Κι είδα τα σκέλια του βουνού· ανοιχτά και ταράζονταν. Έβγαινε με κεφάλι
ματωμένο η μέρα. «΄Ολα γράφονται πάλι, όλα γράφονται πάλι» εψιθύρισα.
(Με των αλόγων τα φαντάσματα,
1985)
Πολλές φορές σκέφτηκα να
περάσω από τη Δεσκάτη Γρεβενών, καθώς βρίσκεται κοντά στον τόπο της καταγωγής
μου, τα Κρανίδια Σερβίων, αλλά κάπως απόμερα, έξω από τον οδικό άξονα
Κοζάνης-Λάρισας. Τελικά τα κατάφερα τον Ιούλιο του 2003. ΄Ομορφη κωμόπολη,
ανάμεσα στα άγρια βουνά των Καμβουνίων, με περιποιημένη πλατεία, πολιορκημένη
από καταστήματα, και μια μεγάλη εκκλησία, όπου καταλήγει ένα ευρύ δίκτυο από πεζόδρομους. Σύντομη
περιδιάβαση στη μικρή πόλη κι επίσκεψη στην άλλη πλατεία, μπροστά από το
Δημαρχείο, όπου και το μνημείο των ηρώων. Μνημείο στο οποίο αναγράφονται όλοι
οι πεσόντες, χωρίς καμιά διάκριση φρονήματος. Εύλογα βέβαια, αφού όλοι οι
νεκροί ήταν παιδιά της Δεσκάτης. Στο ηρώο λοιπόν αυτό ξαναδιάβασα, αν και με
άλλη διαρρύθμιση στίχων, το ποίημα του Χρήστου Μπράβου «Οικογενειακό
νεκροταφείο» (Ορεινό καταφύγιο):
Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά
η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
πεθαμένους.
Ένιωσα μεγάλη έκπληξη, γιατί
τον Μπράβο τον ήξερα χρόνια και με συνέπαιρνε η γραφή του, αλλά δεν είχα
συνειδητοποιήσει πως ήμασταν και συντοπίτες. Ήταν άλλωστε τόσο νέος, για να
μπει σε ηρώο. Έκτοτε επανερχόταν στη μνήμη μου όλο και πιο επίμονα,
διεκδικώντας, θαρρείς, κάτι που του ανήκε. Ποιος γνήσιος δημιουργός άλλωστε δε διεκδικεί μια γωνιά στο κεφάλι μας; Αν δεν το έκανε, θα είχε παραιτηθεί από την
καλλιτεχνική του ευθύνη.
Ο Χρήστος
Μπράβος γεννήθηκε στη Δεσκάτη το 1948 και σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο
Πατρών, αλλά από το 1976 έζησε στην Αθήνα και εργάστηκε στο Υπουργείο
Οικονομικών. Έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή, στις 20 Απριλίου 1987, δεύτερη μέρα
του Πάσχα, στα 39 του μόλις χρόνια. Ας δούμε τι λέει ο ίδιος σε ένα ιδιόχειρο
σημείωμά του, το οποίο επιγράφει χιουμοριστικά «Βιογραφικό σημείωμα (όχι για
πρόσληψη σε δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση)» και υπογράφει με ημερομηνία 31
Μαρτίου 1982. Στο σημείωμα αυτό, που μου παραχώρησε η γυναίκα του η Ερμιόνη, φαίνεται
ουσιαστικά ο κόσμος που τον σημάδεψε και αποτέλεσε το υλικό της ποίησής του:
«Γεννήθηκα στη Δεσκάτη το 1948. Τις νύχτες του χειμώνα η γιαγιά μου μου ’λεγε
δημοτικά τραγούδια – ακούω ακόμα τον ‘‘Πραματευτή’’· ο πατέρας μού διηγόταν
ιστορίες απ’ τ’ αντάρτικο. Θυμάμαι εξόριστους να γυρίζουν – με τον Χ.[ρήστο]
Ν.[άτσιουλα, παλιό αντάρτη] λύνουμε σταυρόλεξα τα καλοκαίρια. Ο καλύτερος,
ίσως, φίλος μου δεν γνώρισε πατέρα – σκοτώθηκε στο Βίτσι το ’49. Τα καλοκαιριάτικα
βράδια λέγαμε ιστορίες για φαντάσματα – μερικοί τολμηροί κατηφόριζαν ως το
νεκροταφείο και γύριζαν με κρανία ή κόκαλα. Απ’ το 1976 ζω στην Αθήνα».
Ο Μπράβος
ανήκει στη γενιά του 1970, αλλά κυκλοφορεί όψιμα την πρώτη του ποιητική συλλογή
Ορεινό καταφύγιο, μόλις το 1983. Δυο
χρόνια αργότερα εκδίδει μια δεύτερη, Με
των αλόγων τα φαντάσματα, κι ένα μονόφυλλο το 1986 με το ποίημα «Σονέτο του
σκοτεινού θανάτου», το οποίο γράφεται με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τον
θάνατο του Λόρκα. Δημοσίευσε άρθρα, χρονογραφήματα και κείμενα κριτικής.
Ανάμεσα στα τελευταία, πέντε όλα κι όλα, ενήμερα από βιβλιογραφική άποψη και
οξυδερκή από αναγνωστική, ξεχωρίζουν τρία για τον λόγο ότι αναφέρονται στον
Μίλτο Σαχτούρη, έναν ποιητή στον οποίο ο Μπράβος μαθήτεψε ιδιαίτερα γόνιμα: «Η κριτική και ο Μίλτος
Σαχτούρης. Ένας ‘‘περίπατος’’ απ’ αφορμή την
Εισαγωγή στην ποιητική του Μίλτου
Σαχτούρη του Γιάννη Δάλλα», περ. Ο
Πολίτης 43 (Ιούνιος 1981) 70-73·
«‘‘Η αποκριά’’ του Μίλτου Σαχτούρη: Ξόρκι ή όχημα της φρίκης;», περ. Γράμματα
και Τέχνες 16 (Απρίλιος 1983)
24-25· «Μίλτου Σαχτούρη Εκτοπλάσματα,
σελίδα 21», περ. Το Δέντρο 33-34 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1987) 21-23. Ύστερα από τον θάνατό
του, το 1996, εκδίδεται η συλλογή Μετά τα
μυθικά, με εικόνες του Χρόνη Μπότσογλου, πρόλογο του Μιχάλη Γκανά και
επιμέλεια-επίμετρο του Μισέλ Φάις. Η συλλογή, στην οποία εμπεριέχεται και το
μονόφυλλο του 1986, μοιράζεται σε δύο
ενότητες, «Ξύλινα τείχη» και «Μετά τα μυθικά», με πέντε και εφτά ποιήματα αντίστοιχα.
Τα πρώτα, χρονολογημένα, γράφονται ανάμεσα στις 28-3-1982 και 23-6-1983 (ένα
στις 9-4-1985), ενώ τα δεύτερα είναι αχρονολόγητα αλλά πάντως γραμμένα μετά τις
δύο δημοσιευμένες συλλογές του.
Το ποίημα του Χρήστου Μπράβου, ελευθερόστιχο κατά βάση και σύντομο, της
μιας το πολύ σελίδας, σπάνια παίρνει τη φόρμα του πεζού, ενώ αξιοποιεί συνηθέστερα
την έμμετρη της παράδοσης. Η πεζή μορφή εμφανίζεται μοναδική φορά στο ποίημα
«Ανατολή» της δεύτερης συλλογής και πιθανότατα οφείλεται στον αφηγηματικό του
χαρακτήρα, στον μύθο του μάγου. Συχνότερα απαντά το έμμετρο ποίημα. Έτσι
δομούνται τέσσερα κείμενα της πρώτης συλλογής (Ορεινό καταφύγιο), δύο της δεύτερης (Με των αλόγων τα φαντάσματα) και πέντε της μεταθανάτιας έκδοσης (Μετά τα μυθικά), ενόλω έντεκα. Ο
έμμετρος στίχος του Μπράβου είναι ρωμαλέος, δίχως παρατονισμούς και κακόηχες
συνιζήσεις, με πρωτότυπες ομοιοκαταληξίες και μια ηχητική που συναρπάζει,
στίχος της έντασης και του θανάτου. Ιδιότυπη είναι ενπροκειμένω η χρήση του
δημοτικού δεκαπεντασύλλαβου. Συγκεκριμένα, στο ποίημα «Ανεπίδοτο» (Ορεινό καταφύγιο), το μόνο που ακολουθεί
στο σύνολό του τους δημοτικούς τρόπους, ο πρώτος στίχος σε καθεμιά από τις
τρεις τετράστιχες στροφές αντλείται ατόφιος από το δημοτικό τραγούδι, ενώ οι
άλλοι τρεις ντύνονται απλώς το σχήμα του δεκαπεντασύλλαβου. Ωστόσο δεν
πρόκειται για μίμηση τύπου Κρυστάλλη, γιατί ο Μπράβος εκφράζει μέσα από την
παλιά φόρμα τη σύγχρονη ευαισθησία με καινοφανείς τρόπους. Συχνότερα ο ποιητής
ενσπείρει το δεκαπεντασύλλαβο σχήμα εντός του ποιήματος είτε ολόκληρο σε έναν
στίχο είτε μοιράζοντάς το σε δυο (8+7):
Κι είδα τα ρούχα μου στεγνά
τα χρόνια μου να στάζουν.
(«Η
Σοφία», Ορεινό καταφύγιο)
Κι είν’ από μισοφέγγαρο τα πέταλα του αλόγου.
(«Στα ορεινά του ’50», Με των
αλόγων τα φαντάσματα)
Η προτίμηση του Μπράβου στον έμμετρο λόγο φαίνεται να συναρτάται με την
ισχυρή δημοτική παράδοση του τόπου του αλλά και με την αγάπη του για τον Λόρκα,
έναν δημιουργό που πολύ λατρεύτηκε στην Ελλάδα τόσο για την άδικη εκτέλεσή του
από τους φασίστες του Φράνκο όσο και για την ιθαγένεια του έργου του, ποιητικού
και θεατρικού. Πέρα όμως από την όποια επίδραση στην έμμετρη ποιητική του, ενδιαφέρον
παρουσιάζει η βαθύτερη συνάφεια, θεματική και ιδεολογική, που συνδέει τον
ποιητή με το δημοτικό τραγούδι και τον Λόρκα κι ακόμα, με συγκαιρινούς του ποιητές,
όπως ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Μάρκος Μέσκος κι ο Μιχάλης Γκανάς.
Είναι προφανές πως από τα είδη του δημοτικού τραγουδιού ο Μπράβος
προτιμά την παραλογή. Στην παραλογή, ως γνωστόν, θεματοποιείται κατεξοχήν ο
θάνατος και οι παράλογες συμφύρσεις επάνω και κάτω κόσμου. «Παραλογή»
επιγράφεται ένα ποίημα του Μπράβου (Με
των αλόγων τα φαντάσματα), Παραλογή η τέταρτη συλλογή του Γκανά (1993) και Παραλογαίς η δεύτερη
συλλογή του Σαχτούρη (1948). Την επαφή όμως με τη δημοτική παράδοση πιστοποιούν
και συγκεκριμένα μοτίβα, όπως το νανούρισμα και η στοιχειωμένη του γεφυριού
(«Νανούρισμα», «Σφραγίδα», Με
των αλόγων τα φαντάσματα), το μοιρολόι («Η μηλιά») αλλά και οι
μαυροφορεμένες γυναίκες, που γεννήθηκαν, θαρρείς, για να θρηνούν τους
πεθαμένους («Εμφύλιος λώρος», Ορεινό
καταφύγιο).
Η συνάφεια με τον Λόρκα, του Ματωμένου
γάμου κυρίως, έγκειται, σε έναν
μεγάλο βαθμό, στα μοτίβα της νύφης και του γαμπρού. Δύο ποιήματα της μεταθανάτιας
συλλογής τιτλοφορούνται «Η νύφη» και «Ο γάμος». Η νύφη άλλοτε παρασταίνεται
νεκρή κι άλλοτε απειλείται από έναν αδιόρατο κίνδυνο. Στον γάμο πάλι ο γαμπρός,
ντυμένος στα μαύρα, συνοδεύεται από δάκρυα ή πυροβολισμούς, ενώ την τελετή
πλαισιώνουν άλογα και βιολιά. Η σχέση με τον μεγάλο Ισπανό κορυφώνεται στο
«Σονέτο του σκοτεινού θανάτου», ένα έξοχο δεκατετράστιχο, στο οποίο ως πρωτογενές
υλικό αξιοποιείται η ποιητική και η ανθρώπινη εμπειρία του Λόρκα:
Το μαύρο
είναι χρώμα φιλικό.
΄Οπως το
φως, έχει εφτά πέπλα.
IV. οι ήχοι
Ανάκουστος κελαηδισμός – σαν κλάμα.
Η νύφη μοναχή
σαλεύει ο φράχτης φέγγουν κοντακιές
πιο κάτω πλένουν σκούτινα
δε βάφουν της Λαμπρής τ’ αυγά.
Στάχυ της νύφης η φωνή
κι αλεύρι ο θάνατος
εκεί που οπλίζει ο γαμπρός
ο τόπος λαμπαδιάζει.
Η Χειμερία νάρκη έπεται.
(Ορεινό καταφύγιο)
Ο διάλογος με τον Σαχτούρη είναι πιο εκτεταμένος και διαφαίνεται
σαφέστερα στην πρώτη και την τελευταία συλλογή. Ορισμένες κινήσεις των ηρώων
του Μπράβου δεν μπορούν παρά να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της εξπρεσιονιστικής
ματιάς του Σαχτούρη. Πρόκειται για ενέργειες που δείχνουν μια αποστασιοποίηση
του ανθρώπου από το σώμα του, όπως του πατέρα, που καρφώνει το πτώμα του μέσα
σε σανίδες και παραγγέλλει να τον φωνάξουν από το καφενείο, όταν βγει το
φάρμακο («Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό. ΄Οπως το φως, έχει εφτά πέπλα. V. τα
όνειρα», Ορεινό καταφύγιο). Ακόμα,
βεβαιώνονται απίθανες συναρτήσεις προσώπων και πραγμάτων (κεφάλια-ρολόι,
γυναίκες-τοπίο, «Εμφύλιος λώρος», Ορεινό
καταφύγιο), περίεργες πτήσεις ανθρώπων («Συντέλεια», «Τα λόγια», Μετά τα μυθικά) και γενικότερα κλίμα
παραλόγου («Εμφύλιος λώρος», Ορεινό
καταφύγιο, «΄Ολη τη νύχτα εφύτρωναν τριαντάφυλλα», Μετά τα μυθικά). Αλλά κι ως προς τη φόρμα φαίνεται να παίζει τον
ρόλο της η ποιητική του Σαχτούρη. Σ’ αυτήν οφείλονται μάλλον οι ολιγοσύλλαβοι
στίχοι της πρώτης κυρίως συλλογής, με τις μικρές, ασύνδετα εκφερόμενες,
προτάσεις.
Κοντά στον Σαχτούρη ρόλο σημαντικό διαδραματίζει κι ο Μέσκος,
πράγμα που επισημαίνει στον πρόλογο της μεταθανάτιας έκδοσης ο Μιχάλης Γκανάς,
ομότεχνος και φίλος του ποιητή. «Ο ιδιότυπος υπερρεαλισμός του Σαχτούρη, τον
οποίο ο Χρήστος θαύμαζε και αγαπούσε», γράφει ο Γκανάς, «συνδυάζεται με
απόηχους του δημοτικού τραγουδιού, με ρυθμούς και μοτίβα μιας χερσαίας και
ορεσίβιας, θα ’λεγα, ποιητικής, που γενάρχης της θα μπορούσε να αποκληθεί ο
σημαντικότατος Εδεσσαίος ποιητής Μάρκος Μέσκος. Ο Χρήστος ήξερε το έργο του,
όπως κι εγώ. Εκεί βρήκαμε και οι δύο τη χαμένη υπερηφάνεια της μητρικής μας
γλώσσας. ΄Ωστε μπορούν να γραφτούν και τέτοια ποιήματα, λέγαμε μεταξύ μας. Οι
λέξεις που πρωτακούσαμε από το στόμα της μάνας μας ή του παππού μας μπορούν ν’
ακουστούν έτσι ατόφιες χωρίς κανενός είδους καλλωπισμό!». Μάλιστα η σχέση του
Μπράβου με τον Γκανά είναι ενδιαφέρουσα και για τον λόγο ότι, πέρα από τις
αμοιβαίες αφιερώσεις ποιημάτων, ο δεύτερος, όπως κι ο Γιάννης Δάλλας ενμέρει
στην «Καισαριανή» του (Αποθέτης,
1993), κάνει θέμα του τον θάνατο του πρώτου σε τρία ποιήματα: «Των κεκοιμημένων»
(Γυάλινα Γιάννενα), [«Πένα που ξύνει
το χαρτί»] (Παραλογή, σ. 26-28), [«Ύπνος
ιερός λιονταρίσιος»] (Ο ύπνος του
καπνιστή, σ. 39).
