Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Ανδρέας Φραγκιάς Ιστορία και επικαιρότητα στο μυθιστόρημα

 

Α΄ μέρος

ΣΕ ΤΟΥΤΟ τον τόπο, που πολλά έγιναν και πολλά συμβαίνουν ακόμα, κάθε τι

αποκτά ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα. Είναι ακόμα κι ένα μέτρο στο οποίο

δοκιμάζονται πολλά και ουσιαστικά. Σε τούτο το προωθημένο φυλάκιο του ελληνισμού,

αλλά και σε μια από τις προφυλακές του σημερινού κόσμου, αυτοί που ζουν εδώ

φέρνουν στους ώμους τους το φορτίο με το πολύτιμο περιεχόμενο του. Είναι κι ένα

διεθνές πρόβλημα που με τη σκληρή πραγματικότητα του γεμάτη αίμα καταστροφή και

δοκιμασία, εκφράζει και ανακεφαλαιώνει ένα γενικότερο ανθρώπινο αίτημα. Είναι

ακόμα και μια χαίνουσα πληγή που ο καθένας την έχει πάνω του.

Μ’ αυτά τα στοιχεία, όταν ένας λαός μικρός ή μεγάλος ζει μέσα στη θερμή ζώνη

και η πληγή αυτή είναι ορατή, καθημερινή και ανεξίτηλα χαραγμένη στο σώμα του

όταν η λύτρωσή του είναι πρωταρχικό ζωικό αίτημα και το αίτημα αυτό –

ακριβοπληρωμένο κι αδικαίωτο – ανταποκρίνεται στις ευρύτερες επιδιώξεις του

σημερινού ανθρώπου και η ικανοποίησή του θα πραγματωθεί μόνο αν

αποκατασταθούν θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες, τότε ο τόπος αυτός, οι άνθρωποί του

ως άτομα και ως σύνολο, μετέχουν και ζουν μέσα στην ιστορία.

Άρα, το θέμα που θα μας απασχολήσει υπάρχει εδώ ολόκληρο και ολοζώντανο, με

ένταση πρωταρχική. Η παρουσία της ιστορίας είναι αμείωτη στο πρόσφατο παρελθόν

και στο δραματικό παρόν της Κύπρου. Και μάλιστα με γεγονότα συγκλονιστικά και

ακραία. Το κεφάλαιο που άνοιξε πρόσφατα δεν έχει κλείσει. Στην εξέλιξή του μετέχουν

με όλες τους τις δυνάμεις, τα στοιχεία που το διαμόρφωσαν και η εξέλιξη αυτή παρ’ ότι

δεν σημειώνονται στα παρόν καθοριστικά γεγονότα, συνεχίζεται με διεργασίες σε άλλα

πεδία, ενώ παράλληλα διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο η στάση και η συμπεριφορά του

κυπριακού λαού. Έτσι, η συμμετοχή στην ιστορία γίνεται αναγκαστική και η ιστορική

φάση που διανύεται είναι βίωμα και ζήτημα ζωής. Αυτός ο βαθύτερος και πραγματικός

πυρήνας διαμορφώνει τις συνειδήσεις και τις κρατάει άγρυπνες, αυτός μορφοποιεί σε

συγκεκριμένες καταστάσεις το γενικότερο αίτημα της ζωής. Η ιστορία ζει και υπάρχει

μέσα μας είτε το θέλουμε είτε όχι, μας διαπερνάει και μας διαμορφώνει χωρίς να μας

ρωτήσει. Δεν έχουμε κανένα άλλο δικαίωμα από την αποδοχή της. Ο άνθρωπος είναι

αδύνατο να ζήσει έξω από αυτήν ό,τι και να κάνει. Θα βρίσκεται πάντα μέσα στην

ιστορία ως την τελευταία του στιγμή, είτε ασκητής γίνει, είτε φτάσει και στην έσχατη

απόδραση. Οι επιλογές αυτές θα έρθουν πάλι σαν αποτέλεσμά της. Ποιος μπορεί να

ισχυρισθεί ότι είναι αμέτοχος;

Η παρουσία της γίνεται εντονότερη όταν η ύπαρξύ μας και η ομάδα στην οποία

ανήκουμε βρίσκονται εξαρτημένες από τα γεγονότα, όταν τα μεγαλύτερα και τα

μικρότερα από αυτά διεγείρουν τον ψυχισμό μας, όταν οι εναλλαγές τους είναι φάσεις

του προσωπικού και του ομαδικού μας βίου.

Στην ατέρμονη διαδοχή των γεγονότων, αυτό που συμβαίνει σε κάθε στιγμή,

δηλαδή το τμήμα αυτό που παρατηρούμε και ζούμε αυτή τη στιγμή, είναι το κάθε φορά

επίκαιρο μέρος της ιστορίας. Όλη η ιστορία ήταν κάποτε επίκαιρη στιγμή. Επειδή όμως

η ιστορική διαδοχή περιλαμβάνει και διεργασίες όχι αμέσως ορατές που συντελούνται

σε μακρότερα διαστήματα και που συχνά είναι εκείνες που καθορίζουν το χαρακτήρα

των εποχών και των ανθρώπων τους, η επικαιρότητα είναι το ορατό στοιχείο της κάθε

στιγμής. Περιλαμβάνει δηλαδή τα άμεσα πραγματικά γεγονότα, αυτά που ζούμε και

αισθανόμαστε, τις σκέψεις και τις αντιδράσεις μας απάνω σ’ αυτό το στιγμιαίο

παράθυρο που ανοίγεται μπροστά μας στη διαδρομή της ζωντανής ιστορίας. Η

επικαιρότητα σαν μια στιγμή του Ιστορικού γίγνεσθαι, είναι και αυτή ιστορία που

διαφέρει ως προς τη διάρκεια, τον χρόνο και το βάθος της. Θα μπορούσαμε να την

παρομοιάσουμε με το κάθε «καρέ» μιας κινηματογραφικής ταινίας που πέφτει μπροστά

στο φακό μέσα στη ροή των εικόνων που θα δώσουν την κίνηση και την εξέλιξη. Η

ιστορία θα διαμορφωθεί από το σύνολο των εικόνων και των επεισοδίων όχι μόνο ως

άθροισμα περιστατικών, αλλά ως αίσθηση ζωής, σύνθεση δυνάμεων και καταστάσεων.

Αυτό όμως που λέμε επικαιρότητα δεν είναι απλό φαινόμενο. Η γνώση και η

κατάκτησή του δεν προσφέρεται με ευκολία. Μοιάζει περισσότερο με κάστρο που

πρέπει να εκπορθηθεί. Συνηθίσαμε να λέμε επικαιρότητα αυτό που μπορεί να

αποτελέσει «είδηση» με τη δημοσιογραφική έννοια. Ακόμα περισσότερο, κάτι που

μπορεί να αποτυπωθεί και φωτογραφικά. Κάθε τι που συμβαίνει δεν είναι όμως είδηση

και ο χαρακτηρισμός του γεγονότος, αν είναι ή δεν είναι, ποικίλλει από τόπο σε τόπο,

από τη μια στιγμή στην άλλη ,από το πλήθος των όμοιων περιστατικών και από πολλά

άλλα κριτήρια. Οπωσδήποτε όμως η άμεση επικαιρότητα γεννιέται από γεγονότα που

περιέχουν και αποτελούν είδηση σε όλους του βαθμούς και τις διαφοροποιήσεις που

παρουσιάζει το θέμα. Η είδηση όμως δεν παρουσιάζεται μπροστά μας ολοκληρωμένη, ο

κοινός πολίτης ούτε ακόμα και οι εφημερίδες δεν μπορούν να την έχουν εξ αρχής

ακέραια με όλες τις πλευρές της. Στις εφημερίδες χρειάζεται ρεπορτάζ από

εξειδικευμένους επαγγελματίες που θα αναζητήσουν και θα ανακαλύψουν τις

διάφορες όψεις της ώστε το αξιοσημείωτο γεγονός να πολιορκηθεί για να αποκαλύψει

τα περιστατικά που το συνθέτου. Είναι σαν τις ψηφίδες του μωσαϊκού που πρέπει να

μπουν σε τάξη για να δώσουν την εικόνα. Το άθροισμα των γεγονότων μιας ημέρας

αποτελεί τη φυσιογνωμία της, περιέχει τον παλμό της ζωής στη δεδομένη τομή του

χρόνου αλλά και πάλι το πλήθος και η άμορφη συσσώρευσή τους δεν αρκεί αν δεν

επιλεγούν και αξιολογηθούν για να συνθέσουν μια αναγνωρίσιμη μορφή, να δοθεί

δηλαδή η ταυτότητα και ο χαρακτήρας της ημέρας. Η πραγματική κατάκτηση ενός

γεγονότος είναι δύσκολο εγχείρημα.

Στα επόμενα στάδια, η είδηση θα γίνει χρονογράφημα, σχόλιο, άρθρο έρευνα,

αντικείμενο μελέτης. Όσο δηλαδή απομακρύνεται από το σήμερα, αλλάζει διαδοχικά

μορφές που κλιμακώνονται σε διάφορα στρώματα καθώς προσφέρονται κι άλλα

στοιχεία ή επικαλύπτονται από νεώτερα γεγονότα. Τα γεγονότα όμως, δεν λήγουν

μόλις τελειώσει η ειδησεογραφική τους φάση. Πέρα από το μετασχηματισμό και τις

ιδιαίτερες διεργασίες τους, λειτουργούν ανάλογα με το δυναμικό τους για να

σχηματίσουν το κλίμα και την ατμόσφαιρα του παρόντος. Έτσι η γενική έννοια

επικαιρότητα έχει πολλά ασταθή στρώματα που ανεβοκατεβαίνουν σε διαδοχικά

επίπεδα για να διαμορφώσουν σε διάφορους βαθμούς την έμμεση επικαιρότητα. Η

εφημερίδα, σαν καθρέπτης και αρχείο της επικαιρότητας, δεν είναι ούτε θέλει να είναι

ιστορία ή λογοτεχνία. Το άθροισμα των δημοσιευμάτων μπορεί να μας δώσει πολλά

χρήσιμα πράγματα, δεν θα είναι όμως ποτέ ιστορία, ούτε σαν θετικό έργο λόγου.

Στη λογοτεχνία, η γραμματική παράθεση των περιστατικών της επικαιρότητας θα

μας δώσει ένα «χρονικό» που κατά κανόνα περιλαμβάνει τις ειδήσεις από τον ατομικό

μικρόκοσμο ή από τον ομαδικό κύκλο εκείνου που το γράφει. Το «χρονικό» παραθέτει

τα επεισόδια μιας φάσης χωρίς να ενδιαφέρεται για τη σημασία, τα κίνητρα και τα

αποτελέσματα τους παρά μόνο αν σημειωθούν με άλλα επίσης καταγράψιμα

περιστατικά .Όσο πολύτιμο και ανεκτίμητο υλικό κι αν είναι για την σύνθεση της

ιστορίας, δεν είναι ιστορία ούτε και λογοτεχνία.

Στην αφηγηματική πεζογραφία, ο συγγραφέας γίνεται, έστω και χωρίς να το θέλει,

ένας ρεπόρτερ που με την ευαισθησία, τη διαίσθηση και το οπτικό του πεδίο διερευνά

να επιλέγει αδιάκοπα τα στοιχεία της επικαιρότητας, θέλει να τη γνωρίσει πληρέστερα

είτε τη χρησιμοποιήσει άμεσα είτε όχι σ’ αυτά που γράφει. Τα γεγονότα, μικρά ή

μεγάλα καταγράφονται και κατασταλάζουν αλλεπάλληλα, αθροίζονται για να

συνθέσουν τη διαρκέστερη επικαιρότητά του, δηλαδή την εποχή του. Είναι η

πολυσύνθετη μάζα από εξελισσόμενες δυνάμεις και καταστάσεις, δηλαδή το σύνολα

των ενεργειών που καθορίζουν τη συγκεκριμένη ιστορική φάση. Πρέπει να ξέρει τον

κόσμο που τον περιβάλλει και ως προς τις μεταβολές που μπορούν να γίνουν

αντιληπτές και να εκτιμηθούν αλλά και ως προς εκείνες που συμβαίνουν στα διαδοχικά

επίπεδα, γιατί σ’ αυτά οι διάφορες περίοδοι δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν όλες μαζί,

γιατί οι διαδικασίες δεν προχωρούν μετωπικά σαν στρατιωτική παρέλαση, αλλά

ολοκληρώνονται άλλες σε μακρότερα και άλλες σε συντομότερα διαστήματα.

Η ιστορία σαν επιστήμη μελέτης των μεταβολών και των εξελίξεων σε ανθρώπινες

κοινωνίες και σε ευρύτερα σύνολα, ακολουθεί τους νόμους της ως προς την έρευνα και

την αξιολόγηση των στοιχείων. Γι’ αυτήν όλες οι εποχές είναι επιστημονικά ισότιμες

όπως και τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι άξια μελέτης άσχετα αν αυτά είναι η δεν

είναι έργα τέχνης. Η επιστημονική έρευνα δεν ενδιαφέρεται μόνο για τα

αριστουργήματα. Την απασχολούν περισσότερο οι σταθμοί και οι εξελίξεις. Η

αξιολόγησή τους τα κορυφώματα και οι παρακμές ανήκουν σε άλλα πεδία έρευνας και

κριτικής.

Η λογοτεχνία δεν είναι επιστήμη, ούτε έρευνα ούτε και συλλογή περιστατικών. Τα

χρησιμοποιεί σαν πρώτη ύλη ως αναγκαία και μόνα στοιχεία που θα διαμορφώσουν το

συγκεκριμένο έργο. Την επικαιρότητα τη ζούμε όλοι αναγκαστικά και αναπόφευκτα

ανάλογα με το βαθμό που μετέχουμε σ’ αυτήν, τα μέσα της παρατήρησής μας, τη θέση

του παρατηρητηρίου μας και την ευαισθησία που διαθέτουμε για να αισθανθούμε σαν

ζωντανοί οργανισμοί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και το βάθος των περιστατικών που μας

περιβάλλουν. Ο λογοτέχνης δεν είναι ένα μυθικό ή ξεμοναχιασμένο άτομο, ένα μάτι

που βλέπει λαθραία από μια τρύπα, ούτε ο υπερφυσικός καταγραφέας ενός

μεταφυσικού αρχείου. Είναι ένας ζωντανός καθημερινός άνθρωπος που ζει και πάσχει,

συγκινείται, ενθουσιάζεται και απογοητεύεται, μέσα στο σύνολο. Σαν μονάδα

περιορίζεται από τα όρια της ατονικής του εμπειρίας. Είναι ένας δέκτης που η

ευαισθησία του επεξεργάζεται τις επιδράσεις που δέχεται για να τις αναμεταδώσει με

ένα μήνυμα γραμμένο σε άλλο κώδικα , με το έργο του.

Αν όμως ο λογοτέχνης είναι το άτομο που εκφράζει τους ερεθισμούς, τα

συναισθήματα και τις αντιδράσεις του στα γεγονότα, το σύνολο της λογοτεχνίας δίνει

πρισματικά, πάνω από τις ατομικές περιπτώσεις, τη σύνθεση των περιστατικών που

εκφράζονται από διαφορετικές θεωρήσεις και γραφές. Η λογοτεχνία είναι ο

πολυσύνθετος ευαίσθητος σεισμογράφος που στην καταγραφική ταινία του μπορούν

να διαβαστούν οι κραδασμοί, οι συγκινήσεις, οι ελπίδες και τα όνειρα του ευρύτερου

συνόλου στο οποίο και αυτός ανήκει. Αν οι κραδασμοί αυτοί μελετηθούν προσεκτικά,

θα βρούμε ενδείξεις για την κατάσταση του υπεδάφους, θα μπορέσουμε να

εκτιμήσουμε τη σύστασή του, και τις αιτίες που το κινούν. Η σειρά των κραδασμών

χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία και την εξέλιξη των δυνάμεων που λειτουργούν. Αυτά

όμως είναι ζητήματα εργαστηρίου και μετρήσεων. Η λογοτεχνία κατεβαίνει ως τις ρίζες

της ιστορίας, καταδύεται και αναπτύσσεται μέσα σ’ αυτήν, ενώ ταυτόχρονα είναι και

στοιχείο από το οποίο η ιστορία μπορεί να αντλήσει μαρτυρίες, και πολύτιμες

καταθέσεις. Αρκετά συχνά ξέρουμε τα γεγονότα, δεν ξέρουμε όμως το κλίμα της ζωής,

την ιδεολογική, την πολιτική ατμόσφαιρα, τα ρεύματα και τις δυνάμεις του

πνευματικού και του ψυχικού βίου, τη στάση των ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα

και τα αποτελέσματα που έχουν αυτά στον καθημερινό βίο. Η λογοτεχνία όμως δεν

εργάζεται για χάρη της ιστορίας ούτε είναι μέσα στους σκοπούς της να την υπηρετεί. Αν

αυτό συμβαίνει, είναι δευτερογενές. Η λειτουργία της είναι ερευνητική, στην

προσπάθεια της όμως να ολοκληρώσει την αίσθηση που προκαλούν τα γεγονότα,

αποτυπώνει το χαρακτήρα τους προχωρώντας βαθύτερα και πολλές φορές αυτό

συμβαίνει πριν ακόμα τα γεγονότα διερευνηθούν ιστορικά. Μερικές φορές φτάνει και

σε προβλέψεις, όπως στον Κάφκα που σε χρόνο ανύποπτο οι συνιστώσες του παρόντος

τον οδήγησαν να περιγράψει μεταγενέστερες καταστάσεις από το κλίμα του άγχους και

τις μεθόδους του ναζισμού.

________________________________________________________________________

*Το κείμενο αποτελεί ομιλία του Ανδρέα Φραγκιά που έκανε στο Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο στη

Λευκωσία την 1η Νοεμβρίου του 1980. Εδώ δημοσιεύεται το πρώτο μέρος. Τα άλλα δύο μέρη θα

δημοσιευτούν αργότερα. Είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύεται το κείμενο στην Ελλάδα.

Χριστόφορος ΜΗΛΙΩΝΗΣ Νίκος Μπακόλας : Η ατελείωτη γραφή του αίματος, μυθιστόρημα, Κέδρος 1996

 

 


Στα 1923, έξω από κάποιο χωριό της Χαλκιδικής, σ' ένα μισοθερισμένο χωράφι, κάποιος «ξενομερίτης» χωροφύλακας σκοτώνει μια νεαρή χήρα και την αδελφή της και αυτοκτονεί με το υπηρεσιακό τού περίστροφο, αφήνοντας ορφανό ένα βρέφος, κοριτσάκι της χήρας. Αιτία: το τυφλό ερωτικό πάθος και η αρχέγονη αντίληψη του χωροφύλακα πως «τέτοιες ιστορίες ξεπλένονται μονάχα με αίμα».

Έτσι ξεκινάει αυτή η «ατέλειωτη γραφή του αίματος» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Νίκου Μπακόλα, που εκτείνεται σε 33 κεφάλαια (όσα και τα χρόνια του Χριστού)χωρίς ουσιαστικά να τελειώνει και ούτε βέβαια να τελειούται, να τελειώνεται δηλαδή, αφού στο τέλος κάποιοι απομένουν, για να την ξαναγράψουν πάλι από την αρχή. Έτσι που το τελευταίο κεφάλαιο θα μπορούσε να είναι και πρώτο, «κατά κάποιαν έννοια». Η αμαρτία, όπως και στην τραγική αντίληψη, σέρνει στη δίνη της ενόχους και αθώους: «Οφείλω -λέει ένα από τα πρόσωπα -να εξομολογηθώ τα βάσανά μου, που είναι ίσως και αμαρτίες, μια και ο βίος όλων μας μια αμαρτία είναι, απέραντη ή μια Αμαρτία» -με Α κεφαλαίο.

Το βρέφος που βρέθηκε στον «αγρό του αίματος» θα καταλάβει το κέντρο της αφήγησης. Και καθώς το ένα φέρνει το άλλο -στη ζωή και στη διήγηση -η ιστορία πηγαινοέρχεται από τη Φλώρινα έως τη Μάνη (και ίσως ως την Κρήτη) και ξεδιπλώνεται με φαντασία και αίσθημα και με πολλή επιδεξιότητα, για να σμίξει με την άλλη Ιστορία -με Ι κεφαλαίο -και να φτάσει προς τα πίσω ως το Μακεδονικό αγώνα, και ύστερα να μπει στο μεγάλο ποτάμι του αίματος: του πολέμου του ' 40, της Κατοχής και του Εμφυλίου, ως τις παραμονές της χουντικής δικτατορίας. «Μια ιστορία παραφροσύνης»λέει ο αφηγητής.

Τα πρόσωπα: το Βρέφος που είπαμε, και που θα ονομαστεί, κατά σειράν, Λαζαρίνα ή Ρήνα ή Ειρήνη ή Ελισάβετ ή Βέτα, που ως ανταρτίνα, στον Εμφύλιο, μεταμορφώνεται σε Βέτας. Πίσω της ο Βρανάς και η Βράναινα (ονόματα που μας πάνε ως το Βυζάντιο) και δίπλα της ο Λάζαρος, που την αρραβωνιάστηκε όταν ήταν ακόμη νήπιο και μοιράστηκε ύστερα, θέλοντας και μη, τα παθήματά της ­κι αυτή τα δικά του. Κοντά τους ο προστάτης Παππούς, αλλά και ο ιερέας του, με τις επί όρους συνομιλίες, και ο Συνταγματάρχης Μάρκος, «0 ευπατρίδης από της εύανδρο Ηλεία», που άρχισε ως Μακεδονομάχος και τελειώνει ως ταγματασφαλίτης στην Πηγάδα του Μελιγαλά. Επίσης ο Μαθιός (Ματθαίος), πρώην έμπορος φυσιοδίφης και μετεωρολόγος, που ψάχνει να βρει την ταυτότητά του ( σαν το μακαρίτη Ματθίας Πασκάλ, του Πιραντέλο ), ο εσπεραντιστής γιατρός Λουκάς και ο Ιωάννης Βροντερός -Μάρκος, Ματθαίος, Λουκάς και Ιωάννης, ανακεφαλαιώνω και υπογραμμίζω. Και καμιά δεκαριά ακόμη πρόσωπα, όλα παιδιά της εποχής τους, σε άμεση συνάφεια μαζί της, που τα ονόματά τους ωστόσο παραπέμπουν πολύ συχνά στην άλλη Γραφή (με κεφαλαίο Γ ), την Παλαιά και την Καινή, όπως και ο Ηλίας, η Βηθλεέμ και η Γεσθημανή, και τέλος η Αναστασία (0 καρπός του Λάζαρου και της Ελισάβετ) που θα συνεχίσει το δράμα -το ανθρώπινο και θείο μαζί. Παραπέμπουν, δε θα πει αλληγορούν, ότι δηλαδή το επαναλαμβάνουν με άλλα λόγια, αλλά το υπενθυμίζουν, για να προσδώσουν στα ιστορούμενα αρχετυπικό χαρακτήρα.

Η ιστορία ξεκινάει, όπως είπαμε, στην ύπαιθρο, εκτείνεται στην αρχέγονη γη της Μακεδονίας, εκεί όπου μπορούν ακόμη να εντοπισθούν οι παθογένειες και να ανιχνευθεί η γραμμή του αίματος. Αλλά κυρίως εκεί όπου «τα θαύματα λειτουργούν ακόμη» αποκαλυπτικά, και οι θρύλοι ευδοκιμούν, όπου τα ανθρώπινα προοιονίζονται από τέρατα και σημεία, μυθοποιούνται και μυθολογούνται, όπου τα «φυσικά» δένονται με τα υπερφυσικά και τα μεταφυσικά. Και καθώς η προσωπική μοίρα συνυφαίνεται με την ιστορική, ο μύθος γίνεται τελικά μίτος, μήπως και βρεθεί άκρη μέσα στον παραλογισμό. Η αφήγηση, από τη μέση του βιβλίου και πέρα, διολισθαίνει στην πόλη της Θεσσαλονίκης, και μάλιστα στο κενό της, στην οδό Ισαύρων.

Όχι στην «ερωτική» Θεσσαλονίκη ούτε στη «Βυζαντινή», όπως την έχει μυθολογήσει η μεταπολεμική λογοτεχνία της. Αλλά στη Θεσσαλονίκη του εμφυλιακού και μετεμφυλιακού ζόφου, των παρακρατικών και των τραμπούκων -αυτή που, έξω από το μυθιστόρημα, πέταξε το απόστημα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη.

Όσο η αφήγηση κυλάει στη μεγάλη, πια, κοίτη της Ιστορίας, λιγοστεύουν τα «μυθολογήματα», καθώς τα σαρώνει η καθημερινή φρίκη: «... Στις χρονιές που ήρθανε -λέει ο αφηγητής -δεν επιβίωναν μυστήρια ούτε ευδοκιμούσαν, δε φανερώνονταν νεράιδες». Αλλά ο συγγραφέας είτε πραγματολογεί είτε μυθολογεί, το κάνει με εξαιρετική ευαισθησία, με θαυμαστά γόνιμη φαντασία και συγχρόνως με λεπτεπίλεπτη παρατηρητικότητα.

Οι μεγάλοι μας δάσκαλοι βέβαια μας δίδαξαν ότι αλλού κερδίζεται ή χάνεται το στοίχημα κάθε συγγραφέα: στο να υποτάξει δηλαδή φαντασία και πάθος στο νόημα της Τέχνης. Χωρίς αυτή ένα βιβλίο παραμένει ένας σωρός από παντοειδή υλικά, που δε σηματοδοτούν τίποτε άλλο παρά την κουφότητα μιας κοινωνίας καταναλωτικής, ή παραμένουν απλώς στο επίπεδο των προθέσεων.

Ο Νίκος Μπακόλας και στο τελευταίο του μυθιστόρημα, όπως και στα προηγούμενα βιβλία του (λ. χ. τη Μεγάλη ΙΙλατεία, την Κεφαλή και Το ταξίδι που πληγώνει -για να αναφερθώ στα πιο πρόσφατα ) παρουσιάζεται σαν ένας από τους εξέχοντες τεχνίτες της πεζογραφίας μας. Και πρώτα πρώτα: Ξέρει να χρησιμοποιεί ένα λόγο δυναμικό και ευέλικτο, που άλλοτε προσγειώνεται για να παρακολουθήσει τα πράγματα στις λεπτομέρειές τους, από πολύ κοντά, και άλλοτε απογειώνεται και τα εποπτεύεται, τα διογκώνει ή τα τυλίγει στις δίνες του και τα σέρνει μακριά. Είναι ένας λόγος που διατηρεί την ομοιογένειά του, είτε περιγράφει είτε στοχάζεται είτε εξελίσσεται σε ποιητικό, σχεδόν έμμετρο και στιχουργημένο, στον τύπο της μπαλάντας, για να εκφράσει ακραίες, οριακές καταστάσεις.

Είναι έπειτα η ικανότητά του στη σύνθεση. Τίποτα δε λέγεται τυχαία, χωρίς συνέπειες για την αφήγηση, και τίποτε δεν παρουσιάζεται χωρίς λειτουργικό ρόλο. Αδρανή υλικά δε συνάντησα στο βιβλίο του Μπακόλα παρά την έκτασή του.

Αλλά βέβαια δεν είναι η περίσταση για μια διεξοδική ανάλυση της «Ατέλειωτης Γραφής του αίματος». Θέλησα απλώς να σας προϊδεάσω μεταφέροντας εδώ, σχεδόν αυτούσιες, μερικές παρατηρήσεις μου, σημειωμένες στα περιθώρια του βιβλίου, όπως συχνά το συνηθίζω, όταν το βιβλίο μου φαίνεται από την αρχή ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον .Είναι, δηλαδή, ικανό να ερεθίσει τη σκέψη και την ευαισθησία μας.

Είναι βέβαια ένα μυθιστόρημα που -όπως και τα άλλα έργα του Μπακόλα -έχει τις απαιτήσεις του. Το θέμα όμως δεν είναι μόνο τι δίνεις σ' ένα βιβλίο, αλλά, κυρίως, τι παίρνεις. Ο αναγνώστης του Μπακόλα αποκομίζει τελικά πλούσιες εμπειρίες που σχετίζονται με τη μοίρα των ανθρώπων και του τόπου μας, αλλά και με την περιπέτεια της γραφής, που κι αυτή ούτε τελειώνεται ούτε τελειώνει -αλλιώς θα τέλειωνε μαζί της και η ίδια η Λογοτεχνία.

 

 

 

 

 

 

             ___________________

            Το κείμενο αυτό διαβάστηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου στη Στοά Βιβλίου στην Αθήνα στις 29/11/1996.

 

 

Γιώργος Δ. ΠΑΓΑΝΟΣ Οι σταθερές στο λογοτεχνικό έργο του Πρόδρομου Μάρκογλου




Αν η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία άφησε κείμενα που θα μείνουν οργανικά δεμένα με ό,τι καλύτερο έδωσε η λογοτεχνική μας παράδοση από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ως τις αρχές του 20ού, αυτά είναι τα κείμενα των μεταπολεμικών λογοτεχνών. Καθοριστική σε αυτά τα κείμενα είναι η παρουσία της νεότερης ιστορίας που αντανακλάται είτε στο περιεχόμενο είτε στη μορφή είτε και στα δύο μαζί.

Το βίωμα είναι ίσως το βαθύτερο υπόστρωμα οποιασδήποτε αξιοπρόσεχτης καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ειδικότερα για τη λογοτεχνία η αυθεντικότητά της εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη προσωπικών εμπειριών πάνω στις οποίες θεμελιώνονται τα διάφορα είδη της. Χωρίς την άμεση εμπειρία ο λογοτέχνης, με όσο ταλέντο κι αν είναι προικισμένος, δεν κάνει τίποτε διαφορετικό από το να χτίζει πάνω στην άμμο περίπλοκες κατασκευές, οι οποίες πέρα από μια πρόσκαιρη εντύπωση γρήγορα εξαφανίζονται χωρίς να αφήσουν ίχνη .

Οι σκληρές μεταπολεμικές εμπειρίες που αρχίζουν από το τέλος του Β' Παγκόσμιου πολέμου για την Ελλάδα (1945) και τελειώνουν με τη μεταπολίτευση (1974) έδωσαν ένα σημαντικό έργο το οποίο, ενώ γέρνει προς τη δύση του, δεν αντικαταστάθηκε -δυστυχώς ¬ως τώρα τουλάχιστον από κάποιο καινούριο, ισάξιο έστω, αν όχι καλύτερο. Στην πεζογραφία π. χ. που μας ενδιαφέρει εδώ, δεν φάνηκαν, ακόμη, έργα νεότερων πεζογράφων που να μπορούν να αναμετρηθούν με Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δημ. Χατζή, την Αντιποίησι αρχής του Αλέξ. Κοτζιά και τη Μεγάλη Πλατεία του Νίκου Μπακόλα, για να σταθώ σε μερικά μόνο δημιουργήματα εκπροσώπων της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

Οι μνήμες της μεταπολεμικής περιόδου εξακολουθούν να είναι έντονες ακόμη για τις γενιές που βίωσαν τα γεγονότα και τραυματίστηκαν από αυτά με ανεπούλωτες πληγές. Όμως οι γενιές αυτές περιέρχονται σιγά σιγά στη δικαιοδοσία της Ιστορίας. Για τους νεότερους όμως, που δεν έχουν άμεση εμπειρία, τα γεγονότα εκείνα δεν έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Αρχίζουν μάλιστα και δυσανασχετούν με τη συχνή αναφορά σε αυτά και αμφισβητούν το έργο των μεταπολεμικών συναδέλφων τους. Η αμφισβήτηση είναι εύλογη. Οι σπασμωδικές όμως αντιδράσεις τους είναι αντιδράσεις εν κενώ, αφού οι ίδιοι στη λογοτεχνική πράξη, όπως πρέπει να γίνονται οι αναμετρήσεις, δε βρήκαν ακόμη να πουν κάτι ουσιαστικό βασισμένοι στις δικές τους εμπειρίες και αναζητήσεις.

Η μεταπολεμική πεζογραφία, λοιπόν , οφείλει την απήχησή της, εκτός των άλλων λόγων, και στο γεγονός ότι θεμελιώθηκε πάνω στις οδυνηρές εμπειρίες των δημιουργών τους που ήταν και συλλογικές εμπειρίες. Γι ' αυτό άλλωστε και χαρακτηρίστηκε προσφυώς ως πεζογραφία της μνήμης. Οι μεταπολεμικοί συγγραφείς επιχειρώντας στο έργο τους να ανασυνθέσουν το παρελθόν με τα προσωπικά και συλλογικά οράματα και τις περιπέτειες, ανατρέχουν συνεχώς στη μνήμη. Οι νεότεροι όμως; Γι' αυτό ας αφήσουμε τον ποιητή Πρόδρομο Μάρκογλου να μας μιλήσει:


Το μέλλον τώρα στην άνυδρη βουλιάζει έκταση της εποχής


Πώς άνθρωποι χωρίς μνήμη θα μας διαδεχθούν

Χρήστες εθισμένοι ηδονών στο τώρα και στο πουθενά

Πώς λησμονημένα όλα θα ξεχαστούν στη σιωπή;


Παγωμένος φυσά αγέρας και τρίζουν τα τζάμια. [1]

 

Ο Πρόδρομος Μάρκογλου (1935) είναι ένας από τους πεζογράφους της μνήμης. Ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Γεννήθηκε στην Καβάλα όπου έζησε ως το 1971. Εμφανίστηκε πρώτα ως ποιητής. Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα από το 1958. Η συγκεντρωτική έκδοση Έσχατη Υπόσχεση(1966) περιέχει ποιήματα της περιόδου 1958 ¬1992. Με την πεζογραφία, που θα με απασχολήσει κυρίως εδώ, ασχολήθηκε αργότερα και έδωσε ως τώρα τρία βιβλία. Οι τίτλοι τους αποτελούν κατά κάποιο τρόπο σχόλια του συγγραφέα τους. Ο τίτλος του νεοτερικού αφηγήματος Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη (1980) έχει, όπως θα δούμε παρακάτω, σχέση με τη μορφή της αφήγησης. Το κείμενο έχει χρονολογική ένδειξη: Καβάλα 1968 -1970. Ο τίτλος της συλλογής Σταθερή Απώλεια (1992), που περιέχει έντεκα ρεαλιστικά διηγήματα, παραπέμπει αποκλειστικά στο περιεχόμενό τους. Τέλος ο τίτλος της νουβέλας Σπαράγματα (1997), που τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο διηγήματος του 1998, αναφέρεται και στο περιεχόμενο και στη μορφή. Για τη σύνθεση της νουβέλας Σπαράγματα βασίζεται στη ύλη που συγκροτεί τα διηγήματα της συλλογής Σταθερή Απώλεια.

Τόσο στο ποιητικό όσο και στο αφηγηματικό έργο του Μάρκογλου υπάρχει συνέχεια και ενότητα, γεγονός που δείχνει έναν επίμονο και σταθερό προσανατολισμό. Αυτό φαίνεται στη χρήση σταθερών μοτίβων .Ο λογοτέχνης αυτός, όπως όλοι σχεδόν οι αυθεντικοί δημιουργοί, επεξεργάζεται από ποιητική σε ποιητική συλλογή και από αφηγηματικό σε αφηγηματικό κείμενο επαναλαμβανόμενα θεματικά και μορφολογικά μοτίβα.

Κινείται ανάμεσα στην καλλιτεχνική τάση για ανανέωση και στην απαίτηση που υπαγορεύει η στρατευμένη του συνείδηση για ρεαλιστική παράσταση των μορφών, δηλαδή ανάμεσα στις συγκρουόμενες δυνάμεις της ελεύθερης αναζήτησης και της εσωτερικής επιταγής. 'Ετσι όλη του η λογοτεχνική διαδρομή είναι μια δραματική πορεία ανάμεσα σε αντίρροπες δυνάμεις που επιχειρεί να ισορροπήσει. Η αφηγηματική του πεζογραφία από το Χώρο της Ιωάννας και το χρόνο του Ιωάννη ως τη Σταθερή Απώλεια και τα Σπαράγματα και οι επιμέρους ποιητικές του συλλογές από τους Εγκλείστους (1962) ως τις Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν (1993) δεν είναι παρά ένα ενιαίο έργο, ένα έργο εν προόδω (work ίη progress), στο οποίο ο δημιουργός του αποπειράται να συνθέσει τις εικόνες ζωής που αποθησαύρισαν μέσα του οι σκληρές εμπειρίες από τη μετεμφυλιακή Καβάλα, με τις ιδέες που ενέπνευσαν τον ίδιο και ένα μεγάλο τμήμα των συγχρόνων του. Επιχειρεί δηλαδή να συνδυάσει το βιωματικό υπόστρωμα μιας απάνθρωπης εποχής με την ιδεολογία. Την πρώτη θέση κατέχει η ατομική περίπτωση, το υπαρξιακό πρόβλημα. Στα Σπαράγματα π. χ. ο πρωταγωνιστής, ο Νικηφόρος αντιπροσωπευτικός τύπος της γενιάς του και persona του δημιουργού του -ποιητής και αυτός, ομολογεί σχετικά με το ζήτημα αυτό:


Σε κείμενα, σε ποιήματα, προσπάθησα να παγιδέψω στο χαρτί, στο δίχτυ των λέξεων, βιώματα, δραστικά βιώματα, αλλά το βιωματικό ή αυτοβιογραφικό δεν με κέρδιζε [. . .] Γυρόφερνα στο μυαλό μου ιστορίες, κάνοντας το λόγο σάρκα, να τις συνδέσω ήθελα με κάποιες ιδέες που με γοήτευαν συντριπτικά, πώς να λύσω αυτή την αντίθεση. [2]


Τρεις τρόποι παρατηρούνται στα κείμενά του, ποιητικά και πεζά. ο εικονικός -ζωγραφικός, ο μεταφορικός-ποιητικός και ο μετωνυμικός-ρεαλιστικός. Η εικονικότητα συνδέεται με το συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο: την Καβάλα των καπνεργατών και των προσφύγων από τη μία και το περιβάλλον της διεφθαρμένης αστικής κοινωνίας από την άλλη˙ η ποιοτικότητα συνδέεται με τις λυρικές καταστάσεις που βιώνει το αφηγηματικό υποκείμενο και η ρεαλιστικότητα  με το χρόνο και την Ιστορία. Ο χώρος και ο χρόνος είναι οι τεμνόμενοι άξονες τόσο της αφηγηματογραφίας όσο και της ποίησής του. Η λειτουργία της μνήμης είναι άτακτη, ιδίως στο πρώτο του αφηγηματικό κείμενο, αφήνει κενά και κάνει μεγάλα άλματα στο χώρο και στο χρόνο. Εντούτοις είναι δραστική και κατορθώνει να συναντήσει την κοινή μνήμη και εμπειρία. Στο σημείο αυτό θα παραθέσω μια άλλη έμμεση μαρτυρία του συγγραφέα μέσα από τα γραπτά του Νικηφόρου πάλι, ο οποίος σημείωνε για την ποίηση τα εξής:


Πώς γράφεται ένα ποίημα; Ίσως με τις υποκειμενικές εμπειρίες που ωριμάζουν στο σώμα του ποιητή καθώς αυτές συνδέονται με τις εμπειρίες του κοινωνικού σώματος.


Στο αφηγηματικό κείμενο του Μάρκογλου συναντάμε κοινά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. επαναλαμβανόμενες καταστάσεις και επανερχόμενα πρόσωπα που τις εκφράζουν. Μερικά από τα πρόσωπα αυτά εμφανίζονται στα δύο τελευταία του βιβλία με τα ίδια ή διαφορετικά ονόματα. Με τις ενέργειές τους γίνονται φορείς συγκεκριμένων νοοτροπιών και στάσεων ή προσωπεία ιδεών. Κάποτε φαντάζουν σαν σύμβολα ανικανοποίητων επιθυμιών ή ναυάγια αισθημάτων. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν η Άφρω (Σταθερή απώλεια, Σπαράγματα) και η Μάγδα (Σπαράγματα) και στη δεύτερη η Ιουλία (Σταθερή απώλεια, Σπαράγματα). Στο διήγημα «Η Καπάντζα» π. χ. της Σταθερής Απώλειας και στα Σπαράγματα επανέρχεται το επεισόδιο με το θάνατο του μικρού αδερφού της Άφρως, του Νίκου, από δηλητηρίαση, την ώρα που η αδερφή του, αντί να τον προσέχει επιδίδονταν σε ερωτικές θωπείες με το Νικηφόρο.

Ο Μάρκογλου, καθώς στήνει το μικρό μυθικό του κόσμο, μέσα από την αυτοβιογραφία και την ιδεολογία αφήνει να φανούν η τρυφερότητα, ο σπαραγμός και το ερωτικό πάθος. Ο ερωτισμός είναι το κυρίαρχο μοτίβο. Το υπαρξιακό και το ερωτικό βίωμα, και στην ποίηση και στην πεζογραφία του, ξεπερνούν τις όποιες ιδεολογικές προθέσεις και διεκδικούν τα πρωτεία.

Ανάλογη παλινδρόμηση παρατηρείται, όπως ήδη αναφέρεται, και στις αισθητικές του προτιμήσεις. Κινείται ανάμεσα στις συμπληγάδες της ελεύθερης αισθητικής αναζήτησης και της επιταγής του ρεαλισμού. Στο Χώρο της Ιωάννας και το χρόνο του Ιωάννη, που είναι το πρωτοποριακό του κείμενο, κύριο γνώρισμα είναι οι μονόλογοι και οι ελεύθεροι συνειρμοί. Η ροή της συνείδησης. Στη Σταθερή απώλεια οι δοκιμασμένες ρεαλιστικές συμβάσεις με μια διάσταση ποιητική, μουσική. Τέλος στα Σπαράγματα δοκιμάζει τη σύνθεση, την ενοποίηση των δύο τάσεων.

Ο λόγος του είναι χαμηλόφωνος, αντιρητορικός, εσωτερικός, σεμνός. Συμβατός με το λόγο της γενιάς του, αλλά και με την προσωπικότητά του. Ο Μάρκογλου εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη το 1971, όπου θα εκδώσει το πεζό του έργο. Στις αποσκευές του όμως μεταφέρει όλον τον προβληματισμό της πρόζας του, την πάλη ανάμεσα στον εσωτερισμό και το ρεαλισμό. Μοιάζει σαν να έχει βιώσει μέσα στις δικές του απόπειρες τις περιπέτειες από την εξέλιξη της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης, ώστε να ενσωματωθεί ομαλά σ' αυτή.


                                                       Σημειώσεις 

1. Πρόδρομος Μάρκογλου, Δέκα ποιήματα ,περ. Ποίηση ,τχ.12/1998,σ.165

2. Πρόδρομος Μάρκογλου, Σπαράγματα ,εκδ, Νεφέλη ,Αθήνα 1997,σ.105


Ηλίας ΚΕΦΑΛΑΣ Ο Ηδυσμένος λόγος του Αργύρη Χιόνη


     Η γνωριμία μου με την ποίηση του Αργύρη Χιόνη αρχίζει από το έτος 1983, όταν έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Λεκτικά τοπία (Καστανιώτης,1983). Βαθιά εντυπωσιασμένος από τα ποιή­ματα του βιβλίου αυτού αναγνώρισα ενδόμυχα τότε, αλλά και γρα­πτώς λίγο αργότερα σ' ένα μικρό μου κριτικό σημείωμα, ότι είχα βρεθεί μπροστά όχι μόνο σε μια σημαντική, αλλά και, κατά κάποιο τρόπο, τρισδιάστατη ποίηση. Μια ποίηση δηλαδή που διέθετε ύψος και βάθος, πλάτος και πλάγιο βλέμμα, μήκος και μαγική εκτίναξη προς τα εμπρός.

Ταυτόχρονα η ποίηση αυτή μου έδινε την αίσθηση της συμμε­τοχής στις λειτουργίες ενός κόσμου μακρινού, αλλά καθόλου ανεύ­ρετου και απλησίαστου: Του κόσμου των απλών πραγμάτων που μαζί τους οργανώνουμε και διεκπεραιώνουμε την εφήμερη καθημερινότη­τά μας. Η απόσταση μέχρι τα πράγματα (ας θυμηθούμε εδώ τον Χου­άν Ραμόν Χιμένεθ) είναι πολλές φορές τρομαχτική. Χρειάζεται κα­νένας το ιδανικό όχημα μιας σπάνιας ευαισθησίας για να τη δια­νύσει. Ο Αργύρης Χιόνης μας μεταφέρει με τα κρυσταλλικά του ποιήματα στις κρυφές εκτάσεις, στις αψηλάφητες επιφάνειες του πολύσημου και ανείδωτου αυτού κόσμου.

Δεν είμαι η έρημος έλεγε το χαρτί, είμ' ένα φύλλο άσπρο χαρτί αλλά δεν θέλω να με κατοικήσουνε οι σκέψεις σου.

Ο τίτλος Λεκτικά τοπία ή αργότερα Εσωτικά τοπία(1991) υποδηλώνει τη δημιουργία πραγμάτων και καταστάσεων εκεί που φυσιολογικά δεν υπάρχουν, εκεί που η εικόνα και ο μύθος είναι υ­πόθεση του ποιητή και μόνο. Δημιουργείται μια φαινομενολογία της μαγικής παραδρομής, λες και ο δημιουργός με μιαν ασύνειδη κίνησή του απελευθερώνει άγνωστες και μη ελεγχόμενες δυνάμεις, σαν προϊόντα μιας ξεχασμένης αλλά βαθιά ριζωμένης μέσα του μα­γείας. Και τότε η κοσμική σκόνη συμπυκνώνεται, δημιουργώντας έ­να σύμπαν που υπακούει κατ' αντίστροφη φορά στους γνωστούς φυ­σικούς νόμους.

Αυτό είναι και το κύριο κατά τη γνώμη μου χαρακτηριστικό του ποιητή Αργύρη Χιόνη. Η δημιουργία δηλαδή ενός επάλληλου κό­σμου, που όσο τον ξεφυλλίζεις τόσο σου αποκαλύπτει τις πολλα­πλές του όψεις, προβάλλοντας τα αντίθετα και μη προβλέψιμα στοιχεία του. Ο κόσμος αυτός δημιουργείται με τις λέξεις, αυτό το κοινό και άφθονο υλικό, όμως το τόσο δύσκολο στο χτίσιμό του. Γιατί οι λέξεις δεν είναι πέτρες για να λαξεύονται. 'Η ταιριά­ζουν η μια στην άλλη ή δεν ταιριάζουν καθόλου και πετιούνται. Ωστόσο, όταν πετύχουν τη μυστική εφαρμογή τους, τότε μεταβάλ­λονται σε πυρήνες μιας πολυκύμαντης σκέψης, που φτερουγίζει πά­νω από την ανθρώπινη μοναξιά. Έρχονται με όλη τη δισταχτικότη­τα και την αμφιβολία του κτίστη να ακριβολογήσουν πάνω σε δύ­σκολες έννοιες, να φωτίσουν σκοτάδια ή να τα πυκνώσουν περισσότερο, να καταργήσουν τα φράγματα της λογικής, να ξεπεράσουν τα όρια του φανταστικού, να πατήσουν το σήμα κινδύνου, να γί­νουν ήχοι με την ίδια σημασία και σημασίες με τον ίδιο ήχο.

 

Το δωμάτιο ήταν άδειο. Πάνω από το κεφάλι μου κρεμότανε μια λέξη απαστράπτουσα κι απειλητική σα σπάθη. Όπου πήγαινα πήγαινε, όπου στεκόμουν στεκόταν. Πριν προλάβω να τη δέσω στο ποίημα, σκέφτηκα, θα μου κόψει το σβέρκο.

 

Όλα τα ποιήματα απηχούν «ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα»,όπως διατείνεται ο ποιητής στον τίτλο ενός πα­λιότερου βιβλίου του (Λιγόκερως, 1981) ή μιας εποχής που ήρθε πριν την ώρα της. Έλλογα και άλογα, ενήδονα και ενώδυ­να σπαράγματα. Όπως στο θαυμάσιο ποίημά του «Η χαλασμένη βρύση» («Λεκτικά τοπία», 1983) , τόσο εύστοχο μέσα στην ασύνορη θλίψη του, τόσο διεισδυτικό στην εγγενή απελπισία του. Η διαβρωτική επήρεια της κολασμένης Κυριακής μας εκτροχιάζει σ' έναν περί­εργο και αλγεινό χωροχρόνο. Η χαλασμένη βρύση στάζει αργά και δυναστικά, μα ο υδραυλικός έχει χαθεί για πάντα απ' τη ζωή μας.

 

Γιατί να μη μπορώ τη δύναμη να βρω

Να βγάλω απ' τη ζωή μου αυτές τις Κυριακές

Και να καλέσω επιτέλους τον υδραυλικό.

 

Ανυποψίαστα σπέρματα ιστοριών που χάνονται στον λαβύρινθο της συλλογικής μνήμης, Ψήγματα ακριβών μετάλλων που δυναμώνουν τη φωνή και τη χρωματική απόκλιση, τόνοι και τρόποι μιας πρωτό­τυπης έκφρασης, γεμάτης εκπλήξεις και αναπάντεχες εκδοχές και βέβαια φευγαλέες εμμονές που στοίχειωναν μέσα στα « Σχήματα α­πουσίας  (1973) , στις Μεταμορφώσεις (1974) ή στους  Τύπους των ήλων ( τα τραμάκια, 1978) αρχίζουν από τα  Λεκτικά τοπία και κυρίως από το επόμενο βιβλίο Σαν τον τυφλό μπρο­στά στον καθρέφτη (Υάκινθος,1986) να μορφοποιούνται σε μια ι­διαίτερη και εντελώς προσωπική άποψη ποιητικής, να κωδικοποι­ούνται σε κλειδιά ανίχνευσης σκοτεινών περιοχών είτε μέσα στην αχνισμένη στέπα της ψυχής, είτε στην αορίστως νοσταλγούσα φα­ντασία.

Ο Αργύρης Χιόνης αρχίζει να αναποδογυρίζει τα πράγματα, ν' αποκαλύπτει τον από κάτω κρυμμένο μικρόκοσμο, να δονεί με εκ­πυρσοκροτήσεις του ελάχιστου τα χαμένα στο απεριόριστο και μα­κρινό. Αναιρεί κάθε ορθολογικό τρόπο αντιμετώπισης εννοιών και ιδεών και προχωρά στην αντιστροφή των νοημάτων όπου κατά αμφι­μονοσήμαντο τρόπο έχουν εφαρμογή οι μαθηματικές ιδιότητες της ισότητας και της ταυτότητας. Σαν το παλιό αξίωμα δηλαδή των δύο όψεων που κάνουν το ένα και το αυτό νόμισμα. Αυτός άλλωστε είναι και ένας από τους ορισμούς του ποιητή : αυτού που αναιρεί το παραδεδεγμένο, προτείνοντας μιαν άλλη εξ ίσου στέρεα εκδοχή και διαρκώς υποστηριζόμενη από τις πάγιες αισθητικές αρχές.

 

Μπρος στον καθρέφτη εγώ. Και μέσα στον καθρέφτη, ποιος ειν' αυτός που μου γυρνάει την πλάτη [. . .]            Ή μήπως και δεν είναι το δωμάτιό μου αυτό, αλλά το άυλο σκηνικό ενός ονείρου όπου μέσα του κινούμαι, πρόσωπο ανύπαρκτο, σύμβολο αξεδιάλυτο αυτού του ονείρου που κάποιος άλλος βλέπει και θα σβή­σω μόλις αυτός ξυπνήσει;

 

Αισθαντική κραυγή μ' ένα δραματικό βάθος και ομόλογη προς τη μεγάλη λυρική εκβλάστηση της κινέζικης διανόησης: « Κάποτε ονειρεύτηκα πως ήμουν πεταλούδα. Τώρα δεν ξέρω αν είμαι πετα­λούδα που ονειρεύεται πως είμαι άνθρωπος »,λέει ο Τσουάγκ Τσου από τον 70 αιώνα μ.Χ.

Η ποίηση του Αργύρη Χιόνη είναι προϊόν της ατέρμονης σιω­πής, μέσα στην οποία εγείρονται οι λέξεις σαν ένας παναρμόνιος ήχος που αυλακώνει την εσωτερική του έρημο. Τον ποιητή καλούν για να συναυλίσουν μαζί του τα πράγματα που έχουν βάθος, όπως τα πηγάδια, οι καθρέφτες, η θάλασσα πλάθει το ποίημά του με λέ­ξεις που έχουν μέσα τους την τάση να χαθούν, να εξατμισθούν, έ­τσι που ολόκληρο το ποίημα να αιωρείται πάνω από την ενδεχό­μενη εξαέρωσή του. Και βέβαια μέσα στους φασματικούς μετεωρι­σμούς μιας άψογης ποιητικής δομής ο Χιόνης γίνεται ένας σύγ­χρονος Τειρεσίας, που δείχνει με το εσωτερικευμένο βλέμμα του τις παγίδες της ήσυχης ζωής μας, τον κίνδυνο που αφομοιώ­νουμε, υποκύπτοντας στις απατηλές της εικόνες.

 

Ω ναι ξέρω πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυα­γήσεις, πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς. Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους. Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ' ένα κουπάκι του καφέ, σ' ένα κουτάλι του γλυκού.. Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοι­μούνται, ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.

Και ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπά­ζει.

Από τα Εσωτερικά τοπία (1991) μέχρι τον Ακίνητο δρομέα (Νεφέλη,1996) ο Αργύρης Χιόνης συνεχίζει να ενορχηστρώνει τον ηδυσμένο λόγο του διά μέσου της δυναμικής των αντιθέσεων. Από τη σύνθεση των τίτλων στα βιβλία και τα ποιήματα μέχρι και τους πλέον ελάχιστους στίχους οι αντιθέσεις δονούν το ποίημα ως τεκμήρια μιας κατάστασης που χάνεται διμέτωπη σε αντίρροπες κατευθύνσεις. Η φυσική πραγματικότητά μας άλλωστε και πολύ περισσότερο η υποδηλούμενη ποιητική αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο θετικό και το αρνητικό, το πάνω και το κάτω, το ορατό και το αό­ρατο, το συγκεκριμένο και το συγκεχυμένο. Υπάρχει μια δισκελής βιοτική ανέλιξη, που πατάει συγχρόνως στο μαύρο και το άσπρο. Η ποίηση του Αργύρη Χιόνη είναι ο κρίκος που ενώνει τα δύο σκέλη και που άλλοτε επιτρέπει το μεγάλο άνοιγμα, άλλοτε το αποτρέπει.

Υπάρχουν τοπία που, ενώ ψαύονται, δεν φαίνονται με γυμνό οφθαλμό και «ιστορίες μιας εποχής που πέρασε χωρίς ποτέ να έχει έρθει». Ο δρομέας τρέχει ενώ ακινητεί (όπως η θλίψη),ο ορειβά­της κατακτά κορυφές για να ανακαλύψει τα πέλματά του ( όπως η μεγάλη μοναξιά στην πολυκοσμία), ο στοχαστικός διακονητής της σιγής υποβαστάζει μέσα του τον άμετρο συνωστισμό ακραίων ήχων και θορύβων. Και ο λόγος ρέει μέσα σε μιαν ευσύνοπτη πρό­ζα, διάφανη και λαγαρή, ευπροσήγορη και ευφρόσυνη, ευέλικτη και κρυσταλλική. Λόγια υγρά που ταξιδεύουν μέσα σε μια κοίτη μικρού ποταμού, που παραπέμπει όμως με τον θαμπό καθρέφτη του σ' έναν ατέλειωτο ουρανό.

 

Κοντή κουβέρτα η ποίηση και κάθε που την τραβάς για να φυλάξεις το κεφάλι σου από τους εφιάλτες του άλλου κόσμου, στην παγωνιά αυτού του κόσμου τα πόδια σου αφύλακτα αφήνεις.

 

Ο Αργύρης Χιόνης με όλην την παγωνιά που οι εφιάλτες του εντός και εκτός ποίησης κόσμου αφήνουν επάνω του δεν χάνει πο­τέ την τρυφερότητά του από το βλέμμα του και από τα λόγια του. Με χάρη και οξυδέρκεια, εκτεθειμένος στην αλήθεια ενός πρωτογε­νούς λόγου, που εκπηγάζει μέσα από τις ασύνειδες προθέσεις της ποίησης, μας εξηγεί γιατί ο ίππος δεν ιππεύει τον ιππέα, γιατί οι δύτες αποφασίζουν κάποτε να κρατήσουν για πάντα την αναπνοή τους, με ποιο τρόπο μπορεί ο ακοντιστής να ξεπεράσει το ακόντιό του κι έτσι να καταργήσει ολοσχερώς το άθλημά του, ή με ποιο τρόπο το αγκίστρι θα φέρει το φεγγάρι στο τηγάνι μας.

Ο ποιητής σμιλεύει τον φυσικό και τον εννοιολογικό κόσμο από όλες τις ακμές του, προκαλώντας του ραγίσματα με τα ξόρκια μιας μυστικής γλώσσας. Αλιεύει το όνειρο και το παραμύθι, το αίνιγμα και την έλλογη φαντασία. Εμβολιάζει το παρόν με το δια­χρονικό και το άχρονο, μεταφέρει τη φλόγα του φωτίζοντας ποιή­ματα αγωνίας, προτείνοντας με δυνατές εικόνες, αντί για επιχει­ρήματα λογικής, εκείνα τα σημεία στα οποία δεν χρειάζεται να τελεσφορήσει η αναιμική ζωή μας, αλλά μονάχα το φλογοβόλο όνει­ρο. Μας σπρώχνει έτσι στην έσχατη αλήθεια, στον ακραιφνή λόγο ύπαρξης και μας πείθει για λύσεις που απαλύνουν τη ζωή μας με τόσο αυτονόητο τρόπο, αλλά όμως και τόσο δύσκολο να επινοηθούν.

Δεν είναι ανάγκη, λέει, να περάσει ο άλτης εκείθεν του πή­χεως, αρκεί μονάχα να προσγειωθεί, ας είναι κι από δω, με τρόπαιο ένα βραχύτατο άλμα. Μόνο που λέγοντας αυτά το ποίημα εκτοξεύε­ται πολύ ψηλότερα από το θεωρούμενο όριό του και ο ποιητής γί­νεται μαζί με το ποίημά του ο ονειρώδης εκείνος σφυροβόλος, που δεν πρόλαβε να αφήσει τη σφύρα του απ' το χέρι και εξακοντίστη­κε μαζί της στροβιλιζόμενος στ' αστέρια.

Με μια αφανή κίνηση μέσα στον λόγο ο Χιόνης αναποδογυρί­ζει, όπως προείπαμε, τις συμβατικότητες, καταργεί το αφελές και το απλοϊκό, υποθηκεύει την παρασημαντική του μέσα στη δύναμη και την ανυποχώρητη πειθώ του άλογου. Στους αντικατοπτρισμούς της ποιητικής μαγγανείας του Χιόνη άλογο και έλλογο συγχέονται μέσα στη δημιουργική έλξη μιας άλλης γνώσης. Συναντάμε την πα­ραδοχή ενός άλλου θαύματος, του οποίου η ύπαρξη συγχωνεύεται με το σύγκρυο της ψυχής και το τρέμισμα της ανταποδοτικής ικανότητας της συγκίνησης.

Ο Χιόνης μας ξυπνά από τις οξείες αυταπάτες μας με μαγικούς συνετισμούς, μας επαναφέρει από άλλη διάσταση στην αυτή τάξη πραγμάτων, μας υποδεικνύει την τεφρή μας μοίρα έστω με θραύσμα­τα του πεπρωμένου, σαν ανεξήγητα κομμάτια ενός αλλόκοσμου σύμπαντος. Και όμως πρόκειται για μας τους ίδιους, τους ταπεινω­μένους και πεφορτισμένους ανθρώπους, που μόλις και μετά βίας χωράμε μέσα στο περίβλημά μας. Υπάρχουν τα μυστικά φτερά που μας ωθούν να πεταχτούμε έξω, σε μιαν ανοίκεια απελευθέρωση. Μια ενδογενής ανησυχία μας σπρώχνει αμείλικτα. Να πάμε όμως πού; Οι δρόμοι μας αν και πολλοί είναι μονοσήμαντοι. Και καταλήγουν πά­ντα στο ίδιο τέρμα.

Περιφερόμενος, αδιακόπως, σ' έν' άδειο σπίτι, επιμένοντας να το επιπλώσει μόνο με την παρου­σία του, μπορεί ποτέ του να μην κατορθώσει αυτόν τον άθλο, αλλά, οπωσδήποτε, θα επιτύχει να διανύσει αποστάσεις που κανένας οδοιπόρος ανοικτού εδάφους δεν θα διένυε ποτέ.

 

Ας μην προσπαθούμε να ξεφύγουμε, συμβουλεύει ο Αργύρης Χιό­νης, καταδεικνύοντας το μάταιο και το απέλπιδο ορισμένων προσ­παθειών .Και περισσότερο απ’ όλα να μη νοιαζόμαστε πότε να        ξεγλιστρήσουμε απ’ τη λαβή του χρόνου. Ο Χρόνος ως γνωστόν δεν έχει χέρια, γι' αυτό και η λαβή του είναι ανίκητη. Ούτε ακόμα πρέπει να τρέχουμε να ξεπεράσουμε τον Χάρο. Γιατί, αλίμονο, θα φτάσουμε πιο γρήγορα στο μαύρο τέρμα. Λόγος στο έπακρο απο­καλυπτικός, δηλαδή ποιητικός μέχρι τη βαθύτατη εσοχή της αλή­θειας του.

Μετά τον «ακίνητο δρομέα» ο Αργύρης Χιόνης          μας εισάγει στην απαράμιλλη καλαισθησία των χαϊκού με τα θαυμάσια           « Ιδεο­γράμματά » του (τραμάκια,1997). Η άνω των τριάντα χρόνων εμ­πειρία του στην ποίηση αποδίδει τώρα τους πλέον εύχυμους καρ­πούς, καθώς η αυστηρή μορφή του γιαπωνέζικου αυτού           ποιητικού είδους εκπορθείται με τον πιο ουσιαστικό και δημιουργικό τρόπο.

Το χαίκού (χάι-κάι στον ενικό) επεκτείνεται μόνο σε 17 συλλαβές και δομείται με 3 στίχους (5-7-5) .Προέκυψε ως αυτόνο­μο είδος όταν κάποια στιγμή αποσχίστηκε από το τάνκα, που απο­τελείται από 31 συλλαβές των 5 στίχων (5-7-5/7-7) και που συνιστούσε το μοναδικό μοτίβο λυρικής έκφρασης στην Ιαπωνία     κυ­ρίως από τον 7ο αιώνα μ.Χ.

Υπάρχουν πολλοί νεωτεριστές που δεν υπακούουν και δεν σέβονται την παραδοσιακή μορφή των χαϊκού. Αυτοί όμως δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να ισχυριστούν ότι γράφουν χαϊκού ή ότι α­νανεώνουν δήθεν το είδος. Ας πουν ότι γράφουν τρίστιχα ποιήμα­τα. Στα χαϊκού, πέρα από τη μορφή, ο ποιητής πρέπει να έχει την ικανότητα πύκνωσης του λόγου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκφράζει έναν συμπαγή κόσμο ολοκληρωμένων νοημάτων.

 

Αυτός ο έρωτας

στο ποίημα δε χωράει,

το περιέχει.

 

                 

 

Κρατάει πολύ

ο θάνατος, κρατάει

ολόκληρη ζωή.

 

Τόσο στα χαϊκού, όσο και στα τάνκα, με τα οποία συμπληρώνει τα «ιδεογράμματά» του, ο Αργύρης Χιόνης συγκροτεί ένα λυρικά φιλοσοφημένο λόγο, που υπογραμμίζεται από τον ιριδισμό μιας μο­ναδικής λιτότητας. Στον μετρημένο αυτόν συλλαβόκοσμο χωρούν οι υπαινιγμοί του άρρητου ονείρου, η σμίκρυνση του μακρόκοσμου, οι φωταψίες των ξαφνικών συναισθηματικών αλλαγών. Το νόημα δίνεται μέσα από την κρυστάλλωση της εικόνας, με σκέψεις που διατυπώ­νονται με την ταχύτητα του πουλιού.

Ο Αργύρης Χιόνης ανήκει στους ποιητές εκείνους, που παραμέ­νουν ευλαβικά πιστοί στην παράδοση      των χαϊκού .Τηρώντας τις προδιαγραφές που πρέπει, επιβοηθά στην εδραίωση του ελληνικού χάι-κάι, ενσταλλάζοντας στο μικρό αυτό ποίημα δείγματα υψηλής εμπνεύσεως και δεξιοτεχνίας.

Τα χαϊκού του Χιόνη γίνονται ωδές στις λέξεις που φτερου­γίζουν σαν μικρά σμήνη πουλιών μέσα στο ποίημα, επικλήσεις που ορθώνονται ως φραγμοί στους βάρβαρους ήχους. Καταγίνονται σε μια ποίηση της ποίησης, παράλληλα με την ανάδειξη των σημαινομένων, γιατί η ποίηση -κατά τον Wallas Stevens­ παραμένει πάντα το βασικό θέμα του ποιήματος, και βέβαια, θεραπεύει πρώτα απ' όλα τις ανάγκες του δημιουργού.

Ωστόσο τα χαϊκού του Χιόνη δεν σταματάνε μόνο στον αυτοπροσδιορισμό των ποιητικών υλικών. Φτάνουν στον ορισμό των αι­σθημάτων, όπως είναι ο έρωτας ή η θλίψη, στην κατάδειξη με όρους λυρικής φωταύγειας των εξουσιαστικών καταστάσεων, όπως ο θάνα­τος, η αγρύπνια, η μοναξιά. Η ευρηματικότητα των ποιητικών σχημάτων βασίζεται στην έκπληξη της αντίθεσης, στην τρυφερότητα της παρομοίωσης, στο μυστηριακό φάσμα της μεταφοράς. Πόσο ομό­λογα σπαράζει ο Ρομπέρτο Χουαρόθ, αργεντίνος ποιητής, που ο Χιό­νης αρέσκεται να μεταφράζει:

 

Χτυπούν την πόρτα. ..αλλά από μέσα τη χτυπούν

 

Με τον ίδιο τρόπο που τα γιαπωνέζικα χαϊκού και τάνκα έ­φτασαν σε μια λυρική αποσαφήνιση της ψυχικής κατάστασης, στην αντίστιξή της με τα μεγάλα αισθήματα και τις ακραίες ατομικές συναισθήσεις, έτσι και ο Χιόνης, έχοντας πίσω του μια τρισχιλιετή ποιητική παράδοση και επί πλέον τη δυνατότητα πρόσβασης στη συσσωρευμένη εμπειρία από τις γραμματείες άλλων χωρών, α­νυψώνει τα λιλιπούτια ποιήματά του ως ακίδες ονειρωδών καταφυ­γών. Αναπτύσσει την ξεχωριστή ευμέλεια των λέξεων με τέτοιο τρόπο, ώστε αναβιβάζει το περιληπτικό απαύγασμα της μινιατού­ρας στην ακρίβεια της ολότητας. Τα ιδεογράμματα είναι συμπυκνώ­σεις, που χωρίς να έχουν ανάγκη επεξηγηματικών σχολίων, σε οδη­γούν από μόνα τους σε ευρύτατες εννοιολογικές αναπτύξεις.

Τελειώνοντας και θέλοντας να εξηγήσω γιατί αγαπώ την ποί­ηση του Αργύρη Χιόνη, θα προσθέσω μόνο δυο ελάχιστα λόγια. Ο Χιόνης επιτυγχάνει την ποιητική νομοτέλεια με την απλή και φθα­ρμένη, αλλά τόσο ευπρεπή καθημερινή γλώσσα. Το ποίημα σφραγίζε­ται ως δομική κατασκευή πάνω από συνειρμούς βυθισμένους στη θλίψη και την έλλειψη. Ο Χιόνης είναι συμμέτοχος του ποιήματός του. Το ποίημά του δηλαδή δεν είναι ξένο προς τον εσώτερο εαυτό του, δεν είναι ψεύτικο, υπάρχει πλήρης αντιστοιχία μεταξύ προθέ­σεων, κινήτρων και τελικού έργου. Η ποίηση είναι το ίδιο του το αίμα, προϊόν της εσωτερικής του αβρότητας, απότοκος του τρόπου με τον οποίο βλέπει τα πράγματα και αντιμετωπίζει τον κόσμο, μια πολυδύναμη προέκταση της εσωτερικής του δεξιότητας, με την οποία αγαπά το άφατο και εξορκίζει το αόριστο. Η ποίηση του Αργύρη Χιόνη μας αρέσει γιατί μας θάλπει, καθώς μας ταξι­δεύει σ' έναν κόσμο αρμονίας και ατέρμονης παρηγορητικής δια­δικασίας.

Βασίλης ΙΩΑΚΕΙΜ Ο Πύργος της Απελπισίας

 


 

  

Τ

ον Πύργο της απελπισίας τον έκτισε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος ο Μεγαλοπρεπής, ( με αυτό το όνομα έμεινε στην Ιστορία), κάπου στα βόρεια της χώρας. Τον έκτισε για την αδερφή του πρωτομάστορά του.

Ο Ανδρόνικος είχε έναν πρωτομάστορα ξακουστόν σ’ όλη τη χώρα για τους πύργους και τα γιοφύρια που έκτισε. Μια μέρα ο Αυτοκράτορας πέρασε απ’ το σπίτι του πρωτομάστορα. Εκεί γνώρισε την αδερφή του. Μικρή, πανέμορφη. Μαγεύτηκε απ’ την ομορφιά της. Άρχισε να της στέλνει δώρα, να της κάνει προτάσεις. Μα η μικρή, ανένδοτη.

Ο αυτοκράτορας τότε λέει στον πρωτομάστορα -χωρίς να του εξηγήσει το σκοπό του φυσικά- πως θέλει να του κτίσει έναν Πύργο, στον οποίο περνώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο, να χάνεσαι, να μπερδεύεσαι, και μόνο αυτοί οι δύο να γνωρίζουν τα κρυφά περάσματα.

Ο Πύργος λοιπόν ετοιμάζεται, ο αυτοκράτορας βάζει και εξαφανίζουν τον πρωτομάστορα, και μέσα στον Πύργο κλείνει την αδερφή του.

Κανείς δεν την ξαναείδε. Ένα πορτραίτο της μονάχα, με βασιλική κορώνα στο κεφάλι, δέσποζε στην είσοδο του Πύργου. Ο αυτοκράτορας διέδιδε πως η μικρή ζούσε εκεί μέσα ευτυχισμένη, μα ο λαός ήξερε πως η μικρή ήταν εκεί μέσα φυλακισμένη, απελπισμένη.

Ύστερα ήρθανε τα δίσεκτα χρόνια. Η πτώση της αυτοκρατορίας. Η Ιστορία ξεχάστηκε. Το πρόσωπα ξεχάστηκαν. Και μόνον ο Πύργος έμεινε. Τρομερός και αποτρόπαιος μέσα στο έρημο δάσος.

 

                                                                     *

 

Κι εδώ αρχίζουν τα παράδοξα. Τα παράδοξα παραμένουν παράδοξα γιατί ακόμα η επιστήμη δεν έχει φτάσει στο ζενίθ. Δεν έχει αποκαλύψει την Αλήθεια. Δεν έχει εξηγήσει τα όνειρα, τις λειτουργίες του εγκεφάλου. Το μόνο τουλάχιστον που έχει καταφέρει είναι -με χάπια βέβαια- να ξεκουράζει τη σκέψη και το σώμα, γιατί αν αρχίσουν αυτά τα δυο τον αχαλίνωτο καλπασμό, πάνε και πάνε, και φτάνουν σε λιβάδια και Πύργους και μικρές Κόρες, στην αχαλίνωτη δηλαδή φαντασία, που στο βάθος όμως -μένει μια μέρα να αποδειχθεί- είναι κι αυτά μέρος της όλης πραγματικότητας.

 

                                                                   *

 

 Αρχίζουν λοιπόν εδώ τα παράδοξα. Που έχουν να κάνουν με την κόρη, και μ’ εμένα.

Κοντά στον Πύργο μένει μια οικογένεια. Στην οικογένεια λοιπόν αυτή συμβαίνει τούτο. Σε κάθε δεύτερη γενιά εμφανίζεται μια Κόρη με πανομοιότυπα τα χαρακτηριστικά της γιαγιάς. Κι επειδή αυτό συμβαίνει «χρόνια και ζαμάνια», η οικογένεια υποστηρίζει πως είναι η οικογένεια του πρωτομάστορα που έκτισε τον Πύργο, και η μορφή της Κόρης που γεννιέται κάθε φορά, είναι η μορφή  ε κ ε ί ν η ς  που έκλεισε στον Πύργο ο αυτοκράτορας. Και πως το γεγονός -λένε- αυτό, συμβαίνει, γιατί η Φύση δεν θέλει να ξεχαστεί η μορφή της.

 

Και πώς μπαίνω εγώ στη ιστορία; Μπαίνω κατ’ αρχήν με μια θεομηνία.  Μια καταστροφή, ένας κατακλυσμός, μας παρασύρει. Σαν σε κήτος πλοίου βρισκόμαστε-μισοπατάμε, μισοκολυμπάμε- και πάμε, όπου το ρεύμα μας πάει. Αφηνόμαστε στην πορεία. Κανείς δεν προσπαθεί να αντισταθεί. Χαριεντιζόμαστε μάλιστα μεταξύ μας, πειραζόμαστε. Σε μια στιγμή νιώθω να έχω στην αγκαλιά μια μικρή γυμνή Κόρη, που σύντομα εξαφανίζεται.

Όταν τα βλέμματά μας συναντιώνται, αλλάζει το σκηνικό. Σ’ ένα δάσος πυκνό βρισκόμαστε. Και πάλι αυτή εξαφανίζεται.

Κοιτάζω γύρω. Σ’ ένα ξέφωτο, κυνηγοί ετοιμάζουν τα όπλα. Μόλις που παίρνει και χαράζει. Μακριά, μια δέσμη φωτός από προβολέα, μου φωτίζει τα παράθυρα του έρημου Πύργου. Σα να μου λέει: « εκεί να πας, εκεί να πας». Κι έτσι για εκεί τραβώ. Του έρωτά της τώρα θύμα.

 

                                                                 *

 

Μέρα φτάνω στην άκρη του Πύργου. Δε μοιάζει από κοντά αποτρόπαιος. Ίσα ίσα, τουριστικό αξιοθέατο θεωρείται, και οι τουρίστες πάντα στημένοι μπροστά ή πίσω απ’ την κάμερα. Στην είσοδό του δεσπόζει το μεγαλοπρεπές πορτραίτο μιας Κόρης με βασιλική κορώνα στο κεφάλι, που στο πρόσωπό της αναγνωρίζω την Κόρη που με παρεξέκλινε της πορείας μου, που με έσωσε απ’ την καταστροφή -αν η Κιβωτός βάδιζε προς την καταστροφή, ή που με οδηγεί σε περιπέτειες -αν η Κιβωτός ήταν αυτή του Νώε και βάδιζε προς την κορυφή του όρους Αραράτ.

Έκπληξη νιώθω, και η έκπληξη γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, καθώς, περιφέροντας γύρω το βλέμμα, βλέπω στην άλλη άκρη της σκηνής, μια ταβέρνα, ένα καπηλειό, που έχει το όνομα ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ, και στην ταμπέλα του δεσπόζει η ίδια Κόρη του πορτραίτου και της καρδιάς μου. Οδηγούμαι προς τα εκεί. Εκεί, μέσα απ τις συζητήσεις των θαμώνων, αλλά κυρίως από τον κατάλογο με τα «οινομαγειρεύματα» που μου έφερε η σερβιτόρα, έμαθα την ιστορία που μόλις σας διηγήθηκα: Την ιστορία του Πύργου, την ιστορία της Κόρης, την ιστορία στην οποία έχω εμπλακεί.

 

                                                                   *

 

Έκπληξη και απορία με κατέχει. Πώς είναι δυνατόν να μου συμβαίνουν τέτοια ακατονόμαστα πράγματα;

Όμως τη στιγμή που η λογική προσπαθεί να ανασυνταχτεί και να εξηγήσει, νά που εμφανίζεται για λίγο η Κόρη, στην  πύλη του καπηλειού, κι ύστερα χάνεται. Μαγεμένος σηκώνομαι. Από μακριά τη βλέπω να εισέρχεται στον Πύργο ανάμεσα στον κόσμο. Εισέρχομαι κι εγώ.

 

                                                                  *

 

Κι έτσι η ζωή μου φτάνει σιγά σιγά στο χείλος της απελπισίας. « Μια φούντωση μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά», ακούω το στίχο. Ακούω το στίχο και καταλαβαίνω. Η καρδιά να πάλλεται άταχτα στη θέα της. Ο αέρας να πνίγει το στήθος στην αναζήτησή της. Βαθιές ανάσες για ισορροπία.

Να εμφανίζεται για λίγο κι ύστερα να χάνεται. Και μέρες, μήνες, χρόνια να την αναζητώ στο Χάνι του Πρωτομάστορα, στον Πύργο της απελπισίας, στα γύρω στενά. Και πάνω που το παίρνω απόφαση να φύγω, να απαλλαγώ, νάτην που πάλι εμφανίζεται και με ταράζει, με φουντώνει.

 

                                                                   *

 

Στο πέρασμα των χρόνων ο Πύργος παίρνει διάφορες μορφές. Στην εποχή του μεσοπολέμου, λειτούργησε και σαν ξενοδοχείο πολυτελείας.

Εγώ ανάμεσα στο πλήθος, στην έξοδο. Κάποια στιγμή τη βλέπω να εισέρχεται. Εισέρχομαι κι εγώ, την ψάχνω. Σε λίγο τη διακρίνω στα άνω διαζώματα. Στο μπαλκόνι με τους πλούσιους ενοίκους. Σε ρόλο τραγουδίστριας ή σερβιτόρας. Και πάλι εξαφανίζεται.

Άλλη φορά, καθώς περιφέρομαι ανάμεσα στον κόσμο, νάτην που με προσπερνάει, παρακάμπτει, ακολουθώ, μόνος πάλι μένω στα πλευρά του πύργου. Είναι περίοδος Κατοχής. Κλειστός ο Πύργος, φρουρείται απי τον εχθρό. Στα κτήματά του μόνο μας επιτρέπουν να φυτεύουμε φρούτα και δέντρα. Περνάω μια έκταση με φυτώρια συκιάς. Οι φρουροί εχθροί έχουν το φυλάκιό τους στην άκρη της φυτείας. Έχουν φυτέψει και για πάρτη τους ένα μικρό κήπο με φρούτα της πατρίδας τους. Θεωρείται -γιי αυτούς- τόπος ιερός, δεν μας επιτρέπουν να πλησιάζουμε.

Έχω φτάσει ξανά στο χείλος της απελπισίας. Δεν αντέχω άλλο να κυνηγάω την Κόρη φάντασμα. Θέλω να απαλλαγώ, να απαλλαγώ. Απελπισμένος μπαίνω στον κήπο των εχθρών. (Ποδο)πατάω τα λουλούδια τους, (ποδο)πατάω τα φυτά τους, ουρλιάζω. «Τώρα θα αγανακτήσουν», λέω, «θα το θεωρήσουν εχθρική πράξη, θα μου ρίξουν με τα μυδράλια...», μα αυτοί γελάνε, γελάνε, και με δείχνουν με το δείχτη του χεριού τους. Μα τόσο γελοίος κατάντησα;

 

Με την ουρά στα σκέλια επιστρέφω στο πλήθος. Ναι, είναι της μοίρας μου γραφτό να την κυνηγάω και να χάνεται. Δεμένος να είμαι στο αδράχτι του Έρωτά της. Απορία με κατέχει, αν αυτό συμβαίνει μόνο σε μένα, ή αν είμαι ένα απי τα μυριάδες-φαντάζομαι- θύματά της. Και, έτερη απορία, πιο ουσιαστική, είναι, αν ως το τέλος του βίου μου, θα μου αποκαλυφθεί, θα σταθεί, θα μου σφίξει το χέρι, θα μου χαϊδέψει το μέτωπο -δεν ελπίζω στο πυρωμένο της φιλί- ή αν θα φύγω, έχοντας σπαταλήσει τη ζωή μου κυνηγώντας μια χίμαιρα.

Κι ενώ περιφέρομαι, ρέμπελος και νεραϊδοπαρμένος ανάμεσα στο πλήθος, προσπαθώ να οραματιστώ την απάντηση στο ερώτημά μου.

Ναι, αν είναι να συμβεί, εκεί, στο τέλος του βίου μου θα συμβεί.

Στην κλίνη της αναχώρησης, θα πλησιάσει αυτή -αόρατη στους λιγοστούς που θα κλαίνε την αναχώρησή μου. Θα σφίξει το χέρι μου, θα μου χαϊδέψει το μέτωπο -κι όσο κι αν δεν ελπίζω- ναι, θα μου χαρίσει το μοναδικό πυρωμένο της φιλί.

Όμως δεν θα μου αποκαλυφθεί. Δεν θα μου πει ποια είναι. Δεν θα μου πει αν ήμουν ο εκλεκτός, ή, ένας απי τους πολλούς. Αυτό, ποτέ, κανείς -φαντάζομαι- δεν το μαθαίνει.                                                                                                                                                  

Αγρίνιο  7/9/97

 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 34, Ιούνιος 2002.

Ηλίας ΚΕΦΑΛΑΣ Ξερά Κυπαρισσόμηλα

 

Ý

 

            Ήταν βαθύ πρωί, όταν με σήκωσαν οι γονείς μου από τον ύπνο και με πήραν μαζί τους στο ζεμένο κάρο. Θα πηγαίναμε για το σκάλισμα των τεύτλων πέρα στην ακροποταμιά, στο πιο μακρινό μας χωράφι, κι εκεί, μάλλον, θα ξοδεύαμε όλη μας τη μέρα, μέχρι να τελειώσει η δουλειά. Μαζί μας ήρθε και η θεία Σμαραγδή, γειτόνισσα και ξαδέρφη της μάνας μου, και η κυρά Καλλιόπη, και η γριά Ντούμαινα, άλλες γειτόνισσες κι αυτές, και απ’ τις γυναίκες που στοίχειωναν καθημερινώς την αυλή του σπιτιού μας. Συνηθίζονταν, τότε,  να βοηθάει ο ένας τον άλλον, όταν η πολλή δουλειά γινόταν ακόμα με τα χέρια και όχι με τα μηχανήματα. Θα ακολουθούσε αργότερα με το ποδήλατό του και ο Κωσταντής, ο γιος της θείας Σμαραγδής, που μόλις είχε απολυθεί από τον στρατό και έκανε του κεφαλιού του, κάθε φορά που ήταν ώρα για δουλειές, αλλά στον πατέρα μου έστεκε πάντοτε υπάκουος και τον σεβόταν. Αυτός ήταν και η δική μου ανυπόκριτη χαρά και με μεγάλη ικανοποίηση τον άκουσα να λέει στον πατέρα μου ότι, ώσπου να φτάσουμε εμείς στο ποτάμι, αυτός θα βρισκόταν κιόλας εκεί πρώτος.

            Με ξάπλωσαν μισοκοιμισμένο στο κάρο και με πήρε αμέσως πάλι ο ύπνος, ενώ ταυτόχρονα άκουγα τα χαρούμενα αλυχτίσματα της Λίζας, που πήγαινε μπροστά, οδηγώντας τη συντροφιά μας στον χιλιοπερπατημένο δρόμο. 

            Δεν κατάλαβα πόση ώρα πέρασε ακριβώς, όταν ένιωσα ένα σούρσιμο στη ρόδα του κάρου. Άνοιξα τα μάτια μου επιφυλακτικά και έστησα το αυτί μου. Ήταν μισοσκόταδο ακόμα, το κάρο ήταν σταματημένο κι εγώ ήμουνα εντελώς μόνος. Η ζεμένη φοράδα είχε σκύψει το κεφάλι της και, παρ’ όλα τα χάμουρα που την εμπόδιζαν, βόσκαγε αμέριμνη στα δροσισμένα χόρτα στην άκρη του δρόμου.

            Δεν καταλάβαινα σε ποιο σημείο του δρόμου είχαμε σταματήσει ακριβώς και πού ήταν οι άλλοι. Δοκίμασα να ξανακλείσω τα μάτια μου και να τραβήξω την ξεφτισμένη κουβέρτα επάνω μου. Τότε ξανάκουσα τον θόρυβο και υποψιάστηκα ότι κάποιος προσπαθούσε να ανέβει στο κάρο από τη ρόδα. Ετοιμάστηκα να φωνάξω και να πω: «ε, ποιος τρελός ανεβαίνει απ’ τη ρόδα, θα φύγει η φοράδα και θα τον παρασύρει το κάρο», αλλά δεν πρόλαβα. Είδα ένα χέρι να ξεπροβάλει απ’ το παραπέτο και ύστερα να χουφτώνει τον χάλπο. Και, αμέσως, ένα γελαστό παιδικό πρόσωπο να ορθώνεται, κρύβοντας μόλις τα ακροδάχτυλα του ήλιου, που δοκίμαζε αργά – αργά να σκαρφαλώσει πίσω από το βουνό.

            «Ποιος είναι;» ρώτησα σαστισμένος.

            «Κούκου!» μου έκανε το άγνωστο παιδί, πατώντας όρθιο πάνω στη ρόδα.

            «Θα πέσεις!» του κάνω και κοίταζα με έκπληξη το κουρεμένο του κεφάλι.

            «Σιγά», μου λέει με μια αδιάντροπη αυτοπεποίθηση.

            «Ποιος είσαι;» ρώτησα με μια απροκάλυπτη καχυποψία.

            Γέλασε και κούνησε το δεξί του χέρι, κάνοντας έναν αδιόρατο κύκλο.

            «Καλά, εσύ δεν θυμάσαι κανέναν;» και αποτελείωσε το γέλιο του, που μόλις είχε συγκρατήσει.

            Τον κοίταζα και με κοίταζε. Οι χλωμές ανταύγειες του ήλιου πίσω απ’ το κεφάλι του μου έκαναν κόκκινα νεύματα. Χάραζε για τα καλά. Πήγα κάτι να πω και η φωνή μου δεν βγήκε. Ψιθύρισα τρομοκρατημένος.

            «Α…»

            Το άλλο παιδί σαλτάρισε πάνω στο κάρο και κάθισε στο παραπέτο, κρεμώντας τα πόδια του από τη μέσα μεριά. Ταυτόχρονα φώναξε:

            «Άντε, ντε, αφού με θυμάσαι».

            «Ασημάκη, εσύ είσαι;», τον ρώτησα κι ήθελα να κλάψω πολύ. Κατά έναν ανεξήγητο τρόπο, όμως, ντρεπόμουν και κρατήθηκα.

            «Εγώ είμαι, ντε, μια ώρα να το βρεις».

            «Καλά, πώς βρέθηκες εδώ;»

«Τι θα πει πώς βρέθηκα εδώ; Βρίσκομαι όπου θέλω».

«Εγώ ήξερα», είπα με δισταγμό και φόβο, «ότι έπεσες από το κάρο του πατέρα σου και σε πάτησαν τα αφηνιασμένα βόδια και, ύστερα, ότι πέρασε και το κάρο από πάνω σου και όταν σε πήγαν στους γιατρούς…»

«Ου, τι θυμάσαι τώρα, πράγματα  προπέρσινα. Τζάμπα με πήγαν στους γιατρούς, εγώ δεν ήθελα να πάω κι ούτε πήγα…»

«;;»

«Τι κοιτάς σαν χαζοπούλι; Είχα ανεβεί στη λεύκα και τους κοίταζα».

Μαζεύτηκα στην άλλη άκρη του παραπέτου. Θέλησα να κοιτάξω γύρω μου και να δω πού είναι οι άλλοι, μα πάλι δεν τολμούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Τον κοίταζα με περιέργεια. Εκείνος συνέχισε.

«Θέλεις να δεις το σημάδι από τη ρόδα; Να, κοίτα» και με το χέρι του σήκωσε απότομα τη φανελίτσα του και φάνηκε η κάτασπρη κοιλιά. Μια μαύρη αυλακωτή γραμμή στεφάνωνε το ισχνό του κορμί. Κατέβασε πάλι απότομα το ρούχο του και με κοίταξε προκλητικά:

«Τι κοιτάς, τώρα;»

«Έχεις τρύπια παπούτσια», του είπα, έτσι για να πω κάτι. Και πράγματι τα παπούτσια του ήταν τρύπια, με ανοιγμένες τις μύτες τους εντελώς.

«Ε, και τι τα θέλω;» έκανε ανέμελα.

«Πού ήσουνα τόσον καιρό;»

«Αφού ξέρεις.»

«Δεν ξέρω», έκανα με δισταγμό.

«Είσαι μπούφος.»

«Παίζεις με κανέναν;»

«Μπα, με κανέναν. Μόνος μου είμαι και πάω όπου θέλω, προτιμάω όμως να κάθομαι εκεί που δεν είναι οι άλλοι. Ψαρεύω κιόλας στο ποτάμι, αλλά δεν τα τρώω τα ψάρια. Θυμάσαι που δεν ήξερα κολύμπι; Να δεις τώρα πόσο βαθιά κατεβαίνω στο νερό. Α, μου αρέσει κιόλας να κυνηγάω τα σκυλιά. Ειδικά τον Αράπη του κουτσο-Κόλια, που μία φορά με είχε δαγκώσει. Αυτόν να δεις τι του κάνω. Του πετάω κυπαρισσόμηλα μέσα στα μάτια και δεν καταλαβαίνει από ποια μεριά του έρχονται. Θέλεις;» με ρώτησε ξαφνικά και έβγαλε από την τσέπη του μια χούφτα κυπαρισσόμηλα και μου τα πέταξε στα πόδια.

Τα άφησα να κυλήσουν και να σκορπιστούν γύρω, κροταλίζοντας υπόκωφα.

Ύστερα με κοίταζε πάλι ανιχνευτικά και το ίδιο τον κοίταζα κι εγώ. Μείναμε και οι δυο μας βουβοί. Ο ήλιος είχε προβάλει ξαφνικά τεράστιος. Τότε τον άκουσα να λέει περισσότερο προς τον εαυτό του και λιγότερο προς εμένα:

«Μα τι κάνουν μια ώρα εκεί κάτω;»

«Ποιοι;»

«Ο πατέρας σου κι ένας σωρός γυναίκες».

Θέλησα να σηκωθώ κι εγώ και να δω εκεί που κοίταζε. Δεν πρόλαβα, γιατί ξαναγύρισε πάλι προς το μέρος μου και μου έδειξε μια σακούλα που έβγαλε από τον κόρφο του.

«Άκου», μου κάνει κι άρχισε να κουνάει πάνω – κάτω τη σακουλίτσα, προκαλώντας ένα ψιλό, ηδονικό κουδούνισμα.

«Τι είναι;» ρώτησα μαγεμένος.

Ο Ασημάκης πήδηξε ξαφνικά κάτω από το κάρο, κουνώντας συνεχώς το αλλόκοτο σείστρο.

Άκουσα τη φωνή του να σβήνει χαμηλά στην κατηφόρα.

«Ξερά κυπαρισσόμηλα….»

Το κουδούνισμα συνέχιζε να ακούγεται μέσα στα αυτιά μου σταθερά και επίμονα. Σε λίγο ένιωσα ένα χέρι να με σκουντάει στον ώμο.

«Ξύπνα, υπναρά!»

Πετάχτηκα επάνω πανικόβλητος.

Ο Κωσταντής ήταν δίπλα στο κάρο, ανεβασμένος στο ποδήλατό του και συνέχιζε να χτυπάει περιπαιχτικά δυο-τρία κυπαρισσόμηλα, που είχε φουχτωμένα  στο χέρι του.

«Ντριν, ντριν, ντριν, ντριν, ντριν…»

«Πού είμαστε;», ρώτησα απεγνωσμένα τον μεγάλο φίλο μου. «Πού είναι ο πατέρας μου;» και τα μάτια μου μέτραγαν κάτω στο πάτωμα του κάρου καμιά δεκαριά σκορπισμένα κυπαρισσόμηλα. Τα κλώτσησα με δυσπιστία και εκείνα κουδούνισαν ξερά και παρατεταμένα, λες και είχαν μέσα τους κρυμμένες μικρές γλωσσίτσες που φλυαρούσαν ακατάληπτα.

«Κυπαρισσόμηλα» λέει γελώντας ο Κωσταντής, «πέφτουν από τα κυπαρίσσια που λυγίζει ο αέρας πάνω μας» και σήκωσε τα μάτια του να μου δείξει τα σκιερά δέντρα, που αργοσαλεύανε μυστηριακά μέσα στο πρωινό σύθαμπο. «Αλλά, να», συνέχισε, «έρχεται και ο πατέρας σου με τις γυναίκες. Μιας και περνούσαν από εδώ είπαν να ανάψουν και τα καντηλάκια στο νεκροταφείο. Τέλειωσαν τώρα και φεύγουμε».

 

                                                             Μέλιγος, 12 Νοεμβρίου 2001

 

                                     (Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Τo Δέντρο, τ. 121-122 / 2002)

 Σας ενημερώνουμε ότι μέχρι να αναμορφωθεί το site του Διαπολιτισμού (www.diapolitismos.net) θα αναρτήσουμε αρκετά κείμενα εδώ. Όποιος θέλει να μας στείλει καινούργια κείμενα μπορεί να τα στέλνει στην ηλεκτρονική διεύθυνση gpappas1962@yahoo.gr


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...