Α΄ μέρος
ΣΕ ΤΟΥΤΟ τον τόπο, που πολλά έγιναν και πολλά συμβαίνουν ακόμα, κάθε τι
αποκτά ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα. Είναι ακόμα κι ένα μέτρο στο οποίο
δοκιμάζονται πολλά και ουσιαστικά. Σε τούτο το προωθημένο φυλάκιο του ελληνισμού,
αλλά και σε μια από τις προφυλακές του σημερινού κόσμου, αυτοί που ζουν εδώ
φέρνουν στους ώμους τους το φορτίο με το πολύτιμο περιεχόμενο του. Είναι κι ένα
διεθνές πρόβλημα που με τη σκληρή πραγματικότητα του γεμάτη αίμα καταστροφή και
δοκιμασία, εκφράζει και ανακεφαλαιώνει ένα γενικότερο ανθρώπινο αίτημα. Είναι
ακόμα και μια χαίνουσα πληγή που ο καθένας την έχει πάνω του.
Μ’ αυτά τα στοιχεία, όταν ένας λαός μικρός ή μεγάλος ζει μέσα στη θερμή ζώνη
και η πληγή αυτή είναι ορατή, καθημερινή και ανεξίτηλα χαραγμένη στο σώμα του
όταν η λύτρωσή του είναι πρωταρχικό ζωικό αίτημα και το αίτημα αυτό –
ακριβοπληρωμένο κι αδικαίωτο – ανταποκρίνεται στις ευρύτερες επιδιώξεις του
σημερινού ανθρώπου και η ικανοποίησή του θα πραγματωθεί μόνο αν
αποκατασταθούν θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες, τότε ο τόπος αυτός, οι άνθρωποί του
ως άτομα και ως σύνολο, μετέχουν και ζουν μέσα στην ιστορία.
Άρα, το θέμα που θα μας απασχολήσει υπάρχει εδώ ολόκληρο και ολοζώντανο, με
ένταση πρωταρχική. Η παρουσία της ιστορίας είναι αμείωτη στο πρόσφατο παρελθόν
και στο δραματικό παρόν της Κύπρου. Και μάλιστα με γεγονότα συγκλονιστικά και
ακραία. Το κεφάλαιο που άνοιξε πρόσφατα δεν έχει κλείσει. Στην εξέλιξή του μετέχουν
με όλες τους τις δυνάμεις, τα στοιχεία που το διαμόρφωσαν και η εξέλιξη αυτή παρ’ ότι
δεν σημειώνονται στα παρόν καθοριστικά γεγονότα, συνεχίζεται με διεργασίες σε άλλα
πεδία, ενώ παράλληλα διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο η στάση και η συμπεριφορά του
κυπριακού λαού. Έτσι, η συμμετοχή στην ιστορία γίνεται αναγκαστική και η ιστορική
φάση που διανύεται είναι βίωμα και ζήτημα ζωής. Αυτός ο βαθύτερος και πραγματικός
πυρήνας διαμορφώνει τις συνειδήσεις και τις κρατάει άγρυπνες, αυτός μορφοποιεί σε
συγκεκριμένες καταστάσεις το γενικότερο αίτημα της ζωής. Η ιστορία ζει και υπάρχει
μέσα μας είτε το θέλουμε είτε όχι, μας διαπερνάει και μας διαμορφώνει χωρίς να μας
ρωτήσει. Δεν έχουμε κανένα άλλο δικαίωμα από την αποδοχή της. Ο άνθρωπος είναι
αδύνατο να ζήσει έξω από αυτήν ό,τι και να κάνει. Θα βρίσκεται πάντα μέσα στην
ιστορία ως την τελευταία του στιγμή, είτε ασκητής γίνει, είτε φτάσει και στην έσχατη
απόδραση. Οι επιλογές αυτές θα έρθουν πάλι σαν αποτέλεσμά της. Ποιος μπορεί να
ισχυρισθεί ότι είναι αμέτοχος;
Η παρουσία της γίνεται εντονότερη όταν η ύπαρξύ μας και η ομάδα στην οποία
ανήκουμε βρίσκονται εξαρτημένες από τα γεγονότα, όταν τα μεγαλύτερα και τα
μικρότερα από αυτά διεγείρουν τον ψυχισμό μας, όταν οι εναλλαγές τους είναι φάσεις
του προσωπικού και του ομαδικού μας βίου.
Στην ατέρμονη διαδοχή των γεγονότων, αυτό που συμβαίνει σε κάθε στιγμή,
δηλαδή το τμήμα αυτό που παρατηρούμε και ζούμε αυτή τη στιγμή, είναι το κάθε φορά
επίκαιρο μέρος της ιστορίας. Όλη η ιστορία ήταν κάποτε επίκαιρη στιγμή. Επειδή όμως
η ιστορική διαδοχή περιλαμβάνει και διεργασίες όχι αμέσως ορατές που συντελούνται
σε μακρότερα διαστήματα και που συχνά είναι εκείνες που καθορίζουν το χαρακτήρα
των εποχών και των ανθρώπων τους, η επικαιρότητα είναι το ορατό στοιχείο της κάθε
στιγμής. Περιλαμβάνει δηλαδή τα άμεσα πραγματικά γεγονότα, αυτά που ζούμε και
αισθανόμαστε, τις σκέψεις και τις αντιδράσεις μας απάνω σ’ αυτό το στιγμιαίο
παράθυρο που ανοίγεται μπροστά μας στη διαδρομή της ζωντανής ιστορίας. Η
επικαιρότητα σαν μια στιγμή του Ιστορικού γίγνεσθαι, είναι και αυτή ιστορία που
διαφέρει ως προς τη διάρκεια, τον χρόνο και το βάθος της. Θα μπορούσαμε να την
παρομοιάσουμε με το κάθε «καρέ» μιας κινηματογραφικής ταινίας που πέφτει μπροστά
στο φακό μέσα στη ροή των εικόνων που θα δώσουν την κίνηση και την εξέλιξη. Η
ιστορία θα διαμορφωθεί από το σύνολο των εικόνων και των επεισοδίων όχι μόνο ως
άθροισμα περιστατικών, αλλά ως αίσθηση ζωής, σύνθεση δυνάμεων και καταστάσεων.
Αυτό όμως που λέμε επικαιρότητα δεν είναι απλό φαινόμενο. Η γνώση και η
κατάκτησή του δεν προσφέρεται με ευκολία. Μοιάζει περισσότερο με κάστρο που
πρέπει να εκπορθηθεί. Συνηθίσαμε να λέμε επικαιρότητα αυτό που μπορεί να
αποτελέσει «είδηση» με τη δημοσιογραφική έννοια. Ακόμα περισσότερο, κάτι που
μπορεί να αποτυπωθεί και φωτογραφικά. Κάθε τι που συμβαίνει δεν είναι όμως είδηση
και ο χαρακτηρισμός του γεγονότος, αν είναι ή δεν είναι, ποικίλλει από τόπο σε τόπο,
από τη μια στιγμή στην άλλη ,από το πλήθος των όμοιων περιστατικών και από πολλά
άλλα κριτήρια. Οπωσδήποτε όμως η άμεση επικαιρότητα γεννιέται από γεγονότα που
περιέχουν και αποτελούν είδηση σε όλους του βαθμούς και τις διαφοροποιήσεις που
παρουσιάζει το θέμα. Η είδηση όμως δεν παρουσιάζεται μπροστά μας ολοκληρωμένη, ο
κοινός πολίτης ούτε ακόμα και οι εφημερίδες δεν μπορούν να την έχουν εξ αρχής
ακέραια με όλες τις πλευρές της. Στις εφημερίδες χρειάζεται ρεπορτάζ από
εξειδικευμένους επαγγελματίες που θα αναζητήσουν και θα ανακαλύψουν τις
διάφορες όψεις της ώστε το αξιοσημείωτο γεγονός να πολιορκηθεί για να αποκαλύψει
τα περιστατικά που το συνθέτου. Είναι σαν τις ψηφίδες του μωσαϊκού που πρέπει να
μπουν σε τάξη για να δώσουν την εικόνα. Το άθροισμα των γεγονότων μιας ημέρας
αποτελεί τη φυσιογνωμία της, περιέχει τον παλμό της ζωής στη δεδομένη τομή του
χρόνου αλλά και πάλι το πλήθος και η άμορφη συσσώρευσή τους δεν αρκεί αν δεν
επιλεγούν και αξιολογηθούν για να συνθέσουν μια αναγνωρίσιμη μορφή, να δοθεί
δηλαδή η ταυτότητα και ο χαρακτήρας της ημέρας. Η πραγματική κατάκτηση ενός
γεγονότος είναι δύσκολο εγχείρημα.
Στα επόμενα στάδια, η είδηση θα γίνει χρονογράφημα, σχόλιο, άρθρο έρευνα,
αντικείμενο μελέτης. Όσο δηλαδή απομακρύνεται από το σήμερα, αλλάζει διαδοχικά
μορφές που κλιμακώνονται σε διάφορα στρώματα καθώς προσφέρονται κι άλλα
στοιχεία ή επικαλύπτονται από νεώτερα γεγονότα. Τα γεγονότα όμως, δεν λήγουν
μόλις τελειώσει η ειδησεογραφική τους φάση. Πέρα από το μετασχηματισμό και τις
ιδιαίτερες διεργασίες τους, λειτουργούν ανάλογα με το δυναμικό τους για να
σχηματίσουν το κλίμα και την ατμόσφαιρα του παρόντος. Έτσι η γενική έννοια
επικαιρότητα έχει πολλά ασταθή στρώματα που ανεβοκατεβαίνουν σε διαδοχικά
επίπεδα για να διαμορφώσουν σε διάφορους βαθμούς την έμμεση επικαιρότητα. Η
εφημερίδα, σαν καθρέπτης και αρχείο της επικαιρότητας, δεν είναι ούτε θέλει να είναι
ιστορία ή λογοτεχνία. Το άθροισμα των δημοσιευμάτων μπορεί να μας δώσει πολλά
χρήσιμα πράγματα, δεν θα είναι όμως ποτέ ιστορία, ούτε σαν θετικό έργο λόγου.
Στη λογοτεχνία, η γραμματική παράθεση των περιστατικών της επικαιρότητας θα
μας δώσει ένα «χρονικό» που κατά κανόνα περιλαμβάνει τις ειδήσεις από τον ατομικό
μικρόκοσμο ή από τον ομαδικό κύκλο εκείνου που το γράφει. Το «χρονικό» παραθέτει
τα επεισόδια μιας φάσης χωρίς να ενδιαφέρεται για τη σημασία, τα κίνητρα και τα
αποτελέσματα τους παρά μόνο αν σημειωθούν με άλλα επίσης καταγράψιμα
περιστατικά .Όσο πολύτιμο και ανεκτίμητο υλικό κι αν είναι για την σύνθεση της
ιστορίας, δεν είναι ιστορία ούτε και λογοτεχνία.
Στην αφηγηματική πεζογραφία, ο συγγραφέας γίνεται, έστω και χωρίς να το θέλει,
ένας ρεπόρτερ που με την ευαισθησία, τη διαίσθηση και το οπτικό του πεδίο διερευνά
να επιλέγει αδιάκοπα τα στοιχεία της επικαιρότητας, θέλει να τη γνωρίσει πληρέστερα
είτε τη χρησιμοποιήσει άμεσα είτε όχι σ’ αυτά που γράφει. Τα γεγονότα, μικρά ή
μεγάλα καταγράφονται και κατασταλάζουν αλλεπάλληλα, αθροίζονται για να
συνθέσουν τη διαρκέστερη επικαιρότητά του, δηλαδή την εποχή του. Είναι η
πολυσύνθετη μάζα από εξελισσόμενες δυνάμεις και καταστάσεις, δηλαδή το σύνολα
των ενεργειών που καθορίζουν τη συγκεκριμένη ιστορική φάση. Πρέπει να ξέρει τον
κόσμο που τον περιβάλλει και ως προς τις μεταβολές που μπορούν να γίνουν
αντιληπτές και να εκτιμηθούν αλλά και ως προς εκείνες που συμβαίνουν στα διαδοχικά
επίπεδα, γιατί σ’ αυτά οι διάφορες περίοδοι δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν όλες μαζί,
γιατί οι διαδικασίες δεν προχωρούν μετωπικά σαν στρατιωτική παρέλαση, αλλά
ολοκληρώνονται άλλες σε μακρότερα και άλλες σε συντομότερα διαστήματα.
Η ιστορία σαν επιστήμη μελέτης των μεταβολών και των εξελίξεων σε ανθρώπινες
κοινωνίες και σε ευρύτερα σύνολα, ακολουθεί τους νόμους της ως προς την έρευνα και
την αξιολόγηση των στοιχείων. Γι’ αυτήν όλες οι εποχές είναι επιστημονικά ισότιμες
όπως και τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι άξια μελέτης άσχετα αν αυτά είναι η δεν
είναι έργα τέχνης. Η επιστημονική έρευνα δεν ενδιαφέρεται μόνο για τα
αριστουργήματα. Την απασχολούν περισσότερο οι σταθμοί και οι εξελίξεις. Η
αξιολόγησή τους τα κορυφώματα και οι παρακμές ανήκουν σε άλλα πεδία έρευνας και
κριτικής.
Η λογοτεχνία δεν είναι επιστήμη, ούτε έρευνα ούτε και συλλογή περιστατικών. Τα
χρησιμοποιεί σαν πρώτη ύλη ως αναγκαία και μόνα στοιχεία που θα διαμορφώσουν το
συγκεκριμένο έργο. Την επικαιρότητα τη ζούμε όλοι αναγκαστικά και αναπόφευκτα
ανάλογα με το βαθμό που μετέχουμε σ’ αυτήν, τα μέσα της παρατήρησής μας, τη θέση
του παρατηρητηρίου μας και την ευαισθησία που διαθέτουμε για να αισθανθούμε σαν
ζωντανοί οργανισμοί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και το βάθος των περιστατικών που μας
περιβάλλουν. Ο λογοτέχνης δεν είναι ένα μυθικό ή ξεμοναχιασμένο άτομο, ένα μάτι
που βλέπει λαθραία από μια τρύπα, ούτε ο υπερφυσικός καταγραφέας ενός
μεταφυσικού αρχείου. Είναι ένας ζωντανός καθημερινός άνθρωπος που ζει και πάσχει,
συγκινείται, ενθουσιάζεται και απογοητεύεται, μέσα στο σύνολο. Σαν μονάδα
περιορίζεται από τα όρια της ατονικής του εμπειρίας. Είναι ένας δέκτης που η
ευαισθησία του επεξεργάζεται τις επιδράσεις που δέχεται για να τις αναμεταδώσει με
ένα μήνυμα γραμμένο σε άλλο κώδικα , με το έργο του.
Αν όμως ο λογοτέχνης είναι το άτομο που εκφράζει τους ερεθισμούς, τα
συναισθήματα και τις αντιδράσεις του στα γεγονότα, το σύνολο της λογοτεχνίας δίνει
πρισματικά, πάνω από τις ατομικές περιπτώσεις, τη σύνθεση των περιστατικών που
εκφράζονται από διαφορετικές θεωρήσεις και γραφές. Η λογοτεχνία είναι ο
πολυσύνθετος ευαίσθητος σεισμογράφος που στην καταγραφική ταινία του μπορούν
να διαβαστούν οι κραδασμοί, οι συγκινήσεις, οι ελπίδες και τα όνειρα του ευρύτερου
συνόλου στο οποίο και αυτός ανήκει. Αν οι κραδασμοί αυτοί μελετηθούν προσεκτικά,
θα βρούμε ενδείξεις για την κατάσταση του υπεδάφους, θα μπορέσουμε να
εκτιμήσουμε τη σύστασή του, και τις αιτίες που το κινούν. Η σειρά των κραδασμών
χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία και την εξέλιξη των δυνάμεων που λειτουργούν. Αυτά
όμως είναι ζητήματα εργαστηρίου και μετρήσεων. Η λογοτεχνία κατεβαίνει ως τις ρίζες
της ιστορίας, καταδύεται και αναπτύσσεται μέσα σ’ αυτήν, ενώ ταυτόχρονα είναι και
στοιχείο από το οποίο η ιστορία μπορεί να αντλήσει μαρτυρίες, και πολύτιμες
καταθέσεις. Αρκετά συχνά ξέρουμε τα γεγονότα, δεν ξέρουμε όμως το κλίμα της ζωής,
την ιδεολογική, την πολιτική ατμόσφαιρα, τα ρεύματα και τις δυνάμεις του
πνευματικού και του ψυχικού βίου, τη στάση των ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα
και τα αποτελέσματα που έχουν αυτά στον καθημερινό βίο. Η λογοτεχνία όμως δεν
εργάζεται για χάρη της ιστορίας ούτε είναι μέσα στους σκοπούς της να την υπηρετεί. Αν
αυτό συμβαίνει, είναι δευτερογενές. Η λειτουργία της είναι ερευνητική, στην
προσπάθεια της όμως να ολοκληρώσει την αίσθηση που προκαλούν τα γεγονότα,
αποτυπώνει το χαρακτήρα τους προχωρώντας βαθύτερα και πολλές φορές αυτό
συμβαίνει πριν ακόμα τα γεγονότα διερευνηθούν ιστορικά. Μερικές φορές φτάνει και
σε προβλέψεις, όπως στον Κάφκα που σε χρόνο ανύποπτο οι συνιστώσες του παρόντος
τον οδήγησαν να περιγράψει μεταγενέστερες καταστάσεις από το κλίμα του άγχους και
τις μεθόδους του ναζισμού.
________________________________________________________________________
*Το κείμενο αποτελεί ομιλία του Ανδρέα Φραγκιά που έκανε στο Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο στη
Λευκωσία την 1η Νοεμβρίου του 1980. Εδώ δημοσιεύεται το πρώτο μέρος. Τα άλλα δύο μέρη θα
δημοσιευτούν αργότερα. Είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύεται το κείμενο στην Ελλάδα.