Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

ΗΛΙΑΣ Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ – Ο θησαυρός των Αηδονιών

                                                                     Ἡ δεκαοχτούρα

                                                                            2008








Ἡ μάνα μου, κάθε φορὰ ποὺ προσπαθοῦσε μὲ δυσκολία νὰ διαβάσει ἕνα καινούργιο μου βιβλίο (εἶχε προχωρημένον καταρράκτη), μοῦ ἔλεγε παρακλητικά:
— Νὰ γράψεις καὶ γιὰ τὴν καταστροφή μας…

Θυμᾶμαι πῶς ἄρχισε ὅλη αὐτὴ ἡ καταστροφή. Ἦταν ἕνα καλοκαιρινὸ ἀπομεσήμερο τὴν πρώτη χρονιὰ τῆς ἰταλικῆς Κατοχῆς, καὶ μὲ τὸν μικρότερο ἀδελφό μου παίζαμε στὰ μουλωχτὰ κάτω ἀπὸ τὴ μεγάλη κληματαριὰ τῆς δυτικῆς αὐλῆς. Ἀκοῦμε, ξαφνικά, κάποιο χλιμίντρισμα ζώου καί (ταυτοχρόνως) βλέπουμε δύο ἄλογα, ἕνα λευκὸ κι ἕνα καφέ, νὰ παίρνουν φόρα καὶ νὰ ὑπερπηδοῦν τὸ συρματόπλεγμα, ποὺ ὅριζε τὰ σύνορα τοῦ χτήματος ἀπὸ τὸν βορειοδυτικὸ δημόσιο χωματόδρομο. Τὰ ἵππευαν δύο Ἰταλοὶ ἐν στολῇ.

Ὁ ἐπικεφαλῆς μὲ τὸ λευκὸ ἄλογο (φοροῦσε τρία γαλόνια), ἀρκετὰ κοντός, μὲ μπότες καὶ μαστίγιο, ἄρχισε νὰ φέρνει βόλτες μέσα στὸ χτῆμα, ἔφιππος πάντα, μιλώντας καὶ δείχνοντας κάθε τόσο κάτι στὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς κουνοῦσε τὸ κεφάλι καταφατικά. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα, καὶ ἀφοῦ εἶχαν πραγματοποιήσει ἀρκετὲς βόλτες κατὰ μῆκος καὶ πλάτος τοῦ χτήματος (ἐμᾶς δὲν μᾶς ἀξίωσαν βλέμματος), ἐκεῖνος μὲ τὸ καφὲ ἄλογο ἔγειρε βαθιὰ ἀριστερὰ πάνω ἀπὸ τὴ σέλα καὶ τράβηξε τὴ σιδερένια ἀμπάρα, μὲ τὴν ὁποία ἀσφάλιζε ἀπὸ μέσα ἡ πάνω πόρτα. Τὴν ἄνοιξε – καὶ ἔκανε τόπο νὰ περάσει ὁ κοντὸς ἀξιωματικός. Τὰ ἄλογά τους ἄρχισαν καὶ πάλι νὰ τρέχουν στὸν μακρὺ χωματόδρομο.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωί, ὅταν ἡ μάνα μου σηκώθηκε νὰ βράσει τὸ γάλα καὶ νὰ μᾶς ἑτοιμάσει, ἄρχισε αἰφνιδίως νὰ φωνάζει φράσεις σχεδὸν ἀκατάληπτες, ποὺ ξεσήκωσαν τὸν πατέρα μου καὶ ἐμᾶς: στὸ χτῆμα εἶχε κατασκηνώσει, ἀθόρυβα τὴ νύχτα, μιὰ ἰταλικὴ μονάδα μεταγωγικῶν, μὲ ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος μουλαριῶν. Κάτω ἀπὸ κάθε δέντρο, κυρίως στὶς ἀμυγδαλιές, τὶς ἀχλαδιὲς καὶ τὶς συκιές, βρισκόταν δεμένο ἀπὸ ἕνα μουλάρι, ποὺ εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ μασάει τὴ φλούδα τοῦ κάθε κορμοῦ.

Ὁ πατέρας μου, ἀλλόφρων, ἄρχισε νὰ τρέχει ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, ἀναζητώντας κάποιον ἐπικεφαλῆς. Στὸ τέλος ἕνας βαθμοφόρος τὸν ἀπώθησε βίαια καὶ τὸν ἔριξε στὸ χῶμα. Ἐμεῖς ὅλοι, κλαίγοντας γοερά, προσπαθούσαμε νὰ τὸν τραβήξουμε στὸ σπίτι. Τότε ἔπαθε τὴν πρώτη καρδιακὴ προσβολή.

Τὴν ἴδια ἐκείνη ἡμέρα σταμάτησε μὲ θόρυβο μπροστὰ στὴν πόρτα μας ἕνα μικρὸ στρατιωτικὸ φορτηγό, ἀπὸ ὅπου βγῆκαν τρεῖς Ἰταλοὶ φαντάροι, συνοδευόμενοι ἀπὸ ἕνα ντόπιο μοῦτρο («ἕναν παληάνθρωπο, ἕναν λεμβοῦχο»), ποὺ ἐκτελοῦσε χρέη διερμηνέως στὸν ἐπικεφαλῆς ὑπαξιωματικό.

Μὲ ὕφος ἀρειμάνιο (φοροῦσε κι ἕνα στραπατσαρισμένο δίκοχο), μᾶς δήλωσε ψυχρὰ ὅτι τὸ πατρικὸ τῆς μάνας μου στὸ κέντρο τῆς πόλης (ὅπου σχεδιάζαμε νὰ μετακομίσουμε) ἐπιτάσσεται, προκειμένου νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς κατοικία τοῦ Ἰταλοῦ διοικητοῦ καὶ τῆς φρουρᾶς του. Προσέθεσε, δέ, μὲ σημασία ὅτι ὁ Κολονέλος ἐπιθυμοῦσε νὰ δέχεται τὶς Ἀρχὲς σὲ σαλόνι ντυμένο μὲ βυσσινὶ βελοῦδο.

Πρὶν καταλάβουμε καλὰ καλὰ τί ἐννοεῖ, οἱ φαντάροι εἶχαν ὁρμήσει στὸ σπίτι καὶ κουβαλοῦσαν στὸ καμιόνι τὶς πολυθρόνες ἀπὸ τὸ σαλόνι μας. Μόνο ὁ καναπὲς τοὺς δυσκόλεψε κάπως.

*

Ὁ πατέρας μου πέθανε ἀπὸ καρδιὰ λίγο προτοῦ οἱ Ἰταλοὶ παραδοθοῦν στοὺς τέως συμμάχους τους, τοὺς Γερμανούς. Ἐγκατέλειψαν τὸ χτῆμα ἀφήνοντας πίσω τους ξεραμένα παλούκια· τοὺς περισσότερους κορμοὺς τῶν ξεραμένων ἀπὸ τὰ μουλάρια δέντρων τοὺς εἶχαν χρησιμοποιήσει γιὰ καυσόξυλα.

Τὸ ζευγάρι τῶν προσφύγων ἀπὸ τὴ Μικρασία, ποὺ διέμεναν μαζί μας ἀπὸ τὸ 1922, γνώριζε τρόπους νὰ ἀντιμετωπίζει τὶς καταστροφές: κατάφεραν νὰ ὀργώσουν τὰ χωράφια, ἔσπειραν στάρι (καί, μάλιστα, ἐξοικονόμησαν δύο ποικιλίες – τὴν πρώιμη «μεντάνα» καὶ τὸ ἀνεκτίμητο «ἀραπάκι»), ἔφτιαξαν κοτέτσια, ἀνάστησαν κοτόπουλα καὶ κουνέλια, κουβάλησαν μιὰ κατσικούλα μαλτέζα γιὰ τὸ γάλα, ἀκόμη καὶ φραγκόκοτες ἄρχισαν νὰ κυκλοφοροῦν, τὰ «φαραώνια», καθὼς τὰ ἔλεγαν· τὰ παγώνια, ποὺ φώλιαζαν πάνω στὰ ψηλὰ δέντρα, τὰ εἶχαν ἐξαφανίσει ἀπὸ καιρὸ οἱ Ἰταλοί.

Τότε (ἦταν τέλη Νοεμβρίου καὶ ἔβρεχε συνέχεια ἀπὸ τὸν ᾽Οκτώβριο), ἔγινε, γύρω στὰ μεσάνυχτα, ἕνας γερὸς σεισμὸς καὶ μέσα στὴ φοβερὴ καταιγίδα ποὺ συνεχιζόταν, ἀκούσαμε ξαφνικὰ ἕναν τρομαχτικό, ὑπόκωφο ὀρυμαγδό. Τὸ σπίτι ἄντεξε (δυὸ τοῖχοι του, ὅμως, παρουσίασαν ρωγμές), ἀλλὰ τὸ πρωὶ εἴδαμε πὼς εἶχε καταρρεύσει ἡ μεγάλη ἀποθήκη τοῦ χτήματος. Μόνο μία γωνία της εἶχε διασωθεῖ καί, κατὰ ἕναν ἀνεξήγητο τρόπο, συγκρατοῦσε ἕνα τμῆμα τῆς στέγης. Ἐκεῖ ἀκριβῶς, πάνω στὸ ἀκριανὸ κεραμίδι, καθόταν ἕνα μοναχικὸ πουλί (λίγο μεγαλύτερο ἀπὸ τρυγόνι, λίγο πιὸ μικρὸ ἀπὸ περιστέρι), πού, καθὼς ἔμαθα πολὺ ἀργότερα, λέγεται «δεκαοχτούρα».

*

Ἡ μετακόμιση ἔγινε (ἂν μπορῶ νὰ χρησιμοποιήσω αὐτὸν τὸν ὅρο) μὲ βαλίτσες, ποὺ κουβαλούσαμε ὅλοι σὲ ἀλλεπάλληλα δρομολόγια, μὲ τὰ πόδια. Ξεκινούσαμε ὅταν σουρούπωνε καὶ περνούσαμε ἀπὸ ἀπόμερους δρόμους, κακοφωτισμένους καὶ μὲ λάσπες, ἀποφεύγοντας συστηματικὰ νὰ συναντήσουμε κάποιον γνωστό. Τὰ περισσότερα ὑπάρχοντά μας τὰ ἀφήσαμε ἐκεῖ.

Τὸ τελευταῖο δρομολόγιο τὸ ἔκανα μόνος μου, μιὰ Κυριακὴ πρωὶ ποὺ δὲν εἴχαμε σχολεῖο. Ἐπισκέφθηκα ὅλα τὰ δωμάτια, ἐξετάζοντας τὰ παράθυρα, τὶς κλειδαριές, τοὺς σύρτες.

Ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη διάλεξα δυὸ τρία βιβλία – ἄδετα, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν βάρος, ἀλλὰ καὶ ἕνα πολὺ μικροῦ σχήματος καὶ ἀρκετὰ χοντρό, δεμένο μὲ μαῦρο δέρμα στὴ ράχη: ἦταν μιὰ παληὰ ἔκδοση τοῦ 1894 μὲ τὶς περιπέτειες (καὶ τὰ ψεύδη) ἑνὸς Γάλλου ἥρωα.

Μὲ τὸ μεγάλο, σιδερένιο κλειδί, κλείδωσα στὸ τέλος τὴν ἐξώπορτα (εἶχα φροντίσει νὰ λαδώσω ἐπιμελῶς τὴν κλειδαριά) καί, φεύγοντας, ἔριξα μιὰ τελευταία ματιὰ στὴν γκρεμισμένη ἀποθήκη. Ἡ μοναχικὴ δεκαοχτούρα καθόταν κουρνιασμένη στὸ ἴδιο πάλι κεραμίδι, ἀκίνητη μέσα στὸ κρύο καὶ στὴ βροχή. Μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ὅτι μὲ παρακολουθοῦσε.

*

Τὸ μεσημέρι τῶν Χριστουγέννων καθίσαμε οἱ τρεῖς μας νὰ φᾶμε μιὰ βραστὴ κότα μὲ ρύζι, μέσα σὲ ἕνα δωμάτιο παγωμένο καὶ ὑγρό. Ἀμέσως μετὰ τὸ φαγητὸ ὁ ἀδελφός μου πῆγε στὴ διπλανὴ αὐλή, ὅπου τὸν περίμεναν οἱ φίλοι του. Ἐγὼ κάθισα κοντὰ στὸ παράθυρο, τύλιξα τὰ πόδια μου μὲ μιὰ μάλλινη κουβέρτα καὶ πῆρα τὸ μικρό, χοντρὸ βιβλίο, κυττάζοντας ἀφηρημένα τὸν τίτλο του:

Ἀλφόνσου Δωδὲ
«Ταρταρῖνος ὁ ἐκ Ταρασκόνης»
Μετάφρασις ὑπό:
Ἀλ. Παπαδιαμάντη
Καταστήματα «Ἀκροπόλεως»
Β. Γαβριηλίδη

 

Κανένα ὄνομα δὲν μοῦ ἦταν γνωστό – ἀλλὰ οἱ περιπέτειες τοῦ ἥρωα, ποὺ τὶς διάβαζα σὲ μιὰ γλώσσα περίεργη (καὶ τὴν ὁποία δὲν πολυκαταλάβαινα), μὲ παρέσυραν ἐπὶ ὧρες σὲ ἄλλους, παράξενους κόσμους.

Κάποτε (εἶχε ἀρχίσει, πιά, νὰ σκοτεινιάζει) ἡ μάνα μου μπῆκε ἀθόρυβα στὸ δωμάτιο καί, χωρὶς νὰ πεῖ τίποτα, γύρισε τὸν διακόπτη τοῦ ἠλεκτρικοῦ, ἀνάβοντάς μου τὸ φῶς.

Ὁ χοῖρος

 

Μοῦ κάνει ἐντύπωση πόσο τρυφερὰ ἀναφέρονται, στὸ νησί, σὲ ὁρισμένα κατοικίδια. Γιὰ τὰ γουρούνια σπάνια χρησιμοποιοῦν αὐτὴν τὴ λέξη, συνήθως λένε ὁ χοῖρος.

— Ἐμεῖς δὲν μεγαλώνουμε πιὰ χοίρους, λέει ἡ Ἀργυρώ, μόνο κατσικάκια τρέφουμε. Τὴν τελευ-ταία φορὰ ποὺ εἴχαμε ἕνα γουρουνάκι, ἔτρεχε σὲ ὅποιον ἐρχόταν σπίτι, ξάπλωνε στὰ πόδια του, καὶ ζητοῦσε νὰ τὸ χαϊδέψουν, ὅπως οἱ γάτες. Κι αὐτὸ συνεχιζόταν μέχρι ποὺ μεγάλωσε, κι ἔγινε ὁλόκληρο θερίο… Τὰ Χριστούγεννα φώναξε ὁ ἄντρας μου ἕναν ποὺ ἔσφαζε τὰ μεγάλα ζῶα. Μόλις ἐκεῖνος μπῆκε στὴν αὐλή, ἔτρεξε ὁ χοῖρος, ξάπλωσε στὰ πόδια του ἀνάσκελα καὶ γουργούριζε γιὰ χάδια. Τὸν ἔσφαξε ἐπὶ τόπου ὁ χασάπης καὶ κατόπιν μοῦ ἔφερε τὸ κρέας στὸ σπίτι. Ἐμένα ἔσφαξες, τοῦ λέω.

1996

                                                                      Τὸ σκυλὶ

 

Ἐρχόταν μὲ τὸ τρακτεράκι καὶ ὄργωνε τὸ χτῆμα. Στὴν καρότσα, μπροστὰ μπροστά, καθόταν πάντα ἕνα μικρὸ μαῦρο σκυλί.

Ἦταν ἕνα ἀεικίνητο, ἐξαιρετικὰ παιχνιδιάρικο ζῶο, ἔλαμπαν τὰ μάτια του, γυάλιζε τὸ τρίχω-μά του, ὁ ἀφεντικός του τὸ εἶχε μὴ βρέξει καὶ μὴ στάξει. Ὅσες ὧρες ἐκεῖνος δούλευε, τὸ σκυλὶ ἔμενε ξαπλωμένο κάτω ἀπὸ τὴν καρότσα.

Δὲν θὰ ξεχάσω τὶς χαρὲς ποὺ ἔκανε, μόλις τέλειωνε ἡ δουλειά: ἔτρεχε πέρα δῶθε, κρεμιόταν πάνω μας, μᾶς ἔγλειφε, ὕστερα πηδοῦσε στὴν καρότσα καὶ βολευόταν, δίπλα στὸν ὁδηγό. Καθὼς τὸ τρακτεράκι ἀπομακρυνόταν, τὸ σκυλὶ γυρνοῦσε κάθε τόσο καὶ μὲ κύτταζε μὲ ἕνα ζωηρότατο καί (μπορῶ νὰ πῶ) εὐτυχισμένο βλέμμα.

Ἐφέτος ἦρθαν χωριστά  ὁ ἀφεντικὸς μὲ τὸ τρακτεράκι του, τὸ σκυλὶ 5-6 μέτρα πιὸ πίσω. Φαινόταν ἄκεφο, σὰν ἄρρωστο, τὸ βλέμμα του σὰν τρομαγμένο. Μάτην περίμενα νὰ πάρει τὴ γνώριμη θέση του κάτω ἀπὸ τὴν καρότσα· τράβηξε πιὸ πέρα, ἔπιασε τὸν ἥσκιο ἑνὸς δέντρου καὶ παρέμεινε ὅλη τὴν ἡμέρα ἐκεῖ.

Ρώτησα τὸν ἀφεντικό του τί συμβαίνει, ἂν εἶναι ἄρρωστο τὸ σκυλί.

Ἐκεῖνος ἔσκυψε τὸ κεφάλι, προσποιήθηκε τὸν πολυάσχολο, δὲν μοῦ ἀπάντησε.

Φεύγοντας τὸ ἀπομεσήμερο, κι ἐνῶ τὸ σκυλὶ τὸν παρακολουθοῦσε ἀπὸ μακριά, μοῦ ἐξομο-λογήθηκε:

 Τὸν χειμώνα ἄρχισε νὰ τρώει ξένες κότες, καὶ μὲ πίεζαν στὸ χωριὸ νὰ τὸ ξεκάνω. Τὸ πῆ-γα ἕνα βράδυ καὶ τὸ ἔριξα σὲ ἕνα ξεροπήγαδο. Δυὸ νύχτες δὲν ἔκλεισα μάτι, τὴν τρίτη πῆρα τὸν φακό, πῆγα στὸ πηγάδι, τράβηξα τὸ καπάκι καὶ εἶδα τὰ μάτια του νὰ μὲ κυττάζουν. Τοῦ ἔριξα ἕναν κουβὰ καὶ τὸ ἀνέβασα. Ἀπὸ τότε χάλασε ἡ φιλία μας, μένει μαζί μου, μὲ ἀκολουθεῖ, ἀλλὰ δὲν παίζει, οὔτε στὴν καρότσα ἀνεβαίνει πιά.


https://kichli.com/ilias-ch-papadimitrakopoulos-io-thisavros-ton-aidonion-i/



ΗΛΙΑΣ Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ – Ο ΟΒΟΛΟΣ




                                                                Η φλόξ 

                                                                    2001

Ο ΜΑΚΑΡΙΤΗΣ ὁ μπάρμπας μου ὁ Γιώργης, ἀδελφὸς τῆς μητέρας μου, δὲν ἦταν ἕνας ἁπλὸς συντάκτης τῆς τοπικῆς ἐφημερίδος καί (ἐκ παραλλήλου) ἀνταποκριτὴς ὅλου, σχεδόν, τοῦ ἀθηναϊκοῦ Τύπου – ἀλλὰ πραγματικὸς ρέκτης τῆς δημοσιογραφίας, ὁ ὁποῖος θεωροῦσε αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα ὡς μία ἀναφανδὸν ἄσκηση ἀπόλυτης ἐξουσίας. Ψηλός, ὀστεώδης, ἀεικίνητος, πληθωρικός, βιαστικός, ἀπρόβλεπτος, νευρικός, ὀξύθυμος, εὐέξαπτος ἁλώνιζε (μὲ τραῖνο, ἢ συνηθέστερα μὲ ταξί) τὴν Ἀχαϊοήλιδα, προκειμένου νὰ προλάβει καὶ νὰ μεταδώσει ὁποιαδήποτε εἴδηση, ἢ συμβάν. Πολλὲς ἀνταποκρίσεις του (ἰδίως ἐκεῖνες γιὰ φονικὰ ἢ αἱμομιξίες) ἀποτελοῦν μνημεῖα δημοσιογραφικοῦ θορύβου – κορυφαῖες, ὅμως, ὅλων ὑπῆρξαν αὐτὲς ποὺ πρόβαλαν τὶς ἰαματικὲς καὶ σωτήριες ἰδιότητες τῆς πικραγγουριᾶς.

Ξεκίνησε τὴν ἱστορία στὶς ἀρχὲς τοῦ 1952, πιωμένος ἐλαφρῶς, γιὰ κάποιο περιστατικὸ καρκίνου (κάπου στὸν κάμπο τῆς Ἠλείας) ποὺ θεραπεύτηκε ὡς διὰ μαγείας μὲ ἀφέψημα πικραγγουριᾶς, καὶ ξαφνικά, ὅταν ἡ ὑπόθεση ἄρχισε νὰ παίρνει διαστάσεις χιονοστιβάδας καὶ νὰ συρρέουν στὸν Πύργο πάσχοντες, συγγενεῖς, δημοσιογράφοι (ἀκόμη καὶ ἀνταποκριτὲς ἐφημερίδων τοῦ ἐξωτερικοῦ), βρέθηκε στὴν ἀνάγκη νὰ ἀνατροφοδοτεῖ τὴ μαζικὴ ὑστερία τῆς ἐποχῆς μὲ συνεντεύξεις τέως ἀσθενῶν, μαρτυρίες κοινοταρχῶν, φωτογραφίες ἰαθέντων, εὐχαριστήρια εὐγνωμονούντων συγγενῶν κ.ο.κ.

Ὀφείλω νὰ ἐπισημάνω ὅτι σὲ αὐτό, ποὺ σήμερα ἀποκαλοῦμε ρεπορτάζ, ὑπῆρξε κατὰ κάποιον τρόπο πρωτοπόρος: πολὺ πρὸ τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εἶχε ἀγοράσει μιὰ Κόντακ.

Ἡ φωτογραφικὴ αὐτὴ μηχανή, μὲ τὴν ὁποία ἐξασφάλιζε τὰ διάφορα ἐνσταντανέ (ὅπως τὰ ἀποκαλοῦσε), θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἀρκετὰ ἐξελιγμένη γιὰ τὴν ἐποχή της, ἀφοῦ (καθὼς διαπιστώνω τώρα, ἀναδιφώντας παληὲς φωτογραφίες του ποὺ διασώθηκαν) καὶ ὑψηλὲς ταχύτητες ἐξασφάλιζε καὶ μιὰ ἄκρως ἀξιόλογη ποιότητα λήψεως. Πάντως, χάρις σὲ ἐκείνη τὴν Κόντακ καὶ τὸν μπάρμπα μου, διαθέτουμε καὶ ἐμεῖς μερικὰ στιγμιότυπα ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια – τὸν πατέρα μου μὲ κουστούμι καὶ γιλέκο ἀπογευματάκι στὸν κῆπο, τὴ μάνα μου σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἀτημέλητη στὸ χτῆμα νὰ προσπαθεῖ νὰ ἀποφύγει τὸν φακό, τὸν μικρότερο ἀδελφό μου καὶ ἐμένα ἀνάμεσα στὰ λουλούδια, καθὼς καὶ τὸ μοναδικὸ σκυλὶ μὲ τὸ ὁποῖο μεγαλώσαμε δίπλα δίπλα, τὴν Φλόξ.

Ὁ μπάρμπας μου ἐμφανιζόταν στὸ χτῆμα ξαφνικά, σὲ ὧρες μᾶλλον ἀκαθόριστες, συνήθως ἀπομεσήμερο, ἐπειδὴ λόγω ἐπαγγέλματος πήγαινε γιὰ ὕπνο ξημερώματα. Πρὶν ἔρθει στὸ σπίτι, ἐπισκεπτόταν ἀνελλιπῶς ἕναν παρακείμενον ἐλαιώνα μας, ὅπου καὶ παρέμενε ἀρκετὴ ὥρα. Κάποτε ποὺ πῆγα ὣς ἐκεῖ γιὰ νὰ τὸν προϋπαντήσω, ἀναγκάστηκε νὰ μοῦ ὁμολογήσει ὅτι εἶχε ἐπισημάνει μέσα στὸ λιοστάσι ἕνα ἀπόκρυφο ὑψωματάκι τελείως ἀπομονωμένο, χῶρο ἰδανικὸν γιὰ ἕνα γερὸ χέσιμο, ἐνῶ ταυτοχρόνως μποροῦσε νὰ ἀπολαμβάνει τὸ ἤρεμο καὶ γλαφυρὸ τοπίο, τοὺς χθαμαλοὺς γήλοφους, οἱ ὁποῖοι περιζώνουν τὸν Πύργο, βουτηγμένους μέσα στὴν ἀχλύ, τὴν ὑγρασία καὶ τὸ πούσι, καθὼς καί (σὲ πρῶτο πλάνο) τὴ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ μὲ τὶς ἀπαστράπτουσες ράγες, ποὺ γυάλιζαν στὸν δυτικὸ ἥλιο. Κορυφαία συγκυρία (μοῦ ἀποκάλυψε, τότε) θεωροῦσε τὴν ταυτόχρονη διέλευση τοῦ τραίνου Πύργου-Ἀρχαίας Ὀλυμπίας, ἔτσι καθὼς περνοῦσε μέσα σὲ καπνοὺς καὶ ἀντάρες, ἀναστατώνοντας τὸ τοπίο καὶ σφυρίζοντας συνεχῶς, γεγονὸς τὸ ὁποῖο στὴν ἀρχή (μοῦ ἐξομολογήθηκε) τὸν ἐξενεύριζε, ἀλλὰ ὅπως διαπίστωσε μετὰ ἀπὸ ἐπιτόπιο ἔλεγχο ποὺ διενήργησε (καὶ τὴ σχετικὴ κατσάδα ποὺ ἐξαπέλυσε στὸν Κεντρικὸ Σταθμάρχη), οἱ κανονισμοὶ ἐπέβαλλαν στὸν μηχανοδηγὸ νὰ σφυρίζει συνεχῶς καθ’ ὅλη τὴ διαδρομή, δεδομένου ὅτι ὑπῆρχαν πολλὲς διασταυρώσεις μὲ ἐπαρχιακοὺς δρόμους καὶ ἀγροτικὲς ὁδούς, ἡ δὲ γραμμὴ διέγραφε σὲ ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν περιοχὴ μία τεράστια καμπύλη, ἡ ὁποία περιόριζε σημαντικὰ τὴν ὁρατότητα.

Κατεβήκαμε ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ σπίτι, ὅπου καὶ μᾶς ἀπαθανάτισε μὲ τὸν μικρὸ ἀδελφό μου καὶ τὸ σκυλί. Θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης, γιατὶ βλέπουμε τὰ χειμωνιάτικα κρινάκια νὰ ἔχουν μόλις ἀπανθίσει, ἐνῶ τὰ δέντρα στὸ βάθος δὲν ἔχουν ἀκόμη γεμίσει μὲ φύλλα. Μπροστὰ ἀπὸ μᾶς φαίνονται οἱ πέτρες ἀπὸ τὸ ποτάμι, μὲ τὶς ὁποῖες ὁ πατέρας μου χώριζε τοὺς διαδρόμους ἀπὸ τὰ παρτέρια. Ἐγώ, μὲ ὕφος προστατευτικὸ καὶ κάπως ἀρειμάνιο, κρατῶ μὲ τὸ δεξί μου χέρι τὸν κατὰ τέσσερα ἔτη μικρότερον ἀδελφό μου (ποὺ εἶναι σχεδὸν βρέφος), ἐνῶ ἀριστερά μου φωτογραφίζεται ἀκουσίως, γιὰ πρώτη καὶ μοναδικὴ φορά, ἡ Φλόξ.

Ὁ ἀδελφός μου (ἀβάφτιστος, ἀκόμη) φοράει ἕνα φορεματάκι ἀπὸ χοντρὸ βαμβακερὸ ὕφασμα, πράγμα σύνηθες ἐκεῖνα τὰ χρόνια καί (θὰ ἔλεγα) ἰδεῶδες, γιατὶ διευκόλυνε ἀφάνταστα τὴ λήψη καὶ ἐφαρμογὴ μέτρων τοπικῆς ὑγιεινῆς: ἔτσι, στὰ βρέφη ἔπλεναν καὶ ἀέριζαν τὰ ἀχαμνά τους, ἀντὶ νὰ τοὺς τὰ μαρινάρουν (ὅπως στὰ σημερινά) μέσα στὰ διάφορα πάμπερς…

Ἡ Φλὸξ κάτι μυρίζει. Δὲν βλέπουμε τὰ μάτια της, οὔτε τὸ λυπημένο της βλέμμα. Ἔχει χρῶμα καφὲ σκοῦρο μὲ λευκὰ μπαλώματα καὶ ἕνα κοντό, ἄγριο τρίχωμα, ποὺ δὲν διακρίνεται στὴ φωτογραφία – πῶς ἦταν δυνατόν, ἄλλωστε!

Στὴν Κατοχὴ παρουσίασε ξαφνικὰ παράλυση τῶν πίσω ποδιῶν, καθὼς καὶ τάσεις ἐπιθετικότητας. Κάποιοι γείτονες ἀποφάνθηκαν ὅτι ἔπασχε ἀπὸ λύσσα (ποὺ ἐνδημοῦσε στὸν τόπο μας) κι ἔτσι ἀποφασίστηκε ἡ ἐκτέλεσή της – πλὴν ὅπλα δὲν ὑπῆρχαν τότε. Ἕνας ἐργάτης ἀνέλαβε νὰ τὴν ἐκτελέσει, πλησιάζοντάς την ἀθόρυβα ἀπὸ πίσω, καὶ χτυπώντας την στὸ κεφάλι μὲ μιὰ ἀξίνα. Τὸ σκυλὶ ἀλαφιάστηκε, οὔρλιαξε καὶ χρειάστηκε νὰ τῆς καταφερθοῦν ἀλλεπάλληλα χτυπήματα.

Στὸ τέλος τῆς ἔκοψαν τὸ κεφάλι καὶ τὸ παρέδωσαν στὸ Ὑγειονομικὸ Κέντρο, γιὰ νὰ σταλεῖ στὸ Λυσσιατρεῖο στὴν Ἀθήνα, πρὸς ἐξέτασιν. Ἐμεῖς ἀρχίσαμε νὰ ὑποβαλλόμαστε ὁμαδικὰ σὲ ἀντιλυσσικὴ ἀγωγή: κάθε ἡμέρα μᾶς ἔκαναν κάτι τεράστιες ἐνέσεις στὴν κοιλιά.

Σὲ κάνα μήνα, κι ἐνῶ ἐξακολουθούσαμε αὐτὴ τὴν ἐπώδυνη διαδικασία, μᾶς εἰδοποίησαν πὼς μπορούσαμε νὰ τὴν διακόψουμε: ἕνα τηλεγράφημα ἀπὸ τὸ Λυσσιατρεῖο μᾶς πληροφοροῦσε ὅτι στὸν ἐγκέφαλο τοῦ σκυλιοῦ, δὲν βρέθηκαν οἱ χαρακτηριστικὲς ἀλλοιώσεις ποὺ ἀπαντῶνται ἐπὶ λύσσας.


https://kichli.com/ilias-ch-papadimitrakopoulos-o-ovolos-prodimosiefsi/

Αφιέρωμα του περιοδικού Νέο Επίπεδο στον Γιώργη Παυλόπουλο

 



















Αργύρης Χιόνης, Μικρή επιλογή ποιημάτων δεύτερο μέρος

 



Αργύρης Χιόνης, Μικρή επιλογή ποιημάτων πρώτο μέρος

 



Γιώργος Αράγης Για τη συλλογή πεζών του Γιάννη Η. Παππά Θαμπές ζωές (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2018).


alt
Ο Γιάννης Η. Παππάς

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/9567-pappas-i-giannis-kastaniotis-thampes-zoes-aragis

Πεζογραφήματα [1] ὀνομάζει ὁ συγγραφέας τά 33 πεζά πού ἀπαρτίζουν τόν τόμο Θαμπές ζωές. Τά πεζά αὐτά ἔχουν δομή παραδοσιακή, διαρθρωμένη χρονολογικά, τά περισσότερα (25) σέ πρῶτο πρόσωπο καί τά λιγότερα (8) σέ τρίτο, εἴτε μέ ἀφηγητή ἐνδοκειμενικό, εἴτε μέ ἀφηγητή θεατή ἤ καί ἀκροατή. Ὡς πρός τήν ἔκταση ἔχουμε διαφορές, μέ τό μικρότερο («Τά λευκά δόντια») νά εἶναι μιάμιση σελίδα καί τό μεγαλύτερο («Ἡ τελευταία φωτογραφία») δεκαπέντε σελίδες. Γενικά εἶναι κείμενα μικρῆς ἔκτασης. Μερικά διαδραματίζονται στό χωριό ἀπό τό ὁποῖο κατάγεται ὁ πεζογράφος (Χαλκιάδες Ἄρτας), ἀλλά καί σέ ἄλλα μέρη πάντα σχεδόν σέ σχέση μέ τίς μετακινήσεις τοῦ συγγραφέα. Ἱστορίες θά λέγαμε τῆς ἐπαρχίας κατά τό πρότυπο τῆς παλιότερης ἠθογραφίας. Ἀλλά ὄχι. Θά ἐξηγήσω παρακάτω τή διαφορά.

Ἐδῶ καί εἴκοσι, εἰκοσιπέντε, χρόνια, ἡ Ἀθήνα ἔχει χάσει τά πρωτεῖα στή διηγηματογραφία, διατηρώντας τήν ὑπεροχή στό μυθιστόρημα. Πρόκειται γιά τή σημαντικότερη ἐξέλιξη πού πραγματοποιήθηκε τά χρόνια αὐτά στόν τομέα τῆς πεζογραφίας μας. Ἡ ἀλλαγή, κρίνοντας ὑστερόχρονα, θά ἔλεγα πώς προαναγγέλθηκε μέ τά διηγήματα τοῦ Δ. Χατζῆ. Ἀκολούθησαν οἱ διηγηματογράφοι Γ. Ἰωάννου, Ν. Χριστιανόπουλος, Η. Παπαδημητρακόπουλος, Χ. Μηλιώνης, Θ. Βαλτινός. Κι ἔπειτα ἄλλοι νεότεροι, (Π. Σφυρίδης, Τ. Καζαντζής, Μ. Κουγιουμτζῆ, Τ. Καλούτσας, Γ. Σκαμπαρδώνης, Σ. Κοψαχείλης ἀπό τή Θεσσαλονίκη, Β. Τσιαμπούσης ἀπό τή Δράμα, Π. Μάρκογλου, Κ. Χαρπαντίδης ἀπό τήν Καβάλα, Γ. Ἄτζακας ἀπό τή Θάσο, Γ. Καισαρίδης ἀπό τή Βέροια, Η. Παπαμόσχος ἀπό τήν Καστοριά, Α. Βαναργιώτης ἀπό τά Τρίκαλα, Σ. Δημητρίου ἀπό τή Θεσπρωτία, Ε. Κίτσιου ἀπό τήν Κόνιτσα, Δ. Πετσετίδης ἀπό τή Σπάρτη, Κ. Λογαρᾶς ἀπό τήν Πάτρα, Α. Ἀλεβίζος ἀπό τήν Καλαμάτα, Γ. Μανουσάκης ἀπό τά Χανιά, κ.ἄ.). Στή σερά αὐτῆς τῆς διηγηματογραφίας ἀπό τήν ἐπαρχία ἔρχεται τώρα νά πάρει θέση τό βιβλίο τοῦ Γ. Η. Παππᾶ.

Θέλω νά σημειώσω πώς οἱ διηγηματογράφοι τῆς ἐπαρχίας, δέν εἶναι πιά φτωχοί συγγενεῖς τοῦ κέντρου. Ἀντίθετα ἔχουν πολύ καλή παιδεία, γνωρίζουν τίς σύγχρονες τάσεις, καί δέν εἶναι ἀνυποψίαστοι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἀφηγηματικούς τρόπους. Ἐπιπλέον ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι εἶναι συνεχιστές μιᾶς λαμπρῆς διηγηματικῆς παράδοσης, ὅ,τι καλύτερο δηλαδή ἔχει νά παρουσιάσει μέχρι σήμερα ὁ νεοελληνικός πεζός λόγος.

Θέλω νά σημειώσω πώς οἱ διηγηματογράφοι τῆς ἐπαρχίας, δέν εἶναι πιά φτωχοί συγγενεῖς τοῦ κέντρου. Ἀντίθετα ἔχουν πολύ καλή παιδεία, γνωρίζουν τίς σύγχρονες τάσεις, καί δέν εἶναι ἀνυποψίαστοι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἀφηγηματικούς τρόπους. Ἐπιπλέον ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι εἶναι συνεχιστές μιᾶς λαμπρῆς διηγηματικῆς παράδοσης, ὅ,τι καλύτερο δηλαδή ἔχει νά παρουσιάσει μέχρι σήμερα ὁ νεοελληνικός πεζός λόγος. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς στό μυθιστόρημα, παρόλη τή σύγχρονη ὑπερπαραγωγή, ποιοτικά ἡ Ἑλλάδα δέν συγκρίνεται μέ ἄλλες δυτικές χῶρες. Ἐνῶ δέν μειονεκτεῖ σέ τέτοια σύγκριση στόν τομέα τῆς διηγηματογραφίας, ὅπως δέν μειονεκτεῖ ἐπίσης στόν τομέα τῆς ποίησης.

Τό ὑλικό τους οἱ διηγηματογράφοι τῆς ἐπαρχίας τό ἀντλοῦν ἀπό πέντε κυρίως πηγές. Ἀπό τόν τόπο τῆς καταγωγῆς τους, ἀπό τόν Ἐμφύλιο πόλεμο, ἀπό τήν μετεμφύλια συνέχεια, ἀπό τήν ἀστική μετατόπιση τοῦ ἐλληνικοῦ χωριοῦ, ἀπό τή μετανάστευση τῆς ὑπαίθρου πρός τά ἀστικά κέντρα τῆς χώρας καί πρός ἄλλες χῶρες (Εὐρώπη, Ἀμερική, Αὐστραλία, Σοβιετική Ἕνωση). Τελευταῖα καί ἀπό τή μετανάστευση ἀλλοεθνῶν πρός τήν Ἑλλάδα. Ἐννοεῖται πώς οἱ παραπάνω διηγηματογράφοι δέν εἶδαν μέ τό ἴδιο μάτι καί δέν ἄντλησαν στό ἴδιο ποσοστό τό ὑλικό τους ἀπό τίς πηγές αὐτές.

Στήν περίπτωση τοῦ πεζογράφου, στόν ὁποῖο ἀναφέρομαι ἐδῶ, ἐκτός ἀπό τόν τόπο τῆς καταγωγῆς του, προέχει ἡ ἀστική μετάπτωση τοῦ ἑλληνικοῦ χωριοῦ καί ἡ μετανάστευση. Ὁ Ἐμφύλιος καί ἡ συνέχεια, ἔχει μικρή συμμετοχή, ἀλλά ὄχι μικρῆς σημασίας.

Μιλώντας γιά τόν τόπο τῆς καταγωγῆς του καί τήν ἀστική μετατόπιση τοῦ ἑλληνικοῦ χωριοῦ, χρειάζεται νά εἰπωθεῖ πώς τά ἑλληνικά χωριά στήν εἰκοσαετία 1960-1980 παρουσίασαν σημαντική ἀλλαγή. Ἀπό τή στιγμή πού ἔφτασε σ᾿ αὐτά τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, τό νερό μέσα στά σπίτια καί τό αὐτοκίνητο ἀπέξω ἀπό τήν πόρτα, ἀπόκτησαν λουτροκαμπινέ, ψυγεῖο, ἠλεκτρική κουζίνα, θέρμανση, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κ.λπ. Ἀκόμα καί τά νέα σπίτια χτίστηκαν μέ βάση τό τσιμέντο καί ὄχι τήν πέτρα ὅπως παλιά. Μιά ἀλλαγή πού δέν ἄφησε ἀπείραχτη καί τήν πολιτισμική πλευρά τῆς χωριάτικης ζωῆς. Αὐτό τό πέρασμα τοῦ χωριοῦ ἀπό τή μιά κατάσταση στήν ἄλλη μᾶς τό δίνει ὁ Γ. Η. Παππᾶς μέ πολύ ἁδρό τρόπο. Εἶπα νωρίτερα πώς τό βιβλίο του θυμίζει τήν παλιότερη ἠθογραφία, ἀλλά ἡ παλιότερη ἠθογραφία, τοῦ τύπου λ.χ. τοῦ Α. Καρκαβίτσα, παρουσίαζε τή ζωή τοῦ χωριοῦ ὅπως ἦταν, ἀμετακίνητη. Σταθερή, ζηλευτή ἤ ὄχι, πάντως χωρίς νεωτεριστικές ἀλλαγές. Στούς διηγηματογράφους τῆς ἐπαρχίας, ὅπως καί στήν περίπτωση τοῦ βιβλίου Θαμπές ζωές, ἔχουμε μιά κοινωνία σέ δυναμική κατάσταση – ὄχι σέ στατική· τήν ἑλληνική ὕπαιθρο σέ μεταβατικό στάδιο. Ἕνα στοιχεῖο πού διαχωρίζει τή νεότερη διηγηματογραφία ἀπό τήν παλιότερη τοῦ Ε. Ροΐδη, τοῦ Δ. Βικέλα, τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ, τοῦ Α. Καρκαβίτσα, τοῦ Α. Παπαδιαμάντη, κ.ἄ. Γιά τήν παλιότερη θά μποροῦσε νά μιλήσει κανείς, ἴσως ὄχι ἀκριβολογώντας, περί ἠθογραφίας. Μέ τή νεότερη ὡστόσο βρισκόμαστε μακριά ἀπό παρόμοιους χαρακτηρισμούς, καθώς ἡ ἀστική μεταβολή τῆς σύγχρονης ὑπαίθρου δέν βασίζεται στά ἐθιμοτυπικά δεδομένα τοῦ χωριοῦ. Στόν τόμο Θαμπές ζωές, ἔχουμε ἀρκετά κείμενα, πού δείχνουν, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, τό πέρασμα τοῦ παραδοσιακοῦ χωριοῦ πρός τήν ἀστική του ἐξέλιξη. Σημειώνω τά ἀκόλουθα. «Ἡ δερμάτινη μπάλα», «Δροσερά καλοκαίρια μιᾶς δροσερῆς ἐποχῆς», «Οἱ “καλοσύνες” τοῦ χωριοῦ», «Ὁ ἀφορεσμένος», «Τό ραντεβοῦ πού δέν ἔγινε», «Λεμονιά ἡ... ποιήτρια», «Τά μπλέ παπούτσια», «Οἱ φίλοι μας τά ζῶα». Στό τρισέλιδο «Οἱ “καλοσύνες” τοῦ χωριοῦ», λ.χ., ἀφοῦ γίνει λόγος γιά τή στερημένη καί σκληρή ζωή τοῦ χωριοῦ, μαθαίνουμε, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, πώς ὁ κόσμος ἀποπατοῦσε στή φύση. Ὄχι γιά ἄλλο λόγο, ἀλλά γιατί τά περισσότερα, ἄν ὄχι ὅλα, τά σπίτια δέν εἶχαν ἀπόπατους. Κάτι ὡστόσο πού ἀπόκτησαν, μέ διαταγή, τόν καιρό τῆς ἀπριλιανῆς δικτατορίας. Ἐνῶ «Τώρα ἔχουν ὅλοι τά ὡραῖα τους μπάνια...». Ὅμως τήν ἀλλαγή τοῦ χωριοῦ θά τή δοῦμε καί στό πεδίο τῆς νοοτροπίας, ἰδίως στήν ἀλλαγή πού συμβαίνει ἀνάμεσα στίς σχέσεις τῶν δύο φύλων – στήν κρίση τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς.

Ἡ μετανάστευση, ἡ ἐσωτερική κυρίως, ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική, συνοδεύει τήν πλειονότητα τῶν πεζῶν, καθώς συμμετέχει ὡς διηγηματικός ἱστός σέ ὅλα σχεδόν τά κείμενα τοῦ τόμου.

Ἡ μετανάστευση, ἡ ἐσωτερική κυρίως, ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική, συνοδεύει τήν πλειονότητα τῶν πεζῶν, καθώς συμμετέχει ὡς διηγηματικός ἱστός σέ ὅλα σχεδόν τά κείμενα τοῦ τόμου. Ταυτόχρονα καί ἡ συνδετική γραμμή χωριοῦ πόλης καί ἀντίστροφα δηλώνεται ἤ ὑποδηλώνεται στήν πλειονότητα τῶν κειμένων. Ἔτσι δέν θά ἐπιμείνω σ᾿ αὐτό τό κοινό ἔδαφος τῆς ἀφήγησης, ἀλλά σέ ὁρισμένες εἰδικότερες πλευρές της, στίς ὁποῖες τό μεταναστευτικό ἔδαφος δέν παύει νά ᾿ναι λίγο πολύ παρόν.

Ἕνας ἀριθμός πεζογραφημάτων ἀνήκει στήν κατηγορία πού θά τήν ἔλεγα σκίτσα προσωπογραφιῶν. Σ᾿ αὐτά, μέσα σέ λίγες σελίδες, ὁ συγγραφέας μᾶς δίνει τά βασικά χαρακτηριστικά ὁρισμένων ἀτόμων. Ὁρισμένων μέ τήν ἔννοια τῆς ἰδιαιτερότητας τοῦ καθένα, χωρίς νά ἔχουν κοινές ἐπιδιώξεις ἤ κοινούς προσανατολισμούς. Ἐκτός ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀκολουθοῦν τό μοναχικό ἄστρο τους μέ δυσανάλογη σχέση ἀνάμεσα στίς ἐπιθυμίες τους καί στά ἀποτελέσματα. Πρόκειται γιά ἄτομα τῆς κοινωνικῆς περιφέρειας, μέλη ὡστόσο τοῦ κόσμου μας, μέ κοινωνικές προεκτάσεις, πού προκαλοῦν τό συγγραφικό ἐνδιαφέρον. Στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκουν τά κομμάτια πού ἐπιγράφονται, «Ἡ Βασίλω», «Ἡ Νίτσα μέ τ᾿ ὄνομα», «Ὁ “Γερμανός”», «Ὁ “Κορεάτης”», «Ὁ Πασχάλης ὁ καυλιάρης», «Μιά νύχτα μ᾿ ἕναν τραμποῦκο», «Ὁ “Δεκατριάρης”», «Ὁ τραβεστί μέ τό σκυλί», «Ὁ Μῆτσος ὁ χασικλής», «Ὁ δόκιμος καί ἡ “θείτσα”», «Τά λευκά δόντια», «Ὁ σερβιτόρος».

Ἄλλα δυό σημεῖα τοῦ βιβλίου πού τραβοῦν τήν προσοχή εἶναι τά ἑπόμενα.

Τό πρῶτο ἀφορᾶ τίς σχέσεις ἀνάμεσα στά δύο φύλα στό πλαίσιο τοῦ γάμου. Κάνει ἐντύπωση ἡ δυσαρμονία αὐτῶν τῶν σχέσων καί ἡ κατάληξή τους. Πρόκειται συνήθως γιά σχέσεις ἀνάγκης καί συνεπῶς ἀρκετά συμβατικές. Μιλώντας ἔτσι, ἔχω κατά νοῦ τά πεζά, «Ἡ Βασίλω», «Ἡ Νίτσα μέ τ᾿ ὄνομα», «Ὄχι μπροστά στό παιδί», «Γιά χάρη τῶν παιδιῶν». Μία ἀπό τίς συζητήσιμες πλευρές αὐτῶν τῶν κειμένων ἀφορᾶ τίς ἐξωσυζυγικές ἐρωτικές σχέσεις τῶν γυναικῶν, ἰδίως ὅταν μεταναστεύουν στήν πόλη. Κάτι πού δέν ὀφείλεται, καθώς πιστεύω, σέ κακῶς ἐννοούμενες φεμινιστικές ἰδέες, ἀλλά σέ ἀντίδραση στά καταπιεστικά ἤθη καί στή στερημένη ζωή τῆς ὑπαίθρου. Οἱ ἄντρες τους, πιστοί στά κεκτημένα δικαιώματά τους, μένουν σχετικά ἀμήχανοι, τελικά ὅμως ὁ συντηρητισμός τους τούς ὠθεῖ κάποτε μέχρι τή βία καί τό ἔγκλημα. Ὁ συγγραφέας δέν δίνει ἐξηγήσεις, δέν συζητάει τά γεγονότα, μόνο τά ἐκθέτει. Πράγμα θετικό γιά τήν ποιότητα τῶν κειμένων.

Τό δεύτερο σημεῖο ἀφορᾶ πάλι ὁρισμένα πεζά τοῦ τόμου. Σ᾿ αὐτά αἰωρεῖται ἕνα ἐρωτηματικό, σάν νά περιμένει ὁ ἀναγνώστης κάποια ἐξήγηση πού δέν δίνεται. Ἐννοῶ, πρῶτα, τά κείμενα πού ἐπιγράφονται, «Ἡ τελευταία συνάντηση», «Τό ραντεβοῦ πού δέν ἔγινε», «Τά μπλέ παπούτσια» καί «Ὁ Πασχάλης ὁ καυλιάρης», στά ὁποῖα μένει ἀναπάντητη ἡ τελική στιγμή. Ἡ ἀπάντηση βέβαια λανθάνει, ἀλλά ὁ συγγραφέας μένει κι ἐδῶ στά γεγονότα. Στό πρῶτο κείμενο, δυό νέοι πού σπουδάζουν ἀγαπιῶνται μέ πάθος. Στό τέλος τῶν σπουδῶν τους, λόγω τῶν συνθηκῶν, χωρίζουν παρά τή θέλησή τους. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο συναντιῶνται στίς διακοπές τους, κάνουν παθιασμένο κρεβάτι γιά κάμποσες μέρες καί μετά χωρίζουν γιά πάντα. Στό δεύτερο, ἕνας καθηγητής νεοδιορισμένος σέ χωριό, πού ὑπῆρχε γυμνάσιο καί λύκειο, εἰδοποιήθηκε ἀπό τούς συνάδελφούς του νά μή μπλέξει μέ μαθήτριες, γιατί αὐτό θά σήμαινε ὑποχρεωτικό γάμο. Ἔτσι πέρασε ἕνας χρόνος, ἄν καί μιά ὄμορφη, λυγερόκορμη, μαθήτριά του πολύ τήν λιγουρευόταν. Ἀλλά κι αὐτή τό ἴδιο. Τόν ἑπόμενο χρόνο ἡ κοπέλα ἀποφοίτησε. Τότε, μέ τή βοήθεια μιᾶς φίλης της, κατάφεραν νά βρεθοῦν κρυφά γιά λίγο. Ὅμως ἤθελαν νά συναντηθοῦν πιό ἄνετα καί συμφώνησαν νά πάνε στήν πόλη σέ ξενοδοχεῖο. Ὁ καθηγητής πῆγε καί περίμενε, ἀλλά ἡ κοπέλα δέν ἐμφανίστηκε κι ἔκτοτε στό χωριό ἀπόφευγε τόν καθηγητή. Στό τρίτο ἕνα πολύ φτωχό παιδί τῆς Β΄ γυμνασίου, ἀρκετά μοναχικό καί κάπως διαφορετικό, τράβηξε τήν προσοχή τῶν καθηγητῶν του. Μέ τήν ὑπόδειξη τῶν γονιῶν του οἱ καθηγητές τοῦ ἀγόρασαν κάτι πού ἐπιθυμοῦσε, ἕνα ζευγάρι μπλέ ἀθλητικά παπούτσια. Καί τά ᾿δωσαν στούς γονεῖς του, ὥστε νά μήν καταλάβει τό παιδί πώς ἦταν δῶρο. Τή μέρα πού τά φόρεσε ὁ Ἀπόστολος πῆγε στό σχολεῖο του «σκεπτικός καί συννεφιασμένος» καί κάποια στιγμή τόν βρῆκαν νά χτυπάει τήν πόρτα τῆς αἴθουσας μέ τά καινούρια παπούτσια καί μετά νά κλαίει. Στό τέταρτο, ἕνας παιδικός φίλος τοῦ ἀφηγητῆ παινευόταν γιά γυναικάκιας, ὅμως τά γεγονότα ἄλλα ἔδειχναν. Μετά ἀπό πολλά χρόνια ἕνας ταξιτζής στήν Ἀθήνα τοῦ παινεύεται ὡς γυναικάς. Στόν ἀφηγητή θυμίζει τό κόψιμο τοῦ παιδικοῦ φίλου του. Κι ὅταν κατεβαίνει ἀπό τό ταξί φωνάζει στόν ταξιτζή, πού ἤδη ἀπομακρύνεται: «Ἄ, ρέ Πασχάλη καυλιάρη». Ἦταν αὐτός; Ἐκτός ἀπό αὐτά τά τέσσερα κείμενα θά πρόσθετα ἄλλα δύο. Τά: «Ἡ οὐρά τῆς ἀλεποῦς» καί «“Δύο ἀπ᾿ ὅλα”», κάπως διφορετικῆς ἐρωτηματικῆς ὑφῆς.

Ἡ ἀπόσταση ἀπό ἐκεῖνα τά χρόνια εἶναι μεγάλη, κάπου ἑβδομήντα χρόνια. Θά περίμενε γι᾿ αὐτό κανείς ἕναν πιό συγκρατημένο ἀφηγηματικό τόνο. Μέ μιά μεγαλύτερη ἐπιμονή στά περιστατικά, χωρίς φίλαυτες ἐξάρσεις, θά κέρδιζε πιστεύω περισσότερο τό κείμενο.

Μέ τόν Ἐμφύλιο σχετίζονται δύο πεζά τοῦ βιβλίου. Τό «Λίγο πρίν ἀπ᾿ τήν αὐγή» καί τό ἐκτενέστερο «Τό χιτώνιο ἤ “Ποιός θά μοῦ δώσει πίσω τά παιδικά μου χρόνια”». Καί τά δύο εἶναι δοσμένα ἀπό ἀριστερούς, ἐνδοκειμενικούς, ἀφηγητές. Ἀπό πρόσωπα πού μιλοῦν γιά τήν περιπέτειά τους. Στό πρῶτο μιά κοπέλα 21 χρονῶν βρίσκεται στή φυλακή γιά τά φρονήματά της καί τήν αὐγή πρόκειται νά ἐκτελεστεῖ. Δέν τήν πιάνει ὕπνος, αἰσθάνεται πώς ἔχει δικαστεῖ ἄδικα, ἀφοῦ τό μόνο πού ἔκανε ἦταν νά πολεμήσει τόν κατακτητή. Ἡ ἀφήγηση κλιμακώνεται, ὅσο περνάει ἡ ὥρα, μέ τίς στερνές σκέψεις καί τά αἰσθήματα τῆς κοπέλας. Νομίζω πώς ὁ συγγραφέας ἰσορρόπησε τό κείμενο ἐκφραστικά, χωρίς νά πέσει σέ μελοδραματικούς τόνους. Κάτι πού ἡ περίσταση τό εὐνοοῦσε. Τό πεζό αὐτό παραπέμπει ὁλοφάνερα στό διήγημα τοῦ Δ. Χατζῆ «Μαργαρίτα Περδικάρη». Τό δεύτερο κείμενο «Τό χιτώνιο...» ἀφορᾶ τήν ἱστορία μιᾶς γυναίκας, τῆς Ἀρετῆς Σκεύη-Μπακιρτζῆ πού, κοριτσάκι καί ἔκτοτε, ἔζησε τήν περιπέτεια τῶν παιδιῶν πού ἔφυγαν ἀπό τήν Ἑλλάδα μέ τό Παιδομάζωμα. Τά παιδιά αὐτά πέρασαν τά σύνορα, μπῆκαν στήν Ἀλβανία κι ἀπό κεῖ, μέσα ἀπό τή Γιουγκοσλαβία, πέρασαν στή Ρουμανία καί φιλοξενήθηκαν στήν Οὐγγαρία. Ἡ ἀπόσταση ἀπό ἐκεῖνα τά χρόνια εἶναι μεγάλη, κάπου ἑβδομήντα χρόνια. Θά περίμενε γι᾿ αὐτό κανείς ἕναν πιό συγκρατημένο ἀφηγηματικό τόνο. Μέ μιά μεγαλύτερη ἐπιμονή στά περιστατικά, χωρίς φίλαυτες ἐξάρσεις, θά κέρδιζε πιστεύω περισσότερο τό κείμενο.

Ἕνα πεζό μέ τίτλο, «Πίσω θά μᾶς πᾶνε καρφωμένους, ὅταν κλείσουμε τά μάτια», μᾶς δίνει τόν μονόλογο, μιᾶς Ἀλβανίδας πού ζεῖ στήν Ἑλλάδα. Στόν μονόλογό της διεκτραγωδεῖ τή μεταναστευτική ὁδύσσεια τῶν Ἀλβανῶν πρός τή χώρα μας μετά τό καθεστώς τοῦ Ε. Χότζα. Τό τελευταῖο καί ἐκτενέστερο γραφτό τοῦ τόμου ἐξιστορεῖ τή ληστρική δράση καί τό τέλος τοῦ Θωμᾶ Καντάρα στήν περιοχή τῆς Ἐλασσόνας.

Τά πεζογραφήματα τοῦ βιβλίου Θαμπές ζωές, παρουσιάζουν ποικιλία ὡς πρός τά θέματά τους, τούς προσανατολισμούς καί τούς προβληματισμούς τους. Ποικιλία ἐπίσης στόν ἀνθρωπογεωγραφικό τομέα.

Ἐλπίζω νά φάνηκε ἀπό τά παραπάνω πώς τά πεζογραφήματα τοῦ βιβλίου Θαμπές ζωές, παρουσιάζουν ποικιλία ὡς πρός τά θέματά τους, τούς προσανατολισμούς καί τούς προβληματισμούς τους. Ποικιλία ἐπίσης στόν ἀνθρωπογεωγραφικό τομέα. Ἔτσι που εἶναι δύσκολο νά ἐξεταστοῦν τά κείμενα αὐτά μέσα ἀπό μιά κοινή ὀπτική γωνία, ἐκτός ἀπό αὐτή μέ τήν ὁποία ἐπιγράφεται ὁ τόμος: Θαμπές ζωές. Χαρακτηρισμός πού μοῦ θυμίζει τό κλίμα πού ὑποβάλλει τό ποίημα τοῦ Γ. Σεφέρη «Ἀργοναῦτες», ἀπό τό Μυθιστόρημα, ὅπου ὁ τελευταῖος στίχος εἶναι: «Κανείς δέν τούς θυμᾶται. Δικαιοσύνη». Ἐντούτοις, πέρα ἀπό αὐτή τήν ἐκδοχή, ἔχουμε, σέ ἄλλο ἐπίπεδο, ἕναν ἄλλο κοινό παρονομαστή πού ἀφορᾶ ὅλα τά περιεχόμενα τοῦ βιβλίου. Τέτοιον κοινό παρονομαστή, ἰδιαίτερης μάλιστα σημασίας, συνιστᾶ ὁ λόγος τῶν κειμένων.

Τό πρῶτο πού βλέπουμε, σ᾿ αὐτά τά γραφτά τοῦ Γ. Η. Παππᾶ, εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Θέλω νά πῶ ὅτι ἡ γλώσσα πού χρησιμοποιεῖ ὁ πεζογράφος, ἀνταποκρίνεται στήν ἑκάστοτε ὀνομασία τοῦ ἀντικείμενού της. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχει τό ἀντικείμενο ὑπάρχει καί ἡ ἀνομασία του. Ἔτσι πού ἡ ὀνομασία νά δικαιώνεται ἀπό τήν ὕπαρξη τοῦ ἀντικείμενού της. Ἐννοῶ ὀνομασία χωρίς προσχηματικό κάλυμμα, χωρίς περιφράσεις, χωρίς ὑποκριτικές ὑπεκφυγές, χωρίς ἔμμεσους ὑπαινιγμούς. Ἡ ἐλευθερία στήν περίπτωση αὐτή βρίσκεται στό γεγονός ὅτι δέν ὑπακούει στίς κοινωνικές συμβάσεις περί σεμνότητας καί καθωσπρεπισμοῦ. Τό νά μιλᾶς δηλαδή κρυμμένος πίσω ἀπό τό δάχτυλό σου. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος δέν ἔχουμε προκλητικό λόγο, ὅπως συμβαίνει σέ γραφτά πορνό καί σέ γραφτά ἔντονης αἰσθηματολογίας. Ἐκεῖ ὑπάρχει σκόπιμη κατάχρηση τῆς γλώσσας, ἡ ὁποία δέν ὑπηρετεῖ καλλιτεχνικούς σκοπούς, ἀλλά ἀλλότριους στόχους. Στή συλλογή Θαμπές ζωές ὁ λόγος γίνεται πειστικός μέ τόν ἀπροσποίητο τόνο του καί τήν εὐθύτητα τῆς ἀναφορᾶς του. Σημειώνω ἐνδεικτικά μερικές φράσεις ἀπό τά περιεχόμενα τῆς συλλογῆς.

«...Πρώτη ἔπαιρνα τά νεογέννητα καί τά πέρναγα ἀπό τούς συγγενεῖς. Μπαμπάδες, παπποῦδες, θείους, θεῖες. Καί αὐτοί μέ χαρτζιλικώνανε. Ἔβγαζα καλά λεφτά. Χεσμένοι ὅπως ἤτανε ἀπό τή χαρά τους, εἶχα τά τυχερά μου...» (σ. 21).

«...Τόν θυμᾶμαι πού περιπολοῦσε μ᾿ ἕνα φακό φωνάζοντας κάθε τόσο: “Νά βλέπω τά χέρια ἔξω ἀπό τίς τζέπες”. Πάνω στίς ὁρμές μας, καυλώναμε ἀπό αὐτά πού βλέπαμε. Καί δέν ἦταν λίγοι ἐκεῖνοι πού τήν παίζανε μέσα στό σκοτάδι. Εἰδικά ὅσοι βρίσκονταν στόν ἐξώστη...» (σ. 27).

«...“Σιγά μήν πήγαινα ἐγώ”, μοῦ λέει [ὁ ταξιτζής], “μ᾿ αὐτή τήν πατσούρα. Ἐγώ, φίλε μου, ἔχω γυρίσει ὅλο τόν κόσμο κι ἔχω γνωρίσει μουνιά καί μουνιά. Δέν τόν χαραμίζω πλέον τόν ποῦτσο μου”...» (σ. 74).

Οἱ φράσεις αὐτές δέν γράφτηκαν γιά νά προκαλέσουν τόν ἀναγνώστη, ἀλλά γιά τήν ἀνταπόκριση τῆς ἔκφρασης στό ἀντικείμενό της πού εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς στιγμῆς. Γιά τήν ἴδια αἰτία ὁ Α. Παπαδιαμάντης, στά σκιαθίτικα διηγήματά του, ἔγραψε τούς διάλογους στό σκιαθίτικο ἰδίωμα. Ἄν οἱ παραπάνω φράσεις δέν γράφονταν ἔτσι, ἄν γράφονταν μέ σεμνότυφο τρόπο, ἔμμεσα, θά χανόταν ἡ ἀμεσότητα τοῦ λόγου.

Ὁ συγγραφέας δέν ξεμακραίνει ἀπό τόν κορμό τοῦ κάθε θέματος. Κάτι περισσότερο: πραγματώνει τήν ἀναπαράστασή του μέ τόν συντομότερο δυνατό τρόπο. Ἀποφεύγει τίς παρεκβάσεις, τίς περιστροφές καί τίς καθυστερήσεις. Ἡ γραφή του εἶναι γραφή τῶν λίγων λόγων ἤ, γιά νά τό πῶ ἀλλιῶς, γραφή τῆς ξηρολιθιᾶς.

Ἕνα δεύτερο γνώρισμα πού βλέπουμε στίς Θαμπές ζωές εἶναι ἡ προφορικότητά τῆς γραφῆς. Βέβαια δέν ἔχουμε ἀκριβῶς προφορικό λόγο, ἀφοῦ ἔχουμε μπροστά μας γραφτά κείμενα. Μολαταῦτα, ὅταν τά διαβάζεις, αἰσθάνεσαι πώς ἔχεις νά κάνεις μέ κάποιον πού στήνει κουβέντα. Κι αὐτό σημαίνει πώς ἡ συγκεκριμένη γραφή παίρνει γραμμή ἀπό τήν προφορική γλώσσα τῆς καθημερινότητας ἤ, ἀλλιῶς, ἀπό τήν καθομιλούμενη (τήν ἀστική καθομιλούμενη καί ὄχι τή δημοτική τῶν δημοτικιστῶν).Ἐδῶ καί δυό αἰῶνες, παρόλο τό παράδειγμα τοῦ Δ. Σολωμοῦ, τήν ψάχνουμε αὐτή τή γλώσσα. Βέβαια δέν μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστη. Ἀφοῦ, στήν πεζογραφία π.χ. εἴχαμε τήν παρουσία τοῦ Γ. Ξενόπουλου, τοῦ Γ. Θεοτοκᾶ, τοῦ Γ. Μπεράτη, τοῦ Γ. Ἰωάννου, τοῦ Κ. Ταχτσῆ, τοῦ Μ. Χάκκα, τοῦ Χ. Μηλιώνη, κ.ἄ. Ὅμως σήμερα βλέπω μιά ἀπόκλιση πρός μιά γλώσσα κυριλέ, σάν αὐτή τῆς τηλεόρασης, τῶν δημοσιογράφων καί τῶν πολιτικῶν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἔχει, νομίζω, κάποια σημασία τό γεγονός ὅτι οἱ Θαμπές ζωές μᾶς ξαναθυμίζουν τήν ἀφηγηματική ζωντάνια τοῦ προφορικοῦ λόγου. 

Ἕνα τρίτο γνώρισμα, πού διακρίνει τά πεζά τῆς συλλογῆς πού ἀναφέρομαι, εἶναι ἡ λιτότητα τῆς ἀφήγησης. Ὁ συγγραφέας δέν ξεμακραίνει ἀπό τόν κορμό τοῦ κάθε θέματος. Κάτι περισσότερο: πραγματώνει τήν ἀναπαράστασή του μέ τόν συντομότερο δυνατό τρόπο. Ἀποφεύγει τίς παρεκβάσεις, τίς περιστροφές καί τίς καθυστερήσεις. Ἡ γραφή του εἶναι γραφή τῶν λίγων λόγων ἤ, γιά νά τό πῶ ἀλλιῶς, γραφή τῆς ξηρολιθιᾶς. Δέν εἶναι πολύ συνηθισμένο τό νά ἀφηγεῖται κανείς χωρίς νά φλυαρεῖ.

Κάτι ἄλλο πού παρατηροῦμε στά συγκεκριμένα πεζογραφήματα, εἶναι ὅτι ὑποδηλώνουν μιά διακριτική φωνή. Πράγματι, ἀνάμεσα ἀπό τίς γραμμές τῶν κειμένων, αἰσθανόμαστε νά βγαίνει μιά κάποια φωνή. Ἀπό ὅλα τά πεζογραφήματα τοῦ τόμου ἡ ἴδια χαρακτηριστική ἠχητική παρουσία. Εἶναι ἡ φωνή τοῦ ὑποκείμενου πού μᾶς μιλάει κάθε φορά μέ ἕναν καί μοναδικό χρωματισμό φωνῆς. Μέ εἰδικότερα διακριτικά της τήν καθαρότητά της, τόν χαμηλόφωνο τόνο της, τήν χωρίς ἐξάρσεις μέση ἔντασή της, τήν εὐθύτητά της. Ἵσως αὐτή ἡ τελευταία ἰδιότητά της νά χαρίζει στά γραφόμενα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο στοιχεῖο, τήν εἰλικρίνεια πού τά διέπει.

Τελειώνοντας, θέλω νά πῶ πώς τά κείμενα τοῦ τόμου δέν ἔχουν ὅλα τήν ἴδια ποιότητα. Ὁρισμένα ὑπερέχουν. Ὅπως εἶναι, «Ἡ Λεμονιά ἡ ποιήτρια» (κορυφαῖο τοῦ τόμου), «Ὁ Πασχάλης ὁ καυλιάρης», «Οἱ “καλοσύνες” τοῦ χωριοῦ», «Ἡ τελευταία συνάντηση», «Τά μπλέ παπούτσια», «Ὁ δόκιμος καί ἡ “θείτσα”», «Ὁ τραβεστί μέ τό σκυλί», κ.ἄ.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ είναι κριτικός λογοτεχνίας.

[1] Ὀνομασία πού παραπέμπει σέ ὅμοιο τίτλο τοῦ Γιώργου Ἰωάννου.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Συνέντευξη με τον ποιητή Μιχάλη Γκανά


Συνέντευξη με τον ποιητή Μιχάλη Γκανά

 

Συναντήσαμε τον Μιχάλη Γκανά στον πολυχώρο του βιβλιοπωλείου Παπασωτηρίου στις 17 Οκτωβρίου 2007 και μας παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη:

 

Ερ: Σε όλες τις συλλογές σας και ιδιαίτερα στα “Γυάλινα Γιάννενα” αναδύεται η παιδική ηλικία και η μνήμη φαίνεται να λειτουργεί ως αφορμή για τη γραφή. Η Ποίηση είναι για εσάς βίωμα;

Μ.Γκ: Η βάση ναι, θα έλεγα ότι είναι αυτή- τουλάχιστον εγώ έτσι λειτουργώ. Δεν μπορώ την πολλή αφαίρεση, δεν μπορώ, αν θέλετε, αυτή την αίσθηση τού να βασίζεται κανείς σε διαβάσματα και σε σκέψεις. Βάση μου είναι το βίωμα-μιλάω περισσότερο για πράγματα που έχω ζήσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι κάτι πολύ πιο περιορισμένο απ’ ό,τι έχει να κάνει με την σκέψη και την ανάγνωση και τη μόρφωση και την καλλιέργεια- νομίζω ότι είναι εξίσου ισχυρό και, εν πάση περιπτώσει, έχει να κάνει με την ψυχοσύνθεση και με τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει ο καθένας.

 

Ερ: Μία μερίδα της κριτικής, ωστόσο, ή και των συναδέλφων σας, ακόμη, λογοτεχνών, υποστηρίζει ότι η κατάθεση του βιώματος ισοδυναμεί κατά κάποιον τρόπο με προδοσία του. Υπήρξαν στιγμές κατά τις οποίες αισθανθήκατε πως προδίδετε ένα κομμάτι του εαυτού σας;

Μ.Γκ: Ναι, πολλές φορές, αλλά έχω την αίσθηση ότι αυτό είναι μέσα στο παιχνίδι. Όταν κανείς αποφασίζει να εκτεθεί, ρισκάρει. Υπάρχει ο τρόπος τού να προφυλάσσεσαι- όχι απαραίτητα να κρύβεσαι, αλλά να μη θέλεις να εκτεθείς σε προσωπικό επίπεδο για πράγματα που έχεις ζήσει-, αλλά φοβάμαι ότι σε αυτές τις περιπτώσεις κι αν κανείς δεν είναι πολύ μεγάλος καλλιτέχνης, κινδυνεύει να είναι πάρα πολύ αραιό το έργο του, να μην έχει στέρεα βάση, να είναι στον αέρα εντελώς. Εγώ με το ρίσκο του να εκτεθώ προτιμώ αυτό που κάνω.

 

Ερ: Τι θεωρείτε ποιητική αρετή κι, αντίστροφα, τι καλλιτεχνική ανεντιμότητα;

Μ.Γκ: Καλλιτεχνικά ανέντιμο θεωρώ το να μην είναι κανείς συνεπής ως προς αυτό που αισθάνεται, να προσπαθεί να δείξει έναν άλλο εαυτό: ότι είναι πιο καλλιτέχνης απ’ ό,τι είναι, πιο ευαίσθητος απ’ ό,τι είναι, πιο υποψιασμένος… Ότι έχει διαβάσει τον τάδε και τον τάδε και τον τάδε και τον τάδε και τα χίλια δύο.

Νομίζω ότι ποιητική αρετή είναι να μένει κανείς πιστός σε αυτό που τον εκφράζει βαθύτερα, έστω κι αν αυτό εγκυμονεί τον κίνδυνο που λέγατε προηγουμένως, δηλαδή να κάνει τον αναγνώστη καμιά φορά να νιώθει αδιάκριτος- αλλά δε γίνεται αλλιώς, δεν υπάρχει τρόπος να γίνει αλλιώς, τουλάχιστον για μένα.

 

Ερ: Στον Ύπνο του Καπνιστή παρατηρούμε πως παραθέτετε ανομοιογενείς μεταξύ τους, ως προς το ρυθμό, στίχους (που ποικίλλουν από το μέτρο των δημοτικών τραγουδιών ως τον –λίγο πολύ- ελεύθερο στίχο) κι αλλού πως παρεμβάλλετε ανάμεσα σε ποιητικά κείμενα και κάποια πεζά που έχουν τον χαρακτήρα της μαγνητοφωνικής καταγραφής κι, ωστόσο, η συλλογή σας εντάσσεται στην κατηγορία Ποίηση. Πόσο ρευστά θεωρείτε ότι είναι τα όρια ανάμεσα στην Ποίηση και την Πεζογραφία;

Μ.Γκ: Είναι και δεν είναι. Δηλαδή, από την μια είναι και το έχω νιώσει στο πετσί μου: έχω γράψει ένα πεζογράφημα όλο κι όλο, το οποίο έχει αυτοβιογραφική βάση, τη Μητριά Πατρίδα, που έχει να κάνει με την ομηρία που ζήσαμε μετά τον Εμφύλιο και την επιστροφή μας στην Ελλάδα ως απαχθέντες το 1954, όταν δε γύριζε κανένας πολιτικός πρόσφυγας- αυτό εννοώ.

Γράφοντας αυτό το βιβλίο, όμως, ένιωσα ότι δεν είμαι πεζογράφος: ήταν ένα υλικό από το οποίο θα μπορούσε να βγει όχι ένα, αλλά τρία μυθιστορήματα, το πριν, το κατά και το μετά˙ κι εκεί που κάποιος άλλος θα μπορούσε να γράψει 300 σελίδες, εγώ το είχα φτάσει στις 60 όλες κι όλες. Έχω την τάση να αφαιρώ συνέχεια κι από αυτήν την άποψη είναι διαφορετικό.

Από την άλλη, όμως, πιστεύω ότι η βάση είναι ίδια κι από εκεί και πέρα είναι θέμα ρυθμών κι αντοχών. Έτσι, νιώθω ότι – το λέω έτσι εντελώς σχηματικά και μπορεί να ακούγεται και βάρβαρο- ο ποιητής είναι, αν πάμε στους δρομείς, σαν κατοστάρης, σε αντίθεση με τον πεζογράφο, ο οποίος είναι μαραθωνοδρόμος: χρειάζεται να έχει πνευμόνια, να μπορεί ν’ αναπτύξει τα θέματα. Να κατέβει, να έχει εντάσεις άλλες από την ποίηση, δηλαδή ν’ αραιώνει ο λόγος, να πυκνώνει, χωρίς να σημαίνει πως δεν έχει ποίηση η πεζογραφία. Έχει πολλή ποίηση και καμιά φορά έχει και καλύτερη ποίηση απ’ ό,τι η λεγόμενη ποίηση. Έτσι, βρίσκει κανείς πολύ περισσότερη ποίηση στον Βιζυηνό απ’ ό,τι σ’ έναν puro ποιητή, ο οποίος είναι- πώς να το πω- δεύτερος... Με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν διαφορές. Κι αυτό μ’ ενδιέφερε να δείξω στον Ύπνο του Καπνιστή, επειδή λίγο μ’ έχει κουράσει αυτό το άρτιο ποίημα, το εντελές ποίημα που δεν ξέρω αν μπορεί να ισχύσει στην εποχή μας στην οποία είναι τόσοι οι πειρασμοί που σε τραβούν απ’ το μανίκι κι οπότε δεν μπορείς να είσαι εκεί ή αν είσαι, είσαι λίγο ή δήθεν˙ το κάνεις, ας πούμε, γιατί πρέπει ιδεολογικά να το κάνεις, να υπερασπιστείς την καθαρότητα της ποίησης.

Εμένα μ’ ενδιαφέρει να είναι και λίγο μουτζουρωμένα τα πράγματα, γι αυτό βγήκα σε αυτόν το δρόμο: δηλαδή, μ’ ενδιέφερε περισσότερο το σπάραγμα, η κραυγή, αυτό που δεν είναι ακέραιο και που προσπαθεί, μισοτελειωμένο, κάτι να πει, να αρθρώσει έναν λόγο κι όλα αυτά μαζί, έπειτα, κάτι να λένε.

 

Ερ: Θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή πως ο λόγος (ή ένας από τους λόγους) που στα Μικρά συμπεριλαμβάνονται ποιήματα όλα μικρά σε έκταση, επιγράμματα, μονόστιχα είναι αυτός; Για να διαφυλαχθεί με αυτόν τον τρόπο ακέραια η ένταση του συναισθήματος και της πρώτης εντύπωσης; Σαν να εγκλωβίζεται έτσι η στιγμή;

Μ.Γκ: Όχι, είναι η αίσθηση που έχω. Δηλαδή είναι στιγμές που δεν μου περισσεύει ο λόγος, είναι ένα επιφώνημα, ας πούμε, το οποίο εκφράζεται με τρεις λέξεις. Άλλοτε, έχω τη διάθεση να πω κάτι περισσότερο, τότε γράφω, ας πούμε, ένα ποίημα αφηγηματικό, όπως τα Γυάλινα Γιάννενα που έχουν τέτοια ποιήματα. Άλλοτε, θέλω να τραγουδήσω και γράφω στίχους για τραγούδια˙ δηλαδή, είναι ανάλογα με τη διάθεσή μου.

Ερ: Κρίνοντας από την στάση της κριτικής απέναντι στα έργα σας, πιστεύετε ότι συμβάλλει ουσιαστικά στην εξέλιξη τη δική σας προσωπικά ως δημιουργού και της ποίησης γενικότερα;

Μ.ΓΚ: Μπορεί, δεν ξέρω... Δεν είμαι σίγουρος γι αυτά τα πράγματα, γιατί κακά τα ψέματα, εκτίθεσαι και όταν αυτά που γράφεις βγαίνουν στην αγορά, θα σε κρίνουν, δεν υπάρχει περίπτωση. Συνήθως, όμως, ο τρόπος με τον οποίο σε κρίνουν δεν υποκρύπτει ένα πνευματικό συμφέρον, αλλά υποκρύπτει άλλου είδους συμφέροντα που έχουν να κάνουν με την ιεραρχία των ποιητών.

Μπορεί αυτός που σε κρίνει να είναι ένας αποτυχημένος ποιητής, ο οποίος σου την έχει στημένη και θέλει εκείνη την ώρα να βγάλει το άχτι του. Με αυτή την σκέψη δε νομίζω ότι βοηθάνε. Σπάνια έχω βοηθηθεί από τις κριτικές, ακόμη και όταν είναι θετικές ή εγκωμιαστικές. Δεν το πολυεμπιστεύομαι αυτό το πράγμα. Πιστεύω, ίσως επειδή είμαι λίγο- πολύ αυτοδημιούργητος, όπως οι περισσότεροι στον χώρο και την χώρα μας- ότι μάλλον μόνος μου βρίσκω πού πατάω σε σάπιο ξύλο και πού όχι. Περισσότερο εμπιστεύομαι το ένστικτό μου, δηλαδή. Ίσως, γιατί δεν ευτύχησα να έχω μια, ας πούμε έτσι, συνολική εκτίμηση του έργου μου, ώστε να έχω μια πιο καθαρή εικόνα.

 

Ερ: Θεωρείτε πως κάποιος ο οποίος βγαίνει από μια σχολή Φιλολογίας έχει

ένα –σχετικό- πλεονέκτημα στη συγγραφή λογοτεχνικού έργου ή έχοντας

ζήσει από μέσα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Θεωρία και η Κριτική,

αυτό επιδρά μάλλον ανασχετικά;

Μ.Γκ: Αυτή είναι μια ιστορία στην οποία κάποιοι σαν τα μικρά παιδιά ανοίγουν ένα ρολόι για να δουν τί έχει μέσα και στο τέλος τούς περισσεύουν κάποιες βίδες. Δε θέλω να πω ότι συμβαίνει πάντα, γιατί μπορεί να γράφετε κι εσείς και άλλοι... Δε θέλω να πω ότι συμβαίνει πάντα, αλλά υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος σ’ αυτή την ιστορία. Τουλάχιστον όσον αφορά εμένα, νιώθω ευτυχής που δεν σπούδασα Φιλολογία, ενώ θα το ήθελα, θα το ήθελα πάρα πολύ. Πήγα στη Νομική, δάρθηκα εκεί πέρα 5-6 χρόνια, τα παράτησα, γιατί δεν μ’ ενδιέφερε η επιστήμη κι έκανα τα δικά μου. Με ενδιέφερε η Φιλολογία, αλλά το βλέπω σε κάποιους ποιητές: τους γίνεται τροχοπέδη και ίσως περισσότερο σε ποιητές που λειτουργούν περισσότερο με το ένστικτο, όπως είμαι εγώ.

Αφήνομαι στο πράγμα... Υπάρχουν ποιήματα που έχω την αίσθηση ότι μου υπαγορεύτηκαν, ότι απλώς τα αντέγραψα. Με αυτή τη λογική δεν σε βοηθάει, ας πούμε, το να ξέρεις πώς γράφεται ένα καλό σονέτο, γιατί εγώ στην συγκεκριμένη περίπτωση, θα το έκανα χάλια το σονέτο. Ενώ αφήνοντας τις χασμωδίες του, νομίζω ότι έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον για μένα.

 

Ερ: Κατά την επεξεργασία των ποιημάτων σας, πότε αισθάνεστε ότι πρέπει να σταματήσετε, προκειμένου να μην γίνουν μηχανικά; Προκειμένου να μην χάσουν κάτι από το συναίσθημα που εκφράζουν;

Μ.Γκ: Αρχίζω μ’ έναν τρόπο που με βοηθάει, γιατί δεν γράφω καθημερινά. Δεν έχω τη λογική του Ρίτσου, ο οποίος καθόταν κι έγραφε οκτάωρο ποίηση και δεν αποτελεί μομφή αυτό˙ ο Ρίτσος για μένα είναι πολύ σπουδαίος ποιητής, είναι άλλη λειτουργία απλώς. Εγώ, αν δεν έρθει το κύμα να με κατακλύσει, δεν μπορώ: πρέπει να περάσουν σιωπές, ιστορίες, η ζωή, διαβάσματα και κάποια στιγμή αυτό να είναι πιεστικό, να θέλει να βγει. Τότε νιώθω ότι περνάει από αφή πραγματική, οπότε το πολύ πράγμα έχει βγει εκεί- μετά η επεξεργασία είναι λιγότερη, δεν μου παίρνει πάρα πολύ χρόνο, ώστε να προβληματίζομαι πότε τελειώνει. Οπότε, έχω λίγα πράγματα να κάνω μετά. Βέβαια, δεν τα βγάζω αμέσως. Τα καθυστερώ, τα ψειρίζω να σιτέψουν, να τα δω, να τα ξαναδώ, αλλά είναι σ’ αυτό το επίπεδο. Μου χαρίζεται λίγο-πολύ από την αρχή, επειδή λειτουργώ με αυτόν τον τρόπο.

 

Ερ: Την τελική αποτίμηση των ποιημάτων σας την κάνετε, συνεπώς, εσείς ή έχετε κάποιο πρόσωπο που σας κάνει κριτική κι έπειτα διορθώνετε τα σημεία;

Μ.Γκ: Θεσμικά δεν έχω κανέναν που να το κάνει. Πρώτος και πιο αυστηρός αναγνώστης είναι η γυναίκα μου, η Πόπη, εκδότρια στις εκδόσεις Μελάνι, πάντα, όμως, έκανε αυτή τη δουλειά. Τα διάβαζε και την ευχαριστώ θερμά, γιατί αν κάτι δεν της άρεσε, το έλεγε. Καμιά φορά, σε αυτές τις ιστορίες αισθάνεσαι...τί να του πω τώρα, ας πούμε, και του το λες μελωμένα... Αυτό με επηρεάζει κι επίσης, κάποιοι καλοί φίλοι. Αλλά και πάλι λειτουργεί λίγο-πολύ κανείς σ’ αυτές τις περιπτώσεις –όχι μόνο εγώ, πιστεύω όλοι- σαν τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών που δέχεται τις εισηγήσεις, αλλά την απόφαση την παίρνει ο ίδιος. Δηλαδή, υπάρχει περίπτωση να μου πει ένας αγαπημένος φίλος του οποίου το κριτήριο εμπιστεύομαι πολύ για κάτι ότι αυτό, βγάλ’το, Μιχάλη και να μην το βγάλω, γιατί εγώ -και να’ναι, αν θέλεις, λάθος, δηλαδή η κριτική να πει ότι αυτό ήταν αδύνατο, αδιόρθωτο σημείο- το νιώθω έτσι κι αφού έτσι το νιώθω, για να είμαι έντιμος, πρέπει να το κάνω έτσι.

 

Ερ: Και κάτι πιο προσωπικό για το τέλος: πώς βιώσατε εσείς και η οικογένειά σας την ανάγκη σας να γράφετε;

Μ.Γκ: Αυτό είναι μια άλλη ιστορία...Είμαι γόνος αγροτικής οικογένειας και λίγο-πολύ το ότι είμαι ποιητής το φέρω και λίγο βαρέως με την έννοια ότι δεν υπάρχει αυτό το πράγμα στην παράδοση της οικογένειάς μου και της φάρας μου. Οι άνθρωποι έκαναν μια πολύ πρακτική δουλειά: όλοι ήταν αγρότες, ήταν σιδεράδες, ήταν κτηνοτρόφοι και λέγανε πώς βγαίνει αυτός ο τύπος από το πουθενά και κάνει αυτό το πράγμα το οποίο γι’ αυτούς δεν είναι τόσο ευχάριστο. Γενικά, νομίζω ότι σε μια οικογένεια ο ποιητής δεν είναι και το καλύτερο που μπορεί να σου τύχει και μιλάω για τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους μικροαστούς. Οι αστοί μπορεί να το ανέχονται, γιατί έχουν άλλους τρόπους, αν κρίνω από τον Εμπειρίκο και τον Ελύτη που τους είχαν κόψει και μισθό και επίδομα, γιατί ήτανε άλλη κατάσταση. Εντάξει, δεν είχανε πρόβλημα. Αλλά, όταν ο πατέρας και η μάνα μου περίμεναν από μένα να τελειώσω τη Νομική, να γίνω δικηγόρος, να πάω στην Ηγουμενίτσα, στα Γιάννενα ν’ ανοίξω γραφείο, να νιώθουν περήφανοι να με βλέπουν με γραβάτα, λευκό πουκάμισο και κοστούμι, αυτό δεν αναιρείται ακόμη κι αν –το λέω, για να γελάσουμε- έπαιρνα το Νόμπελ! Δηλαδή το πτυχίο της Νομικής που δεν πήρα ποτέ, δεν εξισώνεται με αυτή την ιστορία˙είναι ανώτερο!

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα http://www.litering.net

Αρχισυντάκτης: Κάλφα Βάγια

Συντακτική ομάδα: Βατάκογλου Έλσα, Βουνάση Γεωργία, Περδίκη Ελπίδα,

Πρασσάς Κωνσταντίνος, Κρυωνά Ειρήνη.


Μια συνομιλία του Γιώργη Παυλόπουλου με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο στο περιοδικό η λέξη

 




Απόσπασμα από τη συνέντευξη της Κικής Δημουλά στο περιοδικό η λέξη τχ. 194, Οκτώβρης- εκέμβρης 2007.

 

















ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...