1. ΤΟ
ΔΙΑΒΑΣΜΑ της ποίησης να είναι πολλαπλό. Όπως στα κείμενα μεγάλων μυστικών,
να σε κρατά σε νηφάλια εγρήγορση φανερώνοντας κι ανοίγοντας σε κάθε αναγνωστική
περιήγηση, νέους δρόμους αποκάλυψης, προβληματισμού και κατανόησης.
Έτσι να φτάνεις
αναγνώστης στον πυρήνα, όπου σε περιμένει το υποκείμενο του μύθου να σε
συνοδεύσει στην περιπέτεια που απ’ αρχής είχε κατά νου να χαράξει ο ποιητής.
Και προσπάθησε να τη μετατρέψει σε ποιητικό γεγονός με ορισμένη αισθητική αξία.
Σε περιμένει το
ποιητικό υποκείμενο που σαλεύει ζωντανό μες στο ποίημα με μία και μόνη
γενναιόδωρη ανταμοιβή: την αισθητική χαρά κι απόλαυση διότι μετείχες αυτόβουλα
σαν κοινωνός ενός εκ των ων ουκ άνευ θαυμαστού συμβάντος.
Φτάνοντας και
περνώντας στην άκρη του ονείρου*, την πρώτη συλλογή του Γιάννη Η.
Παππά αμέσως διαπιστώνει κανείς ότι πάνω απ’ όλα είναι ποιήματα απλότητας, που,
εν τούτοις στην επιφάνεια φέρουν σαν αύρα κάτι απατηλό. Διότι δεν πρόκειται για
την απλότητα που μεταλλάσσει τον ποιητικό λόγο σε χλιαρή κενόλογη πεζότητα. Και
όπου απουσιάζει το εκρηκτικό μίγμα του συνειρμικού οίστρου και γλωσσικής
πρωτοτυπίας. Κάτω από τις λέξεις που αβίαστα ανακινούν τον αισθητηριακό
μας μηχανισμό, κρύβεται ένας μυστηριακός κόσμος, που πάλλεται διαρκώς και
βράζει. Σωματικά στοιχεία του: το σκληρό βίωμα, ο πνιγμένος λυγμός για το
πέρασμα της σκιάς μες στ’ όνειρο που το λέμε ζωή κι ο σαρκασμός που σαν
παρηγοριά και λύτρωση επέρχεται κατευναστικός.
2. ΤΟ
ΟΝΕΙΡΟ και όταν πρόκειται να σαρκωθεί σε ποίημα, αναδύεται από ένα ψυχικό
άμορφο σύμπλεγμα πλήρες νοήματος. Από εκεί στο βυθό, δηλ. στα σκοτεινά βάθη που
ο μέγας Βιεννέζος μάγιστρος της ψυχής το είπε ασυνείδητο, από εκεί και τα
μυστικά πλούτη του ανθρώπου. Οι πολλαπλές (τραυματικές, συνήθως) εμπειρίες της
παιδικής ηλικίας. Κι όσα περνούν ξώδερμα στο ώριμο, πριν απ’ το δείλι, διάβα
της ζωής.
Ο Γιάννης Η. Παππάς
κατεβαίνει ξαρμάτωτος με τη γύμνια του αθώου, βαθιά στο ασυνείδητο, δηλ. σε
κείνη την πρώτη ύλη που συνιστά την ανεκδήλωτη διάσταση του ονείρου. Και
βγαίνει από κει πλάθοντας απ’ την αρχή έναν νέο κόσμο σαν τρίτος που θεάται
κι ακούει ίδια μικρό παιδί διδάσκοντας αθωότητα ενόσω μέρα τη μέρα μαθαίνει
για θάνατο.
3. ΣΤΗ
ΜΝΗΜΗ που ‘ναι οι στάχτες του χθες, τίποτα δεν μπορεί ν’ ανθίσει, παρά
μόνον ένα: η ποίηση. Γι’ αυτό και η μνήμη δεσπόζει σε τίτλους και ποιήματα. Όχι σαν τροφός μιας
λιγωτικής κι αδιέξοδης νοσταλγίας. Απεναντίας εδώ λειτουργεί σαν εξ εφόδου
επέμβαση ενός σπαρταριστού βιώματος ντυμένου όμως με γερή αλληγορία.
Το ότι στα ποιήματά
του ο Γιάννης Η. Παππάς αναφέρεται γύρω στις δεκαπέντε φορές στο όνειρο,
δείχνει πως το όνειρο τον κατέχει με μαγευτική, μυστηριώδη δύναμη. Τούτο είναι
αλάνθαστο σημάδι πως το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής δημιουργίας οφείλεται
στο ασυνείδητο, πάει να πει ότι έχει ασυνείδητο περιεχόμενο. Ο ποιητής ενόσω
δημιουργεί είναι απών στο παρόν καθώς μέσω της φαντασίας ή ονειροπόλησης φεύγει
έξω και πέρα απ’ το παρόν. Για να επισκεφθεί μέσα του λησμονημένους τόπους,
αγνοημένες μορφές, ερείπια λόγων και έργων. Να τους δώσει νέα γέννηση και άλλη
υπόσταση. Και τούτο κατορθώνεται μόνον όταν το ασυνείδητο περιεχόμενο της
ποίησης, σε κάποια κρίσιμη φάση γίνει συνειδητό για να μπορέσει να είναι
ωραίο.
4. ΤΟ
ΠΟΙΗΜΑ οφείλει να πραγματώνει μια μυθολογημένη αιτιότητα της ύπαρξής του.
Που δεν είναι παρά η ενόρμηση τού ποιητή να γράψει ποίημα. Αυτό μας λέει η
παμπάλαιη και πάντα νέα πλατωνική εντολή, για ποιήματα με μύθο ποιητικό.
Ο Γιάννης Η. Παππάς
γυρίζοντας την πλάτη στον επελαύνοντα μεταμοντερνισμό, δείχνει να πατά γερά στη
γη. Αγκρουμάζεται το σφυγμό της για να αντλήσει απ’ αυτήν τα πυρηνικά συστατικά
υλικά του. Δείχνει ότι ξέρει, πως μόνο δι’ αυτής γίνεται κανείς
ο κατά Πλάτωνα «μύθων ποιητής». Οδηγία που επεξεργάστηκε κι επέκτεινε ο μαθητής
του Αριστοτέλης στην Ποιητική του. Ποιητής μύθων όχι με την αυτονομία
του φαντασιακού κι ό,τι αυτό φέρει: γλωσσικό ναρκισσισμό κι εκζήτηση. Αλλά με
τη συνδρομή του βιώματος που αναβιώνει συναισθηματικά ο ποιητής όταν
δημιουργεί, με φόντο τις ψυχικές λειτουργίες της φαντασίας και
ονειροπόλησης.
5. Η
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ του λόγου γνώρισμα της καθαρής κι οργανωμένης σκέψης, βρίσκει
στην ποίηση του Γιάννη Η. Παππά την επιβεβαίωση ενός θεμελιώδους αξιώματος: η
καλή ποίηση είναι η πολυτέλεια μιας ψυχής που ρέπει προς την απόγνωση.
Όταν κάνω λόγο για
καλή ποίηση, έχω κατά νου την ποίηση που αρθρώνεται υπακούοντας στον
προγραμματικό λόγο με σχέδιο αρχιστρατηγικό. Για να ‘χει μες στη μορφή της
αγκαλιαστά το μύθο συνταιριασμένο με όλα τ’ άλλα - ρυθμό και μουσικότητα, μέτρο
κι αρμονία.
Δες πώς το ‘κανε ο
Χέλντερλιν στην ύστερη φάση του που ‘ναι ο προθάλαμος του μοντερνισμού (περίπου
μισόν αιώνα πριν να εμφανιστεί ο μοντερνισμός). δες πώς το ‘κανε ο
Πόε με το «Κοράκι» του και ο Μπωντλαίρ με «Τ' άνθη του κακού».
Δες το Σολωμό με τα τρία σχεδιάσματα των «Ελεύθερων πολιορκημένων». Κι ακόμη
δες το σοφό γέρο της Αλεξάνδρειας πώς στήνει το ποίημα σαν άλλος Φειδίας με
υλικό του αντί μάρμαρο λέξεις.
6. Ο
ΠΟΙΗΤΗΣ, όταν είναι τίμιος, χάρητες οφείλει στους προγόνους δασκάλους που άθελά
τους δίδαξαν.
Ο Γιάννης Η. Παππάς
συστήνει τους ποιητικούς προγόνους με την ευγένεια της διακειμενικότητας.
Ακόμη με την αναπόδραστη στους ποιητές επιρροή που χωνεύει κάτω απ' τις
λέξεις όπως η φωτιά στη στάχτη. Το δημοτικό μας τραγούδι πηγή ανεξάντλητη κι
ανάβρα αιώνιας πνοής κυλάει αθόρυβα στο υπέδαφος των
ποιημάτων. Ύστερα το βλέπεις. ο Καβάφης είναι παρών διακριτικά, μα
εύηχα. Ο μακρυνός απόηχος του Δάντη και πιο μακρινός του Έλιοτ. Και, βέβαια,
αυτός ο βαθύσκιος σταθμός με αιωνόβια πλατάνια τούς στίχους του: ο Διονύσιος
Σολωμός. Πώς αλλιώς; Τούτη η μεγάλη πηγή ωκεανίζει σαν τροφοδότης όλων
μας. Κι ας ήταν το έργο του η αντήχηση μιας πάσχουσας ψυχής που, ενώ η ίδια δε
βρήκε γιατρειά, έγινε δοιάκι σε ρότα εθνική.
7. ΤΟ
ΣΥΜΒΟΛΟ του ποταμού στην ποίηση είναι πάμπλουτη κληρονομιά. Και συμβολίζει τη γενεαλογία του ανθρώπου με τη μοίρα του. Απαρχή το
«ποταμοίς εμβαίνομέν τε και ουκ εμβαίνομεν…» του Ηράκλειτου. Του
Εφέσιου που ενσάρκωσε το πρώτο ορόσημο στην εξέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης.
Το ποτάμι-χρόνος εδώ
κυλάει στη θάλασσα της αιωνιότητας, υπό το φως μιας οντολογίας χωρίς ίχνος
μεταφυσικής. Ο τρόπος που αντικρύζει το θάνατο κρύβει τη λαγαρή
ματιά εκείνων που έβλεπαν τον θάνατο σαν το φυσικό πέρασμα της έσχατης πύλης. που
‘βλεπαν ότι όλα συντελούνται εδώ κι όχι σε κάποιο μεταφυσικό αλλού. Γιατί πέραν
του εδώ, μαρμαίρει το επέκεινα, το μαύρο τίποτα, δηλαδή. Σε άλλους
γεννώντας τρόμο και πανικό και σ’ άλλους διδάσκοντας τη στωική παραδοχή που
διδάσκει ο προπάτορας Όμηρος για τις απειράριθμες γενιές των ανθρώπων
που ερχόμαστε και πέφτουμε σαν του δάσους τα φύλλα χανόμαστε για πάντα.
8. Η
ΑΝΑΒΙΩΣΗ του συμβάντος που βιώθηκε στο χθες ενσωματώνεται στη γραφή σαν
στοιχείο μοντερνισμού. Υποβάλλει σε μια άλλη ενατένιση της εμπειρίας: αυτήν που
μετουσιώνεται από απλή εμπειρική γνώση σε αισθητικό συμβάν.
Αλλά ομορφιά δίχως
τίμημα δε νοείται. Και στην άκρη του ονείρου και σε όποια ποίηση που
αξιώνει την προσοχή μας, το τίμημα είναι ένα: ο πικρός πνιγμένος σπαραγμός. Για
όσα υπήρξαν, άκμασαν μα ήρθαν και βασίλεψαν μες στο οντολογικό χάος της αιώνιας
λησμονιάς. Δε μιλώ έχοντας κατά νου κάποια χρονικά όρια της ύπαρξης. Τη
διάρκεια της εφήμερης ζωής μας, λ.χ. Ή τα τελευταία εξακόσια εκατομμύρια χρόνια
που μετρά η οργανική ζωή στον πλανήτη μας σ’ ένα σύνολο γήινης ηλικίας 4,6 δισ.
ετών. Λογαριάζω τα όρια που φέρνουν τρόμο ιλίγγου όταν ο νους υπολογίζει με έτη
φωτός τον ασίγαστο κι ασύλληπτο οργασμό του σύμπαντος.
Ο σπαραγμός που
θυελλώδης ενσκήπτει σαν το τίμημα της ομορφιάς, είναι κι απηχεί μια
παλλόμενη θάλασσα συναισθημάτων. την απρόσμενη ενέργεια ενός συμπλέγματος
ασυνείδητων παραστάσεων. Ακρωτήρι της η καρδιά που φτάνει να κινήσει τη διάνοια
προκειμένου να γεφυρώσει την άβυσσο ανάμεσα στο να αισθάνεται κανείς και να
νοεί. Κάνοντας εκεί στο κρίσιμο, ανεξερεύνητο μεταίχμιο των αντιθέτων
καταστάσεων ν’ ανθίσει η ομορφιά. Όπως το είπε ο Σίλλερ κι έμεινε.
9. Ο
ΒΑΘΜΟΣ ωριμότητας ενός ποιητή δεν είναι ανάλογος της παρουσίας του στα
γράμματα. Ένα πρωτοφανέρωμα κάποτε μοιάζει με ευλύγιστο δεντρί που αν κι
ακορφολόγητο, ξεπετά κι ωριμάζει πρώιμους καρπούς.
Αυτό λέει το ζηλευτό παράδειγμα του Ρεμπώ. Η αφεντιά του μόλις στα δεκαεννιά «γύρισε την πλάτη σε κομμούνα και ποίηση»**. Και τη γύρισε για πάντα. Αφού πρόλαβε μες στα κοσμικά σαλόνια περίβλεπτων ποιητών ν’ ανακατέψει για καλά τα νερά της γαλλικής ποίησης. Και την οικογένεια του Βερλαίν.
Στον αντίποδα το
φαινόμενο Καβάφη, που αφυπνίζεται μετά τα σαρανταδύο του και
πάνω στο μεταίχμιο μιας ηλικίας που ο Ρεμπώ ποτέ δεν έφτασε και ο Μπωντλαίρ
στην ίδια ηλικία ολοκλήρωνε το έργο του υποκύπτοντας στα αλκοολικά παιχνίδια
της ζωής του, ο Καβάφης αρχίζει σαν αγαλματοποιός να σμιλεύει τα δέκα-δεκαπέντε
αξιοθαύμαστα ανάμεσα στα τόσα καλά ποιήματά του.
Ο Γιάννης Η. Παππάς δοκιμάζοντας αντοχές και όπλα στο πεδίο της μετάφρασης επέδειξε κυρίως σύνεση. Αλλά έδειξε και επιμονή και υπομονή. Και το μεράκι του δουλευτή που εξασκείται σαν γραφέας για να ξεμυτίσει όχι πάρωρα, αλλά την κατάλληλη ώρα στην άκρη του ονείρου.
10. ΤΟ
ΠΟΙΗΜΑ οφείλει να υποτάσσει λέξεις και έννοιες στο υψηλό νόημα της ποίησης
που είναι πάντα ένα: το αυτόνομο αισθητικό συμβάν. Λέξη-λέξη χτίζεται ο
ποιητικός μύθος σε ένα μικρογράφημα σύμπαντος που υπακούει στους δικούς του
νόμους. Σαν επιδέξιος τεχνίτης ο γραφέας ποιημάτων, μες στη μαγική αύρα της
εμπνευσμένης ροπής του, μεταλλάσσεται σε σμιλευτή.
Ο Γιάννης Η. Παππάς
σκηνοθέτησε μιαν εικονοποιία με ταπεινά, παραπεταμένα υλικά απ’ τον περίγυρο.
Οικεία υλικά, χειροπιαστά στον τεχνίτη για να μετουσιώσει στη διάσταση της
τέχνης τον θαυμαστό κόσμο της δικής του πραγματικότητας. Που περνά μες στον
καθρέφτη του ονείρου. Απ’ όπου αναδύονται όσα εγκαταβιώνουν σαν ολόγυμνες
πληγές και παρενδυμένα τραύματα από την πρώτη κι ευπαθή νεότητα.
11. ΔΕΝ
ΥΠΑΡΧΕΙ ποιητής που να μην πάλεψε να εμπεδώσει με τη χρήση πολλαπλών,
αυθεντικών ή αλληγορικών συμβόλων την ιδιότυπη φωνή του. Μαζί με μια μυθολογία
που να ‘χει στίγμα το πρόσωπό του.
Ειδικά και
επιλεκτικά τώρα θα 'βλεπα στο Γιάννη Παππά ορισμένα σύμβολα ιδιαίτερης
δραστικότητας κι έλξης. Είναι τα ίδια που επανέρχονται στα ποιήματα σαν να ‘ναι
να θυμίσουν στον αναγνώστη ότι το δράμα παντού στον κόσμο γίνεται από τα ίδια
υλικά: νύχτα, μνήμη, ποτάμι, άλογο, όνειρο, λησμονιά, σκοτάδι, έρωτας, θάνατος.
Ο Γιάννης Η. Παππάς
στήνει τον άξονα των ποιημάτων πάνω στο σύμβολο του ποταμού που είναι σαν να
περιβρέχει βουερό τα θεμέλια της μνήμης. Μα δε μένει περιδεής στο υποκειμενικό
μέγα ή μικρό μαρτύριο της ζωής του, που εδώ γίνεται αντικείμενο του όλου κόσμου
μέσα στο σκηνικό της τραγικής κοινής μας μοίρας.
Παλαιόθεν η ποίηση
που ‘χε λόγο υπάρξεως αντικειμενικοποιούσε τα ατομικά πάθη και παθήματα. Όπως
το ‘κανε στήνοντας τα Ιμαλάια της παγκόσμιας τέχνης το έργο των μεγάλων
τραγικών μας. Έργο άφθαστο, μοναδικό στο δραματολόγιο της παγκόσμιας ποίησης,
γιατί περιέκλεισε στον πυρήνα του, πάνω κι από τη δράση, την οδύνη του θανάτου,
κι απ’ όλους τους θανάτους τον πιο δύσκολο θάνατο. 'Οπως το
'δειξε ο Οιδίποδας του Σοφοκλή.
12. Η
ΓΛΩΣΣΑ αυτή η θαυμαστή έκφραση της αρχέγονης φυλετικής μας κληρονομιάς,
βρίσκει στην ποίηση την καίρια και ολοκληρωμένη δικαίωσή της.
Η γλώσσα δεν είναι απλώς το μέσο, η άμαξα που διεκπεραιώνει ο
ποιητής τις ιδέες. Οι ιδέες βρίσκουν κι άλλα μέσα (λ.χ. φιλοσοφία, ρητορική,
επιστήμη) προκειμένου να βγουν στο ξάγναντο για να μυηθούν σ’ αυτές οι
άνθρωποι.
Η γλώσσα στην ποίηση
θέλει να ‘χει την αύρα της μόνης ευαισθησίας που κάνει τα σημαίνοντα να κινούν
αρμονικά τα σημαινόμενα σε μελωδική συνύπαρξη. Όπου όλα συνταιριασμένα κάνουν
το ποίημα μια ιδιαίτερη μορφή που ζητά όμως διαρκώς την τελείωση.
Ο Γιάννης Η. Παππάς
άρδευσε υπομονετικά τον πλούτο της γλώσσας του απ’ όλες τις πηγές κι από την
υλική σκηνογραφία της ύπαρξης. Για να γίνει στο ποίημα η ποικιλόμορφη,
κυματιστή δύναμη του Πρωτέα· που εδώ οικειοποιείται κι ενσαρκώνει όλα τα
πράγματα, τα φαινόμενα του κόσμου και τις μορφές σ’ ένα και μοναδικό: την
αισθητική επικράτεια του ποιήματος.
13. ΟΙ
ΠΟΙΗΤΕΣ ρέπουν προς το ψέμα που το ‘παν ομορφιά. Για να γευτούν το μέλι
της δόξας και το χάδι της αποδοχής οι ποιητές συχνά είπαν και λένε ψέματα.
Αλλά η ποίηση μόνον
όταν γκρεμίσει μπορεί μες στον ερειπιώνα να κτίσει αληθινά. Με πρώτο όπλο τη
γλώσσα της όρθιας ψυχής γκρεμίζει λογής μυθεύματα που δηλητηριάζουν με το πικρό
ή το γλυκόπικρο δηλητήριό τους τη ζωή.
Η ποίηση, η καλή
ποίηση δείχνει μπούσουλα σε φέγγισμα τολμηρών ιδεών για να βγει το άτομο σε
άλλους αναβαθμούς ύπαρξης. Και μαθαίνοντας πως να ζει, να διδάσκεται φυσικά να
ζει κι εξιλεωμένα. Ειδάλλως θα πρόκειται για ποίηση που εξαντλεί το λόγο
υπάρξεώς της σ’ έναν ανερμάτιστο γλωσσικό αυτοθαυμασμό μεταμοντέρνας ρηχότητας που
περνάει επιδερμικά στον αναγνώστη χωρίς ν’ αφήνει το ελάχιστο ρίγος.
Η ποίηση του Γιάννη
Η. Παππά δίχως επιτήδευση, αλλά με ελεγχόμενη την τεχνική μένει πιστή σε δύο
παμπάλαιες μα όχι πάντα κατορθωμένες στοχεύσεις: το ακαριαίο κι απέριττο.
Η στιχουργική λιτότητα δεν είναι μικρό επίτευγμα. Όταν δεν κρύβει γλωσσική ένδεια κι έλλειμμα τάλαντου, απαιτεί διαρκή εποπτεία και δουλειά. Κι επιπλέον επίγνωση για το ρόλο του ποιητή μες στο ανέλπιδο γίγνεσθαι της ποίησης. Στοιχεία που φαίνεται να διαπνέουν εν σπέρματι τους στίχους του Γιάννη Η. Παππά. Δεν επέλεξε το πρότυπο του Παλαμά, όπως έκανε ο Ρίτσος στο πρώτο του φανέρωμα που θέλησε όμως και για αποκούμπι τον Καρυωτάκη. Ούτε διάλεξε το «φαινόμενο Σικελιανός». Και οι τρεις (Παλαμάς, Σικελιανός, Ρίτσος) ποιητές μεγέθους είχαν μεγάλα φτερά, αλλά ανοικονόμητα. Έφτασε ως εδώ στο πρώτο φανέρωμα της ποίησής του ο Γιάννης Η. Παππάς διασχίζοντας τα μυστικά μονοπάτια εκείνων των ποιητών που άφησε σήμα η ποίησή τους ανεξίτηλο, καθώς άνοιξαν τα φτερά στο γήινο πέρασμά τους, με δέος και μέτρο και σεβασμό στο έργο τους.
* Γιάννης Η.
Παππάς, Στην άκρη του ονείρου, εκδ. Μεταίχμιο 2008.
** Ηλίας Γκρής, Αλφειός Πρόγονος, εκδ. Μεταίχμιο, 2005.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε
στο περιοδικό κριτικής λογοτεχνίας και άλλων τεχνών Κ, τχ.19 Δεκέμβριος 2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου