Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Γιώργος Δ. ΠΑΓΑΝΟΣ Οι σταθερές στο λογοτεχνικό έργο του Πρόδρομου Μάρκογλου




Αν η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία άφησε κείμενα που θα μείνουν οργανικά δεμένα με ό,τι καλύτερο έδωσε η λογοτεχνική μας παράδοση από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ως τις αρχές του 20ού, αυτά είναι τα κείμενα των μεταπολεμικών λογοτεχνών. Καθοριστική σε αυτά τα κείμενα είναι η παρουσία της νεότερης ιστορίας που αντανακλάται είτε στο περιεχόμενο είτε στη μορφή είτε και στα δύο μαζί.

Το βίωμα είναι ίσως το βαθύτερο υπόστρωμα οποιασδήποτε αξιοπρόσεχτης καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ειδικότερα για τη λογοτεχνία η αυθεντικότητά της εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη προσωπικών εμπειριών πάνω στις οποίες θεμελιώνονται τα διάφορα είδη της. Χωρίς την άμεση εμπειρία ο λογοτέχνης, με όσο ταλέντο κι αν είναι προικισμένος, δεν κάνει τίποτε διαφορετικό από το να χτίζει πάνω στην άμμο περίπλοκες κατασκευές, οι οποίες πέρα από μια πρόσκαιρη εντύπωση γρήγορα εξαφανίζονται χωρίς να αφήσουν ίχνη .

Οι σκληρές μεταπολεμικές εμπειρίες που αρχίζουν από το τέλος του Β' Παγκόσμιου πολέμου για την Ελλάδα (1945) και τελειώνουν με τη μεταπολίτευση (1974) έδωσαν ένα σημαντικό έργο το οποίο, ενώ γέρνει προς τη δύση του, δεν αντικαταστάθηκε -δυστυχώς ¬ως τώρα τουλάχιστον από κάποιο καινούριο, ισάξιο έστω, αν όχι καλύτερο. Στην πεζογραφία π. χ. που μας ενδιαφέρει εδώ, δεν φάνηκαν, ακόμη, έργα νεότερων πεζογράφων που να μπορούν να αναμετρηθούν με Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δημ. Χατζή, την Αντιποίησι αρχής του Αλέξ. Κοτζιά και τη Μεγάλη Πλατεία του Νίκου Μπακόλα, για να σταθώ σε μερικά μόνο δημιουργήματα εκπροσώπων της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

Οι μνήμες της μεταπολεμικής περιόδου εξακολουθούν να είναι έντονες ακόμη για τις γενιές που βίωσαν τα γεγονότα και τραυματίστηκαν από αυτά με ανεπούλωτες πληγές. Όμως οι γενιές αυτές περιέρχονται σιγά σιγά στη δικαιοδοσία της Ιστορίας. Για τους νεότερους όμως, που δεν έχουν άμεση εμπειρία, τα γεγονότα εκείνα δεν έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Αρχίζουν μάλιστα και δυσανασχετούν με τη συχνή αναφορά σε αυτά και αμφισβητούν το έργο των μεταπολεμικών συναδέλφων τους. Η αμφισβήτηση είναι εύλογη. Οι σπασμωδικές όμως αντιδράσεις τους είναι αντιδράσεις εν κενώ, αφού οι ίδιοι στη λογοτεχνική πράξη, όπως πρέπει να γίνονται οι αναμετρήσεις, δε βρήκαν ακόμη να πουν κάτι ουσιαστικό βασισμένοι στις δικές τους εμπειρίες και αναζητήσεις.

Η μεταπολεμική πεζογραφία, λοιπόν , οφείλει την απήχησή της, εκτός των άλλων λόγων, και στο γεγονός ότι θεμελιώθηκε πάνω στις οδυνηρές εμπειρίες των δημιουργών τους που ήταν και συλλογικές εμπειρίες. Γι ' αυτό άλλωστε και χαρακτηρίστηκε προσφυώς ως πεζογραφία της μνήμης. Οι μεταπολεμικοί συγγραφείς επιχειρώντας στο έργο τους να ανασυνθέσουν το παρελθόν με τα προσωπικά και συλλογικά οράματα και τις περιπέτειες, ανατρέχουν συνεχώς στη μνήμη. Οι νεότεροι όμως; Γι' αυτό ας αφήσουμε τον ποιητή Πρόδρομο Μάρκογλου να μας μιλήσει:


Το μέλλον τώρα στην άνυδρη βουλιάζει έκταση της εποχής


Πώς άνθρωποι χωρίς μνήμη θα μας διαδεχθούν

Χρήστες εθισμένοι ηδονών στο τώρα και στο πουθενά

Πώς λησμονημένα όλα θα ξεχαστούν στη σιωπή;


Παγωμένος φυσά αγέρας και τρίζουν τα τζάμια. [1]

 

Ο Πρόδρομος Μάρκογλου (1935) είναι ένας από τους πεζογράφους της μνήμης. Ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Γεννήθηκε στην Καβάλα όπου έζησε ως το 1971. Εμφανίστηκε πρώτα ως ποιητής. Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα από το 1958. Η συγκεντρωτική έκδοση Έσχατη Υπόσχεση(1966) περιέχει ποιήματα της περιόδου 1958 ¬1992. Με την πεζογραφία, που θα με απασχολήσει κυρίως εδώ, ασχολήθηκε αργότερα και έδωσε ως τώρα τρία βιβλία. Οι τίτλοι τους αποτελούν κατά κάποιο τρόπο σχόλια του συγγραφέα τους. Ο τίτλος του νεοτερικού αφηγήματος Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη (1980) έχει, όπως θα δούμε παρακάτω, σχέση με τη μορφή της αφήγησης. Το κείμενο έχει χρονολογική ένδειξη: Καβάλα 1968 -1970. Ο τίτλος της συλλογής Σταθερή Απώλεια (1992), που περιέχει έντεκα ρεαλιστικά διηγήματα, παραπέμπει αποκλειστικά στο περιεχόμενό τους. Τέλος ο τίτλος της νουβέλας Σπαράγματα (1997), που τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο διηγήματος του 1998, αναφέρεται και στο περιεχόμενο και στη μορφή. Για τη σύνθεση της νουβέλας Σπαράγματα βασίζεται στη ύλη που συγκροτεί τα διηγήματα της συλλογής Σταθερή Απώλεια.

Τόσο στο ποιητικό όσο και στο αφηγηματικό έργο του Μάρκογλου υπάρχει συνέχεια και ενότητα, γεγονός που δείχνει έναν επίμονο και σταθερό προσανατολισμό. Αυτό φαίνεται στη χρήση σταθερών μοτίβων .Ο λογοτέχνης αυτός, όπως όλοι σχεδόν οι αυθεντικοί δημιουργοί, επεξεργάζεται από ποιητική σε ποιητική συλλογή και από αφηγηματικό σε αφηγηματικό κείμενο επαναλαμβανόμενα θεματικά και μορφολογικά μοτίβα.

Κινείται ανάμεσα στην καλλιτεχνική τάση για ανανέωση και στην απαίτηση που υπαγορεύει η στρατευμένη του συνείδηση για ρεαλιστική παράσταση των μορφών, δηλαδή ανάμεσα στις συγκρουόμενες δυνάμεις της ελεύθερης αναζήτησης και της εσωτερικής επιταγής. 'Ετσι όλη του η λογοτεχνική διαδρομή είναι μια δραματική πορεία ανάμεσα σε αντίρροπες δυνάμεις που επιχειρεί να ισορροπήσει. Η αφηγηματική του πεζογραφία από το Χώρο της Ιωάννας και το χρόνο του Ιωάννη ως τη Σταθερή Απώλεια και τα Σπαράγματα και οι επιμέρους ποιητικές του συλλογές από τους Εγκλείστους (1962) ως τις Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν (1993) δεν είναι παρά ένα ενιαίο έργο, ένα έργο εν προόδω (work ίη progress), στο οποίο ο δημιουργός του αποπειράται να συνθέσει τις εικόνες ζωής που αποθησαύρισαν μέσα του οι σκληρές εμπειρίες από τη μετεμφυλιακή Καβάλα, με τις ιδέες που ενέπνευσαν τον ίδιο και ένα μεγάλο τμήμα των συγχρόνων του. Επιχειρεί δηλαδή να συνδυάσει το βιωματικό υπόστρωμα μιας απάνθρωπης εποχής με την ιδεολογία. Την πρώτη θέση κατέχει η ατομική περίπτωση, το υπαρξιακό πρόβλημα. Στα Σπαράγματα π. χ. ο πρωταγωνιστής, ο Νικηφόρος αντιπροσωπευτικός τύπος της γενιάς του και persona του δημιουργού του -ποιητής και αυτός, ομολογεί σχετικά με το ζήτημα αυτό:


Σε κείμενα, σε ποιήματα, προσπάθησα να παγιδέψω στο χαρτί, στο δίχτυ των λέξεων, βιώματα, δραστικά βιώματα, αλλά το βιωματικό ή αυτοβιογραφικό δεν με κέρδιζε [. . .] Γυρόφερνα στο μυαλό μου ιστορίες, κάνοντας το λόγο σάρκα, να τις συνδέσω ήθελα με κάποιες ιδέες που με γοήτευαν συντριπτικά, πώς να λύσω αυτή την αντίθεση. [2]


Τρεις τρόποι παρατηρούνται στα κείμενά του, ποιητικά και πεζά. ο εικονικός -ζωγραφικός, ο μεταφορικός-ποιητικός και ο μετωνυμικός-ρεαλιστικός. Η εικονικότητα συνδέεται με το συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο: την Καβάλα των καπνεργατών και των προσφύγων από τη μία και το περιβάλλον της διεφθαρμένης αστικής κοινωνίας από την άλλη˙ η ποιοτικότητα συνδέεται με τις λυρικές καταστάσεις που βιώνει το αφηγηματικό υποκείμενο και η ρεαλιστικότητα  με το χρόνο και την Ιστορία. Ο χώρος και ο χρόνος είναι οι τεμνόμενοι άξονες τόσο της αφηγηματογραφίας όσο και της ποίησής του. Η λειτουργία της μνήμης είναι άτακτη, ιδίως στο πρώτο του αφηγηματικό κείμενο, αφήνει κενά και κάνει μεγάλα άλματα στο χώρο και στο χρόνο. Εντούτοις είναι δραστική και κατορθώνει να συναντήσει την κοινή μνήμη και εμπειρία. Στο σημείο αυτό θα παραθέσω μια άλλη έμμεση μαρτυρία του συγγραφέα μέσα από τα γραπτά του Νικηφόρου πάλι, ο οποίος σημείωνε για την ποίηση τα εξής:


Πώς γράφεται ένα ποίημα; Ίσως με τις υποκειμενικές εμπειρίες που ωριμάζουν στο σώμα του ποιητή καθώς αυτές συνδέονται με τις εμπειρίες του κοινωνικού σώματος.


Στο αφηγηματικό κείμενο του Μάρκογλου συναντάμε κοινά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. επαναλαμβανόμενες καταστάσεις και επανερχόμενα πρόσωπα που τις εκφράζουν. Μερικά από τα πρόσωπα αυτά εμφανίζονται στα δύο τελευταία του βιβλία με τα ίδια ή διαφορετικά ονόματα. Με τις ενέργειές τους γίνονται φορείς συγκεκριμένων νοοτροπιών και στάσεων ή προσωπεία ιδεών. Κάποτε φαντάζουν σαν σύμβολα ανικανοποίητων επιθυμιών ή ναυάγια αισθημάτων. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν η Άφρω (Σταθερή απώλεια, Σπαράγματα) και η Μάγδα (Σπαράγματα) και στη δεύτερη η Ιουλία (Σταθερή απώλεια, Σπαράγματα). Στο διήγημα «Η Καπάντζα» π. χ. της Σταθερής Απώλειας και στα Σπαράγματα επανέρχεται το επεισόδιο με το θάνατο του μικρού αδερφού της Άφρως, του Νίκου, από δηλητηρίαση, την ώρα που η αδερφή του, αντί να τον προσέχει επιδίδονταν σε ερωτικές θωπείες με το Νικηφόρο.

Ο Μάρκογλου, καθώς στήνει το μικρό μυθικό του κόσμο, μέσα από την αυτοβιογραφία και την ιδεολογία αφήνει να φανούν η τρυφερότητα, ο σπαραγμός και το ερωτικό πάθος. Ο ερωτισμός είναι το κυρίαρχο μοτίβο. Το υπαρξιακό και το ερωτικό βίωμα, και στην ποίηση και στην πεζογραφία του, ξεπερνούν τις όποιες ιδεολογικές προθέσεις και διεκδικούν τα πρωτεία.

Ανάλογη παλινδρόμηση παρατηρείται, όπως ήδη αναφέρεται, και στις αισθητικές του προτιμήσεις. Κινείται ανάμεσα στις συμπληγάδες της ελεύθερης αισθητικής αναζήτησης και της επιταγής του ρεαλισμού. Στο Χώρο της Ιωάννας και το χρόνο του Ιωάννη, που είναι το πρωτοποριακό του κείμενο, κύριο γνώρισμα είναι οι μονόλογοι και οι ελεύθεροι συνειρμοί. Η ροή της συνείδησης. Στη Σταθερή απώλεια οι δοκιμασμένες ρεαλιστικές συμβάσεις με μια διάσταση ποιητική, μουσική. Τέλος στα Σπαράγματα δοκιμάζει τη σύνθεση, την ενοποίηση των δύο τάσεων.

Ο λόγος του είναι χαμηλόφωνος, αντιρητορικός, εσωτερικός, σεμνός. Συμβατός με το λόγο της γενιάς του, αλλά και με την προσωπικότητά του. Ο Μάρκογλου εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη το 1971, όπου θα εκδώσει το πεζό του έργο. Στις αποσκευές του όμως μεταφέρει όλον τον προβληματισμό της πρόζας του, την πάλη ανάμεσα στον εσωτερισμό και το ρεαλισμό. Μοιάζει σαν να έχει βιώσει μέσα στις δικές του απόπειρες τις περιπέτειες από την εξέλιξη της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης, ώστε να ενσωματωθεί ομαλά σ' αυτή.


                                                       Σημειώσεις 

1. Πρόδρομος Μάρκογλου, Δέκα ποιήματα ,περ. Ποίηση ,τχ.12/1998,σ.165

2. Πρόδρομος Μάρκογλου, Σπαράγματα ,εκδ, Νεφέλη ,Αθήνα 1997,σ.105


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...