Η γνωριμία μου με την ποίηση του Αργύρη
Χιόνη αρχίζει από το έτος 1983, όταν έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Λεκτικά τοπία (Καστανιώτης,1983). Βαθιά εντυπωσιασμένος από
τα ποιήματα του βιβλίου αυτού αναγνώρισα ενδόμυχα τότε, αλλά και γραπτώς λίγο
αργότερα σ' ένα μικρό μου κριτικό σημείωμα, ότι είχα βρεθεί μπροστά όχι μόνο σε
μια σημαντική, αλλά και, κατά κάποιο τρόπο, τρισδιάστατη ποίηση. Μια ποίηση
δηλαδή που διέθετε ύψος και βάθος, πλάτος και πλάγιο βλέμμα, μήκος και μαγική
εκτίναξη προς τα εμπρός.
Ταυτόχρονα η ποίηση αυτή μου έδινε την αίσθηση της συμμετοχής στις λειτουργίες ενός κόσμου μακρινού, αλλά καθόλου ανεύρετου και απλησίαστου: Του κόσμου των απλών πραγμάτων που μαζί τους οργανώνουμε και διεκπεραιώνουμε την εφήμερη καθημερινότητά μας. Η απόσταση μέχρι τα πράγματα (ας θυμηθούμε εδώ τον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ) είναι πολλές φορές τρομαχτική. Χρειάζεται κανένας το ιδανικό όχημα μιας σπάνιας ευαισθησίας για να τη διανύσει. Ο Αργύρης Χιόνης μας μεταφέρει με τα κρυσταλλικά του ποιήματα στις κρυφές εκτάσεις, στις αψηλάφητες επιφάνειες του πολύσημου και ανείδωτου αυτού κόσμου.
Δεν είμαι η έρημος έλεγε το χαρτί, είμ' ένα φύλλο άσπρο χαρτί αλλά δεν θέλω να με κατοικήσουνε οι σκέψεις σου.
Ο τίτλος Λεκτικά τοπία ή αργότερα Εσωτικά τοπία(1991) υποδηλώνει τη
δημιουργία πραγμάτων και καταστάσεων εκεί που φυσιολογικά δεν υπάρχουν, εκεί
που η εικόνα και ο μύθος είναι υπόθεση του ποιητή και μόνο. Δημιουργείται μια
φαινομενολογία της μαγικής παραδρομής, λες και ο δημιουργός με μιαν ασύνειδη
κίνησή του απελευθερώνει άγνωστες και μη ελεγχόμενες δυνάμεις, σαν προϊόντα
μιας ξεχασμένης αλλά βαθιά ριζωμένης μέσα του μαγείας. Και τότε η κοσμική
σκόνη συμπυκνώνεται, δημιουργώντας ένα σύμπαν που υπακούει κατ' αντίστροφη
φορά στους γνωστούς φυσικούς νόμους.
Αυτό είναι
και το κύριο κατά τη γνώμη μου χαρακτηριστικό του ποιητή Αργύρη Χιόνη. Η
δημιουργία δηλαδή ενός επάλληλου κόσμου, που όσο τον ξεφυλλίζεις τόσο σου
αποκαλύπτει τις πολλαπλές του όψεις, προβάλλοντας τα αντίθετα και μη
προβλέψιμα στοιχεία του. Ο κόσμος αυτός δημιουργείται με τις λέξεις, αυτό το
κοινό και άφθονο υλικό, όμως το τόσο δύσκολο στο χτίσιμό του. Γιατί οι λέξεις
δεν είναι πέτρες για να λαξεύονται. 'Η ταιριάζουν η μια στην άλλη ή δεν
ταιριάζουν καθόλου και πετιούνται. Ωστόσο, όταν πετύχουν τη μυστική εφαρμογή
τους, τότε μεταβάλλονται σε πυρήνες μιας πολυκύμαντης σκέψης, που φτερουγίζει
πάνω από την ανθρώπινη μοναξιά. Έρχονται με όλη τη δισταχτικότητα και την
αμφιβολία του κτίστη να ακριβολογήσουν πάνω σε δύσκολες έννοιες, να φωτίσουν
σκοτάδια ή να τα πυκνώσουν περισσότερο, να καταργήσουν τα φράγματα της λογικής,
να ξεπεράσουν τα όρια του φανταστικού, να πατήσουν το σήμα κινδύνου, να γίνουν
ήχοι με την ίδια σημασία και σημασίες με τον ίδιο ήχο.
Το δωμάτιο ήταν άδειο. Πάνω από το κεφάλι
μου κρεμότανε μια λέξη απαστράπτουσα κι απειλητική σα σπάθη. Όπου πήγαινα πήγαινε, όπου
στεκόμουν στεκόταν. Πριν προλάβω να τη δέσω στο ποίημα, σκέφτηκα, θα μου κόψει
το σβέρκο.
Όλα τα
ποιήματα απηχούν «ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα»,όπως
διατείνεται ο ποιητής στον τίτλο ενός παλιότερου βιβλίου του (Λιγόκερως, 1981) ή μιας εποχής που ήρθε
πριν την ώρα της. Έλλογα και άλογα, ενήδονα και ενώδυνα σπαράγματα. Όπως στο
θαυμάσιο ποίημά του «Η χαλασμένη βρύση» («Λεκτικά τοπία», 1983) , τόσο εύστοχο
μέσα στην ασύνορη θλίψη του, τόσο διεισδυτικό στην εγγενή απελπισία του. Η
διαβρωτική επήρεια της κολασμένης Κυριακής μας εκτροχιάζει σ' έναν περίεργο
και αλγεινό χωροχρόνο. Η χαλασμένη βρύση στάζει αργά και δυναστικά, μα ο
υδραυλικός έχει χαθεί για πάντα απ' τη ζωή μας.
Γιατί να
μη μπορώ τη δύναμη να βρω
Να βγάλω
απ' τη ζωή μου αυτές τις Κυριακές
Και να
καλέσω επιτέλους τον υδραυλικό.
Ανυποψίαστα
σπέρματα ιστοριών που χάνονται στον λαβύρινθο της συλλογικής μνήμης, Ψήγματα
ακριβών μετάλλων που δυναμώνουν τη φωνή και τη χρωματική απόκλιση, τόνοι και
τρόποι μιας πρωτότυπης έκφρασης, γεμάτης εκπλήξεις και αναπάντεχες εκδοχές και
βέβαια φευγαλέες εμμονές που στοίχειωναν μέσα στα « Σχήματα απουσίας (1973) ,
στις Μεταμορφώσεις (1974) ή
στους Τύπους των ήλων ( τα τραμάκια, 1978) αρχίζουν από τα Λεκτικά
τοπία και κυρίως από το επόμενο βιβλίο Σαν
τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη
(Υάκινθος,1986) να μορφοποιούνται σε μια ιδιαίτερη και εντελώς προσωπική άποψη
ποιητικής, να κωδικοποιούνται σε κλειδιά ανίχνευσης σκοτεινών περιοχών είτε
μέσα στην αχνισμένη στέπα της ψυχής, είτε στην αορίστως νοσταλγούσα φαντασία.
Ο
Αργύρης Χιόνης αρχίζει να αναποδογυρίζει τα πράγματα, ν' αποκαλύπτει τον από
κάτω κρυμμένο μικρόκοσμο, να δονεί με εκπυρσοκροτήσεις του ελάχιστου τα χαμένα
στο απεριόριστο και μακρινό. Αναιρεί κάθε ορθολογικό τρόπο αντιμετώπισης
εννοιών και ιδεών και προχωρά στην αντιστροφή των νοημάτων όπου κατά αμφιμονοσήμαντο
τρόπο έχουν εφαρμογή οι μαθηματικές ιδιότητες της ισότητας και της ταυτότητας.
Σαν το παλιό αξίωμα δηλαδή των δύο όψεων που κάνουν το ένα και το αυτό νόμισμα.
Αυτός άλλωστε είναι και ένας από τους ορισμούς του ποιητή : αυτού που αναιρεί
το παραδεδεγμένο, προτείνοντας μιαν άλλη εξ ίσου στέρεα εκδοχή και διαρκώς
υποστηριζόμενη από τις πάγιες αισθητικές αρχές.
Μπρος στον καθρέφτη εγώ. Και μέσα στον
καθρέφτη, ποιος ειν' αυτός που μου γυρνάει την πλάτη [. . .] Ή μήπως και δεν είναι το δωμάτιό
μου αυτό, αλλά το άυλο σκηνικό ενός ονείρου όπου μέσα του κινούμαι, πρόσωπο
ανύπαρκτο, σύμβολο αξεδιάλυτο αυτού του ονείρου που κάποιος άλλος βλέπει και θα
σβήσω μόλις αυτός ξυπνήσει;
Αισθαντική
κραυγή μ' ένα δραματικό βάθος και ομόλογη προς τη μεγάλη λυρική εκβλάστηση της
κινέζικης διανόησης: « Κάποτε ονειρεύτηκα πως ήμουν πεταλούδα. Τώρα δεν ξέρω αν
είμαι πεταλούδα που ονειρεύεται πως είμαι άνθρωπος »,λέει ο Τσουάγκ Τσου από
τον 70 αιώνα μ.Χ.
Η ποίηση
του Αργύρη Χιόνη είναι προϊόν της ατέρμονης σιωπής, μέσα στην οποία εγείρονται
οι λέξεις σαν ένας παναρμόνιος ήχος που αυλακώνει την εσωτερική του έρημο. Τον
ποιητή καλούν για να συναυλίσουν μαζί του τα πράγματα που έχουν βάθος, όπως τα
πηγάδια, οι καθρέφτες, η θάλασσα πλάθει το ποίημά του με λέξεις που έχουν μέσα
τους την τάση να χαθούν, να εξατμισθούν, έτσι που ολόκληρο το ποίημα να
αιωρείται πάνω από την ενδεχόμενη εξαέρωσή του. Και βέβαια μέσα στους
φασματικούς μετεωρισμούς μιας άψογης ποιητικής δομής ο Χιόνης γίνεται ένας σύγχρονος
Τειρεσίας, που δείχνει με το εσωτερικευμένο βλέμμα του τις παγίδες της ήσυχης
ζωής μας, τον κίνδυνο που αφομοιώνουμε, υποκύπτοντας στις απατηλές της
εικόνες.
Ω ναι
ξέρω πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις, πως δεν χρειάζεται ωκεανός
για να πνιγείς. Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, μες στη
βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά
τους. Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ' ένα κουπάκι του
καφέ, σ' ένα κουτάλι του γλυκού.. Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους
εκεί βαθιά που κοιμούνται, ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.
Και ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.
Από τα Εσωτερικά τοπία (1991) μέχρι τον Ακίνητο δρομέα (Νεφέλη,1996) ο Αργύρης
Χιόνης συνεχίζει να ενορχηστρώνει τον ηδυσμένο λόγο του διά μέσου της δυναμικής των αντιθέσεων. Από τη
σύνθεση των τίτλων στα βιβλία και τα ποιήματα μέχρι και τους πλέον ελάχιστους
στίχους οι αντιθέσεις δονούν το ποίημα ως τεκμήρια μιας κατάστασης που χάνεται
διμέτωπη σε αντίρροπες κατευθύνσεις. Η φυσική πραγματικότητά μας άλλωστε και
πολύ περισσότερο η υποδηλούμενη ποιητική αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο θετικό
και το αρνητικό, το πάνω και το κάτω, το ορατό και το αόρατο, το συγκεκριμένο
και το συγκεχυμένο. Υπάρχει μια δισκελής βιοτική ανέλιξη, που πατάει συγχρόνως
στο μαύρο και το άσπρο. Η ποίηση του Αργύρη Χιόνη είναι ο κρίκος που ενώνει τα
δύο σκέλη και που άλλοτε επιτρέπει το μεγάλο άνοιγμα, άλλοτε το αποτρέπει.
Υπάρχουν
τοπία που, ενώ ψαύονται, δεν φαίνονται με γυμνό οφθαλμό και «ιστορίες μιας
εποχής που πέρασε χωρίς ποτέ να έχει έρθει». Ο δρομέας τρέχει ενώ ακινητεί
(όπως η θλίψη),ο ορειβάτης κατακτά κορυφές για να ανακαλύψει τα πέλματά του (
όπως η μεγάλη μοναξιά στην πολυκοσμία), ο στοχαστικός διακονητής της σιγής
υποβαστάζει μέσα του τον άμετρο συνωστισμό ακραίων ήχων και θορύβων. Και ο
λόγος ρέει μέσα σε μιαν ευσύνοπτη πρόζα, διάφανη και λαγαρή, ευπροσήγορη και
ευφρόσυνη, ευέλικτη και κρυσταλλική. Λόγια υγρά που ταξιδεύουν μέσα σε μια
κοίτη μικρού ποταμού, που παραπέμπει όμως με τον θαμπό καθρέφτη του σ' έναν
ατέλειωτο ουρανό.
Κοντή
κουβέρτα η ποίηση και κάθε που την τραβάς για να φυλάξεις το κεφάλι σου από
τους εφιάλτες του άλλου κόσμου, στην παγωνιά αυτού του κόσμου τα πόδια σου
αφύλακτα αφήνεις.
Ο Αργύρης
Χιόνης με όλην την παγωνιά που οι εφιάλτες του εντός και εκτός ποίησης κόσμου
αφήνουν επάνω του δεν χάνει ποτέ την τρυφερότητά του από το βλέμμα του και από
τα λόγια του. Με χάρη και οξυδέρκεια, εκτεθειμένος στην αλήθεια ενός πρωτογενούς
λόγου, που εκπηγάζει μέσα από τις ασύνειδες προθέσεις της ποίησης, μας εξηγεί
γιατί ο ίππος δεν ιππεύει τον ιππέα, γιατί οι δύτες αποφασίζουν κάποτε να
κρατήσουν για πάντα την αναπνοή τους, με ποιο τρόπο μπορεί ο ακοντιστής να
ξεπεράσει το ακόντιό του κι έτσι να καταργήσει ολοσχερώς το άθλημά του, ή με
ποιο τρόπο το αγκίστρι θα φέρει το φεγγάρι στο τηγάνι μας.
Ο ποιητής
σμιλεύει τον φυσικό και τον εννοιολογικό κόσμο από όλες τις ακμές του,
προκαλώντας του ραγίσματα με τα ξόρκια μιας μυστικής γλώσσας. Αλιεύει το όνειρο
και το παραμύθι, το αίνιγμα και την έλλογη φαντασία. Εμβολιάζει το παρόν με το
διαχρονικό και το άχρονο, μεταφέρει τη φλόγα του φωτίζοντας ποιήματα αγωνίας,
προτείνοντας με δυνατές εικόνες, αντί για επιχειρήματα λογικής, εκείνα τα
σημεία στα οποία δεν χρειάζεται να τελεσφορήσει η αναιμική ζωή μας, αλλά
μονάχα το φλογοβόλο όνειρο. Μας σπρώχνει έτσι στην έσχατη αλήθεια, στον
ακραιφνή λόγο ύπαρξης και μας πείθει για λύσεις που απαλύνουν τη ζωή μας με
τόσο αυτονόητο τρόπο, αλλά όμως και τόσο δύσκολο να επινοηθούν.
Δεν είναι
ανάγκη, λέει, να περάσει ο άλτης εκείθεν του πήχεως, αρκεί μονάχα να
προσγειωθεί, ας είναι κι από δω, με τρόπαιο ένα βραχύτατο άλμα. Μόνο που
λέγοντας αυτά το ποίημα εκτοξεύεται πολύ ψηλότερα από το θεωρούμενο όριό του
και ο ποιητής γίνεται μαζί με το ποίημά του ο ονειρώδης εκείνος σφυροβόλος,
που δεν πρόλαβε να αφήσει τη σφύρα του απ' το χέρι και εξακοντίστηκε μαζί της
στροβιλιζόμενος στ' αστέρια.
Με μια
αφανή κίνηση μέσα στον λόγο ο Χιόνης αναποδογυρίζει, όπως προείπαμε, τις
συμβατικότητες, καταργεί το αφελές και το απλοϊκό, υποθηκεύει την παρασημαντική
του μέσα στη δύναμη και την ανυποχώρητη πειθώ του άλογου. Στους
αντικατοπτρισμούς της ποιητικής μαγγανείας του Χιόνη άλογο και έλλογο
συγχέονται μέσα στη δημιουργική έλξη μιας άλλης γνώσης. Συναντάμε την παραδοχή
ενός άλλου θαύματος, του οποίου η ύπαρξη συγχωνεύεται με το σύγκρυο της ψυχής
και το τρέμισμα της ανταποδοτικής ικανότητας της συγκίνησης.
Ο Χιόνης μας ξυπνά από τις οξείες αυταπάτες μας με μαγικούς συνετισμούς, μας επαναφέρει από άλλη διάσταση στην αυτή τάξη πραγμάτων, μας υποδεικνύει την τεφρή μας μοίρα έστω με θραύσματα του πεπρωμένου, σαν ανεξήγητα κομμάτια ενός αλλόκοσμου σύμπαντος. Και όμως πρόκειται για μας τους ίδιους, τους ταπεινωμένους και πεφορτισμένους ανθρώπους, που μόλις και μετά βίας χωράμε μέσα στο περίβλημά μας. Υπάρχουν τα μυστικά φτερά που μας ωθούν να πεταχτούμε έξω, σε μιαν ανοίκεια απελευθέρωση. Μια ενδογενής ανησυχία μας σπρώχνει αμείλικτα. Να πάμε όμως πού; Οι δρόμοι μας αν και πολλοί είναι μονοσήμαντοι. Και καταλήγουν πάντα στο ίδιο τέρμα.
Περιφερόμενος, αδιακόπως, σ' έν' άδειο σπίτι, επιμένοντας να το
επιπλώσει μόνο με την παρουσία του, μπορεί ποτέ του να μην κατορθώσει αυτόν
τον άθλο, αλλά, οπωσδήποτε, θα επιτύχει να διανύσει αποστάσεις που κανένας
οδοιπόρος ανοικτού εδάφους δεν θα διένυε ποτέ.
Ας μην προσπαθούμε να ξεφύγουμε, συμβουλεύει ο Αργύρης Χιόνης,
καταδεικνύοντας το μάταιο και το απέλπιδο ορισμένων προσπαθειών .Και
περισσότερο απ’ όλα να μη νοιαζόμαστε πότε να ξεγλιστρήσουμε
απ’ τη λαβή του χρόνου. Ο Χρόνος ως γνωστόν δεν έχει χέρια, γι' αυτό και η λαβή
του είναι ανίκητη. Ούτε ακόμα πρέπει να τρέχουμε να ξεπεράσουμε τον Χάρο.
Γιατί, αλίμονο, θα φτάσουμε πιο γρήγορα στο μαύρο τέρμα. Λόγος στο έπακρο αποκαλυπτικός,
δηλαδή ποιητικός μέχρι τη βαθύτατη εσοχή της αλήθειας του.
Μετά τον
«ακίνητο δρομέα» ο Αργύρης Χιόνης μας
εισάγει στην απαράμιλλη καλαισθησία των χαϊκού με τα θαυμάσια « Ιδεογράμματά » του
(τραμάκια,1997). Η άνω των τριάντα χρόνων εμπειρία του στην ποίηση αποδίδει
τώρα τους πλέον εύχυμους καρπούς, καθώς η αυστηρή μορφή του γιαπωνέζικου αυτού ποιητικού είδους εκπορθείται με τον
πιο ουσιαστικό και δημιουργικό τρόπο.
Το χαίκού
(χάι-κάι στον ενικό) επεκτείνεται μόνο σε 17 συλλαβές και δομείται με 3 στίχους
(5-7-5) .Προέκυψε ως αυτόνομο είδος όταν κάποια στιγμή αποσχίστηκε από το
τάνκα, που αποτελείται από 31 συλλαβές των 5 στίχων (5-7-5/7-7) και που
συνιστούσε το μοναδικό μοτίβο λυρικής έκφρασης στην Ιαπωνία κυρίως από τον 7ο αιώνα μ.Χ.
Υπάρχουν
πολλοί νεωτεριστές που δεν υπακούουν και δεν σέβονται την παραδοσιακή μορφή των
χαϊκού. Αυτοί όμως δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να ισχυριστούν ότι γράφουν
χαϊκού ή ότι ανανεώνουν δήθεν το είδος. Ας πουν ότι γράφουν τρίστιχα ποιήματα.
Στα χαϊκού, πέρα από τη μορφή, ο ποιητής πρέπει να έχει την ικανότητα πύκνωσης
του λόγου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκφράζει έναν συμπαγή κόσμο ολοκληρωμένων
νοημάτων.
Αυτός ο έρωτας
στο
ποίημα δε χωράει,
το
περιέχει.
Κρατάει
πολύ
ο θάνατος,
κρατάει
ολόκληρη
ζωή.
Τόσο στα
χαϊκού, όσο και στα τάνκα, με τα οποία συμπληρώνει τα «ιδεογράμματά» του, ο
Αργύρης Χιόνης συγκροτεί ένα λυρικά φιλοσοφημένο λόγο, που υπογραμμίζεται από
τον ιριδισμό μιας μοναδικής λιτότητας. Στον μετρημένο αυτόν συλλαβόκοσμο
χωρούν οι υπαινιγμοί του άρρητου ονείρου, η σμίκρυνση του μακρόκοσμου, οι
φωταψίες των ξαφνικών συναισθηματικών αλλαγών. Το νόημα δίνεται μέσα από την
κρυστάλλωση της εικόνας, με σκέψεις που διατυπώνονται με την ταχύτητα του
πουλιού.
Ο Αργύρης
Χιόνης ανήκει στους ποιητές εκείνους, που παραμένουν ευλαβικά πιστοί στην παράδοση των χαϊκού .Τηρώντας τις προδιαγραφές που πρέπει, επιβοηθά στην
εδραίωση του ελληνικού χάι-κάι, ενσταλλάζοντας στο μικρό αυτό ποίημα δείγματα
υψηλής εμπνεύσεως και δεξιοτεχνίας.
Τα χαϊκού
του Χιόνη γίνονται ωδές στις λέξεις που φτερουγίζουν σαν μικρά σμήνη πουλιών
μέσα στο ποίημα, επικλήσεις που ορθώνονται ως φραγμοί στους βάρβαρους ήχους.
Καταγίνονται σε μια ποίηση της ποίησης, παράλληλα με την ανάδειξη των
σημαινομένων, γιατί η ποίηση -κατά τον Wallas Stevens παραμένει πάντα το
βασικό θέμα του ποιήματος, και βέβαια, θεραπεύει πρώτα απ' όλα τις ανάγκες του
δημιουργού.
Ωστόσο τα
χαϊκού του Χιόνη δεν σταματάνε μόνο στον αυτοπροσδιορισμό των ποιητικών υλικών.
Φτάνουν στον ορισμό των αισθημάτων, όπως είναι ο έρωτας ή η θλίψη, στην
κατάδειξη με όρους λυρικής φωταύγειας των εξουσιαστικών καταστάσεων, όπως ο
θάνατος, η αγρύπνια, η μοναξιά. Η ευρηματικότητα των ποιητικών σχημάτων
βασίζεται στην έκπληξη της αντίθεσης, στην τρυφερότητα της παρομοίωσης, στο
μυστηριακό φάσμα της μεταφοράς. Πόσο ομόλογα σπαράζει ο Ρομπέρτο Χουαρόθ,
αργεντίνος ποιητής, που ο Χιόνης αρέσκεται να μεταφράζει:
Χτυπούν την πόρτα. ..αλλά από μέσα τη
χτυπούν
Με τον ίδιο
τρόπο που τα γιαπωνέζικα χαϊκού και τάνκα έφτασαν σε μια λυρική αποσαφήνιση
της ψυχικής κατάστασης, στην αντίστιξή της με τα μεγάλα αισθήματα και τις
ακραίες ατομικές συναισθήσεις, έτσι και ο Χιόνης, έχοντας πίσω του μια
τρισχιλιετή ποιητική παράδοση και επί πλέον τη δυνατότητα πρόσβασης στη συσσωρευμένη
εμπειρία από τις γραμματείες άλλων χωρών, ανυψώνει τα λιλιπούτια ποιήματά του
ως ακίδες ονειρωδών καταφυγών. Αναπτύσσει την ξεχωριστή ευμέλεια των λέξεων με
τέτοιο τρόπο, ώστε αναβιβάζει το περιληπτικό απαύγασμα της μινιατούρας στην
ακρίβεια της ολότητας. Τα ιδεογράμματα είναι συμπυκνώσεις, που χωρίς να έχουν
ανάγκη επεξηγηματικών σχολίων, σε οδηγούν από μόνα τους σε ευρύτατες
εννοιολογικές αναπτύξεις.
Τελειώνοντας
και θέλοντας να εξηγήσω γιατί αγαπώ την ποίηση του Αργύρη Χιόνη, θα προσθέσω
μόνο δυο ελάχιστα λόγια. Ο Χιόνης επιτυγχάνει την ποιητική νομοτέλεια με την
απλή και φθαρμένη, αλλά τόσο ευπρεπή καθημερινή γλώσσα. Το ποίημα σφραγίζεται
ως δομική κατασκευή πάνω από συνειρμούς βυθισμένους στη θλίψη και την έλλειψη.
Ο Χιόνης είναι συμμέτοχος του ποιήματός του. Το ποίημά του δηλαδή δεν είναι
ξένο προς τον εσώτερο εαυτό του, δεν είναι ψεύτικο, υπάρχει πλήρης αντιστοιχία
μεταξύ προθέσεων, κινήτρων και τελικού έργου. Η ποίηση είναι το ίδιο του το
αίμα, προϊόν της εσωτερικής του αβρότητας, απότοκος του τρόπου με τον οποίο
βλέπει τα πράγματα και αντιμετωπίζει τον κόσμο, μια πολυδύναμη προέκταση της
εσωτερικής του δεξιότητας, με την οποία αγαπά το άφατο και εξορκίζει το
αόριστο. Η ποίηση του Αργύρη Χιόνη μας αρέσει γιατί μας θάλπει, καθώς μας ταξιδεύει
σ' έναν κόσμο αρμονίας και ατέρμονης παρηγορητικής διαδικασίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου