Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΦΩΣΤΙΕΡΗ

 

ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΟΣ

 

Έξω, πιο έξω, έξω απ’ τον τροχό,

Σπρώξε τον κύκλο, πιο έξω, να τον σπάσεις.

 

Απ’ τη στεφάνη έξω, απ’ τον κλειστό

Μακριά τον τόπο να περάσεις,

 

−Πιο έξω− με μακρύ στριγγό να τιναχτείς αχό.

 

 

 

ΤΟ  ΟΝΕΙΡΟ  ΤΟΥ  ΦΑΥΝΟΥ

 

Θα ταξιδέψω πάλι απάνω στο κορμί σου.

 

Κι εκεί που το ποτάμι σκίζεται στα δυο

Στη λόχμη με τα μαύρα της χορτάρια

Κι άγρια πολυτρίχια – σαν βατράχι

 

Πηδώντας

                   θα χωθώ και θα κοάξω.

 

 

 

ΤΟ  ΜΑΥΡΟ

 

Το μαύρο είν’ οι λέξεις

Που πέσανε η μια πάνω στην άλλη

Τα τυπωμένα ποιήματα

Το ένα πάνω στ’ άλλο

Κι όλα τα χρώματα που ζήτησαν εκεί

Το τελικό κρησφύγετο.

 

 

 

          Η  ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

 

             Τίποτα τίποτα από σένα πια ουρανέ

             Απ’ όπου πιάστηκα γκρεμίστηκα με κρότο

             Απ’ την αέρινη σκεπή σου με τα όστρακα

             Τη σκουριασμένη αρμαθιά των άστρων σου·

             Ένα φεγγάρι δυσανάλογο ανατέλλει μέσα μου

                Ογκώνεται επικίνδυνα στις κορυφογραμμές μου

             Θα βγει πανσέληνος συντρίβοντάς με.

 

 

 

ΕΜΠΡΗΣΤΙΚΟ  ΠΟΙΗΜΑ

 

Τάφοι-φυτά που φυτρώνουνε μέσα μου

Και περιμένω τον καιρό που θα καρποφορήσουν·

Ό,τι ρουφάει η ζαρωμένη ρίζα τους

Στις σπηλιές και στις λάσπες του νου μου.

 

Προκαλώ τη φθορά μου κι εγώ

Προκαλώ τη φθορά μου καιγόμενος

Καίγοντας

Κίτρινα φύλλα παλιών ποιητών

Κι ό,τι άλλο αγάπησα

Στην πρώτη περίοδο του μίσους.

 

Άκου βαθιά τη φωνή των φλεβών μας·

Σφαίρες κυκλοφορούν στο αίμα

Κι εκπυρσοκροτήσεις σ’ ένα μέλλον άδηλο

Που σφίγγεται πίσω απ’ τα κάγκελα του θυμωμένου

   χρόνου.

Λέω: ν’ ανοίξουμε τη στρόφιγγα

Κι οι μεθυσμένοι στίχοι μας να γίνουν το στουπί

Για μια πυρκαϊά στα παράνομα στέκια

Στους δηλητηριώδεις ουρανοξύστες του πνεύματος.

 

 

 

                  ΤΟ  ΠΑΙΔΙ  ΣΤΟ  ΜΟΥΣΕΙΟ

 

                  Ένα παιδί κοιμάται στο μουσείο

                  Εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια.

                  Τα κόκαλά του φρίξαν απ’ το κρύο

                  Γεμίσαν τρύπες απ’ το πείσμα του αμετάκλητου.

 

                   Ένα παιδί σηκώνεται τη νύχτα απ’ το κρεβάτι του

                   Ανοίγει τις κουρτίνες στο φεγγάρι

                   Τ’ άγριο φως το τρόμαξε υπνοβατεί στη στέγη

                   Λίγο ακόμα θ’ ανεβεί στα σύννεφα

                   Λίγο ακόμα θα ξηλώσει τ’ άμφια του Θεού.

 

                   Ψέματα ψέματα ένα παιδί κοιμάται στο μουσείο

                   Οι αιώνες κελαρύζουν μέσα του κρύο νερό

                   Οι αιώνες στα μηνίγγια του βουίζουν μέλισσες

                   Μυρμήγκια οι αιώνες γύρω από το στρώμα του

                   Λίγο ακόμα θα ξεσκίσει την κουρτίνα του ύπνου του

                   Θα σηκωθεί ν’ αγκαλιαστούμε κλαίγοντας.

 

 

 

                    ΕΣΥ

 

Αν σε πω γκόμενα θα σ’ αφανίσω

Αν σε πω αγάπη μου θ’ αφανιστώ

Ηλεκτρικό πουλί στα χείλη της αβύσσου

Δάσος πυκνό που το περνάω σφυρίζοντας.

