροφές και γυρίσματα, αιφνιδιάζοντας την ανάγνωση:

 

Τρεις ώρες τώρα προσπαθώ να κοιμηθώ.

Ζέστη Αυγούστου

Και ιδρώτας του μυαλού που ολόγυρα

Σαν τα κουνούπια οι σκέψεις

Το λογχίζουν.

Τι έπαθα; Στο φως της μέρας

Σπάνια μ’ επισκέπτονται.

Και νιώθω βέβαια ευτυχής.

Ή, για να γίνω πιο ακριβής:

Απαγορεύω τέτοιες επισκέψεις. Αφού λαθραία

Έτσι και τύχει να τρυπώσει σκέψη, αργότερα

Η μια την άλλη προσκαλεί, ότι τάχαμου

Για λίγο μόνο, μια μικρή φιλοξενία τα ξέρετε–

Οπότε ιδού, μπουκάρουν καραβάνια ολόκληρα

Με βλέψεις μόνιμης μετοικεσίας

Οι συνειρμοί. Να λείπει.

 

Κλείνω λοιπόν ερμητικά τα σύνορα – και τέρμα.

 

Γιατί δεν είμ’ εγώ Αμερική. Ούτε τα εδάφη μου

Μπορούν να θρέψουν τόσους μετανάστες.

         Επίσκεψη σκέψης», Πολύτιμη λήθη)

 

_________________

Ομιλία στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Από το ποίημα βγαίνεις πάντα ζωντανός – Αντώνης Φωστιέρης», που οργάνωσε το Αρσάκειο Γενικό Λύκειο Πατρών στο θέατρο «Επίκεντρο+» την Τετάρτη 20-2-2019, ώρα 8 μ.μ. Επιμέλεια της εκδήλωσης: Ρούλα Διαμαντοπούλου, φιλόλογος. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Κοζάνης Παρέμβαση [194-195 (Χειμώνας 2019-20) 77-83].

Γιώργης Παυλόπουλος Το Κατώγι (χειρόγραφο)

 






Ψηφιακή συλλογή αρχείου Αντώνη Φωστιέρη

https://helit.duth.gr/labs/repository/archive-cgp-fostieris/#1681800038149-d1854e3f-8422

Μια συνομιλία του Αντώνη Φωστιέρη με την Παρασκευή Μακρίδου

 

Η ΛΕΞΗ ‘‘ΠΟΙΗΤΗΣ’’ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΤΙΤΛΟΣ ΤΙΜΗΣ, ΟΧΙ ΔΗΛΩΣΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ


  

Οι συνεντεύξεις του ποιητή Αντώνη Φωστιέρη λειτουργούν ως οιονεί ερμηνευτικές φωταύγειες που διασπούν τα σκοτεινά σημεία που περιτειχίζουν τον κοινολογούμενο ποιητικό λόγο, καθιστώντας αφενός ορατές τις θεωρητικές και ιδεολογικές αντιλήψεις του συγγραφέα περί ποιήσεως και, αφετέρου, συλλειτουργούν και βρίσκονται σε αφανή συνομιλία με το ίδιο του το έργο, ήτοι με συγκεκριμένες εννοιολογικές συνιστώσες που ανιχνεύονται στα ποιήματά του. Χαράσσεται έτσι μια αμφίδρομη πορεία (από το ποίημα προς τα κείμενα των συνεντεύξεων και τανάπαλιν), στοιχείο που μας επιτρέπει τη διαπίστωση ότι το εν λόγω έργο δομείται, εν όλω, πάνω στα θεμέλια μιας πρώιμα διαμορφωμένης, από τις πρώτες κιόλας συλλογές, ποιητικής θεωρίας που λειτουργεί με τρόπο ευθύγραμμο.

Ως αυθερμηνευτικές μαρτυρίες, οι συνεντεύξεις του Αντώνη Φωστιέρη αποδίδουν στον μελετητή –πέρα από τη συνθήκη της εννοιολογικής προσέγγισης ή εξομάλυνσης του «δύσκολου», κατά κοινή ομολογία, ποιητικού σώματος– πολύτιμο περικειμενικό υλικό, το οποίο λειτουργεί ως εργαλείο διάνοιξης και φωτισμού των εσώτερων όψεων της ποίησής του, της «μέσα όψης των πραγμάτων», όπως γράφει σ’ ένα του ποίημα. Παράλληλα, οι συνεντεύξεις προσφέρουν στον αναγνώστη την εμπειρία μιας ισχυρής πνευματικής επικοινωνίας, στοιχείο που επιρρωννύεται από την βαθύνοια του συνεντευξιακού λόγου, ο οποίος ακροβατεί στις παρυφές του ένθερμου δοκιμιακού στοχασμού εναρμονίζοντας τον προφορικό με τον ακαδημαϊκό λόγο, τη φιλόσοφη διάθεση για ζητήματα περί του όντος με την θέρμη μιας εκ του σύνεγγυς συνομιλίας, το πνευματικό με το πληροφοριακό, τον Λόγο με τον λογισμό, την διανοητική με την ποιητική γραφή. Συχνά, οι αντιλήψεις του ποιητή, όπως καταγράφονται σε συνεντεύξεις του, κινούνται προς μια συγκρουσιακή κατεύθυνση σε σχέση με τις παραδεδομένες και στερεοτυπικές περί ποιήσεως αντιλήψεις, ως ποιητική ανυπακοή ή και αιρετική ανεξιθρησκία, που εισάγει μια διαφαινόμενη, και εν πολλοίς μη αναμενόμενη, ρεαλιστική στάση απέναντι στην ποιητική τέχνη και τη λογοτεχνική γραφή συλλήβδην.

Η παρατιθέμενη συνέντευξη-συνομιλία προέκυψε, εξ αποστάσεως, τον Απρίλιο του 2021 και περιλαμβάνεται στο «Παράρτημα» της διδακτορικής μου διατριβής, που έχει τίτλο «Τα ποιήματα ποιητικής του Αντώνη Φωστιέρη – Ο ποιητής, το ποίημα, ο αναγνώστης», η οποία προς το παρόν παραμένει ανέκδοτη. Το σύνολο των ερωτήσεων περιστρέφεται γύρω από τρία βασικά ζητήματα: ερωτήσεις που αναφέρονται σε θέματα ποιητικής, δηλαδή στους τρόπους και τις πρακτικές δόμησης του ποιητικού λόγου, ερωτήσεις που κινούνται γύρω από θέματα περιεχομένου και, τέλος, ερωτήσεις που σχετίζονται με τις ιδεολογικές αντιλήψεις του συνεντευξιαζόμενου. 

                                                                                                                                    Π.Μ. 

Ένα ποίημά σας στην Πολύτιμη Λήθη έχει ως τίτλο τη γνωστή ρήση του Μαλλαρμέ «Η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες». Ωστόσο, σχεδόν σύσσωμη η κριτική έχει διακρίνει στο δικό σας έργο ένα φιλοσοφικό (ή έστω στοχαστικό) στοιχείο. Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση;

Η ‘‘αντίφαση’’ είναι ηθελημένη και εντελώς εικονική, καθώς η χρήση της αποφθεγματικής ρήσης του Μαλλαρμέ γίνεται με τρόπο ειρωνικό –σχεδόν σαρκαστικό– στο εσωτερικό του ποιήματος, όπου ανατρέπεται από την εξίσου γνωστή φράση του Σολωμού, όπως την διέσωσε ο Πολυλάς: «Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους, κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους εσυνέλαβε». Που σημαίνει πως η δημιουργία του ποιήματος ξεκινάει με μια διανοητική σύλληψη, και πως η δύναμη της διανοητικής σύλληψης είναι αυτή που θα κάνει στη συνέχεια την «καρδιά θερμά να αισθανθεί». Υποθέτω πάντως (για να μην αδικήσουμε ενδεχομένως την πρόθεσή του) ότι ο Μαλλαρμέ δεν είχε κύριο στόχο να ακυρώσει τη βαρύτητα του εννοιολογικού περιεχομένου αλλά μάλλον να τονίσει την κεφαλαιώδη σημασία της γλώσσας στη σύνθεση ενός ποιήματος, υπαινισσόμενος εντέλει το αυτονόητο: πως μια ιδέα, μια σκέψη, μια επινόηση, όσο σημαντική και αν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να λειτουργήσει ως ποίηση, αν δεν ενσαρκωθεί σε μιαν εξίσου σημαντική γλωσσική μορφή. Περίπου αυτό που είχε διακηρύξει στα καθ’ ημάς, με άλλη αφορμή και άλλη στόχευση, ο Αλέξανδρος Σούτσος: «Ιδέαι όμως πλούσιαι, πτωχά ενδεδυέναι,/ δεν είναι δι’ αιώνιον ζωήν προωρισμέναι».

Έχετε πει επανειλημμένως ότι, αν η φιλοσοφία είναι (κατά τον πλατωνικό ορισμό στον Φαίδωνα) «μελέτη θανάτου», η ποίηση αποτελεί, στους αντίποδες, μελέτη ζωής. Θεωρείτε πως όλοι έχουν την ίδια άποψη σ’ αυτό το θέμα;  

Η αλήθεια είναι πως όχι. Ο Νίκος Εγγονόπουλος, λογουχάρη, στο ποίημά του με τον μακροσκελή τίτλο «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε» ισχυρίζεται το αντίθετο: «Η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:/ η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε/ να πεθάνουμε». Νιώθω αμήχανα που θα αμφισβητήσω την αξιωματική διατύπωση ενός τόσο σημαντικού ποιητή, αλλά θα πω αυτό που πιστεύω. Η ποίηση (και δεν μιλώ εδώ για τη γραπτή εκδοχή της, αλλά για την ποίηση ως αίσθηση και ως στάση ζωής) σε διδάσκει να αναζητάς τη συγκίνηση που εν δυνάμει κρύβεται μέσα στο κάθετί, όχι για να την αποτυπώνεις σε λέξεις και στίχους, αλλά για κάτι πολύ σημαντικότερο: για να την ζεις. Να ανακαλύπτεις ή να εφευρίσκεις την ομορφιά, ακόμη κι εκεί που απουσιάζει, να σέβεσαι τη λεπτομέρεια, να επικεντρώνεσαι στο ελάχιστο και να ανακαλύπτεις μέσα του το παν. Να ανοίγεις τα μάτια σου στον κόσμο με απορία και έκπληξη, με βλέμμα νηπίου. Να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι περιορισμένος, γι’ αυτό και τόσο πολύτιμος. Να καταβροχθίζεις με βουλιμία το κάθε δευτερόλεπτο που σου χαρίζεται, σαν μελλοθάνατος. Ή μάλλον: ως μελλοθάνατος. Που ξέρει την καταδίκη του, αλλά δεν ξέρει ποιαν αυγή θα φωνάξει ο φύλακας το δικό του όνομα, για εκτέλεση.

Ο σεβασμός στη λεπτομέρεια, πέρα από τη σημασία του σε επίπεδο ζωής, αποτελεί και κανόνα στη δική σας συγγραφική πρακτική;

Οπωσδήποτε. Ο γάλλος ποιητής Λεόν Πολ Φαργκ είχε υποστηρίξει πως «η Τέχνη είναι υπόθεση κομμάτων» –όχι των πολιτικών βέβαια, αλλά των σημείων στίξης–, με την έννοια ότι σε κάθε καλλιτεχνική σύνθεση όλα τα επιμέρους στοιχεία που την αποτελούν, ακόμη και αυτά που θεωρούνται υποδεέστερα, διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα. Στη λογοτεχνία, και ειδικότερα στην ποίηση, αυτό είναι περισσότερο από εμφανές. Κάθε λέξη, κάθε σημείο στίξης, κάθε γύρισμα του στίχου μπορεί ν’ αλλάξει τον ρου του ποιήματος, να του προσδώσει άλλη χροιά. Όπως, σε άλλες Τέχνες, ακόμη και το πάχος μιας γραμμής, η διαβάθμιση μιας λεπτής απόχρωσης ή ο τόνος μιας συγχορδίας έχουν ιδιαίτερο αισθητικό και συναισθηματικό αντίκτυπο στον δέκτη τους, έτσι και η τοποθέτηση μιας συγκεκριμένης λέξης μέσα στο ποίημα προκαλεί διαφορετικό κραδασμό και αφήνει άλλο εσωτερικό αποτύπωμα από ό,τι αν χρησιμοποιούσες στη θέση της μια συνώνυμη ή συγγενική της, που σίγουρα θα επηρέαζε, σε όποιο βαθμό, το νόημα, τους συσχετισμούς των ηχητικών όγκων ή τον ρυθμό. Στο ποίημα, άλλο είναι το μετά, άλλο το ύστερα, άλλο το αργότερα, άλλο το κατόπιν, άλλο το έπειτα. Κι ας μοιάζουν όλα ίδια.

Την ποίησή σας, παρά το διανοητικό της υπόβαθρο και το θεωρητικό της βάθος, την διακρίνει ταυτόχρονα μια αφηγηματική ροή και μια παραστατικότητα. Πώς συνδυάζονται τα στοιχεία αυτά μεταξύ τους;

Διαπιστώνω, όχι χωρίς κάποια έκπληξη, ότι στα περισσότερα ποιήματά μου εξελίσσεται όντως μια αφήγηση, έστω στοιχειώδης, που μπορεί να έχει συνήθως παραβολικό χαρακτήρα ή άλλα στοιχεία μεταφοράς, όμως τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο πραγματεύεται έναν συγκεκριμένο ‘‘μύθο’’, που δίνει υπόσταση, με αυτή τη μυθο-ποίηση, στις όποιες αφηρημένες έννοιες και ιδέες βρίσκονται πίσω του. Σε μερικά μόνο ποιήματα επιχείρησα (νιώθοντας πάντως τον δισταγμό του πειραματισμού, ομολογώ) να μιλήσω με υλικό τις ίδιες τις έννοιες και να χρησιμοποιήσω αυτούσια τα αντίστοιχα αφηρημένα ουσιαστικά – πράγμα εντέλει πολύ επικίνδυνο, καθόσον φαίνεται να ισχύει ακόμη το παλαιό πρόταγμα, για να μην πω πρόσταγμα, «ότι τον ποιητήν δέοι ποιείν μύθους αλλ’ ου λόγους».

Ίσως γι’ αυτό, τα ποιήματά σας μπορεί να περιέχουν σύνθετα νοήματα, χαρακτηρίζονται όμως από ένα ύφος οικείας και αυθόρμητης προφορικότητας. Προκύπτουν πράγματι τόσο αβίαστα, όσο φαίνεται;

Άλλοτε ναι, άλλοτε όχι. Ένα ολιγόστιχο ποίημα, που το έχεις ήδη επεξεργαστεί αρκετά στο μυαλό σου, έχει περισσότερες πιθανότητες να γεννηθεί ακέραιο και με τη μία – «με ένα πόνο», όπως λένε στους τοκετούς. Τα πολύστιχα συνήθως σε τυραννάνε περισσότερο, πράγμα βεβαίως αναμενόμενο. Όσο και αν έχεις μέσα σου ένα πρόπλασμα του ποιήματος, το πρόπλασμα είναι ασαφές και αδιαμόρφωτο. Παίρνει σάρκα και οστά λέξη με λέξη, στίχο με στίχο, ενώ σε κάθε βήμα προκύπτουν προβλήματα αρχιτεκτονικής δομής, έκτασης, σύνδεσης των μερών, νοηματικής ακολουθίας, ρυθμικής συνέπειας. Προβλήματα που, για να λυθούν και να ισορροπήσουν μεταξύ τους, χρειάζονται τεταμένη εγρήγορση, κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να υπονομεύει την αυθορμησία. Σ’ αυτό ο καθένας βρίσκει τη δική του λύση. Είτε τιθασεύει τη δημιουργική ορμή της ‘‘έμπνευσης’’ κάνοντας αργά και προσεκτικά βήματα στο ναρκοπέδιο της μισογραμμένης σελίδας, είτε προχωράει ακάθεκτος ώς το τέλος εκμεταλλευόμενος τον οίστρο της στιγμής, γνωρίζοντας ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα αλλεπάλληλων διορθώσεων.    

Εσείς ποια λύση επιλέγετε;

Συνήθως επαφίεμαι στη δυνατότητα των αλλεπάλληλων διορθώσεων, την οποία μερικές φορές εξαντλώ (αλλά και με εξαντλεί) στο έπακρον, προσπαθώντας να βελτιώσω το κείμενο χωρίς να χάσει την αρχική του δροσιά, αλλά και χωρίς να μείνουν στο σώμα του από τα κοψίματα και τα ραψίματα ανοιχτά τραύματα ή εμφανείς ουλές. Οι διορθωτικές επεμβάσεις απαιτούν χειρουργική ακρίβεια, αν δεν θέλεις να βγει το ποίημα μετά την πλαστική με εξογκωμένα ζυγωματικά και στραβωμένο στόμα. Βέβαια, καταλαβαίνω και ο ίδιος ότι δεν είναι πολύ νορμάλ κατάσταση να σου καρφώνεται εμμονικά στο μυαλό μια λέξη που δεν την θεωρείς κατάλληλη σε ένα στίχο και να την πιπιλάς για μέρες –ή και για βδομάδες– διαρκώς, ώσπου να βρεις την αντικαταστάτριά της. Εντούτοις, παρά την προσοχή και τις καλές προθέσεις, το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα εγγυημένο. Υπάρχουν ποιήματα που, αφού προσπάθησα ματαίως επί χρόνια να τα διορθώσω σε κάποια σημεία, αναγκάστηκα είτε να τα καταστρέψω εντελώς είτε να κρατήσω μικρά μόνο σπαράγματα, μερικά από τα οποία παρουσίασα στις δύο τελευταίες συλλογές μου με τον ενδεικτικό τίτλο «Υλικά οικοδομών – Υλικά κατεδαφίσεων».    

«Γράφω για να με αγαπούν» είχε πει ο Ζαν Ζενέ, και το ίδιο έχουν επαναλάβει αρκετοί άλλοι. Ωστόσο εσείς, στη συλλογή Τοπία του Τίποτα γράφετε: «Η αγάπη των πολλών/ Ολέθρια σαν μίσος». Πώς το σχολιάζετε;

Αν ήμουν πολύ ακριβολόγος, θα έλεγα ότι μάλλον γράφουμε για να μας αγαπήσει ο εαυτός μας, και δημοσιεύουμε για να μας αγαπήσουν οι άλλοι. Όπως και να έχει πάντως το πράγμα, δεν νομίζω πως ο Ζενέ εφηύρε τον τροχό. Κάθε, μα κάθε, δημιουργική δραστηριότητα, εφόσον αναπτύσσεται στους κόλπους μιας ανθρώπινης κοινότητας, είναι αυτονόητο πως έχει, συνειδητά ή ασύνειδα, ενσωματωμένη τόσο την απεύθυνση προς αυτή την κοινότητα, όσο και την ενδόμυχη επιθυμία της αποδοχής της, την άγρευση της αγάπης κατά κάποιον τρόπο. Η ίδια η ετυμολογική καταγωγή της λέξης δημιουργία, άλλωστε, δηλώνει απερίφραστα ότι αναφέρεται στην παραγωγή έργου για τον δήμο, εργασία δηλαδή που προορίζεται για το –στενότερο ή ευρύτερο– κοινωνικό περιβάλλον. Η ένσταση που διατυπώνεται στο συγκεκριμένο ποίημά μου δεν αμφισβητεί αυτή την πραγματικότητα. Την θεωρεί δεδομένη. Εκείνο που επισημαίνει είναι ο κίνδυνος της άκρατης ροπής να γινόμαστε αρεστοί σε όσο γίνεται μεγαλύτερο αριθμό προσώπων, να καταντάμε έρμαια των δικών τους επιταγών, να χάνουμε τον αληθινό εαυτό μας προκειμένου να εξασφαλίσουμε την αγάπη των πολλών, μιαν αγάπη καταστροφικότερη κι από το μίσος. Ως έναυσμα για το ποίημα πρέπει να πω ότι λειτούργησε μια φράση από κείμενο του 11ου αιώνα, όπου ο αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας Θεοφύλακτος μιλούσε για την ανθρωπαρέσκεια, για την άνευ όρων ροπή προς την δημοφιλία, παρομοιάζοντας τον ανθρωπάρεσκο με «στράτα καταπεπατημένη υπό των πολλών».

Παρ’ όλ’ αυτά, η αγάπη του αναγνώστη και η επιδοκιμασία της κριτικής δεν έχουν αποφασιστική σημασία για τον δημιουργό, δεν σηματοδοτούν αποφασιστικά την ανταπόκριση που έχει ένα έργο;

Σίγουρα έχουν, και μάλιστα μεγάλη. Δεν παραγνωρίζω πόσο απογοητευτικό είναι το αντίθετο, το να βλέπεις δηλαδή την «τύχη πάντα/ ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται», όπως λέει ο καβαφικός στίχος. Αλλά επιμένω ότι αν θέσεις «τον έπαινο του Δήμου», τη λαϊκή αποδοχή και την επικαιρική δόξα ως αποκλειστικούς σκοπούς της εργασίας σου, αυτό φοβάμαι ότι θα σε οδηγήσει σε δρόμους πολύ ολισθηρούς. Η ποίηση δεν είναι γήπεδο γυμναστικών επιδείξεων ή αθλοπαιδιών, στίβος να θαυμάσει το πλήθος από τις κερκίδες και να χειροκροτήσει τις επιδόσεις των αθλητών. Το ποίημα, στην επαφή με τον αναγνώστη, φιλοδοξεί να γίνει η εσωτερική του φωνή, να διαλυθεί μέσα του σαν δισκίο, προκαλώντας αναβράζουσα συγκίνηση. Όχι να αποσπάσει την επιδοκιμασία ή τον θαυμασμό του, αλλά να τον κάνει να νιώσει σαν να είναι ο ίδιος εκείνος που το δημιούργησε, πως κρατάει στα χέρια του γραμμένο αυτό ακριβώς που θα ήθελε να πει και να γράψει, αλλά δεν είχε βρει τις λέξεις για να το κάνει.

Διαβάζοντας το ποιητικό σας έργο είναι εύκολο να διακρίνει κανείς την πρόθεση απεύθυνσης στον αναγνώστη ή στους αναγνώστες. Ενδεικτικά παραθέτω: «Δες πόσο μίζερη καμιά φορά η γλώσσα», ή: «Ένα ποίημα σαν κι αυτό/ Που μόλις τώρα αρχίζεις να διαβάζεις», ή: «Θα ξεχαστείς κι εσύ/ Όπως ξεχνιούνται όλα», ή: «Ελάτε να χορέψουμε γυμνοί –/ Μήπως βρέξει/ σ’ αυτή τη σελίδα». Ο «εγγεγραμμένος αναγνώστης», για να χρησιμοποιήσω έναν θεωρητικό λογοτεχνικό όρο, αποτελεί μια δική σας εμπρόθετη ποιητική κατασκευή που κρύβει την αγωνία της αναγνωστικής ανταπόκρισης;

Καμιά αγωνία δεν κρύβει. Ούτως ή άλλως, η «αναγνωστική ανταπόκριση» αν είναι νά ’ρθει θε να ’ρθεί, αφού κάθετί που γράφεται, με όποιον τρόπο κι αν γράφεται, είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο είτε σε τρίτο πρόσωπο, αυτή την ανταπόκριση εννοείται πως ενδόμυχα την εύχεται, χωρίς όμως να αποτελεί και τον αποκλειστικό του στόχο. Ο κύριος στόχος του είναι η ανταπόκριση και η επίνευση της ίδιας της ποίησης, η βεβαιότητα ότι το κείμενο πληροί σε μεγάλο βαθμό τις προδιαγραφές που εκείνη έχει θέσει. Όσον αφορά στη σχετικά συχνή απεύθυνση προς τον αναγνώστη, την οποία σωστά επισημαίνετε στα ποιήματά μου, πρέπει να πω ότι μάλλον εντάσσεται σε μια γενικότερη αίσθηση προφορικότητας (ίσως και θεατρικότητας) που πιστεύω ότι διατηρεί στα σπλάχνα της η ποίηση από γεννησιμιού της, στοιχείο που ποικίλλει το κείμενο και του προσδίδει μια διάσταση διαδραστική. Με όρους κατηγοριοποίησης, πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα σχήματα λόγου, το σχήμα της ‘‘αποστροφής’’, τη διακοπή δηλαδή της πρωτοπρόσωπης ή τριτοπρόσωπης αφήγησης και την άμεση απεύθυνση προς έναν πραγματικό ή φανταστικό συνομιλητή. Στην προκειμένη περίπτωση ο συνομιλητής είναι πάντα υποθετικός, είναι ο άγνωστος αναγνώστης, ο «εγγεγραμμένος αναγνώστης», όπως τον λέτε, στον οποίο απευθύνουμε τον λόγο.

Στη συλλογή σας Ποίηση μες στην Ποίηση διαβάζουμε τους στίχους: «Ποιήματά μου σας μισώ/ Με το καταραμένο μίσος που ’χουμε στον εαυτό μας». Πώς δικαιολογείται αυτή η εχθρική στάση απέναντί τους και κυρίως απέναντι στον εαυτό μας;

Ο Απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του αποφαίνεται με βεβαιότητα ότι «ουδείς ποτέ την εαυτού σάρκα εμίσησεν», αλλά και η θεία εντολή «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» φαίνεται να θεωρεί την αγάπη προς τον εαυτό μας δεδομένη και αυτονόητη. Εντούτοις, τολμώ να πω ότι δεν είμαι τόσο σίγουρος για την απόλυτη ισχύ αυτού του αξιώματος, χωρίς να καταφεύγω σε ψυχαναλυτικές θεωρίες περί του αντιθέτου και χωρίς να θέλω να φανώ βλάσφημος. Φοβάμαι όμως ότι αυτή η ευλογημένη αγάπη, για να είναι πραγματική, βαθιά και αταλάντευτη, προϋποθέτει την πλήρη αποδοχή όλων των πτυχών του εαυτού μας, ακόμη και των πιο σκοτεινών, που ίσως κανείς άλλος να μην τις γνωρίζει. Δεν νομίζω λοιπόν πως υπάρχει άνθρωπος που, στο μάκρος του βίου του, μπορεί να είναι υπερήφανος για όλες τις εκφάνσεις της σωματικής, της πνευματικής και ψυχικής του συγκρότησης, ούτε για όλες τις σκέψεις και όλες τις πράξεις του, ανεξαιρέτως. Πως υπάρχει άνθρωπος που σε ώρες αυτοκριτικής δεν έχει φτάσει να αμφισβητήσει, να απαξιώσει, ακόμη και να μισήσει τον εαυτό του για χίλιους δυο λόγους. Αλλά και η σχέση με το ποίημα, ένα κατεξοχήν δημιούργημα κατ’ εικόνα του δημιουργού του, είναι κι εκείνη μια σχέση έλξης-απώθησης. Η έλξη είναι μάλλον αυταπόδεικτη. Η απώθηση είναι συχνά μια κακοφορμισμένη έλξη, ο καρπός της ματαιοπονίας και της απογοήτευσης από μιαν αγάπη χωρίς ανταπόκριση. Το αποτέλεσμα επίπονων προσπαθειών που δεν ευοδώνονται στον βαθμό που θα ήθελες ως γράφων, η αίσθηση ότι το ποίημα παύει να είναι σάρκα από τη σάρκα σου και συχνά γίνεται θηρίο που αδυνατείς να το δαμάσεις.  

Έχω παρατηρήσει ότι, όποτε μιλάτε σε πρώτο πρόσωπο, δεν απονέμετε ποτέ στον εαυτό σας την ιδιότητα του ποιητή, αλλά καταφεύγετε σε περιφράσεις και μετωνυμίες, όπως π.χ. «ο γράφων» κ.λπ. Ποιος είναι ο λόγος γι’ αυτό;

Μου κάνει εντύπωση το ότι χρησιμοποιήσατε το ρήμα απονέμω, που συνήθως δεν το χρησιμοποιούμε για ιδιότητες αλλά για τίτλους. Και δεν αυτοπροσδιορίζομαι ως «ποιητής» γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Γιατί η λέξη έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί δήλωση ιδιότητας ή ασχολίας (αφού, ούτως ή άλλως, δεν πρόκειται περί επαγγέλματος) και χρησιμοποιείται περισσότερο ως τίτλος, σχεδόν ως τίτλος τιμής. Συχνά παρατηρώ ανθρώπους πολύ αξιόλογους, πετυχημένους στον τομέα τους, σοβαρούς επιστήμονες ή πλούσιους επιχειρηματίες, οι οποίοι, αν έχουν δημοσιεύσει πέντε ποιήματα ή έχουν τυπώσει μια πλακέτα, προτάσσουν προ παντός άλλου αυτό τους το ‘‘έργο’’ και σπεύδουν να συστηθούν ως ποιητές, καθώς το περιγράφει ο Καρυωτάκης: «Δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας/ Για να τιτλοφορούμεθα ποιητές». Φαίνεται πως στην κοινή συνείδηση η ποίηση εξακολουθεί να κρατάει πολύ υψηλή θέση, και αυτό είναι ιδιαίτερα συγκινητικό. Είναι όμως και ένας λόγος παραπάνω για τον οποίο θα αισθανόμουν αμήχανα αν χρησιμοποιούσα για τον εαυτό μου αυτόν τον τίτλο, σαν να προσπαθούσα να ιδιοποιηθώ για προσωπικό όφελος τη γενική εκτίμηση προς την ποίηση αυτήν καθαυτήν – και, αντί για ποίηση, να επιχειρούσα αντιποίηση, όπως ακριβώς την ορίζει το λεξικό: «Το να οικειοποιείσαι κάτι που δεν σου ανήκει, να σφετερίζεσαι».

«Δεν μπορώ να πω τι σημαίνει αυτό το ποίημα, εν μέρει επειδή δεν θυμάμαι, εν μέρει επειδή δεν θέλω, και εν μέρει επειδή δεν έχει σημασία, από τη στιγμή που το ποίημα απέτυχε να το πει», δήλωνε ο άγγλος ποιητής Ουίλιαμ Έμπσον όταν κάποτε του ζητήθηκε να μιλήσει για το περιεχόμενο ενός ποιήματός του. Εσείς τι θα απαντούσατε αν κάποιος σας ρωτούσε κάτι ανάλογο;

Θα απαντούσα ότι ο Έμπσον άρπαξε τη φράση από τα χείλη μου, ή μάλλον εγώ από τα δικά του. Είναι στ’ αλήθεια μάταιο, μερικές φορές και γελοίο, να προσπαθείς να περιγράψεις αυτό που έχεις ήδη γράψει, να αναλύσεις αυτό που έχεις πυκνώσει, να ερμηνεύσεις γραμμικά και εκλογικευμένα αυτό που θέλησες να προικοδοτήσεις με αισθητική συγκίνηση. Θεωρώ βαρύνουσα την έκφραση «τι σημαίνει αυτό το ποίημα», στην κυριολεκτική της σημασία, αφού πράγματι ο σοβαρός ποιητικός λόγος «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει» –για να χρησιμοποιήσω μια ηρακλείτεια διατύπωση–, με την έννοια ότι το φορτίο που μεταφέρει ούτε εκλαϊκευτικά κατανοητό είναι πάντα ούτε ερμητικά κρυπτικό, αλλά αισθητικά φορτισμένο και εννοιολογικά πολυσήμαντο. Οι λέξεις του δεν περικλείουν μόνο την πάγια σημασία τους, αλλά εκπέμπουν μιαν άλω φτιαγμένη από πολλά στοιχεία: την ιστορία, την ετυμολογία, την ηχητική και οπτική τους εικόνα, τις διαφορετικές αποχρώσεις, την αμφισημία ή την πολυσημία, τις μεταφορικές και μετωνυμικές χρήσεις, ακόμη και τις παρερμηνείες στη διαδρομή τους μέσα στον χρόνο. Αν όλα αυτά λοιπόν δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν στον αναγνώστη, τότε το ποίημα φαίνεται πως έχει αποτύχει. Χωρίς να αποκλείω όμως και το άλλο ενδεχόμενο, καθόλου σπάνιο: Να έχει αποτύχει ο αναγνώστης να το καταλάβει.  

Το ποιητικό σας σύμπαν δομείται με λέξεις και φράσεις έντεχνα αρμοσμένες πάνω σε ρητορικά σχήματα. Επαναλαμβανόμενα σχήματα συνήχησης, παρονομασίας, πολύπτωτα, πρωθύστερα, χιαστά κ.ά. Θα σας ενδιέφερε η ανάλυση του ποιητικού σας λόγου με βάση τους κανόνες της ρητορικής, ή θα το βλέπατε σαν μια ψυχρή, εγκάρσια αποδόμησή του;

Η ποίηση είχε ανέκαθεν στενούς δεσμούς και κοινά στοιχεία με τη ρητορική, κυρίως στο προνομιακό πεδίο της τεχνικής. Ήδη στη Ρητορική του Αριστοτέλη συναντάμε παρατηρήσεις που κάλλιστα μπορούν να εφαρμοστούν στην ποίηση, και άλλες στην Ποιητική του που δυνητικά αφορούν εξίσου τη ρητορική. Τα φαινόμενα που ανέφερα προηγουμένως και τα σχήματα που αναφέρατε στην ερώτησή σας, τα οποία θεωρώ ιδιαιτέρως πολύτιμα, είναι μερικά μόνο από όσα χρησιμοποιεί ο έντεχνος λόγος, κατεξοχήν μάλιστα ο ποιητικός, στην προσπάθειά του να υπερβεί τη συμβατική, επίπεδη ροή της σύνταξης και να ανοίξει χαραμάδες νέων σημασιών, προσδίδοντας ταυτόχρονα συγκινησιακό χαρακτήρα στην έκφραση. Στην πορεία της γραφής όλα αυτά συνεργούν συνθετικά, τις περισσότερες μάλιστα φορές με τρόπο σχεδόν διαισθητικό και ενστικτώδη. Σε μια τέτοια συνθετική διαδικασία λοιπόν, νομίζω πως είναι απολύτως θεμιτό να αντιστοιχεί μια αναλυτική εκ των υστέρων ανίχνευση και επισήμανση –από τον ρέκτη κριτικό, τον οξυδερκή μελετητή, τον επαρκή αναγνώστη– των επιμέρους στοιχείων που συναποτέλεσαν το σώμα του λογοτεχνικού κειμένου. Το σώμα του κειμένου είναι ένα κείμενο σώμα, ακίνητο αλλά αρτιμελές, που, όποια τομή και αν του γίνει, πάλι αρτιμελές θα παραμείνει. Δεν πιστεύω ότι η θεωρητική ανάλυσή του στα εξ ων συνετέθη μπορεί να οδηγήσει σε απομάγευση, όπως φοβούνται πολλοί. Αντίθετα, νομίζω πως με την έκθεση στο φως των εγγενών δυνατοτήτων της γλώσσας ευαισθητοποιείται ακόμη και ο ανυποψίαστος δέκτης, που στο εξής θα μπορεί ενδεχομένως να εντοπίζει με περισσότερη ευκολία τις κρυφές πηγές της μαγείας και να την εισπράττει με μεγαλύτερη ένταση.

«Ζογκλέρ το σύμπαν», «έκρηξη αλφαβήτου», «επιούσιο ποίημα», «τρυγάω τον αέρα», «αέρας φωνηέντων», «νήπιο πνεύμα», «μεδούλι μεθυσμένο», «σκαλοπάτια των καιρών» και πλήθος άλλων εμπνευσμένων, θα έλεγα, μεταφορών εντοπίζονται στα ποιήματά σας. Με δεδομένο ότι η μεταφορά, ως ρητορικός τρόπος, στηρίζεται στην ομοιότητα και σημασιοδοτεί την σύντηξη «φυσικών σχέσεων» ανάμεσα στις λέξεις και στα πράγματα, θα ήθελα να μου πείτε αν η αναζήτηση αυτής της ομοιότητας αποτελεί ειδολογική ή ιδεολογική επιλογή.

Η μεταφορά δεν είναι το μοναδικό φαινόμενο ούτε το μοναδικό σχήμα λόγου που στηρίζεται στην ομοιότητα και στην αναλογία. Η προσωποποίηση, η παρομοίωση, η μετωνυμία, στην ομοιότητα στηρίζονται κι εκείνες, όμως η μεταφορά φαίνεται πως είναι η δημοφιλέστερη και συχνότερη στη χρήση. Αρκετές φορές μάλιστα η μεταφορά μπορεί να κρύβει χωνεμένο στα σπλάχνα της ένα άλλο σχήμα, σε πιο επεξεργασμένη και υπαινικτική μορφή: Πίσω από την έκφραση «Ζογκλέρ το σύμπαν», λογουχάρη, βρίσκεται σαφώς μια προσωποποίηση, στην «έκρηξη αλφαβήτου» υπονοείται (αλλά αποσιωπάται) μια έκρηξη σαν της βόμβας ή σαν του Βig Bang, το «επιούσιο ποίημα» είναι κάτι σαν τον άρτον ημών τον επιούσιον, στο «νήπιο πνεύμα» υποφώσκει προσωποποίηση (το πνεύμα είναι νήπιο) ή παρομοίωση (πνεύμα σαν του νηπίου) κ.ο.κ. Η φυσική ομοιότητα εμπνέει την τεχνητή ομοιότητα και τη μίμηση, εισδύοντας στον λόγο με διάφορους τρόπους. Η γλώσσα είναι η μεγάλη μήτρα αυτού του φαινομένου, καθώς οι λέξεις της προσπαθούν να μοιάσουν στα πράγματα, να τα οικειοποιηθούν και ώς ένα βαθμό να τα υποκαταστήσουν. Αλλά και η πραγματικότητα, σε όλες της τις μορφές, υπάρχει και κινείται ανάμεσα σε δύο βασικούς πόλους: της ομοιότητας και της διαφοράς. Σε αυτό το μαγνητικό πεδίο, ανάμεσα στους ίδιους πόλους, αναπτύσσεται και η τέχνη, η λογοτεχνία, η ποίηση. Επιχειρώντας είτε να αναδείξει στοιχεία –πολλές φορές αόρατα στον ανύποπτο θεατή– αναλογίας, σύγκλισης και Φιλότητας ανάμεσα στα πράγματα, είτε να οξύνει τις μεταξύ τους αντιθέσεις διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ τους και προβάλλοντας το Νείκος, είτε, τέλος, να συνδέσει με διαλεκτικό τρόπο τα διεστώτα σε μια νέα, απροσδόκητη σύνθεση. Με αυτό το σκεπτικό, θα έλεγα ότι η αναζήτηση της ομοιότητας αποτελεί, στην περίπτωσή μου, όχι μόνο ειδολογική αλλά και ιδεολογική επιλογή.

Στο έργο σας συναντά κανείς πολυάριθμα ποιήματα ποιητικής, αλλά και μια ολόκληρη συλλογή –την Ποίηση μες στην Ποίηση του 1977– που εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία. Θα λέγαμε ότι τα ποιήματα ποιητικής αποτελούν την κατάθεση μιας προσωπικής μαρτυρίας για τα στάδια της ποιητικής δημιουργίας, ένα σαφές βιωματικό στοιχείο κάθε ποιητή. Ωστόσο, έχετε πει πολλές φορές ότι αποστρέφεστε το βίωμα ως πρώτη ύλη της ποιητικής δημιουργίας. Πώς εξηγείται αυτό;

Δεν νομίζω πως έχω πει, ούτε θα μπορούσα ποτέ να πω, ότι αποστρέφομαι, γενικώς και αδιακρίτως, το βίωμα ως ερέθισμα έμπνευσης, αλλά μόνο την ωμή και ανεπεξέργαστη κατάθεση του βιώματος, που λειτουργεί ως υποκατάστατο αυτοβιογραφίας ή ημερολογιακής εγγραφής· την παράθεση αναμνήσεων ή συναισθηματικών μελοδραματισμών γύρω από συγκεκριμένα γεγονότα, που δεν μετουσιώνονται σε αισθητικές μορφές, και το ενδιαφέρον τους παραμένει εντελώς προσωπικό. Κατά τα άλλα, θα έλεγα ότι το βίωμα αποτελεί την κυριότερη πηγή δημιουργίας, αρκεί να δεχτούμε πως ο ορισμός του επεκτείνεται πολύ πέρα από τα πραγματικά και αναγνωρίσιμα περιστατικά του βίου, περιλαμβάνοντας και οποιαδήποτε άλλη εμπειρία, που πολλές φορές μπορεί να είναι αντικειμενικά αδιάφορη αλλά πολύ σημαντική για εκείνον που την έζησε. Η ανάγνωση ενός συναρπαστικού βιβλίου, η ζωηρή επίγευση ενός ονείρου, η τυχαία φράση ενός αγνώστου στο μετρό, μια έντονη φαντασίωση, αυτά όλα δεν συνιστούν, με αντικειμενικά κριτήρια, περιστατικά αξιοσημείωτα για έναν τρίτο –ούτε καν αντιληπτά τις περισσότερες φορές–, όμως μπορεί να συνιστούν εσωτερικές εμπειρίες, και για έναν ευαίσθητο δέκτη μπορεί κάλλιστα να αποτελέσουν το βιωματικό υπόβαθρο ενός ποιητικού έργου. Ως προς τα ποιήματα ποιητικής τώρα: Συμφωνώ απολύτως μαζί σας ότι, πέρα από οτιδήποτε άλλο, σαφώς στηρίζονται σε βιωματικά στοιχεία, με την έννοια ότι αποτυπώνουν μερικές από τις πολλές πλευρές τής κατά κυριολεξίαν “ποιητικής” (δηλαδή “κατασκευαστικής”) διαδικασίας, την οποία μετέρχεται –συνήθως σε όλη του τη ζωή– ένας άνθρωπος που γράφει ποίηση. Και, άσχετα από τις όποιες θεωρητικές ή άλλες απόψεις του, ο άνθρωπος αυτός αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του συνολικού βιοτικού του χρόνου γράφοντας, διορθώνοντας, διαβάζοντας και σκεπτόμενος θέματα της ποίησης. Άρα, τα ποιήματα ποιητικής όντως αντανακλούν τη στενή βιωματική του σχέση και κατοπτρίζουν τη στάση του απέναντι στα θέματα αυτά. Ειδικά στα δικά μου, πάντως, νομίζω πως είναι ελάχιστες οι αναφορές στην ίδια την ποίηση (ή στην Ποίηση) ως αφηρημένη ιδέα, ως επιφοίτηση ή ως θεά της έμπνευσης, κάτι που συναντάμε κατά κόρον, από τον Όμηρο («Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα») μέχρι σήμερα. Το ενδιαφέρον μου επικεντρώνεται κυρίως στην έμπρακτη αποτύπωση και στην καταγραφή αυτής της αφηρημένης ιδέας, δηλαδή στο ποίημα που προκύπτει· το οποίο άλλωστε αποτελεί και το μόνο απτό δείγμα, τη στενή αλλά στέρεη γέφυρα που μπορεί να μας ενώσει με την ίδια την Ποίηση.

Η επί του συνόλου ανάγνωση του ποιητικού σας έργου δημιουργεί την εντύπωση μιας εκπληκτικής συναρμογής. Πιστεύω ότι πρόκειται για ποιητικές ψηφίδες, οι οποίες σιγά σιγά και κατά διαστήματα, ανάλογα με τον χρόνο δημοσίευσης μιας συλλογής, τοποθετούνται και παίρνουν τη θέση τους μέσα σε ένα ενιαίο ποιητικό σύμπαν, ενώ συμβαίνει συχνά η μία συλλογή είτε να συμπληρώνει είτε να προαναγγέλλει την επόμενη.

Είτε ως γράφοντα είτε ως αναγνώστη, εκείνο που με ενδιαφέρει πολύ είναι η ομοιογένεια ενός έργου, η ενότητα και η συμβατότητα των μερών που το αποτελούν. Τα μορφολογικά στοιχεία, τα οποία εξασφαλίζουν αυτή την ενότητα στη δική μου εργασία, πιστεύω πως είναι τα στοιχεία μιας ‘‘ενδοδιακειμενικότητας’’, που εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους: με τη συχνή συνομιλία των ποιημάτων και των συλλογών μεταξύ τους, με την επαναφορά μοτίβων, στίχων και τίτλων, με συμπληρώσεις ή ανατροπές, με τη μείξη ποικίλων γλωσσικών πεδίων, με σχήματα και φαινόμενα λόγου που επανέρχονται, ‘‘ενδογαμικές’’ συνάψεις και δάνεια, αλληγορίες, αμφισημίες, παλίνδρομα. Αυτά σε μορφολογικό επίπεδο. Το οποίο όμως δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά επιχειρεί να προβάλει ανάγλυφα κάτι ουσιαστικότερο: το θεματικό-‘‘ιδεολογικό’’ στίγμα μιας οντολογικής και αισθητικής αντίληψης, με τις πτυχές της να εκδιπλώνονται σε όλα τα ποιήματα, από το πρώτο ώς το τελευταίο.

_________________________________________

[Μέρος της διδακτορικής διατριβής τής Παρασκευής Μακρίδου στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, που έχει τίτλο «Τα ποιήματα ποιητικής του Αντώνη Φωστιέρη – Ο ποιητής, το ποίημα, ο αναγνώστης»]

 

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...