Ý
Ήταν
βαθύ πρωί, όταν με σήκωσαν οι γονείς μου από τον ύπνο και με πήραν μαζί τους
στο ζεμένο κάρο. Θα πηγαίναμε για το σκάλισμα των τεύτλων πέρα στην
ακροποταμιά, στο πιο μακρινό μας χωράφι, κι εκεί, μάλλον, θα ξοδεύαμε όλη μας
τη μέρα, μέχρι να τελειώσει η δουλειά. Μαζί μας ήρθε και η θεία Σμαραγδή,
γειτόνισσα και ξαδέρφη της μάνας μου, και η κυρά Καλλιόπη, και η γριά
Ντούμαινα, άλλες γειτόνισσες κι αυτές, και απ’ τις γυναίκες που στοίχειωναν
καθημερινώς την αυλή του σπιτιού μας. Συνηθίζονταν, τότε, να βοηθάει ο ένας τον άλλον, όταν η πολλή
δουλειά γινόταν ακόμα με τα χέρια και όχι με τα μηχανήματα. Θα ακολουθούσε
αργότερα με το ποδήλατό του και ο Κωσταντής, ο γιος της θείας Σμαραγδής, που
μόλις είχε απολυθεί από τον στρατό και έκανε του κεφαλιού του, κάθε φορά που
ήταν ώρα για δουλειές, αλλά στον πατέρα μου έστεκε πάντοτε υπάκουος και τον
σεβόταν. Αυτός ήταν και η δική μου ανυπόκριτη χαρά και με μεγάλη ικανοποίηση
τον άκουσα να λέει στον πατέρα μου ότι, ώσπου να φτάσουμε εμείς στο ποτάμι,
αυτός θα βρισκόταν κιόλας εκεί πρώτος.
Με
ξάπλωσαν μισοκοιμισμένο στο κάρο και με πήρε αμέσως πάλι ο ύπνος, ενώ
ταυτόχρονα άκουγα τα χαρούμενα αλυχτίσματα της Λίζας, που πήγαινε μπροστά,
οδηγώντας τη συντροφιά μας στον χιλιοπερπατημένο δρόμο.
Δεν
κατάλαβα πόση ώρα πέρασε ακριβώς, όταν ένιωσα ένα σούρσιμο στη ρόδα του κάρου.
Άνοιξα τα μάτια μου επιφυλακτικά και έστησα το αυτί μου. Ήταν μισοσκόταδο
ακόμα, το κάρο ήταν σταματημένο κι εγώ ήμουνα εντελώς μόνος. Η ζεμένη φοράδα
είχε σκύψει το κεφάλι της και, παρ’ όλα τα χάμουρα που την εμπόδιζαν, βόσκαγε
αμέριμνη στα δροσισμένα χόρτα στην άκρη του δρόμου.
Δεν καταλάβαινα σε ποιο
σημείο του δρόμου είχαμε σταματήσει ακριβώς και πού ήταν οι άλλοι. Δοκίμασα να
ξανακλείσω τα μάτια μου και να τραβήξω την ξεφτισμένη κουβέρτα επάνω μου. Τότε
ξανάκουσα τον θόρυβο και υποψιάστηκα ότι κάποιος προσπαθούσε να ανέβει στο κάρο
από τη ρόδα. Ετοιμάστηκα να φωνάξω και να πω: «ε, ποιος τρελός ανεβαίνει απ’ τη
ρόδα, θα φύγει η φοράδα και θα τον παρασύρει το κάρο», αλλά δεν πρόλαβα. Είδα
ένα χέρι να ξεπροβάλει απ’ το παραπέτο και ύστερα να χουφτώνει τον χάλπο. Και,
αμέσως, ένα γελαστό παιδικό πρόσωπο να ορθώνεται, κρύβοντας μόλις τα
ακροδάχτυλα του ήλιου, που δοκίμαζε αργά – αργά να σκαρφαλώσει πίσω από το
βουνό.
«Ποιος
είναι;» ρώτησα σαστισμένος.
«Κούκου!»
μου έκανε το άγνωστο παιδί, πατώντας όρθιο πάνω στη ρόδα.
«Θα
πέσεις!» του κάνω και κοίταζα με έκπληξη το κουρεμένο του κεφάλι.
«Σιγά»,
μου λέει με μια αδιάντροπη αυτοπεποίθηση.
«Ποιος
είσαι;» ρώτησα με μια απροκάλυπτη καχυποψία.
Γέλασε
και κούνησε το δεξί του χέρι, κάνοντας έναν αδιόρατο κύκλο.
«Καλά,
εσύ δεν θυμάσαι κανέναν;» και αποτελείωσε το γέλιο του, που μόλις είχε
συγκρατήσει.
Τον
κοίταζα και με κοίταζε. Οι χλωμές ανταύγειες του ήλιου πίσω απ’ το κεφάλι του
μου έκαναν κόκκινα νεύματα. Χάραζε για τα καλά. Πήγα κάτι να πω και η φωνή μου
δεν βγήκε. Ψιθύρισα τρομοκρατημένος.
«Α…»
Το
άλλο παιδί σαλτάρισε πάνω στο κάρο και κάθισε στο παραπέτο, κρεμώντας τα πόδια
του από τη μέσα μεριά. Ταυτόχρονα φώναξε:
«Άντε,
ντε, αφού με θυμάσαι».
«Ασημάκη,
εσύ είσαι;», τον ρώτησα κι ήθελα να κλάψω πολύ. Κατά έναν ανεξήγητο τρόπο,
όμως, ντρεπόμουν και κρατήθηκα.
«Εγώ
είμαι, ντε, μια ώρα να το βρεις».
«Καλά,
πώς βρέθηκες εδώ;»
«Τι θα πει πώς βρέθηκα εδώ;
Βρίσκομαι όπου θέλω».
«Εγώ ήξερα», είπα με
δισταγμό και φόβο, «ότι έπεσες από το κάρο του πατέρα σου και σε πάτησαν τα
αφηνιασμένα βόδια και, ύστερα, ότι πέρασε και το κάρο από πάνω σου και όταν σε
πήγαν στους γιατρούς…»
«Ου, τι θυμάσαι τώρα,
πράγματα προπέρσινα. Τζάμπα με πήγαν
στους γιατρούς, εγώ δεν ήθελα να πάω κι ούτε πήγα…»
«;;»
«Τι κοιτάς σαν χαζοπούλι;
Είχα ανεβεί στη λεύκα και τους κοίταζα».
Μαζεύτηκα στην άλλη άκρη του
παραπέτου. Θέλησα να κοιτάξω γύρω μου και να δω πού είναι οι άλλοι, μα πάλι δεν
τολμούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Τον κοίταζα με περιέργεια. Εκείνος
συνέχισε.
«Θέλεις να δεις το σημάδι
από τη ρόδα; Να, κοίτα» και με το χέρι του σήκωσε απότομα τη φανελίτσα του και
φάνηκε η κάτασπρη κοιλιά. Μια μαύρη αυλακωτή γραμμή στεφάνωνε το ισχνό του
κορμί. Κατέβασε πάλι απότομα το ρούχο του και με κοίταξε προκλητικά:
«Τι κοιτάς, τώρα;»
«Έχεις τρύπια παπούτσια»,
του είπα, έτσι για να πω κάτι. Και πράγματι τα παπούτσια του ήταν τρύπια, με
ανοιγμένες τις μύτες τους εντελώς.
«Ε, και τι τα θέλω;» έκανε
ανέμελα.
«Πού ήσουνα τόσον καιρό;»
«Αφού ξέρεις.»
«Δεν ξέρω», έκανα με
δισταγμό.
«Είσαι μπούφος.»
«Παίζεις με κανέναν;»
«Μπα, με κανέναν. Μόνος μου
είμαι και πάω όπου θέλω, προτιμάω όμως να κάθομαι εκεί που δεν είναι οι άλλοι.
Ψαρεύω κιόλας στο ποτάμι, αλλά δεν τα τρώω τα ψάρια. Θυμάσαι που δεν ήξερα
κολύμπι; Να δεις τώρα πόσο βαθιά κατεβαίνω στο νερό. Α, μου αρέσει κιόλας να
κυνηγάω τα σκυλιά. Ειδικά τον Αράπη του κουτσο-Κόλια, που μία φορά με είχε
δαγκώσει. Αυτόν να δεις τι του κάνω. Του πετάω κυπαρισσόμηλα μέσα στα μάτια και
δεν καταλαβαίνει από ποια μεριά του έρχονται. Θέλεις;» με ρώτησε ξαφνικά και
έβγαλε από την τσέπη του μια χούφτα κυπαρισσόμηλα και μου τα πέταξε στα πόδια.
Τα άφησα να κυλήσουν και να
σκορπιστούν γύρω, κροταλίζοντας υπόκωφα.
Ύστερα με κοίταζε πάλι
ανιχνευτικά και το ίδιο τον κοίταζα κι εγώ. Μείναμε και οι δυο μας βουβοί. Ο
ήλιος είχε προβάλει ξαφνικά τεράστιος. Τότε τον άκουσα να λέει περισσότερο προς
τον εαυτό του και λιγότερο προς εμένα:
«Μα τι κάνουν μια ώρα εκεί
κάτω;»
«Ποιοι;»
«Ο πατέρας σου κι ένας σωρός
γυναίκες».
Θέλησα να σηκωθώ κι εγώ και
να δω εκεί που κοίταζε. Δεν πρόλαβα, γιατί ξαναγύρισε πάλι προς το μέρος μου
και μου έδειξε μια σακούλα που έβγαλε από τον κόρφο του.
«Άκου», μου κάνει κι άρχισε
να κουνάει πάνω – κάτω τη σακουλίτσα, προκαλώντας ένα ψιλό, ηδονικό
κουδούνισμα.
«Τι είναι;» ρώτησα
μαγεμένος.
Ο Ασημάκης πήδηξε ξαφνικά
κάτω από το κάρο, κουνώντας συνεχώς το αλλόκοτο σείστρο.
Άκουσα τη φωνή του να σβήνει
χαμηλά στην κατηφόρα.
«Ξερά κυπαρισσόμηλα….»
Το κουδούνισμα συνέχιζε να
ακούγεται μέσα στα αυτιά μου σταθερά και επίμονα. Σε λίγο ένιωσα ένα χέρι να με
σκουντάει στον ώμο.
«Ξύπνα, υπναρά!»
Πετάχτηκα επάνω
πανικόβλητος.
Ο Κωσταντής ήταν δίπλα στο
κάρο, ανεβασμένος στο ποδήλατό του και συνέχιζε να χτυπάει περιπαιχτικά
δυο-τρία κυπαρισσόμηλα, που είχε φουχτωμένα
στο χέρι του.
«Ντριν, ντριν, ντριν, ντριν,
ντριν…»
«Πού είμαστε;», ρώτησα
απεγνωσμένα τον μεγάλο φίλο μου. «Πού είναι ο πατέρας μου;» και τα μάτια μου
μέτραγαν κάτω στο πάτωμα του κάρου καμιά δεκαριά σκορπισμένα κυπαρισσόμηλα. Τα
κλώτσησα με δυσπιστία και εκείνα κουδούνισαν ξερά και παρατεταμένα, λες και
είχαν μέσα τους κρυμμένες μικρές γλωσσίτσες που φλυαρούσαν ακατάληπτα.
«Κυπαρισσόμηλα» λέει
γελώντας ο Κωσταντής, «πέφτουν από τα κυπαρίσσια που λυγίζει ο αέρας πάνω μας»
και σήκωσε τα μάτια του να μου δείξει τα σκιερά δέντρα, που αργοσαλεύανε
μυστηριακά μέσα στο πρωινό σύθαμπο. «Αλλά, να», συνέχισε, «έρχεται και ο
πατέρας σου με τις γυναίκες. Μιας και περνούσαν από εδώ είπαν να ανάψουν και τα
καντηλάκια στο νεκροταφείο. Τέλειωσαν τώρα και φεύγουμε».
Μέλιγος, 12 Νοεμβρίου 2001
(Πρώτη
δημοσίευση στο περιοδικό Τo Δέντρο, τ. 121-122 / 2002)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου