Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

Δημήτρης Χατζῆς - Σαμπεθάι Καμπιλῆς



Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τὸ τέλος τῆς μικρῆς μας πόλης (1963).


Στὴ μικρή μας πόλη εἴχαμε κάπου τέσσερις χιλιάδες Ἑβραίους - περισσότερους, ὄχι λιγότερους. Εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους - τὸ Συναγώι, ποὺ τὸ λέγανε καὶ κεῖνοι καὶ μεῖς, μέσα στὸ παλιὸ Κάστρο τῆς πόλης καὶ σὲ μερικοὺς δρόμους, ὁλόγυρά του. Οἱ χριστιανοί, ποὺ καθόντανε μέσα στὸ Κάστρο καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὁβραίικους δρόμους ὁλόγυρα, εἶχα στὴν ὀξώπορτά τους ἕνα σταυρὸ ζωγραφισμένο μ᾿ ἀσβέστη. Εἶταν ὅμως λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, τόσο πολύ, ποὺ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους εἶτανε συνήθειο παλιὸ νὰ βγαίνει τὴν Παρασκευὴ τὸ βράδυ ἄνθρωπος τῆς Συναγωγῆς, μόλις ἔπεφτε ὁ ἥλιος καὶ τελαλοῦσε δυνατά:

- Ὥ...ω...ρα γιὰ Σαμπά!... Ὥ...ρ...ααα γιὰ Σαχρί!... Τελαλοῦσε πὼς ἔπεσε ὁ ἥλιος κι ἄρχισε Σάββατο καὶ κανένας τους νὰ μὴ πιάνει φωτιὰ μὲς στὰ σπίτια τους ὡς τ᾿ ἄλλο τὸ βράδυ. Παναπεῖ δηλαδὴ πὼς εἶταν πέρα γιὰ πέρα ὁβραίικοι δρόμοι. Εἶταν ὁ δικός τους μαχαλᾶς - τὰ ὁβραίικα.

Ταπεινοί, τόσο ταπεινοὶ σὰν νά ῾τανε φοβισμένοι καὶ φουκαρᾶδες εἶταν οἱ πλιότεροι - οἱ πιὸ φουκαρᾶδες μέσα στὴν πόλη μας εἶταν αὐτοί. Ἀλήθεια πὼς κ᾿ οἱ δρόμοι τους μέσα στὸ Κάστρο εἶταν ἀπ᾿ τοὺς πιὸ βρώμικους καὶ τὰ παιδιά τους ἀπ᾿ τὰ πιὸ ἀρρωστιάρικα - ὅλο σπυριά. Κάνανε τὸ χαμάλη, τὸ λοῦστρο, τὸ μεροκαματιάρη - τέτοιες δουλειές. Καὶ δουλεῦαν καὶ τὰ παιδιά τους ἀπὸ μικρά, μαζί τους ἢ κάναν θελήματα κ᾿ οἱ γυναῖκες τους ξενοδούλευαν, πλένανε, σφουγγαρίζανε στὰ ξένα τὰ σπίτια, ἀκόμα καὶ στὰ πορνεῖα τῆς πόλης - τόσο μικρὴ καὶ τέσσερα - πέντε τὰ εἶχε - αὐτὲς καθαρίζανε, τόσο εἶτανε φτωχές. Ἐργάτες ὡστόσο νὰ πᾶνε, νὰ μάθουνε τέχνες, ῥαφτᾶδες νὰ ποῦμε, μαραγκοί, σιδερᾶδες - τέτοια πράγματα - κανένας δὲν πήγαινε. Δὲν θέλανε, λέγαν, νὰ σκλαβωθοῦν μὲ τὸ μεροκάματο καὶ τὴν τέχνη. Μερικοὶ τενεχτσῆδες - δηλαδὴ τενεκετζῆδες - τσαγκαρᾶδες - καὶ καλύτερα νὰ πῶς μερεμετιτζῆδες τῶν παπουτσιῶν - κ᾿ ἕνας - δυὸ χασάπηδες, ποὺ δὲν πούλαγαν ποτὲς γουρουνίσιο κρέας, εἶχαν κάτι μικρομάγαζα. Μὰ στὰ ὁβραίικα μέσα κι αὐτοὶ - δὲν πηγαίνανε παραπέρα.

Εἶταν ὕστερα οἱ γυρολόγοι τοῦ δρόμου, πραματευτᾶδες δηλαδή, μεταπράτες καὶ παλιατζῆδες, τὸ δικό τους τὸ ὁβραίικο εἶδος, τὸ πάππου πρὸς πάππου. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοὶ μὰ γιομίζαν ὅλη τὴν πόλη μὲ τὴ μεγάλη φασαρία ποὺ κάνανε. Γυρνοῦσαν τοὺς μαχαλᾶδες ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ μὲ μιὰ τάβλα κρεμασμένη μπροστὰ στὴν κοιλιά τους ἢ μιὰ μεγάλη σακούλα στὴν πλάτη, κᾶνε σέρνοντας τὸ μικρὸ καροτσάκι τους καὶ φωνάζαν ἀκούραστα - τελαλούσανε τὴν πραμάτεια τους μ᾿ ἕνα τρόπο ξεχωριστὸ καὶ δικό τους, κάπως σὰν τραγουδιστά, σὰ νὰ σέρνανε τὴ φωνή τους στὸ τέλος τῶν λέξεων - καθὼς συνήθαγαν ὅλοι τους.

- Οὑβριέ, τὸν φώναζαν οἱ γυναῖκες στοὺς μαχαλᾶδες, σκύβοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο - ἀκόμα κι ἂν τό᾿ ξεραν τ᾿ ὄνομά του.

Αὐτὸς ἄκουγε, δὲν κακοκαρδιζόταν ποὺ τὸν φώναζε Ὁβραῖο, ἀκουμποῦσε τὴν πραμάτεια στὸ πεζούλι τῆς πόρτας ἢ πάνω στὸ δρόμο, ἔπαιρνε μίαν ἀνάσα καὶ τὴν περίμενε νὰ κατέβει γιὰ ν᾿ ἀρχίσουν ἐκεῖ παζάρεμα ἀτέλειωτο γιὰ ἕνα μασούρι κλωστὴ ἢ μία πήχη λάστιχο γιὰ βρακοζώνα ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦσαν καὶ γιὰ καλτσοδέτα.

Τὰ παιδιὰ καμιὰ φορὰ τρέχαν πίσωθέ του καὶ φωνάζανε τραγουδιστὰ καὶ τὸν κοροϊδεῦαν:

Σπίρτα, ῥάμματα, βιλόνια,
τ᾿ Οὑβριοῦ τὰ παντελόνια.

Αὐτὸς δὲν κακοκαρδιζότανε μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τραβοῦσε τὸν ἀνήφορο, σκύβοντας τὸ κεφάλι του πάνω στὴν πανάκριβη πραμάτειά του, ποὺ τὴν ἀβγάτιζε μέρα μὲ τὴν ἡμέρα, μὲς στὸ λιοπύρι καὶ τὴ βροχή, τὴν καταφρόνια καὶ τὸν περίγελο, ὅσο νὰ τὸν ἀξιώσει ὁ Θεὸς ν᾿ ἀνοίξει κι αὐτὸς τὸ δικό του τὸ μαγαζὶ στὸ παζάρι μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους.

Στὸ παζάρι τῆς πόλης θά ῾τανε καμιὰ ἑκατοπενηνταριὰ - διακόσιοι Ἑβραῖοι μὲ μαγαζιὰ - τόσοι ἀπ᾿ τὶς τέσσερις χιλιάδες. Ἄλλοι μὲ μικρὰ μαγαζιὰ καὶ καμπόσοι μὲ βαρβᾶτα ἐμπόρια - ὅσο βαρβᾶτα μπορούσανε νά ῾ναι τὰ ἐμπόρια σὲ μιὰ πόλη ποὺ τὴν ἔτρωγε τὸ σαράκι, εἶδος γεροντοχτικιό. Πουλούσανε πανικά, γυαλικά, σιδερικά, τέτοια ἐμπόρια, εἶδος ἕτοιμο, ἀπ᾿ ἔξω φερμένο, ὄχι στάρια, τροφίματα, ἐγχώρια εἴδη - τέτοια πράματα δὲν εἶχε κανένας τους. Τὰ μαγαζιά τους εἶταν ἀνακατωμένα μὲ τῶν χριστιανῶν, δὲν εἶχαν παράξενο τίποτα, γένια ἢ στὸ ντύσιμο, ὅπως ἀλλοῦ, καὶ τὴ φωνή τους ἀκόμα πασκίζαν αὐτοὶ καὶ τὴ σουλουπώνανε νὰ μὴ σέρνεται - ξεχωρίζαν ὡστόσο κι αὐτοὶ μὲ τὸ πρῶτο πὼς εἶταν Ἑβραῖοι.

Τέλος - εἶτανε καὶ κάτι λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, σπουδαγμένοι, ἕνας - δυὸ γιατροί, φαρμακοποιοί, ἕνας - δυὸ δικηγόροι καὶ κάτι δάσκαλοι τῶν ξένων γλωσσῶν, ὄχι ἄλλες ἐπιστῆμες, μηχανικοί, γεωπόνοι, νὰ ποῦμε τεχνικοὶ γενικά, ποὺ καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη δὲν εἶταν πολλοὶ - δὲν τοὺς σήκωνε ὁ τόπος.

Αὐτοὶ πού ῾χανε τοὺς παρᾶδες ζούσανε βέβαια καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους - σὲ καλύτερα σπίτια, εἶχαν καὶ δοῦλες - Ὁβριὲς - κ᾿ εἴχανε φκιάξει ἔξω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο ἕνα - δυὸ ὁβραίικους δρόμους, πού ῾ταν κι ἀπὸ τοὺς καλύτερους τῆς πόλης. Αὐτοὶ τὸ βράδυ ἀνεβαίνανε καὶ στὰ καφενεῖα στὴν πλατεία τῆς πόλης, εἶχαν νταραβέρια μὲ καλοὺς νοικοκυραίους καὶ καθόντανε μαζί τους καὶ παίζανε τάβλι. Ὅποιος ἔχανε πλήρωνε καὶ γιὰ τοὺς δυό μας.

Πλούσιοι καὶ φτωχοὶ εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους, εἶταν ὅλοι θρῆσκοι, κανένας δὲν ἔπιανε φωτιὰ τὸ Σάββατο καὶ κανένας δὲν δούλευε τὸ Σάββατο. Πλούσιοι καὶ φτωχοί, εἶταν ὅλοι τους ταχτικοὶ στὴ ζωή τους, παντρευόνταν ἀπὸ μικροὶ κ᾿ εἶχαν ὅλοι τους ἕνα δεύτερο ροῦχο, καλύτερο, γιὰ νὰ τὸ φορᾶνε τὸ Σάββατο, νὰ πᾶνε τὸ πρωὶ στὴ Συναγωγή τους καὶ νὰ βγοῦνε τ᾿ ἀπόγευμα νὰ κάνουν περίπατο. Οἰκογενειακῶς. Ὅσοι μπορούσανε καθόντανε καὶ στὸ καφενεῖο, πάλι οἰκογενειακῶς. Πίνανε καφὲ ἢ μία γκαζόζα, οἱ γυναῖκες τους τρώγανε μία βανίλια καὶ τὰ παιδιὰ μοιραζόντανε τὸ λουκούμι ποὺ κοβόταν στὰ δυὸ - δὲν ντρεπόνταν ποὺ τοὺς κοιτοῦσαν ἀπ᾿ τὰ γύρω τραπέζια. Τὴν Κυριακὴ τ᾿ ἀπόγευμα ξαναβγαίνανε περίπατο, πάλι οἰκογενειακῶς ἢ πηγαίνανε στὸ καφενεῖο καὶ χασμουριόνταν ὥσπου νὰ περάσει κι αὐτὴ - μιὰ μέρα ἀκόμα χαμένη.

Τέτοια ταπεινή, φρόνιμη καὶ συμμαζεμένη εἶταν ἡ ζωὴ ὁλονῶν τους.

Κι ὡστόσο μέσα στὴν πόλη λέγανε γι᾿ αὐτοὺς πολλὰ καὶ διάφορα πράγματα. Τοὺς φορτῶναν ἕνα σωρὸ κουσούρια, κακίες κι ἀδυναμίες, ποὺ τάχα ἐμεῖς δὲν τὶς εἴχαμε - καὶ πρῶτα-πρῶτα γιὰ τοὺς παρᾶδες ποὺ τοὺς μαζώνανε δεκάρα-δεκάρα καὶ ποὺ τάχα ἐμεῖς τοὺς σκορπούσαμε. Γενικὰ τοὺς παρασταίνανε σὰν ἀνθρώπους παρακατιανούς, ράτσα τιποτένια καὶ βρώμικια. Τοὺς λέγανε παλιόβριους καὶ τσιφούτηδες. Οἱ μεγάλοι δὲν τοὺς τὸ φωνάζαν μπροστά τους, μὰ σὰν τύχαινε Ἑβραῖος νὰ βρεθεῖ μία φορὰ ἔξω ἀπ᾿ τὸ παζάρι καὶ τὰ ὁβραίικα, στοὺς μακρινοὺς μαχαλᾶδες τῆς πόλης καὶ τὸν γνωρίζανε τὰ παιδιά, τρέχανε πίσω του καὶ τοῦ φωνάζαν τραγουδιστά!

Οὑβριέ, παλιόβριε,
ποῦ ῾ν᾿ ἡ κότα πὄκλεψες...

Ἀνοησίες δηλαδὴ τῶν παιδιῶν καὶ τῶν μεγάλων ποὺ τὰ βγάζαν αὐτά, γιατὶ οἱ Ἑβραῖοι πού ῾χαμε μεῖς στὴ δική μας τὴν πόλη δὲν κλέβαν καὶ προπαντὸς δὲν κλέβανε κότες. Μὰ ἂν ὅλοι τὸ πίστευαν πὼς οἱ Ἑβραῖοι κάνουνε τόσα καὶ τόσα, δὲν πειράζει φυσικὰ νὰ φωνάξει καὶ τὸ μαξούμι - τὸ παιδάκι δηλαδὴ - πὼς κλέβαν καὶ κότες. Δὲν εἶτανε μάλιστα καὶ παράξενο πὼς στὸ τέλος τό ῾χανε καὶ οἱ ἴδιοι πιστέψει πὼς κάπως ἔτσι πρέπει νά ῾ταν τὰ πράματα, ἀφοῦ κι ἀναμεταξύ τους ἀκόμα μποροῦσαν νὰ βρίζονται ἢ νὰ χαϊδεύονται φωνάζοντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον παλιόβριο.

Λέγαν ἀκόμα γι᾿ αὐτοὺς καὶ πολλὲς μικρὲς ἱστορίες ποὺ τὶς εἶχαν ἀκούσει μονάχα, μὰ τὶς παράσταιναν ὅλοι σὰ νά ῾ταν ἀλήθεια καὶ νά ῾χανε γίνει στὴ δική μας πόλη ἀπὸ δικούς μας Ὁβραίους. Καὶ εἶταν ἔτσι καλοφκιαγμένες, νόστιμα κι ὀμορφούτσικα ταιριασμένες, ποὺ δὲν εἶταν παράξενο πάλι νὰ τὶς ἀκούσει κανένας κι ἀπὸ τοὺς Ὁβραίους τοὺς ἴδιους νὰ τὶς λένε καὶ νὰ γελοῦνε - τὶς βρίσκανε δηλαδὴ κι αὐτοὶ ταιριασμένες.

Οἱ μανάδες λέγανε κι αὐτὲς στὰ παιδιά τους νὰ μὴν ἀργοῦνε τὸ βράδυ νὰ γυρίσουνε σπίτι, γιατί ἔξω ἀπ᾿ τὰ τζίνια - τὰ φαντάσματα ποὺ βγαίνουν ἅμα πέσει τὸ σκοτάδι - εἶναι κι Ὁβραῖοι ποὺ πιάνουνε τὰ μικρὰ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ βάνουνε στὰ βελόνια κι ἀπὸ τὸ αἷμα τους φκιάχνουνε τὰ ματσόθ - τ᾿ ἄζυμα δηλαδή. Πάλι ἀνοησίες φυσικὰ γιατὶ παιδὶ κανένα δὲ χάθηκε ποτὲς ἀπ᾿ ἀφορμὴ τοὺς Ὁβραίους. Καὶ τὸ ξέρουν ὅλοι. Καὶ τὸ Πάσχα, τὴν Πρωτοχρονιὰ καὶ τὰ Καλύβια, τὴ γιορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας - αὐτὲς τὶς τρεῖς μεγάλες γιορτές τους, οἱ γειτόνοι τους οἱ χριστιανοί, κι ἄλλοι τους γνώριμοι μέσα στὴν πόλη, τὰ δεχόνταν ἀπ᾿ αὐτοὺς τ᾿ ἄζυμα ποὺ τοὺς στέλνανε, δηλαδὴ τὰ ματσόθ. Καὶ δὲν φοβόντανε πὼς εἶναι ζυμωμένα μὲ τὸ αἷμα. Καὶ τοὺς στέλνανε καὶ κεῖνοι στὸ δικό μας τὸ Πάσχα κουλούρια καὶ πορτοκάλια στὸ μαντίλι - πασχαλιὲς ποὺ τὰ λέγανε - μονάχα τὰ κόκκινα αὐγὰ δὲν τοὺς στέλνανε.

Εἶταν δηλαδὴ τὰ πράματα μπερδεμένα λίγο μὲ τοὺς Ἑβραίους. Ὅσο καὶ νὰ τοὺς καταφρονοῦσαν, εἶχαν ὅλοι τους μέσα στὴν πόλη κάθε λογῆς καλὰ νταραβέρια μαζί τους, καὶ ψωνίζαν ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ δανείζονταν, οἱ πλούσιοι συνεταιριζόνταν στὰ ἐμπόρια κ᾿ οἱ φτωχοὶ τραβοῦσαν τὰ ἴδια μὲ τὴ φτώχεια καὶ μὲ τὰ βάσανα. Καὶ μ᾿ ὅσα κακὰ κι ἂν τοὺς φόρτωναν, κανένας ποτὲ δὲν ἀκούστηκε νὰ πειράξει Ἑβραῖο μόνο καὶ μόνο γιατὶ εἶταν Ὁβριός, ποτὲς μήτε τὴ Μεγάλη τὴν Πέμπτη - ὄχι, δὲν τοὺς πειράζαμε ἐμεῖς.

Δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φοβηθοῦν ἀπὸ μᾶς. Κι ὡστόσο, παραλῆδες ἢ ζητιάνοι, σπουδαγμένοι ἢ δουλευτᾶδες, ἀπὸ κεῖ, ἀπὸ τὰ ὁβραίικα τὰ δικά τους, κανένας δὲν ξέκοβε, δὲν πήγαινε παραπέρα, δὲν χώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

- Ἐδῶ εἶναι ἡ κλώσσα, τοὺς ἔλεγε ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς.

Καὶ τὸ᾿ βρισκαν ὅλοι σωστὸ καὶ σοφό με τὴν κλώσσα του - ποῦ νὰ πᾶς καὶ νὰ χάνεσαι μέσα στοὺς ξένους; Καὶ κανένας δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν κλώσσα. Μήτε γιὰ ὅρκο δὲν εἶταν Ἑβραῖος ποὺ νὰ κάθεται σ᾿ ἄλλον μαχαλᾶ μέσα στὴν πόλη.

Γρήγορα-γρήγορα τρέχαν τὸ βράδυ νὰ μαζωχτοῦνε γύρω στὴν κλώσσα τους - σὰ νὰ ξύπναγε μέσα τοὺς ἕνας φόβος παλιός. Μόλις ἔπεφτε τὸ σκοτάδι ὁ μαχαλᾶς τους ἐρημωνόταν κι ὁ ἴσκιος τοῦ Κάστρου ἁπλωνόταν πάνω του, κάθιζε πάνω του. Ἀμπαρῶναν τὶς πόρτες, κλεινόντανε μέσα καὶ κάναν πολλὰ παιδιὰ σὰν τοὺς χωριάτες. Μερικοὶ μέσα στὴν πόλη θέλανε νὰ λένε πὼς οἱ Ὁβριὲς μὲ τὰ παχιά τους τὰ χείλια εἶτανε γρήγορες στὸν ἔρωτα σὰν τὶς περιστέρες κ᾿ εὔκολες στὴν γέννα σὰν τὶς κουνέλες - καὶ γι᾿ αὐτὸ τὰ πολλὰ τὰ παιδιά τους.

Τὶς ἄγριες χειμωνιάτικες νύχτες ὁ δυτικὸς ἄνεμος ἐρχόταν ἀπὸ τὴ λίμνη ποὺ βρίσκεται δίπλα στὴν πόλη καὶ ξεσποῦσε στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ βουίζοντας μέσα στὰ σκοτεινὰ χαγιάτια καὶ τὶς σαραβαλιασμένες στέγες, γιομάτος ὄνειρα ταραγμένα. Τὶς ἥμερες νύχτες, μέσα στὴν ἡσυχία, ἀκουγόνταν οἱ καλαμιὲς ποὺ τραβούσανε σ᾿ ἀτελείωτο μάκρος τὸ πνιγμένο τους ἀργοσάλεμα, κάτι σὰ θρῆνος γιὰ μία χαμένη ζωή. Κι ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης ὡς τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ, ὁ ὕπνος τοῦ μαχαλᾶ λικνιζότανε μέσα στὴν ἀτέλειωτη συναυλία τῶν βατράχων ποὺ δίπλα στὸ μαχαλᾶ διαλαλοῦσαν ἀπὸ τὴ λίμνη τὸ χορτασμὸ καὶ τοὺς ἔρωτές τους πάνω στὴν πράσινη, βρώμικη λάσπη τῆς ὄχτης.

Ἡ ἑβραίικη κοινότητα σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη πρέπει νά ῾ταν καμωμένη ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά. Γι᾿ αὐτὸ τὰ ὁβραίικα εἶτανε μέσα στὸ Κάστρο της. Καὶ γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἡ Συναγωγή της εἶχε ἀρχιραβίνο κι ὄχι ραβίνο. Καὶ λέγανε κιόλας πὼς εἶταν Μητρόπολη τῆς Συναγωγῆς τῆς Νέας Ὑόρκης ἢ τοῦ Σικάγου - δὲν τὰ θυμᾶμαι τώρα καλά.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἔλεγε σχετικὰ πὼς αὐτοὶ δὲν εἶταν Ἰσπανοεβραῖοι σὰν τῆς Θεσσαλονίκης, μὰ βρισκόνταν ἐκεῖ ἀπὸ τοὺς πρώτους διωγμοὺς τῶν Ῥωμαίων κ᾿ ἔφτασαν γραμμὴ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ στάθηκαν ἐκεῖ καὶ κονέψαν καὶ δὲν τὸ κούνησαν ὕστερα. Δηλαδὴ κάπου δυὸ χιλιάδες χρόνια βρισκόνταν ἐκεῖ - αὐτὸ ἔλεγε.

Διαβασμένος κανένας θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ παρατηρήσει πὼς ὁ Ἑβραῖος περιηγητὴς Βενιαμὶν ὁ Τουδέλας, ποὺ γύρισε ὅλη τὴν Ἑλλάδα στὰ μέσα τοῦ δωδέκατου αἰώνα καὶ πῆγε σ᾿ ὅλες τὶς ὁβραίικες Συναγωγὲς καὶ τὶς ἀναφέρει μία πρὸς μία, δὲν γράφει τίποτα γιὰ Ὁβραίους σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη μήτε κἂν τὴν ἀναφέρει. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶχε ἀμέσως ν᾿ ἀντιπροβάλει τὰ ἀναγκαῖα ἐπιχειρήματα καὶ νὰ τὸν κολλήσει στὸν τοῖχο.

Ἔλεγε δηλαδὴ πὼς ὁ ἄλλος περιηγητὴς τοῦ ἴδιου καιροῦ, ὁ Ἄραβας Ἐδρισή, γράφει πὼς ἡ πόλη αὐτή, ἡ δική μας, εἶναι καμωμένη πάνω σὲ νερά. Αὐτὸ βέβαια δὲν εἶναι καὶ καμιὰ σπουδαία ἀνακάλυψη αὐτουνοῦ τοῦ Ἐδρισή, ἀφοῦ δίπλα στὴν πόλη βρίσκεται ἡ λίμνη. Ἔλα ὅμως ποὺ τὸ ἴδιο γράφουνε καὶ τὰ πανάρχαια χαρτιὰ τῶν Ὁβραίων τῆς πόλης αὐτῆς, πὼς εἶναι «γκιώδ» - κάπως ἔτσι, πάλι δὲν θυμᾶμαι καλὰ - δηλαδὴ πόλη πάνω σὲ νερά. Καὶ πὼς αὐτὸ λογαριαζότανε πάρα πολὺ ἀπὸ τοὺς Ὁβραίους τοῦ παλιοῦ καιροῦ, νὰ τοῦ γράφουνε δηλαδὴ σὲ τί μέρος τὸ φκιάξανε τὸ καινούργιο τὸ Συναγώι τους. Καὶ πῶς τέλος αὐτὸ θὰ μποροῦσε κανένας νὰ τὸ βρεῖ νὰ ταιριάζει μία χαρὰ καὶ μὲ τοῦ Προκόπιου ὅσο γράφει γιὰ τὴν Εὔροια στὸ βιβλίο του γιὰ τὰ χτίσματα τοῦ Ἰουστινιανοῦ - «ὕδασι κατακορῆς»... Ἄρα «γκιὼδ» ἴσον Εὔροια καὶ Εὔροια, ἡ δική μας ἡ πόλη. Ὅπερ ἔδει δεῖξαι.

Ὅλο αὐτὸ εἶταν ἕνα ζήτημα ποὺ δὲν φαίνεται νὰ τοὺς σκότιζε καὶ πολὺ τοὺς ξυπόλητους Ἑβραίους τῆς πόλης μας καὶ τὶς Ὁβραῖες ποὺ ξενοδούλευαν γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί. Μήτε τοὺς βοηθοῦσε σὲ τίποτα, νὰ τὸ ξέρουνε δηλαδὴ ἂν εἴχανε φτάσει κεῖ πέρα κυνηγημένοι ἀπὸ τοὺς Ῥωμαίους στὴν Παλαιστίνη ἢ τὴν Ἱερὴ Ἐξέταση στὴν Ἱσπανία. Παραδεχόνταν ὡστόσο κι αὐτοὶ πὼς γιὰ νὰ κάθεται ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ὁ δικός τους καὶ νὰ χάνει τὸν καιρό του μὲ χαζοπράματα τέτοια παναπεῖ πὼς δὲν θά ῾τανε χαζοπράματα καὶ θά ῾χε βέβαια κάποιο χρήσιμο λόγο - γι᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο - κι ἂν εἶτανε γι᾿ αὐτόν, εἶτανε σίγουρα καὶ γι᾿ αὐτούς, γιὰ ὅλους τους. Λέγανε μάλιστα πὼς εἶχε καθίσει κ᾿ εἶχε γράψει κ᾿ ἕνα σημείωμα γιὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ τό ῾δωσε κάποτε στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας, στὰ μεγάλα κεφάλια. Καὶ τοὺς ἔγραψε στὸ σημείωμα, πὼς γιὰ νὰ βρίσκονται ἐκεῖ - σίγουρα πράματα κι ἂς μὴν τὸ γράφει αὐτὸς ὁ Τουδέλας - δυὸ χιλιάδες χρόνια οἱ Ὁβραῖοι παναπεῖ πὼς κι ἡ πόλη καὶ τὸ Κάστρο της βρισκόταν ἀπὸ τότες, δυὸ χιλιάδες χρόνια. Καί, φῶς φανάρι, λοιπόν, ἀποκλείεται νὰ χτιστῆκαν ἀπὸ βαρβάρους ποὺ κατέβηκαν ὑστερότερα, ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς πατήσανε ποτὲς τὸ ποδάρι τους στὴν Ἑλλάδα οἱ βάρβαροι. Καὶ τὸ δεχτήκανε, λέγανε, μὲ τιμὴ καὶ χαρὰ οἱ σοφοὶ τῆς Ἀθήνας τὸ σημείωμα αὐτὸ γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσουν αὐτοὶ ἐπιστημονικῶς - ὅπως εἶναι ἡ δουλειά τους - ἀφοῦ ἔτσι ὄμορφα-ὄμορφα, μαζὶ μὲ τὴν παλαιότητα τῆς ἰσραηλιτικῆς κοινότητας σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη - ζήτημα ὄχι καὶ τόσο σπουδαῖο - ἀποδειχνόταν κι ἀπὸ τὸ Σαμπεθάι Καμπιλῆ ἡ αἰωνιότητα τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς - ζήτημα σπουδαιότατο, καθὼς ξέρουμε ὅλοι μας. Καὶ προπαντός, ἡ συνέχεια τῶν πολιτισμῶν της.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς δὲν εἶχε καμιὰ ἐπίσημη ἰδιότητα. Δὲν εἶταν χαχάμης στὸ Συναγώι οὔτε σύμβουλος στὴν Κοινότητα τῶν Ἑβραίων οὔτε ἐπίτροπος σὲ λεφτὰ οὔτε τίποτα. Δὲν ἀνακατευόταν σὲ τίποτα, δὲν πήγαινε πουθενά, οὔτε στὸ νομάρχη γιὰ ζήτημα τῆς κοινότητας οὔτε στοὺς βουλευτὲς γιὰ ρουσφέτια οὔτε στὸ δήμαρχο γιὰ παράπονα οὔτε σὲ κανένα. Μιὰ φορὰ τὸ χρόνο μονάχα, μαζὶ μὲ τὸν πρόεδρο τῆς Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητος καὶ τὸν ῥαβίνο τῆς Συναγωγῆς ἔμπαινε σ᾿ ἕνα ἁμάξι ἀνοιχτὸ καὶ πηγαίνανε τὸ Πάσχα στὸ Μητροπολίτη μας νὰ τοῦ εὐχηθοῦνε τὰ χρόνια πολλά. Ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, στὴ γιορτὴ τοῦ Μπαϊραμιοῦ, ἔτσι πάλι μὲ τοὺς ἄλλους δυό, πήγαινε καὶ στὸ Μουφτῆ.

Αὐτὸς ὁ Μουφτῆς δὲν ἐκπροσωποῦσε κανέναν πιά, μήτε στὴν πόλη μήτε στὴν περιοχὴ - δὲν ὑπῆρξε πελατεία. Εἶταν ἕνας γέρος ἄνθρωπος ποὺ βαρέθηκε νὰ φύγει στὴν Τουρκιὰ τοῦ Κεμὰλ μὲ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν. Παρακάλεσε καὶ πλήρωσε, Τούρκους καὶ Ρωμιούς, καὶ τὰ κατάφερε νὰ βγάλει ψεύτικα χαρτιὰ πὼς εἶταν ἀλβανικῆς καταγωγῆς καὶ τέλος τὸ γλίτωσε τὸ ξερίζωμα ποὺ ξεσήκωσε τότε θρῆνο στοὺς τούρκικους μαχαλᾶδες.

Ἕνα χτηματάκι εἶχε ὅλο κι ὅλο καὶ μ᾿ αὐτὸ ψευτοζοῦσε. Εἶχε καὶ δυὸ κοριτσάκια ποὺ μεγάλωσαν καὶ δὲν ἤξερε μὲ ποιόνε νὰ τὰ παντρέψει κι ἀρχίσαν καὶ κεῖνα - τί νὰ κάνουν τὰ ἔρημα; - καὶ τὰ παίζανε μὲ κάτι μόρτες Ῥωμιούς. Καὶ θέλανε νὰ λένε μέσα στὴν πόλη πὼς αὐτοὶ τὰ τρόμαζαν τὴ νύχτα καὶ ξεφώνιζαν ἔτσι ξαφνικὰ τὰ τρία παγώνια ποὺ φύλαγε στὴν αὐλή του ὁ Μουφτῆς - οἱ μόρτες πηδοῦσαν τὸν τοῖχο.

Αὐτὸς πέρναγε τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του στοὺς παλιοὺς καφενέδες τῆς πόλης καὶ καθότανε δίπλα στοὺς ταβλαδόρους κι ὅλο κούναγε τὸ κεφάλι του ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ. Μερικοὶ λέγανε πὼς συλλογιζόταν τὸ μεγάλο τούρκικο ντοβλέτι ποὺ χάθηκε - ὅμως εἶχε πιὰ ξεκαρφωθεῖ πίσω στὸ λαιμό του καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ κούναγε.

Ὅπως καὶ νὰ πεῖς, εἶταν μιὰ φορὰ κι αὐτὸς θρησκευτικὸς ἀρχηγός. Ἄλλες δέκα θρησκεῖες νά ῾χαν ἀρχηγοὺς μέσα στὴν πόλη - κι ἂς εἶταν καὶ τέτοιους, δίχως πελατεία - σ᾿ ὅλους τους θὰ πήγαινε ὁ Σαμπεθάϊ Καμπιλῆς μιὰ φορὰ τὸ χρόνο στὴ μεγάλη γιορτή τους νὰ τοὺς ξαναπεῖ μὲ ταπεινοσύνη τὸ ἴδιο:

- Ἕνας εἶναι ὁ Θεός. Καὶ μὲ τὸ φόβο του ζοῦμε.

Εἶταν δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἤξερε νὰ διαβάζει ὁβραίικα, μελετοῦσε στὰ σοβαρὰ τὴ γραφὴ καὶ πλιότερο τὸ Ταλμοὺτ καὶ βοηθοῦσε τὸ ραβίνο τῆς Συναγωγῆς νὰ κρατιέται πιστὰ ἡ θρησκευτικὴ τάξη ποὺ τὴν ἤξερε στὴν ἐντέλεια. Τὸ Λευιτικὸν εἶτανε τ᾿ ἀγαπημένο του βιβλίο καὶ τό ῾ξερε ἀπόξω καὶ στὴν ἑλληνική του μετάφραση.

Κοντούτσικος, στρογγυλούτσικος, φόραγε πάντα ἕνα στενὸ μαῦρο κουστούμι τὸ καλοκαίρι κ᾿ ἕνα τὸ ἴδιο στενό, μαῦρο πάλι, παλτὸ τὸ χειμώνα, μὲ τρία κουμπιά, στιβάλια μὲ κουμπιὰ καὶ μία γκρίζα ρεπούμπλικα, φίνο μπορσαλίνο, ὅμως τόσο ἄσχημα πατημένη στὸ στρογγυλό του κεφάλι ποὺ θαρροῦσες πὼς τώρα θὰ πέσει.

Ἴδιο σὰν αὐτὸν εἶταν καὶ τὸ μαγαζί του - ἡ ἄκρα ταπεινοσύνη. Εἶτανε σ᾿ ἕνα δρομάκι τῆς ἀγορᾶς μὲ μιὰ πόρτα θολωτή, χαμηλή, ἔπρεπε νὰ σκύψεις γιὰ νὰ μπεῖς. Μέσα - φάτσα, εἶταν ἕνα τραπεζάκι μὲ τὴ σκουριασμένη κόπια πάνου καὶ δίπλα, στ᾿ ἀριστερά, μιὰ μιρκὴ κάσα γιὰ τὰ λεφτά. Στὰ ράφια εἶτανε μονάχα κάτι λίγα τόπια πανί - δεύτερο πράμα, γιὰ τοὺς χωριάτες καὶ γιὰ τὴ φτώχεια, χασὲ - χομαῒ ποὺ τὸ λέγανε - ντρίλι, ρετσίνα, τέτοια πράματα.

Γιὰ νὰ ψωνίσει κανένας μιὰ πήχη πράμα εἶχε καταντήσει σιγὰ-σιγὰ καὶ δὲν πατοῦσε κεῖ μέσα, ὄξω κι ἂν ἐρχότανε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ παζάρι τῆς πόλης. Μὰ καὶ πάλι δὲν θὰ ξεγελιότανε νὰ μπεῖ σ᾿ ἕνα τέτοιο παλιομάγαζο. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ παζαριοῦ θὰ τὸν εἴχανε τραβήξει στὰ δικά τους μαγαζιὰ οἱ ἐμπόροι ποὺ στεκόνταν στὴν πόρτα - Ὁβραῖοι καὶ Ῥωμιοὶ - καὶ φωνάζανε, κἂν ἐκεῖνοι κἂν οἱ παραγιοί τους, καὶ τραβοῦσαν τοὺς χωριάτες ἀπὸ τὸ μανίκι - νὰ μπεῖς, νὰ ἰδεῖς καὶ νὰ μὴν ἀγοράσεις...

Μέσα στὸ μαγαζὶ τὸ δικό του ὁ μικρότερος ἀδερφός του ὁ Σιέμος καὶ τὰ δυὸ τὰ παιδιά του, ὅταν δὲν εἶχαν δουλειὰ δὲν καθόντανε - δὲν τοὺς ἄφηνε αὐτὸς νὰ καθίσουν οὔτε βγαίναν στὴν πόρτα - δὲν ἤθελε αὐτὸς νὰ βγαίνουν στὴν πόρτα. Ἀκουμπούσανε βαρύθυμοι στοὺς ἄδειους μπάγκους, χασμουριότανε κρυφὰ καὶ μουρμουρίζανε σιγὰ-σιγὰ μὴν τοὺς ἀκούσει. Αὐτὸς καθότανε σκυμμένος σὲ κεῖνο τὸ τραπέζι, ὅλο θά ῾γραφε κάτι, κάτι λογάριαζε, ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ ποὺ κλειοῦσαν καὶ τοὺς ἔπαιρνε καὶ φεύγαν κ᾿ οἱ τέσσερις, γραμμὴ γιὰ τὸ σπίτι, αὐτὸς μπροστὰ μὲ τὸ Σιέμο, τὰ παιδιὰ παραπίσω.

Τέτοιο, λοιπόν, εἶτανε καὶ τὸ μαγαζί του - μιὰ τρύπα. Κι αὐτὸς ζοῦσε κεῖ μέσα χωρὶς καμιὰ ἀπὸ τὶς χαρὲς πὄχουν οἱ ἀνθρῶποι, χωρὶς φῶς καὶ χωρὶς στολίδι κανένα, μὲ ψωμὶ καὶ νερὸ μονάχα - καθὼς λέγανε.

- Ἄφησέ μας κ᾿ ἐμᾶς νὰ κάνουμε κάτι, μουρμούριζε κάποτε ὁ Σιέμος ... Μήτε σκλάβοι... Τί κάνουμε ἐμεῖς ἐδῶ μέσα;

Αὐτὸς σήκωνε τὰ μάτια του καὶ τοὺς κοίταζε καὶ τοὺς τρεῖς.

- Μαθαίνετε νὰ τυραννιέστε... Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο... Πῶς ἀλλιῶς θὰ τὸ κρατήσετε τὸ μαγαζί;

Ὁ Σιέμος κατέβαζε τότες τὸ κεφάλι του καὶ τὸ κατεβάζανε καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Σαμπεθάι. Ἀλήθεια πῶς θὰ τὸ κρατούσανε; Ὁ κόσμος ὅλος τό ῾ξερε μέσα στὴν πόλη πὼς αὐτὸ τὸ μαγαζὶ εἶτανε τὸ μεγαλύτερο στὸ παζάρι μας. Πίσω ἀπὸ κεῖνο τὸ τραπέζι ποὺ καθόταν ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἄνοιγε μία πορτούλα κ᾿ ἔμπαινες ἀπὸ κεῖ σ᾿ ἕνα πράμα σκοτεινὸ καὶ μακρύ, ποὺ δὲν εἶταν μήτε μαγαζὶ μήτε κι ἀποθήκη - εἶταν καὶ τὰ δυό. Πάνω σὲ μπάγκους καὶ σὲ κάσες μεγάλες, πνιγμένο στὴ ναφθαλίνη, στοιβαζόταν ἐκεῖ τ᾿ ἄνθος τῆς πραμάτειας, ἀπὸ τσόχα, καμπαρντίνα καὶ φανέλα ἐγγλέζικη ὡς τοὺς χασέδες καὶ τὰ λινὰ καὶ τὰ κάμποτα κι οὔτε πρόφταινε νὰ σταθεῖ. Πάνω ἀπὸ ἑκατὸ μαγαζιὰ σ᾿ ὅλη τὴν περιοχὴ ἀπ᾿ τὸν Καμπιλῆ θέλανε νὰ πάρουν κι ὄχι ἀπ᾿ ἄλλον. Ἡ ἀποθήκη ἄνοιγε πίσω, μὲ μιὰ πόρτα σιδερένια σ᾿ ἕνα στενὸ τοῦ ὁβραίικου μαχαλᾶ. Ἀπὸ ῾κεῖ ἔμπαινε κ᾿ ἔβγαινε τὸ ἐμπόρευμα, χωρὶς μπούγιο καὶ φασαρία, σὰ νὰ γινόταν λαθρεμπόριο. Καὶ παρᾶς, μετρητά, λιανοπούλι στὴν κάσα, τίποτα - δούλευε συναλλαγματικὴ μὲ τὴν τράπεζα.

Ἂν κανένας ἀπὸ τοὺς καλοὺς-καλοὺς νοικοκυραίους τῆς πόλης ἤθελε μία προίκα ὁλάκερη γιὰ τὴν θυγατέρα του, ὅλα τὰ πανικά, τό ῾ξερε κι αὐτὸς πὼς μονάχα στὸ Σαμπεθάι Καμπιλῆ μποροῦσε νὰ πάει. Ἂν κανένας ἄλλος εὐυπόληπτος συμπολίτης εἶχε τὸ μεράκι γιὰ ἕνα ἐγγλέζικο «τίγκερ» - ξιουράφι, λέγανε, γιὰ ἑκατὸ χρόνια - καὶ νά ῾ναι καὶ παλιακότερο κάπως, γκαραντὶ δηλαδή, ὄχι πράματα ψεύτικα τοῦ παρόντος καιροῦ, τὸ᾿ ξερὲ κι αὐτὸς πὼς μονάχα τὸ Σαμπαθέι Καμπιλῆ θὰ μποροῦσε νὰ παρακαλέσει γιὰ νὰ γράψει στὴν Ἀγγλία. Ἀκόμα κι ἂν ὁ νομάρχης, ὁ δήμαρχος ἢ ἄλλος κανένας ἀπὸ τοὺς μεγάλους, νὰ ποῦμε, τῆς πόλης, χρειαζόταν ἕνα φίνο κασμίρι γιὰ τὴ ζακέτα ποὺ θὰ φοροῦσε στὴ δοξολογία τῆς Εἰκοστῆς Πέμπτης Μαρτίου, ἢ ἄλλη καμία, ἐπίσης σπουδαία, ἀνάγκη, πάλι σὲ κεῖνον θὰ πήγαινε. Θά ῾σκυβε τὸ κεφάλι γιὰ νὰ περάσει τὴ θολωτὴ πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ καὶ θὰ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸ βάλει μέσα στὴν πρώτη του παραγγελιὰ στὴν Ἀγγλία.

Ὁ Σαμπαθάι Καμπιλῆς σημείωνε ἡμέρα-ἡμέρα τὴν παραγγελιά. Μήτε βαριόταν μήτε ξιπαζόταν ποὺ τὸν παρακαλοῦσαν οἱ μεγάλοι, μόνο μουρμούριζε σὰ νὰ μίλαγε μονάχος του:

- Δὲν μᾶς λογαριάζουν, ἀγαπητέ μου κύριε... Τί νὰ λογαριάσουν ἀπὸ μᾶς, τόσο-τόσο μικρούς;...

Εἶναι σίγουρο ὡστόσο πὼς ἔγραφε πάντα κ᾿ ἡ παραγγελιὰ ἐρχόταν στὴν ὥρα της καὶ παραδινότανε μαζὶ μὲ τὰ χαρτιά της, τὴν τιμή, τὰ ἐμβαστικά, τελωνεῖο, ὅλα. Καὶ μαζί, τὸ δικό του τὸ κέρδος, τιποτένιο μὰ γραμμένο πάντα κι αὐτὸ - τέτοια πράγματα ταχτικότατα.

- Ἀγαπητέ μου κύριε... Δὲ μοῦ χρωστᾶτε καμιὰ εὐχαριστία, ἔλεγε σ᾿ ὅλους. Ὅπως βλέπετε τό ῾καμα γιὰ νὰ κερδίσω κ᾿ ἐγὼ κατιτίς.

Ὄχι. Αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ γελάσει κανέναν. Δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ τοὺς πουλήσει εὐγένειες, δὲν καταδεχότανε νὰ καλοπιάσει κανέναν ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας κι ἀπὸ τοὺς ἄλλους ποὺ τὸ κουτάλι τους ἔπαιρνε κάποτε μιὰ στάλα νερὸ καὶ σφιγγόντανε νὰ φανοῦν μεγαλύτεροι - ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ξαναπέφτανε. Πίσω ἀπὸ κεῖνο τὸ δικό του τὸ τραπεζάκι εἶταν κάτι παραπάνω ἀπὸ μία δύναμη. Εἶτανε μιὰ ἐξουσία. Τὸ πῶς αὐτὸς τὸν ἔβγαζε τὸν πρόεδρο τῆς Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητας, καὶ τὸ ῥαβίνο τῆς Συναγωγῆς αὐτὸς τὸν διόριζε, δὲν εἶτανε ἴσως σπουδαῖο. Μὰ ὁ καθένας μποροῦσε νὰ ξέρει - καὶ καλὰ θά ῾κανε νὰ τὸ ξέρει - πὼς τοὺς ὁβραίικους ψήφους αὐτὸς τοὺς κανόνιζε κάθε φορά, σ᾿ ὅλες τὶς ἐκλογές, πόσοι πάνω-κάτω θὰ ψηφίσουν Βενιζέλο, πόσοι τοὺς βασιλικούς. Ἐκεῖνοι μάλιστα ποὺ ξέραν τὰ πράματα λέγανε πὼς αὐτὸς ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶταν ἀπὸ τοὺς πολὺ λιγοστοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας - ἄλλη μόνιμη ἐξουσία - τοῦ μιλοῦσε λόγια παστρικά. Καὶ πὼς κι ὁ Σεβασμιώτατος ὁ Μητροπολίτης μας εἶτανε πάλι ἀπὸ τοὺς πολὺ λιγοστοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς δὲν τοῦ κρυβότανε. Οἱ δυό τους εἶταν ἑνωμένοι μὲ τὸ φόβο ἑνὸς Θεοῦ. Καὶ ἡ Κοινότητα τῶν Ὁβραίων εἶταν ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια στηρίγματα τῆς φατρίας τοῦ Μητροπολίτη, στὰ δημοτικὰ ζητήματα, στὶς ἐκλογές, σὲ ὅλα, ὅπως ἀπὸ τ᾿ ἄλλο μέρος ὁ Μητροπολίτης εἶταν ἕνα ἀπὸ τὰ κλειδιὰ τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ γιὰ νὰ συμμαζεύονται πίσω στὴν ὁβραίικη κλώσσα τους τὰ κλωσσόπουλα ποὺ θὰ θέλαν νὰ ξεμακρύνουν.

Εἶταν δηλαδὴ ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἕνα σοβαρό, ὑπεύθυνο καὶ σίγουρο πρόσωπο μέσα στὴν ἱεραρχία τῆς πατροπαράδοτης τάξης σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη. Καὶ μόνιμο.

Πολλὰ χρόνια πρέπει νὰ πέρασαν ἔτσι, πάρα πολλά. Μπορεῖ νά ῾τανε στ᾿ ἀλήθεια καὶ τὰ δυὸ χιλιάδες χρόνια τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ, μπορεῖ νά ῾ταν κι ἀκόμα παλιότερα, πρὶν ἀκόμα ξεκινήσουν νὰ ῾ρθοῦνε σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη. Οἱ πλάκες τοῦ Μωυσῆ κρατούσανε πάντα τὴν παλιά τους γραφή. Κ᾿ ἡ ὁβραίικη φτωχολογιὰ τὶς κουβαλοῦσε στὴν πλάτη της, λιμασμένη, καταφρονεμένη, ἀπ᾿ αὐτὲς καρτερώντας τὴ σωτηρία.

Ὅπου κάποτε, πᾶνε τώρα τριάντα χρόνια, ἀκούστηκε καὶ στὴν μικρὴ πολιτεία ἡ φωνὴ ἑνὸς καινούργιου προφήτη. Δὲν ὑπάρχει, ἔλεγε αὐτός, κανένας ἄλλος τρόπος γιὰ τοὺς Ὁβραίους νὰ γλυτώσουν, νὰ σταματήσει ἡ χαμένη τυράννια τους κ᾿ ἡ ντροπή τους, παρὰ νὰ τὶς σπάσουνε μιὰ καὶ καλὴ τὶς πλάκες τοῦ Μωυσῆ. Οἱ φτωχοὶ μὲ τοὺς φτωχοὺς κ᾿ οἱ ἀρχόντοι μὲ τοὺς ἀρχόντους, ὅπως εἶτανε κιόλας αὐτοὶ καὶ πρῶτος-πρῶτος ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς. Αὐτὸς τοὺς φοβερίζει τοὺς Ὁβραίους πλιότερο ἀπ᾿ ὅλους τοὺς χριστιανούς. Κ᾿ ἡ σωτηρία ποὺ τοὺς τάζει εἶναι οἱ ἁλυσίδες ποὺ τοὺς δένουν.

Φανερό, λοιπόν, πῶς αὐτὸς ὁ καινούργιος προφήτης εἶταν ὁ πρῶτος Ὁβραῖος κομουνιστὴς τῆς πόλης αὐτῆς. Σὰν ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς φόραγε κι αὐτὸς μιὰ γκρίζα ρεπούμπλικα ἄχαρα τσαλαπατημένη στὸ κεφάλι του πού ῾τανε κι αὐτουνοῦ στρογγυλὸ καὶ τὰ ροῦχα του εἶτανε τὸ ἴδιο σὰν τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ κακοβαλμένα στὸ κορμί του - μόνο πού, τ᾿ ἀντίθετο ἀπ᾿ αὐτόν, εἶταν πάντα ξεκούμπωτος, παλτό, σακάκι, γιλέκο, καμιὰ φορὰ καὶ τὰ κουμπιὰ τοῦ παντελονιοῦ του.

Εἶταν ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα κ᾿ ἡ μάνα του τὸν εἶχε ἀναστήσει ξενοδουλεύοντας καὶ τὸν καμάρωνε ὕστερα πὄγινε καθηγητὴς τῶν γαλλικῶν σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», ποὺ τὸ κράταγε στὰ χέρια της ἡ Κοινότητα τῶν Ὁβραίων. Τὸν καμάρωνε ἀκόμα πού ῾ταν ἔτσι ταπεινὸς καὶ γλυκὸς κ᾿ οἱ Ὁβραῖοι τὸν κοιτοῦσαν στὰ μάτια καὶ τὴν τιμοῦσε κι αὐτήν, ὅπως τιμοῦν οἱ φτωχοὶ τὶς μανάδες τους.

Ὧρες καὶ παράωρες τριγυρνοῦσε κάθε μέρα στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ. Χωρὶς καθόλου νὰ γνοιάζεται πὼς εἶταν καθηγητὴς σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», καθόταν στὰ πεζοδρόμια καὶ στὰ πεζούλια καὶ μιλοῦσε μὲ τὶς Ὁβριὲς καὶ μὲ τοὺς χαμάληδες. Πήγαινε μαζί τους στὰ καπηλειά τους, ἐκεῖ μέσα στὰ ὁβραίικα, κι ἂν δὲν ἔπινε κι αὐτός, ἔτρωγε ὡστόσο μαζί τους, μὲ τὰ δυό του τὰ χέρια τὴν ὁβραίικη λαχαναρμιὰ καὶ τρέχανε τὰ ζουμιὰ στὸ παλτό του. Γέννημα δηλαδὴ καὶ θρέμμα δικό τους, ὁλόφτυστο.

Λίγο-λίγο μὲ δισταγμὸ καὶ μὲ φόβο οἱ Ὁβραῖοι ἀρχίσανε καὶ μαζευόντανε γύρω του κι ἀκούγανε ξαφνιασμένοι ποὺ τοὺς ἐξήγαγε τὴ Γραφὴ μ᾿ ἕναν τρόπο δικό του, καινούργιον κι ἀνασαίνανε τ᾿ ὄνειρό του. Μιὰ καινούργια μικρὴ Συναγωγὴ ἄρχισε σιγὰ-σιγὰ καὶ γινότανε στὸ μαγαζὶ τοῦ Χαῒμ Ἐζρᾶ.

Ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ εἶταν ἕνας κοιλαρᾶς, ἀγράμματος μανάβης. Περηφανευόταν πὼς αὐτὸς τὰ πρωτόβγαζε στὸ μαγαζί του κάθε χρόνο, πρὶν ἀπ᾿ ὅλους τοὺς μανάβηδες τῆς πόλης, τὰ πρωτόβουλα πράσα - τέτοιος ἀγαθὸς καὶ φιλήσυχος ἄνθρωπος εἶταν. Ἀπὸ τὸν πατέρα του εἶχε πάρει τὸ συνήθειο κι ὅ,τι νὰ τοῦ ῾λεγαν ἔλεγε σ᾿ ὅλους «σωστά, χαγιασέμ» - σωστὰ μὰ τὴν πίστη μου. Οἱ πελάτες τοῦ μαγαζιοῦ κ᾿ οἱ περαστικοὶ τὸν πειράζανε - «σωστά, χαγιασέμ», τοῦ φωνάζαν. «Σωστά, χαγιασέμ», τοὺς ἀποκρινόταν κι αὐτὸς καὶ γελοῦσε. Ὥσπου κάποτε ποὺ τὸν εἴχανε πάει στὸ δικαστήριο μάρτυρα τά ῾κανε θάλασσα μ᾿ αὐτὸ τὸ καταραμένο τὸ «σωστὰ χαγιασέμ» καὶ τὸν σκυλόβρισε κι ὁ πρόεδρος ἀπὸ πάνω καὶ τὸν τάραξαν κι οἱ δικηγόροι ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ κεῖ κι ὁ κόσμος ὅλος μέσα στὴν αἴθουσα ξεκαρδιζόταν στὰ γέλια - ἔγινε θέατρο καὶ πικράθηκε τότες κι ὁ Σαμπαθέι Καμπιλῆς. Ἀπὸ τότες τό ῾χε κόψει. Μ᾿ ἀπὸ τότες τόνε μάθαν ὅλοι καὶ τὸν φώναζαν ὅλοι ὁ Χαῒμ ὁ σωστὰ χαγιασέμ, σάμπως νά ῾τανε τ᾿ ὄνομά του. Αὐτὸς δὲν ἔλεγε τίποτα πιά, μήτε γέλαγε. Πικραινόταν κάθε φορὰ καὶ ντρεπότανε στὴν ἀρχή - ὕστερα τὸ συνήθισε, συνήθισε πὼς ἕνας Ὁβραῖος μπορεῖ νὰ ντρέπεται σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ χωρὶς νὰ χαλάσει τὸ μαγαζί του ἢ νὰ γίνεται τίποτες ἄλλο κακό.

Τώρα ὅλη του τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ἀγάπη τὴν εἶχε δοσμένη σ᾿ αὐτὸν τὸν καινούργιο προφήτη τους, ποὺ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὴν ντροπὴ τῶν Ὁβραίων, γιὰ τὸ Χριστὸ ποὺ σταυρῶσαν οἱ Καμπιλῆδες, γιὰ τὶς ἁλυσίδες τῶν φτωχῶν, γιὰ μία σωτηρία ποὺ δὲν τὴν γράφει τὸ Τορρὰ - καθὼς ἔλεγε. Κάθε φορὰ ποὺ ξεμπλέκανε τέλος στὸ μαγαζί του, καὶ ξεκινοῦσε καὶ κεῖνος νὰ φύγει, τὸν σταματοῦσε στὴν πόρτα καὶ τὸν κοιτοῦσε στὰ μάτια:

- Γιοσέφ... Γλύκα καὶ λύπη εἶταν στὴν φωνή του. Φαινότανε κιόλας νὰ ντρέπεται λίγο γι᾿ αὐτὰ τὰ καμώματα.

- Τί εἶναι πάλι, τὸν ρώταγε ὁ ἄλλος καὶ γέλαγε.

Ἤθελε νὰ τοῦ δώσει δυὸ-τρία ἀχλάδια ἢ μῆλα, μιὰ σακούλα σταφύλια, κι ἂν δὲν εἶταν ὁ καιρὸς γιὰ τὰ φροῦτα ἕνα μάτσο πράσα, ἕνα καλοδιαλεγμένο λάχανο - κουμπρουλάχανο ποὺ τὸ λέγανε.

- Πάρ᾿ τό, μωρὲ Γιοσέφ... Τί ἄλλο μπορῶ νὰ σοῦ δώσω;

- Καὶ χωρὶς λεφτά; - γελοῦσε αὐτός.

- Χωρίς.

- Δίνουν κι Ὁβραῖοι, μωρὲ Χαΐμ, χωρὶς παρᾶδες;

- Δὲν ξέρω, Γιοσέφ... Δὲν ξέρω. Πολὺ μᾶς ἀνακάτεψες ἐσύ... Πάρ᾿ το τώρα, γιὰ τὴν Ὁβριά. Θέλω νὰ σ᾿ τὸ δώσω.

Ἅμα δὲν εἶτανε μαζί τους, τὸ ξέρανε, θά ῾τανε σπίτι. Καθότανε σταυροπόδι κατάχαμα, μ᾿ ἕνα τραπέζι χαμηλὸ μπροστὰ στὰ γόνατα, διάβαζε κ᾿ ἔγραφε καὶ ποιήματα. Ἡ μάνα του καθότανε τότες στὴν ὀξώπορτα.

- Τί κάνει ὁ Γιοσέφ, τὴ ρωτοῦσαν οἱ Ὁβραῖοι ποὺ πέρναγαν.

- Μέσα εἶναι... Διαβάζει... Τὸ᾿ λέγε σὰ νά ῾ταν κανένα μυστήριο κι ὅσο μποροῦσε σιγότερα μὴ τοῦ ταράξει τὴν ἡσυχία. Καὶ στεκόταν ἐκεῖ, φύλακας ἄγγελος δίχως σπαθί, χάιδευε μόνο τὰ κοκαλιάρικα χέρια της ποὺ γδάρθηκαν ξενοδουλεύοντας.

Κάποτε κεῖνος ἀκουγόταν ἀπὸ μέσα:

- Ὁβριά... Ποῦ εἶσαι μωρ᾿ Ὁβριά;

- Ὄρσε, φώναξε αὐτή, μ᾿ ἀπὸ τὴν πόρτα δὲν ἔφευγε - ἤξερε.

Ἔβγαινε τότες αὐτός, τρίβοντας τὰ μάτια του, πήγαινε δίπλα της, καθότανε στὸ κατώφλι, περνοῦσε τὸ χέρι του στὸν ὦμο της ποῦ ῾χε καμπουριάσει κι ὁ ὁβραίικος βρώμικος δρόμος γιόμιζε ὀμορφιὰ κι ἀγάπη.

- Ἀλήθεια, Γιοσέφ, ποὺ θὰ γίνεις μεγάλος ἄνθρωπος;

- Ποιός σοῦ τά ῾πε μωρὴ μάνα, τέτοια μπάνταλα; - κουταμάρες δηλαδή.

- Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς... Ὁλοένα μοῦ τό ῾λεγε ὅταν εἴσουν μικρός...

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς!...

Αὐτὸς τὸν εἶχε ξεδιαλέξει μέσα στὰ ὁβραίικα, αὐτὸς τὸν ἔμαθε νὰ διαβάζει ὁβραίικα. Ἀπὸ τότες πού ῾τανε μικρὸς ἀκόμα, τὸν ἔπαιρνε τὰ χειμωνιάτικα βράδια στὸ σπίτι καὶ καθόνταν κατάχαμα καὶ διαβάζαν οἱ δυό τους. Μὲ τὴν καλοκαιριά του παιδὶ περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του κι ἅμα κλείνανε πηγαῖναν μαζὶ στὸν ἐρημικὸ δρόμο πίσω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο, στὴν ἄκρα τῆς λίμνης, καὶ πάλι μιλοῦσαν γιὰ τὸ Ταλμούτ.

- Βλέπεις, λοιπόν, τὸν ρώταγε κάποτε ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς καὶ τὸν κοιτοῦσε στὰ μάτια.

- Ναὶ ραβί, ἔλεγε τὸ παιδὶ - ραβὶ τὸν ἔλεγε, δάσκαλο. Ὄμορφο εἶναι.

Ὅσο μεγάλωνε, τόσο πιὸ πολὺ ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς χαιρότανε μέσα του, κρυφά, μυστικά, τὴν ἐξυπνάδα του, τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴ Γραφὴ καὶ τὴ στέρεα γνώση ποὺ κέρδιζε μέρα τὴ μέρα. Κρυφά, μυστικά, δὲν ἤθελε νὰ φανερωθεῖ σὲ κανέναν, βοήθησε καὶ τὴ μάνα του καὶ τὸν σπούδασε.

Κάποτε μέσα στὸ μαγαζί του, καθὼς εἶτανε σκυμμένος στὸ τραπέζι του καὶ λογάριαζε, ἀνασήκωνε τὰ μάτια του καὶ κοιτοῦσε τὸν ἀδελφό του τὸ Σιέμο καὶ τὰ δυὸ τὰ παιδιὰ τὰ δικά του. Σάπια κορμιά, κλούβια κεφάλια, ἠλίθιοι, τοῦ φαρμάκωναν τὴ ζωή. Μήτε τὸ μαγαζὶ δὲ μποροῦσαν αὐτοὶ νὰ κρατήσουν ἅμα κλειοῦσε τὰ μάτια του... Ἔκανε ἔτσι μιὰ φορὰ καὶ κοίταζε τὸ ρολόι του. Σὲ μιά, σὲ δυὸ ὧρες αὐτὸς θά ῾ταν ἐδῶ... Χαρὰ μυστικὴ γιόμιζε τὴν καρδιά του, τὸ φῶς καὶ τὸ στόλισμα ποὺ δὲν βλέπαν οἱ ἄλλοι. Γι᾿ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ποὺ τὸν ἀνάστησε μοναχός του, μὲ τὰ δικά του τὰ χέρια, ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, ποὺ τοῦ τὸν ἔστειλε ὁ Κύριος γιὰ νὰ τοῦ δώσει μία μέρα τὰ κλειδιὰ τῆς Κοινότητας, νὰ τραβήξει στὸ αἰώνιο, τ᾿ ἀκατάλυτο μάκρος του ὁ νόμος τοῦ Μωυσῆ, ἐδῶ σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλη ἢ ἀλλοῦ - καὶ κάποτε τέλος «Ἐκεῖ», ἐκεῖ ποὺ πρέπει, γρήγορα ἢ ἀργά, ὅπως εἶταν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου... Κλείνει τὰ μάτια του κι ὀνειρεύεται τότες. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ὀνειρεύεται. Ἔχει κι ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τ᾿ ὄνειρό του. Ἡ καρδιά του χτυπάει ζεστὰ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο - αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ λένε;

Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶταν ὁ Γιοσὲφ Ἐλιγιά, ποιητὴς καὶ ταλμουδιστής. Εἶχε ἀρχίσει τότε καὶ δημοσίευε κάπου-κάπου μικρὲς θαυμαστὲς ἐργασίες γιὰ ζητήματα τῆς Γραφῆς καὶ μοναδικὲς μεταφράσεις ἀπὸ τὰ κείμενα. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοῦ παρατήρησε στὴν ἀρχὴ γιὰ μερικὰ σημεῖα στὴ μετάφραση ἀπὸ τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων, λαθεμένα κατὰ τὴ δική του τὴ γνώμη.

- Καὶ τί πειράζει; Γέλασε ὁ Γιοσέφ. Μήτε ἐγὼ μήτε σὺ μήτε κανένας δὲ μποροῦμε ν᾿ ἀλλάξουμε τὰ κείμενα. Μόνο τὰ ξηγᾶμε, ἄλλος ἔτσι, ἄλλος ἀλλιῶς.

- Αὐτὸ Γιοσέφ, δὲν εἶναι κείμενο γιὰ νὰ τὸ ξηγᾶμε - εἶπε αὐτὸς κ᾿ εἶταν πολὺ λυπημένος. Εἶναι ὁ νόμος.

- Εἶταν, γέλασε πάλι καλόκαρδα ὁ Γιοσέφ. Τώρα εἶναι δῶ καὶ γιὰ μᾶς ὁ ῥωμαίικος νόμος. Δὲ μᾶς φτάνει αὐτός;

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς κατάλαβε. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι του καὶ δὲ μίλησε ἄλλο. Σιγὰ-σιγὰ ξεμακραῖναν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, δὲ βλεπόντανε ταχτικά, ὁ Γιοσὲφ δὲν περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του.

- Γιοσέφ, τοῦ ῾πε μιὰ μέρα ποὺ βρεθῆκαν στὸ δρόμο. Ὁ ῥαβίνος πολὺ στενοχωριέται μ᾿ αὐτὰ ποὺ κάθεσαι καὶ λές.

- Αὐτὸς εἶναι κουφός, πῶς μπορεῖ νὰ ξέρει τί λέω; - γέλασε πάλι ὁ Γιοσέφ.

Τότες ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶδε πῶς ἔπρεπε πιὰ νὰ δώσει ἕνα τέλος. Σηκώθηκε ἕνα μεσημέρι, ἄφησε τὸ μαγαζί του καὶ κίνησε νὰ τὸν βρεῖ. Δὲν ἤθελε νὰ μιλήσουν ἐκεῖ, μπροστὰ σ᾿ ὅλους τοὺς ἠλίθιους. Πῆγε καὶ τὸν ηὖρε σπίτι του. Καθίσανε κατάχαμα καὶ τὸ μικρό, χαμηλὸ τραπεζάκι εἶταν ἀνάμεσά τους ὅπως τὸν παλιὸ τὸν καιρό. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶταν πολὺ λυπημένος. Ὁ Γιοσὲφ Ἐλιγιὰ δὲ γελοῦσε. Καθόταν ἔτσι καὶ σώπαιναν.

- Γιοσέφ, εἶπε τέλος ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς. Θέλω νὰ φύγεις.

- Τὸ ξέρω, εἶπε ἥμερα ὁ ἄλλος.

- Ὄχι, ὄχι... Δὲν ξέρεις τίποτα ἐσύ... Νὰ χαχανίζεις μονάχα... Θέλω νὰ πῶ, πὼς ἐγώ... Νὰ λοιπόν, ἐγὼ σὲ παρακαλῶ νὰ φύγεις.

- Καταλαβαίνω, ῥαβὶ - τὸν ξανάπε δάσκαλο. Μὰ δὲ θὰ φύγω.

- Καταλαβαίνεις; Τίποτα δὲν καταλαβαίνεις ἐσύ. Θὰ σὲ διώξουν οἱ Ῥωμιοί.

- Τὰ βλέπεις ποὺ λέγαμε κάποτε γιὰ τὸ νόμο; Μποροῦν στ᾿ ἀλήθεια νὰ μὲ κυνηγήσουν καὶ νὰ μὲ διώξουν αὐτοί.

- Γι᾿ αὐτὸ τὸ θέλω κι ἐγὼ νὰ φύγεις μονάχος σου. Θὰ βρεῖς ἀλλοῦ μιὰ δουλειά, στὴν Ἀθήνα, στὴ Σαλονίκη... Θὰ σοῦ στείλω ὕστερα ἐγὼ καὶ τὴ μάνα... Ὡς τὰ τότες, καταλαβαίνεις... ἐγὼ ὅ,τι χρειάζεται... Ὅλα... Ὕστερα κᾶνε ὅ,τι θέλεις.

- Ξέρω. Μὰ δὲ θὰ φύγω.

- Γιοσέφ... Κοίταξέ με μία φορά - τί τὰ κατεβάζεις τὰ μάτια; Πῶς μπορῶ νὰ σὲ κυνηγήσω, νὰ σὲ διώξω;... Νὰ σὲ χτυπήσω ἐγώ;... Γιατί τὸ θέλεις αὐτό;

- Ἔχω ἕνα χρέος ἐδῶ... Αὐτὸ εἶναι ὅλο. Τ᾿ ἄλλα...

- Ὅλοι ἔχουμε ἕνα χρέος, πρέπει νά ῾χουμε. Κ᾿ εἶναι δικό μου τὸ χρέος ἐδῶ νὰ μὴ σκορπίσουν αὐτοὶ - ποῦ θέλεις νὰ πᾶνε;... Μὰ εἶναι κάτι καὶ τ᾿ ἄλλα ποὺ δὲν θέλεις τότε, Γιοσέφ, τὸ χρέος πονεῖ... Πονάει ὅταν πρέπει... ὡς τὸ τέλος.

- Αὐτὸ σωστὸ - ὡς τὸ τέλος. Ἐσύ μοῦ τό ῾μαθες... Γι᾿ αὐτὸ σοῦ λέω δὲ φεύγω.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς κατάλαβε πὼς εἶχαν τελειώσει. Σηκώθηκε ἀργὰ καὶ βαριὰ ἀκουμπώντας τὶς παλάμες του στὰ γόνατα. Σηκώθηκε κι ὁ Γιοσὲφ μὰ δὲν πῆγε μαζί του. Κοντὰ στὴν πόρτα ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἔριξε τὴ ρεπούμπλικα στὸ κεφάλι του καὶ στάθηκε μία στιγμὴ κοιτώντας τὸ πάτωμα.

- Οἱ Ῥωμιοὶ θὰ γελάσουν, εἶπε σὲ λίγο, πού ῾σκαψα μοναχός μου τὸ λάκκο μου...

- Ἐσὺ ποτὲ δὲ σκοτίστηκες τί λέγαν τί κάνουν οἱ ἄλλοι. Ἄσ᾿ τους νὰ λένε.

- Κ᾿ οἱ Ὁβραῖοι θὰ ποῦν, βγάλαμε κ᾿ ἐμεῖς ἕναν ἄνθρωπο, μᾶς τὸν ξέκανε ὁ Καμπιλῆς.

- Αὐτὸ ποὺ κάνω ἐγὼ θ᾿ ἀπομείνει... Κανένας δὲ μπορεῖ νὰ τὸ ξεκάνει.

- Ὄχι, ὄχι... Τίποτα πιὰ δὲν καταλαβαίνεις ἐσύ... Ἄλλο θέλω νὰ πῶ. Ἐσύ, ἐσὺ Γιοσέφ... πιστεύεις ἐσύ, πὼς ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ φοβερίσω, νὰ σ᾿ ἀγοράσω; Αὐτὸ θέλω νὰ μοῦ πεῖς.

Τὸν κοίταξε μὲ τὴν ἡμεράδα του χυμένη σ᾿ ὅλο τὸ πρόσωπό του. Τοῦ χαμογέλασε σὰ νά ῾θελε νὰ τοῦ δώσει κουράγιο.

- Τί σοῦ χρειάζονται ἐσένα, Σαμπεθάι Καμπιλῆ, τέτοια λόγια;... Ῥαβί, τί μᾶς χρειάζονται ἐμᾶς τέτοια λόγια;

Σήκωσε τὰ μάτια του κι ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς καὶ τὸν κοίταξε, τὸν ἀγκάλιασε μὲ τὰ μάτια του - τελευταία φορά.

- Ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας ἂς εἶναι μαζί σου, εἶπε ἥσυχα καὶ λυπημένα. Κι ἂς σὲ φωτίσει.

- Καλὸ νύχτωμα, εἶπε ὁ ἄλλος φιλικά - εἶταν ἡ εὐχὴ κι ὁ χαιρετισμὸς ποὺ συνήθιζαν οἱ Ἑβραῖοι τ᾿ ἀπόγευμα.

Μὲ σίγουρο χέρι ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ξερίζωσε τ᾿ ἄγριο φύτρο. Δὲν εἶταν καὶ δύσκολο. Ὁ Γιοσὲφ διώχτηκε σὲ λίγο ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ». Οἱ πόρτες τοῦ κλείστηκαν ὅλες, στὴν ἀρχὴ οἱ ὁβραίικες, ὕστερα κι ὅλες οἱ ἄλλες. Κάτι λίγα μαθήματα ποὺ τ᾿ ἀπόμειναν κοπῆκαν καὶ κεῖνα - τὰ παιδιὰ ἀρρωστήσανε ξαφνικὰ ἢ τὰ οἰκονομικὰ τῶν γονέων ἔτυχε πάνω στὴν ὥρα καὶ στένεψαν, δὲ μπορούσανε πιὰ νὰ πληρώσουν. Ζώστηκε ὁλοῦθες ἀπὸ τὴ φτώχεια, κυνηγήθηκε μὲ κεῖνον τὸν τρόπο ποὺ ξέρουν στὴν ἐπαρχία νὰ κυνηγοῦνε - διώχτηκε. Καὶ λίγο πιὸ ὕστερα πέθανε, πολὺ νέος ἀκόμα, κάπου μακριὰ ἐκεῖ στὴ Μακεδονία. Ἡ μικρὴ Ἱερουσαλὴμ γιὰ μία ἀκόμα φορὰ τὸν ἀπέκτεινε τὸν προφήτη της. Ἡ παρασυναγωγὴ στὸ μανάβικο τοῦ Χαῒμ Ἐζρᾶ σκόρπισε.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἀναρωτήθηκε τότες μὴν εἶχε μαζὶ ξεριζώσει καὶ τὴν καρδιὰ τὴ δική του. Τὸ ζύγισε, τὸ ξαναζύγισε, τὸ λογάριασε ἀπ᾿ ὅλες τὶς μεριές. Καὶ μία χαρὰ πρωτοφανέρωτη τὸν πλημμύρισε. Ἡ καρδιά του εἶχε βαφτιστεῖ καὶ μὲ τὴ θυσία στὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου του. Τὴν ἔνιωθε ἀμοίραστη, δυναμωμένη καὶ φτερωμένη. Τίποτα ἄλλο δὲν εἶτανε μέσα - μήτε πόνος γιὰ τὸν Γιοσὲφ μήτε λύπη γιὰ τὰ παλιά, μήτε δισταγμὸς - τίποτα.

Ἤξερε ὡστόσο πὼς τὰ μουρμουρίσματα δὲν σταματούσανε στὰ ὁβραίικα καὶ μέσα σ᾿ ὅλη τὴν πόλη μ᾿ αὐτὴ τὴν ὑπόθεση τοῦ Γιοσέφ. Εἶταν μιὰ εὐκαιρία γιὰ ὅλους ὅσοι θέλανε νὰ χτυπήσουν τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ καὶ πίσω ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν Μητροπολίτη. Τέτοιες εὐκαιρίες στὴν πόλη μας δὲν τὶς ἀφήνανε νὰ χαθοῦνε. Βγήκανε, λοιπόν, καὶ λέγανε πὼς ὁ Γιοσὲφ δὲν ἔκανε τίποτα δίχως νὰ ρωτήσει τὸν Καμπιλῆ, ὅλα μαζὶ τὰ κάνανε, μπορεῖ καὶ νά ῾τανε καὶ σχέδιο τῆς «Σιών», καὶ μονάχα τὴν τελευταία στιγμή, ὅταν ἡ ἑλληνικὴ ἀστυνομία πῆρε τὰ μέτρα της, τότε μονάχα ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τὸν ξεπούλησε τὸν ἄνθρωπο τὸ δικό του - μὲ δυὸ λόγια, ρίχναν ὅλο τὸ βάρος ἀπάνω του. Ἄλλοι, πάλι, μουρμουρίζανε πῶς ὁ Γιοσὲφ Ἐλιγιὰ δὲν εἶταν κομμουνιστής, τίποτα κακὸ δὲν ἔκανε κ᾿ ἡ ἑλληνικὴ ἀστυνομία δὲν τὸν πείραξε κι οὔτε κ᾿ εἶχε σκοπὸ νὰ τὸν πειράξει ποτὲς ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, μὰ ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς θέλησε νὰ τὸν ξεφορτωθεῖ γιατὶ φοβήθηκε γιὰ τὴ δική του θέση καὶ τὸν ἐξόντωσε τὸν καημένον - δουλειὲς τοῦ Μητροπολίτη. Ἄλλοι κοίταζαν τὸ πράμα βαθύτερα καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ βλέπαν τὴν ἀπονιὰ τῶν Ὁβραίων πού ῾χανε σταυρώσει καὶ τὸ Χριστό - αὐτοὶ δὲν γίνονται ἀνθρῶποι, μόνο ἐμεῖς τοὺς ἀφήνουμε καὶ καζαντίζουν καὶ τοὺς ἔχουμε ἀνοιχτὲς ὅλες τὶς πόρτες...

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ἔσκυψε καὶ ξανάκουσε τὴν καρδιὰ τὴ δική του. Φτεροκοποῦσε πάντα. Καὶ μαζὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴν πρωτοφανέρωτη ἔνιωθε τώρα πόσο βαθιὰ τὸν καταφρονοῦσε ὅλον αὐτὸν τὸν ὄχλο - τῶν Ὁβραίων καὶ τῶν Ῥωμιῶν - μὲ τὶς τιποτένιες φροντίδες, τὶς χαρές του τὶς ψεύτικες, μὲ τὴν καρδιὰ τὴν ἀδύνατη, ποὺ δὲν κόταγε νὰ σηκώσει κεφάλι, μόνο μουρμούριζε μουλωχτά.

Τότε μαθεύτηκε πὼς τὸ Σάββατο βγῆκε στὸ Συναγώι μπροστὰ στοὺς Ὁβραίους καὶ τοὺς εἶχε μιλήσει. Δὲν εἶταν ἀλήθεια πὼς τοὺς μίλησε. Πῆγε δίπλα στὸ ραβίνο καὶ στάθηκε ταπεινός με τὸ κεφάλι σκυμμένο καὶ τὸν περίμενε νὰ τελειώσει. Καὶ πῆρε κατόπι καὶ τοὺς διάβασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὴ Γένεση ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ εἴκοσι δυό, ποὺ γράφει γιὰ τὴ θυσία τοῦ Ἀβραάμ. Τοὺς τὸ διάβασε ὁβραίικα καὶ τοὺς τό ῾πε κ᾿ ἑλληνικὰ νὰ τ᾿ ἀκούσουν ὅλοι τους. Τίποτα ἄλλο δὲν εἶπε, δὲν ἔδωσε καμιὰν ἐξήγηση γι᾿ αὐτὴν τὴν ἐμφάνισή του. Καὶ μόνο σὰν τέλειωσε σήκωσε τὰ μάτια του στὰ «χαραφόθ» - δηλαδὴ κατὰ πάνω - κι ὅπως ὁ Ἀβραὰμ εἶταν ἕτοιμος νὰ θυσιάσει τὸ γιὸ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ἂς μένουμε πιστοὶ πάντα στ᾿ ὄνομά του - τόσο μόνο τοὺς εἶπε.

- Ἀμέν, ἀκούστηκε μέσα στὸ Συναγώι μιὰ πνιγμένη βουή, σὰν τὸ βούισμα ἀπ᾿ τὶς καλαμιὲς ποὺ λυγᾶνε στὸν ἄνεμο. Ἡ κλώσσα τῆς Συναγωγῆς εἶχε τινάξει τὰ φτερά της καὶ τὰ ξανάκλεισε βαριὰ πάνω στὰ τρομαγμένα κλωσσόπουλα. Ἡ καταχνιὰ τῆς προαιώνιας τάξης ξαναπλώθηκε στὰ ὁβραίικα. Μποροῦσαν νὰ τὸ μάθουν κ᾿ οἱ «ἄλλοι». Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶχε τελειώσει πιὰ μ᾿ ἄλλους.

Ἕνα μικρὸ ράγισμα φανερώθηκε σὲ λίγο. Ἡ πατροπαράδοτη τάξη φάνηκε πὼς ἄρχισε νὰ σαλεύεται καὶ στὴν κοινότητα τῶν Ὁβραίων, ὅπως εἶτανε πιὰ σαλεμένη γιὰ πάντα καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη. Ἄρχισαν δηλαδὴ μερικοὶ ἀπὸ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ καὶ πηγαῖναν ἐργάτες, δουλεύαν μαζὶ μὲ Ρωμιούς, μαθαίνανε τέχνες, παναπεῖ πὼς δουλεύανε καὶ τὸ Σάββατο. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοί, ἔφταναν ὡστόσο γιὰ νὰ φαίνεται τὸ πρῶτο ράγισμα. Οἱ ἄλλοι τοὺς κοίταζαν ξαφνιασμένοι, περιμένανε τὸν κεραυνὸ ποὺ θὰ πέσει στὰ κεφάλια τους, τοὺς εἶδαν ὕστερα ποὺ δὲν ἔπαθαν τίποτα - γίνανε πλιότεροι. Καὶ μερικὰ μαγαζιὰ ἀρχίσαν καὶ κεῖνα δειλὰ-δειλὰ κι ἀνοίγανε λίγο τὸ Σάββατο, νὰ μὴ χάνουνε τοὺς χωριάτες ποὺ κατέβαιναν νὰ ψωνίσουν.

- Δὲν ἀκοῦνε... Δὲν ἀκοῦνε, εἶπε μελαγχολικὰ ὁ ῥαβίνος κ᾿ ἔξυσε τὸ γένι του μὲ τὸ μεγάλο του δάχτυλο. Τὸν τελευταῖο καιρὸ εἶχε ὁλότελα κουφαθεῖ κι ὅλο μίλαγε μοναχός του κι ὅλο κούναγε τὸ κεφάλι του πάνω καὶ κάτω. Κόντευε κι αὐτὸ νὰ ξεκαρφωθεῖ πίσω στὸ σβέρκο - σὰν τοῦ Μουφτῆ.

Κι ὁ πρόεδρος τῆς Κοινότητας τοὺς εἶχε φωνάξει.

- Δὲν ἀκοῦνε τίποτε. Ὁ ῥωμαίικος ὁ νόμος δὲν ὁρίζει νὰ μὴ δουλεύουμε Σάββατο κ᾿ ἡ Κοινότητα δὲ μᾶς τὸ πληρώνει νὰ καθόμαστε δυὸ φορὲς τὴ βδομάδα - κάτι τέτοια τοῦ λέγανε κ᾿ εἶτανε κ᾿ αὐτὸς πολὺ λυπημένος.

Ὁ ῥωμαίικος ὁ νόμος;... Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς δὲν εἶπε τίποτα. Ἄφησε τὸ πράμα καὶ κύλησε λίγο καιρὸ μονάχο του. Καὶ ξαφνικὰ πῆρε μία μέρα ἕνα μάστορα καὶ δυὸ-τρεῖς ἐργάτες καὶ τοὺς ἔφερε στὸ μαγαζί του. Τοὺς ἔβαλε καὶ γκρεμίσαν τὴν πορτούλα. Τὰ παιδιά του κι ὁ Σιέμος κοιταζόντανε, κοιτάζαν καὶ δὲν πιστεύαν τὰ μάτια τους. Αὐτὸς στεκόταν ἐκεῖ μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ καὶ τὰ χείλια σφιγμένα. Τοὺς κοιτοῦσε ποὺ γκρεμίζαν αὐτὴ τὴν πόρτα, γκρεμίσαν ὅλον τὸν τοῖχο. Ἕνας κόσμος παλιὸς γκρεμιζόταν γιὰ πάντα, ἔφευγε πίσω. Καὶ ξεπρόβαλε τώρα ὁ θησαυρὸς τῆς δικῆς του πραμάτειας - νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι.

Τράβηξε λίγο παραμέσα τὸ τραπέζι καὶ ξανακάθισε σάμπως νὰ μὴν εἶχε γίνει τίποτα. Κι ὁλότελα ξαφνικά, ἔτσι ξαφνικὰ ὅπως εἶχε γκρεμίσει τὸν τοῖχο, ξανοίχτηκε μέσα στὴν ἀγορὰ - πιστώσεις, ἐμπορεύματα, συνεταιρισμούς. Τὰ ὁβραίικα μαγαζιὰ βρεθήκανε ὅλα δεμένα μὲ τὸ δικό του - συμβόλαια, συνεταιρισμοί, πιστώσεις, συμφέροντα καὶ κέρδη. Κανένα δὲν ξανάνοιξε Σάββατο. Γύρω στοὺς ἐμπόρους βολοδέρνανε κ᾿ οἱ μικρότεροι - μεσίτες, μεταπράτες, μικρέμποροι καὶ πραματευτᾶδες, οἱ γυρολόγοι. Παρακάτω δένανε κι αὐτοὶ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ μὲ τὰ χίλια σκοινιά - παρᾶδες, ἀνάγκες, συγγένειες, ἐλπίδες. Ὁ ἴσκιος τοῦ μαγαζιοῦ του τοὺς σκέπασε ὅλους. Συναγώι, Κοινότητα καὶ τὸ μαγαζὶ τὸ δικό του εἶταν τώρα ἕνα καὶ τὰ τρία - ὁ νόμος τοῦ Ἀβραάμ, ὁ φόβος καὶ τὸ χρῆμα - ἡ κλώσσα. Τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ σαλέψει μέσα στὰ ὁβραίικα δίχως τὴ θέληση τὴ δική του.

Ἡ μάνα τοῦ Γιοσέφ, αὐτὴ μονάχα εἶχε ἀπομείνει κεῖ πέρα, ἔξω ἀπ᾿ τὴ θέληση τὴ δική του, ἔξω ἀπὸ κάθε νόμον ὁβραίικο ἢ ῥωμαίικον. Μισοζωντανὴ-μισοπεθαμένη, μισογνωστικὴ καὶ μισόζουρλη, τριγύριζε ἀπὸ δρόμο σὲ δρόμο κι ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα καὶ ρωτοῦσε τοὺς Ὁβραίους γιὰ τὸν Γιοσὲφ ἂν ἐμάθανε τίποτα - αὐτὴ δὲν ἤξερε καὶ τὸν περίμενε ἀκόμα. Κ᾿ οἱ Ὁβραῖοι σκύβανε τὸ κεφάλι τους, δὲν ξέρανε τί νὰ τῆς ποῦνε, μερικοὶ τρέχανε νὰ κρυφτοῦν, δὲ θέλαν νὰ πέσουν ἀπάνω της. Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τό ῾ξερε κι αὐτό, πὼς ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ τῆς μάζωνε πάντα κάτι λίγα λεφτὰ στὸ μαγαζί του καὶ πήγαινε καὶ τῆς τά ῾δινε. Νὰ τοῦ τό ῾κοβε - χειρότερα. Ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ παρακάλεσε ταπεινὰ τὸ Θεό του νὰ τὴ σηκώσει μίαν ὥρα ἀρχύτερα νὰ τελειώσει καὶ τὸ δικό της τὸ βάσανο.

Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ φωνή του - ἡ γριὰ πέθανε κι αὐτὴ πολὺ γρήγορα. Καὶ μόνο τότε ποὺ δὲν ἔμεινε τίποτα πιά, τότε μονάχα τὴν ἔνιωσε τὴ λύπη ποὺ τόσον καιρὸ τοῦ ῾τρωγε τὴν καρδιά. Τὴν ἔνιωσε καὶ φοβήθηκε. Φοβήθηκε γιὰ τὸ ῥάγισμα, πὼς δὲν εἶταν ὄξω, στὴν Κοινότητα, μὲ τοὺς λίγους φουκαρᾶδες ποὺ θέλανε νὰ δουλέψουνε Σάββατο καὶ δὲν ξανακότησαν, μὲ τοὺς πέντε-δέκα ἐμποράκους ποὺ θέλαν ν᾿ ἀνοίξουν τὸ Σάββατο καὶ δὲν ξανανοίξανε. Πὼς ἡ πίστη ἡ δική του δὲν εἶταν ἀμόλευτη σὰν καὶ πρῶτα, ἀφοῦ λογάριαζε τὴν καρδιά του ἂν χαιρόταν ἢ πόναγε καὶ σκεφτότανε κι αὐτὸς σὰν τοὺς ἄλλους καὶ τοῦτο καὶ κεῖνο καὶ τὴ γριὰ καὶ τὸ θάνατο - αὐτὸ φοβήθηκε. Καὶ βιάστηκε νὰ ξεπλύνει τὴν προδοσία καὶ τὴν ἁμαρτία του.

Ἔτσι τ᾿ ἀποφάσισε τότε καὶ γίνηκε πρόεδρος τῆς Κοινότητας. Ἄρχισε καὶ πήγαινε ταχτικὰ στὸ νομάρχη καὶ τὸ δήμαρχο, εἶχε γράμματα μὲ τοὺς βουλευτὲς τοῦ νομοῦ, μπῆκε στὸ συμβούλιο τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου καὶ τοῦ Ἐπιμελητηρίου, ἔβαλε τὸ Σιέμο στὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο τῆς πόλης. Κάπου-κάπου ἔδινε καὶ μικρὰ ἀνώνυμα ἀρθρίδια στὴν τοπικὴ ἐφημερίδα γιὰ τὰ ζητήματα τῆς Κοινότητας τῶν Ὁβραίων καὶ γιὰ ζητήματα γενικότερα.

- Χαίρομαι πάρα πολὺ ποὺ ἡ ἰσραηλιτική μας Κοινότητα ἀρχίζει νὰ γίνεται κοινωνικὸς παράγων τόσο δραστήριος, ἔλεγε ὁ ἐκδότης της καὶ τσέπωνε τὸ φάκελο μὲ τὸ παραδάκι.

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς σήκωνε τὰ μάτια καὶ κοίταζε αὐτὸ τὸ μοῦτρο ποὺ χαιρότανε γιὰ τὴν ἰσραηλιτική μας Κοινότητα. Ἂν ντρεπόταν ἐκείνη τὴ στιγμὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἂν λυπόταν γιὰ τὸν παλιὸ τὸν καιρό, θά ῾χε πάλι τύψεις τὸ βράδυ.

Τώρα φόραγε κι αὐτὸς μιὰ ρεπούμπλικα στὸ κεφάλι του κανονικὰ πατημένη, ἔβαλε τὸ παλτὸ μὲ κουμπιὰ σταυρωτὰ κι ἀπὸ τὴν ἄνοιξη καὶ πέρα ὡς τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ ντυνότανε μ᾿ ἀνοιχτότερα ροῦχα. Ὁ παλιὸς ὁ καιρὸς τῆς ταπεινοσύνης ποὺ χρειαζότανε τότες κ᾿ ἔφτανε καὶ περίσσευε, φαινότανε πιὰ μακριά, σὰ νά ῾τανε μονάχα ἕνα βιβλίο μέσα στὴ Βίβλο, δίπλα στὸ Λευιτικό, σὰ νά ῾χε πεθάνει μαζὶ μὲ τὸ Μουφτῆ ποὺ κούναγε τὸ κεφάλι του, μὲ τὸ Γιοσὲφ ποὺ δὲν ἤξερε νὰ κουμπώσει τὰ κουμπιὰ τοῦ παντελονιοῦ του...

Ἡ ὁμίχλη εἶχε πέσει βαριὰ - ἔτσι γινότανε καμιὰ φορὰ τὸ χειμώνα σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη. Ὥρα περασμένη ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς κατέβαινε κατὰ τὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ μὲ τὰ χέρια σφιγμένα μέσα στὶς τσέπες τοῦ παλτοῦ του. Εἶταν λυπημένος πάλι κι οὔτε τὸ κατάλαβε πὼς πέρασε τὴν παλιὰ πόρτα τοῦ Κάστρου καὶ βρισκότανε πιὰ μέσα στὰ ὁβραίικα. Ψυχὴ πουθενά. Κάπου κάπου σὲ κανένα παράθυρο φῶς. Εἶτανε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Χαῒμ Ἐζρά.

- Χαΐμ, ἒ Χαΐμ, φώναξε δυνατά. Τὸν φώναξε πρῶτα κ᾿ ὕστερα μόνο ἀναρωτήθηκε τί τὸν ἤθελε. Τίποτα δὲν τὸν ἤθελε, μετάνιωσε, ντράπηκε, κίνησε νὰ φύγει. Τὸ παράθυρο ἄνοιξε - δὲ μποροῦσε πιὰ νὰ φύγει. Ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ ἔσκυψε ἀπὸ πάνω μὲ τὰ νυχτικά του:

- Τί εἶναι; Καμιὰ φωτιὰ πάλι;

- Ὄχι, ἐγὼ εἶμαι... Ὁ Σαμπεθάι.

- Καμπιλῆς;

- Ναί, ἐγώ.

- Καὶ τί;

- Μέρες εἶχα νὰ σὲ δῶ...

- Θέλεις τίποτα;

- Ὄχι... Πέρναγα, εἶδα τὸ φῶς... Εἶπα, δὲν ἔπεσες ἀκόμα, ἔτσι μοῦ ῾ρθε νὰ σὲ φωνάξω.

Σώπασαν. Ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ ἀπὸ πάνου δὲν τὸν ἔβλεπε καλὰ μέσα στὸ σκοτάδι.

- Τώρα γυρίζεις, ῥώτησε γιὰ νὰ πεῖ κάτι κι αὐτός.

- Τώρα, ναί... Δύσκολα, Χαΐμ, ὅλο δυσκολότερα.

- Σωστὰ χαγιασέμ, τοῦ ξέφυγε κ᾿ ὕστερα ἀπὸ τόσον καιρὸ τὸ ξανάπε.

Καληνυχτίστηκαν, ὁ Χαῒμ Ἐζρὰ ἔκλεισε τὸ παράθυρο.

- Σωστὰ χαγιασέμ, τὸ ξανάπε μόνος του μέσα στὸ δωμάτιο καὶ στάθηκε κι ἄκουσε τὴ φωνή του. Τοῦ φάνηκε πολὺ ταιριαστὸ γιὰ τὴν περίσταση, γιὰ κάθε περίσταση, πολὺ ὡραῖο καὶ πολὺ ἀστεῖο. Κ᾿ ἔχει καὶ νόημα... νόημα βαθὺ - γιατί τὸ σταμάτησε; Αὔριο κιόλας τὸ ξαναρχίζει - σωστά, σωστὰ χαγιασέμ, δύσκολα, ὅλο δυσκολότερα, κύριέ μου...

Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς πῆγε λίγο παρακάτω καὶ στάθηκε. Ὁ δρόμος εἶταν ἔρημος, ἡσυχία βαθιὰ τὸν ἔζωνε, δὲν ἀκουγότανε τίποτα, τίποτα. Τίποτα ἐδῶ δὲν σαλεύει δίχως τὴ δική του τὴ θέληση. Κι ὡστόσο μέσα στὴν ἀντάρα ὅλα φαίνονται νὰ γλιστροῦνε - ὅλα γλιστροῦνε καὶ φεύγουν καὶ πέφτουν, ὅλα, κάθε μέρα - νά το, λοιπόν, ἡ καρδιά του γλιστράει:

- Γιοσέφ... Καρδιά μου Γιοσέφ... Γιατί; Γιατί ἐσύ;... Κύριε... Γιατί διάλεξες αὐτὸν νὰ μὲ δοκιμάσεις;

Ἀκούμπησε στὸ στύλο, ἔβγαλε τὸ καπέλο του καὶ σκούπισε τὸ κεφάλι του ποὺ τό ῾λουζε ὁ ἱδρώτας. Μέσα στὸ σκοτάδι εἶδε τότες τὴν ἄγρια μορφὴ τοῦ θεοῦ του, μέσα στὴν ἐρημία τοῦ ὁβραίικου μαχαλᾶ ξανάκουσε τὴ φωνή του...

Νὰ ξυπνάει τὸν κόσμο γιὰ ν᾿ ἀκούσει, λέει, μιὰ ὁβραίικη φωνὴ μέσα στὴ νύχτα!... Καὶ τί σοῦ χρειάζονται ἐσένα, Σαμπεθάι Καμπιλῆ, τέτοια λόγια;

Ἡ προδοσιὰ κ᾿ ἡ ἁμαρτία του τὸν πλακώσαν ἐκεῖ μ᾿ ὅλο τὸ βάρος τῆς νύχτας. Κ᾿ ἐκεῖ, τὸ ὁρκίστηκε τότες μιὰ φορὰ καὶ γιὰ πάντα νὰ μὴν τὴν ἀφήσει ποτὲς ἀπ᾿ τὰ χέρια του τὴν κοινότητα τοῦ Κυρίου του...

Τ᾿ ἄλλα ποὺ γίναν ὕστερα θά ῾πρεπε νά ῾ναι ὁ ἐπίλογος τοῦ χρονικοῦ μιᾶς ἰσραηλιτικῆς Κοινότητας στὴν Ἑλλάδα. Ποτὲς δὲν εἶταν ὁ σκοπός μου νὰ τὸ γράψω ἐγὼ ἕνα τέτοιο χρονικό - καὶ δὲν νομίζω πὼς εἶναι δουλειά μου. Ἐγὼ γιὰ τὸν Καμπιλῆ τὸν δικό μου ἤθελα νὰ πῶ, ποὺ γέρασα κι ἀκόμα δὲν τὰ κατάφερα νὰ τὸ ξέρω τί ἀγάπησα καὶ τί μίσησα ἀπὸ τὴν πίστη του. Τὰ εἶπα - ὅπως μποροῦσα.

Μὰ ἡ ζωὴ τούτη τὴ φορὰ θέλησε νὰ κλείσει ἡ ἴδια τὸ διήγημα, δίνοντας αὐτὴ - σπάνιο πράγμα - τὴν ἀναγκαία λύση. Ἀρκεῖ, λοιπόν, ν᾿ ἀναφέρω χρονογραφικὰ πὼς ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τὸν κράτησε στ᾿ ἀλήθεια τὸν ὅρκο πού ῾δωσε στὸ Θεό του ἐκείνη τὴ νύχτα καὶ δὲν τὴν ἄφησε ἀπ᾿ τὰ χέρια του τὴν Κοινότητα τῶν Ἑβραίων ὡς τὴν τελευταία στιγμὴ - ὡς τὸ Θάνατο, τὸ δικό του καὶ τὸ δικό της.

Ὅταν ἀκούστηκαν οἱ Γερμανοὶ καὶ κατέβαιναν στὴν Ἑλλάδα, ἄρχισε καὶ στὴ μικρὴ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων αὐτῆς τῆς πόλης ὁ μεγάλος τρόμος. Ὅλοι ξεπουλοῦσαν, ἄλλοι φκιάχνανε λίρες, ὅλοι φώναζαν νὰ σκορπίσουν καὶ νὰ κρυφτοῦνε μέσα στοὺς Ῥωμιούς. Ἡ κοινότητα τρανταζόταν ὁλόκληρη, ἀκόμα λίγο καὶ θ᾿ ἄρχιζε τὸ σωτήριο σκόρπισμα.

Δεμένους μὲ τὰ χίλια σκοινιά του, δίβουλους καὶ τρομαγμένους, ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοὺς κράτησε κεῖ, μὲ χίλιους τρόπους, μὲ μηχανὲς κ᾿ ἐλπίδες καὶ μὲ φοβερίσματα, νὰ μὴ σκορπίσουν μονάχα, νὰ μὴν τοῦ φύγουν. Καὶ τοὺς προφτάσαν, ἐκεῖ. Καὶ τοὺς πῆραν ὅλους: καὶ τὸν κουφὸ τὸ χαχάμη καὶ τὶς γριὲς καὶ τοὺς γέρους καὶ κείνους ποὺ θέλανε νὰ δουλέψουνε τὸ Σάββατο καὶ τοὺς ἄλλους ὅλους ποὺ δὲν πιάνανε τὴ φωτιὰ καὶ τὰ μικρὰ τὰ παιδιά τους μὲ τὰ σπυριὰ καὶ τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ τὰ παιδιὰ καὶ τὸ Σιέμο καὶ τὸν ἴδιον τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ. Καὶ χαθῆκαν ὅλοι - τέσσερις χιλιάδες ψυχές, ἔξω ἀπὸ κείνους τοὺς λιγοστούς, μετρημένους στὰ δάχτυλα - ποὺ δὲν θέλησαν ν᾿ ἀκούσουν τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ καὶ τὰ σπάσανε τὰ σκοινιά του καὶ φύγανε, κρύφτηκαν μὲς στοὺς Ῥωμιοὺς ἢ πήγανε στὸ βουνὸ ποὺ τοὺς φώναζαν οἱ ἐαμίτες.

Μέσα σὲ λίγες ὧρες ἡ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων βούλιαξε ἀκέρια. Μὲ τὴ Συναγωγή της, τὰ μαγαζιά της, τοὺς παρᾶδες τοὺς μαζωμένους πεντάρα-πεντάρα. Δὲν ἔμεινε τίποτα. Ἡ μικρή μας πόλη μὲ πιασμένη τὴν ἀνάσα ἄκουσε τὸ σπαραγμὸ καὶ τὸ θρῆνο ποὺ ὑψώθηκε ἀπ᾿ τὰ ὁβραίικα. Εἶταν ὁ ὕστατος θρίαμβος τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ.


ΑΛΕΣΑΝΤΡΟ ΜΕΤΖΕΝΑ ΛΟΝΑ ΚΑΛΛΑΣ ΚΑΙ ΠΑΖΟΛΙΝI: ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ (μτφρ. Γιάννης Η. Παππάς)


«Κύριε Παζολίνι, είναι αλήθεια ότι πρόκειται να παντρευτείτε την Κάλλας;». Δεν φάνηκε αληθινό στους επαγγελματίες του κουτσομπολιού: για μια φορά τους επιτράπηκε να σκαλίσουν τις υποθέσεις του ασύλληπτου Πιέρ Πάολο. Γιατί επιτέλους είχε παρουσιαστεί μια καλή ευκαιρία να γκρεμιστεί, με τα κουτσομπολιά της ταβέρνας, ο συγγραφέας, ο ποιητής, ο σκηνοθέτης που είχε τη λιγότερη διάθεση να επιδοθεί στη ρουλέτα της συκοφαντίας. Τον άνθρωπο που αδιαφορούσε για τις κακόβουλες φήμες που ρίχνονταν πίσω από την πλάτη του. Ο διανοούμενος που ένιωθε αποκλεισμένος από την πραγματικότητα της εποχής του. Και ακριβώς γι’ αυτό, δεν σταμάτησε ποτέ να την ερευνά, να την ξεσκεπάζει, με μια ακόρεστη πείνα για γνώση και απομυθοποίηση.

Η ευκαιρία αυτή είχε έρθει, σαν ένα απρόσμενο δώρο στους επαγγελματίες της συκοφαντίας, τον Νοέμβριο του 1968. Όταν ο ΠΠΠ είχε καταπλήξει τους πάντες αποδεχόμενος την πρόταση του παραγωγού Φράνκο Ροσελίνι: η σοπράνο Μαρία Κάλλας θα ήταν η Μήδειά του στο κινηματογραφικό σχέδιο που θα βασιζόταν στην τραγωδία του Ευριπίδη (μετά τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή).

Η έκπληξη των δημοσιογράφων δεν υπαγορεύτηκε μόνο από το γεγονός ότι η Κάλλας πάντα απέρριπτε τις κινηματογραφικές προτάσεις. Αλλά, κυρίως, από τη βεβαιότητα ότι η εξαιρετική φωνή της όπερας περνούσε μια πολύ περίπλοκη φάση στη ζωή της. Από τότε που ο πλούσιος Έλληνας εφοπλιστής Αριστοτέλης Ωνάσης είχε αποφασίσει να την εγκαταλείψει με συνοπτικές διαδικασίες μετά από εννέα χρόνια συμβίωσης. Για να παντρευτεί την πιο περιζήτητη γυναίκα στην Αμερική: τη Ζακλίν Μπουβιέ, χήρα του Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι.

Αν αυτό δεν ήταν αρκετό, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι πιο έγκριτοι ειδικοί του μπελ κάντο είχαν αποφασίσει το επικείμενο τέλος της καριέρας της Μαρίας Κάλλας. Ειδικά μετά τις ξαφνικές κρίσεις αφωνίας και τις εμφανείς φωνητικές βλάβες που είχαν συνοδεύσει κάποιες από τις παραστάσεις της Θεάς. Ίσως και εξαιτίας ενός δραστικού προγράμματος απώλειας βάρους, που την είχε κάνει να χάσει πάνω από τριάντα κιλά (ο θρύλος λέει ότι η κατάποση χαπιών με αυγά ενός σκουληκιού[1] ήταν επίσης μέρος της παράξενης δίαιτας), προσδίδοντάς της μια χάρη στη σκηνή που μέχρι τότε ήταν αδιανόητη. Αλλά αφαιρώντας από τη φωνητική της προέκταση εκείνη τη δύναμη και το χρώμα που ακόμη και οι πιο σφοδροί επικριτές της ήταν υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουν

Ο Παζολίνι, εν ολίγοις, την είχε επιλέξει σε μια μάλλον περίπλοκη περίοδο. Και δεν είχε προσβληθεί όταν κάποιος του είχε πει για τα όχι και τόσο κολακευτικά σχόλια της Θεάς για την αινιγματική ταινία το Θεώρημα: «Έφυγε στα μισά της προβολής, σκανδαλισμένη», ψιθύριζαν οι καλά πληροφορημένοι.

Η Μαρία Κάλλας, λοιπόν, δεν είχε κρύψει ποτέ τις ιδέες της. Υπενθύμιζε στους δημοσιογράφους, για παράδειγμα, ότι το 1965 είχε ήδη φλερτάρει για να υποδυθεί τη Μήδεια σε μια ταινία του Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ. Ωστόσο, είχε πει με συνοπτικές διαδικασίες όχι στον Δανό δάσκαλο των ταινιών Τα πάθη της Ιωάννας της Λωραίνης, Βαμπίρ και Μέρες οργής.

Θα έλεγε κανείς, λοιπόν, ότι ο Παζολίνι την είχε κερδίσει επειδή δεν είχε ποτέ βρεθεί σε πορεία σύγκρουσης μαζί της. Ούτε καν όταν η Θεά είχε αποδειχθεί μαχητικός τύπος, ομολογώντας με αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια: «Την πρώτη φορά που μίλησα στον Πιέρ Πάολο, δεν με έπεισε. Επιτέθηκα στους διανοούμενους που είναι πολύ δύσκολοι και αφαιρούν την αλήθεια από τα πράγματα, στέκονται με τη μύτη χωμένη στα βιβλία και δεν βλέπουν τη ζωή».

Και ο Παζολίνι; Δεν δυσανασχέτησε με αυτά τα λόγια. Αντιθέτως, σε μια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον συγγραφέα Ζαν Ντυφλό, είχε εκμυστηρευτεί ότι είχε βρεθεί, για πρώτη φορά, να σκέφτεται μια ταινία, να γράφει το σενάριο, γνωρίζοντας από την αρχή ότι η Μήδεια θα ήταν αυτή: η Μαρία Κάλλας. Διότι αυτή «προερχόταν από έναν κόσμο αγροτικό, ελληνικό, γεωργικό, και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε για έναν αστικό πολιτισμό».

Έβλεπε σε αυτή τη γυναίκα, εν ολίγοις, την τέλεια καλλιτέχνιδα για να υποδυθεί τον ρόλο της εγγονής του Ήλιου, της μάγισσας που καταγόταν από την Κίρκη (ή, σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, από την πανίσχυρη Εκάτη). Της καταραμένης μορφής που θα σκότωνε τον αδελφό της για την αγάπη, που θα πρόδιδε το λαό της για να παραδώσει το Χρυσόμαλλο Δέρας στους Έλληνες. Και που θα καταλήξει επίσης να σκοτώσει τα παιδιά της, παίρνοντας εκδίκηση από τον άπιστο σύζυγό της Ιάσωνα. Γιατί αυτός ο άντρας ήταν το ίδιο το σύμβολο ενός λαού που είχε χάσει ανεπιστρεπτί τον ομφαλό του: το κέντρο βάρους που επιτρέπει σε κάποιον να είναι ταυτόχρονα άνθρωπος και θεός.»

 

[…]

 

Στο ξέφρενο κυνήγι των ειδήσεων συμμετείχαν και σοβαρά ιταλικά και ευρωπαϊκά περιοδικά.

Ακόμα και ένας ποιητής τόσο ντροπαλός και εντελώς αμέτοχος στο πανηγύρι της φλυαρίας όπως ο Αντρέα Τζαντζότο, από το Πιέβε ντι Σόλιγκο του Βένετο, σε επιστολή που απηύθυνε στον Παζολίνι τον Οκτώβριο του 1969, συνέταξε ένα είδος παιχνιδιάρικου ποιήματος που άρχιζε «έχω ακούσει φήμες για έναν γάμο σου». Και συνέχισε με μια σειρά από σκωπτικές συμβουλές για το γιατί δεν πρέπει να το κάνει «ούτε με άντρα ούτε με γυναίκα, ούτε με υπεράνθρωπο πλάσμα ούτε με βραζιλιάνικη μαϊμού», όπως έκρινε ο Νίνο Μούρα, ο δούκας της Ροζάντα ντι Ρόλε, όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Τζιοβάνι Κομίσιο. Ένα είδος alter ego του ποιητή που ξεπροβάλλει σε όλες τις ποιητικές του συλλογές. Και είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής των Συνομιλιών με τον Νίνο, που παρέμειναν θαμμένα στα χαρτιά του Τζαντζότο για πολλά χρόνια, και δημοσιεύτηκαν στη συνέχεια το 2005.

Αυτοί που πίστευαν στον έρωτα μεταξύ του Παζολίνι και της Κάλλας, όπως φαίνεται να γίνεται κατανοητό, ήταν μόνο οι κουτσομπόληδες. Αλλά όχι. Τόσο πολύ που ο Τζιουζέπε Τζιγκαῒνα, ζωγράφος αφοσιωμένος στον παραστατικό ρεαλισμό και καλός φίλος του Πιέρ Πάολο, έγραψε μια ιστορία με τίτλο «Το δαχτυλίδι». Για να εξηγήσει πώς είχε διαμορφωθεί μια τέτοια παρεξήγηση γύρω από τον σκηνοθέτη και τη Θεά.

Η αλήθεια είναι, αφηγήθηκε ο ζωγράφος, ότι ο Παζολίνι στα γυρίσματα είχε πραγματικά ερωτευτεί την απόλυτη αφοσίωση της Μαρίας στον ρόλο της Μήδειας, την απέραντη προθυμία της τραγουδίστριας να υποβληθεί σε τεράστιους κόπους για να κάνει τον χαρακτήρα της αξέχαστο. Κινδύνευσε ακόμη και να καεί με κίνδυνο να πεθάνει, όταν τα ρούχα για τη σκηνή έπιασαν φωτιά στα γυρίσματα στο Γκράντο. Και συχνά είχε λιποθυμήσει μετά από εξαντλητικές ώρες μακιγιάζ και επανάληψης των διαφόρων λήψεων.

Ο Παζολίνι εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από αυτόν τον επαγγελματισμό και την αφοσίωση στην υποκριτική που ένιωσε την επιθυμία να γράψει ένα γράμμα στη Μαρία: «Σήμερα έπιασα μια στιγμή από τη λάμψη σου και θα ήθελες να μου τα δώσεις όλα. Αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν. Κάθε μέρα μια αναλαμπή, και στο τέλος θα έχεις ολόκληρη, αδιάσπαστη λάμψη». Και πάλι: «Είσαι σαν μια πολύτιμη πέτρα που θρυμματίζεται βίαια σε χίλια θραύσματα για να ξαναφτιαχτεί από ένα υλικό πιο ανθεκτικό από αυτό της ζωής, δηλαδή το υλικό της ποίησης».

Φράσεις που μόνο διφορούμενες ερμηνείες θα μπορούσαν να υπαγορεύσουν σε όσους τις διαβάζουν με κακή πρόθεση. Στη συνέχεια όμως, όταν άρχισαν να καταφθάνουν στα γραφεία των εφημερίδων οι φωτογραφίες του Μίμο Καταρίνιτς, που απαθανάτιζαν την Κάλλας και τον Παζολίνι να φιλιούνται σαν δύο παθιασμένοι εραστές ή να κρατιούνται από το χέρι σαν ερωτευμένοι, άρχισε να διαμορφώνεται εντός και εκτός του κόσμου του κινηματογράφου η πεποίθηση ότι η Θεά είχε καταφέρει να προσηλυτίσει τον φριουλιανό ποιητή σε έναν λιγότερο σκανδαλώδη έρωτα.

Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Για να επισφραγίσει αυτή την εξαιρετική αρμονία, την οποία ο Παζολίνι δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο έντονα ούτε πριν από τη φασματικό αισθησιασμό της Συλβάνας Μάνγκανο στο Η Γη ιδωμένη από το φεγγάρι, στον Βασιλιά Οιδίποδα και στο Θεώρημα, ο σκηνοθέτης συμβούλεψε τον Ζιγκαῒνα να δώσει στην Κάλλας κάτι που θα της θυμίζει για πάντα τις μέρες της Μήδειας. Και χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία στους ενδοιασμούς του καλλιτέχνη φίλου του, αποφάσισε να αγοράσει ένα δαχτυλίδι: ένα αρχαίο χάλκινο νόμισμα τοποθετημένο σε ασήμι.

Η πρώτη που ξεγελάστηκε από το πραγματικό νόημα αυτού του δώρου ήταν η ίδια η Κάλλας. «Η Μαρία έτρεξε να μου το δείξει ανάμεσα στις λήψεις», έγραψε ο Ζιγκαῒνα. «Νομίζεις ότι σημαίνει ότι με αγαπάει;» ρώτησε με τον ενθουσιασμό ενός παιδιού. Τις προάλλες μου είπε ότι είμαι η μόνη γυναίκα που έχει αγαπήσει μετά τη μητέρα του. Είπε μάλιστα ότι αν ένιωθε έλξη για μια γυναίκα, θα την ένιωθε για μένα.» Λίγο αργότερα, ο δημοσιογράφος Τζιουζέπε Γκριέκο θα συνέχιζε να πειράζει όχι κανέναν άλλο αλλά ακόμα και τη Σουζάνα Κολούσι Παζολίνι. Με άλλα λόγια, η πιο ερωτευμένη μητέρα με τον γιο της που υπήρχε σε μια χώρα των μαμμόθρεπτων όπως η Ιταλία. Και εκείνη, χωρίς δεύτερη σκέψη, είχε μπει κατευθείαν στο ψητό: «Η Κάλλας είναι η μόνη γυναίκα που μπορεί να παντρευτεί ο γιος μου».

Λέξεις που είχαν το βάρος παπικής σφραγίδας σε αυτή την ιστορία. Τόσο πολύ που, λίγες μέρες αργότερα, το γαλλικό περιοδικό Noir et Blanc δεν δίστασε να υπερβάλει. Αποφάσισε μάλιστα να συνοδεύσει μια φωτογραφία της Μαμάς Παζολίνι και της Μαρίας, σε μια τρυφερή συνάντηση, με μια εύγλωττη λεζάντα: «Déjà, entre elles, existe une affection quasi familiale». [«Υπάρχει ήδη μια σχεδόν οικογενειακή αγάπη μεταξύ τους»].

Σε εκείνο το σημείο, οι αμφιβολίες όσων δεν θα στοιχημάτιζαν ούτε μια λίρα σε αυτή την ιστορία έμελλε να καταλήξουν στο συρτάρι. Στα εκδοτικά γραφεία, το σύνθημα των αρχισυντακτών ήταν πλέον: «Avanti tutta sull’ amore [Πρόσω ολοταχώς για τον έρωτα] Παζολίνι-Κάλλας». Χωρίς πλέον να υποχωρούν στις αμηχανίες που υπαγόρευε το γεγονός ότι ο φτωχός Πιέρ Πάολο, εκείνη την εποχή, αντί να σκέφτεται τη Μαρία, υπέφερε από την ταραγμένη ερωτική του σχέση με τον πολύ νεαρό Νινέτο Ντάβολι.

Έτσι, μέρα με τη μέρα, νέες φωτογραφίες των δύο αρραβωνιαστικών που τραβήχτηκαν σε μια παύση στο ρομαντικό τους ταξίδι στη Βενετία άρχισαν να κατακλύζουν τα δημοσιογραφικά τραπέζια. Ή σε διακοπές στο Τραγονήσι, φιλοξενούμενοι στο Αιγαιοπελαγίτικο νησί του Έλληνα δισεκατομμυριούχου Πέρι Εμπειρίκου. Ή, πάλι, σφιχταγκαλιασμένοι αλά μπρατσέτα στην Καζέρτα, να επιδεικνύουν ένα μεγάλο χαμόγελο στον παπαράτσι του περ. Oggi.

Για να νοστιμίσουν τα ρομαντικά χρονογραφήματα, υπήρχαν και τα δηλητηριώδη σχόλια όσων δεν είχαν ποτέ χωνέψει τα ασυμβίβαστα, καυστικά χτυπήματα του Παζολίνι στην καταναλωτική κοινωνία, τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τους διαπλεκόμενους που κυβερνούν την Ιταλία. Και αν το Il Borghese δεν έχει τη φαντασία να προχωρήσει πέρα από τα καυστικά σχόλια για την αθεράπευτη προτίμηση του Πιέρ Πάολο στους άντρες («Οι αληθινές γυναίκες δεν θα νικήσουν τα αγόρια του Χοιροστασίου»), άλλοι δημοσιογράφοι θα προσπαθήσουν να φέρουν σε δύσκολη θέση τον σκηνοθέτη-ποιητή κατηγορώντας τον ότι έχει μαλακώσει μπροστά στη Ντόλτσε βίτα του jet-set. Τόσο πολύ ώστε, στο Σημειώσεις για μια ομιλία δίχως νόημα που περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Trasumanar και organizzar, θα γράψει: «Το να συχνάζεις στον κόσμο των πλουσίων είναι σοβαρό σφάλμα: / ο κώδικας δεν μιλάει για τιμωρία, είναι ωστόσο έγκλημα». Και πάλι: «Ένας κομμουνιστής που σέβεται τον εαυτό του αποφεύγει ορισμένες παρέες».

Δεν ήταν μόνο ο Τζαντζότο, εκείνη την εποχή, που αμφισβητούσε την ερωτική φλυαρία που καταδίωκε τον Παζολίνι. Η Λάουρα Μπέτι, αυτοαποκαλούμενη «η μόνη γυναίκα που άξιζε να βρίσκεται στο πλευρό του Πιέρ Πάολο», σύμφωνα με τα λόγια του ξαδέλφου του Νίκο Ναλντίνι, δεν είχε καθόλου καλοδεχτεί την ιδέα ότι ο ποιητής-σκηνοθέτης θα μπορούσε να παντρευτεί την Κάλλας.

Απαντώντας στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου, η ηθοποιός, η οποία είχε υποδυθεί άθελά της τον ρόλο της υπηρέτριας Εμίλια, μέσα στην οσμή της αγροτικής ιερότητας, στο Θεώρημα, εξέφρασε όλη τη δυσπιστία της στην υπόθεση του γάμου: «Δεν θέλω να το πιστέψω, μου φαίνεται ειλικρινά μια απίστευτη προοπτική». Στη συνέχεια, ωστόσο, άφησε ένα άνοιγμα για αμφιβολίες: «Αν το θέμα γινόταν πραγματικά σοβαρό, αν συνειδητοποιούσα ότι υπήρχε αυτός ο κίνδυνος, σίγουρα δεν θα έμενα αμέτοχη και δεν θα παρακολουθούσα». Εν ολίγοις, για να το θέσουμε ευθέως, δεν θα δίσταζε να βγάλει τα νύχια της. «Για τον Πιέρ Πάολο, θα διακινδύνευα επίσης να περάσω για μια μικροαστική τίγρη στα μάτια του κόσμου.»

Και ενώ περίμενε να βρει την άκρη του νήματος, η Λάουρα Μπέτι ήρθε αντιμέτωπη με τον Ντάριο Μπελέτσα. Πραγματικά επιδεικνύοντας τα νύχια της μικρής αστής τίγρης. Οι λεπτομέρειες της σύγκρουσης περιγράφονται σε επιστολή που έστειλε ο Ρωμαίος ποιητής στις 14 Αυγούστου 1970 στον Παζολίνι. Και την ίδια μέρα επίσης στον Έντσο Σιτσιλιάνο, με ελαφρώς διαφορετική μορφή. Διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν «μόνο από ανάγκη για προσωρινό κουτσομπολιό που σου γράφω, ούτε για να διαμαρτυρηθώ για τους λόγους μου, αλλά μόνο για να σε ενημερώσω για τα γεγονότα, αφού είσαι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που με αγαπούν και τους οποίους αγαπώ».

Συζητώντας με άλλους φίλους σε ένα πλοίο με προορισμό τα νησιά Τρεμίτι, η Λάουρα Μπέτι «άρχισε να γράφει το κομμάτι της για σένα, για το σκυλάκι της Κάλλας. Εγώ, αδύναμα, της επισήμανα ότι πολλά από αυτά που πήρε από τη ζωή, τα χρωστάει σε σένα». Άμεση και βίαιη ήταν η αντίδραση της ηθοποιού, η οποία πρόσβαλε απροκάλυπτα τον Μπελέτσα: «Σκάσε αδερφή! Υπερασπίσου την κατηγορία! Τριτοκλασάτε ποιητή!». Ο καυγάς είχε εκφυλιστεί όταν εκείνος την είχε χαστουκίσει στο πρόσωπο, ενώ εκείνη είχε προσπαθήσει να πάρει στην κατοχή της τα γυαλιά του και να τα καταστρέψει...

Και πώς τα είχε καταφέρει ο Παζολίνι να μην τον καταβάλει αυτή η σκόνη; Απλά, είχε αποφύγει προσεκτικά κάθε σχόλιο. Μόνο οι πιο έμπιστοι φίλοι του, πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, θα διηγούνταν ότι χάρη στη στοργή της Μαρίας, ο Πιέρ Πάολο είχε επιβιώσει από μια περίοδο γεμάτη αγωνία και απογοητεύσεις, και όχι μόνο από τη γνώση ότι ο αγαπημένος του Νινέτο επρόκειτο να παντρευτεί.

Ο ίδιος παραδεχόταν ότι η έντονη σχέση του με την Κάλλας είχε καταφέρει να τον απομακρύνει από την ιδέα να βάλει τέλος στη ζωή του. Σε τέτοιο βαθμό που, σε μια επιστολή του, ο Παζολίνι μπόρεσε να εκφράσει το βαθύ αίσθημα ευγνωμοσύνης που ένιωθε για τη Μήδεια του. Έφτασε στο σημείο να την ορίσει ως «τη γυναίκα που αγάπησα περισσότερο μετά τη μητέρα μου».

Στη συνέχεια, σε ένα άλλο από τα πολλά γράμματά του, της έγραψε: «Αγαπητή Μαρία, απόψε, μόλις τελείωσα τη δουλειά μου, σ' εκείνο το μονοπάτι της ροζ σκόνης, ένιωσα με τις κεραίες μου μέσα σου το ίδιο πράγμα που ένιωσες με τις κεραίες σου μέσα μου χθες. Μια ελαφριά αγωνία, όχι περισσότερο από μια σκιά, αλλά ανίκητη».

Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει, λοιπόν, αν ο Παζολίνι κατάφερε να αντέξει την καταιγίδα της Κάλλας οχυρώνοντας τον εαυτό του πίσω από μια αξιοπρεπή σιωπή. Δεν έπαψε ποτέ να επαναλαμβάνει στους δημοσιογράφους: «Θεωρώ τα συναισθηματικά θέματα αυστηρά ιδιωτικά». Και πάλι: «Έχω ήδη πει ότι δεν θα απαντήσω στο ερώτημα αν θα παντρευτώ τη Μαρία Κάλλας. Αυτά τα πράγματα είναι πολύ προσωπικά». Εξάλλου, ο σκηνοθέτης και συγγραφέας γνώριζε πολύ καλά ότι «σε καλλιτεχνικό επίπεδο, ο γάμος μεταξύ της Μαρίας και εμού έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Κάναμε μια ταινία και συνειδητοποιήσαμε ότι δουλεύουμε καλά μαζί. Ίσως να κάνουμε σύντομα άλλη μία». «Αυτά τα λίγα λόγια ήταν όμως αρκετά για να βάλουν ξανά στο κυνήγι τους επαγγελματίες του κουτσομπολιού. Και αν από την Ισπανία ήρθε η συγκλονιστική είδηση (που αργότερα διαψεύστηκε) ότι ο ίδιος ο Ωνάσης θα ήταν ο παραγωγός του Παζολίνι για μια «νέα ταινία βασισμένη σε ένα θεατρικό έργο» με την Κάλλας, δεδομένου ότι ο γάμος του με τη Ζακλίν Κένεντι φαινόταν πλέον να βρίσκεται στα βράχια, το ιταλικό περιοδικό Annabella έριξε τον ενθουσιασμό. Ανακοινώνοντας ότι η Θεά δεν θα είχε ρόλο στο Δεκαήμερο, η ιστορία τελείωσε εκεί. Ή μάλλον όχι, γιατί πολλά χρόνια αργότερα, η Ντάτσια Μαραῒνι θα επιβεβαίωνε, σε συνέντευξή της στον Εουτζένιο Μουράλι της Corriere della Sera, το ερωτικό μαρτύριο που εξομολογήθηκε η Μαρία κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Αφρική: «Ήλπιζε να παντρευτεί τον Πιέρ Πάολο. Προσπάθησα να της πω ότι αυτό φαινόταν δύσκολο. Ήξερε ότι ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά πίστευε ότι μπορούσε να τον αλλάξει. Ήταν γλυκιά σε αυτό το παιδικό όνειρο. Στη ζωή ήταν ειλικρινής και αφελής».

Αλλά ήταν πράγματι αυτή, η πιο περιζήτητη σοπράνο στον κόσμο, για την οποία ο Πιέρ Πάολο θα ήταν πρόθυμος να εγκαταλείψει την προτίμησή του στους άνδρες; Διαβάζοντας ξανά την Οριάνα Φαλάτσι, φαίνεται πως όχι. Στο L’Europeo, λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του Πιέρ Πάολο στην παραλία του Υδατοδρόμιου στην Όστια στις 2 Νοεμβρίου 1975, θα έγραφε πράγματι: «Ξέρω ότι δύο φορές στη ζωή σου προσπάθησες να αγαπήσεις μια γυναίκα, μόνο και μόνο για να απογοητευτείς. Αλλά δεν πιστεύω ότι η μία από αυτές τις δύο γυναίκες ήταν η Μαρία.»

Ωστόσο, μετά από όλες αυτές τις συζητήσεις, ο ήχος των λέξεων του Παζολίνι παραμένει ανεξίτηλος. Αυτά που ο σκηνοθέτης και ποιητής εμπιστεύτηκε στη συλλογή Trasumanar και organizzar, αφιερώνοντάς την εν μέρει στη Μαρία Κάλλας. Όπου λέει:

 

Έχω μια στοργή μεγαλύτερη από κάθε αγάπη

πάνω στην οποία να εκθέσω άχρηστα συμπεράσματα.

Όλες οι εμπειρίες του έρωτα

γίνονται στην πραγματικότητα μυστηριώδεις από αυτή τη στοργή

στην οποία επαναλαμβάνονται πανομοιότυπα.

 

Στίχοι που οδηγούνται προς ένα φινάλε σπαρακτικής ομορφιάς:

 

Πιστεύω

ότι αυτή η στοργή δεν είναι παρά μια πρόφαση

για να ξέρει κανείς ότι έχει την ευκαιρία

-τη μοναδική-

να ξεφορτωθεί ανώδυνα τον εαυτό του.


 



[1] Στην αρχή του 20ου αιώνα διαφημιζόταν η «δίαιτα της ταινίας» που βασιζόταν στην κατάποση χαπιών με αυγά ενός σκουληκιού που εγκαθίσταται στο λεπτό έντερο, τρέφεται εκεί και μπορεί να φτάσει και τα 6 μέτρα μήκος!

Π.Π.ΠΑΖΟΛΙΝΙ, ΤΟ ΝΟΗΤΙΚΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ – «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ (μετφρ. Γιάννης Η.Παππάς)


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΖΑΝ ΝΤΥΦΛΟ» (1969-1975)[1]

«Στην πραγματικότητα, με το πέρασμα του χρόνου, μετά την παιδική ηλικία, η εικόνα πολλαπλασιάστηκε και μαζί με αυτήν διαφοροποιήθηκε και η απόρριψη: μετατράπηκε σε ένα δια-ιστορικό ή μετα- ιστορικό μίσος, με το οποίο με ώθησαν να ταυτίσω με την πατρική εικόνα όλα τα σύμβολα της εξουσίας και της τάξης, του φασισμού, της αστικής τάξης... τρέφω ένα ενστικτώδες, βαθύ, ακατάλυτο μίσος κατά της αστικής τάξης, της επάρκειάς της, της χυδαιότητάς της: ένα μυθικό μίσος, ή αν προτιμάτε, ένα θρησκευτικό μίσος» (Ζαν Ντυφλό, «Το όνειρο του Κενταύρου»).

Επιβιώνουμε: και είναι η σύγχυση

μιας ζωής που ξαναγεννιέται πέρα από τη λογική

 

(Πιέρ Πάολο Παζολίνι, «Προσευχή στη μητέρα μου»  από τη συλλογή Ποίηση σε σχήμα  τριαντάφυλλου,)

 

Δεν νομίζω ότι θα αποτελέσει καινοτομία ή έκπληξη για τον αναγνώστη ή τον θεατή αν τονίσω τη σημασία που λαμβάνει στο έργο σας η σχέση σας με τους γονείς. Πολύ πριν από τον Οιδίποδα Τύραννο, είχατε ήδη εκφράσει στα ποιήματά σας τα αντιφατικά συναισθήματα που δίχασαν την παιδική σας ηλικία;

 

 

Γεννήθηκα σε μια τυπική ιταλική οικογένεια αντιπροσωπευτική της ιταλικής κοινωνίας: ένα πραγματικό προϊόν διασταύρωσης. Ένα προϊόν της ένωσης της Ιταλίας.

Ο πατέρας μου κατάγονταν από μια παλιά οικογένεια ευγενών της Ρώμης, αντίθετα η μητέρα μου κατάγονταν από μια οικογένεια χωρικών του Φριούλι, που ανέβηκε σιγά σιγά τα σκαλιά της κοινωνικής ιεραρχίας, για να γίνει μια μικροαστική οικογένεια.

Από τη μεριά του παππού μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν οινοπαραγωγοί. Η μητέρα της μητέρας μου ήταν από το Πιεμόντε, πράγμα που δεν την εμπόδιζε καθόλου να έχει ισότιμες σχέσεις με τη Σικελία και την περιοχή της Ρώμης… Περίμενε, δεν τελείωσα: από τα πρώτα μου χρόνια, με έκαναν νομάδα. Πήγαινα από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, δεν είχα σταθερό σπίτι. Μέχρι τη στιγμή που γεννήθηκα στην Μπολόνια... και ο πατέρας μου μας μετέφερε στην Πάρμα. Στη συνέχεια πήγαμε στο Κονελιάνο, στο Μπελούνο, στο Σάτσιλε, στην Ίντρια, στην Κρεμόνα και σε άλλες πόλεις της βόρειας Ιταλίας... Η παιδική μου ηλικία ήταν μια μακρά σειρά από μετακινήσεις.... Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσω για τον πατέρα μου, για τις σχέσεις μου μαζί του, ακόμη και για εκείνες που είχα με τη μητέρα μου, όπως μου είναι σχεδόν αδύνατο να εξαντλήσω το θέμα της παιδικής μου ηλικίας σε αυτόν τον διάλογό μας. Από τα πρώτα κιόλας λόγια αυτής της συνομιλίας μού δηλώσατε φιλικά ότι δεν έρχεστε σε μένα ως δικαστής ή ψυχαναλυτής. Σχεδόν λυπάμαι που δεν είστε ψυχαναλυτής, γιατί, από την πλευρά μου, αισθάνομαι μεγάλη περιέργεια γι’ αυτή τη μέθοδο έρευνας και έχω διαβάσει αρκετά ώστε να αμφιβάλλω ότι μπορώ να μιλήσω για τις γονικές μου σχέσεις με ποιητικούς όρους, με απλό τρόπο ή έστω μόνο ανεκδοτολογικά. Φοβάμαι να μιμηθώ την ψυχαναλυτική γλώσσα χωρίς να έχω την αποτελεσματικότητά της....

Θα πω απλά ότι ένιωσα μεγάλη αγάπη για τη μητέρα μου. Η φυσική της «παρουσία», ο τρόπος που υπήρχε, ο τρόπος που μιλούσε, η διακριτικότητά της και η ευγένειά της υπέταξαν ολόκληρη την παιδική μου ηλικία. Παρέμεινα πεπεισμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα ότι ολόκληρη η συναισθηματική και ερωτική μου ζωή είχε καθοριστεί αποκλειστικά από αυτό το υπερβολικό πάθος, το οποίο μάλιστα θεωρούσα τερατώδη μορφή αγάπης. Τώρα μόλις, πολύ πρόσφατα, ανακάλυψα, ότι οι σχέσεις μου με τον πατέρα μου είχαν επίσης τη σημασία τους, η οποία κάθε άλλο παρά άσχετη ήταν. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για αντιπαλότητα και μίσος.

 

Από όλες τις εικόνες του πατέρα που προτείνετε και των οποίων η συμβολική ιεραρχία δεν είναι πάντα εμφανής, ποια έρχεται πιο κοντά στην προσωπική σας εμπειρία; Εκείνη του Οιδίποδα Τύραννου (η εικόνα του ευνουχιστή πατέρα); Εκείνη του Θεωρήματος (στην οποία ο αποτυχημένος πατέρας παραιτείται από τα δικαιώματά του); Εκείνη του συνένοχου πατέρα στο Όρνια και πουλάκια, ο οποίος μεταβιβάζει τις εξουσίες του στον γιο του μαζί με τις συνταγές του για τη μικροαστική ζωή; Ή η τελευταία, η εικόνα του πατέρα-γιου που βλέπει μέσα του τον μηχανισμό της υιοθέτησης του μίσους;

Όλες τους, μάλλον. Πάντα αφιέρωνα στον πατέρα μου ένα αμάλγαμα αντιφατικών συναισθημάτων. Όλα αυτά τα χρόνια, για παράδειγμα, φανταζόμουν ότι μισούσα τον πατέρα μου, ενώ στην πραγματικότητα μάλλον δεν τον μισούσα. Στην πραγματικότητα, αυτό που υπήρχε ανάμεσα στους δυο μας ήταν ένα είδος μόνιμης σύγκρουσης, στην οποία δεν αποκλείεται να είχα μπερδέψει την εχθρότητα με το μίσος... Εν ολίγοις, ενώ για τη μητέρα μου είχα μια πραγματική αγάπη, η οποία περιλάμβανε ολόκληρη την προσωπικότητά της, για τον πατέρα μου είχα μια μερική αγάπη, η οποία αφορούσε μόνο το φύλο.


   Πέρα από την «φυσιολογική» συγκρουσιακή ένταση που ενυπάρχει στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα και η οποία είναι ένα καθολικό γεγονός των σχέσεων μεταξύ γονέων και παιδιών, σε ποιες συγκεκριμένες καταστάσεις εκδηλώθηκε η εχθρότητά σας προς τον πατέρα σας;

[Πως να λες πράγματα από μνήμης και να τα επαναλαμβάνεις χίλιες φορές] Θα ήταν απαραίτητο να μιλήσω για τους λόγους της δυσαρέσκειας που διατύπωσα εναντίον του, εναντίον αυτού που, ως παιδί -με μια ακόμη σκληρή διορατικότητα- απέρριψα ως εγωιστικό, εγωκεντρικό, τυραννικό, αυταρχικό... Αφελής απόρριψη, χωρίς παραχωρήσεις... αλλά βλέπετε πως ήδη αυτή η απόρριψη δεν είναι χωρίς αμφισημία. Αυτό που απέρριψα σε εκείνον, στο βάθος, είναι πιθανό να το έντυσα στη συνέχεια με ιδεολογικούς λόγους∙ ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός καριέρας και η εθνικιστική του νοοτροπία, το ύφος του ως δεξιού ανθρώπου, του είχαν επιτρέψει να αποδεχτεί τον φασισμό, χωρίς πολλά προβλήματα συνείδησης. Ωστόσο, αυτές είναι εξηγήσεις εκ των υστέρων. Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις μεταξύ των γονέων μου ήταν δύσκολες, ίσως λόγω μιας βαθιάς ανισότητας.... Μόλις πρόσφατα συνειδητοποίησα ότι η αιτία της συμπεριφοράς  του μπορεί να βρίσκεται στο ότι υπήρχε μια δυσκολία στο να είναι με τη μητέρα μου, και τώρα που το θυμάμαι καλύτερα, μια δυσκολία στις σχέσεις, στη συνεννόηση, με οποιονδήποτε. Πρόσφατα συνειδητοποίησα ότι ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τη μητέρα μου και ότι αυτή η υπερβολική και με λειψό τρόπο εκφρασμένη αγάπη, η οποία έπαιρνε τόσο κτητικές και κυριαρχικές μορφές, απλώς δεν είχε αμοιβαιότητα. Μάρτυρας αυτής της κακής κατανόησης λίγο ή περισσότερο συνειδητά, πήρα το μέρος της μητέρας μου, όπως κάνουν φυσικά όλα τα παιδιά.

Θα σας πω κάτι που λίγο πολύ αγνοούσα μέχρι πρόσφατα. Κάτι καινούργιο, κάτι που θέτει υπό αμφισβήτηση την ιδέα που είχα σχηματίσει σχετικά με το μίσος για τον πατέρα μου. Τον τελευταίο καιρό, γράφοντας τη Μυθολογία, ένα έργο που ασχολείται, όπως το Θεώρημα  ή ο Βασιλιάς Οιδίποδας, με τις σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών (στην προκειμένη περίπτωση, με μια «ιδιαίτερη» σχέση μεταξύ ενός πατέρα και του γιου του), συνειδητοποίησα ότι όλη αυτή η συναισθηματική και ερωτική ζωή που έθεσα σε εξάρτηση από το μίσος μου θα μπορούσε κάλλιστα να εξηγηθεί, πρώτα απ’ όλα, από την αγάπη μου για τον πατέρα μου: μια αγάπη που πρέπει μάλλον να ανάγεται στα πρώτα δύο ή τρία χρόνια της ζωής μου, χωρίς να μπορώ να δώσω περισσότερες λεπτομέρειες για την περίοδο αυτή. Στη συνέχεια, ο πατέρας μου πέθανε το 1959. Είχε επιστρέψει από την Κένυα το ’46, από ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων.

 

[Προσποιούμενος φυσικότητα μιλώντας για πράγματα και εποχές για τις οποίες αηδιάζει] Θα μπορούσε κάλλιστα να ερμηνευθεί ως μια κίνηση περιφρόνησης, τουλάχιστον μια μάλλον περίπλοκη και αντιφατική κίνηση εκ μέρους μου, δεδομένου ότι δεν αγνοούσα ότι ο πατέρας μου δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τη φριουλιάνικη γλώσσα. Αντιθέτως. Αν θέλετε, η εχθρότητά του προς τα φριουλιάνικα της μητέρας μου ήταν ένας τρόπος να τη βασανίζει, νιώθοντας δυσαρεστημένος από την «παγκόσμια» κοινή γνώμη, καθώς και σύμφωνος με την περιφρόνηση της διαλέκτου που επιδείκνυαν ανοιχτά οι φασίστες εκείνη την εποχή. Οτιδήποτε προερχόταν από το περιθώριο του φασιστικού κράτους, οτιδήποτε ξέφευγε από τον έλεγχό του και αντανακλούσε μια συγκεκριμένη ζωή, συγκεκριμένες ελευθερίες, ήταν ύποπτο. Η διάλεκτος ήταν «κατώτερος» λόγος, για να χρησιμοποιήσουμε την υποτιμητική ορολογία των «στοχαστών» του εθνικοσοσιαλισμού.


   Αυτό το μίσος για τον πατέρα που προβάλλετε μέσω του μύθου στο κινηματογραφικό σας έργο, με αποκορύφωμα τον Οιδίποδα Τύραννο, βρίσκεται και στη Μυθολογία, αυτό το έργο που μόλις τελείωσα να διαβάζω, αλλά πολύ πιο θολό, πιο διφορούμενο. Το μίσος έχει γίνει διαυγές, έχει πλέον αποκτήσει τη διαφάνεια μιας έννοιας. Ο γιος και ο πατέρας γνωρίζουν το μίσος τους και το χρησιμοποιούν για να προοδεύσουν ή να επιβιώσουν.

Θα έλεγα ότι η συνειδητοποίηση του μίσους δεν εμποδίζει το μίσος να είναι σύνθετο, πολύπλοκο... Στην πραγματικότητα, με την πάροδο του χρόνου, μετά την παιδική ηλικία, η εικόνα πολλαπλασιάστηκε και μαζί της διαφοροποιήθηκε και η απόρριψη: μετατράπηκε σε ένα δια-ιστορικό ή μετα-ιστορικό μίσος, έτσι ώστε οδηγήθηκα στο να ταυτίζω με την εικόνα του πατέρα όλα τα σύμβολα της εξουσίας και της τάξης, τον φασισμό, την αστική τάξη... Έχω ένα σπλαχνικό, βαθύ, αναπόσπαστο μίσος ενάντια στην αστική τάξη, την επάρκειά της, τη χυδαιότητά της∙ ένα μυθικό μίσος, ή, αν προτιμάτε, ένα θρησκευτικό μίσος. [Το είπε: και κοκκινίζει επιθετικά].

 

Έτσι, αυτή η εξιδανίκευση πήρε φυσικά τη μορφή ποιητικής κλίσης μέσα σας.

Δύσκολα θα μπορούσα να σας πω όχι, καθώς γράφω ποίηση από τότε που άρχισα να γράφω. Πριν από αυτό, μέχρι την ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών, συνήθιζα να ζωγραφίζω πολύ. Όταν ήμουν επτά ετών (στη δεύτερη τάξη), έγραφα μικρά ποιήματα για τη φύση, τα δέντρα, τα λουλούδια, τα πουλιά∙ εξέφραζα αφελώς την αγάπη μου για τη μητέρα μου. Εξάλλου, ήταν η μητέρα μου, η οποία γράφοντας ένα ποίημα που μου αφιέρωσε αυτή, που μου αποκάλυψε τη δυνατότητα να γράφω ποίηση. Θυμάμαι ένα μικρό τετράδιο με ποιήματα που αργότερα έχασα κατά τη διάρκεια του πολέμου... και κυρίως τις εικονογραφήσεις αυτών των ποιημάτων, καθώς φιλοδοξία μου ήταν επίσης να ζωγραφίζω. Εκτός από τα γενικά θέματα που ανέφερα, δεν ξέρω πλέον τι υπήρχε σε αυτά τα ποιήματα. Δύο λέξεις... Νομίζω ότι δύο λέξεις έμειναν στο μυαλό μου, η λέξη rosignolo [αηδόνι] (μια γαλλική και «κλασικιστική» παραμόρφωση του αηδονιού) και η λέξη verzura [πρασινάδα] (ένας πολύτιμος όρος, ασυνήθιστος στον προφορικό λόγο), που είχε σκοπό να αναπαραστήσει το πράσινο της φύσης, τη βλάστηση. Έτσι, σε αντίθεση με ό,τι θα ήμουν ως άνδρας, ως παιδί ήμουν γλωσσικά επιλεκτικός και αριστοκρατικός: Πετραρχικός.

 

 Η φριουλιάνικη καταγωγή σας, από την πλευρά της μητέρας σας, αποτελεί θεμελιώδη συμβολή στη γραπτή σας ποίηση; Ποια χρήση επιφυλάσσετε σε αυτή τη διάλεκτο, ποια λειτουργία της αποδίδετε, ακριβώς, σε τόσα πολλά ποιήματά σας;

Η φριουλιάνικη δεν είναι η «γλώσσα» της μητέρας μου, και όταν λέω ότι ήταν η διάλεκτος της μητέρας μου, είναι κατά κάποιον τρόπο, για να απλοποιήσω την πραγματικότητα. Πράγματι, τρεις «γλώσσες» μιλιούνται στο Φριούλι: η παλιά φριουλιάνικη, που είναι μια ολοκληρωμένη, αυτόνομη γλώσσα, όπως τα καταλανικά ή τα βρετονικά[2]∙ η βενετσιάνικη, που μιλιέται από τους μικροαστούς∙ και η ιταλική. Ρουφούσα τη φριουλιάνικη διάλεκτο ανάμεσα στους αγρότες, αλλά ποτέ δεν τη μίλησα πραγματικά ο ίδιος. Τη μελέτησα προσεκτικά μόνο όταν άρχισα να κάνω ποιητικές απόπειρες σε αυτή τη γλώσσα. Κάτι σαν μυστικιστικό πάθος, ένα είδος φελιμπρισμού,[3] με ώθησε να αποκτήσω αυτή την παλιά αγροτική γλώσσα, όπως οι ποιητές της Προβηγκίας που έγραφαν στη διάλεκτο, σε μια χώρα όπου η ενότητα της επίσημης γλώσσας είχε καθιερωθεί προ αμνημονεύτων χρόνων. Η γεύση της αρχαϊκής έρευνας... Ήμουν δεκαεπτά χρονών. Έγραψα αυτά τα πρώτα ποιήματα του Φριούλι όταν ο ερμητισμός, του οποίου δάσκαλος ήταν ο Ουνγκαρέτι, ήταν στην μόδα. Στο περιθώριο ενός ορισμένου επαρχιακού συμβολισμού, ο Μοντάλε ήταν αφοσιωμένος στη συνέχιση ποιητών όπως ο Έλιοτ και ο Πάουντ.

Με λίγα λόγια, όλοι οι ερμητικοί ποιητές ζούσαν με την ιδέα ότι η ποιητική γλώσσα ήταν μια απόλυτη γλώσσα. Από το σημείο αυτό μέχρι τον εγκλωβισμό σε μια γλώσσα που προορίζεται για την ποίηση, αποκλειόμενη από κάθε εισβολή πεζού λόγου, χρειάζεται μόνο ένα βήμα. Πολύ αφελώς πήρα την απόφαση του να είμαι ακατανόητος, και επέλεξα τη διάλεκτο του Φριούλι για το σκοπό αυτό. Ήταν για μένα το αποκορύφωμα του ερμητισμού, της σκοτεινότητας, της άρνησης επικοινωνίας. Αντιθέτως, συνέβη αυτό που δεν περίμενα. Η συχνή χρήση αυτής της διαλέκτου μου έδωσε μια γεύση ζωής και ρεαλισμού. Μέσω της φριουλιάνικης, ανακάλυψα ότι οι απλοί άνθρωποι, μέσω της γλώσσας τους, καταλήγουν να υπάρχουν αντικειμενικά, με όλο το μυστήριο του αγροτικού χαρακτήρα. Στην αρχή, ωστόσο, είχα πολύ αισθητικό όραμα, ίδρυσα ένα είδος μικρής ακαδημίας φριουλιανών ποιητών. Με την πάροδο του χρόνου, σταδιακά θα μάθαινα να χρησιμοποιώ τη διάλεκτο ως μέσο αντικειμενικής, ρεαλιστικής έρευνας. Και αυτή η έρευνα ήταν που οδήγησε στα μυθιστορήματα του 1955 και του 1959, Τα παιδιά της ζωής και Μια βίαιη ζωή∙ στις ταινίες Ακατόνε, Μάμα Ρόμα και Όρνια και πουλάκια. Η ρωμαϊκή διάλεκτος αντικατέστησε τη φριουλιάνικη, αλλά η λειτουργία της διαλέκτου, στο επίπεδο της γραφής, άλλαξε σημαντικά από τότε.

 Στα μυθιστορήματα που αναφέρατε, η λειτουργία αυτή είναι αντίθετη από εκείνη που αναλαμβάνει ο φριουλιάνος, στο Η καλύτερη νιότη (1954) για παράδειγμα... Ο ερμητισμός και η αισθητική δεν αποτελούν πλέον λογοτεχνικούς στόχους... Η διάλεκτος γίνεται το μέσο για την εφαρμογή του ελεύθερου έμμεσου λόγου, μέσω του οποίου βιώνεται ρεαλιστικά η ζωή των χαρακτήρων που ανήκουν σε μια άλλη κοινωνική τάξη.

Η μόνιμη χρήση της διαλέκτου θα μπορούσε να σας κάνει λαϊκιστή συγγραφέα ή ποιητή ενός από εκείνα τα θαύματα που διατηρούνται μέσα στις γλωσσικές μειονότητες. Αντ’ αυτού, περάσατε από τη φριουλιάνικη διάλεκτο σε άλλες διαλέκτους όπως η «ρωμαϊκή», από την ποιητική γλώσσα στη μυθιστορηματική γλώσσα, από τη γραπτή ποίηση στην «κινηματογραφική» ποίηση, χωρίς να ανησυχείτε πολύ για τον εκλεκτικισμό που θα μπορούσε να σας καταλογιστεί, ή ακόμη και για τον πραγματικό κίνδυνο που αντιπροσώπευε μια τέτοια μετάλλαξη.

Έχω πει πολλές φορές ότι το πέρασμα από τη λογοτεχνία στον κινηματογράφο, για παράδειγμα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αλλαγή στην τεχνική. Σταδιακά, ωστόσο, άρχισα να διαφοροποιώ τις λογοτεχνικές από τις κινηματογραφικές τεχνικές. Η λογοτεχνική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να γράψει ένα ποίημα ή ένα μυθιστόρημα ή ένα δοκίμιο αποτελεί ένα συμβατικό συμβολικό σύστημα: επιπλέον, κάθε γραπτή ή προφορική γλώσσα ορίζεται από μια σειρά ιστορικών, γεωπολιτικών ή, αν προτιμάτε, εθνικών (περιφερειακών) ορίων... Ο κινηματογράφος, από την άλλη πλευρά, είναι ένα σύστημα μη συμβολικών σημείων, ζωντανών σημείων, σημείων-αντικειμένων... Η κινηματογραφική γλώσσα δεν εκφράζει επομένως την πραγματικότητα μέσω μιας σειράς γλωσσικών συμβόλων, αλλά μέσω της ίδιας της πραγματικότητας. Δεν είναι μια εθνική ή περιφερειακή γλώσσα, αλλά μια διεθνής γλώσσα... Θα επιστρέψουμε, αν θέλετε, στην τεχνική πτυχή της γλώσσας του κινηματογράφου. Μου ζητάτε, άλλωστε, να εξηγήσω ή να δικαιολογήσω μια επιλογή... Πιστεύω ότι υπάρχουν αρκετοί σοβαροί λόγοι γι’ αυτή την κίνηση. Πρώτον, όμως, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι δεν εγκαταλείπω ούτε τη γραπτή ποίηση ούτε τη λογοτεχνική έκφραση.

Ας δούμε τώρα τους λόγους για αυτή την αλλαγή στη γλώσσα ή μάλλον στην έκφραση. Νομίζω ότι μπορώ τώρα να πω ότι η συγγραφή ποιημάτων ή μυθιστορημάτων ήταν για μένα το μέσο έκφρασης της απόρριψης μιας συγκεκριμένης ιταλικής ή προσωπικής πραγματικότητας σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ύπαρξής μου. Αλλά αυτές οι ποιητικές ή μυθιστορηματικές διαμεσολαβήσεις έβαζαν ένα είδος συμβολικού τείχους ανάμεσα στη ζωή και σε μένα, ένα παραβάν από λέξεις... Και εκεί βρίσκεται ίσως η αληθινή τραγωδία κάθε ποιητή, να μην φτάνει στον κόσμο παρά μόνο μεταφορικά, σύμφωνα με τους κανόνες μιας μαγείας που είναι τελικά περιορισμένη στον τρόπο που καταλαμβάνει τον κόσμο. Ήδη η διάλεκτος ήταν για μένα το μέσο μιας πιο φυσικής προσέγγισης της αγροτιάς, της γης, και στα «ρωμαϊκά» μυθιστορήματα η λαϊκή διάλεκτος μου προσέφερε την ίδια συγκεκριμένη, και κατά κάποιο τρόπο υλική, προσέγγιση. Τώρα, ανακάλυψα πολύ νωρίς ότι η κινηματογραφική έκφραση μου προσέφερε, χάρη στην αναλογία της σε σημειολογικό επίπεδο (πάντα ονειρευόμουν μια ιδέα αγαπητή σε διάφορους γλωσσολόγους, δηλαδή μια ολική σημειολογία της πραγματικότητας) με την ίδια την πραγματικότητα, τη δυνατότητα να προσεγγίσω πληρέστερα τη ζωή. Να την κατακτήσω, να την βιώσω αναδημιουργώντας την. Ο κινηματογράφος μου επιτρέπει να διατηρήσω την επαφή με την πραγματικότητα, μια φυσική, σαρκική, θα έλεγα ακόμη και αισθησιακή επαφή.



[1] Π.Π.Παζολίνι Δοκίμια για την πολιτική και την κοινωνία, Mondadori, Μιλάνο 1999. 

[2] Η βρετονική γλώσσα είναι μια κελτική γλώσσα, η οποία ομιλείται από 206.000 άτομα στην Βρετάνη, περιοχή της Γαλλίας. Ανήκει στην κελτική ομάδα της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών. (Σ.τ.Μ.)

[3] Τοπικιστικό κίνημα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα που εξυμνούσε τη λογοτεχνική αξιοπρέπεια της σύγχρονης γλώσσας της Προβηγκίας, την οποία οι félibres  επανέφεραν στην ευπρέπεια και την ομορφιά της αρχαιότητας με τα έργα τέχνης τους. (Σ.τ.Μ.)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...