Η ορεσίβια ποιητική των Μέσκου, Γκανά και Μπράβου συναρτάται ασφαλώς
με το γεγονός ότι και οι τρεις εισάγουν τις εμφύλιες μνήμες στο ποίημα, καθώς
και το γενέθλιο επαρχιακό τοπίο. Ωστόσο εκείνος που δίνεται κυριολεκτικά στον κόσμο
της ιστορικής μνήμης είναι ο Μπράβος. Φαντάζει περίεργο το γεγονός ότι αυτός
που δεν έζησε τον Εμφύλιο αφοσιώνεται τόσο απόλυτα στον κόσμο των ‘‘λυπημένων’’
(«Δημήτριος απών», Με των αλόγων τα
φαντάσματα). Η βαθιά εμπλοκή του τόπου του στο εμφύλιο δράμα και η μεγάλη
αδικία που διαπράχτηκε από τους νικητές σε βάρος των αγωνιστών αλλά και οι
αφηγήσεις των μεγαλυτέρων επέδρασαν, φαίνεται, αποφασιστικά στη διαμόρφωση του
ψυχισμού και της συνείδησης του ποιητή. Η σχέση του αυτή με την ιστορική μνήμη
προδιαγράφει, όπως είναι εύλογο, και τον χαρακτήρα της θεματολογίας του.
Η τρέχουσα πραγματικότητα καταρχήν μοιάζει να είναι απούσα από το
ποιητικό σύμπαν του Χρήστου Μπράβου. Οι αναφορές σ’ αυτήν είναι περιορισμένες
και βρίσκονται κατά βάση στο Ορεινό
καταφύγιο: το περιβάλλον («Τροχήλατος ίππος», «Άστρα. Οικολογική αποκάλυψη
του μικρού Ιωάννη»), η κατά Καρυωτάκη μίσθια δουλειά («Θάνατος μισθωτού»), η
παθολογία της πατρίδας («Ερωτική μνήμη»). Κυρίως το παρόν αντιμετωπίζεται ως
χώρος απουσίας των λυπημένων, όπου όσοι απομένουν δεν έχουν άλλο καθήκον παρά
να γνοιάζονται εκείνους που έφυγαν για πάντα. Αν όμως η επικαιρική
πραγματικότητα εμπνέει ελάχιστα τον Μπράβο, τον συναρπάζει ιδιαίτερα το
παρελθόν, ένα παρελθόν που ανακαλείται μέσα από τις φωτογραφίες και τη
μνήμη.
Στις
φωτογραφίες βέβαια δε διακρίνεται πάντα με σαφήνεια αν ο ποιητής βλέπει απλώς
την εικόνα και τη μεταποιεί σε στίχους ή σκηνοθετεί ο ίδιος την εικόνα και την
απαθανατίζει σαν φωτογραφία. Πως η επιφύλαξη είναι εύλογη βεβαιώνεται κι από
τους στίχους: Φωτογραφίζεις από μνήμης /
τους απόντες («Αναστάσιμο», Ορεινό
καταφύγιο). ΄Οπως κι αν είναι, τα ποιήματα-φωτογραφίες διασώζουν στον χρόνο
θλιβερές συνήθως στιγμές: μια νεκρή ντυμένη στ’ άσπρα, την πεθαμένη θεία ως νύφη, τον ληστή, που, σε
μια αντιστροφή των ρόλων, επισκέπτεται εκείνος τον φωτογράφο των Τρικάλων άγγελος με τα δόντια στο μαχαίρι («΄Οπου
στα 1923 ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας, ο ληστής, αποφασίζει να
φωτογραφηθεί», Με των αλόγων τα φαντάσματα).
