ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΖΑΝ ΝΤΥΦΛΟ» (1969-1975)[1]
«Στην πραγματικότητα, με το πέρασμα του χρόνου,
μετά την παιδική ηλικία, η εικόνα πολλαπλασιάστηκε και μαζί με αυτήν
διαφοροποιήθηκε και η απόρριψη: μετατράπηκε σε ένα δια-ιστορικό ή μετα-
ιστορικό μίσος, με το οποίο με ώθησαν να ταυτίσω με την πατρική εικόνα όλα τα
σύμβολα της εξουσίας και της τάξης, του φασισμού, της αστικής τάξης... τρέφω
ένα ενστικτώδες, βαθύ, ακατάλυτο μίσος κατά της αστικής τάξης, της επάρκειάς
της, της χυδαιότητάς της: ένα μυθικό μίσος, ή αν προτιμάτε, ένα θρησκευτικό
μίσος» (Ζαν Ντυφλό, «Το όνειρο του Κενταύρου»).
Επιβιώνουμε: και είναι η σύγχυση
μιας ζωής που ξαναγεννιέται πέρα από τη λογική
(Πιέρ Πάολο Παζολίνι, «Προσευχή στη μητέρα
μου» από τη συλλογή Ποίηση σε
σχήμα τριαντάφυλλου,)
Δεν νομίζω ότι
θα αποτελέσει καινοτομία ή έκπληξη για τον αναγνώστη ή τον θεατή αν τονίσω τη
σημασία που λαμβάνει στο έργο σας η σχέση σας με τους γονείς. Πολύ
πριν από τον Οιδίποδα Τύραννο, είχατε ήδη εκφράσει στα ποιήματά σας τα
αντιφατικά συναισθήματα που δίχασαν την παιδική σας ηλικία;
Γεννήθηκα
σε μια τυπική ιταλική οικογένεια αντιπροσωπευτική της ιταλικής κοινωνίας: ένα
πραγματικό προϊόν διασταύρωσης. Ένα προϊόν της ένωσης της Ιταλίας.
Ο
πατέρας μου κατάγονταν από μια παλιά οικογένεια ευγενών της Ρώμης, αντίθετα η
μητέρα μου κατάγονταν από μια οικογένεια χωρικών του Φριούλι, που ανέβηκε σιγά
σιγά τα σκαλιά της κοινωνικής ιεραρχίας, για να γίνει μια μικροαστική
οικογένεια.
Από
τη μεριά του παππού μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν οινοπαραγωγοί. Η
μητέρα της μητέρας μου ήταν από το Πιεμόντε, πράγμα που δεν την εμπόδιζε
καθόλου να έχει ισότιμες σχέσεις με τη Σικελία και την περιοχή της Ρώμης… Περίμενε, δεν
τελείωσα: από τα πρώτα μου χρόνια, με έκαναν νομάδα. Πήγαινα από το ένα
στρατόπεδο στο άλλο, δεν είχα σταθερό σπίτι. Μέχρι τη στιγμή που γεννήθηκα στην
Μπολόνια... και ο πατέρας μου μας μετέφερε στην Πάρμα. Στη συνέχεια πήγαμε στο
Κονελιάνο, στο Μπελούνο, στο Σάτσιλε, στην Ίντρια, στην Κρεμόνα και σε άλλες
πόλεις της βόρειας Ιταλίας... Η παιδική μου ηλικία ήταν μια μακρά σειρά από
μετακινήσεις.... Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσω για τον πατέρα μου, για
τις σχέσεις μου μαζί του, ακόμη και για εκείνες που είχα με τη μητέρα μου, όπως
μου είναι σχεδόν αδύνατο να εξαντλήσω το θέμα της παιδικής μου ηλικίας σε αυτόν
τον διάλογό μας. Από τα πρώτα κιόλας λόγια αυτής της συνομιλίας μού δηλώσατε
φιλικά ότι δεν έρχεστε σε μένα ως δικαστής ή ψυχαναλυτής. Σχεδόν λυπάμαι που
δεν είστε ψυχαναλυτής, γιατί, από την πλευρά μου, αισθάνομαι μεγάλη περιέργεια
γι’ αυτή τη μέθοδο έρευνας και έχω διαβάσει αρκετά ώστε να αμφιβάλλω ότι μπορώ
να μιλήσω για τις γονικές μου σχέσεις με ποιητικούς όρους, με απλό τρόπο ή έστω
μόνο ανεκδοτολογικά. Φοβάμαι να μιμηθώ την ψυχαναλυτική γλώσσα χωρίς να έχω την
αποτελεσματικότητά της....