 

 

 

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

  Είσαι στο βάθος και σ ακούω που τραγουδάς

    Ένα τραγούδι εξαρθρωμένο δίχως φθόγγους.

                 Ένα τραγούδι από κείνα που αγαπάς

          Τα ματωμένα, μ αποστήματα και όγκους.

 

           Το πρόσωπό σου το  δαγκώνουνε πουλιά

Και μες στα μάτια σου τώρα κουρνιάζουν φίδια.

       Θα ’ρθώ να πιω τ αρρωστημένα σου φιλιά

          Να σε κεντρίσω μ αποτρόπαια παιχνίδια.

 

            (Ξέρω ένα τραίνο που δεν πάει πουθενά

              ΄Εν αυτοκίνητο που πέρα θα σε πάρει.

              Μια μουσική που ανατινάζει τα βουνά.

              Ξέρω το κόκκινο που θα σε φάει ψάρι).

 

 

ΣΤΟΥΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ

 

Η ποίηση απαντάει στους κριτικούς με ποίηση

Όπως η φύση στους σοφούς σαν φύση,

Κι ένα τεράστιο κύμα αδιαφορίας καβαλάει τα κράσπεδα

Σαρώνοντας τις πολιτείες απ’ τους μάταιους στίχους.

 

Άλλοτε λέω:

Οι στίχοι

Είναι τα στάχυα που θέρισαν

Ελισσόμενες μέρες

Και παίρνοντας φωτιά ξεκίνησαν

Σ’ ονειρώδη ουρανό.

 

Λυπάμαι

Που μάλλον μιλάω

Μια γλώσσα νεκρή.

Δεν πιστεύω βεβαίως σε ανάσταση·

Πιστεύω

Εντούτοις

Με πάθος

Στον

Θάνατο.

 

 

 

ΠΟΙΗΣΗ  ΜΕΣ  ΣΤΗΝ  ΠΟΙΗΣΗ

 

4.

 

Πάνω στον στίχο που θα γράψω ακροβατώ

Πάνω στον στίχο που ’χω γράψει ισορροπώ∙

Ένα κλαδί γερό είναι το ποίημα

Που δένω πότε πότε εκεί την κούνια μου

Να αιωρούμαι πάνω από το μαύρο.

 

 

 

8.

 

Ποιήματά μου εσείς

Ποιο συρματόσκοινο μάς έχει ενώσει έως θανάτου

Εσείς, περικοκλάδες σ’ έναν πύργο που θα πέσει,

Ποιήματά μου σας μισώ

Με το καταραμένο μίσος που ’χουμε στον εαυτό μας.

 

 

 

9.

 

Αυτό το ποίημα

Είναι μια χτισμένη σκάλα

–Όπως και τ’ άλλα βέβαια, μια σκάλα–

Για ν’ ανεβείτε  ώς την ψηλή της  την κορφή

Να δείτε, πίσω απ’ τις γραμμές, τη νύχτα που ανατέλλει.

 

                                                                  

 

11.

 

Αυτό το ποίημα γράφει αυτό το ποίημα

Κόβει απ’ το σώμα του και τρέφει τον εαυτό του.

Οι λέξεις του τινάζονται ψηλά και ξαναπέφτουνε

Ανοίγει δρόμο μες στο χιόνι της σελίδας –

Έκπληκτος βλέπω να μου αποκαλύπτεται.

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ  Ή  ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Όποιος μπαίνει στον θάνατο   δεν μιλάει πια γι’ αυτόν

Κι όποιος ζει τη ζωή   την ξεχνάει για πάντα.

 

Πάρε λοιπόν το μολύβι τού Τίποτα

Ζωγράφισε τα γνήσια τοπία

Και πες τό εγώ ‘‘κανείς’’

Τον κόσμο ‘‘κήπο απότιστο’’

Μες στα φυτά της φαντασίας να ξαπλωθείς

Ροκάνισε το μισητό σου σώμα. 

 

 

 

ΤΟ  ΘΑ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΝΑ  ΤΟΥ  ΘΑΝΑΤΟΥ

 

Έτσι λοιπόν χωρέσανε στα μάτια σου τόσες κοινές

   ασήμαντες εικόνες

Ποιος θα’ χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη

   μιας ανάμνησης

Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο

Όμως, δεν γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη

   να εξηγεί

Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος

Με πόσα θα και πόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος

Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή

Αφού, το ξέρεις, ένα μόλις δευτερόλεπτο αρκεί

   ν’ αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους

Και, μην ακούς, τα δευτερόλεπτα πληρώνονται ακριβά

Γι’ αυτό κι ο άνθρωπος εκείνος φεύγει απένταρος

Με τον πνιγμένο ρόγχο ενός κυνηγημένου

Λεπτά χρειάστηκε λεπτά

Χιλιάδες δευτερόλεπτα

Για ν’ αγοράσει τί; ασήμαντες εικόνες

Μα πώς μπορεί να ξεχρεώσει τώρα πού να δανειστεί  

Πόσες εικόνες να πουλήσει απ’ την ανάμνηση

Μια δυναστεία εικόνες παλιωμένες

Γεννοβολάνε τα λεπτά κι ο τόκος βγαίνει αβάσταχτος–

 

              Κανείς λοιπόν δεν έχει να πληρώσει;

 

 

 

ΕΦ’  ΟΛΗΣ  ΤΗΣ  ΥΛΗΣ

 

Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω.

Τα φύλλα είναι πράσινα

Ο Έκτορας δασύνεται

Στη στεριά δεν ζει το ψάρι

Οι Αχαιοί κατέβηκαν

το δύο χιλιάδες προ Χριστού

Ο Δούναβης διασχίζει τη Βιέννη

Τα ζώδια είναι δώδεκα

Ο Έντισον εφεύρε τον φωνόγραφο

Τα πράγματα διακρίνονται σε κινητά και ακίνητα

Η φάλαινα γεννάει φαλαινάκια

Ο Μαρξ υπήρξε γόνος αστικής οικογενείας

Η αγκινάρα τρώγεται

Ο βίος βραχύς η τέχνη μακρά

Δεν ξέρω πού να σταματήσω.

 

 

 

ΩΔΗ  ΑΠΟ  ΧΑΣΜΑΤΑ

 

Τώρα μεγάλωσα και μου ’ναι αδύνατο να φανταστώ μιαν αλφαβήτα

Που να ξερνάει τα σύμφωνα και να κρατάει φωνήεντα

Τα γράμματά της όλα. Υάκινθοι

Χωρίς τα θήτα και τα νι τους πώς ν’ ανθίσουνε

Σε σκοτεινό παρτέρι ακούσματος

Ως ασυνήθιστο επιφώνημα πτώσης.

Ωδή από χάσματα  – Υ ά ι ο ι ! –

Να μπαινοβγαίνει ο άνεμος στο στήθος  – Υ ά ι ο ι ! –

Καθώς μωρό που μόλις έσκασε απ’ τ’ αυγό του έσκουζε

Στη μητρική του διάλεκτο της μήτρας:

Ω ά ! ω ά !

Σπαρακτικά κι ας μην το ξέραμε: Ω ά ! ω ά !

Μ’ όλη τη γενετήσια δύναμη των φωνηέντων.     

 

 

 

 

ΑΥΤΟ  ΠΟΥ  ΜΕΝΕΙ

 

Αυτό που μένει περισσότερο

Είναι αυτό που φεύγει

 

          Καθώς το τίποτα είναι πολύ

          Ενώ το λίγο τίποτα

 

                    Κι οι κύλινδροι αλέθουν τη στιγμή

                    Σε λεπτότατο φύλλο.

 

 

 

 

ΤΟ  ΣΩΜΑ

 

Το σώμα εγκαταλείπει βιαστικό τα ξένα σώματα

Γυρνάει τυφλό σε μια φωλιά ζεστό σκοτάδι

Εκεί θα μηρυκάσει το χορτάρι του έρωτα

Σε φύλλα μέθης θα τυλίξει τα φιλιά –

Το σώμα είναι ζώο και βοσκάει ανάμνηση

Σβήνει το ξάναμμα στα υγρά της μοναξιάς του

Το σώμα θρέφεται με ακρίδες νοσταλγίας

Το σώμα ξεδιψάει με δάκρυα.

 

 

 

 

 

ΑΠΟΨΕ  ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ

 

Αυτούς που βασανίζονται κλεισμένοι στο καβούκι τους

–Ν’ ακούνε μουσική και να καπνίζουν–

Αυτούς που αποπειράθηκαν ν’ αυτοκτονήσουν με ομορφιά

–Ρουφήξαν το βιτριόλι της και κάηκαν–

Αυτούς που ο φόβος τούς φυτεύει στις ερμιές

Αυτούς που άυπνοι αιωρούνται στον αέρα

Αυτούς που κάναν έρωτα και μείνανε πιο μόνοι

Αυτούς που άδειοι ακολουθούν μια νεκροφόρα μνήμη

Αυτούς που βλέπουν τ’ όνομά τους στο κουδούνι

Και το χτυπούν δαιμονισμένα

να ξυπνήσει

ο ένοικος.

 

 

7222855

 

Ομφάλιο καλώδιο που με κρατάς

Δεμένο με τον κόσμο.

Κόκαλο κρύο, μια φωνή εγγαστρίμυθη

Πνιγμένη απ’ του αισθήματος το άσθμα

       Εσύ

Πώς κουρελιάζεις έτσι το αόρατο

Με ποιο δικαίωμα πειράζεις το υπερπέραν·

Δεν ξέρω τίποτα για σένα και ηλεκτρίζομαι

Καθώς χτυπάς τον κώδωνα κινδύνου

       Εγκάθειρκτος

Με το δικό σου νούμερο στο στήθος

Θα σπάσω πια τα κάγκελα –

       Ό,τι δεν λύεται κόπτεται

 

     – Μέχρι και τούτο το καταραμένο

        Ασώματο λαρύγγι.

 

 

 

ΓΕΝΕΣΗ

 

Όσο προχώραγα στο φως

Τα χρώματα ωχραίνανε

Πυκνώναν στροβιλίζονταν σαν δίσκος

Γίνονταν

Το χρώμα αυτό που χρώμα πια δεν ήταν.

 

Βαθιά στη νύχτα οι δρόμοι διακλαδίζονται

Ανοίγονται σε νέους συνδυασμούς

Είπα ‘‘σκοτάδι’’ και ιδού εγένετο

Η γη με τα φυτά της με τα ζώα της

Αόρατα πελώρια τρυφερά

Και να μου μοιάζουν.

 

 

 

 

 

Ο  ΠΟΛΥΕΛΑΙΟΣ

 

Λέω: δεν θέλει άλλο τραγούδι η νύχτα.

Ωστόσο σκέφτομαι

Πόσο θα νιώθει έρημος

Εκείνος ο

Θεός

Που για αιώνες καρφωμένος κρέμεται

Φιλεύσπλαχνος

Πολυέλεος

–Μ’ όλ’ αναμμένα τα κεριά του και τ’ αστέρια του–

Απ’ τον ανάερο τρούλο

Τ’ ουρανού.   

 

 

 

ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ ΔΑΣΟΣ

 

Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος.

Αυτά τα έπιπλα που ακούτε ν᾽ ανασαίνουν

Φυλάνε ακόμα ενστικτώδη φτερωτά

Μες στα φυλλώματα. Κι αν τρίζουνε

Κάθε που μπαίνει νέος επισκέπτης

Θα ᾽ναι που νιώθουνε κρυμμένο το τσεκούρι

Να τροχίζεται. Σ᾽ ανώδυνο χαμόγελο

Αβροφροσύνης τούτη τη φορά.

Τις νύχτες αλαφιάζονται

Και το χοντρό τους νύχι από ρίζα

Χώνεται

Στον βράχο του τσιμέντου. Οι κλώνοι τους

Ρημάζουν τα ταβάνια – να οι ρωγμές

Του ξύλου που μουγκρίζει. Αφήστε τα·

Ούτε μ᾽ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται

Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών· αφήστε τα.

Κι αν το τικ-τακ του σκουληκιού υποδύεται

Τον χτύπο της καρδιάς τους

Αυτά ονειρεύονται το ηρωικό λαμπάδιασμα

Να ᾽ρθεί επιτέλους να χωρίσει πνεύμα

Από κορμί

                   – Λάμψη και κάρβουνο.

 

 

 

 

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

 

«Ο  άγγελος δεν ξέρει τίποτ’ απ’ την

ομορφιά του αγγέλου.

Εγώ, μονάχα εγώ,

Που πρόδωσα τη φύση μου

–Την πρώτα αγγελική– 

Τώρα μπορώ σωστά να την λατρέψω

Να εφαρμόσω ολόκληρος απάνω της

Ρουφώντας με φιλιά τη μεταμέλεια

Να ονειρευτώ, να ερωτευτώ το απαρνημένο».

 

 

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

 

«Ο διάβολος δεν ξέρει τίποτ’ απ’ τη

σκοτεινή ομορφιά του.

Εγώ, μονάχα εγώ,

Που σφράγισα τ’ αυτιά στην επανάσταση

–Τη μέσα μου φωνή– 

Τώρα μπορώ σωστά να την ακούσω

Να δω μ’ αγάπη εκείνον που αδικήθηκε

Ξερνώντας τη φωτιά της αγανάκτησης

Να εξαγνιστώ, ν’ απαλλαγώ απ’ το  κερδισμένο».

 

 

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ ΣΩΣΤΑ

 

Αν πέρασες για λίγο στο τραγούδι μου

Είναι που δεν υπάρχεις.

Αφού ό,τι ζει

Μιλάει μονάχο για τη δόξα της ζωής του,

Αφού ό,τι έζησε

Ξεφούσκωσε στο φως

Το θούριο το μπαλόνι του θριάμβου του.

Όμως κι εσύ τραγούδησες σωστά,

Με σιωπή,

Περίμενες να εξαντληθεί ο Ύμνος

Να σβήσουν τα καντήλια της θεότητας

Καθώς εκείνο που λατρεύτηκε ξεφτάει

Κι αυτό που ειπώθηκε το παίρνει ο καιρός

Τ’ αλέθει η λήθη το σκορπάει στο Έγινε.

Τραγούδησες σωστά, με σιωπή,

Βουίξανε οι σάλπιγγες της μήτρας

Κι απάντησε στην ίδια γλώσσα ο θάνατος

Άηχη φωνή

Πηχτό ακατάσχετο το μαύρο απ’ την αρχή

Μέσα του λιώνει

Με στριγγλιές φωτός

Η σφαίρα.

 

 

 

 

Η  ΣΚΕΨΗ  ΑΝΗΚΕΙ  ΣΤΟ  ΠΕΝΘΟΣ

 

Εγκαταλείπω ξανά τη σιωπή της ψυχής μου

Και μπαινοβγαίνω στα εκκωφαντικά λιθογραφεία

Του τίποτα. (Πέτρινοι κύλινδροι αλέθουν συλλαβές

Να μη μας λείψει το επιούσιο ποίημα). Μαύρο ψωμί

Με μαύρο αλεύρι – αναρωτήθηκε άραγε κανείς 

Γιατί στο  τύπωμα βγαίνουν οι λέξεις

         Μαύρες;

Ποια γενετήσια κλίση αποφάσισε

Πως είναι πένθος κάθε σκέψη; Ποιο ένστικτο

Ρίχνει χαστούκι στα εύοσμα

Παιδιά της σημειολογίας

Που άφησαν

Σκανδαλωδώς να τους ξεφύγει το εμφανές;

 

(Προσποιούμενος συχνά συγκινήσεις

Κατάντησα ευαίσθητος.      

 

Και με τι χέρια να ζυμώσεις τώρα το ψωμί

Με τι κουράγιο να τελειώσεις ποίημα).

 

 

 

Η  ΑΡΑΧΝΗ

 

Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα

Όπως το κάνουν όλοι αυτοί που κουραστήκανε

Από τα τόσα που ελπίζουν ότι ζήσανε

Στο χλιαρό κενό τού να μη σκέφτομαι καθόμουνα

Παρατηρώντας μιαν αράχνη που αιωρείτο.

Εκείνη κάτι θα σκεφτότανε φαντάζομαι

Γιατί όλο ανέβαινε τον σιχαμένο ιστό της

Έμενε ακίνητη συσπώντας τις αρθρώσεις κι έπειτα

       Ακάθεκτη ορμούσε στο κενό.

Μύγα ή ζωύφιο δεν πέρασε, όσο είδα.

Όμως η θήρα προχωρούσε δίχως θήραμα

Με τη σοφία εκείνου που γνωρίζει πως το ανύπαρκτο

Θέλει δραστήρια τέχνη να το αδράξεις.

Σοφία ωραία λιλιπούτειου τέρατος

Που σε κλωστούλα σάλιου παραμόνευε

Να παγιδέψει το άπιαστο.

Και με χαψιές μεγάλες τέλος καταβρόχθισε

Τις ώρες μου, την πλήξη, το κενό.

 

 

 

 

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ

 

Μαθαίνω κάνει πάντα παγωνιά.

Κι εσύ δεν πήρες φεύγοντας

Ούτε κουβέρτα.

 

Να σκεπάζεσαι καλά

Με το χώμα σου.

 

 

 

ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ ΠΑΘΟΥΣ

 

Ξεφλουδίζω το ξύλο και βρίσκω το κάρβουνο.

Όμως τί να ’ναι αυτό που ξεχωρίζει οριστικά

Το δέντρο από τον στύλο;

(Στολισμούς φυλλωμάτων, βλαστάρια, χυμούς

Τα βοσκάει ανεμπόδιστα ο χρόνος).

 

Τριζοβολούν τα κούτσουρα στο τζάκι κι η ανάσα τους

Είναι θρόισμα δάσους που ορμάει αναθρώσκοντας

Με τα φτερά της τέφρας του

Και τιτιβίσματα πουλιών στην καμινάδα.

Ωραία φωτιά

Τι κρεματόριο φαντασίας βουκολικής κάθε σου φλόγα

Παρομοίωση πάθους που υψώνει συχνά το ευτελές

Σ’ ακριβό παρανάλωμα.

Κοιτάω τις σπίθες των ματιών σου. Τις εύστροφες

Περιελίξεις της φιδίσιας γλώσσας σου

Και πώς με κίνηση χορευτική αλλά με μέθοδο

Καταβροχθίζεις όγκους θηραμάτων.

Έτσι, σαν έρωτας:

Όσο ζεσταίνεις, τόσο αφανίζεις.

 

Μα πόση τέχνη, αλήθεια, χρειάζεται

Για να πετύχει ο αφανισμός.

 

Πόσος, αλήθεια, χρειάζεται αφανισμός

Για να ζεστάνεις.

 

 

ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ

 

Και όσοι μίλησαν και όσοι σώπασαν

Και όσοι ανέβηκαν στο πιο ψηλό κλαδί

Και όσοι αφέθηκαν

Και όσοι ανοίξαν την καρδιά τους και όσοι έριξαν

Μέσα στη στέρνα της χαλίκια ώσπου την στέρεψαν

Και όσοι χύσανε ποτάμια και όσοι έστρωσαν

Κάτω απ’ τον ίσκιο του εαυτού τους και ονειρεύτηκαν

Και όσοι μπήκαν στα βιβλία και όσοι σκόρπισαν

Χωρίς φειδώ χωρίς την έγνοια τού επερχόμενου

Χωρίς τον φόβο πως μπορεί να φοβηθούν.

 

 

Η  ΜΑΝΑ  ΜΟΥ  ΑΥΡΙΟ

 

Μήνες και χρόνια

Χρόνια πια συνήθισα

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου να φαντάζομαι

Πώς θα ’ναι άραγε όταν αύριο

Πάψω στ’ αλήθεια να σε βλέπω. Και συνήθισα

Να ζω το σήμερα σαν θύμηση του άλλοτε

Με νοσταλγία παρόντος, τέλεια φθίνοντος,

Αφού όσο μέλλον σού απομένει

Όχι αργότερα

Ήδη από τώρα λάμπει αθέατα

Παρελθόν.

 

Έτσι συνήθισα

Καθώς περνάς από δωμάτιο σε δωμάτιο

Και σκουντουφλάς και συγυρίζεις μες στα μαύρα σου

Να ’σαι η σκιά που στην ανάμνηση μειλίχια

Ίδια η φωνή σου χαμηλή κι όταν με μάλωνε

Ποιος θα ξεχάσει το καρφί του ποιος το χάδι του

Ώσπου γερόντιο ρουφηγμένο κι αφτιασίδωτο

Μούμια μωρού να ολολύζει

Απ’ τις φασκιές.

 

Με αυτοσχέδιες ασκήσεις πια συνήθισα

Να κλαίω για σένα ζωντανή κι ότι αναχώρησες

Όμως μετά τί φωταψίες αναστάσεως

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου και φαντάζομαι

Πως απ’ το αύριο γυρνάς γιατί μ’ αγάπησες

Γιατί σ’ αγάπησα κι εγώ, κι αυτό το αύριο

Θα περιμένει λίγο ακόμη – αυτό που αύριο

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου και φαντάζομαι

Θα λάμψει γύρω σου απροκάλυπτα

Παρόν.

 

 

 

ΠΝΕΥΜΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΥΣΗΜΑ

 

Ψυχή σημαίνει πεταλούδα.

Πνεύμα σημαίνει φύσημα.

 

Γι’ αυτό κι ο άλλος τόπος θα ’ναι

Χλοερός

Να βόσκουνε ανθούς οι πεταλούδες

Γι’ αυτό θα ’ναι αναψύξεως

Απ’ τον πολύν αέρα

Που φυσά.

 

Κι ίσως γι’ αυτό

Ποτέ από κει

Κανένας δεν απέδρα.

 

 

 

ΤΟ  ΓΡΑΠΤΟ 

 

Αρχίζοντας ένα γραπτό τι θέλουμε;

Να μπούμε στο κουκούτσι αυτού του κόσμου;

΄Η να τον σπάσουμε;

Να εξαχνωθεί στη φαντασία

Και άφθαρτο

Ν’ αναδυθεί ένα σύμπαν από λέξεις; Η άμπωτη

Ν’ αφήσει πίσω της κροκάλες αισθημάτων;

Φόβους και όνειρα; (Τ’ απόνερα του ύπνου εννοώ.

Kαι τ’ άλλα, για το αύριο που βαραίνει). Αρχίζοντας

Πάντα το ίδιο ατέλειωτο γραπτό

Μ’ ένα ορμαθό

Από ρυθμούς και εικόνες. Νιώθοντας

Πως τίποτα δεν θέλουμε στ’ αλήθεια – πως

Ένα γραπτό είν’ ένα σύμπαν από τίποτα. Και πως

 

Αυτό το ατέλειωτο γραπτό

Είναι το γραφτό μας.

 

 

 

ΕΤΣΙ  ΚΙ  ΕΜΕΙΣ

 

Σαν τον Κυναίγειρο, τον αδελφό του Αισχύλου.

Ξέρετε.

 

Που όταν οι Πέρσες απ’ τον Μαραθώνα τρέξανε

Στα πλοία τους να φύγουν να σωθούν

Αυτός εμπόδισε μια τριήρη χώνοντας

Τα νύχια του στην πρύμη. Τού ’κοψαν

Το χέρι απ’ τη ρίζα. Αιμόφυρτος

Συνέχισε με τ’ άλλο.

Κι όταν το ’κοψαν κι εκείνο, σε ύστατη,

Μπήγει τα δόντια στο σκαρί ελπίζοντας

Να ματαιώσει, λέει, την αναχώρηση.

 

Να ματαιώσει, πώς; Ένας προς όλους;

Φούμαρα του μύθου, αμετροέπειες.

Την αναχώρηση την είχε δεδομένη. Πάλευε

Την καθυστέρηση μονάχα να κερδίσει.

Αφού (αυτάδελφος του Αισχύλου) το ’νιωθε:

Κάθε λεπτό είν’ από μόνο του μια νίκη. Πάλευε

Την καθυστέρηση μονάχα να κερδίσει.

 

Σαφώς την καθυστέρηση.

 

Με νύχια

Και με δόντια. 

 

 

 

ΑΜΟΡΓΟΣ

 

Αυτός ο βράχος με το αλάτι του

Δεν είναι τόπος. Χρόνος σου είναι.

Και το νερό του

Που σε ράντισε ασαράντιστο,

Πρώτο μετά το αμνιακό.

Κάτι αρμέγει μαύρο στ’ όνομά της

         Α μ ο ρ γ ό ς

Όπως πλατιά που πλαταγίζει απάνω αστερόεσσα

Νύχτα.

Η νύχτα η πιο –

Να φέγγει τότε κι η μικρή πυγολαμπίδα

         Διάττοντας

Δεκαετία εξήντα του εικοστού

Κι ας έφυγε

Σφυρίζει αρόδου

Το παπόρι αθέατο

         Μοσχάνθη  Μαριλένα  Ιόνιον

Με την καρίνα οργώνοντας

         Γραμμή

Τη θάλασσα της νοσταλγίας.

 

         Την άγονη.

 

 

 

ΤΟ ΚΕΛΙ

 

Έξω παφλάζουνε τα χρώματα της μέρας

Σκέψεις αισθήματα χαράζουν το κενό.

Κι εσύ κλεισμένος κλειδωμένος έγκλειστος

Στους τέσσερις στίχους.

 

 

 

 

Η ΠΟΙΗΣΗ

 

Μεταφορές παρομοιώσεις κρέμονται

Σαν τάματα. Προσθέτω μία:

Ελιξήριο λέξεων.

 

 

 

ΤΟ   ΠΟΙΗΜΑ

 

Αφού κανένας ορισμός

Δεν είναι οριστικός

Κι αφού απ’ τις χίλιες εκδοχές

Καμιά δεν απαντάει

      Τί να ’ναι

      Ποίημα,

Φαντάζομαι δεν θα βαρύνουν

Τρεις ακόμα λέξεις :

       Ρυθμικά

       Σκεπτόμενο

       Αίσθημα.

 

 

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

 

Μετά το ποίημα

Οι ποιητές

Νιώθουν θλιμμένοι.

 

Όπως τα ζώα

Μετά τον έρωτα.

 

 

 

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ

                                                                      

Και τι σημαίνει αληθινά                                  

Για κάποιον ζωντανό                              

Το φως του ήλιου ο έρωτας

Το χιόνι τα ποτάμια η άνοιξη –

Όλα δοθήκανε σ’ εκείνον διαμιάς

Ως έπαθλο

Στην πουλημένη πάλη με το Ανύπαρκτο

Προτού καλά-καλά ο ίδιος να υπάρξει,

    Ως έπαθλο                                                                                                                                                                                                                                                                           

    Που ’μεινε ανέγγιχτο                                          

    Κι αράχνιασε στο ράφι.                                                                                   

 

Όμως το φως του ήλιου ο έρωτας

Οι τρίλιες τ’ αηδονιού η πανσέληνος

Είναι κτερίσματα για τον νεκρό που επέζησε

Αυτόν που πέθανε νοερά

Κι ανέστη ολόχαρος                  

Με μια πλημμύρα ευγνωμοσύνης σκύβοντας

Πάνω απ’ τον άγνωστο εαυτό του

Ανέστιος                                                                                          

Να προσκυνάει λατρευτικά

Το εικόνισμα κάθε στιγμής

Το κάθε κλικ δευτερολέπτου, ανοίγοντας

Μια τεχνητή αιωνιότητα

Μες στο πεπερασμένο. Αδιάφορος               

Από την τόση αθανασία που ’χει ζήσει                    

Αδιάφορος

Για το τι πράγματι σημαίνει αυτή η δαμόκλειος                               

Που αιωρείται αόρατη                                   

Τι τα λεπίδια των ωρών

Και τι ο ερχόμενος

Με καλπασμό σημειωτόν                                    

                                                          

Ο αναβαλλόμενος

Το ιμάτιο

Του σκότους

 

   Θάνατος

   ο

   Δεύτερος.

 

 

 

ΤΟ ΠΑΖΛ                                                                                               

 

Ποια Τύχη τότε ποιος Θεός

Που ακούραστα

Σ’ εννέα μήνες να τελειώσει αρμόζοντας

Με τόσο ζήλο εκεί στη μήτρα                                   

Μόριο μόριο

Το τεράστιο παζλ

    Των εκατό

    Τρισεκατομμυρίων

    Κυττάρων –

 

Και άξαφνα

Να τιναχτείς εσύ μέσ’ απ’ το αίμα                            

Κλαίγοντας,

 

    Μην σε τραβήξει

    Πίσω το

    Μηδέν.     

 

 

                             

[ΤΟ  ΟΡΟΣ  ΑΦΡΟΔΙΤΗ]

 

Κορίτσι το τσουρουφλισμένο χόρτο τού έρωτα

Κι η σκοτεινή σχισμή για την αχερουσία.

Το απόκρημνο βουνάκι σου με ρόδινες μυρτιές

Κι ο χοίρος που βοσκάει τα βαλανίδια.

 

                                                                    

ΧΩΜΑ  ΣΑΠΙΟ  

 

Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος.

Ζούγκλα ορόφου

Με υπέρηχους κρωγμούς τα όρνεα

Φτεροκοπώντας απ’ το γείσο του τζακιού

Ώς το πολύφωτο.

Λιοντάρια τίγρεις ξεδιψούν

Στις λόχμες του μπουφέ. Κι αθέατα

Σερνάμενα ερπετά

Σε χώμα σάπιο

Κάτω απ’ το χαλί

Στρωμένο με τα φύλλα που μουλιάζουν –

Ίδιο

       Χώμα

       Σάπιο

Λάσπη του μυαλού                                                                               

Εκεί που φύτρωσε                                                                                                 

Χαράζοντας τη νέα μέρα κάποτε

Κι ο

       Χόμο

       Σάπιενς.

 

 

                         

ΔΕΝ      

 

Για ποια λοιπόν ευαισθησία ποια συμπόνια

Όταν πλάι σου

Στα δέκα μέτρα στα χιλιάδες μίλια πλάι σου

Αυτή την ώρα τη στιγμή ένας άνθρωπος

Ενώ εσύ διαβάζεις ένας άνθρωπος

Ενώ εσύ μιλάς καπνίζεις ένας άνθρωπος                            

Βουλιάζει μόνος

Κι αμετάκλητα                                                                    

Στο έρεβος                                                     

Με την απόγνωση της απορίας τι άραγε

Μπορεί να σήμαινε

Το φως του ήλιου

Ο έρωτας

Η πλήξη του θρανίου το γήπεδο

Οι νύχτες του καλοκαιριού και η θάλασσα

Οι ορδές των λέξεων που ορμούσαν καταπάνω του

Κι αυτή την ώρα

Τι σημαίνει άραγε

Ο άδειος ήχος, άδειος ήχος, ενός ‘‘έζησα’’

Ενός ‘‘δεν ξέρω αν φαντάζομαι πως έζησα’’ –                               

Δεν έχει ο ήχος γάντζους κρίκους να πιαστεί                                                        

Δίπλα ένας άνθρωπος βουλιάζει αργά και τίποτα                

Το ξέρει πια

Πως δεν σημαίνει τίποτα

Πιο λίγο ακόμη κι απ’ το τίποτα

Ένα ‘‘δεν’’.

 

 

 

Η  ΟΜΟΡΦΙΑ

 

Γεννάει κανίβαλους η ομορφιά.

 

Κοιτάς ένα τοπίο ανέλπιστο

Τ’ απέναντι κορίτσι όλο δροσιά

Την άσπιλη πανσέληνο μες στ’ άσπρα της,

 

      Και αφρίζοντας

 

Θές με τα νύχια σου να γδάρεις το τοπίο

Να κάνεις το κορίτσι μια μπουκιά

Να τραγανίσεις το φεγγάρι ακέραιο –

 

      Να τρέξει

Αίμα στο δικό σου αίμα μέσα η ομορφιά.

 

      Να τρέξει αίμα.

 

                                  

 

Η  ΤΕΦΡΟΔΟΧΟΣ  

 

Τι φρίκη.

 

Oλόκληρη ζωή                                                                           

Με την ανάσα

Τους χυμούς

Τη σάρκα της –

 

Σκόνη και στάχτη

Τώρα διαπαντός

 

Στην τεφροδόχο

Ενός βιβλίου.       

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...