Κυρίως όμως το παρελθόν ανακαλείται μέσω της μνήμης. Θα μπορούσαμε
να πούμε εξαρχής πως όλα είναι θάνατος στην ποίηση του Μπράβου, θάνατος ωστόσο
που ορίζεται από τις ιστορικές συντεταγμένες του τόπου και του χρόνου. «Δε θα
ήταν περιοριστικό να ισχυριστεί κάποιος», συνοψίζει εύστοχα ο Μισέλ Φάις στο
επίμετρο της μεταθανάτιας έκδοσης, «ότι το δεσπόζον ‘‘θέμα’’ στην ποίηση του
Χρήστου Μπράβου είναι ο θάνατος. Σε όλο σχεδόν το έργο του συναντάμε μια μεγάλη
κλίμακα απευκταίων συμβάντων. Κι αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Καθώς ο
‘‘περιγεγραμμένος χρόνος’’ και ο ‘‘γενέθλιος τόπος’’ του ποιητή είναι ο
Εμφύλιος. Ακριβέστερα: ο απόηχός του. Καθώς η ζοφερή ιστορική περίοδος βιώνεται
μέσα από αφηγήσεις»:
|
Γενέθλιος
τόπος Πατρίδα των απόντων. Οι φράχτες κι οι φωλιές των βράχων κρατούν ακόμα βογγητά. Ο χρόνος μετριέται με Ψυχοσάββατα. |
Περιγεγραμμένος
χρόνος Ενέδρα των βουνών. Βρίσκεσαι κυκλωμένος από παντού. Μη δοκιμάσεις να ξεφύγεις. Οι σκοτωμένοι κλείσαν όλα τα περάσματα.
(Ορεινό καταφύγιο) |
Πράγματι τόπος και χρόνος ανακαλούν στη
μνήμη την πρόσφατη Ιστορία της Δεσκάτης. Το σκηνικό ορεινό, το χρώμα της
νύχτας, χιόνια και λύκοι, αίμα και φόβος και να πέφτουν οι σφαίρες στην πίσω πλαγιά / του χρόνου («Εμφύλιος
λώρος», Ορεινό καταφύγιο). Η Δεσκάτη
λειτουργεί ουσιαστικά σαν μια μικρογραφία της Ελλάδας των εμφύλιων χρόνων και
των μετεμφυλιακών διώξεων. Αν και δεν απουσιάζει ο ιδιωτικός θάνατος, το ποίημα
εντούτοις στοιχειώνουν εκείνοι που έπαιξαν κορόνα γράμματα τη ζωή τους στη
δεκαετία του ’40. Αυτοί είναι που επανέρχονται κάθε τόσο επάνω στα μαύρα τους
άλογα, φορώντας το δίκοχο, έτσι που να μη μένει καμιά αμφιβολία για την
ιστορική τους διάσταση και την ιδεολογική τους άποψη. Σ’ αυτούς ανήκουν και τα
κομμένα κεφάλια στο σακί και στους φράχτες, στους παράνομους και τους λυπημένους,
που δόθηκαν στον αγώνα για μια καλύτερη κοινωνία και είδαν τους ξένους και τους
συνεργάτες τους να διαφεντεύουν το δικό τους αίμα. Απόντες πια στον θάνατο
εκείνοι, κυνηγημένοι και αδικημένοι από τη ζωή, δίχως δικαίωση, και πίσω τους
οι μαυροφόρες, μάνες και γυναίκες, να τους ξαναζωντανεύουν στα θλιβερά μνημόσυνα:
Του
λυπημένου
Στη Γεωργία Παπαγεωργίου
Σε φράχτη θα το δείτε το κεφάλι μου.
Σε καθαρή πετσέτα να το βάλετε
και να το πάτε.
Στάχτη και πριονίδι μη σκορπίσετε –
πίνουν το αίμα όχι τη φωνή του.
Δέστε το μαύρο άλογο που τρέχει
δέστε τ’ άσπρα φτερά του που χτυπούν·
κι ανοίξτε στη γριά με τ’ άγρια
δάχτυλα να μπήξει στο σανίδι
το καρφί της.
(Με των αλόγων τα φαντάσματα)
Η έκφραση του Μπράβου παρακολουθεί τη βαναυσότητα των
ιστορικών στιγμών. Οι εικόνες του είναι άγριες, οι λέξεις από πέτρα, ο λυρισμός
τραχύς. Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτήν είναι το «Σονέτο του σκοτεινού
θανάτου», το σονέτο του Λόρκα:
Της νύχτας και του ανέμου Federico
Garcia Lorca, πέφτει π έ ν τ ε
η ώρα.
Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα·
στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.
Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει
κει που η βροντή κλωσάει την αστραπή της.
Του φεγγαριού το πέταλο μαγνήτης
σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι
κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –
και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
που σου ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;
Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.
(Μετά τα μυθικά)
Εικόνες σκληρές, νατουραλιστικές, της αιμάσσουσας Ισπανίας του ’36 και της
θανής του Λόρκα. Η άγρια εκδοχή του θανάτου, όπως είναι φυσικό, οδηγεί σε μια
αντίστοιχη εκφραστική, η οποία όμως, αξιοποιώντας εύστοχα την εικονοποιία,
δικαιώνεται αισθητικά. «Η ιδιαιτερότητα της γραφής του Μπράβου», παρατηρεί ο
Βαγγέλης Κάσσος, «συνίσταται στο ότι η μελαγχολία, που συνήθως χρησιμοποιεί
σχήματα ανεικονικά, στα δικά του ποιήματα αναδεικνύεται μέσα από σχήματα
κατεξοχήν εικονικά. Οι εικόνες από τη φύση τους καταργούν κάθε μελαγχολικό
τόνο. Και όμως. Στην περίπτωση του Χρήστου Μπράβου κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Κι
αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να προσεχθεί και να επαινεθεί ιδιαίτερα. Στο
σονέτο, μάλιστα, που ο ποιητής αφιερώνει στο Λόρκα, η ιδιαιτερότητα αυτή
γίνεται φανερή με τον πιο ανάγλυφο τρόπο» [περ. Νέες Τομές 8 (Ιανουάριος-Ιούνιος 1987) 74].
Κοντά στις εικόνες κυριαρχική είναι ακόμα η επιβολή των υγρών συμφώνων λ και ρ,
του δεύτερου μάλιστα σε συνδυασμούς με άλλα, ώστε να επιτείνεται ο ήχος (ρκ,
κρ, βρ, ρν, στρ, σπρ), αλλά και η πρωτότυπη ομοιοκαταληξία, καθώς τα
ομοιοκαταληκτούντα μέρη δεν είναι της ίδιας τάξης και συνεπώς δεν είναι
αναμενόμενα (Federico-λύκο, βγάλει-κεφάλι, αστραπή της-μαγνήτης,
παντιέρας-αέρας, νύφη-γλείφει).
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του
Μπράβου, η οποία αναδεικνύεται παραστατικότερα σε ένα ποίημα που καταρχήν με
τον τίτλο του, «Νανούρισμα», έρχεται σε ισχυρή αντίθεση με το προηγούμενο:
Μες στου νεκρού το μάτι
κοιμούνται δέντρα και πουλιά.
Βγαίνουν με το φεγγάρι
τα παιδιά, λεν για τους ζωντανούς
μετρούν τα χρόνια·
φύλλα μασούν της λησμονιάς
και τραγουδάνε.
Τ’ ακούνε οι όμορφες, ξυπνούν
τ’ ακούνε
οι κολασμένες, βγαίνουν κρυφά
στη μαύρη χλόη απάνω
τα κοιμούνται.
Μα οι μάνες που μαραίνονται
για τις χαρές δεν ξέρουν
του άλλου κόσμου.
(Με των αλόγων τα φαντάσματα)
Πέρα από
τη χαρακτηριστική κι εδώ τεχνική –ρομαντικό σκηνικό (θάνατος, φεγγάρι,
τραγούδι, έρωτας), εικονοποιία, προτάσεις μικρές, ρυθμός γοργός, τόνοι
δημοτικοί, σχήματα λόγου (υπερβατό, ασύνδετο, αντίθεση, χιαστό, επαναφορά),
συντακτικές ανατροπές (πρόταξη εμπροθέτων, αντικειμένου, ρήματος, επίταξη
υποκειμένου)–, η τιτλοφόρηση παραπέμπει άμεσα στον γνωστό θεματικό κύκλο του
δημοτικού τραγουδιού και γενικότερα σ’ αυτήν την τόσο τρυφερή στιγμή του ανθρώπου. Κι ωστόσο ακόμα
κι αυτή η στιγμή διαδραματίζεται πέρα από τη ζωή, στην επικράτεια του θανάτου.
Θα μπορούσε ίσως κανείς να προσλάβει το ποίημα σαν μια δέσμη φωτός στη νύχτα
στον βαθμό που αποκαλύπτει στις χαροκαμένες μάνες πόσο όμορφα ζουν τα παιδιά
τους στον άλλο κόσμο. Κι έτσι να είναι όμως, δεν αναιρείται η κεντρική άποψη
αυτής της ποίησης. Από όποια μεριά κι αν σηκώνει τη ζωή ο Μπράβος βρίσκει από
κάτω τον θάνατο. Ο θάνατος είναι η μοίρα του. Τον βρήκε άλλωστε τόσο νωρίς.
(Ματιές
ενόλω ΙΙ, Μελάνι, Αθήνα 2017, σ. 155-166)