|
Τ |
ον Πύργο της απελπισίας τον έκτισε ο
αυτοκράτορας Ανδρόνικος ο Μεγαλοπρεπής, ( με αυτό το όνομα έμεινε στην
Ιστορία), κάπου στα βόρεια της χώρας. Τον έκτισε για την αδερφή του
πρωτομάστορά του.
Ο
Ανδρόνικος είχε έναν πρωτομάστορα ξακουστόν σ’ όλη τη χώρα για τους πύργους και
τα γιοφύρια που έκτισε. Μια μέρα ο Αυτοκράτορας πέρασε απ’ το σπίτι του
πρωτομάστορα. Εκεί γνώρισε την αδερφή του. Μικρή, πανέμορφη. Μαγεύτηκε απ’ την
ομορφιά της. Άρχισε να της στέλνει δώρα, να της κάνει προτάσεις. Μα η μικρή,
ανένδοτη.
Ο
αυτοκράτορας τότε λέει στον πρωτομάστορα -χωρίς να του εξηγήσει το σκοπό του
φυσικά- πως θέλει να του κτίσει έναν Πύργο, στον οποίο περνώντας από δωμάτιο σε
δωμάτιο, να χάνεσαι, να μπερδεύεσαι, και μόνο αυτοί οι δύο να γνωρίζουν τα
κρυφά περάσματα.
Ο
Πύργος λοιπόν ετοιμάζεται, ο αυτοκράτορας βάζει και εξαφανίζουν τον
πρωτομάστορα, και μέσα στον Πύργο κλείνει την αδερφή του.
Κανείς
δεν την ξαναείδε. Ένα πορτραίτο της μονάχα, με βασιλική κορώνα στο κεφάλι,
δέσποζε στην είσοδο του Πύργου. Ο αυτοκράτορας διέδιδε πως η μικρή ζούσε εκεί
μέσα ευτυχισμένη, μα ο λαός ήξερε πως η μικρή ήταν εκεί μέσα φυλακισμένη,
απελπισμένη.
Ύστερα
ήρθανε τα δίσεκτα χρόνια. Η πτώση της αυτοκρατορίας. Η Ιστορία ξεχάστηκε. Το
πρόσωπα ξεχάστηκαν. Και μόνον ο Πύργος έμεινε. Τρομερός και αποτρόπαιος μέσα
στο έρημο δάσος.
*
Κι
εδώ αρχίζουν τα παράδοξα. Τα παράδοξα παραμένουν παράδοξα γιατί ακόμα η
επιστήμη δεν έχει φτάσει στο ζενίθ. Δεν έχει αποκαλύψει την Αλήθεια. Δεν έχει
εξηγήσει τα όνειρα, τις λειτουργίες του εγκεφάλου. Το μόνο τουλάχιστον που έχει
καταφέρει είναι -με χάπια βέβαια- να ξεκουράζει τη σκέψη και το σώμα, γιατί αν
αρχίσουν αυτά τα δυο τον αχαλίνωτο καλπασμό, πάνε και πάνε, και φτάνουν σε
λιβάδια και Πύργους και μικρές Κόρες, στην αχαλίνωτη δηλαδή φαντασία, που στο
βάθος όμως -μένει μια μέρα να αποδειχθεί- είναι κι αυτά μέρος της όλης
πραγματικότητας.
*
Αρχίζουν λοιπόν εδώ τα παράδοξα. Που έχουν να
κάνουν με την κόρη, και μ’ εμένα.
Κοντά
στον Πύργο μένει μια οικογένεια. Στην οικογένεια λοιπόν αυτή συμβαίνει τούτο.
Σε κάθε δεύτερη γενιά εμφανίζεται μια Κόρη με πανομοιότυπα τα χαρακτηριστικά
της γιαγιάς. Κι επειδή αυτό συμβαίνει «χρόνια και ζαμάνια», η οικογένεια
υποστηρίζει πως είναι η οικογένεια του πρωτομάστορα που έκτισε τον Πύργο, και η
μορφή της Κόρης που γεννιέται κάθε φορά, είναι η μορφή ε κ ε ί ν η ς
που έκλεισε στον Πύργο ο αυτοκράτορας. Και πως το γεγονός -λένε- αυτό,
συμβαίνει, γιατί η Φύση δεν θέλει να ξεχαστεί η μορφή της.
Και
πώς μπαίνω εγώ στη ιστορία; Μπαίνω κατ’ αρχήν με μια θεομηνία. Μια καταστροφή, ένας κατακλυσμός, μας
παρασύρει. Σαν σε κήτος πλοίου βρισκόμαστε-μισοπατάμε, μισοκολυμπάμε- και πάμε,
όπου το ρεύμα μας πάει. Αφηνόμαστε στην πορεία. Κανείς δεν προσπαθεί να
αντισταθεί. Χαριεντιζόμαστε μάλιστα μεταξύ μας, πειραζόμαστε. Σε μια στιγμή
νιώθω να έχω στην αγκαλιά μια μικρή γυμνή Κόρη, που σύντομα εξαφανίζεται.
Όταν
τα βλέμματά μας συναντιώνται, αλλάζει το σκηνικό. Σ’ ένα δάσος πυκνό
βρισκόμαστε. Και πάλι αυτή εξαφανίζεται.
Κοιτάζω
γύρω. Σ’ ένα ξέφωτο, κυνηγοί ετοιμάζουν τα όπλα. Μόλις που παίρνει και χαράζει.
Μακριά, μια δέσμη φωτός από προβολέα, μου φωτίζει τα παράθυρα του έρημου
Πύργου. Σα να μου λέει: « εκεί να πας, εκεί να πας». Κι έτσι για εκεί τραβώ.
Του έρωτά της τώρα θύμα.
*
Μέρα
φτάνω στην άκρη του Πύργου. Δε μοιάζει από κοντά αποτρόπαιος. Ίσα ίσα,
τουριστικό αξιοθέατο θεωρείται, και οι τουρίστες πάντα στημένοι μπροστά ή πίσω
απ’ την κάμερα. Στην είσοδό του δεσπόζει το μεγαλοπρεπές πορτραίτο μιας Κόρης
με βασιλική κορώνα στο κεφάλι, που στο πρόσωπό της αναγνωρίζω την Κόρη που με
παρεξέκλινε της πορείας μου, που με έσωσε απ’ την καταστροφή -αν η Κιβωτός
βάδιζε προς την καταστροφή, ή που με οδηγεί σε περιπέτειες -αν η Κιβωτός ήταν
αυτή του Νώε και βάδιζε προς την κορυφή του όρους Αραράτ.
Έκπληξη
νιώθω, και η έκπληξη γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, καθώς, περιφέροντας γύρω το
βλέμμα, βλέπω στην άλλη άκρη της σκηνής, μια ταβέρνα, ένα καπηλειό, που έχει το
όνομα ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ, και στην ταμπέλα του δεσπόζει η ίδια Κόρη του
πορτραίτου και της καρδιάς μου. Οδηγούμαι προς τα εκεί. Εκεί, μέσα απ τις
συζητήσεις των θαμώνων, αλλά κυρίως από τον κατάλογο με τα «οινομαγειρεύματα»
που μου έφερε η σερβιτόρα, έμαθα την ιστορία που μόλις σας διηγήθηκα: Την
ιστορία του Πύργου, την ιστορία της Κόρης, την ιστορία στην οποία έχω εμπλακεί.
*
Έκπληξη
και απορία με κατέχει. Πώς είναι δυνατόν να μου συμβαίνουν τέτοια ακατονόμαστα
πράγματα;
Όμως
τη στιγμή που η λογική προσπαθεί να ανασυνταχτεί και να εξηγήσει, νά που
εμφανίζεται για λίγο η Κόρη, στην πύλη
του καπηλειού, κι ύστερα χάνεται. Μαγεμένος σηκώνομαι. Από μακριά τη βλέπω να
εισέρχεται στον Πύργο ανάμεσα στον κόσμο. Εισέρχομαι κι εγώ.
*
Κι
έτσι η ζωή μου φτάνει σιγά σιγά στο χείλος της απελπισίας. « Μια φούντωση μια
φλόγα έχω μέσα στην καρδιά», ακούω το στίχο. Ακούω το στίχο και καταλαβαίνω. Η
καρδιά να πάλλεται άταχτα στη θέα της. Ο αέρας να πνίγει το στήθος στην
αναζήτησή της. Βαθιές ανάσες για ισορροπία.
Να
εμφανίζεται για λίγο κι ύστερα να χάνεται. Και μέρες, μήνες, χρόνια να την
αναζητώ στο Χάνι του Πρωτομάστορα, στον Πύργο της απελπισίας, στα γύρω στενά.
Και πάνω που το παίρνω απόφαση να φύγω, να απαλλαγώ, νάτην που πάλι εμφανίζεται
και με ταράζει, με φουντώνει.
*
Στο
πέρασμα των χρόνων ο Πύργος παίρνει διάφορες μορφές. Στην εποχή του
μεσοπολέμου, λειτούργησε και σαν ξενοδοχείο πολυτελείας.
Εγώ
ανάμεσα στο πλήθος, στην έξοδο. Κάποια στιγμή τη βλέπω να εισέρχεται.
Εισέρχομαι κι εγώ, την ψάχνω. Σε λίγο τη διακρίνω στα άνω διαζώματα. Στο
μπαλκόνι με τους πλούσιους ενοίκους. Σε ρόλο τραγουδίστριας ή σερβιτόρας. Και
πάλι εξαφανίζεται.
Άλλη
φορά, καθώς περιφέρομαι ανάμεσα στον κόσμο, νάτην που με προσπερνάει,
παρακάμπτει, ακολουθώ, μόνος πάλι μένω στα πλευρά του πύργου. Είναι περίοδος
Κατοχής. Κλειστός ο Πύργος, φρουρείται απי τον εχθρό. Στα κτήματά του μόνο μας
επιτρέπουν να φυτεύουμε φρούτα και δέντρα. Περνάω μια έκταση με φυτώρια συκιάς.
Οι φρουροί εχθροί έχουν το φυλάκιό τους στην άκρη της φυτείας. Έχουν φυτέψει
και για πάρτη τους ένα μικρό κήπο με φρούτα της πατρίδας τους. Θεωρείται -γιי
αυτούς- τόπος ιερός, δεν μας επιτρέπουν να πλησιάζουμε.
Έχω
φτάσει ξανά στο χείλος της απελπισίας. Δεν αντέχω άλλο να κυνηγάω την Κόρη
φάντασμα. Θέλω να απαλλαγώ, να απαλλαγώ. Απελπισμένος μπαίνω στον κήπο των
εχθρών. (Ποδο)πατάω τα λουλούδια τους, (ποδο)πατάω τα φυτά τους, ουρλιάζω.
«Τώρα θα αγανακτήσουν», λέω, «θα το θεωρήσουν εχθρική πράξη, θα μου ρίξουν με
τα μυδράλια...», μα αυτοί γελάνε, γελάνε, και με δείχνουν με το δείχτη του
χεριού τους. Μα τόσο γελοίος κατάντησα;
Με
την ουρά στα σκέλια επιστρέφω στο πλήθος. Ναι, είναι της μοίρας μου γραφτό να
την κυνηγάω και να χάνεται. Δεμένος να είμαι στο αδράχτι του Έρωτά της. Απορία
με κατέχει, αν αυτό συμβαίνει μόνο σε μένα, ή αν είμαι ένα απי τα
μυριάδες-φαντάζομαι- θύματά της. Και, έτερη απορία, πιο ουσιαστική, είναι, αν
ως το τέλος του βίου μου, θα μου αποκαλυφθεί, θα σταθεί, θα μου σφίξει το χέρι,
θα μου χαϊδέψει το μέτωπο -δεν ελπίζω στο πυρωμένο της φιλί- ή αν θα φύγω,
έχοντας σπαταλήσει τη ζωή μου κυνηγώντας μια χίμαιρα.
Κι
ενώ περιφέρομαι, ρέμπελος και νεραϊδοπαρμένος ανάμεσα στο πλήθος, προσπαθώ να
οραματιστώ την απάντηση στο ερώτημά μου.
Ναι,
αν είναι να συμβεί, εκεί, στο τέλος του βίου μου θα συμβεί.
Στην
κλίνη της αναχώρησης, θα πλησιάσει αυτή -αόρατη στους λιγοστούς που θα κλαίνε
την αναχώρησή μου. Θα σφίξει το χέρι μου, θα μου χαϊδέψει το μέτωπο -κι όσο κι
αν δεν ελπίζω- ναι, θα μου χαρίσει το μοναδικό πυρωμένο της φιλί.
Όμως δεν θα μου αποκαλυφθεί. Δεν θα μου πει
ποια είναι. Δεν θα μου πει αν ήμουν ο εκλεκτός, ή, ένας απי τους πολλούς. Αυτό,
ποτέ, κανείς -φαντάζομαι- δεν το μαθαίνει.
Αγρίνιο 7/9/97
Δημοσιεύθηκε
στο περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 34, Ιούνιος
2002.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου