Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

ΑΛΕΣΑΝΤΡΟ ΜΕΤΖΕΝΑ ΛΟΝΑ ΚΑΛΛΑΣ ΚΑΙ ΠΑΖΟΛΙΝI: ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ (μτφρ. Γιάννης Η. Παππάς)


«Κύριε Παζολίνι, είναι αλήθεια ότι πρόκειται να παντρευτείτε την Κάλλας;». Δεν φάνηκε αληθινό στους επαγγελματίες του κουτσομπολιού: για μια φορά τους επιτράπηκε να σκαλίσουν τις υποθέσεις του ασύλληπτου Πιέρ Πάολο. Γιατί επιτέλους είχε παρουσιαστεί μια καλή ευκαιρία να γκρεμιστεί, με τα κουτσομπολιά της ταβέρνας, ο συγγραφέας, ο ποιητής, ο σκηνοθέτης που είχε τη λιγότερη διάθεση να επιδοθεί στη ρουλέτα της συκοφαντίας. Τον άνθρωπο που αδιαφορούσε για τις κακόβουλες φήμες που ρίχνονταν πίσω από την πλάτη του. Ο διανοούμενος που ένιωθε αποκλεισμένος από την πραγματικότητα της εποχής του. Και ακριβώς γι’ αυτό, δεν σταμάτησε ποτέ να την ερευνά, να την ξεσκεπάζει, με μια ακόρεστη πείνα για γνώση και απομυθοποίηση.

Η ευκαιρία αυτή είχε έρθει, σαν ένα απρόσμενο δώρο στους επαγγελματίες της συκοφαντίας, τον Νοέμβριο του 1968. Όταν ο ΠΠΠ είχε καταπλήξει τους πάντες αποδεχόμενος την πρόταση του παραγωγού Φράνκο Ροσελίνι: η σοπράνο Μαρία Κάλλας θα ήταν η Μήδειά του στο κινηματογραφικό σχέδιο που θα βασιζόταν στην τραγωδία του Ευριπίδη (μετά τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή).

Η έκπληξη των δημοσιογράφων δεν υπαγορεύτηκε μόνο από το γεγονός ότι η Κάλλας πάντα απέρριπτε τις κινηματογραφικές προτάσεις. Αλλά, κυρίως, από τη βεβαιότητα ότι η εξαιρετική φωνή της όπερας περνούσε μια πολύ περίπλοκη φάση στη ζωή της. Από τότε που ο πλούσιος Έλληνας εφοπλιστής Αριστοτέλης Ωνάσης είχε αποφασίσει να την εγκαταλείψει με συνοπτικές διαδικασίες μετά από εννέα χρόνια συμβίωσης. Για να παντρευτεί την πιο περιζήτητη γυναίκα στην Αμερική: τη Ζακλίν Μπουβιέ, χήρα του Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι.

Αν αυτό δεν ήταν αρκετό, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι πιο έγκριτοι ειδικοί του μπελ κάντο είχαν αποφασίσει το επικείμενο τέλος της καριέρας της Μαρίας Κάλλας. Ειδικά μετά τις ξαφνικές κρίσεις αφωνίας και τις εμφανείς φωνητικές βλάβες που είχαν συνοδεύσει κάποιες από τις παραστάσεις της Θεάς. Ίσως και εξαιτίας ενός δραστικού προγράμματος απώλειας βάρους, που την είχε κάνει να χάσει πάνω από τριάντα κιλά (ο θρύλος λέει ότι η κατάποση χαπιών με αυγά ενός σκουληκιού[1] ήταν επίσης μέρος της παράξενης δίαιτας), προσδίδοντάς της μια χάρη στη σκηνή που μέχρι τότε ήταν αδιανόητη. Αλλά αφαιρώντας από τη φωνητική της προέκταση εκείνη τη δύναμη και το χρώμα που ακόμη και οι πιο σφοδροί επικριτές της ήταν υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουν

Ο Παζολίνι, εν ολίγοις, την είχε επιλέξει σε μια μάλλον περίπλοκη περίοδο. Και δεν είχε προσβληθεί όταν κάποιος του είχε πει για τα όχι και τόσο κολακευτικά σχόλια της Θεάς για την αινιγματική ταινία το Θεώρημα: «Έφυγε στα μισά της προβολής, σκανδαλισμένη», ψιθύριζαν οι καλά πληροφορημένοι.

Η Μαρία Κάλλας, λοιπόν, δεν είχε κρύψει ποτέ τις ιδέες της. Υπενθύμιζε στους δημοσιογράφους, για παράδειγμα, ότι το 1965 είχε ήδη φλερτάρει για να υποδυθεί τη Μήδεια σε μια ταινία του Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ. Ωστόσο, είχε πει με συνοπτικές διαδικασίες όχι στον Δανό δάσκαλο των ταινιών Τα πάθη της Ιωάννας της Λωραίνης, Βαμπίρ και Μέρες οργής.

Θα έλεγε κανείς, λοιπόν, ότι ο Παζολίνι την είχε κερδίσει επειδή δεν είχε ποτέ βρεθεί σε πορεία σύγκρουσης μαζί της. Ούτε καν όταν η Θεά είχε αποδειχθεί μαχητικός τύπος, ομολογώντας με αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια: «Την πρώτη φορά που μίλησα στον Πιέρ Πάολο, δεν με έπεισε. Επιτέθηκα στους διανοούμενους που είναι πολύ δύσκολοι και αφαιρούν την αλήθεια από τα πράγματα, στέκονται με τη μύτη χωμένη στα βιβλία και δεν βλέπουν τη ζωή».

Και ο Παζολίνι; Δεν δυσανασχέτησε με αυτά τα λόγια. Αντιθέτως, σε μια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον συγγραφέα Ζαν Ντυφλό, είχε εκμυστηρευτεί ότι είχε βρεθεί, για πρώτη φορά, να σκέφτεται μια ταινία, να γράφει το σενάριο, γνωρίζοντας από την αρχή ότι η Μήδεια θα ήταν αυτή: η Μαρία Κάλλας. Διότι αυτή «προερχόταν από έναν κόσμο αγροτικό, ελληνικό, γεωργικό, και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε για έναν αστικό πολιτισμό».

Έβλεπε σε αυτή τη γυναίκα, εν ολίγοις, την τέλεια καλλιτέχνιδα για να υποδυθεί τον ρόλο της εγγονής του Ήλιου, της μάγισσας που καταγόταν από την Κίρκη (ή, σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, από την πανίσχυρη Εκάτη). Της καταραμένης μορφής που θα σκότωνε τον αδελφό της για την αγάπη, που θα πρόδιδε το λαό της για να παραδώσει το Χρυσόμαλλο Δέρας στους Έλληνες. Και που θα καταλήξει επίσης να σκοτώσει τα παιδιά της, παίρνοντας εκδίκηση από τον άπιστο σύζυγό της Ιάσωνα. Γιατί αυτός ο άντρας ήταν το ίδιο το σύμβολο ενός λαού που είχε χάσει ανεπιστρεπτί τον ομφαλό του: το κέντρο βάρους που επιτρέπει σε κάποιον να είναι ταυτόχρονα άνθρωπος και θεός.»

 

[…]

 

Στο ξέφρενο κυνήγι των ειδήσεων συμμετείχαν και σοβαρά ιταλικά και ευρωπαϊκά περιοδικά.

Ακόμα και ένας ποιητής τόσο ντροπαλός και εντελώς αμέτοχος στο πανηγύρι της φλυαρίας όπως ο Αντρέα Τζαντζότο, από το Πιέβε ντι Σόλιγκο του Βένετο, σε επιστολή που απηύθυνε στον Παζολίνι τον Οκτώβριο του 1969, συνέταξε ένα είδος παιχνιδιάρικου ποιήματος που άρχιζε «έχω ακούσει φήμες για έναν γάμο σου». Και συνέχισε με μια σειρά από σκωπτικές συμβουλές για το γιατί δεν πρέπει να το κάνει «ούτε με άντρα ούτε με γυναίκα, ούτε με υπεράνθρωπο πλάσμα ούτε με βραζιλιάνικη μαϊμού», όπως έκρινε ο Νίνο Μούρα, ο δούκας της Ροζάντα ντι Ρόλε, όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Τζιοβάνι Κομίσιο. Ένα είδος alter ego του ποιητή που ξεπροβάλλει σε όλες τις ποιητικές του συλλογές. Και είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής των Συνομιλιών με τον Νίνο, που παρέμειναν θαμμένα στα χαρτιά του Τζαντζότο για πολλά χρόνια, και δημοσιεύτηκαν στη συνέχεια το 2005.

Αυτοί που πίστευαν στον έρωτα μεταξύ του Παζολίνι και της Κάλλας, όπως φαίνεται να γίνεται κατανοητό, ήταν μόνο οι κουτσομπόληδες. Αλλά όχι. Τόσο πολύ που ο Τζιουζέπε Τζιγκαῒνα, ζωγράφος αφοσιωμένος στον παραστατικό ρεαλισμό και καλός φίλος του Πιέρ Πάολο, έγραψε μια ιστορία με τίτλο «Το δαχτυλίδι». Για να εξηγήσει πώς είχε διαμορφωθεί μια τέτοια παρεξήγηση γύρω από τον σκηνοθέτη και τη Θεά.

Η αλήθεια είναι, αφηγήθηκε ο ζωγράφος, ότι ο Παζολίνι στα γυρίσματα είχε πραγματικά ερωτευτεί την απόλυτη αφοσίωση της Μαρίας στον ρόλο της Μήδειας, την απέραντη προθυμία της τραγουδίστριας να υποβληθεί σε τεράστιους κόπους για να κάνει τον χαρακτήρα της αξέχαστο. Κινδύνευσε ακόμη και να καεί με κίνδυνο να πεθάνει, όταν τα ρούχα για τη σκηνή έπιασαν φωτιά στα γυρίσματα στο Γκράντο. Και συχνά είχε λιποθυμήσει μετά από εξαντλητικές ώρες μακιγιάζ και επανάληψης των διαφόρων λήψεων.

Ο Παζολίνι εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από αυτόν τον επαγγελματισμό και την αφοσίωση στην υποκριτική που ένιωσε την επιθυμία να γράψει ένα γράμμα στη Μαρία: «Σήμερα έπιασα μια στιγμή από τη λάμψη σου και θα ήθελες να μου τα δώσεις όλα. Αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν. Κάθε μέρα μια αναλαμπή, και στο τέλος θα έχεις ολόκληρη, αδιάσπαστη λάμψη». Και πάλι: «Είσαι σαν μια πολύτιμη πέτρα που θρυμματίζεται βίαια σε χίλια θραύσματα για να ξαναφτιαχτεί από ένα υλικό πιο ανθεκτικό από αυτό της ζωής, δηλαδή το υλικό της ποίησης».

Φράσεις που μόνο διφορούμενες ερμηνείες θα μπορούσαν να υπαγορεύσουν σε όσους τις διαβάζουν με κακή πρόθεση. Στη συνέχεια όμως, όταν άρχισαν να καταφθάνουν στα γραφεία των εφημερίδων οι φωτογραφίες του Μίμο Καταρίνιτς, που απαθανάτιζαν την Κάλλας και τον Παζολίνι να φιλιούνται σαν δύο παθιασμένοι εραστές ή να κρατιούνται από το χέρι σαν ερωτευμένοι, άρχισε να διαμορφώνεται εντός και εκτός του κόσμου του κινηματογράφου η πεποίθηση ότι η Θεά είχε καταφέρει να προσηλυτίσει τον φριουλιανό ποιητή σε έναν λιγότερο σκανδαλώδη έρωτα.

Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Για να επισφραγίσει αυτή την εξαιρετική αρμονία, την οποία ο Παζολίνι δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο έντονα ούτε πριν από τη φασματικό αισθησιασμό της Συλβάνας Μάνγκανο στο Η Γη ιδωμένη από το φεγγάρι, στον Βασιλιά Οιδίποδα και στο Θεώρημα, ο σκηνοθέτης συμβούλεψε τον Ζιγκαῒνα να δώσει στην Κάλλας κάτι που θα της θυμίζει για πάντα τις μέρες της Μήδειας. Και χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία στους ενδοιασμούς του καλλιτέχνη φίλου του, αποφάσισε να αγοράσει ένα δαχτυλίδι: ένα αρχαίο χάλκινο νόμισμα τοποθετημένο σε ασήμι.

Η πρώτη που ξεγελάστηκε από το πραγματικό νόημα αυτού του δώρου ήταν η ίδια η Κάλλας. «Η Μαρία έτρεξε να μου το δείξει ανάμεσα στις λήψεις», έγραψε ο Ζιγκαῒνα. «Νομίζεις ότι σημαίνει ότι με αγαπάει;» ρώτησε με τον ενθουσιασμό ενός παιδιού. Τις προάλλες μου είπε ότι είμαι η μόνη γυναίκα που έχει αγαπήσει μετά τη μητέρα του. Είπε μάλιστα ότι αν ένιωθε έλξη για μια γυναίκα, θα την ένιωθε για μένα.» Λίγο αργότερα, ο δημοσιογράφος Τζιουζέπε Γκριέκο θα συνέχιζε να πειράζει όχι κανέναν άλλο αλλά ακόμα και τη Σουζάνα Κολούσι Παζολίνι. Με άλλα λόγια, η πιο ερωτευμένη μητέρα με τον γιο της που υπήρχε σε μια χώρα των μαμμόθρεπτων όπως η Ιταλία. Και εκείνη, χωρίς δεύτερη σκέψη, είχε μπει κατευθείαν στο ψητό: «Η Κάλλας είναι η μόνη γυναίκα που μπορεί να παντρευτεί ο γιος μου».

Λέξεις που είχαν το βάρος παπικής σφραγίδας σε αυτή την ιστορία. Τόσο πολύ που, λίγες μέρες αργότερα, το γαλλικό περιοδικό Noir et Blanc δεν δίστασε να υπερβάλει. Αποφάσισε μάλιστα να συνοδεύσει μια φωτογραφία της Μαμάς Παζολίνι και της Μαρίας, σε μια τρυφερή συνάντηση, με μια εύγλωττη λεζάντα: «Déjà, entre elles, existe une affection quasi familiale». [«Υπάρχει ήδη μια σχεδόν οικογενειακή αγάπη μεταξύ τους»].

Σε εκείνο το σημείο, οι αμφιβολίες όσων δεν θα στοιχημάτιζαν ούτε μια λίρα σε αυτή την ιστορία έμελλε να καταλήξουν στο συρτάρι. Στα εκδοτικά γραφεία, το σύνθημα των αρχισυντακτών ήταν πλέον: «Avanti tutta sull’ amore [Πρόσω ολοταχώς για τον έρωτα] Παζολίνι-Κάλλας». Χωρίς πλέον να υποχωρούν στις αμηχανίες που υπαγόρευε το γεγονός ότι ο φτωχός Πιέρ Πάολο, εκείνη την εποχή, αντί να σκέφτεται τη Μαρία, υπέφερε από την ταραγμένη ερωτική του σχέση με τον πολύ νεαρό Νινέτο Ντάβολι.

Έτσι, μέρα με τη μέρα, νέες φωτογραφίες των δύο αρραβωνιαστικών που τραβήχτηκαν σε μια παύση στο ρομαντικό τους ταξίδι στη Βενετία άρχισαν να κατακλύζουν τα δημοσιογραφικά τραπέζια. Ή σε διακοπές στο Τραγονήσι, φιλοξενούμενοι στο Αιγαιοπελαγίτικο νησί του Έλληνα δισεκατομμυριούχου Πέρι Εμπειρίκου. Ή, πάλι, σφιχταγκαλιασμένοι αλά μπρατσέτα στην Καζέρτα, να επιδεικνύουν ένα μεγάλο χαμόγελο στον παπαράτσι του περ. Oggi.

Για να νοστιμίσουν τα ρομαντικά χρονογραφήματα, υπήρχαν και τα δηλητηριώδη σχόλια όσων δεν είχαν ποτέ χωνέψει τα ασυμβίβαστα, καυστικά χτυπήματα του Παζολίνι στην καταναλωτική κοινωνία, τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τους διαπλεκόμενους που κυβερνούν την Ιταλία. Και αν το Il Borghese δεν έχει τη φαντασία να προχωρήσει πέρα από τα καυστικά σχόλια για την αθεράπευτη προτίμηση του Πιέρ Πάολο στους άντρες («Οι αληθινές γυναίκες δεν θα νικήσουν τα αγόρια του Χοιροστασίου»), άλλοι δημοσιογράφοι θα προσπαθήσουν να φέρουν σε δύσκολη θέση τον σκηνοθέτη-ποιητή κατηγορώντας τον ότι έχει μαλακώσει μπροστά στη Ντόλτσε βίτα του jet-set. Τόσο πολύ ώστε, στο Σημειώσεις για μια ομιλία δίχως νόημα που περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Trasumanar και organizzar, θα γράψει: «Το να συχνάζεις στον κόσμο των πλουσίων είναι σοβαρό σφάλμα: / ο κώδικας δεν μιλάει για τιμωρία, είναι ωστόσο έγκλημα». Και πάλι: «Ένας κομμουνιστής που σέβεται τον εαυτό του αποφεύγει ορισμένες παρέες».

Δεν ήταν μόνο ο Τζαντζότο, εκείνη την εποχή, που αμφισβητούσε την ερωτική φλυαρία που καταδίωκε τον Παζολίνι. Η Λάουρα Μπέτι, αυτοαποκαλούμενη «η μόνη γυναίκα που άξιζε να βρίσκεται στο πλευρό του Πιέρ Πάολο», σύμφωνα με τα λόγια του ξαδέλφου του Νίκο Ναλντίνι, δεν είχε καθόλου καλοδεχτεί την ιδέα ότι ο ποιητής-σκηνοθέτης θα μπορούσε να παντρευτεί την Κάλλας.

Απαντώντας στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου, η ηθοποιός, η οποία είχε υποδυθεί άθελά της τον ρόλο της υπηρέτριας Εμίλια, μέσα στην οσμή της αγροτικής ιερότητας, στο Θεώρημα, εξέφρασε όλη τη δυσπιστία της στην υπόθεση του γάμου: «Δεν θέλω να το πιστέψω, μου φαίνεται ειλικρινά μια απίστευτη προοπτική». Στη συνέχεια, ωστόσο, άφησε ένα άνοιγμα για αμφιβολίες: «Αν το θέμα γινόταν πραγματικά σοβαρό, αν συνειδητοποιούσα ότι υπήρχε αυτός ο κίνδυνος, σίγουρα δεν θα έμενα αμέτοχη και δεν θα παρακολουθούσα». Εν ολίγοις, για να το θέσουμε ευθέως, δεν θα δίσταζε να βγάλει τα νύχια της. «Για τον Πιέρ Πάολο, θα διακινδύνευα επίσης να περάσω για μια μικροαστική τίγρη στα μάτια του κόσμου.»

Και ενώ περίμενε να βρει την άκρη του νήματος, η Λάουρα Μπέτι ήρθε αντιμέτωπη με τον Ντάριο Μπελέτσα. Πραγματικά επιδεικνύοντας τα νύχια της μικρής αστής τίγρης. Οι λεπτομέρειες της σύγκρουσης περιγράφονται σε επιστολή που έστειλε ο Ρωμαίος ποιητής στις 14 Αυγούστου 1970 στον Παζολίνι. Και την ίδια μέρα επίσης στον Έντσο Σιτσιλιάνο, με ελαφρώς διαφορετική μορφή. Διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν «μόνο από ανάγκη για προσωρινό κουτσομπολιό που σου γράφω, ούτε για να διαμαρτυρηθώ για τους λόγους μου, αλλά μόνο για να σε ενημερώσω για τα γεγονότα, αφού είσαι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που με αγαπούν και τους οποίους αγαπώ».

Συζητώντας με άλλους φίλους σε ένα πλοίο με προορισμό τα νησιά Τρεμίτι, η Λάουρα Μπέτι «άρχισε να γράφει το κομμάτι της για σένα, για το σκυλάκι της Κάλλας. Εγώ, αδύναμα, της επισήμανα ότι πολλά από αυτά που πήρε από τη ζωή, τα χρωστάει σε σένα». Άμεση και βίαιη ήταν η αντίδραση της ηθοποιού, η οποία πρόσβαλε απροκάλυπτα τον Μπελέτσα: «Σκάσε αδερφή! Υπερασπίσου την κατηγορία! Τριτοκλασάτε ποιητή!». Ο καυγάς είχε εκφυλιστεί όταν εκείνος την είχε χαστουκίσει στο πρόσωπο, ενώ εκείνη είχε προσπαθήσει να πάρει στην κατοχή της τα γυαλιά του και να τα καταστρέψει...

Και πώς τα είχε καταφέρει ο Παζολίνι να μην τον καταβάλει αυτή η σκόνη; Απλά, είχε αποφύγει προσεκτικά κάθε σχόλιο. Μόνο οι πιο έμπιστοι φίλοι του, πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, θα διηγούνταν ότι χάρη στη στοργή της Μαρίας, ο Πιέρ Πάολο είχε επιβιώσει από μια περίοδο γεμάτη αγωνία και απογοητεύσεις, και όχι μόνο από τη γνώση ότι ο αγαπημένος του Νινέτο επρόκειτο να παντρευτεί.

Ο ίδιος παραδεχόταν ότι η έντονη σχέση του με την Κάλλας είχε καταφέρει να τον απομακρύνει από την ιδέα να βάλει τέλος στη ζωή του. Σε τέτοιο βαθμό που, σε μια επιστολή του, ο Παζολίνι μπόρεσε να εκφράσει το βαθύ αίσθημα ευγνωμοσύνης που ένιωθε για τη Μήδεια του. Έφτασε στο σημείο να την ορίσει ως «τη γυναίκα που αγάπησα περισσότερο μετά τη μητέρα μου».

Στη συνέχεια, σε ένα άλλο από τα πολλά γράμματά του, της έγραψε: «Αγαπητή Μαρία, απόψε, μόλις τελείωσα τη δουλειά μου, σ' εκείνο το μονοπάτι της ροζ σκόνης, ένιωσα με τις κεραίες μου μέσα σου το ίδιο πράγμα που ένιωσες με τις κεραίες σου μέσα μου χθες. Μια ελαφριά αγωνία, όχι περισσότερο από μια σκιά, αλλά ανίκητη».

Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει, λοιπόν, αν ο Παζολίνι κατάφερε να αντέξει την καταιγίδα της Κάλλας οχυρώνοντας τον εαυτό του πίσω από μια αξιοπρεπή σιωπή. Δεν έπαψε ποτέ να επαναλαμβάνει στους δημοσιογράφους: «Θεωρώ τα συναισθηματικά θέματα αυστηρά ιδιωτικά». Και πάλι: «Έχω ήδη πει ότι δεν θα απαντήσω στο ερώτημα αν θα παντρευτώ τη Μαρία Κάλλας. Αυτά τα πράγματα είναι πολύ προσωπικά». Εξάλλου, ο σκηνοθέτης και συγγραφέας γνώριζε πολύ καλά ότι «σε καλλιτεχνικό επίπεδο, ο γάμος μεταξύ της Μαρίας και εμού έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Κάναμε μια ταινία και συνειδητοποιήσαμε ότι δουλεύουμε καλά μαζί. Ίσως να κάνουμε σύντομα άλλη μία». «Αυτά τα λίγα λόγια ήταν όμως αρκετά για να βάλουν ξανά στο κυνήγι τους επαγγελματίες του κουτσομπολιού. Και αν από την Ισπανία ήρθε η συγκλονιστική είδηση (που αργότερα διαψεύστηκε) ότι ο ίδιος ο Ωνάσης θα ήταν ο παραγωγός του Παζολίνι για μια «νέα ταινία βασισμένη σε ένα θεατρικό έργο» με την Κάλλας, δεδομένου ότι ο γάμος του με τη Ζακλίν Κένεντι φαινόταν πλέον να βρίσκεται στα βράχια, το ιταλικό περιοδικό Annabella έριξε τον ενθουσιασμό. Ανακοινώνοντας ότι η Θεά δεν θα είχε ρόλο στο Δεκαήμερο, η ιστορία τελείωσε εκεί. Ή μάλλον όχι, γιατί πολλά χρόνια αργότερα, η Ντάτσια Μαραῒνι θα επιβεβαίωνε, σε συνέντευξή της στον Εουτζένιο Μουράλι της Corriere della Sera, το ερωτικό μαρτύριο που εξομολογήθηκε η Μαρία κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Αφρική: «Ήλπιζε να παντρευτεί τον Πιέρ Πάολο. Προσπάθησα να της πω ότι αυτό φαινόταν δύσκολο. Ήξερε ότι ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά πίστευε ότι μπορούσε να τον αλλάξει. Ήταν γλυκιά σε αυτό το παιδικό όνειρο. Στη ζωή ήταν ειλικρινής και αφελής».

Αλλά ήταν πράγματι αυτή, η πιο περιζήτητη σοπράνο στον κόσμο, για την οποία ο Πιέρ Πάολο θα ήταν πρόθυμος να εγκαταλείψει την προτίμησή του στους άνδρες; Διαβάζοντας ξανά την Οριάνα Φαλάτσι, φαίνεται πως όχι. Στο L’Europeo, λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του Πιέρ Πάολο στην παραλία του Υδατοδρόμιου στην Όστια στις 2 Νοεμβρίου 1975, θα έγραφε πράγματι: «Ξέρω ότι δύο φορές στη ζωή σου προσπάθησες να αγαπήσεις μια γυναίκα, μόνο και μόνο για να απογοητευτείς. Αλλά δεν πιστεύω ότι η μία από αυτές τις δύο γυναίκες ήταν η Μαρία.»

Ωστόσο, μετά από όλες αυτές τις συζητήσεις, ο ήχος των λέξεων του Παζολίνι παραμένει ανεξίτηλος. Αυτά που ο σκηνοθέτης και ποιητής εμπιστεύτηκε στη συλλογή Trasumanar και organizzar, αφιερώνοντάς την εν μέρει στη Μαρία Κάλλας. Όπου λέει:

 

Έχω μια στοργή μεγαλύτερη από κάθε αγάπη

πάνω στην οποία να εκθέσω άχρηστα συμπεράσματα.

Όλες οι εμπειρίες του έρωτα

γίνονται στην πραγματικότητα μυστηριώδεις από αυτή τη στοργή

στην οποία επαναλαμβάνονται πανομοιότυπα.

 

Στίχοι που οδηγούνται προς ένα φινάλε σπαρακτικής ομορφιάς:

 

Πιστεύω

ότι αυτή η στοργή δεν είναι παρά μια πρόφαση

για να ξέρει κανείς ότι έχει την ευκαιρία

-τη μοναδική-

να ξεφορτωθεί ανώδυνα τον εαυτό του.


 



[1] Στην αρχή του 20ου αιώνα διαφημιζόταν η «δίαιτα της ταινίας» που βασιζόταν στην κατάποση χαπιών με αυγά ενός σκουληκιού που εγκαθίσταται στο λεπτό έντερο, τρέφεται εκεί και μπορεί να φτάσει και τα 6 μέτρα μήκος!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...