Θα πω απλά ότι
ένιωσα μεγάλη αγάπη για τη μητέρα μου. Η φυσική της «παρουσία», ο τρόπος που
υπήρχε, ο τρόπος που μιλούσε, η διακριτικότητά της και η ευγένειά της υπέταξαν
ολόκληρη την παιδική μου ηλικία. Παρέμεινα πεπεισμένος για μεγάλο χρονικό
διάστημα ότι ολόκληρη η συναισθηματική και ερωτική μου ζωή είχε καθοριστεί
αποκλειστικά από αυτό το υπερβολικό πάθος, το οποίο μάλιστα θεωρούσα τερατώδη
μορφή αγάπης. Τώρα μόλις, πολύ πρόσφατα, ανακάλυψα, ότι οι σχέσεις μου με τον
πατέρα μου είχαν επίσης τη σημασία τους, η οποία κάθε άλλο παρά άσχετη ήταν.
Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για αντιπαλότητα και μίσος.
Από όλες τις
εικόνες του πατέρα που προτείνετε και των οποίων η συμβολική ιεραρχία δεν είναι
πάντα εμφανής, ποια έρχεται πιο κοντά στην προσωπική σας εμπειρία; Εκείνη του
Οιδίποδα Τύραννου (η εικόνα του ευνουχιστή πατέρα); Εκείνη του Θεωρήματος (στην
οποία ο αποτυχημένος πατέρας παραιτείται από τα δικαιώματά του); Εκείνη του
συνένοχου πατέρα στο Όρνια και πουλάκια, ο οποίος μεταβιβάζει τις εξουσίες του
στον γιο του μαζί με τις συνταγές του για τη μικροαστική ζωή; Ή η τελευταία, η
εικόνα του πατέρα-γιου που βλέπει μέσα του τον μηχανισμό της υιοθέτησης του
μίσους;
Όλες τους,
μάλλον. Πάντα αφιέρωνα στον πατέρα μου ένα αμάλγαμα αντιφατικών συναισθημάτων.
Όλα αυτά τα χρόνια, για παράδειγμα, φανταζόμουν ότι μισούσα τον πατέρα μου, ενώ
στην πραγματικότητα μάλλον δεν τον μισούσα. Στην πραγματικότητα, αυτό που
υπήρχε ανάμεσα στους δυο μας ήταν ένα είδος μόνιμης σύγκρουσης, στην οποία δεν
αποκλείεται να είχα μπερδέψει την εχθρότητα με το μίσος... Εν ολίγοις, ενώ για
τη μητέρα μου είχα μια πραγματική αγάπη, η οποία περιλάμβανε ολόκληρη την
προσωπικότητά της, για τον πατέρα μου είχα μια μερική αγάπη, η οποία αφορούσε
μόνο το φύλο.
Πέρα από την «φυσιολογική» συγκρουσιακή ένταση που ενυπάρχει στο
οιδιπόδειο σύμπλεγμα και η οποία είναι ένα καθολικό γεγονός των σχέσεων μεταξύ
γονέων και παιδιών, σε ποιες συγκεκριμένες καταστάσεις εκδηλώθηκε η εχθρότητά
σας προς τον πατέρα σας;
[Πως να λες πράγματα από μνήμης και να τα επαναλαμβάνεις
χίλιες φορές] Θα ήταν
απαραίτητο να μιλήσω για τους λόγους της δυσαρέσκειας που διατύπωσα εναντίον
του, εναντίον αυτού που, ως παιδί -με μια ακόμη σκληρή διορατικότητα- απέρριψα
ως εγωιστικό, εγωκεντρικό, τυραννικό, αυταρχικό... Αφελής απόρριψη, χωρίς
παραχωρήσεις... αλλά βλέπετε πως ήδη αυτή η απόρριψη δεν είναι χωρίς αμφισημία.
Αυτό που απέρριψα σε εκείνον, στο βάθος, είναι πιθανό να το έντυσα στη συνέχεια
με ιδεολογικούς λόγους∙ ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός καριέρας και η
εθνικιστική του νοοτροπία, το ύφος του ως δεξιού ανθρώπου, του είχαν επιτρέψει
να αποδεχτεί τον φασισμό, χωρίς πολλά προβλήματα συνείδησης. Ωστόσο, αυτές
είναι εξηγήσεις εκ των υστέρων. Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις μεταξύ των
γονέων μου ήταν δύσκολες, ίσως λόγω μιας βαθιάς ανισότητας.... Μόλις πρόσφατα
συνειδητοποίησα ότι η αιτία της συμπεριφοράς
του μπορεί να βρίσκεται στο ότι υπήρχε μια δυσκολία στο να είναι με τη
μητέρα μου, και τώρα που το θυμάμαι καλύτερα, μια δυσκολία στις σχέσεις, στη
συνεννόηση, με οποιονδήποτε. Πρόσφατα συνειδητοποίησα ότι ο πατέρας μου
αγαπούσε πολύ τη μητέρα μου και ότι αυτή η υπερβολική και με λειψό τρόπο
εκφρασμένη αγάπη, η οποία έπαιρνε τόσο κτητικές και κυριαρχικές μορφές, απλώς
δεν είχε αμοιβαιότητα. Μάρτυρας αυτής της κακής κατανόησης λίγο ή περισσότερο
συνειδητά, πήρα το μέρος της μητέρας μου, όπως κάνουν φυσικά όλα τα παιδιά.
Θα σας πω κάτι
που λίγο πολύ αγνοούσα μέχρι πρόσφατα. Κάτι καινούργιο, κάτι που θέτει υπό
αμφισβήτηση την ιδέα που είχα σχηματίσει σχετικά με το μίσος για τον πατέρα
μου. Τον τελευταίο καιρό, γράφοντας τη Μυθολογία, ένα έργο που
ασχολείται, όπως το Θεώρημα ή ο Βασιλιάς
Οιδίποδας, με τις σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών (στην προκειμένη
περίπτωση, με μια «ιδιαίτερη» σχέση μεταξύ ενός πατέρα και του γιου του),
συνειδητοποίησα ότι όλη αυτή η συναισθηματική και ερωτική ζωή που έθεσα σε
εξάρτηση από το μίσος μου θα μπορούσε κάλλιστα να εξηγηθεί, πρώτα απ’ όλα, από
την αγάπη μου για τον πατέρα μου: μια αγάπη που πρέπει μάλλον να ανάγεται στα
πρώτα δύο ή τρία χρόνια της ζωής μου, χωρίς να μπορώ να δώσω περισσότερες
λεπτομέρειες για την περίοδο αυτή. Στη συνέχεια, ο πατέρας μου πέθανε το 1959.
Είχε επιστρέψει από την Κένυα το ’46, από ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων.
[Προσποιούμενος
φυσικότητα μιλώντας για πράγματα και εποχές για τις οποίες αηδιάζει] Θα
μπορούσε κάλλιστα να ερμηνευθεί ως μια κίνηση περιφρόνησης, τουλάχιστον μια
μάλλον περίπλοκη και αντιφατική κίνηση εκ μέρους μου, δεδομένου ότι δεν
αγνοούσα ότι ο πατέρας μου δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τη φριουλιάνικη γλώσσα.
Αντιθέτως. Αν θέλετε, η εχθρότητά του προς τα φριουλιάνικα της μητέρας μου ήταν
ένας τρόπος να τη βασανίζει, νιώθοντας δυσαρεστημένος από την «παγκόσμια» κοινή
γνώμη, καθώς και σύμφωνος με την περιφρόνηση της διαλέκτου που επιδείκνυαν
ανοιχτά οι φασίστες εκείνη την εποχή. Οτιδήποτε προερχόταν από το περιθώριο του
φασιστικού κράτους, οτιδήποτε ξέφευγε από τον έλεγχό του και αντανακλούσε μια
συγκεκριμένη ζωή, συγκεκριμένες ελευθερίες, ήταν ύποπτο. Η διάλεκτος ήταν
«κατώτερος» λόγος, για να χρησιμοποιήσουμε την υποτιμητική ορολογία των
«στοχαστών» του εθνικοσοσιαλισμού.
Αυτό το μίσος για τον πατέρα που
προβάλλετε μέσω του μύθου στο κινηματογραφικό σας έργο, με αποκορύφωμα τον
Οιδίποδα Τύραννο, βρίσκεται και στη Μυθολογία, αυτό το έργο που μόλις τελείωσα
να διαβάζω, αλλά πολύ πιο θολό, πιο διφορούμενο. Το μίσος έχει γίνει διαυγές,
έχει πλέον αποκτήσει τη διαφάνεια μιας έννοιας. Ο γιος και ο πατέρας γνωρίζουν
το μίσος τους και το χρησιμοποιούν για να προοδεύσουν ή να επιβιώσουν.
Θα έλεγα ότι η
συνειδητοποίηση του μίσους δεν εμποδίζει το μίσος να είναι σύνθετο,
πολύπλοκο... Στην πραγματικότητα, με την πάροδο του χρόνου, μετά την παιδική
ηλικία, η εικόνα πολλαπλασιάστηκε και μαζί της διαφοροποιήθηκε και η απόρριψη:
μετατράπηκε σε ένα δια-ιστορικό ή μετα-ιστορικό μίσος, έτσι ώστε οδηγήθηκα στο
να ταυτίζω με την εικόνα του πατέρα όλα τα σύμβολα της εξουσίας και της τάξης,
τον φασισμό, την αστική τάξη... Έχω ένα σπλαχνικό, βαθύ, αναπόσπαστο μίσος
ενάντια στην αστική τάξη, την επάρκειά της, τη χυδαιότητά της∙ ένα μυθικό
μίσος, ή, αν προτιμάτε, ένα θρησκευτικό μίσος. [Το είπε: και κοκκινίζει
επιθετικά].
Έτσι, αυτή η
εξιδανίκευση πήρε φυσικά τη μορφή ποιητικής κλίσης μέσα σας.
Δύσκολα θα
μπορούσα να σας πω όχι, καθώς γράφω ποίηση από τότε που άρχισα να γράφω. Πριν
από αυτό, μέχρι την ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών, συνήθιζα να ζωγραφίζω
πολύ. Όταν ήμουν επτά ετών (στη δεύτερη τάξη), έγραφα μικρά ποιήματα για τη
φύση, τα δέντρα, τα λουλούδια, τα πουλιά∙ εξέφραζα αφελώς την αγάπη μου για τη
μητέρα μου. Εξάλλου, ήταν η μητέρα μου, η οποία γράφοντας ένα ποίημα που μου
αφιέρωσε αυτή, που μου αποκάλυψε τη δυνατότητα να γράφω ποίηση. Θυμάμαι ένα
μικρό τετράδιο με ποιήματα που αργότερα έχασα κατά τη διάρκεια του πολέμου...
και κυρίως τις εικονογραφήσεις αυτών των ποιημάτων, καθώς φιλοδοξία μου ήταν
επίσης να ζωγραφίζω. Εκτός από τα γενικά θέματα που ανέφερα, δεν ξέρω πλέον τι
υπήρχε σε αυτά τα ποιήματα. Δύο λέξεις... Νομίζω ότι δύο λέξεις έμειναν στο
μυαλό μου, η λέξη rosignolo [αηδόνι] (μια γαλλική και «κλασικιστική»
παραμόρφωση του αηδονιού) και η λέξη verzura [πρασινάδα] (ένας πολύτιμος όρος,
ασυνήθιστος στον προφορικό λόγο), που είχε σκοπό να αναπαραστήσει το πράσινο
της φύσης, τη βλάστηση. Έτσι, σε αντίθεση με ό,τι θα ήμουν ως άνδρας, ως παιδί
ήμουν γλωσσικά επιλεκτικός και αριστοκρατικός: Πετραρχικός.
Η φριουλιάνικη καταγωγή σας, από την πλευρά
της μητέρας σας, αποτελεί θεμελιώδη συμβολή στη γραπτή σας ποίηση; Ποια χρήση
επιφυλάσσετε σε αυτή τη διάλεκτο, ποια λειτουργία της αποδίδετε, ακριβώς, σε
τόσα πολλά ποιήματά σας;
Η φριουλιάνικη
δεν είναι η «γλώσσα» της μητέρας μου, και όταν λέω ότι ήταν η διάλεκτος της
μητέρας μου, είναι κατά κάποιον τρόπο, για να απλοποιήσω την πραγματικότητα.
Πράγματι, τρεις «γλώσσες» μιλιούνται στο Φριούλι: η παλιά φριουλιάνικη, που
είναι μια ολοκληρωμένη, αυτόνομη γλώσσα, όπως τα καταλανικά ή τα βρετονικά[2]∙
η βενετσιάνικη, που μιλιέται από τους μικροαστούς∙ και η ιταλική. Ρουφούσα τη
φριουλιάνικη διάλεκτο ανάμεσα στους αγρότες, αλλά ποτέ δεν τη μίλησα πραγματικά
ο ίδιος. Τη μελέτησα προσεκτικά μόνο όταν άρχισα να κάνω ποιητικές απόπειρες σε
αυτή τη γλώσσα. Κάτι σαν μυστικιστικό πάθος, ένα είδος φελιμπρισμού,[3]
με ώθησε να αποκτήσω αυτή την παλιά αγροτική γλώσσα, όπως οι ποιητές της
Προβηγκίας που έγραφαν στη διάλεκτο, σε μια χώρα όπου η ενότητα της επίσημης
γλώσσας είχε καθιερωθεί προ αμνημονεύτων χρόνων. Η γεύση της αρχαϊκής
έρευνας... Ήμουν δεκαεπτά χρονών. Έγραψα αυτά τα πρώτα ποιήματα του Φριούλι
όταν ο ερμητισμός, του οποίου δάσκαλος ήταν ο Ουνγκαρέτι, ήταν στην μόδα. Στο
περιθώριο ενός ορισμένου επαρχιακού συμβολισμού, ο Μοντάλε ήταν αφοσιωμένος στη
συνέχιση ποιητών όπως ο Έλιοτ και ο Πάουντ.
Με λίγα λόγια,
όλοι οι ερμητικοί ποιητές ζούσαν με την ιδέα ότι η ποιητική γλώσσα ήταν μια
απόλυτη γλώσσα. Από το σημείο αυτό μέχρι τον εγκλωβισμό σε μια γλώσσα που
προορίζεται για την ποίηση, αποκλειόμενη από κάθε εισβολή πεζού λόγου,
χρειάζεται μόνο ένα βήμα. Πολύ αφελώς πήρα την απόφαση του να είμαι
ακατανόητος, και επέλεξα τη διάλεκτο του Φριούλι για το σκοπό αυτό. Ήταν για
μένα το αποκορύφωμα του ερμητισμού, της σκοτεινότητας, της άρνησης
επικοινωνίας. Αντιθέτως, συνέβη αυτό που δεν περίμενα. Η συχνή χρήση αυτής της
διαλέκτου μου έδωσε μια γεύση ζωής και ρεαλισμού. Μέσω της φριουλιάνικης,
ανακάλυψα ότι οι απλοί άνθρωποι, μέσω της γλώσσας τους, καταλήγουν να υπάρχουν
αντικειμενικά, με όλο το μυστήριο του αγροτικού χαρακτήρα. Στην αρχή, ωστόσο,
είχα πολύ αισθητικό όραμα, ίδρυσα ένα είδος μικρής ακαδημίας φριουλιανών
ποιητών. Με την πάροδο του χρόνου, σταδιακά θα μάθαινα να χρησιμοποιώ τη
διάλεκτο ως μέσο αντικειμενικής, ρεαλιστικής έρευνας. Και αυτή η έρευνα ήταν
που οδήγησε στα μυθιστορήματα του 1955 και του 1959, Τα παιδιά της ζωής
και Μια βίαιη ζωή∙ στις ταινίες Ακατόνε, Μάμα Ρόμα και Όρνια
και πουλάκια. Η ρωμαϊκή διάλεκτος αντικατέστησε τη φριουλιάνικη, αλλά η
λειτουργία της διαλέκτου, στο επίπεδο της γραφής, άλλαξε σημαντικά από τότε.
Στα μυθιστορήματα που αναφέρατε, η λειτουργία
αυτή είναι αντίθετη από εκείνη που αναλαμβάνει ο φριουλιάνος, στο Η καλύτερη
νιότη (1954) για παράδειγμα... Ο ερμητισμός και η αισθητική δεν αποτελούν
πλέον λογοτεχνικούς στόχους... Η διάλεκτος γίνεται το μέσο για την εφαρμογή του
ελεύθερου έμμεσου λόγου, μέσω του οποίου βιώνεται ρεαλιστικά η ζωή των
χαρακτήρων που ανήκουν σε μια άλλη κοινωνική τάξη.
Η μόνιμη χρήση της διαλέκτου θα μπορούσε να σας κάνει λαϊκιστή συγγραφέα ή ποιητή ενός από εκείνα τα θαύματα που διατηρούνται μέσα στις γλωσσικές μειονότητες. Αντ’ αυτού, περάσατε από τη φριουλιάνικη διάλεκτο σε άλλες διαλέκτους όπως η «ρωμαϊκή», από την ποιητική γλώσσα στη μυθιστορηματική γλώσσα, από τη γραπτή ποίηση στην «κινηματογραφική» ποίηση, χωρίς να ανησυχείτε πολύ για τον εκλεκτικισμό που θα μπορούσε να σας καταλογιστεί, ή ακόμη και για τον πραγματικό κίνδυνο που αντιπροσώπευε μια τέτοια μετάλλαξη.
Έχω πει πολλές
φορές ότι το πέρασμα από τη λογοτεχνία στον κινηματογράφο, για παράδειγμα, δεν
είναι τίποτα περισσότερο από μια αλλαγή στην τεχνική. Σταδιακά, ωστόσο, άρχισα
να διαφοροποιώ τις λογοτεχνικές από τις κινηματογραφικές τεχνικές. Η
λογοτεχνική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να γράψει ένα ποίημα ή ένα
μυθιστόρημα ή ένα δοκίμιο αποτελεί ένα συμβατικό συμβολικό σύστημα: επιπλέον,
κάθε γραπτή ή προφορική γλώσσα ορίζεται από μια σειρά ιστορικών, γεωπολιτικών
ή, αν προτιμάτε, εθνικών (περιφερειακών) ορίων... Ο κινηματογράφος, από την
άλλη πλευρά, είναι ένα σύστημα μη συμβολικών σημείων, ζωντανών σημείων,
σημείων-αντικειμένων... Η κινηματογραφική γλώσσα δεν εκφράζει επομένως την
πραγματικότητα μέσω μιας σειράς γλωσσικών συμβόλων, αλλά μέσω της ίδιας της
πραγματικότητας. Δεν είναι μια εθνική ή περιφερειακή γλώσσα, αλλά μια διεθνής
γλώσσα... Θα επιστρέψουμε, αν θέλετε, στην τεχνική πτυχή της γλώσσας του
κινηματογράφου. Μου ζητάτε, άλλωστε, να εξηγήσω ή να δικαιολογήσω μια
επιλογή... Πιστεύω ότι υπάρχουν αρκετοί σοβαροί λόγοι γι’ αυτή την κίνηση.
Πρώτον, όμως, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι δεν εγκαταλείπω ούτε τη γραπτή ποίηση
ούτε τη λογοτεχνική έκφραση.
Ας
δούμε τώρα τους λόγους για αυτή την αλλαγή στη γλώσσα ή μάλλον στην έκφραση.
Νομίζω ότι μπορώ τώρα να πω ότι η συγγραφή ποιημάτων ή μυθιστορημάτων ήταν για
μένα το μέσο έκφρασης της απόρριψης μιας συγκεκριμένης ιταλικής ή προσωπικής
πραγματικότητας σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ύπαρξής μου. Αλλά αυτές οι
ποιητικές ή μυθιστορηματικές διαμεσολαβήσεις έβαζαν ένα είδος συμβολικού
τείχους ανάμεσα στη ζωή και σε μένα, ένα παραβάν από λέξεις... Και εκεί
βρίσκεται ίσως η αληθινή τραγωδία κάθε ποιητή, να μην φτάνει στον κόσμο παρά
μόνο μεταφορικά, σύμφωνα με τους κανόνες μιας μαγείας που είναι τελικά
περιορισμένη στον τρόπο που καταλαμβάνει τον κόσμο. Ήδη η διάλεκτος ήταν για
μένα το μέσο μιας πιο φυσικής προσέγγισης της αγροτιάς, της γης, και στα
«ρωμαϊκά» μυθιστορήματα η λαϊκή διάλεκτος μου προσέφερε την ίδια συγκεκριμένη,
και κατά κάποιο τρόπο υλική, προσέγγιση. Τώρα, ανακάλυψα πολύ νωρίς ότι η
κινηματογραφική έκφραση μου προσέφερε, χάρη στην αναλογία της σε σημειολογικό
επίπεδο (πάντα ονειρευόμουν μια ιδέα αγαπητή σε διάφορους γλωσσολόγους, δηλαδή
μια ολική σημειολογία της πραγματικότητας) με την ίδια την πραγματικότητα, τη
δυνατότητα να προσεγγίσω πληρέστερα τη ζωή. Να την κατακτήσω, να την βιώσω
αναδημιουργώντας την. Ο κινηματογράφος μου επιτρέπει να διατηρήσω την επαφή με
την πραγματικότητα, μια φυσική, σαρκική, θα έλεγα ακόμη και αισθησιακή επαφή.
[1] Π.Π.Παζολίνι Δοκίμια για την πολιτική και την κοινωνία, Mondadori, Μιλάνο 1999.
[2] Η βρετονική
γλώσσα
είναι μια κελτική γλώσσα, η οποία ομιλείται από 206.000 άτομα στην Βρετάνη, περιοχή
της Γαλλίας. Ανήκει στην κελτική ομάδα της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών.
(Σ.τ.Μ.)
[3]
Τοπικιστικό κίνημα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα που εξυμνούσε τη
λογοτεχνική αξιοπρέπεια της σύγχρονης γλώσσας της Προβηγκίας, την οποία οι
félibres επανέφεραν στην ευπρέπεια και
την ομορφιά της αρχαιότητας με τα έργα τέχνης τους. (Σ.τ.Μ.)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου