Τα παιδικά μου
χρόνια τα είχε σημαδέψει ένα έγκλημα που είχε γίνει στο χωριό του πατέρα μου,
στην Ποταμούλα. Είχα πάει επίσκεψη στο χωριό λίγο μετά το έγκλημα. Όλοι
μιλούσαν γιי αυτό. Τα παιδιά του χωριού μου έδειξαν μια μεγάλη πέτρα στην άκρη
του δρόμου. «Να εδώ έγινε», μου είπαν× «η αστυνομία την έβαλε
την πέτρα». Μου μίλησαν και για το δράστη. Αργότερα, κάποιος μου έδειξε το
σπίτι του. Πάνω στο δρόμο, σε άλλο όμως, χωριό× κοντά στη Ραΐνα, στο
χωριό του μεγαλύτερου ποιητή Βαλκανίων και περιχώρων, (εξαιρουμένης της
Τουρκίας, η Τουρκία δεν είναι Βαλκάνια), του Γιάννη Υφαντή.
Όταν πέρναγα απי την πέτρα, ένοιωθα μέσα μου έναν φόβο. Το ίδιο και όταν πέρναγα απי το σπίτι του δράστη. Αι της ψυχής αντιδράσεις, αναξήγηται εισίν.
Κάθε που κατεβαίνω στο χωριό, σκαλίζω το πιθάρι των αναμνήσεων. Μικρές, -τρυφερές ή πονεμένες-, στιγμές. Χαρά που έφυγε. Νιότη που έφυγε.
Πενηντάρης, στην τελευταία μου επίσκεψη. Μου κάνει ωτοστόπ ένας ηλικιωμένος κύριος. Χαρά μου αυτά τα ωτοστόπ. Οι επιβαίνοντες ίσως από αμηχανία, ίσως από υποχρέωση, είναι λαλίστατοι. Έτσι ζω μαζί τους, ιστορίες και καταστάσεις. Συνήθως τους κάνω μουσικό τεστ. Μετά τα προκαταρτικά, αρχίζω να τραγουδάω δημοτικά για να δω τις αντιδράσεις τους. Οι περισσότεροι αρπάζουν το μπαλάκι, κι αρχίζουν κι αυτοί να τραγουδάνε, -δημοτικά εννοείται πάντα. Κάποτε παρά λίγο να γίνει προξενιό. Οι περισσότεροι με ρωτάνε από πού είμαι, ποιανού είμαι. Ανάλογα με τα κέφια απαντώ αληθώς ή ψευδώς. Ένας εξי αυτών μου έκανε τη σχετική ερώτηση. Μου φαινόταν λίγο αστείος κι έτσι με κέφι του είπα κι εγώ ένα δικό μου παραμύθι. Στο ερώτημα αν είμαι παντρεμένος απάντησα αρνητικά. Τότε προθυμοποιήθηκε να μου προξενέψει μια ανιψιά του. Άρχισα κι εγώ να ρωτώ περί της εργασίας της κόρης, περί της προίκας, αν είναι καλή κοπέλα και τα σχετικά. Να μην τα πολυλογούμε, μέχρι να φτάσουμε στην Καμαρούλα που ήταν ο προορισμός του, τα είχαμε κανονίσει όλα. Ποια όλα; Την προίκα φυσικά. «Δύο σπίτια και κάτι λιοστάσια». Μου έδειξε το σπίτι του και θα με περίμενε να πάμε να δούμε το κορίτσι. Ακόμα με περιμένει.
Ας επανέλθουμε στο τελευταίο ωτοστόπ. «Πάω στο Αγρίνιο για καφέ», μου λέει αμέσως, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο. Και μου διευκρινίζει πως πάει να αγοράσει καφέ για να φτιάχνει στο σπίτι του. «Μα αφού κοντά στο σπίτι σου έχει ένα μπακαλικάκι», του λέω. Παίρνει απαξιωτικό ύφος. «Είναι χάλιας αυτός. Μόνο τσίπουρο και τράπουλες έχει. Εχθές καθήσανε μέχρι τις τέσσερις η ώρα», συμπλήρωσε. Και συνέχισε με το απαξιωτικό του ύφος, να τον περιγράφει ως αγέλαστο, άξεστο κ.λπ. «Δεξιός είναι;», ρωτάω. «Όχι, αριστερός. Οι Δεξιοί δεν είναι έτσι». Δεν τον ρώτησα βέβαια: πώς είναι οι Δεξιοί, γιατί σίγουρα δεν θα είχα αντικειμενική απάντηση.
Περνώντας απי την περιοχή εκεινού που έκανε το έγκλημα δεν ξέρω πώς μου ήρθε η ανάγκη να τον ρωτήσω για το φονιά. «Εδώ κοντά», του λέω, «έμενε κάποιος που είχε κάνει ένα έγκλημα στην Ποταμούλα, παλιά». «Α, ο Λιάγκας, λες». «Έχει βγει απי τη φυλακή;». «Τώώώρα. Τι νομίζεις; 6-7 χρόνια μένουνε στη φυλακή». «Είναι ήσυχος;». Σαν να εξεπλάγη. «Γιατί να μην είναι; Και πλούσιος μάλιστα... Κοίτα, αυτοί οι δυο ήταν φίλοι. Κάποια «δουλειά» κάνανε μαζί. Χασίσι ή κάτι τέτοιο. Αυτός εδώ, ο Λιάγκας, πρέπει να τον «έριξε» τον άλλον, -Μητσικώστας λεγόντανε... Να σου πω και μια άλλη ιστορία με χασίσι. Ένας εδώ κοντά, είχε σπείρει μεγάλη ποσότητα. Δεκατέσσερα εκατομμύρια είχε πιάσει. Εκείνο τον καιρό λέμε, το י60. Αυτός τי άρεσε. Τώρα, μετά συγχωρήσεως κιόλας, εσύ φαίνεσαι παντρεμένος, αλλά και παντρεμένος να μην είσαι, είσαι μεγάλος άνθρωπος. Τי άρεσε λοιπόν το μיνάκι. Λεφτά με ουρά είχε. Πάει σיν Αμερική. Εκεί φαίνεται τי καλάρεσε. Και κάθε τόσο σיν Αμερική× είχε πιο καλό πράμα φαίνεται εκεί. Ε, πέντε, δέκα φορές, πάνε τα λεφτά». «Και δεν τον πιάσανε;». «Μωρέ δεν τον πιάσανε, αλλά, τά יφαγε τα λεφτά, και τώρα γυρίζει εδώ στי Αγρίνιο, ένας χάλιας».
«Λοιπόν, για πες μου τώρα για το έγκλημα».
«Αυτοί οι δυο, όπως σου יπα είχαν δיλειές μαζί. Ένα βράδυ παίζανε χαρτιά στο καφενείο τי Σφρούλα. Έχασε πολλά λεφτά ο Μητσικώστας. Σε λίγο του λέει να βγούνε έξω να κουβεντιάσουνε. Περπατήσανε μέχρι εκεί που έγινε το έγκλημα. Εκεί αρπαχτήκανε. Ο Μητσικώστας έβγαλε μαχαίρι. Ο Λιάγκας γέλαγε, γιατί ήτανε ένα ντερέκι ως εκεί απάνω, ενώ ο άλλος, ένα μπαζωμένο, ένας χάλιας. Βγάνει όμως κι ο Λιάγκας το μαχαίρι και προσπαθεί να τον αποφύγει, και στο τέλος, τον καρφώνει στο γόνατο, αλλά ο άλλος πέθανε από αιμορραγία, γιατί είχε ένα πρόβλημα στο αίμα, κι όχι απי το κάρφωμα.
Πώς παρακολουθούμε περιγραφή αγώνα Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού από οπαδό του Παναθηναϊκού, με μεροληψία δηλαδή, έτσι ένοιωθα και τον αφηγητή να μεροληπτεί υπέρ του Λιάγκα απי το χτύπημα». Ίσως γιατί ήταν κοντοχωριανοί.
Φτάνουμε στο Αγρίνιο. Μόλις μπαίνουμε στην οδό Καρπενησίου, «να εκεί άσε με», μου λέει. Μου δείχνει μπροστά δεξιά. «Σ' εκειό το καφενείο πάω», συμπληρώνει, και μου δείχνει ένα καφενείο στ' αριστερά.
Σταματάω. Την ώρα που βγαίνει, τον ρωτάω: «Έναν ποιητή που μένει κοντά στο σπίτι σου, Υφαντή τον λένε, τον ξέρεις;». Σκέφτεται λίγο και «Δεν ασχολούμαι εγώ μי αυτά», λέει, και πάει για το καφενείο.
Όταν πέρναγα απי την πέτρα, ένοιωθα μέσα μου έναν φόβο. Το ίδιο και όταν πέρναγα απי το σπίτι του δράστη. Αι της ψυχής αντιδράσεις, αναξήγηται εισίν.
Κάθε που κατεβαίνω στο χωριό, σκαλίζω το πιθάρι των αναμνήσεων. Μικρές, -τρυφερές ή πονεμένες-, στιγμές. Χαρά που έφυγε. Νιότη που έφυγε.
Πενηντάρης, στην τελευταία μου επίσκεψη. Μου κάνει ωτοστόπ ένας ηλικιωμένος κύριος. Χαρά μου αυτά τα ωτοστόπ. Οι επιβαίνοντες ίσως από αμηχανία, ίσως από υποχρέωση, είναι λαλίστατοι. Έτσι ζω μαζί τους, ιστορίες και καταστάσεις. Συνήθως τους κάνω μουσικό τεστ. Μετά τα προκαταρτικά, αρχίζω να τραγουδάω δημοτικά για να δω τις αντιδράσεις τους. Οι περισσότεροι αρπάζουν το μπαλάκι, κι αρχίζουν κι αυτοί να τραγουδάνε, -δημοτικά εννοείται πάντα. Κάποτε παρά λίγο να γίνει προξενιό. Οι περισσότεροι με ρωτάνε από πού είμαι, ποιανού είμαι. Ανάλογα με τα κέφια απαντώ αληθώς ή ψευδώς. Ένας εξי αυτών μου έκανε τη σχετική ερώτηση. Μου φαινόταν λίγο αστείος κι έτσι με κέφι του είπα κι εγώ ένα δικό μου παραμύθι. Στο ερώτημα αν είμαι παντρεμένος απάντησα αρνητικά. Τότε προθυμοποιήθηκε να μου προξενέψει μια ανιψιά του. Άρχισα κι εγώ να ρωτώ περί της εργασίας της κόρης, περί της προίκας, αν είναι καλή κοπέλα και τα σχετικά. Να μην τα πολυλογούμε, μέχρι να φτάσουμε στην Καμαρούλα που ήταν ο προορισμός του, τα είχαμε κανονίσει όλα. Ποια όλα; Την προίκα φυσικά. «Δύο σπίτια και κάτι λιοστάσια». Μου έδειξε το σπίτι του και θα με περίμενε να πάμε να δούμε το κορίτσι. Ακόμα με περιμένει.
Ας επανέλθουμε στο τελευταίο ωτοστόπ. «Πάω στο Αγρίνιο για καφέ», μου λέει αμέσως, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο. Και μου διευκρινίζει πως πάει να αγοράσει καφέ για να φτιάχνει στο σπίτι του. «Μα αφού κοντά στο σπίτι σου έχει ένα μπακαλικάκι», του λέω. Παίρνει απαξιωτικό ύφος. «Είναι χάλιας αυτός. Μόνο τσίπουρο και τράπουλες έχει. Εχθές καθήσανε μέχρι τις τέσσερις η ώρα», συμπλήρωσε. Και συνέχισε με το απαξιωτικό του ύφος, να τον περιγράφει ως αγέλαστο, άξεστο κ.λπ. «Δεξιός είναι;», ρωτάω. «Όχι, αριστερός. Οι Δεξιοί δεν είναι έτσι». Δεν τον ρώτησα βέβαια: πώς είναι οι Δεξιοί, γιατί σίγουρα δεν θα είχα αντικειμενική απάντηση.
Περνώντας απי την περιοχή εκεινού που έκανε το έγκλημα δεν ξέρω πώς μου ήρθε η ανάγκη να τον ρωτήσω για το φονιά. «Εδώ κοντά», του λέω, «έμενε κάποιος που είχε κάνει ένα έγκλημα στην Ποταμούλα, παλιά». «Α, ο Λιάγκας, λες». «Έχει βγει απי τη φυλακή;». «Τώώώρα. Τι νομίζεις; 6-7 χρόνια μένουνε στη φυλακή». «Είναι ήσυχος;». Σαν να εξεπλάγη. «Γιατί να μην είναι; Και πλούσιος μάλιστα... Κοίτα, αυτοί οι δυο ήταν φίλοι. Κάποια «δουλειά» κάνανε μαζί. Χασίσι ή κάτι τέτοιο. Αυτός εδώ, ο Λιάγκας, πρέπει να τον «έριξε» τον άλλον, -Μητσικώστας λεγόντανε... Να σου πω και μια άλλη ιστορία με χασίσι. Ένας εδώ κοντά, είχε σπείρει μεγάλη ποσότητα. Δεκατέσσερα εκατομμύρια είχε πιάσει. Εκείνο τον καιρό λέμε, το י60. Αυτός τי άρεσε. Τώρα, μετά συγχωρήσεως κιόλας, εσύ φαίνεσαι παντρεμένος, αλλά και παντρεμένος να μην είσαι, είσαι μεγάλος άνθρωπος. Τי άρεσε λοιπόν το μיνάκι. Λεφτά με ουρά είχε. Πάει σיν Αμερική. Εκεί φαίνεται τי καλάρεσε. Και κάθε τόσο σיν Αμερική× είχε πιο καλό πράμα φαίνεται εκεί. Ε, πέντε, δέκα φορές, πάνε τα λεφτά». «Και δεν τον πιάσανε;». «Μωρέ δεν τον πιάσανε, αλλά, τά יφαγε τα λεφτά, και τώρα γυρίζει εδώ στי Αγρίνιο, ένας χάλιας».
«Λοιπόν, για πες μου τώρα για το έγκλημα».
«Αυτοί οι δυο, όπως σου יπα είχαν δיλειές μαζί. Ένα βράδυ παίζανε χαρτιά στο καφενείο τי Σφρούλα. Έχασε πολλά λεφτά ο Μητσικώστας. Σε λίγο του λέει να βγούνε έξω να κουβεντιάσουνε. Περπατήσανε μέχρι εκεί που έγινε το έγκλημα. Εκεί αρπαχτήκανε. Ο Μητσικώστας έβγαλε μαχαίρι. Ο Λιάγκας γέλαγε, γιατί ήτανε ένα ντερέκι ως εκεί απάνω, ενώ ο άλλος, ένα μπαζωμένο, ένας χάλιας. Βγάνει όμως κι ο Λιάγκας το μαχαίρι και προσπαθεί να τον αποφύγει, και στο τέλος, τον καρφώνει στο γόνατο, αλλά ο άλλος πέθανε από αιμορραγία, γιατί είχε ένα πρόβλημα στο αίμα, κι όχι απי το κάρφωμα.
Πώς παρακολουθούμε περιγραφή αγώνα Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού από οπαδό του Παναθηναϊκού, με μεροληψία δηλαδή, έτσι ένοιωθα και τον αφηγητή να μεροληπτεί υπέρ του Λιάγκα απי το χτύπημα». Ίσως γιατί ήταν κοντοχωριανοί.
Φτάνουμε στο Αγρίνιο. Μόλις μπαίνουμε στην οδό Καρπενησίου, «να εκεί άσε με», μου λέει. Μου δείχνει μπροστά δεξιά. «Σ' εκειό το καφενείο πάω», συμπληρώνει, και μου δείχνει ένα καφενείο στ' αριστερά.
Σταματάω. Την ώρα που βγαίνει, τον ρωτάω: «Έναν ποιητή που μένει κοντά στο σπίτι σου, Υφαντή τον λένε, τον ξέρεις;». Σκέφτεται λίγο και «Δεν ασχολούμαι εγώ μי αυτά», λέει, και πάει για το καφενείο.
Αγρίνιο
8/9/2002
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου