Έστρωνα ράγες κάρφωνα τονισμούς
Για νά 'ναι ασφαλής η κύλιση των στίχων
μάθε με, σε ικέτευα, πώς να στερεώνω επιβάτες
και συ μου απαντούσες αρκεί να τους εφεύρεις. Η
μόνη στερεή μέθοδος.1
Όταν καλείται κανείς να συζητήσει το τελευταίο έργο μιας καταξιωμένης φωνής με μακρά ήδη διαδρομή στα ποιητικά πράγματα, έρχεται φυσική η διάθεση για αναθεωρήσεις, απολογισμούς, συνοψίσεις. Κι ακόμα, μοιάζει αυτονόητο να αναφερθεί κανείς, όχι μόνο στο σύνολο του έργου της Δημουλά - στην αποτίμηση του οποίου θα ενταχθεί τελικά και η υπό συζήτηση Χλόη θερμοκηπίου -, αλλά και σε στοιχεία της μέχρι τώρα συζήτησης και κριτικής αυτού του έργου.
Με ευχαρίστηση αλλά και έχοντας αντιμετωπίσει αυξημένο βαθμό δυσκολίας, θα πέσω λοιπόν στην «παγίδα» όλων αυτών που διπλωματικά επιχειρώ να παρουσιάσω ως αναπόφευκτα. Ο περί τη Δημουλά λόγος, καταρχάς, είναι, με αφορμή και το τελευταίο βιβλίο της, τουλάχιστον διχασμένος. Η ποίησή της ευνοεί, νομίζω, δίχως να δικαιώνει απαραίτητα, αυτή τη μεταχείρισή της, εκ μέρους της κριτικής. Σπεύδω να διευκρινίσω πως, μολονότι μια ποιήτρια που έχει ήδη δώσει πλούσιο έργο μας επιτρέπει να την κρίνουμε γενικεύοντας, τίποτε δεν προδικάζει πως η κρίση μας θα είναι οριστική, εφόσον η δημιουργία βρίσκεται εν εξελίξει.
Η Χλόη θερμοκηπίου φέρει όλα τα προτερήματα του έργου της Δημουλά. Συνεπής στον δρόμο που η ίδια χάραξε, η ποιήτρια εξακολουθεί νά πραγματεύεται έναν - έγκλειστο σε σχέση με ότι αποκαλείται «δημόσιος χώρος» - γυναικείο κόσμο και όσα διακρίνει από τις σχισμές και τις κλειδαρότρυπές του. Το πράττει δε αυτό, όπως και άλλες σύγχρονες Ελληνίδες ποιήτριες, με τρόπο που θα μπορούσε να αποκληθεί και προ-φεμινιστικός. Δεν εγείρει, δηλαδή, κανένα «αίτημα», δεν επαναστατεί (ή, τουλάχιστον, η «επανάστασή» της συνίσταται στην πράξη της γραφής καθ' εαυτήν), δεν θεματοποιεί - με μία ίσως εξαίρεση -2 ό,τι αποκαλείται «γυναικείο ζήτημα».
Η γραφή της, τώρα, διετέλεσε εκ των πραγμάτων απελευθερωτική, στον βαθμό που διέρρηξε τις συνήθειες του περίγυρου με την ιδιοτυπία της: μανιακή ενασχόληση με τα «μικρά και καθημερινά», στο πλαίσιο της οποίας ξαφνιάζει η γερή δόση ενός αρθρωμένου κυνισμού, μιας δηλητηριώδους σκληρότητας - που μάλιστα βαίνει αυξανόμενη με τον καιρό -, καλλιέργεια του συγκεκριμένου και της ακρίβειας, πειθαρχία της δομής. Πρόκειται, σε κάθε περίπτωση, γιά δραστικό αντίδοτο σε κυρίαρχες μεταπολεμικά τάσεις μεγαλοϊδεατισμών, βερμπαλισμών, άναρθρης και αφηρημένης γλυκερότητας, χαλαρότητας ύφους και μορφής - όλα τους, άλλωστε, χαρακτηριστικά που μάλλον έδιωξαν αναγνώστες από τα σπουδαστήρια της ποίησης. Ενώ ή Δημουλά - είναι κοινό το μυστικό - «έφερε αναγνώστες», ίσως μάλιστα κυρίως αναγνώστριες...
Αλλά σ' αυτό θα έρθουμε πιο κάτω.
Η τελευταία συλλογή της δεν είναι βέβαια μονάχα συνεπές δειγματολόγιο των προσόντων της.
Σφραγίζεται εξίσου από τις αδυναμίες της. Ούτε εδώ λοιπόν αποβάλλεται η περιγραφικότητα, η άσκηση ύφους, πάνω απ' όλα η μανιέρα. Η εκφραστική ιδιοτυπία δεν πειθαρχεί στην ωριμότητα μιας οικονομίας που θα αναδείκνυε σφριγηλό το βάρος των ποιημάτων. Δυνατές και πλήρεις στιχουργικές ενότητες κινδυνεύουν έτσι να πνιγούν σε συμφραζόμενα που πλατειάζουν και επαναλαμβάνονται. Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι κανένα ποίημα της Χλόης δεν καταφέρνει να σταθεί στο ύψος των καλύτερων παλαιότερων ποιημάτων της Δημουλά.3 Κατά τη γνώμη μου, η Χλόη θερμοκηπίου περιέχει άριστες ομάδες στίχων, όπως αυτή που επιγράφει το παρόν σημείωμα, αλλά και η ακόλουθη: «Αν δεν τρωθείς / που θα σε βρει η αγάπη ./ Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου. / Για ποιον νομίζεις ξεκινάει από το μακρινό / το έρημο το αβέβαιο όνομα της; / Όχι για το αξέχαστο βλέμμα του τοξότη / στης έλξης το φαρμάκι βουτηγμένο. / Για να τραφεί απ' την πληγή σου ξεκινάει / η πεινασμένη ύπαρξή της».4 Κοσμείται ακόμη από δηλητηριώδεις δόσεις αυτού του παράξενα «κακού» γυναικείου κυνισμού, που μου αρέσει στη Δημουλά: «Μάνα, λες νά είναι / κληρονομική η πραγματικότης;»5 (σε ένα αμήχανο κατά τα άλλα ποίημα). Ξεχωρίζει επίσης η χρήση μιας εικόνας διαλογισμού στην κουζίνα της νοικοκυράς, με τη βοήθεια της οποίας παρασταίνεται το αλλόκοτο και η φρίκη των ορίων ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο: «σα να φούσκωνε όπως το γάλα ένα όριο / ώρα χυνότανε απ' έξω / χωρίς ν' αδειάζει το κατσαρόλι / χωρίς να είναι στη φωτιά».6 Θα πρέπει, τέλος, να επισημανθεί και η οξυδερκής και αυτοσαρκαζόμενη προσχώρηση σε σύγχρονες περί γραφής απόψεις: «Φρίττεις κι ερμηνεύεις / πώς όλα είναι βγαλμένα / τάχα απ' της γραφής το άρρωστο μυαλό. / Σε λιγοστεύει σε ταπεινώνει να παραδεχτείς / πώς ολ' αυτά τα ανίδεα που γράφουμε / γνωρίζουνε για μας περισσότερα / και πιο αβυσσαλέα / άπ' όσα μισοξέρουν όσα ζήσαμε». Τα παραπάνω αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, τα καλύτερα σημεία του έργου. Βασικό του μειονέκτημα, το γεγονός ότι τέτοια λαμπρά σημεία χάνονται στον κανόνα ενός προβλέψιμου μανιερισμού. Η Χλόη είναι, κατά τούτο, η συλλογή των κάμποσων καλών στίχων και ενοτήτων στίχων, όχι εκείνη του ενός ή περισσότερων εξαίρετων ποιημάτων.
Δυο λόγια τώρα για μερικά από τα όσα γράφονται για τη Δημουλά (θα πρόσθετα: και λέγονται, καθώς η πιάτσα μας είναι τόσο μικρή ώστε να γίνονται καμιά φορά δυσδιάκριτα τα όρια...). Η ζντανοφικής προελεύσεως αιτίαση ότι η Δημουλά δεν ασχολείται με τα μεγάλα θέματα και τα μεγάλα προβλήματα της εποχής, αιτίαση που στρέφεται και εναντίον της επαινετικής κριτικής (όταν η τελευταία ορθώς επισημαίνει ότι η ποίηση των κλειστών, ασφυκτικών εσωτερικών χώρων και τοπίων είναι σημείο των καιρών), θα πρέπει να μας απασχολήσει μονάχα ως φαρσοειδής επανάληψη μιας μαύρης ιστορίας. Ο Αναγνωστάκης, που μας έλειψε πρόσφατα, με χιούμορ και με πάθος (φαίνεται να λείπουν και τα δύο από τους «επίκουρους, μεταπράτες της Αριστεράς, δημοσιογράφους που δέχονται παραγγελίες»)7 φρόντισε ευτυχώς, μαζί με τους συνοδοιπόρους του, να καθαρίσει, και για λογαριασμό της Αριστεράς, ένα κομμάτι γηπέδου για να παίζουμε στο εξής ελεύθερα από φαντάσματα αυτού του είδους.
Υπάρχει βεβαίως και η άλλη όψη της περί τη Δημουλά κριτικής: εκείνη του επαίνου δίχως όρια αλλά και δίχως επιχειρήματα, που θα πει: δίχως περιεχόμενο. Πρόκειται για τον έπαινο- λογοδιάρροια, που ούτε την ανάγνωση προάγει ούτε τον συγγραφέα βοηθά. Αν όμως η ποίηση οφείλει μία φορά να μην είναι φλύαρη και περιγραφική, η κριτική το οφείλει δέκα. Ωστόσο, η Δημουλά διαφοροποιείται και σ' αυτό. Ο χείμαρρος των επαίνων που δέχεται τελευταία η ποίησή της δεν υπόκειται στη γνωστή ελληνική συνθήκη, κατά την οποία οι φίλοι επαινούν τον φίλο, η παρέα τον κολλητό της κλπ. Γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση σωστό μπεστ-σέλερ, που τα κατάφερε, μάλιστα, σχεδόν «από μόνη της» να διαδοθεί και να αγαπηθεί, κι η κριτική βεβαίως υποχρεωτικά ακολούθησε την επιτυχία λαχανιάζοντας.
Είναι λοιπόν το έργο της Δημουλά ο Χάρυ Πότερ της ελληνικής ποίησης; Κι αν ναι, οφείλει τότε η «σοβαρή» κριτική να ακολουθήσει τη στάση του πατριάρχη Harold Bloom απέναντι στην J. K. Rowling και να την απαξιώσει; Άραγε είναι αυτός ο λόγος που, όπως είχε παρατηρήσει σε ανύποπτο χρόνο μια φίλη, η κριτική δεν ήξερε τι να κάνει με τη Δημουλά, καθώς η τελευταία την έφερε περίπου προ τετελεσμένων γεγονότων; Άραγε είναι κακό που, όπως παρατήρησε πρόσφατα μια άλλη φίλη, η Δημουλά μπορεί να αγαπηθεί από τις νοικοκυρές; Είναι αυτονόητα κακή η λογοτεχνία που διαβάζεται και από όσους δεν αγαπούν τη λογοτεχνία; Είναι αυτονόητα κακή η ποίηση που αγαπιέται και από όσους δεν διαβάζουν ποίηση; Ή μήπως αποτελεί, αντίθετα, πύλη, πρόσβαση, μπόλιασμα;
Θα διαλέξω αυτήν, την τελευταία εκδοχή, παραμένοντας άλλωστε λάτρις των ειδών μαζικής κουλτούρας (δεν είναι δα και «μαζική κουλτούρα» με την κλασική έννοια η Δημουλά!), πιστεύοντας πάντα στη ριζοσπαστική δύναμη του σπόρου που εκείνη φέρει μέσα της. Ας είμαστε ειλικρινείς: με όλες τις αδυναμίες της, η Δημουλά δεν είναι ούτε ποιητικό Άρλεκιν ούτε ανάγνωσμα κλιμακτηρίου: είναι μια έξυπνη ποιήτρια και μια αληθινή δημιουργός. Διάλεξε βέβαια να κατοικήσει στην ευκολία και το δήθεν άνετο ύφος του ίδιου συρμού που στα ταπεινότερα βαγόνια του φιλοξένησε άλλοτε μια Έλενα Ακρίτα (στο αξέχαστο «Κλαμπ των νέων» του παλιού Ταχυδρόμου) και στη συνέχεια την αείμνηστη (έντυπη και τηλεοπτική) Μαλβίνα, ενώ στη διακεκριμένη θέση συνταξιδεύει η εθνικών προδιαγραφών Λίνα Νικολακοπούλου. Όλες τους γένους θηλυκού, καλλιέργησαν μια θεατρινίστικη παραδοξολογία στην έκφραση, ίσως ως δρόμο χειραφέτησης από αλλοτινά καθεστώτα μιας, αναμφίβολα αρσενικής, ελιτίστικης σοβαροφάνειας. Όπως κάθε «εκδίκηση της γυφτιάς», για να θυμηθούμε το εμβληματικό μουσικό άλμπουμ της δεκαετίας του '80, το στυλ τους δεν άργησε να επικρατήσει, για να περάσει γρήγορα, μεταλλαγμένο πλέον και απελπιστικά ευτελισμένο, στα χέρια της πλέον χαμηλού επιπέδου δημοσιογραφίας και τηλεπαρουσίασης. Κι αν ολισθαίνει, ωστόσο, κάποτε η Δημουλά στον λαϊκισμό, «μιας χαμηλοτάβανης εσωτερικής πατριδογνωσίας»8 (με πονηριά προβλέπει πάντως την πιθανή επίκριση και προσπαθεί να την προλάβει στο εναρκτήριο ποίημα της τελευταίας συλλογής της), οφείλει καλόπιστα η κριτική να της το επισημαίνει, να της θυμίζει τον καλύτερό της εαυτό.
Στον στόχο τούτο εξαντλείται και η φιλοδοξία του παρόντος σημειώματος.
1 Χλόη θερμοκηπίου, «Η αγριοφωνάρα».
2. Πρόκειται για το ποίημα. «Σημείο αναγνωρίσεως» της συλλογής Το λίγο τον κόσμου (1971).
3. Ανάμεσά τους ξεχωρίζω τα «Μην κόπτετε τα σύμβολα» (Επί τα ίχνη), «Ζούγκλα», «Οι λυπημένες φράσεις»,«Κάλχας», «Αποσιωπητικές εικόνες» (Το λίγο τον κόσμου).
4. Χλόη θερμοκηπίου, «Εφόδιο τα τραύματα».
5. Στο ίδιο, «Η λιποταξία της Χιονάτης».
6. Στο ίδιο, «Υγιές συμπέρασμα ασθενούς».
7. Βλ. την επιφυλλίδα (με τον μόνιμο τίτλο «Οδός Αχύρου») του Γ. Κοροπούλη στην Ελευθεροτυπία,
Βιβλιοθήκη, τ. 372, 2.9.2005. (Όπως σωστά επισημαίνει στο ίδιο σημείωμα ο Κοροπούλης, είναι μάταιος και βλαβερός κόπος να συζητάς με όλους αυτούς για την ποίηση της Κικής Δημουλά - θα πρόσθετα, και για την ποίηση γενικώς.)
8. Χλόη θερμοκηπίου, «Διδακτική ύλη».
Λογοτεχνικό περιοδικό για την ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία, την κριτική, το δοκίμιο, τις τέχνες. Η επίσημη σελίδα του περιοδικού στο διαδίκτυο είναι www.diapolitismos.net η οποία αυτή τη στιγμή δεν λειτουργεί, γιατί γίνονται εργασίες αναμόρφωσης. Σιγά σιγά θα μεταφέρουμε εδώ τα σημαντικότερα κείμενα που υπήρχαν στην παλιά σελίδα του περιοδικού. Θα δημοσιεύονται όμως και νέα κείμενα. Επικοινωνία: Γιάννης Η. Παππάς, Σπερχειού 31, Πάτρα. Εμαιλ: gpappas1962@yahoo.gr
Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025
Μαρία Τοπάλη Οι δύο όψεις μιας δημοφιλούς ποίησης Κική Δημουλά, Χλόη θερμοκηπίου, εκδ. Ίκαρος, 2005
Αναδημοσίευση από το Περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ (τεύχος 26- Φθινόπωρο/ Χειμώνας 2005)
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...
-
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...
-
Το τελευταίο βιβλίο της Τζούλιας Γκανάσου με τον τίτλο Δευτέρα παρουσία είναι μυθιστόρημα αντιπολεμικό, μυθιστόρημα υπαρξιακής αν...
-
Το υλικό σώμα της λέξης αλλάζει σύσταση, αποκτά άλλη μάζα, όταν στοιχειοθετεί αλληγορία, υπακούοντας σε μια νοητική αλχημεία μετουσίωσ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου