Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Θανάσης Μαρκόπουλος, Οι στοχαστικές προσαρμογές του Αντώνη Φωστιέρη


 

Λάμπει το φως η πρόστυχη απόχρωση του σκότους

Η μεγαλύτερη φενάκη του παντός.

        (Σκοτεινός έρωτας, 1977)

     

 

Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953, αλλά κατάγεται από την Αμοργό. Οι σπουδές του είναι νομικές∙ γενικές στην Αθήνα, ειδικότερες στο Παρίσι. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1971, μόλις στα δεκαοχτώ του χρόνια, και είναι από τους νεότερους ποιητές της γενιάς του 1970, στην οποία ανήκει. Πρώτη του συλλογή Το μεγάλο ταξίδι. Ακολουθούν άλλες οχτώ, μία συγκεντρωτική έκδοση κι ένας δίσκος με αναγνώσεις του: Εσωτερικοί χώροι ή Τα είκοσι (1973), Ποίηση μες στην ποίηση (1977), Σκοτεινός έρωτας  (1977), Ο διάβολος τραγούδησε σωστά (1981), Το θα και το να του θανάτου (1987), Η σκέψη ανήκει στο πένθος (1996), Πολύτιμη λήθη (2003), Τοπία του Τίποτα (2013), Ποίηση 1970-2005 (2008), Ο Αντώνης Φωστιέρης διαβάζει Φωστιέρη (2009). Η δράση του όμως δεν περιορίζεται εδώ. Στα χρόνια 1974-76 εκδίδει το περιοδικό H Nέα Ποίηση. Από το 1975 ως το 1981 συνδιευθύνει την ετήσια έκδοση Ποίηση (’75-’81) κι από το 1981 ως το 2010 υπήρξε συνεκδότης και διευθυντής του περιοδικού Η Λέξη. Μετέφρασε τις Συμβουλές σ’ ένα νέο ποιητή του Μαξ Ζακόμπ (1984), ενώ κι ο ίδιος είναι πολυμεταφρασμένος. Και πολυβραβευμένος. 1993: Διεθνές έπαθλο Καβάφη∙ 1998: Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου του Δήμου Αθηναίων για τη συλλογή Η σκέψη ανήκει στο πένθος∙ 2004: Κρατικό βραβείο ποίησης και αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Διαβάζω για την Πολύτιμη λήθη  2008: Κρατικό βραβείο λογοτεχνικού περιοδικού στη Λέξη, εξ ημισείας με τη Νέα Εστία∙ 2010: Βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

Αν είναι να διακρίνουμε την ποίηση σε λυρική και φιλοσοφική, κατηγοριοποιήσεις που δεν είναι πάντα αμιγείς, τότε ο Φωστιέρης κλίνει σαφώς προς τη δεύτερη. Ασφαλώς κι έχει το δικαίωμα να γίνει ποίημα η σκέψη, η όποια σκέψη, συνεπώς και η φιλοσοφική. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει το προαπαιτούμενο και τελικό ζητούμενο κάθε τέχνης, η αισθητική συγκίνηση. Κι αυτήν την προκαλεί ο λυρισμός, την προκαλεί όμως και ο στοχασμός, η ευρηματική σύλληψη, η καινότροπη ματιά στα πράγματα αλλά και η οργάνωση όλων αυτών σε λόγο ηδυσμένο. Σε μια τέτοια ποίηση, που συχνά αξιοποιεί την απορηματική και την αποφθεγματική διατύπωση, σ’ αυτό το Ρυθμικά/ Σκεπτόμενο/ Αίσθημα, κατά την έκφρασή του, επιδίδεται ο Φωστιέρης, με τη διαφορά ότι η δική του εκδοχή πολύ απέχει από την υπαρξιακή των μεταπολεμικών ποιητών, καθώς εκείνη συνδέεται με αγωνίες και αναζητήσεις θρησκευτικού χαρακτήρα. Εδώ ο ουρανός δεν έχει θέση και οι δρόμοι του υπερβατικού είναι κλειστοί εξαρχής. Έτσι ο στοχασμός κινείται εντός της ανθρώπινης εμπειρίας  και όψεις αυτής της εμπειρίας  αναδεικνύει, τις οποίες το κοινό βλέμμα, θολό και κουρασμένο, αφιονισμένο από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, αδυνατεί να αντικρίσει.

Ύστερα από μια αρχική περίοδο αναζήτησης, που χαρακτηρίζεται από το κλίμα του μεσοπολεμικού νεοσυμβολισμού και την επίδοση στην ποιητική, από τον Σκοτεινό έρωτα κ.εξ. ιδιαίτερα, η φιλοσοφική σκέψη του Φωστιέρη διαγράφεται σαφέστερα. Στη συλλογή αυτήν το θέμα δεν είναι τόσο ο ανεκπλήρωτος έρωτας ή ο έρωτας μέσα σε ένα αδιέξοδο τοπίο όσο ο ‘‘έρωτας του σκότους’’, ενός σκότους ακαταμάχητου. Η εικόνα που αναδύεται από τα κείμενα της συλλογής είναι αυτή ενός ανθρώπου που μόνος κι έρημος βαδίζει στον δρόμο τη νύχτα. Ενός ανθρώπου που μοιάζει να μην έρχεται από πουθενά και να μην πηγαίνει πουθενά. Με τέτοιες προδιαγραφές ευλόγως τα πάντα γύρω του φαντάζουν απελπιστικά. Κυρίαρχο χρώμα το μαύρο, δεσπόζων χρόνος η νύχτα. Σύμπαν, ουρανός, φεγγάρι δεν έχουν κανένα νόημα και δεν προσφέρουν καμιά ελπίδα. Ο ποιητής αδυνατεί να χαρεί τις όμορφες μέρες και να συμφιλιωθεί με τον καιρό του μέσα σε έναν κόσμο τον οποίο δε γνωρίζει και νιώθει να τον απειλεί, κόσμο λυπημένο, της πλήξης και της τρέλας. Κάτι περισσότερο, επειγόμενος να ζήσει τον δικό του θάνατο, επιμένει να βλέπει το σκότος ακόμα και μέσα στην έξαρση της ομορφιάς.  Το μόνο που τον σώζει από το αδιέξοδο είναι η ικανότητα να μεταποιεί την απελπισία σε ποίηση, τέχνη που, όσο κι αν τη θεωρεί τελειωμένη υπόθεση, κατά βάθος πιστεύει πως δίνει νόημα στην ύπαρξή του:

 

Σκοτάδι αστραφτερέ καθρέφτη μου

Μέσα σου ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι

Μες στο στομάχι σου ήχοι και χρώματα όλα χωνεύονται

Μέσα σου λιώνω εξαχνούμαι χάνομαι

Σκοτάδι εκτυφλωτικό μου φως

Είσαι το σύμπαν πριν απ’ τη γέννηση και μετά θάνατον

Άρα είσαι το σύμπαν κι εν ζωή   μέσα σου χάνομαι

Είσαι το τίποτα γυμνό κι είμαι το τίποτα

Μέσα σου χάνομαι.

         («Σκοτεινός έρωτας»)

 

Με την επόμενη συλλογή Ο διάβολος τραγούδησε σωστά ο ποιητής μεταφέρεται στον κόσμο του φανταστικού και ανιχνεύει τις εκφάνσεις μιας πρωτεϊκής μορφής, η οποία διεισδύει σε κάθε όψη του ανθρώπινου βίου και μάλιστα του ποιητικού. Ο διάβολος, με όποιο όνομα κι αν εμφανίζεται (Σατανάς, Δόλιος, Δίβουλος, Τράγος, δαιμόνιο), φαίνεται πως είναι ένα πρόσωπο φανταστικό, ανύπαρκτο, που όμως μας επηρεάζει αποφασιστικά σαν το, εκτός του ζωγραφικού πίνακα, σημείο φυγής, το οποίο, ενώ λείπει από τη σύνθεση, την καθορίζει απόλυτα. Απών κι όμως τόσο χρήσιμος, καθώς σ’ αυτόν φορτώνουμε όλες τις αναποδιές, τη στραβή τιμονιά που τσακίζει, την αιφνίδια κακοκαιριά που γκρεμίζει το άνθος κι ακόμα, την αναπότρεπτη φθορά αυτού που έρχεται, την αναπόφευκτη λύπη γι’ αυτό που φεύγει.

            Από Το θα και το να του θανάτου και ύστερα (Η σκέψη ανήκει στο πένθος, Πολύτιμη λήθη, Τοπία του Τίποτα) τα πράγματα αλλάζουν ριζικά. Κι εδώ υπάρχει η στοχαστική διάθεση, είναι όμως περισσότερο εμπράγματη, γι’ αυτό και πιο ελκυστική. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το κέντρο γύρω από το οποίο στρέφεται και στη συλλογή αυτήν η σκέψη του Φωστιέρη είναι ο θάνατος, ενώ η αντιμετώπισή του είναι και πάλι στωική. Ένας θάνατος όμως που λειτουργεί ιδιότυπα. Αν και ανύπαρκτος για την προσωπική μας εμπειρία, ωστόσο ελέγχει τη ζωή μας, όπως ο διάβολος. Τα πάντα καθορίζονται από την ιδιόρρυθμη παρουσία-απουσία του, μόνο που εδώ όλα είναι πιο ευδιάκριτα και η θεματική διασπορά ευρύτερη, γεγονός που οφείλεται στη μεγαλύτερη γείωση της σκέψης και στη διεύρυνση του οπτικού πεδίου, η οποία συνεχίζεται και στις επόμενες συλλογές, όπου, όσο κι αν δεν παραμερίζεται ο θάνατος, χάνει ωστόσο το βάρος του και αντιμετωπίζεται πια σαν άρωμα που έρχεται από μακριά. Η απομάκρυνση αυτή από τον πεσιμισμό της νύχτας και του θανάτου και το άνοιγμα σε καινούριους χώρους πιστοποιείται από ορισμένα θέματα, που, κι αν όλα δεν πρωτοεμφανίζονται τώρα, πάντως αναδεικνύονται σαφέστερα.

Και πέρα από την ποιητική τέχνη, που αξιολογείται εντέλει ως υποδεέστερη από τη ζωή κι ανίκανη να κατακτήσει την αθανασία, πέρα κι από τη γλώσσα, η οποία αδυνατεί να εκφράσει το βίωμα σε όλες του τις διαστάσεις, εννοώ πρωτίστως τα κοινόχρηστα πράγματα, την κοινωνική κριτική και την αποστασιοποίηση από το παρόν.

Έχω τη γνώμη πως ιδιαίτερα ευτυχείς είναι οι στιγμές του Φωστιέρη στην επαφή του με τα πράγματα της καθημερινότητας, επαφή που τον φέρνει κοντά στη γενιά του. Θέλω να πω πως η αισθητική του αποτελεσματικότητα είναι μεγαλύτερη, όταν εγκαταλείπει τον στοχασμό γύρω από τις ιδέες, κάτι που κάνει στις πρώτες του συλλογές, και στοχάζεται γύρω από τα συγκεκριμένα, απτά και ταπεινά πράγματα, που τον περιβάλλουν, όπως κάνει αργότερα. Στις περιπτώσεις αυτές δεν ξεχωρίζει ποιητικές και μη ποιητικές στιγμές, ποιητικά και μη ποιητικά αντικείμενα. Το καθετί που είναι σε θέση να κινήσει τη σκέψη του κινεί και το ποίημα. Έτσι το ασήμαντο ανάγεται σε σημαντικό και το ευτελές σε πολύτιμο, γιατί ξέρει πως στην τέχνη οι αξιολογήσεις είναι αποκλειστικά αισθητικής τάξης. Πράγματα απλά και καταστάσεις οικείες, τηλέφωνο, έπιπλα, σπίτια, πάρτι, γενέθλια, άνθρωποι καθημερινοί αλλά και ζώα ή άλλα, άσημα όντα της φύσης (πεταλούδα, μύγα, κουνούπι, αράχνη, κατσαρίδα), γίνονται θέμα του ποιήματος, ενώ τα τελευταία λειτουργούν κάποτε και ως προσωπεία του δημιουργού:

 

Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος.

Αυτά τα έπιπλα που ακούτε ν’ ανασαίνουν

Φυλάνε ακόμα ενστικτώδη φτερωτά

Μες στα φυλλώματα. Κι αν τρίζουνε

Κάθε που μπαίνει νέος επισκέπτης

Θα ’ναι που νιώθουνε κρυμμένο το τσεκούρι

Να τροχίζεται. Σε ανώδυνο χαμόγελο

Αβροφροσύνης τούτη τη φορά.

Τις νύχτες αλαφιάζονται

Και το χοντρό τους νύχι από ρίζα

Χώνεται

Στον βράχο του τσιμέντου. Οι κλώνοι τους

Ρημάζουν τα ταβάνια – να οι ρωγμές

Του ξύλου που μουγκρίζει. Αφήστε τα∙

Ούτε μ’ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται

Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών∙ αφήστε τα.

Κι αν το τικ-τακ του σκουληκιού υποδύεται

Τον χτύπο της καρδιάς τους

Αυτά ονειρεύονται το ηρωικό λαμπάδιασμα

Νά ’ρθει επιτέλους να χωρίσει πνεύμα

Από κορμί

                          – Λάμψη και κάρβουνο.

         («Κατοικίδιο δάσος», Το θα και το να του θανάτου)

 

Όσο για την κοινωνική κριτική, τη λεγόμενη αμφισβήτηση, που χαρακτηρίζει τη γενιά του ’70, αυτή απουσιάζει από τις πρώτες συλλογές του ποιητή κι αρχίζει να εμφανίζεται στον Σκοτεινό έρωτα με ορισμένες αιχμές κατά της βίας και της αδικίας. Με τον καιρό ωστόσο καθίσταται σαφέστερη και οξύτερη, παρότι σε λίγα ποιήματα, στα οποία πάντως καταγγέλλεται ο σύγχρονος τρόπος ζωής, που κλείνει τους ευαίσθητους ανθρώπους στα ψυχιατρεία κι εξοντώνει τους άλλους στη βιοπάλη, εξωθώντας τους στην αλλοτρίωση και τη μόνωση. Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η κριτική που ασκείται σε μερίδα των νέων, οι οποίοι καταφεύγουν σε εντυπωσιακές αλλά φτηνές, ανατρεπτικές ενέργειες, αντί να ζουν τη ζωή με πάθος αλλά και σε βάθος. Η καταλυτική αυτή κριτική υιοθετεί αναπόφευκτα και μια τραχύτητα εκφραστική, στον βαθμό που θέλει να είναι αποτελεσματική, και στο σημείο αυτό η ενλόγω ποίηση βρίσκει και πάλι επαφή με τη γενιά της:

 

[…] Εκείνοι που έσκαψαν

Μισό χιλιοστό κάτω απ’ το σώμα τους

Τώρα μαραίνονται σε φυλακές ψυχιατρείων ή ταξιδεύουνε

Με λευκές και με μαύρες

Τα πελάγη του αέρα. Οι άλλοι συνεχίζουν να στριμώχνονται

Σε θυρίδες τραπέζης εκδοτήρια ουρές

Περιμένοντας κάτι

Το επόμενο τραίνο ή τον κύριο έφορο

Μπορεί και τη Δευτέρα Παρουσία –

Το τελειότερο πλάσμα της δημιουργίας δαπανάει την ύπαρξη

Στριμωγμένο σε ουρές από τέλεια πλάσματα

Που κι αυτά περιμένουνε κάτι. Περιμένω σημαίνει

Προσκυνώ τη συνέχεια του χρόνου

Προεξοφλώ τη ζωή μου για τρία λεφτά

Ως νά ’ρθει το λεωφορείο

Για έξι μήνες ως να πάρω το δάνειο

Προεξοφλώ επιταγές επιβίωσης

Δεκάδες κουρελόχαρτες συναλλαγματικές

Με αποδέκτη το μέλλον.

                        («Στάση αναμονής», Η σκέψη ανήκει στο πένθος)

 

Η αποστασιοποίηση τέλος από το παρόν συνιστά μια εντελώς ιδιότυπη, θεματική περιοχή. Είναι περίεργο που ο ποιητής δεν καταφεύγει στο παρελθόν, στο παιδικό μάλιστα παρελθόν, εκεί που άλλοι χτίζουν το πρόσωπό τους. Αντίθετα, ζει στο παρόν, μέσα στους φόβους του είναι αλήθεια και μέσα στην αγωνία της φθοράς, αλλά το νοσταλγεί κιόλας, δείχνοντας με τον τρόπο αυτόν πόσο πρέπει να το εκτιμούμε, μια και γρήγορα θα γίνει παρελθόν. Συχνά ωστόσο απομακρύνεται από αυτό και μετατοπίζεται στο μέλλον, με αποτέλεσμα το τελευταίο να αντιμετωπίζεται ως παρόν  κι ο ποιητής να ζει από πριν καταστάσεις μελλούμενες. Σε μια απώτερη αναγωγή λ.χ. βλέπει τον εαυτό του να θρηνεί τον θάνατο του αγέννητου ακόμα, γέροντα γιου του, ενώ σε μια άλλη φαντάζεται την οριστική απουσία της μητέρας, συνειδητοποιώντας έτσι τη σπουδαιότητα της παρουσίας της στο παρόν:

 

Μήνες και χρόνια

Χρόνια πια συνήθισα

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου να φαντάζομαι

Πώς θα ’ναι άραγε όταν αύριο

Πάψω στ’ αλήθεια να σε βλέπω. Και συνήθισα

Να ζω το σήμερα σα θύμηση του άλλοτε

Με νοσταλγία παρόντος, τέλεια φθίνοντος,

Αφού όσο μέλλον σου απομένει

Όχι αργότερα

Ήδη από τώρα λάμπει αθέατα

Παρελθόν.

         («Η μάνα μου αύριο», Υστερόγραφα (2004-2005),

Ποίηση 1970-2005)

 

Αυτά είναι τα βασικά, θεματικά γνωρίσματα της ενόλω ποίησης, τα οποία, σε συνδυασμό με τα μορφολογικά, συγκροτούν την ιδιοπροσωπία του Φωστιέρη.

            Φυσικά ο στίχος δεν μπορεί παρά να είναι ελεύθερος, άμετρος βέβαια, αλλά οπωσδήποτε έρρυθμος, με τον δικό του, ιδιόμορφο τρόπο, και προσεγγίζει τους τόνους του καθημερινού ιδιώματος. Τα έμμετρα ποιήματα είναι λίγα κι ακόμα πιο λίγα τα πεζόμορφα. Οι διασκελισμοί αξιοποιούνται εκτεταμένα κι έχουν την τάση να φέρνουν την τελεία στο εσωτερικό του στίχου και να διασπούν ακόμα και ισχυρά συντακτικά συμπλέγματα, ιδίως στους ολιγοσύλλαβους στίχους, ενώ συνήθης είναι η χρήση παρενθέσεων και ιδιόρρυθμη η επανάληψη στίχων, φράσεων και ιδεών από ένα ποίημα στην αφετηρία ενός άλλου.

Από κει και πέρα ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής χειρίζεται τη γλώσσα. Εννοώ τα λεκτικά παιχνίδια της ομοηχίας, της παρήχησης, του αναγραμματισμού, των καρκινικών λέξεων και φράσεων αλλά και των αναπάντεχων προθημάτων, που δημιουργούν καινούριες λέξεις. Όλοι αυτοί οι τρόποι δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να ανιχνεύουν τις δυνατότητες της γλώσσας και να δοκιμάζουν τις αντοχές της μπροστά στην ανεξάντλητη πραγματικότητα, με στόχο την αποτελεσματικότερη απόδοση της εμπειρίας. Τον ίδιο στόχο βέβαια υπηρετεί και το χιούμορ, η ειρωνεία κι ο σαρκασμός. Ο Φωστιέρης δεν αγαπά τη σοβαροφάνεια ούτε κι έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Κάποτε μάλιστα φτάνει ως την αυτοϋποτίμηση και τον αυτοσαρκασμό. Από την άλλη στρέφει την ειρωνική του αιχμή κατά της λογικής, που σκοτώνει τον αυθορμητισμό, αλλά και κατά των κριτικών, που κρίνουν το μέλλον των ποιητών.

Τέλος ιδιαίτερος είναι κι ο συχνά διαλεκτικός χαρακτήρας της γραφής. Κάθε ποίημα, ως γνωστόν, απευθύνεται σε κάποιον ή κάποιους αναγνώστες αλλά με λόγο συνήθως έμμεσο, πλάγιο. Μιλάει ένας ασώματος ή ενσώματος ομιλητής, αλλά σε κανέναν συγκεκριμένα. Ενπροκειμένω όμως ο αναγνώστης και οι αναγνώστες εισάγονται στο ποίημα είτε ως συμμέτοχοι μέσω του πρώτου πληθυντικού προσώπου είτε, συχνότερα, ως συνομιλητές μέσω του δεύτερου πληθυντικού, ανεξάρτητα από την ερωτηματική ή μη μορφή του λόγου. Από αυτήν τη συνθήκη απορρέει ο διαλεκτικός τόνος και οι συνήθεις εκφράσεις του καθημερινού λόγου: για να γίνω πιο ακριβής, σκέψου καλά, ας μη γελιόμαστε, με νιώθετε, μην το γελάτε, ας επανέλθουμε, σκεφτείτε το, μην απαντάτε, τα ξέρετε, ακούστε με. Θα μπορούσε να πει κανείς πως, προκειμένου να λειτουργήσει η σκέψη και να τρέξει ο λόγος, ο ποιητικός ομιλητής χρειάζεται τους αναγνώστες, για να μοιραστεί μαζί τους εμπειρίες και σκέψεις, αλλά και να υποβάλει ερωτήματα ή να προλάβει ενστάσεις, πράγμα που του επιτρέπει να συνεχίσει το ποίημα. Έτσι το κείμενο χτίζεται διαλεκτικά, που σημαίνει ότι ο λόγος, ευκίνητος και ευέλικτος, σπάει σε στροφές και γυρίσματα, αιφνιδιάζοντας την ανάγνωση:

 

Τρεις ώρες τώρα προσπαθώ να κοιμηθώ.

Ζέστη Αυγούστου

Και ιδρώτας του μυαλού που ολόγυρα

Σαν τα κουνούπια οι σκέψεις

Το λογχίζουν.

Τι έπαθα; Στο φως της μέρας

Σπάνια μ’ επισκέπτονται.

Και νιώθω βέβαια ευτυχής.

Ή, για να γίνω πιο ακριβής:

Απαγορεύω τέτοιες επισκέψεις. Αφού λαθραία

Έτσι και τύχει να τρυπώσει σκέψη, αργότερα

Η μια την άλλη προσκαλεί, ότι τάχαμου

Για λίγο μόνο, μια μικρή φιλοξενία τα ξέρετε–

Οπότε ιδού, μπουκάρουν καραβάνια ολόκληρα

Με βλέψεις μόνιμης μετοικεσίας

Οι συνειρμοί. Να λείπει.

 

Κλείνω λοιπόν ερμητικά τα σύνορα – και τέρμα.

 

Γιατί δεν είμ’ εγώ Αμερική. Ούτε τα εδάφη μου

Μπορούν να θρέψουν τόσους μετανάστες.

         Επίσκεψη σκέψης», Πολύτιμη λήθη)

 

_________________

Ομιλία στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Από το ποίημα βγαίνεις πάντα ζωντανός – Αντώνης Φωστιέρης», που οργάνωσε το Αρσάκειο Γενικό Λύκειο Πατρών στο θέατρο «Επίκεντρο+» την Τετάρτη 20-2-2019, ώρα 8 μ.μ. Επιμέλεια της εκδήλωσης: Ρούλα Διαμαντοπούλου, φιλόλογος. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Κοζάνης Παρέμβαση [194-195 (Χειμώνας 2019-20) 77-83].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...